Μύθοι

Αγοραστής Γαϊδάρου

Donkey– Μύθος του Αισώπου –

Ένας χωρικός θέλησε να αγοράσει έναν γάϊδαρο. Μα επειδή ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθάει στις δουλειές, ζήτησε πρώτα να τον δοκιμάσει. Τον πήρε λοιπόν και τον έβαλε μαζί με τα άλλα γαιδούρια, δίπλα στο παχνί.  Ο γάϊδαρος όμως, προσπερνώντας όλους τους υπόλοιπους, πήγε και στάθηκε δίπλα στον πιο τεμπέλη και καλοφαγά. Βλέποντας με τον καιρό ότι δεν κάνει τίποτα χρήσιμο, τον επιστρέφει στο αφεντικό του. Το αφεντικό του τον ρώτησε πως πήγε η δοκιμή, κι αν αποφάσισε αν θα τον κρατήσει ή όχι. Κι ο αγοραστής του απάντησε:

Δεν μου χρειάζεται άλλη δοκιμή. Κατάλαβα πως μοιάζει με εκείνον που ανάμεσα σε άλλους γαϊδάρους επέλεξε για φίλο.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο ήλιος κι ο άνεμος

– Μύθος του Αισώπου

Μια μέρα, ο ήλιος κι ο άνεμος εκεί που συζητούσανε, άρχισαν να διαφωνούνε για το ποιος από τους δύο είναι ο πιο δυνατός.

Εγώ είμαι ο πιο δυνατός…

…έλεγε ο άνεμος, μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του τον έκοβε ο ήλιος…

Όχι, εγώ είμαι ο πιο δυνατός!

…κι ο άνεμος διέκοπτε στην συνέχεια τον ήλιο κι όλο αυτό γινότανε. Ήταν τόσο πεισματάρηδες κι οι δυο τους που δεν καταλήγαν πουθενά.

Ας βάλουμε ένα στοίχημα τότε…

…πρότεινε στο τέλος ο άνεμος.

Τι στοίχημα;

Θα διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, αυτός θα είναι και ο πιο δυνατός. Συμφωνείς;

windΟ ήλιος συμφώνησε και τότε ψάξανε να βρούνε έναν άνθρωπο. Σε έναν έρημο κάμπο, έτυχε να περνάει κάποιος περπατώντας ολομόναχος. Τότε, άρχισε ο άνεμος να φυσάει δυνατά προσπαθώντας να τον γδύσει. Μα ο άνθρωπος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και καμπούριασε για να προφυλαχτεί. Ο άνεμος φύσηξε πιο δυνατά κι ο άνθρωπος κούμπωσε περισσότερο το πανωφόρι του. Ο άνεμος φύσηξε ακόμα πιο δυνατά κι ο άνθρωπος έβγαλε μια κουβέρτα από το σακί που κουβαλούσε και τυλίχτηκε με αυτήν για να προστατευτεί από τον άνεμο. Όσο περισσότερο και πιο δυνατά φυσούσε ο άνεμος, τόσο πιο πολύ έσφιγγε την κουβέρτα πάνω του ο άνθρωπος, μέχρι που ο άνεμος βαρέθηκε να προσπαθεί και σταμάτησε. Γύρισε στον ήλιο και του είπε:

Σειρά σου τώρα…

sunΟ ήλιος πρόβαλε στον ουρανό στέλνοντας τις πρώτες ακτίνες του στον κάμπο. Ο άνθρωπος μόλις τον είδε, έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε μέσα στο σακί του συνεχίζοντας τον δρόμο του. Στη συνέχεια, ο ήλιος δυνάμωσε την λάμψη του κι ο άνθρωπος ξεκούμπωσε το ρούχο του. Δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την λάμψη του κι ο άνθρωπος άρχισε να ζεσταίνεται και να ιδρώνει κι έτσι έβγαλε το πανωφόρι του. Κι όσο δυνάμωνε την λάμψη του ο ήλιος, ο άνθρωπος έβγαζε κι από ένα ρούχο μέχρι που στο τέλος έμεινε γυμνός ψάχνοντας να βρει ένα δέντρο για να καθίσει στην σκιά του. Μιας και δεν βρήκε όμως, πήγε και έπεσε στο ποτάμι που υπήρχε εκεί δίπλα κι έμεινε στο νερό μέχρι που ο ήλιος λιγόστεψε την λάμψη του.

Έτσι, ο άνεμος παράδεχτηκε την δύναμη του ήλιου κι αποχαιρετίστηκαν.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο σκύλος και ο λύκος

Μύθος του Αισώπου –

Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.

Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

Γεια σου ξάδερφε!

…του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.

– Γεια σου!

…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

– Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;

…τον ρώτησε ο λύκος.

– Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω.

…αποκρίθηκε ο σκύλος. Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

– Ώστε τρως πολύ, ε;

…τον ρώτησε.

Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.

…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

Και τι τρως, αν επιτρέπεται;

– Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..

– Και κάθε πότε τρως;

– Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;

– Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου.

…απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι;

…ρώτησε ο λύκος.

Είναι ένα πέτσινο λουρί.

– Και γιατί το φοράς;

– Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.

– Την αλυσίδα;

…ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.

 

…είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το μεγάλο κατόρθωμα

Μύθοι του Αισώπου –

Ήταν κάποτε μια αλογόμυγα που κατοικούσε στην ουρά ενός αλόγου. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της και μια μέρα διηγήθηκε σε δυο άλλες αλογόμυγες, ένα μεγάλο κατόρθωμα που είχε κάνει.

Εμένα που με βλέπετε, έχω κάνει ένα κατόρθωμα που καμιά από εσάς δε μπορεί να το κάνει. Μια μέρα δυο άλογα τραβούσαν ένα αμάξι με ανθρώπους που ταξίδευαν. Μα στην ανηφόρα τα άλογα κουράστηκαν και σταμάτησαν να προχωρούν. Εγώ είχα ξαπλώσει στη χαίτη του ενός αλόγου, όταν άκουσα τον αμαξά να μαστιγώνει το άλογο και να τους φωνάζει «Άντε! Χοπ! Χοπ»! Μα τα άλογα δε κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κι ο αμαξάς είπε τότε στους επιβάτες να κατεβούν για να ελαφρώσει το αμάξι και συνέχισε να φωνάζει! Αλλά πού να κουνηθούν εκείνα! Και τότε ξέρετε τι έκανα;

…καυχιόνταν η αλογόμυγα.

– Τι;

…ρώτησαν με περιέργεια οι άλλες δυο.

– Αρπάζω τα χαλινάρια και τα τραβώ με όλη μου τη δύναμη και φώναζα στα άλογα να κουνηθούν! Και τότε, τα άλογα ξεκίνησαν. Αν δεν ήμουν εγώ, δε θα μπορούσαν να βγάλουν την ανηφόρα. Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το κατόρθωμα μου;

– Μπράβο! Μα πως τα κατάφερες;

…ρώτησαν οι δυο φίλες της.

Με τη δύναμη μου! Είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα στον κόσμο!

…απάντησε εκείνη.

Οι αλογόμυγες την κοίταζαν και την ξανακοίταζαν με θαυμασμό! Βλέπετε ήταν πολύ κουτές για να καταλάβουν ότι τα άλογα είχαν ξεκινήσει από τις φωνές του αμαξά και όχι από τη δύναμη της αλογόμυγας.

Αλλά, όταν κάποιος είναι περήφανος, νομίζει ότι μπορεί να κάνει θαύματα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η χελώνα που ήθελε να πετάξει

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού μια χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καημό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.

Τι κατάρα είναι αυτή! Σέρνω κάθε μέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ να ‘μουν κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πως ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά.

Μια μέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της, την λυπήθηκαν και την ρώτησαν:

Θέλεις αλήθεια να πετάξεις κυρά Χελώνα;

– Αν θέλω; Αυτό είναι το μεγάλο μου όνειρο. Ας πετάξω μια φορά κι ας πεθάνω, που λέει ο λόγος! Αλλά πως;

…απάντησε και αναρωτήθηκε.

Υπάρχει ένας τρόπος. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδερφή μου θα πιάσουμε με τα ράμφη μας τις δυο άκρες και θα σε πάρουμε μαζί μας!

…της πρότεινε η μια πάπια.

Η χελώνα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες με τα ράμφη τους, άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας μαζί τους την χελώνα.

Το πόσο χαιρόταν η χελώνα δε λέγεται! Επιτέλους είχε πραγματοποιήσει το όνειρο της! Για μια στιγμή μάλιστα πίστεψε ότι θα μπορούσε να πετάξει και μόνη της! Και τότε, άφησε η κουτή το ξύλο που κρατούσε με τα δόντια της και έπεσε στο χώμα και τραυματίστηκε.

Από εκείνη τη μέρα κατάλαβε ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένη με τη μορφή που της έδωσε η φύση και να μη ζηλεύει τα άλλα ζώα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το πάθημα του λύκου

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό το λιοντάρι, ο βασιλιάς των ζώων, αρρώστησε βαριά. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί.

Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε κι η σειρά του λύκου.

Βασιλιά μου, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα, είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήρθε ούτε στο κάλεσμα σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει αν πεθάνεις.

Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε συμπαθούσε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!

– Ώστε έτσι! Να την βρείτε αμέσως και να την φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!

…φώναξε θυμωμένο το λιοντάριΟ λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έρθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι όμως, πέταξε γρήγορα, βρήκε την αλεπού και της είπε:

– Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.

– Σε ευχαριστώ καλό μου πουλάκι. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλιτώσω!

…είπε η αλεπού. Mάζεψε μερικά αγριόχορτα και τράβηξε προς τη σπηλιά του λιονταριού.Όταν την είδε το λιοντάρι άφρισε από το κακό του και της φώναξε:

– Έλα εδώ! Πού ήσουν; Δεν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά μου;

– Ναι, βασιλιά μου. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, για αυτό πριν έρθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.

…απάντησε η αλεπού.

– Ώστε για αυτό άργησες; Καλά έκανες! Θα γίνω καλά αν πάρω αυτά τα βότανα;

– Ναι, βασιλιά μου! Μόνο που χρειάζεται να τα ανακατέψεις με κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.

– Με τι; 

…ρώτησε το λιοντάρι.

– Να τα βράσεις μαζί με μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια εσύ ξέρεις που θα τη βρεις.

– Και βέβαια ξέρω! Θα κόψω τη γλώσσα του λύκου!

Το είπε και το έκανε αμέσως. Έτσι η πονηρή αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Συμμαχία λύκων και σκυλιών

Μύθος – ανέκδοτο του Αισώπου –

Οι λύκοι είπαν κάποτε στα σκυλιά:

– Τι λόγο έχουμε να μαλώνουμε αδιάκοπα; Μοιάζουμε τόσο, που μπορούμε θαυμάσια να μονιάσουμε πια σαν αδέρφια. Στο μόνο που διαφέρουμε είναι στη γνώμη. Σ’ εμάς αρέσει η ελεύθερη ζωή, ενώ εσείς είστε δούλοι των ανθρώπων. Κάθεστε να σας δέρνουν και να σας δένουν με το λουρί και σεις τους φυλάτε τα πρόβατα και τους γλείφετε τα χέρια. Ύστερα αυτοί, για το ευχαριστώ, σας πετούν τα κόκκαλα που δεν μπορούνε να φάνε οι ίδιοι. Αν λοιπόν θελήσετε ν’ αλλάξετε γνώμη, παραδώστε μας τα κοπάδια. Θα τα ‘χουμε συντροφικά και θα τρώμε ώσπου να χορτάσουμε.

Οι σκύλοι παραδέχτηκαν πως όλ’ αυτά ήταν πολύ σωστά. Παρέδωσαν λοιπόν τη στάνη στους λύκους και περίμεναν. Οι λύκοι όμως, όταν βρέθηκαν στη στάνη, σκότωσαν πρώτα τα σκυλιά ώστε να τρώνε τα πρόβατα ανεμπόδιστοι.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η αλεπού και ο τράγος

Μύθος του Αισώπου – 

Κάποτε μια αλεπού για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσε να βγει έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα γλύτωνε από την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί. 

Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος, μια αρσενική κατσίκα δηλαδή. Βλέποντας ο τράγος την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:

– Είναι το νερό καλό κυρά αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιω γιατί διψάω πολύ;

Η πονηρή αλεπού χωρίς να σκεφτεί πολύ, του απάντησε:

– Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιεις να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.

Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφθεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και την ρώτησε αν ήξερε κάποιο τρόπο για να βγουν από το πηγάδι. Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:

– Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω τον λαιμό σου και εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι, θα τραβήξω έξω κι εσένα και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.

Ο τράγος, βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού, δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον, σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι. Μην τηρώντας όμως την υπόσχεση της, άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε που την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεση της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:

– Κυρ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιο τρόπο θα έβγαινες από εκεί.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το άλογο, το βόδι, ο σκύλος και ο άνθρωπος

Μύθος του Αισώπου – 

Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όρισε στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Σ’ όλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια. Σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά πλασμένα από το Δία και τότε θ’ αρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει. Αφού έπλασε όλα τα ζώα, ο Δίας στην συνέχεια έπλασε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το μυαλό.

– Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; 

…ρώτησε ο άνθρωπος.

– Σαράντα!

…του απαντάει ο Δίας.

Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη και όλα ήτανε όμορφα γύρω του. Τις νύχτες όμως έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα όπως τα άλλα ζώα για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών. Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το μυαλό που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.

Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος όμως είχε το σπίτι του κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε. Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου. Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του.

– Ποιος είναι;

Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος.

– Εγώ είμαι… το άλογο. Πάρε με μαζί σου άνθρωπε γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω.

…ακούστηκε μια φωνή από έξω!

– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω;

– Σου χαρίζω!

Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει. Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.

– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω!

…τον παρακάλεσε.

– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…είπε ο άνθρωπος.

– Μ’ όλη μου την καρδιά

…απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά. Το τρίτο βράδυ ήρθε κι ο σκύλος τουρτουρίζοντας.

– Πάρε με άνθρωπε στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω. 

– Εσύ για δουλειά δεν κάνεις. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου όταν θα λείπω. Φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…αποκρίθηκε ο άνθρωπος.

– Σου τα χαρίζω!

Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.

Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.

Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και στα τελευταία δέκα χρόνια που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό. Γι’ αυτό από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας

Μύθος του Αισώπου – 

Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.

Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από την φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για το μυρμήγκι. Εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.

Από την άλλη μεριά το τζιτζίκι, ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από την φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυκτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, την μισή μέρα αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημεράκι.

Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα τον δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στην γη.

Το μυρμήγκι έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, όπως είπαμε, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στον γείτονα του, το μυρμήγκι, και του είπε:

– Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.

– Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες;

…ρώτησε το μυρμήγκι.

– Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.

– Ε! Ας το σκεφτόσουνα αυτό τότε.

…είπε το μυρμήγκι και γύρισε να δει κάτι αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.