Author Archives: Aδελαϊδα

Στον τοίχο της καλοσύνης, κρεμάμε «αγάπη»!!!

Το πρωί του Σαββάτου, 28 Απριλίου, οι Παραμυθάδες συμμετείχαμε στις δράσεις προβολής μιας όμορφης προσπάθειας. Του «Τοίχου της Καλοσύνης»! Η δράση εδώ και χρόνια υπάρχει σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Το αισιόδοξο είναι ότι στην δική μας πόλη διοργανωτές είναι τα παιδιά δημοτικών και γυμνασίων σχολείων! Για αυτό και είμαστε σίγουροι, βασιζόμενοι στην θέρμη και την δύναμη της νεανικής καρδιάς, ότι το εγχείρημα και στην δική μας πόλη θα έχει μια εξαιρετική ανταπόκριση.

Οι εκδηλώσεις έγιναν στην πλατεία του Καπνεργάτη, πλαισιωμένες από σχολεία και συλλόγους. Η δική μας ομάδα αφηγήθηκε παραμύθια για την καλοσύνη, την διαφορετικότητα, την προσφορά και την αγάπη για τον άνθρωπο. «Ο μαγεμένος Πύργος», «Το καλό, φτωχό κορίτσι», «Ο πρίγκιπας και το φωτόψαρο», «Το ραγισμένο πυθάρι» και «Η κυρά-Καλή» ήταν τα παραμύθια που άκουσαν μικροί αλλά και μεγάλοι φίλοι.

Ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο εγχείρημα των παιδιών και πολύ συμπαράσταση από τους μεγάλους!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες Χαριζάνη Μαρία και Ράπτη Αδελαΐδα.

Advertisements
Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το φτωχό, καλό κορίτσι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

– Παραμύθι από την Σκύρο, από το βιβλίο της Νίκης Πέρδικα «η Σκύρος» –

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα που είχε τέσσερα κορίτσια. Δούλευε ολομόναχη προκειμένου να τα μεγαλώσει. Τα χρήματα όμως που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και το μόνο που κάλυπταν ήταν ίσα-ίσα το ψωμί τους. Τα παιδιά γύριζαν γυμνά και ξυπόλητα αφού ποτέ δεν της περίσσευαν χρήματα για να τους πάρει ρούχα. Μόνο αν βρισκόταν καμιά καλή γυναίκα και της έδινε κανένα ρούχο παλιό, το ξανάφτιαχνε λίγο και το ‘δινε της μεγάλης κόρης. Μετά το ξανάκοβε για να το φορέσουν η δεύτερη και στην συνέχεια η τρίτη. Για το τελευταίο, το μικρό, δεν έμενε ποτέ τίποτε. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε με ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι και ξυπόλητο.

Μια χρονιά, όμως, ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια! Έτρεμε η μικρούλα και δεν μπορούσε να σταθεί από το κρύο. Είπε λοιπόν της μάνας της:

Μάνα, εγώ θα φύγω! Θα πάω να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι να φορέσω γιατί, αν απομείνω εδώ, θα πεθάνω! Δεν αντέχω άλλο μοναχά με το πουκαμισάκι!

Στεναχωρήθηκε η μάνα, στεναχωρήθηκε και το παιδί που είπε αυτά τα λόγια αλλά υπέφερε το κακόμοιρο από το κρύο. Έφυγε το κορίτσι και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ήθελε όμως, οπωσδήποτε να βρει λίγο ύφασμα, να το πάει στην μανούλα του, να του φτιάξει ένα ζεστό ρουχαλάκι. Καθώς προχωρούσε βρήκε ένα πουλάκι, πεσμένο κάτω από το δέντρο. Ήταν μικρό με ελάχιστα πούπουλα. Είχε πέσει από την φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε την δύναμη να πετάξει για να ανέβει στο δέντρο και θα πέθαινε. Το κορίτσι το πήρε στα χέρια του, το ζέστανε μέσα στις παλάμες του κι όταν είδε έναν άντρα που ερχότανε προς το μέρος του, του ζήτησε να το βάλει πίσω στην φωλιά του.

Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να το βάλετε στην φωλιά του;

Έτσι,με την καλή καρδιά του κοριτσιού, το πουλάκι γλύτωσε.

Το μικρό κορίτσι συνέχισε την πορεία του και έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος στένευε και έπρεπε να περάσει ανάμεσα από κάποια κλαδιά. Του τράβηξε όμως την προσοχή μια αράχνη που έπλεκε τον ιστό της. Πέρασε αρκετή ώρα χαζεύοντάς την. Πήγαινε πάνω κάτω, μπρος πίσω και ξανά. Σκέφτηκε λίγο το κορίτσι και είπε:

Κρίμα δεν είναι να της χαλάσω το πανάκι που το πλέκει τόση ώρα; Ας πάω από την άλλη μεριά να μην στεναχωρήσω και την αράχνη!

Σπολλάτι (ευχαριστώ)! Το καλό που μου έκανες πώς να στο ξεπληρώσω; Πού πας, παιδί μου, έτσι γδυτό και ξυπόλητο;

…ρώτησε η αράχνη.

Πάω να βρω ένα πανάκι, να το πάω της μάνας μου να μου φτιάξει κι εμένα κανένα ρουχαλάκι γιατί κρυώνω!

…είπε το κορίτσι.

Πήγαινε αλλά όταν θα γυρνάς πέρασε από εδώ, να μου πεις τι έγινε και να δω μήπως μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.

Φεύγει το κορίτσι και προχωράει πιο πέρα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει από έναν βάτο, μπλέχτηκε το πουκαμισάκι του στα αγκάθια του και στην προσπάθειά του να το ξεμπλέξει, κόπηκε και κουρελιάστηκε πια εντελώς. Έμεινε τελείως γυμνό, απελπισμένο και το έπιασαν τα κλάματα. Αν το άκουγες θα πονούσε η καρδιά σου και θα σπάραζε. Το άκουσε ένα προβατάκι που έβοσκε λίγο πιο πέρα και πήγε κοντά του.

Τι έχεις, παιδάκι μου, και κλαις; Σε έδειρε κανείς;

Αχ, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένο. Προσπάθησα να περάσω τον βάτο και μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου, έμεινα χωρίς κανένα ρούχο!

…απάντησε το κορίτσι.

Γιατί το έκανες αυτό το κακό του παιδιού, τι θα γίνει τώρα το καημένο;

…ρώτησε το πρόβατο τον βάτο.

Δεν το έκανα επίτηδες. Όμως ένας τρόπος υπάρχει για να διορθώσω το κακό που έγινε. Έλα κοντά στα αγκάθια μου, δώσε μου εσύ το μαλλί σου κι εγώ θα το ξάνω. Να το πάει το κοριτσάκι στη μάνα του, να του κάνει μάλλινα ρουχαλάκια, να μην κρυώνει.

…είπε ο βάτος στο πρόβατο. Έτσι κι έγινε. Πήγε το αρνί κοντά στον βάτο και τρίφτηκε πάνω στα αγκάθια του. Τα αγκάθια γέμισαν μαλλί και το κοριτσάκι το μάζεψε.

Ευχαριστώ πολύ. Τρέχω στην μανούλα μου να μου το γνέσει, να το υφάνει, να μου το ράψει και να το φορέσω στην εκκλησία, που θα πάω να μεταλάβω πριν τα Χριστούγεννα.

…είπε το κορίτσι και καθώς η μικρούλα έτρεχε να γυρίσει πίσω, σκέφτηκε πως η μητέρα της, με τόσες δουλειές, μάλλον δεν θα προλάβαινε μέχρι τα Χριστούγεννα να της τα φτιάξει. Στεναχωρεμένη με αυτήν την σκέψη, έφτασε κάτω από το δέντρο που είχε βρει το πεσμένο πουλάκι. Μπροστά της εμφανίστηκε η μητέρα του πουλιού.

Καλό μου κορίτσι, πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες; Που έσωσες το παιδί μου; Μα, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

Και το κοριτσάκι είπε όλη την ιστορία από την αρχή και τότε το πουλί του είπε:

Εγώ θα σου το γνέσω!

Τσίμπησε με το ράμφος του το μαλλί κι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι που το ‘φτιαξε κλωστή και το ‘κανε κουβάρι.

Ορίστε, τώρα τρέξε στην μανούλα σου να σου το φτιάξει.

Πετούσε από την χαρά της η μικρούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι. Καθώς περνούσε από το σημείο που είχε δει την αράχνη, την χαιρέτησε και της είπε κι εκείνης την ιστορία.

Βρήκα τι θα κάνω εγώ για σένα, που είσαι τόσο καλό παιδί και δεν μου χάλασες το πανάκι μου. Δώσε μου το νήμα και θα στο υφάνω εγώ!

Έτσι κι έγινε. Το πήρε η αράχνη και έφτιαξε ένα όμορφο πανί. Πανευτυχής η μικρούλα, γύρισε στην μάνα της και εκείνη της έραψε ένα πανέμορφο φόρεμα. Με αυτό πήγε στην εκκλησία να μεταλάβει και όλοι την καμαρώνανε μέσα στο ζεστό και όμορφο φουστανάκι της.

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Η Πασχαλιά.

Η παράδοση λέει πως υπήρχε ένα δέντρο που ξυπνούσε πάντα πρώτο από τον βαρύ χειμώνα. Στολίζονταν με άσπρα, ευωδιαστά άνθη και περίμενε να ξυπνήσουν και τα υπόλοιπα λουλούδια και δέντρα της φύσης για να το θαυμάσουν. Έτσι γινόταν πάντα ώσπου ήρθε μια χρονιά που όλα άλλαξαν.

Εκείνο το πρωινό ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από μαύρα σύννεφα. Όλα τα φυτά είχαν σκυμμένα τα κεφαλάκια και τα κλαδιά τους. Όσο και να περίμενε το δέντρο μας τον θαυμασμό τους, κανείς δεν του έδινε σημασία. Γεμάτο απορία ρώτησε τους φίλους του που ήταν κοντά του τι συμβαίνει. Εκείνοι τότε του είπαν ότι ο Χριστός ήταν επάνω στον Σταυρό και πέθαινε.

Το δέντρο συγκλονίστηκε. Και ένιωσε μεγάλη ντροπή που ενώ ο Δημιουργός του υπέφερε, αυτό σκεφτόταν μόνο τα κάλλη και την ομορφιά του. Και τόσο πόνεσε η ξύλινη καρδούλα του που έβγαλε ένα χρώμα και αλλαξαν όλα τα λουλούδια του και από λευκά έγιναν μωβ Από τότε ανθίζει κάθε Πάσχα γι αυτό και το λένε Πασχαλιά.

Categories: Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν

– (παραμύθι Καππαδοκίας) – 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε μια καλή γυναίκα, την παντρεύτηκε και έκαναν ένα όμορφο, καλό και έξυπνο παιδάκι. Το παλάτι ήταν καταμεσής σε ένα όμορφο δάσος και όλα τα παράθυρά του ήταν μεγάλα, να μπαίνει μέσα στις σάλες και στα δωμάτια το φως κι ο ήλιος και να μαλακώνει τις ψυχές.

Αρκετά μακριά από το παλάτι ήταν ένας μεγάλος λάκκος. Εκεί οι υπηρέτες έριχναν τα αποφάγια. Πήγαινε και ένας γέρος φτωχός, κουρελής και πεινασμένος κι έψαχνε να φάει.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο με την δασκάλα του, κάνοντας τον περίπατό τους, χάθηκαν και βρέθηκαν να περνάνε από εκείνο το μέρος. Το παιδί ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που είδε την παράξενη μορφή του γέρου που δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το κατάλαβε εκείνος και του είπε χαμογελώντας:

Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα πλούτια και παλάτια

Τώρα είμαι ένας γέρος, δίχως τόπο, δίχως μέρος

Σε καλύβι δεν χωράω, στ΄άχρηστα ψάχνω να φάω

Πέρασε η ζωή ποτάμι κι έμεινα ένα καλάμι.

Και μετά άρχισε να του λέει ένα παραμύθι:

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ, αρχοντόπουλο με γνώση… ξύπναγε πριν ξημερώσει…

Και το βασιλόπουλο άρχισε να ταξιδεύει με το νου σε μέρη μαγικά, με νεράιδες στα δάση, πουλιά με ανθρώπινη λαλιά, μυλωνάδες και νερόμυλους. Μα η ώρα περνούσε και η παιδονόμος του το τράβηξε να γυρίσουν στο παλάτι πριν ο γερο-παραμυθάς τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε μόλις άνοιξε τα ματάκια του την επόμενη μέρα ήταν να πάει πάλι κοντά στον γέρο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στο παλάτι το παραμύθι πάλι δεν είχε τελειώσει. Μα η δασκάλα φοβόταν να μην αργήσουν. Λέει τότε ο γέρος στο παιδί:

Mπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Ρώτησε το παιδί την παιδονόμο του να μάθει τι σήμαιναν αυτά τα λόγια κι εκείνη του εξήγησε:

Ζητάει να του δίνεις μέλι κι εκείνος θα σου δίνει παραμύθι.

Πάει το παιδί στον πατέρα του και λέει:

Πατέρα, θέλω να μου φέρεις μέλι να δυναμώνω. Μα να φέρεις πολύ για να κρατήσει μέρες πολλές.

Παραγγέλνει ο πατέρας και φέρνουν πέντε βαρέλια μέλι. Την άλλη μέρα το πρωί, παίρνει το βασιλόπουλο όσο μέλι μπορούσε να σηκώσει με τα χεράκια του και πάει πάλι στον γέρο-παραμυθά. Και οι μέρες περνούσαν… μα το παραμύθι δεν τελείωνε. Τελείωσε όμως το μέλι. Μια και δυο το παιδί πάει πάλι στον πατέρα.

Πατέρα μου, το μέλι τελείωσε και σου ζητώ να μου φέρεις κι άλλο.

Ο βασιλιάς απόρησε. Πώς είναι δυνατόν να τελείωσε τόσο γρήγορα το μέλι. Υποψιάστηκε ότι κάποιος έκλεβε το μέλι του παιδιού του. Παραγγέλνει καινούριο αλλά βάζει ανθρώπους του να παρακολουθούν. Και η αλήθεια φανερώθηκε. Το μέλι του παιδιού του πήγαινε στον ζητιάνο. Φωνάζει τότε το παιδί κοντά του.

Παιδί μου,εγώ σου φέρνω το πιο καλό μέλι του τόπου, το πιο γλυκό και δυναμωτικό, κι εσύ πας και το δίνεις στον ζητιάνο;

Αχ πατέρα, το μέλι είναι γλυκό μα το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Κι εγώ μέλι δεν θέλω. Παραμύθι θέλω.

Όσο και να προσπάθησε ο πατέρας το παιδί γνώμη δεν άλλαζε. Δίνει διαταγή να φέρουν μπροστά του τον ζητιάνο:

Εσύ λοιπόν είσαι που κλέβεις το μέλι μου;

Α, βασιλιά μου, εγώ το μέλι τ’ αγαπώ. Μα δεν το κλέβω, το αγοράζω.

Το αγοράζεις; Δεν λες καλύτερα ότι κορόιδεψες το παιδί μου και το έκαμες να κλέβει την περιουσία μου;

Άρχοντα μου, να με σχωρνάς! Εγώ νόμιζα πως είχες γνώση της υπόθεσης. Μα σαν μου λες αυτά, σου υπόσχομαι πως από τώρα σταματάω το παραμύθι και άλλο δεν συνεχίζω.

Ακούει το παιδί τα λόγια του γέρου το πιάνουν τα κλάματα. Κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πικράθηκε ο βασιλιάς με τον πόνο του παιδιού, δεν άντεχε η καρδιά του. Λέει τότε στον γέρο:

Κάτσε, βρε γέρο, να ακούσω τι είναι αυτά που λες του παιδιού μου και να κρίνω κι εγώ μονάχος μου!

Κάθεται ο βασιλιάς, κάθεται κι ο γέρος. Πιάνει το παραμύθι, όχι από την αρχή μα από εκεί που τ’ άφησε του παιδιού. Κι όμως ο βασιλιάς απορροφήθηκε. Σε λίγο ήρθε κι έκατσε δίπλα του και η βασίλισσα. Κι αποξεχάστηκε κι αυτή. Και μετά ήρθαν και οι σύμβουλοι του βασιλιά. Όλοι άκουγαν μαγεμένοι και ξέχασαν και τις δουλειές τους.  Έρχεται κάποια στιγμή το βασιλόπουλο, τραβάει τον γέρο από το μανίκι:

Παππού, σταμάτα τώρα. Ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου.

Απλώνει ο βασιλιάς το χέρι και λέει:

Άσε παιδί μου τον γέρο να τελειώσει το παραμύθι του και μετά ας φάει ό,τι θέλει.

Μα ο γέρος έκαμε υπακοή στο παιδί και σταμάτησε το παραμύθι. Δίνει τότε διαταγή ο βασιλιάς να πάρουν τον γέρο, να τον λούσουν, να τον ντύσουν,να του δώσουν να φάει ό,τι ζητήσει και μια κάμαρα να μένει.

Ο γέρος θα μείνει στο παλάτι μέχρι να τελειώσει το παραμύθι!

Μα ο γερο-παραμυθάς ζήτησε να κάνουν μια συμφωνία. Και τι λέτε να ήταν αυτή;

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν !

«Δίνε μου μέλι, να σου δίνω παραμύθι». Έτσι κι έγινε. Κι ο γέρος έμεινε στο παλάτι. Και το παραμύθι δεν τέλειωνε ποτέ… ούτε και την μέρα που άφησε την τελευταία του αναπνοή. Μα τότε ήρθαν παραμυθάδες κατοπινοί και πήραν το παραμύθι και συνέχιζαν να το ταξιδεύουν για πολλά, πολλά χρόνια.

Γι αυτό, αν δείτε κάποιον να διηγήται παραμύθια και γύρω του οι άνθρωποι να ξεχνούν τις δουλειές τους, καθήστε να ακούσετε… ίσως να είναι αυτό του γέρου-παραμυθά. Καλού κακού να έχετε μαζί σας και μέλι. Γιατί μπορεί κι εκείνος να σας πει:

Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το γαϊδουράκι των Βαϊων.

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένα γαϊδουράκι. Το γαϊδουράκι αυτό είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένο από την ζωή του. Είχε μία μανούλα που το αγαπούσε και το φρόντιζε και ένα αφεντικό που του έδινε μπόλικη τροφή και δεν του έβαζε ποτέ βαρύ φορτίο στις πλάτες του. Ούτε καν ο ίδιος δεν το είχε καβαλικέψει. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου χαρούμενο και όλο γκρίνιαζε στην μανούλα του:

Ουφ, τι αδικία! Γιατί να μην είμαι ένα ωραίο άλογο; Γιατί να είμαι τόσο άσχημο και να έχω τόσο μεγάλα αυτιά;

Μα εκείνη το μάλωνε:

Είναι ντροπή να θέλουμε να είμαστε κάτι διαφορετικό. Ο καλός Θεός τα έπλασε όλα με σοφία και όλα για κάποιον λόγο υπάρχουν σ΄ αυτόν τον κόσμο.

Μα εκείνο ήταν πάντα κατσουφιασμένο.

Μια μέρα το αφεντικό του του έβαλε χαλινάρι και ξεκίνησε για την αγορά. Στον δρόμο όμως τους πλησίασαν μερικοί άνθρωποι και κάτι συζήτησαν με το αφεντικό. Εκείνος τότε έδωσε το  χαλινάρι σε έναν από τους άντρες και το γαϊδουράκι οδηγήθηκε μπροστά σε έναν αδύνατο άνθρωπο, με πολύ γλυκό πρόσωπο και με μάτια που, όταν σε κοίταζαν, νόμιζες ότι έφταναν μέχρι τα βάθη της καρδιάς σου. Αφού χάιδεψε την μουσούδα του, ανέβηκε απαλά στην ράχη του και όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πολιτεία. Όσο προχωρούσαν τόσο περισσότερος κόσμος τους ακολουθούσε. Κι όταν έφτασαν πια στην πολιτεία, ήρθαν να τους προϋπαντήσουν παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα κλαδιά από φοίνικες, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι άνθρωποι που στηριζόταν σε μπαστούνια. Σκόρπιζαν στον δρόμο λουλούδια και φώναζαν:

Αλληλούια, αλληλούια! Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου!

Και το γαϊδουράκι προχωρούσε, όλο και προχωρούσε με τον Κύριο στην ράχη του. Και σε κάθε του βήμα αισθανόταν την καρδιά του να γεμίζει αγαλλίαση. Ένιωθε πιο σπουδαίο από όλα τα άλογα του κόσμου. Σκεφτόταν ότι η μανούλα του είχε δίκιο όταν του έλεγε ότι το κάθε πλάσμα της γης έχει τον δικό του ξεχωριστό και μοναδικό ρόλο. Καταλάβαινε ότι, αυτό, που μέχρι εκείνη την ημέρα δεν κουβάλησε τίποτε στην πλάτη του, τώρα κουβαλούσε ό,τι πιο ιερό υπήρχε πάνω στην γη!

Και όταν η πομπή σταμάτησε, ο Κύριος κατέβηκε από την ράχη του, το κοίταξε με καλοσύνη και το χάιδεψε απαλά. Κι εκείνο έσκυψε το κεφάλι γιατί κατάλαβε πως μπροστά του είχε τον Δημιουργό του!

Categories: Θρησκευτική παράδοση | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το έθιμο «Η κυρά-Σαρακοστή»

Το έθιμο

Το έθιμο της κυρά Σαρακοστής είναι πολύ παλιό. Δυστυχώς, σιγά-σιγά χάνεται. Η κυρά Σαρακοστή ήταν ένα είδος ημερολογίου για τα σπιτικά. Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας οι νοικοκυρές φτιάχνουν από ζυμάρι μια γυναικεία φιγούρα.Έχει επτά ποδαράκια, ένα για κάθε εβδομάδα μέχρι να έρθει το Μεγάλο Σάββατο. Όμως στο πρόσωπο δεν υπάρχει το στόμα, για να δείξει ότι αρχίζει η νηστεία. Δεν υπάρχουν και αυτιά γιατί δεν ακούει τίποτε εκτός από την προσευχή. Στα χέρια για στολίδι κρατάει τον Σταυρό, για να δείχνει ότι πηγαίνει στην εκκλησία. Στο τέλος κάθε εβδομάδας τρώγεται ένα ποδαράκι. Το τελευταίο συνήθιζαν να το βάζουν μέσα στο αναστάσιμο ψωμί και ήταν γούρι για όποιον το έβρισκε.

Η συνταγή

3 φλιτζάνια αλεύρι
1 φλιτζάνι αλάτι
1 φλιτζάνι νερό

Ψήνουμε για 20-30 λεπτά, ίσα ίσα για να στεγνώσει. Το αλάτι είναι πολύ για να κρατήσει χωρίς να χαλάσει μέχρι το Πάσχα.

Το τραγούδι

Υπάρχει κι ένα τραγουδάκι για την κυρά Σαρακοστή και ο ρυθμός του είναι όπως το τραγουδάκι «Δεν περνάς κυρά Μαρία.

«Την κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν
με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της κρατούσε
στην ποδιά της τον Σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό.

Και μετρούσανε τις μέρες
με τα πόδια της τα επτά
κόβαμε ένα την βδομάδα
μέχρι να’ρθει η Πασχαλιά»

 

Categories: Ήθη και έθιμα, Θρησκευτική παράδοση, Λαογραφία | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Ταξιδέψαμε με παραμύθια στην Βόρειο Αμερική

Πιστοί στο μηνιαίο ραντεβού μας, 17 του Γενάρη, γίνεται η πρώτη συνάντηση του 2018, στον οικείο πλέον χώρο της Δημοτικής βιβλιοθήκης. Το ταξίδι μας στις 7 ηπείρους, είχε προγραμματισμένη στάση στην Βόρεια Αμερική. Με χαρά είδαμε πολλούς νέους, μικρούς φίλους αλλά και παλιούς πιστούς συνταξιδιώτες, να ανεβαίνουν μαζί μας στο αερόστατο των Παραμυθιών και να «πετάμε» πίσω στον χρόνο, γνωρίζοντας την ιστορία της πιο νέας ηπείρου, ταξιδεύοντας στο πλοίο του Χριστόφορου Κολόμβου, κυνηγώντας βίσωνες μαζί με τους Ινδιάνους και μαθαίνοντας ότι οι Ινκας έπαιζαν ποδόσφαιρο και οι Αζτέκοι έπιναν κακάο.

Και μετά κουρνιάσαμε ακούγοντας την Αρετή να αφηγείται τον μύθο για το «πως ήρθε στον κόσμο το καλαμπόκι», την Κατερίνα με «Το γητεμένο τόξο, το μαγικό ελάφι και το πουλί με την ανθρώπινη λαλιά», την Ζωή με το «Ο Άνεμος», τον Τάσο με τον αμερικάνικο μύθο «Ριπ Βαν Ουίνκλ» και τέλος τον Χρήστο, με έναν λιλιπούτειο μασέρ στην πλάτη του να μας αφηγείται το «Η ξιπασμένη νυχτερίδα».

Η Μέλη είχε ετοιμάσει το εργαστήρι που ήταν μια ινδιάνικη σκηνή, όπου επάνω τα παιδιά ζωγράφισαν σύμβολα των ινδιάνων. Ένα πολύ όμορφο απόγευμα, με μια πολυυυυυυύ μεγάλη παρέα έλαβε τέλος και το αερόστατο των Παραμυθιών απογειώνεται για τον επόμενο σταθμό του.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Στην γιορτή του Ειδικού Σχολείου Καβάλας

Της Παραμυθοανταποκρίτριάς μας, Αδελαϊδας Ράπτη

17 Νοέμβρη, μέρα θύμησης, μέρα που σημάδεψε την νεότερη ιστορία μας. Για μας τους Παραμυθάδες η φετινή μέρα είχε μία ιδιαίτερη χροιά. Προσκεκλημένοι στο Ειδικό σχολείο Καβάλας, φθάσαμε στις 9:00, έχοντας αυτήν την φορά μαζί μας, όχι τα παραμύθια μας, αλλά τους παραμυθο-κύβους μας.

Τα παιδιά μας υποδέχθηκαν με την γνώριμη πια ζεστασιά τους. Μιλήσαμε για το ιστορικό της μέρας και για την δύναμη των νέων ανθρώπων να αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι παραμυθο-κύβοι όμως μας περίμεναν για παιχνίδι και την δημιουργία του παραμυθιού. Ο πρώτος μικρός εθελοντής πέταξε ψηλά τον πρώτο κύβο και μας έδωσε το πρώτο θέμα… ένας χαμογελαστός ήλιος, στο δεύτερο πέταγμα μας ήρθε μια κλειδαριά και στο τρίτο….να μία σκούπα!! Το παραμύθι που δημιούργησαν τα παιδιά ήταν πέρα από κάθε προσδοκία:

Ένα Ειδικό Παραμύθι

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένας χαρούμενος ήλιος που του άρεσε να βγαίνει στον ουρανό κάθε μεσημέρι. Μια μέρα ήταν πάρα πολύ χαρούμενος! Ενώ βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, εντελώς ξαφνικά είδε ένα ουράνιο τόξο. Το ουράνιο τόξο ήταν ημικύκλιο και βρισκόταν πάνω απο το κεφάλι του.

Ο ήλιος κάθε μέρα κοιτούσε το σχολείο μας και χαμογελούσε, γιατί μας έβλεπε να κάνουμε βλακείες. Κάθε μέρα κάνουμε μάθημα και παίζουμε ένα παιχνίδι στο οποίο παριστάνουμε το βράχο. Μας αρέσει να ζωγραφίζουμε και να παίζουμε με τους δασκάλους μας. Τους αγαπάμε και μας αγαπούν!

Μια μέρα ένα παιδάκι έφτασε στην αυλή του σχολείου κρατώντας μια κλειδαριά αλλά δεν είχε το κλειδί. Έψαχνε για ένα πολύ μεγάλο κλειδί. Το παιδί φώναξε τους φίλους του:

Βοηθήστε με, φίλοι μου, να βρώ το κλειδί.

Όλα τα παιδιά αναρωτιόντουσαν που να βρίσκεται το κλειδί. «Μήπως ήταν πίσω από την αυλή;… Μήπως έπεσε κάτω στο πάτωμα;… Μήπως ήταν στους θάμνους;»

Το κλειδί είχε κρυφτεί σ ένα θάμνο. Τα παιδιά σκέφτηκαν ότι θα το είχε πάρει ένας πολύ μεγάλος ποντικός που ήταν πολύ σκανδαλιάρης. Το κλειδί που ψάχνανε βρισκότανε στο υπόγειο κι έτσι ο ποντικός μπόρεσε να το βρει εύκολα. Η Μαρία, ο Σεραφείμ, ο Θωμάς, ο Χρήστος, ο Παύλος, η Εύη, η Εμμανουέλα, η Ροζάνα, η Χριστίνα και τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να ψάχνουν στους θάμνους για να μπορέσουν να μπουν στο σχολείο.

Κάποια στιγμή ο Θωμάς είδε το θάμνο όπου ο άτιμος ο ποντικός είχε κρύψει το κλειδί. Η Μαρία σκέφτηκε να βάλουν μια παγίδα με λίγο τυράκι. Έτσι κι έκαναν και αμέσως όλα τα παιδιά κρύφτηκαν. Έκαναν ησυχία και ξάφνου ο ποντικός βγήκε απο την κρυψώνα του σιγά σιγά. Αφού δεν είδε κανέναν, άρχισε να περπατά προς το θάμνο. Μόλις έφτασε εκεί πάτησε την παγίδα. Τα παιδιά τον κλείδωσαν. «

Καλά να πάθει!

…είπαν. Χωρίς να φοβηθούν πήραν το κλειδί. Έχοντας πια και την κλειδαριά και το κλειδί, πήγαν στο σχολείο και το άνοιξαν.

Έπεσαν αρκετά φύλλα καθώς τα παιδιά ψάχνανε το κλειδί στους θάμνους. Μέσα στην αποθήκη του σχολείου υπήρχε μια σκούπα. Ο Χρήστος την έφερε και άρχισε να καθαρίζει, επειδή δεν ήταν σωστό να μείνει ο χώρος βρώμικος. Έτσι το σχολείο ήταν πάλι καθαρό και ανοιχτό για να μπουν τα παιδιά μέσα!

Στο τέλος της γιορτής

Επιστρέφοντας στο κλίμα της μέρας, τα παιδιά κλήθηκαν να καταθέσουν από ένα χάρτινο γαρύφαλλο που είχε ετοιμαστεί από τους εκπαιδευτικούς των παιδιών. Σε ένα χαρτόνι, όπου υπήρχε η αναπαράσταση του Πολυτεχνείου, ένα ένα παιδί πλησίαζε και άφηνε το δικό του φόρο τιμής. Τα υπόλοιπα, μαζί τους κι εμείς τραγουδούσαμε το «Ακορντεόν» και τον «Δρόμο». Όμως οι μικροί μας φίλοι αγαπούν και ένα άλλο τραγούδι, το «Μίλησε μου, μίλησε μου» και φυσικά δεν μπορούσαμε να τους το αρνηθούμε. Τα χεράκια χτυπούσαν χαρούμενα και η καλή διάθεση που είχαμε, κορυφώθηκε! Τέλος, παρακολουθήσαμε ένα υπέροχο βίντεο που ετοίμασαν μαζί εκπαιδευτικοί και παιδιά για την 17η του Νοέμβρη. Ήταν ίσως η πιο συγκινητική επέτειος για το Πολυτεχνείο που ζήσαμε όλοι μας!

Συμμετείχαν οι Ελισσάβετ Κεσικιάδου, Μαρία Μπουγά, Αδελαΐς Ράπτη και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Το δέντρο που ήθελε φίλους

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από τους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Παληού χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν:

 

Ήταν κάποτε ένα ροζ λουλούδι 🌸 που το έλεγαν Χαρά. Το έλεγαν έτσι γιατί ήταν πάντα ευτυχισμένο επειδή είχε γύρω του πολλούς φίλους-λουλούδια. Εκεί κοντά ζούσε και ένα δέντρο 🌲 που το έλεγαν Κλωνάρη. Ο Κλωνάρης ήταν πάντα στεναχωρημένος. Ένιωθε μοναξιά γιατί ήταν πάρα πολύ ψηλός και δεν μπορούσε να κάνει παρέα με τα λουλουδάκια. Το μόνο που έκανε ήταν να τα κοιτάζει. Ο καημένος αποζητούσε φίλους και ζήλευε τα μικρά λουλούδια.

Μία μέρα έπιασε μία δυνατή βροχή. Ένας άνθρωπος πλησίαζε τον Κλωνάρη κρατώντας μία ομπρέλα ☔ Η ομπρέλα ήταν κι αυτή λυπημένη. Δεν της άρεσε καθόλου να βρέχεται. Ευχόταν να την έκλεινε ο κύριός της και να ξεκουραστεί λιγάκι.

Πλάι στον Κλωνάρη βρισκόταν ένα ποταμάκι. Από την πολλή βροχή το ποταμάκι ξεχείλισε. Τότε ένα ψαράκι 🐟παρασύρθηκε από το νερό και κατρακύλησε δίπλα στα λουλούδια. Όμως κι εκείνα τα καημένα είχαν γείρει τα κεφαλάκια τους από το βάρος της βροχής.

Φάνηκε τότε να πλησιάζει και ένα κοριτσάκι.👧 Ήταν κι αυτό μουσκεμένο μέχρι το κόκκαλο.

Ο Κλωνάρης βλέποντας όλους γύρω του να φοβούνται άπλωσε τα μακριά και πλούσια κλαδιά του και τους προστάτεψε. 

Ο κύριος έκλεισε την ομπρέλα και στάθηκε κοντά στον κορμό του.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να φοβάται. Έπιανε ένα ένα τα λουλουδάκια στις χούφτες του κι εκείνα σήκωναν πάλι τα κεφαλάκια τους. Όταν σταμάτησε η βροχή πήρε και το ψαράκι και το έριξε πίσω στο ποτάμι να βρει τους φίλους του.

Και ένα ουράνιο τόξο γέμισε με χρώματα τον ουρανό.

Ήταν όλοι χαρούμενοι. Και περισσότερο ο Κλωνάρης που μπόρεσε να βοηθήσει και να έχει κάτω από τα κλαδιά του τόσους πολλούς νέους φίλους.

Άρχισε να νυχτώνει. Ένα πεφταστέρι 🌠είδε την χαρούμενη συντροφιά και χαμήλωσε για να τους δει από κοντά. Ήταν όμως ντροπαλό και κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Το φως του όμως ήταν τόσο δυνατό που το σύννεφο έλαμπε. Οι φίλοι τον κατάλαβαν και τον φώναξαν κοντά τους. Έγιναν μία παρέα όλοι μαζί.

Το κοριτσάκι έκανε μία ευχή στο αστέρι:
«Ο κόσμος να είναι πάντα έτσι όμορφος και η φιλία να κρατάει για πάντα»!

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το έθιμο της «χάσκας».

Το έθιμο της «Χάσκας» πραγματοποιείται την Κυριακή της Τυρινής, πριν ξεκινήσει η νηστεία της Σαρακοστής.
Το μεγαλύτερο άτομο της οικογένειας δένει την άκρη μίας κλωστής ή κορδέλας σε ένα ραβδάκι και στην άλλη άκρη ένα καθαρισμένο, βραστό αυγό.
Η οικογένεια κάνει έναν κύκλο και το αυγό αιωρείται από στόμα σε στόμα μέχρι κάποιος να καταφέρει να το αρπάξει, δαγκάνοντάς το χωρίς όμως την βοήθεια των χεριών του. Το γέλιο είναι σίγουρο γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να αρπάξεις ένα αυγό που πότε γλιστράει στο μάγουλο, πότε χτυπάει στο κούτελο.
Η σημασία του εθίμου είναι ότι, για όσους θα ακολουθήσουν την νηστεία της Σαρακοστής, το στόμα θα «κλείσει» με ένα αυγό και με ένα αυγό, το κόκκινο αυγό της Ανάστασης, θα «ανοίξει» πάλι μιας και το διάστημα που μεσολαβεί καταλύει μόνο λάδι.

Επίσης, σε ορισμένες περιοχές, την ίδια μέρα, πριν ή μετά το έθιμο της χάσκας, ζητάνε συγχώρεση ο ένας από τον άλλον προκειμένου η νηστεία της Σαρακοστής να τους βρει και καθαρούς στις ψυχές.

Καλή Σαρακοστή, λοιπόν !

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Ήθη και έθιμα, Λαογραφία | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: