Μύθοι

Η αλεπού και τα τσαμπιά (Ἀλώπηξ καἰ βότρυς)

Μύθος του Αισώπου. Μεταγραφή από το αρχαίο κείμενο από την φιλόλογο και μέλος των Παραμυθάδων, Θεοδώρα Βαβαλέσκου

Αρχαίο κείμενο: Ἀλώπηξ λιμώττουσα ὼς ἐθεάσατο ἐπί τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτὤν περιγενέσθαι και οὐκ ἠδύνατο· ἀπαλλαττομένη δέ προς ἐαυτήν εἶπεν: «Ὂμφακές εἰσιν.»

Οὔτω καὶ τῶν ὰνθρώπων ἔνιοι, τῶν πραγμάτων ὲφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι’ ἀσθένειαν, τοὐς καιροὐς αἰτιῶνται.

Μεταγραφή: Μια αλεπού ήταν πολύ πεινασμένη. Μόλις λοιπόν είδε να κρέμονται τσαμπιά από μια κληματαριά, θέλησε να τα φάει! Δεν μπορούσε όμως. Φεύγοντας λοιπόν, είπε στον εαυτό της: «Άγουρα είναι»!

Έτσι και μερικοί άνθρωποι, όταν δεν μπορούν εξαιτίας κάποιας αδυναμίας να πετύχουν κάποια πράγματα, κατηγορούν τις περιστάσεις.

Αρχαίο κείμενο: Κερδὼ βότρυν βλέπουσα μακρᾶς ἀμπέλου, πρὀς ὔψος ἦρτο καἰ καμοῦσα πολλάκις ἐλεῖν ἀπεῖπε· πρὸς ἐαυτἠν ταῦτ’ ἔφη:

«Μὴ κάμνε· ῤᾶγες ὀμφακίζουσιν μάλα.»

Πρὸς τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν.

Μεταγραφή: Μια αλεπού είδε το τσαμπί ενός ψηλού αμπελιού και τεντώθηκε να το φτάσει. Αφού προσπάθησε πολλές φορές, κουράστηκε και σταμάτησε να προσπαθεί. Τότε είπε στον εαυτό της: «Μην κουράζεσαι, τα τσαμπιά είναι πολύ άγουρα.»

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η γίδα και ο γιδοβοσκός

Χαρακτικό του Ernest Griset (1874)

Χαρακτικό του Ernest Griset (1874)

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε, μια γίδα είχε απομακρυνθεί από το κοπάδι. Θέλωντας να την επαναφέρει σε αυτό, ο γιδοβοσκός άρχισε να της φωνάζει και να σφυρίζει δυνατά. Μάταια όμως. Η γίδα δεν ανταποκρινότανε. Τότε, ο γιδοβοσκός πήρε μια πέτρα από το έδαφος και την πέταξε σημαδεύοντάς την. Την πέτυχε στο κέρατο κι από την δύναμη που είχε, της το έσπασε. Αμέσως έτρεξε κοντά της κι άρχισε να τη παρακαλεί να μην πει τίποτα στο αφεντικό. Τότε, εκείνη του απάντησε:

Είσαι ο πιο ανόητος γιδοβοσκός από όλους. Ακόμα κι αν σωπάσω εγώ, θα «μιλήσει» το σπασμένο κέρατό μου!

Ο μύθος μιλάει για τους ανόητους που προσπαθούν να κρύψουν τα ολοφάνερα πράγματα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο θρύλος της Υάρας – Μητέρας των υδάτων του Αμαζονίου

Ο παρακάτω μύθος μεταφράστηκε από τα βραζιλιάνικα από το μέλος των Παραμυθάδων Αναστάσιο Καμπουράκη, κάτοικο της πόλης Σάο Πάολο.

amazonΞαπλωμένη στη λευκή άμμο των ρευμάτων του Αμαζονίου, με τα νερά να καλύπτουν το σώμα της Υάρα, μια ινδιάνα της φυλής των Ταπούια, τραγουδούσε ενώ το ελαφρό αεράκι ανέμιζε τα μαλλιά της. Τα μακριά της μαύρα μαλλιά ήταν τόσο σκοτεινά όσο και τα μάτια της. Λουλούδια του δάσους είχαν πέσει στο κεφάλι της και έμοιαζαν σαν ένα στέμμα . Tα κόκκινα χείλη της σχημάτιζαν ένα γλυκό χαμόγελο. Ποτέ δεν υπήρξε πιο όμορφο κορίτσι σε όλη την περιοχή του Αμαζονίου. Ακόμα πιο όμορφη όμως ήταν η φωνή της. Όταν τραγουδούσε, η μελωδία διέσχιζε το τροπικό δάσος του Αμαζονίου και έφτανε στα κανό των αλιέων και των Ινδιάνων πολεμιστών που κυνηγούσαν στο δάσος.

Μια έναστρη νύχτα, ένας πολεμιστής της φυλής την άκουσε να τραγουδά και ανατρίχιασε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Χρειάστηκε να βάλει όλη τη ψυχική του δύναμη για να ξεφύγει από τη γοητεία της φωνής της Υάρας. Κάθε νύχτα άκουγε την ίδια μελωδία. Κάθε νύχτα ζούσε με τον κίνδυνο να μαγευτεί. Μέχρι που μια νύχτα δεν άντεξε και άκουσε την φωνή της καρδιάς του.

Πρέπει να τη δώ από κοντά, σκέφτηκε, ακόμα κι αν είναι μόνο για μια φορά.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες, κι ο πολεμιστής ταξίδευε στο ποτάμι με το κανό του. Νύχτωσε κι έφθασε το βράδυ χωρίς να το καταλάβει. Ξαφνικά η μελωδία της Υάρας άρχισε να ακούγεται πολύ κοντά στο σημείο όπου ήταν ο πολεμιστής. Το κεφάλι μιας γυναίκας πρόβαλε έξω από το νερό. Ήταν το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Η Υάρα του χαμογέλασε και αυτός την κοίταξε και ξέχασε πια που ήταν. Προσπάθησε να αντισταθεί και θυμήθηκε τις συμβουλές της μητέρας του: Μην παρασυρθείς ποτέ από την γοητεία της Υάρας.

Όμως ήταν πολύ αργά. Η καρδιά του, σχεδόν του βγήκε από το στόμα. Το κανό έχασε το δρόμο του και ακολούθησε το ρεύμα, ενόσω αυτός ήταν οδηγημένος από τη φωνή και την μελωδία της Υάρας. Όταν το κατάλαβε ήταν ήδη στα μέσα του Αμαζονίου με τα καταρρακτώδη νερά του, σχεδόν αδύνατον για κάποιον να αντέξει την δύναμή τους. Τότε λοιπόν αυτός γύρισε το πρόσωπό του για να μην την βλέπει και έκανε μια μεγάλη προσπάθεια για να μην βουλιάξει το κανό και κατόρθωσε να φθάσει στην όχθη του ποταμού.

Τις επόμενες ημέρες απομακρύνθηκε από τους φίλους του. Δεν ήθελε ούτε να κυνηγήσει ούτε να ψαρέψει. Ο πολεμιστής της φυλής των Ταπούια έχανε της ώρες του κοιτώντας τα νερά του ποταμού επιθυμώντας να ξαναδεί την Υάρα. Ένα βράδυ δεν μπόρεσε να αντισταθεί, μπήκε στο κανό και κατέπλευσε από τα ρεύματα του ποταμού Αμαζονίου. Δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε και πάλι η μελωδία της Υάρας. Δίχως να χάσει χρόνο κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Αλλά όσο περισσότερο πλησίαζε, τόσο περισσότερο η φωνή ακουγότανε πιο μακρινή, μέχρι που σε μια στιγμή το κεφάλι της όμορφης Υάρας ξεπρόβαλλε και πάλι από τα νερά. Χαμογέλασε και άρχισε να τραγουδά μια νέα μελωδία, πιο όμορφη από την άλλη.

Ο πολεμιστής βούτηξε προς το μέρος της. Η Υάρα με τα μακριά της χέρια τον αγκάλιασε. Τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα υπέροχο φιλί αγάπης. Ο πολεμιστής Ταπούια τα ξέχασε όλα, γιατί για εκείνον αυτή η στιγμή άξιζε για όλη του την ζωή. Η Υάρα στη συνέχεια βυθίστηκε στα νερά του Αμαζονίου παρασύροντας μαζί της και τον πολεμιστή. Τα χείλη τους δεν είχαν ξεκολήσει ακόμα και το φιλί της αγάπης δεν άργησε να γίνει φιλί του θανάτου.

Αρκετές ημέρες αργότερα το σώμα του βρέθηκε στις όχθες του ποταμού. Στα χείλια του, καταβροχθισμένα από τα δόντια πιράνχας, βρισκόταν ακόμα τα σημάδια των φιλιών της Υάρας.

Αυτός είναι o ινδιάνικος θρύλος της Υάρας, που θεωρείται από τον πληθυσμό των γηγενών της Βραζιλίας ως Μητέρα των νερών του ποταμού Αμαζονίου. Όποιοι γοητεύονται και πέφτουν στην αγκαλιά της, το πεπρωμένο τους είναι ο θάνατος.

Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

The Shepherd’s Boy Fable

Ο μύθος του Αισώπου «Ο ψεύτης βοσκός» μεταφρασμένο από την καθηγήτρια αγγλικών και μέλος των Παραμυθάδων, Αρετή Τσιφλίδου!

Once upon a time there was a shepherd boy who kept a flock of sheep outside his village. Every morning, he took the sheep to a hill near the corral and let them graze peacefully.

paramythades-ixnhlates-20130609-EvaHe usually spent his time by playing his flute, but that day he forgot it at the corral and he was bored to death, so he thought of tricking the nearby villagers and have some excitement. He climbed on top of a rock and started calling out for help.
-Heeeeeeelp! Heeeeeelp! Wolves are attacking my flock! Run quickly! Help me!
Immediately the villagers took anything they found in front of them and ran to save the sheep. As soon as the shepherd boy saw them, he started laughing out loud, with all his heart. This pleased him so much that a few days afterwards he tried to fool them again and he found it very amusing….
– Heeeeeelp! Heeeeeeelp! Wolves! Heeeeeelp!….

However, no one came to help him this time since they knew he was tricking them…. Only this time the wolves were really attacking the sheep and felt amused as they were enjoying their meal at their own pace.
One boy, nearby was shouting, but it is well known that the wolves don’t understand the human language and they went on eating .

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

The Ant and the Grasshopper

Ο μύθος του Αισώπου «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» μεταφρασμένο από την καθηγήτρια αγγλικών και μέλος των Παραμυθάδων,  Αρετή Τσιφλίδου!

τζιτζικασ 2Once upon a time a grasshopper lived on the branches of a tree while an ant lived at the foot of the tree.
In summer, the ant started laying up food for the winter. It was bearing along with great toil some grains and was taking them to its nest. Working from early in the morning till sunset.
On the other side, getting up late in the morning, the grasshopper was hoping about, chirping and singing to its heart’s content. It didn’t care about anything else and went on this way.
Time passed and autumn came. Clouds filled the sky and it started drizzling. The ant enjoyed the sound of drops falling on the ground while the grasshopper was starving to death. It was desperately looking for anything until finally it begged its neighbour for help.

Well what have you been doing all summer? asked the ant

Oh! In summer I didn’t have time to collect any food because I was singing all day.

You should have thought about it earlier, dear! said the ant and stared at some birds heading South.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γάτα και ποντίκια

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γάτα και ποντίκια" που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γάτα και ποντίκια» που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σε ένα σπίτι κάποτε, ζούσαν πολλά ποντίκια. Όταν το έμαθε η γάτα αποφάσισε να εγκατασταθεί κι αυτή εκεί και να αρχίσει να τα τρώει. Έτσι κι έγινε. Η γάτα άρχισε να εξολοθρεύει τα ποντίκια το ένα μετά το άλλο. Με τη σειρά τους τα ποντίκια, άρχισαν να γίνονται πιο επιφυλακτικά και να κρύβονται σε τρύπες του σπιτιού ή να ανεβαίνουν στα ψηλά δοκάρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η γάτα να μην μπορεί να πιάσει εύκολα άλλα ποντίκια. Τότε σκαρφίστηκε κάτι. Ανέβηκε σε ένα δοκάρι και κρεμάστηκε προσποιούμενη την ψόφια. Κάποια στιγμή, ένα ποντίκι βγήκε δειλά από την κρυψώνα τους την είδε και της είπε:

Μωρέ και σακί να γίνεις, δεν πρόκειται να σε πλησιάσουμε!

Με την διήγηση αυτή, ο Αίσωπος ήθελε να μας πει ότι οι λογικοί άνθρωποι όταν έχουν υποστεί δεινά από τις κακές προθέσεις των άλλων, δεν ξεγελιούνται με τις υποκριτικές ικανότητές τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Αετός και αλεπού

Χαρακτηικό του Francis Barlow το 1687.

Χαρακτηικό του Francis Barlow το 1687.

Κάποτε, ο αετός και η αλεπού αποφάσισαν να γίνουν φίλοι και σαν φίλοι, σκέφτηκαν να μένουν κοντά ο ένας με τον άλλον. Έτσι, ο αετός έκανε την φωλιά του στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου όπου γένησε τα αετόπουλά του, ενώ η αλεπού ανάμεσα σε κάτι θάμνους που βρίσκονταν δίπλα στο ίδιο δέντρο κι εκεί γένησε τα αλεπουδάκια της.

Μια μέρα, η αλεπού είχε βγει για κυνήγι. Ο αετός που δεν είχε κι αυτός τροφή για τον ίδιο και τα αετόπουλά του, πέταξε προς την φωλιά της αλεπούς και άρπαξε τα αλεπουδάκια της τα οποία τα έφαγε μαζί με τα μικρά του.

Όταν γύρισε η αλεπού και είδε την φωλιά της άδεια, κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Στεναχωρέθηκε που έχασε τα μικρά της, αλλά και επειδή ο αετός καταπάτησε την φιλία τους. Μα πολύ περισσότερο στεναχωρέθηκε γιατί της ήταν αδύνατο να εκδικηθεί. Πώς θα μπορούσε να τα βάλει με τον αετό που πετάει στα ουράνια; Αυτή είναι ένα ζώο της γης. Αναγκαστικά λοιπόν, έμεινε να περιμένει την στιγμή της εκδίκησης. Κι αυτή η μέρα δεν άργησε.

Σε ένα χωράφι εκεί κοντά, κάποιοι άνθρωποι πρόσφεραν θυσία στους Θεούς μια κατσίκα. Ο αετός πέταξε και κατάφερε να αρπάξει από την κατσίκα που καιγότανε τα σπλάχνα της και τα έφερε στην φωλιά του. Εκείνη τη στιγμή όμως φύσηξε άερας και η θέρμη από τα σπλάχνα έριξε μια σπίθα που ήταν αρκετή να πάρει φωτιά ένα ψιλό κλαδάκι. Πολύ γρήγορα η φωλιά άρχισε να καίγεται και τα αετόπουλα που ήταν μικρά και δεν μπορούσαν να πετάξουν, έπεσαν στη γη. Τότε, η αλεπού που περίμενε καρτερικά, τα άρπαξε και μπροστά στα μάτια τους αετού, τα καταβρόχθισε.

Ο μύθος μας δείχνει ότι όσοι παραβιάζουν μια φιλία, ακόμα κι αν γλιτώσουν την τιμωρία από αυτούς που ζημίωσαν λόγω της αδυναμίας τους, κάποια στιγμή θα τιμωρηθούν από το Θεό.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι πολύτιμοι θησαυροί

aggeioΠριν πολλά πολλά χρόνια στην αρχαία Ελλάδα γίνονταν πολύ συχνά μεγάλες γιορτές με αγωνίσματα για να τιμήσουν κάποιον θεό, όπου όλος ο κόσμος, συνήθως πλούσιοι και με αξιώματα άνδρες, μαζεύονταν στα στάδια για να τις παρακολουθήσει. Σε μία από αυτές τις γιορτές λοιπόν μπορούσαν να πάνε όλοι. Άνδρες, πλούσιοι και φτωχοί, αφέντες και δούλοι ακόμα και γυναίκες που ήταν λίγο ασυνήθιστο να παρευρίσκονται σε γιορτές και σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική εκδήλωση. Ο μοναδικός όρος για να μπορέσει μια γυναίκα να μπει στο στάδιο ήταν να είναι ντυμένη με ωραία ρούχα και να φοράει πολλά κοσμήματα και στολίδια.

Η Φαιναρέτη λοιπόν, που ήταν μια κοπέλα φτωχή αλλά με μια ξεχωριστή ομορφιά, πήγε γεμάτη χαρά και ανυπομονησία να μπει στο στάδιο μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Είχε φορέσει το πιο όμορφο φόρεμά της και ένα ακριβό δαχτυλίδι που της είχε δώσει η γιαγιά της λίγο πριν πεθάνει. Όταν όμως πήγε να περάσει την πύλη, ο φρουρός την σταμάτησε. «Κοπέλα μου» της είπε, «δεν είστε αρκετά στολισμένη για την γιορτή, λυπάμαι αλλά δεν μπορείτε να περάσετε»

Η κοπέλα τότε επέστρεψε πίσω και πήγε σε μια γειτόνισσά και της ζήτησε μια χάρη. Να της δανείσει τα κοσμήματά της για να μπορέσει να μπει στο στάδιο και να παρακολουθήσει την γιορτή. Τα έβαλε όλα μα και η γειτόνισσα ήταν φτωχή και τα κοσμήματα φθηνά κι έτσι όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά να μπει στο στάδιο ο φρουρός την σταμάτησε και πάλι. «Κοπέλα μου, δεν είστε αρκετά στολισμένη για τους αγώνες. Λυπάμαι αλλά δεν μπορείτε να περάσετε».

Η Φαιναρέτη απογοητευμένη γύρισε στο σπίτι της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Την τρίτη φορά θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά της. Με αποφασιστικότητα λοιπόν και έχοντας τα παιδιά της αγκαλιά πήγε να περάσει την πύλη για να μπει στο στάδιο. Και όταν ο ίδιος φρουρός έκανε να την σταματήσει γύρισε και του είπε: «Μα δεν βλέπεις άνθρωπέ μου πως φορώ τους πιο ακριβούς θησαυρούς και τα πιο πολύτιμα στολίδια όλου του κόσμου;»

Ο φρουρός έμεινε άναυδος, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Και έτσι η Φαιναρέτη κατάφερε να περάσει την πύλη του σταδίου και να παρακολουθήσει την γιορτή μαζί με όλους τους άλλους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Αγαλματοπώλης

– Μύθος του Αισώπου –

hermes_statueΚάποτε, κάποιος είχε κατασκευάσει ένα ξύλινο άγαλμα του Θεού Ερμή και το πήγε στην αγορά για να το πουλήσει. Δεν υπήρχε όμως ενδιαφέρον από τον κόσμο κι έτσι ο αγαλματοπωλητής σκαρφίστηκε το εξής…άρχισε να φωνάζει ότι το άγαλμα είναι ένας Θεός που σε όποιον τον έχει, του φέρνει καλοτυχία και χρήματα. Τότε τον πλησίασε κάποιος περαστικός και του είπε:

Αφού το άγαλμα κάνει αυτά που λες, τότε γιατί δεν το κρατάς και το πουλάς;

…κι ο αγαλματοπώλης του απάντησε:

Το πουλάω γιατί χρειάζομαι γρήγορα χρήματα, ενώ αυτός τα καλά που μου κάνει τα φέρνει με αργούς ρυθμούς.

Ο μύθος αυτός αναφέρεται σ’ αυτούς που κυνηγάνε το εύκολο και γρήγορο χρήμα, καθώς και σ’ αυτούς που περιφρονούν τους Θεούς.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Καλά και κακά

– Μύθος του Αισώπου –

kalo kakoΚάποτε, τα κακά κυνήγησαν τα καλά επειδή, δήθεν, τα καλά ήταν αδύναμα. Αυτά, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, ανέβηκαν στον ουρανό. Εκεί, συνάντησαν τον Δία και τον ρώτησαν πώς μπορούνε να συνυπάρχουνε με τους ανθρώπους. Ο Δίας τους απάντησε ότι δεν πρέπει να πηγαίνουν όλα μαζί στους ανθρώπους, αλλά το καθένα χωριστά. Έτσι, ενώ τα κακά πηγαίνουν μαζεμένα στους ανθρώπους -μιας και είναι κοντά τους -, τα καλά πηγαίνουν πιο αργά και ένα-ένα καθώς κατεβαίνουν από τον ουρανό.

Η διήγηση αυτή μας δείχνει ότι ο άνθρωπος καταδιώκεται περισσότερο από τα κακά και λιγότερο συναντάει τα καλά.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.