Author Archives: mariacharizani

Με την κυρά Καλή και τους 12 μήνες στην «Παιδική Πολιτεία» της Ξάνθης!

12767517_10206231853700674_1294493083_nΜε μεγάλη μας χαρά δεχτήκαμε την πρόσκληση από τον παιδικό σταθμό «Παιδική Πολιτεία» της Ξάνθης και έτσι την Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου, βρεθήκαμε -για δεύτερη φορά μέσα σε δύο μήνες- σε αυτόν τον πολύ όμορφο, γεμάτο χρώματα, χώρο.

Λίγο μετά τις 10 το πρωί μας υποδέχτηκαν γύρω στις 85 χαριτωμένες φατσούλες διάφορων ηλικιών. Αφού είπαμε μια δυνατή καλημέρα που ακουστήκαμε πέρα ως πέρα χωριστήκαμε σε δύο τμήματα για να απολαύσουμε κι εμείς και τα παιδιά καλύτερα το παραμύθι «Η κυρά-Καλή και οι δώδεκα μήνες».

Ο γέρος χρόνος σύστησε στην κυρά Καλή και την κυρά Κακή τα παιδιά του, τους 12 μήνες και τα εγγόνια του, τις τέσσερις εποχές. Από την μια έχουμε την Κυρά Καλή που είναι πάντα με το χαμόγελο και τον καλό λόγο που μόνο καλά λόγια βρίσκει να πει για όλους τους μήνες και από την άλλη την κυρά Κακή που είναι πάντα μέσα στην γκρίνια και την μιζέρια, που τίποτα καλό δεν βρίσκει να πει για κανέναν μήνα και καμία εποχή.

Μόλις το παραμύθι τελείωσε τα μεγαλύτερα παιδάκια των νηπίων μεταμορφώθηκαν τα ίδια στους δώδεκα μήνες, στην κυρά Καλή και την κυρά Κακή, και η αλήθεια είναι ότι δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε άσχημα πράγματα για κάποιον από τους δώδεκα μήνες. Το συμπέρασμα; Το καλό κέρδισε!

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Μαρία Μπουγά, Αρετή Τσιφλίδου, Μαρία Χαριζάνη

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Στο 22ο νηπιαγωγείο με τους μουζικάντες

20160209_121144Την Τρίτη 09 Φεβρουαρίου η ομάδα των παραμυθάδων βρεθήκαμε στο 22ο νηπιαγωγείο Καβάλας και λίγο μετά τις 10 ξεκίνησε το ταξίδι μας στον κόσμο του παραμυθιού.

Πριν καν φτάσουμε στην πόρτα ακούσαμε παιδικές, χαρούμενες φωνές να μας καλωσορίζουν από μακριά.

Οι παραμυθάδες… Ήρθαν οι παραμυθάδες…,

…ενημερώνοντας έτσι, όσους δεν μας είχαν πάρει ακόμα χαμπάρι. Αφού μας οδήγησαν στην τάξη τους δεν χάσαμε χρόνο και ξεκινήσαμε αμέσως το ταξίδι μας.

Γι άλλη μια φορά πρωταγωνιστές ήταν οι τέσσερις φίλοι μας (γάιδαρος, σκύλος, γάτα και κόκορας) που μας έμαθαν πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι φίλοι στην ζωή μας. Μας χάρισαν γέλιο με το σχέδιο του γαιδάρου για την εξόντωση των ληστών και φυσικά μας έμαθαν να πιστεύουμε και να κυνηγάμε τα όνειρά μας σε όποια ηλικία κι αν είμαστε.
Μόλις τέλειωσε το παραμύθι τραγουδήσαμε όλοι μαζί το τραγούδι «όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι» και σειρά είχε η δραματοποίηση. Τα παιδιά έβαλαν τις μάσκες που είχαν φτιάξει με την βοήθεια των νηπιαγωγών τους και η τάξη γέμισε με ήσυχα σκυλάκια, ναζιάρες γατούλες, υπομονετικά γαϊδουράκια και ζωηρά κοκοράκια.

Αφού κάναμε και την δραματοποίηση πώς θα μπορούσε να τελειώσει ευχάριστα το ταξίδι μας; Με παιχνίδι φυσικά. Χωριστήκαμε σε τέσσερις ομάδες -κάθε ομάδα και ένα ζώο από το παραμύθι μας- και παίξαμε το παραδοσιακό παιχνίδι «τα τρία ζώα» που για τις ανάγκες του παραμυθιού τα ζώα ήταν 4. Και νικητής αυτού…. η γάτα!

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Αδελαΐδα Ράπτη, Αρετή Τσιφλίδου, Απόστολος Τσομπανόπουλος και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Θρύλος της Μανιόκας

Τον παρακάτω μύθο μας έστειλε ο φίλος μας και μέλος των Παραμυθάδων, Τάσος Καμπουράκης από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας.

Μαντιόκα 1

Το φυτό Μανιόκα

Ο Θρύλος της Μανιόκας είναι ένα λαογραφικό παράδειγμα των Ινδιάνων και πιο συγκεκριμένα της φυλής Τουπί / Γκουαράνι.

Εξηγεί πώς προήλθε αυτή η ρίζα η οποία είναι μία από τις κύριες τροφές των βραζιλιάνικων αυτόχθονων πληθυσμών.
Σύμφωνα με τον μύθο μια γυναίκα από την φυλή Τουπι γέννησε ένα κοριτσάκι και το ονόμασε Μάνη. Το κορίτσι ήταν πολύ όμορφο και το δέρμα της κατάλευκο. Ήταν ευτυχισμένη παίζοντας με τα άλλα παιδιά της φυλής. Αλλά και όλες οι φυλές την αγαπούσαν πολύ γιατί πάντα μετέδιδε την χαρά και την ευτυχία όπου κι αν πήγαινε.

Μια μέρα όμως η Μάνη αρρώστησε βαριά και όλες οι φυλές ανησύχησαν και στεναχωρήθηκαν πολύ. Ο σαμάνος της φυλής, ο ιερέας δηλαδή, έκανε διάφορες θεραπευτικές τελετουργίες όπως επίσης και πολλές προσευχές για να σώσει το μικρό κορίτσι, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Έτσι το κορίτσι μετά από λίγες μέρες πέθανε.

Οι γονείς της Μάνης αποφάσισαν να θάψουν το νεκρό σώμα του κοριτσιού στην καλύβα γιατί αυτό ήταν το έθιμο των αυτόχθονων πληθυσμών. Οι γονείς γέμισαν το μέρος που θάφτηκε η μικρή τους κόρη με νερό και πολλά δάκρυα.

Μαντιόκα 2

Κομένες ρίζες του φυτού Μανιόκα

Λίγες μέρες μετά τον θάνατο της Μάνης κάτι περίεργο συνέβη στην καλύβα. Φύτρωσε ένα φυτό του οποίου η ρίζα ήταν καφέ εξωτερικά και φωτεινό και κατάλευκο εσωτερικά όπως ήταν το δέρμα της Μάνης. Έτσι λοιπόν η μητέρα του κοριτσιού έδωσε το όνομα μανιόκα στο φυτό προς τιμήν της κόρης της. Μάνη από το όνομά της και όκα που σημαίνει καλύβα. εκεί δηλαδή που θάφτηκε το μικρό κορίτσι και φύτρωσε το φυτό.

Οι Ινδοί από τότε άρχισαν να χρησιμοποιούν την ρίζα του φυτού σε φαγητά και σε ποτά.

Categories: Μύθοι | Σχολιάστε

Ο μύθος της μπλε καρακάξας

Τον παρακάτω μύθο μας έστειλε και αναρτούμε στην σελίδα μας για λογαριασμό του, ο φίλος και μέλος της ομάδας μας, Τάσος Καμπουράκης από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας.

Στη νότια Βραζιλία ο μύθος της μπλε καρακάξας είναι χαρακτηριστικός ειδικά στην πολιτεία του Παρανά. Η μπλε καρακάξα είναι το πουλί που εξαιτίας του φυτρώνει το δέντρο Ακουάρια που θεωρείται δέντρο σύμβολο στην πολιτεία του Παρανά.

Μπλε καρακάξα

Η μπλε καρακάξα

Σύμφωνα με τον μύθο για πολλά χρόνια η μπλε καρακάξα ήταν απλά ένα καφέ πουλί όπως και όλα τα υπόλοιπα του είδους της. Μια μέρα όμως η μπλε καρακάξα σκέφτηκε να ζητήσει από τον Θεό να της δώσει μια αποστολή που θα ήταν πολύ χρήσιμη και σημαντική. Τότε ο Θεός της έδωσε ένα φυτό. Η καρακάξα το πήρε με το σκληρό ράμφος της, άνοιξε το εσωτερικό του φυτού και έφαγε το πιο λεπτό μέρος. Το μεγαλύτερο, το πιο παχύ που περιείχε την ρίζα του φυτού την κράτησε για να την φάει αργότερα και την έθαψε στο έδαφος για να μην την βρει κανένας. Μετά από λίγες μέρες όμως ακόμα και η ίδια ξέχασε που την είχε θάψει.

Η μπλε καρακάξα προσπάθησε πολύ. Έψαχνε για μέρες ολόκληρες αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Δεν κατάφερε να βρει το άλλο μέρος του καρπού που είχε περισσέψει. Παρ’ όλα αυτά συνειδητοποίησε οτι στο μέρος που είχε θάψει τον καρπό φύτρωσε το δέντρο Ακουάρια. Όταν το δέντρο μεγάλωσε και άρχισε να δίνει καρπούς η μπλε καρακάξα έτρωγε το πιο λεπτό μέρος του καρπού και έθαβε τους σπόρους της ρίζας με αποτέλεσμα να φυτρώνουν νέα δέντρα. Έτσι μετά από χρόνια κάλυψε ένα μεγάλο μέρος της πολιτείας του Παρανά με χιλιάδες δέντρα δημιουργώντας δάση από Ακουάρια. Όταν ο Θεός είδε το έργο της μπλε καρακάξας αποφάσισε να της δώσει για βραβείο το χρώμα του ουρανού έτσι ώστε οι άνθρωποι να την αναγνωρίζουν και να εκτιμάνε την προσπάθεια και την αφοσίωσή της. Έτσι από σκούρο πουλί έγινε μπλε.

Υ.Γ. Η μπλε καρακάξα είναι η μασκότ της ομάδας Paraná Clube, Curitiba σημαντική ομάδα ποδοσφαίρου.

Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Στην γιορτή του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποταμουδίων

20151220_203510Τέσσερις μέρες πριν τα Χριστούγεννα και η πόλη έχει βάλει για τα καλά τα γιορτινά της. Κυριακή χθες, 20 Δεκεμβρίου και η ομάδα των Παραμυθάδων ήμασταν καλεσμένοι στην γιορτή του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποταμουδίων στο 11ο Δημοτικό Σχολείο.
Λίγο μετά τις 18:00 παιδιά από όλες τις τάξεις, παρουσίασαν παραδοσιακούς χορούς. Για να πάρουν μια μικρή ανάσα και να προλάβουν να αλλάξουν προκειμένου να παρουσιάσουν το δεύτερο μέρος τους, σειρά πήρε το παραμύθι με εμάς. Οι μικροί μας φίλοι μεταμορφώθηκαν για λίγα λεπτά σε άτακτα καλικατζαράκια που έκαναν την ζωή της Κάλλως και της Μάρμπως δύσκολη στο παραμύθι «Η Κάλλω και οι Καλικάτζαροι» και αργότερα μοιράσαμε δώρα και αγάπη με αφορμή το παραμύθι «Τα δώρα του Δεκέμβρη».
Ήταν ένα πολύ όμορφο και γιορτινό απόγευμα!
Ευχαριστούμε τον πολιτιστικό σύλλογο για την πρόσκληση.
Ευχόμαστε καλές γιορτές με πολύ αγάπη και ακόμα περισσότερο παραμύθι!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Χρήστος Τσίρκας, Απόστολος Τσομπανόπουλος και Μαρία Χαριζάνη!

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Γιατί βάζουμε φλουρί στην βασιλόπιτα;

Μέγας ΒασίλειοςΌταν την Καππαδοκία την είχαν οι Ρωμαίοι, κάποια στιγμή έστειλαν έναν διοικητή ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός, σκληρός και φιλοχρήματος άνθρωπος. Το πρώτο πράγμα που έκανε λοιπόν μόλις έφτασε στην επαρχία ήταν να πάρει από τους χριστιανούς ό,τι είχαν και δεν είχαν. Από νομίσματα μέχρι χρυσαφικά και κοσμήματα.

Εκείνη την εποχή δεσπότης ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Για μέρες σκεφτόταν και προσπαθούσε να βρει λύση προκειμένου να γλυτώσει τους χριστιανούς και να ταπεινώσει τον διοικητή αλλά μάταια. Δοκίμασε όλους τους τρόπους, τον πήρε με το καλό, το παρακάλεσε αλλά τίποτα. Τότε έμαθε πως ο διοικητής είχε μανία με τα ζάρια και έτσι του πρότεινε να παίξουν μια μέρα οι δυο τους. Αν έχανε ο ρωμαίος θα έχανε όλα τα σακιά χρυσού που είχε μαζέψει από τους χριστιανούς. Αν έχανε ο Μέγας Βασίλειος θα έχανε την περιουσία του.
Ο διοικητής αμέσως δέχτηκε την πρότασή του γιατί εκτός του ότι ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι κανείς δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε που να τον έχει κερδίσει.
Παίξανε λοιπόν αλλά η τύχη αυτή την φορά δεν χαμογέλασε στον ρωμαίο σιοικητή. Ο Μέγας Βασίλειος αφού κέρδισε πήρε πίσω όλα τα σακιά με τα χρήματα και τα κοσμήματα.
Όμως ήταν πάρα πολλά. Πώς θα τα γύριζε πίσω στους χριστιανούς αφού δεν ήξεραν τί είχε δώσει ο καθένας;
Τότε ο Μέγας Βασίλειος σκέφτηκε και είπε να του φτιάξουν πίτες και να βάλουν μέσα τα χρυσαφικά των χριστιανών. Μετά τις έκοψε και τις μοίρασε στον κόσμο και ο καθένας πήρε ο,τι χρυσαφικό του έτυχε στο κομμάτι του.

Γι’ αυτό λοιπόν κι εμείς, προς ανάμνηση, την Πρωτοχρονιά φτιάχνουμε πίτες με φλουρί και παίζουμε τυχερά παιχνίδια.

Categories: Θρησκευτική παράδοση, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Συμιγδαλένιος

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα της αφεντιάς σας.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δύο βασίλεια. Στο ένα ζούσε ένας βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του και την καλόκαρδη κόρη τους. Και στο άλλο ένας άλλος βασιλιάς που επίσης ζούσε με την γυναίκα του και την κόρη του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα του πρώτου βασιλείου ήθελαν να παντρέψουν την μονάκριβή τους. Μια μέρα λοιπόν λέει ο βασιλιάς στην κόρη του:

Άκου κόρη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς και να κάνεις κι εσύ την δική σου οικογένεια.

Να παντρευτώ πατέρα μου αλλά ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα.

…απάντησε η κόρη του.

Ο βασιλιάς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την απάντηση της κόρης του κι έτσι άρχισε να τις φέρνει διάφορους γαμπρούς για να επιλέξει τον καλύτερο.

Όχι πατέρα μου. Δεν θέλω κανέναν από αυτούς. Κάτι άλλο θέλω. Μπορείς να μου το κάνεις;

Πες το κόρη μου και αμέσως θα φροντίσω να το έχεις.

Να, θέλω να μου φέρεις ένα τσουβάλι αμύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.

Να σου τα φέρω κόρη μου αλλά τι θα τα κάνεις όλα αυτά;

Φέρτα εσύ και μη σε νοιάζει.

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι 2

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Ο βασιλιάς λοιπόν δεν έχασε καιρό. Πήγε πήρε ο,τι του ζήτησε η μονάκριβή του και περίμενε να δει τι θα τα έκανε. Τότε η βασιλοπούλα του είπε:

Ευχαριστώ πατέρα μου. Τώρα θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και δεν θέλω να με αναζητήσει κανείς.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αν και ανησύχησαν σεβάστηκαν την επιθυμία της κόρης τους. Για σαράντα ολόκληρες ημέρες δεν την ενόχλησαν καθόλου.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, έσπασε τα αμύγδαλα, τα καθάρισε όλα, ζύμωσε το σιμιγδάλι μαζί με την ζάχαρη και έφτιαξε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε καθόταν από πάνω του, τον λιβάνιζε και του έλεγε:

Δεν μου μιλείς μάτια μου, δε μου μιλείς φως μου;

Αυτό το έκανε για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και έκλαιγε και λυπότανε πολύ. Το τελευταίο βράδυ ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούστηκε μια φωνή:

Αχ! Τι γλυκά που κοιμόμουνα κι εσύ με ξύπνησες. Ποια είσαι;

Ήταν ο σιμιγδαλένιος. Η βασιλοπούλα σαστισμένη γεμάτο χαρά όμως απάντησε:

Εγώ είμαι αυτή που σε έπλασα και που θα σε παντρευτώ.

Βγαίνει από το δωμάτιο η βασιλοπούλα πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει τα ευχάριστα νέα.

Πατέρα και μητέρα μου, αυτός είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο Σιμιγδαλένιος μου. Τον έπλασα εγώ η ίδια. Έβαλα όλη μου την αγάπη. Τον έκανα από αμύγδαλο που συμβολίζει την γονιμότητα για να κάνουμε πολλά παιδιά, και από ζάχαρη για να είναι η ζωή μας γλυκιά και τέλος από σιμιγδάλι για να είμαστε πάντα ευτυχισμένοι.

Στο παλάτι όλοι ήταν χαρούμενοι. Κάλεσαν όλον τον κόσμο στον γάμο. Και ξεκίνησαν τα τραγούδια, οι φωνές, τα γέλια…

Τώρα μεταφερόμαστε στο δεύτερο βασίλειο, που σε αυτό ζούσε όπως είπαμε ένας άλλος βασιλιάς με την γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη όμως αυτού του βασιλιά ήταν κακιά, εγωίστρια και κακομαθημένη και τα ήθελε όλα δικά της. Έτσι λοιπόν μόλις έμαθε για τον σιμιγδαλένιο τον ήθελε για δικό της άντρα. Ο πατέρας της, της έλεγε:

Βρε κόρη μου, που να τον βρούμε; Αφού τον έχει άλλη.

Δε με νοιάζει. Εγώ τον θέλω για μένα. Αν δεν μου τον φέρεις θα αρρωστήσω.

Πράγματι, αρρώστησε η κόρη του από τον καημό. Τι να κάνει ο βασιλιάς. Δεν μπορούσε να βλέπει την κόρη του σε αυτήν την κατάσταση. Έτσι συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν:

Λοιπόν γυναίκα θα φτιάξουμε ένα πλοίο και θα το φορτώσουμε με χρυσαφικά, γυαλικά, ρούχα… ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Θα πάει το πλοίο στο διπλανό βασίλειο για να πουλήσει την πραμάτεια του και μόλις ανέβει ο σιμιγδαλένιος στο πλοίο για να αγοράσει αυτό που θέλει θα τον κλέψουμε.

Η βασίλισσα μην έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και διέταξαν αμέσως τους εργάτες να ετοιμάσουν το πλοίο. Αφού το έφτιαξαν ο βασιλιάς είπε στο πλήρωμα:

Θα πάτε κάτω από το σπίτι που βρίσκεται ο Σιμιγδαλένιος και μόλις τον δείτε να ανεβαίνει στο πλοίο θα σηκώσετε τα πανιά και θα φύγετε αμέσως. Προσέξτε όμως να μη σας δει κανείς.

Φόρτωσαν το πλοίο και ξεκίνησαν. Σύντομα, έφτασε κάτω από το σπίτι του Σιμιγδαλένιου. Μόλις ξύπνησαν οι δούλες και είδαν το πλοίο γεμάτο χρυσαφικά, ασημικά, γυαλικά και ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς πήγαν αμέσως στην βασιλοπούλα να της το πουν. Τότε η αθώα βασιλοπούλα χωρίς να σκεφτεί το κακό που ήθελε να της κάνει η βασιλοπούλα του δεύτερου βασιλείου είπε στον Σιμιγδαλένιο να πάει στο πλοίο και να πάρει ό,τι θέλει.

Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά; Δε τα χρειαζόμαστε.

Σιμιγδαλένιε μου από αυτά τα γυαλικά δεν έχουμε. Από αυτά θέλω να πας να πάρεις.

Όχι βρε γυναίκα. Δεν τα χρειαζόμαστε. Τόσα γυαλικά έχουμε.

Να πας Σιμιγδαλένιε μου, να πας. Αυτά που έχουμε έχουν παλιώσει.

Καλά λοιπόν, πηγαίνω.

Τι να κάνει λοιπόν ο Σιμιγδαλένιος, πήγε. Το πλήρωμα αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβαλε στο πλοίο και όση ώρα του έδειχναν ό,τι καλό είχαν, σήκωσαν τα πανιά και εξαφανίστηκαν. Τον πήρανε τον Σιμιγδαλένιο και τον πήγαν στο παλάτι του άλλου του βασιλιά. Εκεί η βασιλοπούλα τον περίμενε πως και πως. Μόλις τον είδε τον πλησίασε και του έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Καλωσόρισες ξένε στο παλάτι μας. Ορίστε! Πάρε να πιεις αυτό να δροσιστείς.

Ο Σιμιγδαλένιος χωρίς να το σκεφτεί πίνει το νερό και στη στιγμή ξέχασε την γυναίκα του. Ξέχασε όλη την μέχρι τότε ζωή του. Η βασιλοπούλα είχε βάλει στο νερό ένα μαγικό φίλτρο για να μην θυμάται τίποτα. Έτσι αφού τον ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο τον πήρε για άντρα της.

Ας αφήσουμε τώρα τον Σιμιγδαλένιο με τη δεύτερη γυναίκα του και ας πάμε στην πρώτη.
Η πρώτη γυναίκα του μόλις ήρθε το μεσημέρι και δεν φάνηκε ο Σιμιγδαλένιος άρχισε να αναρωτιέται και να ανησυχεί.

Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Γιατί δεν επέστρεψε; Έφυγε; Και αν έφυγε που πήγε; Και γιατί να φύγει; Σιμιγδαλένιε μου; Σιμιγδαλένιε μου που είσαι;

Άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ο βασιλιάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η βασιλοπούλα είπε στον πατέρα της.

Πατέρα μου θα φύγω.

Μα που θα πας παιδάκι μου;

Θα φύγω πατέρα. Θα πάω να βρω τον σιμιγδαλένιο μου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Χωρίς να χάσει καιρό βγήκε στους δρόμους η βασιλοπούλα και άρχισε να τον ψάχνει. Γύριζε μέρες, νύχτες… Έγινε αγνώριστη. Μια μέρα εκεί που περπατούσε συνάντησε μια γυναίκα. Με το στήθος της πάνιζε, με το στήθος της φούρνιζε. Την πλησίασε και της είπε.

Θεία, τι κάνεις εδώ; Κάτσε να σε βοηθήσω.

Της φτιάχνει ένα πανόξυλο και της λέει:

Να θεία, έτσι πανίζουν και φουρνίζουν.

Τότε η θεία της απαντάει:

Αχ παιδάκι μου! Ο Θεός να στο ξεπληρώσει το καλό που μου έκανες.

Θεία, θέλω να με γιατρέψεις.

Και τι γιατρειά θέλεις να σου κάνω;

Ποια είσαι εσύ;

Εγώ παιδάκι μου είμαι μάνα, κι έχω τον ήλιο γιο.

Αχ θεία. Να καθίσω να του πω για τον Σιμιγδαλένιο μου.

Ου… Παιδάκι μου… Τρελάθηκες; Αν καθίσεις θα σε φάει.

Κρύψε με εσύ θεία να του πω κι εγώ τον καημό μου. Σε παρακαλώ.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα, την λυπήθηκε η μάνα του ήλιου και την έκρυψε κάτω από το τραπέζι. Μόλις βασίλεψε ο ήλιος πήγε στην μάνα του.

Καλησπέρα σταυρομάνα.

Καλησπέρα γιε μου.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να την βρω εγώ την ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Απαπα.. Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Κατέβασε η μάνα του το καζάνι με το φαγητό, του έβγαλε ψωμί, νερό και αφού ο ήλιος έφαγε όλο το φαγητό του λέει:

Πεινάς άλλο παιδάκι μου;

Όχι μάνα.

Σαν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτήν;

Όχι μάνα, όχι, δεν πεινάω άλλο.

Σαν δεν πεινάς να βγει μια κοπελιά να σου πει τον καημό της. Βγες παιδάκι μου.

Της λέει η θεία και η βασιλοπούλα βγήκε και λέει στον ήλιο:

Ήλιε μου λαμπρέ, λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω καλή μου εγώ; Εγώ το πρωί βγαίνω και το βράδυ είμαι πίσω. Στο φεγγάρι να πας που γυρίζει όλη νύχτα. Άντε μάνα, δώς της και ένα καρύδι.

Έδωσε η μάνα το καρύδι, τους ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, τους χαιρέτησε και ξεκίνησε να πάει να βρει το φεγγάρι. Μόλις έφτασε στην μάνα του φεγγαριού, αυτή μαγείρευε και ετοίμαζε για να έρθει το φεγγάρι να φάει. Η βασιλοπούλα άρχισε να την παρακαλάει για να πει τον καημό της στον γιο της. Μετά από λίγο λέει η φεγγαρομάνα:

Άντε, φύγε τώρα γιατί θα έρθει το φεγγάρι και θα σε φάει αν σε δει.

Αχ θεία κρύψε με κάπου να πω τον πόνο μου στον γιο σου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου;

Σε παρακαλώ θεία, κρύψε με σε παρακαλώ.

Καλά λοιπόν. Έλα εδώ.

Ανοίγει ένα ντουλάπι και την βάζει μέσα. Έφεξε ο Θεός και έφτασε το φεγγάρι σπίτι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει μάνα.

Που να βρεθεί εδώ ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα. Έχει τίποτα να φάω;

Όλα τα καλά σου έφτιαξα παιδάκι μου.

Του ετοίμασε το τραπέζι, έβγαλε φαγητά, ψωμιά, όλα τα καλά, κάθισε το φεγγάρι και έφαγε. Αφού τέλειωσε το φαγητό του, του λέει η μάνα του:

Παιδάκι μου έφαγες;

Έφαγα μάνα.

Αν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτή;

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Άντε βγες κορίτσι μου να πεις τον πόνο σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και του λέει:

Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπρογεμισμένο, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω εγώ κορίτσι μου; Εγώ βγαίνω από βράδυ σε πρωί. Στα αστέρια να πας. Που είναι πολλά. Αν δεν τον έχει δει το ένα θα τον έχει δει το άλλο. Άντε μάνα, φίλεψέ την ένα αμύγδαλο.

Παίρνει το αμύγδαλο η βασιλοπούλα, τους χαιρετάει και φεύγει με δάκρυα στα μάτια και ραγισμένη την καρδιά. Έφυγε απογοητευμένη και πήγε να βρει τα αστέρια μήπως κάποιο είδε τον καλό της. Όταν έφτασε στο σπίτι τους, την καλοδέχτηκε η μάνα τους όπου κι αυτή ετοίμαζε φαγητό για τα παιδιά της. Αφού την βοήθησε η βασιλοπούλα να ετοιμάσει το φαγητό γιατί τα αστέρια ήταν πολλά και δεν θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα μόνη της, πλησίαζε η ώρα που θα έφταναν τα αστέρια. Τότε γυρίζει η μάνα τους και λέει στην βασιλοπούλα:

Άντε φύγε τώρα. Θα έρθουνε τα αστέρια να φάνε και θα σε φάνε αν σε βρουν εδώ.

Αχ θεία, δεν με κρύβεις κάπου για να τους πω τον πόνο μου; Αυτά πολλά είναι. Όλο και κάποιο αστέρι θα είδε τον Σιμιγδαλένιο μου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου; Αν γλιτώσεις από τον έναν δεν γλιτώνεις από τον άλλον.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα και δεν έλεγε να φύγει. Τι να κάνει και η μάνα τον αστεριών, την λυπήθηκε και την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα αστέρια.

Καλημέρα μάνα.

Λέει το μεγαλύτερο αστέρι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να βρεθεί ανθρώπινη ψυχή εδώ παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας, φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Στην στιγμή εμφανίστηκαν και τα άλλα αστέρια.

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα…

Κάθισαν όλα στο τραπέζι, τους έβγαλε η μάνα τους να φάνε και αφού φάγανε και ήπιανε τους ρωτάει:

Αν είχατε μια ανθρώπινη ψυχή την τρώγατε κι αυτή;

Ο Θεός να μη το δώσει μάνα.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, άντε κορίτσι μου βγες τώρα και πες τον καημό σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και τους λέει:

Αστέρια μου λαμπρά, λαμπρά και λαμπρογεμισμένα, ψηλά όπου διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε, μην είδατε τον άντρα μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δούμε εμείς κορίτσι μου; Εμείς βγαίνουμε το βράδυ και γυρίζουμε το πρωί.

Είπε το μεγαλύτερο αστέρι.

Εγώ κοπέλα μου νομίζω πως τον είδα.

Πετάχτηκε το μικρότερο αστέρι.

Τον είδες; Πού; Πού βρίσκεται; Πες μου σε παρακαλώ.

Δεν είμαι σίγουρος κορίτσι μου. Αλλά, για μια στιγμή. Είπες σιμιγδαλένιος είναι;

Ναι αστεράκι μου. Εγώ τον έφτιαξα, μόνη μου. Από αμύγδαλο, ζάχαρη και σιμιγδάλι. Δεν μπορεί να μην τον είδατε κάπου. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Ναι, ναι. Αυτός ήταν. Σίγουρα. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Λοιπόν, πού τον είδες;

Σε ένα παλάτι, εφτά μερόνυχτα δρόμο από εδώ.

Αστεράκι μου, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να με πας εκεί;

Το μεγαλύτερο αστέρι θύμωσε και δεν ήθελε να βοηθήσει την βασιλοπούλα. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν κακός ο αδερφός του με το να προδώσει που ακριβώς είναι ο Σιμιγδαλένιος. Μα η βασιλοπούλα τον καθησύχασε λέγοντάς του πως δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Έτσι το μεγαλύτερο αστέρι συμφώνησε .

Καλά λοιπόν. Αν δεν το μάθει κανείς εντάξει. Άντε αδερφέ μου βοήθησε το κορίτσι να βρει τον αγαπημένο της. Να προσέχετε. Μάνα δως της κι ένα φουντούκι.

Η βασιλοπούλα πήρε το φουντούκι, τους ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά της κι έφυγε με το μικρό αστέρι για την Κρήτη. Μόλις έφτασε στο παλάτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε μια δούλα και της λέει:

Καλημέρα! Έρχομαι από ένα μακρινό χωριό και χάθηκα. Μπορείς να πεις στην κυρά σου να με αφήσει να κοιμηθώ σε ένα δωμάτιο; Είμαι φτωχιά και ορφανή.

Πήγε η δούλα το είπε στην κυρά της και αυτή συμφώνησε. Την έβαλαν λοιπόν σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκείνη την στιγμή να και ο Σιμιγδαλένιος. Κλειδώνεται η βασιλοπούλα στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα που δεν την θυμήθηκε ο άντρας της. Μόλις ξημέρωσε έσπασε το καρύδι που της είχε δώσει η μάνα του ήλιου και βγήκε από μέσα ένα χρυσό μαγκάνι.
Όταν οι δούλες πήγαν να δουν αν είναι όλα εντάξει με την ξένη είδαν να λαμπυρίζει από μακριά το μαγκάνι. Πήγαν αμέσως να το πουν στην κυρά τους. Τότε τους λέει αυτή:

Άντε, πάτε και ρωτήστε την τί θέλει να της δώσουμε για να το αγοράσουμε.

Πάνε οι δούλες την ρωτάνε και απαντάει η βασιλοπούλα:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ με λεφτά. Τον Σιμιγδαλένιο μόνο να μου δώσει η κυρά σας μια βραδιά.

Πήγαν οι δούλες, το είπαν στην κυρά τους. Έξαλλη αυτή απαντάει:

Τι; Για τα μούτρα της τον έχω τον Σιμιγδαλένιο;

Οι δούλες όμως την έπεισαν. Του έδωσαν πάλι το νερό με το μαγικό φίλτρο για να κοιμηθεί και να μην θυμάται τίποτα και της τον πήγαν. Μόλις της τον έφεραν η βασιλοπούλα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει κλαίγοντας.

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ δεν είμαι αυτή που σε έπλασε;

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε μα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δε σταμάτησε να κλαίει. Το επόμενο πρωί οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στην κυρά τους.

Μετά από κανα δυο μέρες, σπάζει το αμύγδαλο που της είχε δώσει η μάνα του φεγγαριού. Μόλις το έσπασε βγήκε από μέσα μια χρυσή ανέμη. Την ώρα εκείνη μπαίνουν στο δωμάτιο οι δούλες και βλέπουν την ανέμη. Αμέσως πήγαν να το πουν στην κυρά τους:

Αχ κυρά για σένα είναι αυτή η ανέμη.

Άντε, πάντε να την ρωτήσετε τι θέλει για να την αγοράσουμε κι αυτήν.

Πήγανε στην βασιλοπούλα και την ρώτησαν, μα αυτή τους απάντησε:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε λεφτά, τον Σιμιγδαλένιο θέλω μόνο για μια βραδιά ακόμα.

Η δεύτερη βασιλοπούλα πάλι αντέδρασε στην επιθυμία αυτή αλλά οι δούλες της πάλι την κατάφεραν. Του έδωσαν πάλι το μαγικό φίλτρο και της τον πήγαν. Η βασιλοπούλα έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου.

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε αλλά πάλι δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δεν σταμάτησε να κλαίει από τον καημό της. Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν πάλι οι δούλες και τον πήραν.
Μετά από κανα δυο μέρες σπάζει και το φουντούκι, που της είχε δώσει η μάνα των αστεριών. Μέσα από το φουντούκι βγήκε αυτήν την φορά μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλάκια της. Εκείνη την στιγμή νασου πάλι οι δούλες. Κατεβαίνουν γρήγορα στην κυρά τους, της το λένε και ήθελε να τα αγοράσει και αυτά. Η βασιλοπούλα για αντάλλαγμα ζήτησε για άλλο ένα βράδυ τον Σιμιγδαλένιο. Πάλι θύμωσε η δεύτερη βασιλοπούλα αλλά την κατάφεραν και αυτήν την φορά ο δούλες.

Ετοίμασαν πάλι το μαγικό φίλτρο, αλλά αυτήν την φορά ο Σιμιγδαλένιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και έκανε πως το ήπιε ενώ το έχυσε όταν δεν τον έβλεπε κανείς και έκανε τον κοιμισμένο. Τον πήγανε στη βασιλοπούλα, αυτή έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;

Όταν ξαφνικά ο Σιμιγδαλένιος αντέδρασε:

εεε.. σταμάτα να κλαις. Ποια είσαι;

Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου. Η γυναίκα σου. Αυτή που σε έπλασε. Μα δεν θυμάσαι τίποτα;

Μα τι λες; Και πως έγινες έτσι; Γιατί έγινες έτσι;

Έτσι έγινα γιατί σε έχασα και σε έψαχνα για μέρες ολόκληρες. Αλλά τώρα σε βρήκα. Και δεν θα φύγω από εδώ αν δεν φύγουμε μαζί.

Αργά το βράδυ ο Σιμιγδαλένιος με την βασιλοπούλα φύγανε μαζί χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γυρίσανε στο παλάτι τους και ζήσανε ξανά μαζί. Κάνανε πολλά παιδιά και ήταν ευτυχισμένοι.
Όσο για την δεύτερη βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό της και δεν βγήκε ποτέ ξανά από το παλάτι.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Στο 19ο νηπιαγωγείο Καβάλας στο Βύρωνα με τους «μουζικάντες»

Καλεσμένοι από το 19ο νηπιαγωγείο Καβάλας στο Βύρωνα ήταν σήμερα η ομάδα των Παραμυθάδων.

Εκεί, γύρω στις 10:15 μας υποδέχθηκαν οι δύο νηπιαγωγοί μαζί με τα παιδιά όπου χωρίς να χάσουν χρόνο διαμόρφωσαν τον χώρο κατάλληλα για να ξεκινήσει το παραμύθι, «οι μουζικάντες». Μόλις το παραμύθι τελείωσε συζητήσαμε με τα παιδιά τι μας άρεσε και τι όχι και όπως πάντα σχεδόν τις εντυπώσεις έκλεψαν οι κλοτσιές του γαϊδάρου στον κλέφτη αλλά και η επίτευξη του ονείρου των τεσσάρων φίλων μας. Αμέσως μετά την συζήτηση πρωταγωνιστές για άλλη μια φορά έγιναν τα παιδιά, όπου με την βοήθεια των μασκών που είχαν φτιάξει τις προηγούμενες μέρες, η αίθουσα γέμισε γατούλες, σκυλάκια, γαϊδουράκια και κοκοράκια.

Λίγο πριν φύγουμε μας περίμενε μία έκπληξη! Παγωτόόό!!! Φτιαγμένο από τους καινούριους μας φίλους.

Ευχαριστούμε πολύ!

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Αδελαίδα Ράπτη, Αρετή Τσιφλίδου, Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

«Οι μουζικάντες» στο 17ο Δημοτικό

Στο 17ο Δημοτικό σχολείο Καβάλας βρεθήκαμε σήμερα η ομάδα των Παραμυθάδων μετά από πρόσκληση που μας έγινε. Μόλις φτάσαμε λίγο μετά τις 10:30, κατευθυνθήκαμε στον χώρο που θα παρουσιάζαμε το παραμύθι μας και τον διαμορφώσαμε κατάλληλα μαζί με τους ευγενικούς βοηθούς μας. Γύρω στις 10:45 μαθητές όλων των τάξεων -σε δύο παρτίδες- μας καλωσόρισαν θερμά και το παραμύθι ξεκίνησε. Μετά το τέλος της αφήγησης συζητήσαμε με τα παιδιά τι μας άρεσε στο παραμύθι και τι όχι. Οι απαντήσεις που πήραμε μας εξέπληξαν θετικά. Ήταν από τις λίγες φορές που τα παιδιά εστίασαν στην φιλία, στην προσπάθεια και στην επίτευξη του ονείρου που είχαν τα τέσσερα ζώα μας με «αρχηγό» τον γάιδαρο.

Αφού λοιπόν σχολιάσαμε το παραμύθι σειρά είχε η δραματοποίηση. Η αίθουσα γέμισε με σκυλάκια κουρασμένα, ναζιάρες γατούλες, λυπημένα κοκοράκια και αισιόδοξα γαϊδουράκια.

Ήταν μια από τις πιο όμορφες επισκέψεις μας. Ευχαριστούμε τους δασκάλους για την πρόσκληση και ευχόμαστε τα παιδιά να έχουν πάντα αυτή την ζωντάνια και την ευαισθησία.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Ράπτη Αδελαίδα, Τσιφλίδου Αρετή και Χαριζάνη Μαρία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι Παραμυθάδες συναντάνε τον Melvil Dewey.

Ένα όμορφο κυριακάτικο πρωινό περάσαμε σήμερα μαζί με 25 παιδιά περίπου στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας. Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη εκδήλωση είχαν ετοιμάσει οι βιβλιοθηκονόμοι της βιβλιοθήκης Κατερίνα Κουμανίδου και Αμαλία Σταυρουλάκη. Μια εκδήλωση αφιερωμένη στον βιβλιοθηκονόμο Melvil Dewey.

Αφού μάθαμε κάποια βασικά πράγματα για τον Melvil Dewey και το δεκαδικό σύστημα ταξινόμησης (10 θεματικές κατηγορίες), για το πως οργανώνουμε μια βιβλιοθήκη, με ποια σειρά δηλαδή τοποθετούμε τα βιβλία στην κατάλληλη θέση, την σκυτάλη πήραν τα παιδιά. Αρχικά, έπρεπε να βρούνε σε ποια κατηγορία ανήκουν κάποια βιβλία που τους δόθηκαν σε μικρές εικόνες. Στη συνέχεια, αυτοσχέδιες ράχες βιβλίων μοιράστηκαν στα παιδιά όπου είχαν ήδη χωριστεί σε τέσσερις ομάδες. Η κάθε ομάδα έπρεπε να τις τοποθετήσει σωστά σε μια υποτιθέμενη βιβλιοθήκη, έτσι ώστε ο οποιοσδήποτε να μπορεί να βρει το βιβλίο που θέλει. Στη συνέχεια δυο – δυο ομάδες ανέβηκαν στον 3ο όροφο (στο δανειστικό τμήμα) για το παιχνίδι του «χαμένου θησαυρού», όπου η αποστολή τους ήταν να βρουν συγκεκριμένα βιβλία που έκρυβαν από ένα σημείωμα μέσα. Τα παιδιά πολύ γρήγορα κατάφεραν να βρουν και τα τέσσερα σημειώματα, τα έβαλαν στην σειρά και σχηματίστηκε η φράση: «Το καλοκαίρι δανείζομαι βιβλία από την βιβλιοθήκη». Αφού επιτεύχθηκε και αυτή η αποστολή στη συνέχεια παίξαμε το αυτοσχέδιο επιτραπέζιο «ο κόσμος της βιβλιοθήκης». Τα παιδιά καλέστηκαν να απαντήσουν σε ένα πλήθος ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής και είχαμε και νικητή την κόκκινη ομάδα.

Κάπου εκεί λοιπόν και αφού οι μικροί μας φίλοι είχαν διάθεση και όρεξη να συνεχίσουν το παιχνίδι σειρά είχαμε εμείς με «την μαγική τράπουλα των παραμυθιών», παιχνίδι του δημοσιογράφου και συγγραφέα Κώστα Στοφόρου, που βασίζεται στα χαρακτηριστικά στοιχεία των κλασικών παραμυθιών, όπως αυτά αναγνωρίστηκαν από τον Βλαντιμίρ Προπ, αλλά και τον Τζιάνι Ροντάρι. Αφού μοιράσαμε σε κάθε παιδί από μία κάρτα αφήσαμε την φαντασία μας ελεύθερη και φτιάξαμε το δικό μας παραμύθι με ήρωα τον Ντιούι που θα έρθει αντιμέτωπος με το κακό φίδι που έβγαζε φωτιές από το στόμα προκειμένου να πάρει το μαγικό διαμάντι και στο τέλος να παντρευτεί την Μέλπω, την κόρη του βασιλιά.

Ευχαριστούμε την Κατερίνα και την Αμαλία για το όμορφο πρωινό και παροτρείνουμε τα παιδιά να επισκέπτονται συχνά την βιβλιοθήκη και να χάνονται στον κόσμο που βρίσκεται ανάμεσα στην φαντασία και στην πραγματικότητα.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Τάσος Καπατζιάς, Χρήστος Τσίρκας, Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: