Author Archives: Anastasia Violitzi

Οι καλικάντζαροι

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.

Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.

Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.

…είπε η μάνα!

– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.

– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.

– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.

– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.

Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.

Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.

Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:

Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.

– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.

– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.

Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.

– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.

– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.

– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!

Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:

Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!

Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:

Θέε μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.

Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.

Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.

Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!

– Τι έπαθες κόρη μου;

– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.

Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:

Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.

– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!

– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;

…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:

Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;

– Όχι δεν τα πήρε.

– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.

– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;

…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.

– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!

…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.

– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!

…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:

– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.

– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.

…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.

Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;

Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το καλάθι με τα χρυσά φλουριά

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας γέρος, ο μπαρμπα-Σπύρος. Ήταν άνθρωπος θεοσεβούμενος και καλόκαρδος. Πάντα ήταν χαμογελαστός κι ευγενικός και τον αγαπούσαν όλοι στο χωριό.

Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στη βρύση με τα πλατάνια. Λίγο πιο πέρα ήταν το δάσος, όπου ο μπαρμπα-Σπύρος πήγαινε να κόψει ξύλα.

Ζούσε πολύ καιρό μόνος του. Παιδιά δεν είχε και η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Περνούσε την ώρα του σκαλίζοντας το ξύλο κι έφτιαχνε όμορφα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό έφτιαχνε ένα ξυλόγλυπτο εικονοστάσι για την εκκλησία.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγε στο βουνό για να βρει ξύλο από αγριαχλαδιά. Άργησε όμως να βρει το κομμάτι που ήθελε και έτσι νύχτωσε. Ξαφνικά μια φοβερή ομίχλη σκέπασε όλο το βουνό και ξέσπασε δυνατή μπόρα. Άρχισε να πηγαίνει προς το σπίτι του, φοβισμένος πως δε θα τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή είδε μέσα στο δάσος ένα μικρό φως. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και σε λίγο έφτασε έξω από ένα μικρό σπιτάκι. Πλησίασε το παράθυρο και είδε μέσα μια γριά να κάθεται κοντά στο τζάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και η γριά του άνοιξε. Ήταν μια ψηλή και λεπτή γυναίκα, ίσαμε ογδόντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι λυτά και έπεφταν πίσω στην πλάτη της.

Ο μπαρμπα-Σπύρος την καλησπέρισε και εκείνη τον έβαλε να καθίσει κοντά στο αναμμένο τζάκι και του πρόσφερε και λίγο τσάι για να ζεσταθεί.

Αφού συνήλθε από το κρύο ο μπαρμπα-Σπύρος τη ρώτησε από που είναι και γιατί μένει μόνη της μέσα στο δάσος κι εκείνη άρχισε να του λέει την ιστορία της:

– Με λένε κυρά-Καλή. Μένω εδώ μόνη μου γύρω στα πενήντα χρόνια. Δε με ξέρει κανένας και δε ξέρω κανέναν. Δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα μου σε περαστικό. Απόψε έκανα όμως μια εξαίρεση, γιατί χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου την χαμένη μου αδερφή, που μου είπε να δεχτώ τον ξένο που θα μου χτυπούσε την πόρτα απόψε.

– Είναι πολλά χρόνια που έχεις χάσει την αδερφή σου κυρά-Καλή;

ρώτησε ο μπαρμπα-Σπύρος κι εκείνη του απάντησε:

– Την χάσαμε πριν τριάντα χρόνια, τα Χριστούγεννα. Ο παππούς μου είχε βρει πριν λίγες μέρες μέσα σε μια σπηλιά στο απέναντι βουνό, την Τρύπα του Αράπη όπως την λένε, ένα παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.

Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχουν δυο μεγάλοι βράχοι, κολλητά ο ένας στον άλλον. Κάθε Χριστούγεννα οι δυο αυτοί βράχοι ανοίγουν για ένα λεπτό. Μέσα από το άνοιγμα τους ξεπροβάλλει ένα χέρι, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο, πότε με φαρμακερά φίδια και πότε με χρυσά φλουριά.

Αν βρεθεί κάποιος εκεί, μπορεί να πάρει το καλάθι, κι αν είναι τυχερός θα είναι γεμάτο με φλουριά, αλλιώς θα είναι αυτό με τα φίδια.

Αν δε βρεθεί κανείς εκεί, για να πάρει το καλάθι, το χέρι αποτραβιέται και οι βράχοι κλείνουν, για να ανοίξουν πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η αδερφή μου έφυγε κρυφά και πήγε στη σπηλιά, ήταν όμως δυστυχώς άτυχη. 

Ο μπαρμπα-Σπύρος σαν άκουσε αυτή την παράξενη ιστορία. το σκέφτηκε για λίγο και είπε στην κυρά-Καλή:

– Θέλεις να δοκιμάσουμε μαζί της τύχη μας;

– Φοβάμαι!Κι αν είμαστε άτυχοι;

του απάντησε εκείνη.

– Μη φοβάσαι. Να δεις που θα πάνε όλα καλά!Έχε λίγη πίστη. Την παραμονή των Χριστουγέννων θα με οδηγήσεις στην τρύπα του Αράπη.

Η γριά δέχτηκε. Έστρωσε στον μπαρμπα-Σπύρο να κοιμηθεί και όταν ξημέρωσε ο μπαρμπα-Σπύρος πήγε σπίτι του. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και έφτιαξε έναν μικρό σταυρό και τον έδεσε στο λαιμό του να τον φυλάει.

Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει ξεκίνησε για το σπίτι της κυρά-Καλής, ώστε να προλάβουν να φτάσουν στη σπηλιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνο το βράδυ στο βουνό. Ο αέρας δε φυσούσε πια με ορμή. Μόνο λίγο χιόνι έπεφτε απαλά και στόλιζε γύρω τα δέντρα.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφτασαν στη σπηλιά. Μπήκαν μέσα και πλησίασαν προσεκτικά τους δυο βράχους. Σταμάτησαν και τους κοίταζαν με ανησυχία. Η καρδιά τους από την αγωνία χτυπούσε πολύ γρήγορα κι όσο περνούσε η ώρα η αγωνία τους μεγάλωνε.

Ο μπαρμπα-Σπύρος στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα των βράχων και η κυρά-Καλή φώτιζε μπροστά του με το λαδοφάναρο.

Στις δώδεκα ακριβώς, οι δυο βράχοι άνοιξαν απότομα κι ένα χέρι φάνηκε να βγαίνει από το άνοιγμα, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι.

Ο μπαρμπα-Σπύρος σταυροκοπήθηκε βιαστικά και σήκωσε τα χέρια του να πιάσει το καλάθι. Όταν το πλησίασε κοντά του, μια λάμψη θάμπωσε τα μάτια του. Το καλάθι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!

Η κυρά-Καλή αγκάλιασε τον μπαρμπα-Σπύρο και οι δυο τους άρχισαν να κλαιν από συγκίνηση.

Το χέρι τραβήχτηκε προς τα μέσα και οι βράχοι έκλεισαν.

Οι δυο γέροι πήραν το καλάθι και γεμάτοι χαρά ξεκίνησαν για το σπίτι της κυρά-Καλής.

Από εκείνη την μέρα συνέχισαν να μένουν μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, βοηθώντας και όποιον είχε ανάγκη.

Πηγή: Τα ωραιότερα παραμύθια για τα Χριστούγεννα  και την  Πρωτοχρονιά

Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:

Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για δέρμα. Πω πω, τι θα κάνω;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και τράβηξε στεναχωρημένος για τον πάγκο του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο μικρές και ταχτικές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.

Ακόμη αναρωτιόταν ποιος μπορεί να τα είχε φτιάξει, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα είχε πληρωθεί ποτέ του ο παπουτσής! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερο δέρμα και φαγητό για την οικογένεια του.

Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο δέρμα. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την προηγούμενη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.

Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:

– Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο μικρές ραφές;

Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν πατήσει ξανά στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι έκοψε περισσότερα κομμάτια.

Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και τέσσερα, γίνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε γνωστός σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.

Παράλληλα όμως τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που του έφτιαχνε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν αυτοί οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα γρήγορο τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και αμέσως μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες. Ύστερα τράβηξαν προς τον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες του μάστορα. Πριν ξημερώσει, τρία πανέμορφα ζευγάρια παπούτσια ήταν έτοιμα πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία τους, τακτοποίησαν και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει.

Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του  παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έκοψε κι έραψε δυο ζευγάρια μπότες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα  με εδέσματα.  Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά τρύπωσαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. Έπειτα φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν τα κεράσματα κι εξαφανίστηκαν σαν αστραπή.

Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Είχαν καταλάβει πως ο παπουτσής και η γυναίκα του, τους είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.

Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο γνωστό πια, που είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο ταχτικές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν το πρόσεχε. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους είχαν βοηθήσει.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η Μυρσίνη

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδερφές, που ήταν ορφανές. Δεν είχαν ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η καλύτερη. Κι όταν κοντοζύγωνε να βασιλέψει ο ήλιος, στάθηκαν και οι τρεις στη σειρά και είπαν στον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι μεγαλύτερες αδερφές δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι φαρμακωμένες. Την άλλη μέρα οι δυο οι μεγαλύτερες έβαλαν τα καλά τους, στολίστηκαν και την καημένη τη μικρή, που την έλεγαν Μυρσίνη, την έντυσαν με τα χειρότερα και πιο λερωμένα ρούχα και πήγαν πάλι να ρωτήσουν τον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε πάλι:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι αδερφές της Μυρσίνης, δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι πολύ καταφρονημένες. Την τρίτη μέρα ξαναρώτησαν τον ήλιο κι αυτός τους έδωσε την ίδια απάντηση. Τότε πια φούντωσαν και οι δυο από τη ζήλια τους και αποφάσισαν να διώξουν την καημένη τη Μυρσίνη.

– Η μάνα μας έχει τόσα χρόνια που πέθανε και θα σηκωθούμε αύριο πολύ πρωί να πάμε να την ξαναχώσουμε. Μόνο θέλει να τα ετοιμάσουμε όλα αποβραδίς, γιατί η μάνα μας είναι πολύ μακριά θαμμένη πάνω στο βουνό και πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί.

Κι η δόλια η Μυρσίνη το πίστεψε και την άλλη μέρα πήρε ένα πρόσφορο και ένα πιάτο κόλλυβα και ξεκίνησαν να πάνε να ξαναχώσουν τη μάνα τους. Περπάτησαν, περπάτησαν κι έφτασαν μέσα σε ένα δάσος και πήγαν και καθίσαν κάτω από μια οξιά. Τότε είπε η μεγάλη:

– Να, εδώ είναι το μνήμα της μάνας μας. Φέρτε το φτυάρι να σκάψω.

– Αχ! Κοίτα να δεις τι πάθαμε, οι ξεχασιάρες! Με τι θα σκάψουμε; Ξεχάσαμε να πάρουμε το φτυάρι! Τώρα τι θα κάνουμε;

Τότε είπε η μεγάλη:

– Μια από μας θα πάει να το πάρει!

– Εγώ φοβάμαι!

…λέει η μεσαία.

– Γιατί εγώ; Πουλί που πετάει ξαφνικά να δω, θα μαρμαρώσω!

είπε η Μυρσίνη. Και τότε λέει η μεγάλη:

– Τότε εσύ Μυρσίνη θα καθίσεις εδώ κι εμείς θα πάμε να πάρουμε το φτυάρι, γιατί καμιά μας δε πηγαίνει μόνη της. Εσύ κάθισε εδώ και πρόσεχε τα κόλλυβα μέχρι να γυρίσουμε.

– Καλά, μόνο να γυρίσετε γρήγορα, γιατί κι εγώ φοβάμαι μόνη μου.

…τους είπε η Μυρσίνη και οι δυο αδερφές έφυγαν χαρούμενες. Η καημένη η Μυρσίνη περίμενε και περίμενε, μέχρι που βασίλεψε ο ήλιος. Σαν άρχισε να νυχτώνει, άρχισε να κλαίει. Από το πολύ κλάμα της, τη λυπήθηκαν μέχρι και τα δέντρα. Και μια οξιά της είπε:

– Μην κλαις κορίτσι μου. Ρίξε αυτή την κουλούρα που έχεις, κι όπου σταθεί, εκεί να πας να μείνεις. Και μη φοβάσαι τίποτα.

Έριξε λοιπόν η Μυρσίνη την κουλούρα κι άρχισε να τρέχει από πίσω της. Στάθηκε εδώ, στάθηκε εκεί και χωρίς να το καταλάβει η Μυρσίνη, κατέβηκε σε ένα λάκκο. Βλέπει μπροστά της ένα σπίτι και μπαίνει μέσα. Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν δώδεκα αδέρφια, οι μήνες, που όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και μόνο αργά το το βράδυ γύριζαν στο σπίτι. Έτσι, όταν έφτασε η Μυρσίνη, δεν ήταν κανείς εκεί. Η Μυρσίνη ανασκουμπώθηκε, πήρε τη σκούπα, καθάρισε όλο το σπίτι και κάθισε μετά και μαγείρεψε ένα όμορφο φαγητό. Έστρωσε το τραπέζι, έφαγε κι αυτή λίγο και κρύφτηκε στη σοφίτα του σπιτιού. Ύστερα από λίγο έφτασαν κι οι μήνες. Μπαίνουν μέσα και τι να δουν! Όλο το σπίτι σκουπισμένο, το τραπέζι στρωμένο, όλα έτοιμα! Οι μήνες ξαφνιάστηκαν κι αναρωτιόντουσαν:

– Ποιος είναι αυτός που μας έκανε αυτό το καλό; Να μη φοβάται τίποτα! Ας βγει, κι αν είναι αγόρι θα τον κάνουμε αδερφό μας, κι αν είναι κορίτσι θα την κάνουμε αδερφή μας.

Κανένας όμως δεν απάντησε. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, φάγανε το φαγητό κι έπεσαν στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν. Το πρωί σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε η Μυρσίνη κατέβηκε από τη σοφίτα, σκούπισε πάλι όλο το σπίτι και κάθισε κι έφτιαξε μια πίτα, μα τι πίτα! Πίτα που να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλα σου. Σαν βράδιασε έστρωσε το τραπέζι και ετοίμασε τα πάντα. Έκοψε κι αυτή ένα κομματάκι πίτα, έφαγε και πήγε και κρύφτηκε πάλι στη σοφίτα. Σε λίγο ήρθαν κι οι μήνες και όταν τα βρήκαν πάλι όλα έτοιμα, δεν ήξεραν τι να πουν. Κι έλεγαν:

– Μα ποιος μας κάνει αυτό το καλό; Ας βγει, κι ας μη φοβάται! 

Κι είπαν πολλά καλά λόγια, μα η Μυρσίνη δεν έβγαινε. Κάθισαν λοιπόν πάλι στο τραπέζι να φάνε και έπειτα πήγαν για ύπνο. Τότε λέει ο μικρότερος:

– Εγώ δε θα έρθω αύριο μαζί σας. Θα κάτσω εδώ και θα κρυφτώ, να δω ποιος είναι αυτός που έρχεται και μας τα κάνει όλα αυτά.

Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκαν όλοι κι έφυγαν και μόνο ο μικρός έμεινε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Τότε να σου κι εμφανίζεται η Μυρσίνη και την αρπάζει ο μικρός από το φουστάνι και της λέει:

– Εσύ είσαι κυρά που μας κάνεις αυτό το καλό και δε μας το λες, παρά μόνο κρύβεσαι; Μη φοβάσαι. Εμείς θα σε έχουμε σαν αδερφή μας. Αυτό εμείς στον ουρανό το ζητούσαμε και στη γη το βρήκαμε.

Τότε η Μυρσίνη ξεθάρρεψε και άρχισε να του διηγείται πως την άφησαν οι αδερφές της και πως βρέθηκε στο σπίτι τους. Το βράδυ όταν ήρθαν οι μήνες και είδαν τη Μυρσίνη πολύ χάρηκαν. Τόσο πολύ, που δεν ήξεραν τι να κάνουν από τη χαρά τους. Έπειτα κάθισαν κι έφαγαν όλοι μαζί σαν αδέρφια. Το επόμενο πρωί όταν σηκώθηκαν, είπαν στη Μυρσίνη πριν φύγουν:

– Αδερφούλα κάνε τις δουλειές σου όπως ξέρεις και το βράδυ θα δεις τι αδέρφια είμαστε.

Η Μυρσίνη έκανε όλες τις δουλειές και όταν άρχισε να βραδιάζει, βγήκε έξω από το σπίτι και περίμενε τα αδέρφια της. Και δεν περίμενε πολύ, αφού σε λίγο ήρθαν οι μήνες και είπαν χαρούμενοι:

– Γεια σου αδερφούλα!

– Καλώς τους!

– Πως πέρασες σήμερα;

– Καλά, εσείς;

– Μη ρωτάς για μας! Αν πέρασες εσύ καλά, είμαστε κι εμείς καλά.

– Ελάτε τώρα, μη στέκεστε. Είστε κουρασμένοι και το τραπέζι είναι στρωμένο.

– Καλά λες Μυρσίνη, να φάμε, γιατί πολύ πεινάσαμε σήμερα.

Μπήκαν λοιπόν μέσα και κάθισαν στο τραπέζι. Και αφού έφαγαν, ο ένας έδωσε στη Μυρσίνη μαλαματένια σκουλαρίκια, ο άλλος ολόχρυσο φόρεμα που είχε μέσα κεντημένο τον ουρανό με τ΄άστρα. Άλλοι της έφεραν φουστάνια που είχαν μέσα κεντημένα τη γη με τα χορτάρια και τη θάλασσα με τα ψάρια. Πράγματα που να τ΄ακούσει κανείς, θαρρείς πως είναι παραμύθι. Κι έτσι η Μυρσίνη περνούσε με τους μήνες πολύ όμορφα! Οι αδερφές της, όταν έμαθαν πως η Μυρσίνη ζει και είναι καλά, έσκασαν από τη ζήλια και βάλθηκαν να την φαρμακώσουν. Έφτιαξαν λοιπόν μια τούρτα κι έβαλαν μέσα δηλητήριο και πήγαν στη Μυρσίνη. Μόλις είχαν φύγει οι μήνες και η Μυρσίνη ήταν μόνη της στο σπίτι χτύπησαν την πόρτα.

– Ποιος είναι;

…ρώτησε από μέσα η Μυρσίνη.

Μυρσίνη, τόσο γρήγορα μας ξέχασες! Άνοιξε, οι αδερφές σου είμαστε. Φάγαμε τον τόπο να σε ψάχνουμε στο βουνό!

Η Μυρσίνη άνοιξε την πόρτα, έπεσε στην αγκαλιά τους κι άρχισε να κλαίει. Κι εκείνες τη ρώτησαν:

– Που χάθηκες; Εμείς γρήγορα γρήγορα πήγαμε στο σπίτι, πήραμε το φτυάρι και γυρίσαμε να σε βρούμε. Ψάξαμε από εδώ, ψάξαμε από εκεί, μα δε σε βρίσκαμε πουθενά. Και σκεφτήκαμε πως θα φοβήθηκες και πως θα πέρασε κανένας άνθρωπος και θα πήγες μαζί του σε κανένα χωριό. Έπειτα μάθαμε πως είσαι εδώ και ήρθαμε να σε δούμε. Και όπως βλέπουμε είσαι μια χαρά.

– Είμαι πάρα πολύ καλά! 

– Το βλέπουμε. Μόνο κοίτα να μη το κουνήσεις από εδώ, αφού σ΄αγαπούν τόσο πολύ. Εμείς τώρα φεύγουμε.

– Γιατί δε κάθεστε;

– Είμαστε βιαστικές. Άλλη φόρα. Έχε γεια Μυρσίνη!

– Στο καλό.

– Θα ερχόμαστε συχνά να σε βλέπουμε. Α, παραλίγο να το ξεχάσουμε. Σου φτιάξαμε κι αυτή τη τούρτα. Είναι από εκείνες που κάναμε για την ψυχή της μάνας μας. Πάρ΄την να την φας.

Κι η Μυρσίνη την πήρε κι όταν έφυγαν οι αδερφές της, έκοψε ένα κομμάτι και το έδωσε στο σκυλάκι που είχε και το καημένο ψόφησε. Τότε η Μυρσίνη κατάλαβε πως η τούρτα ήταν δηλητηριασμένη και πως οι αδερφές της ήθελαν να την φαρμακώσουν και δεν την έφαγε. Την έριξε στον φούρνο και κάηκε. Αφού πέρασαν λίγες μέρες οι αδερφές της Μυρσίνης έμαθαν πως δεν φαρμακώθηκε. Πήραν τότε ένα φαρμακωμένο δαχτυλίδι και πήγαν πάλι να την επισκεφτούν. Χτύπησαν την πόρτα και η Μυρσίνη δεν άνοιξε. Τότε αυτές είπαν:

– Άνοιξε Μυρσίνη, έχουμε να σου πούμε κάτι. Σου φέραμε ένα δαχτυλίδι της μάνας μας, γιατί εσύ όταν πέθανε ήσουν πολύ μικρή και δεν το ήξερες. Μας είχε δώσει εντολή να σου το δώσουμε όταν θα μεγάλωνες. 

Τότε η Μυρσίνη άνοιξε το παράθυρο και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόλις το έβαλε, έπεσε κάτω αναίσθητη. Το βράδυ που γύρισαν οι μήνες, μόλις την βρήκαν στο πάτωμα, άρχισαν να κλαίνε. Ύστερα από τρεις μέρες την έντυσαν στα χρυσά και την έβαλαν μέσα σε ένα μαλαματένιο σεντούκι και την είχαν μέσα στο σπίτι.

Μετά από λίγο καιρό πέρασε από εκεί ένα βασιλόπουλο. Όταν είδε το σεντούκι, του άρεσε πολύ και το ζήτησε από τους μήνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να του το δώσουν, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του το έδωσαν. Μα είπαν στο βασιλόπουλο να μην το ανοίξει ποτέ. Το βασιλόπουλο πήρε το σεντούκι και το πήγε στο παλάτι. Μια μέρα αρρώστησε βαριά που κόντευε να πεθάνει. Φώναξε λοιπόν τη μάνα του και της είπε:

– Μάνα θα πεθάνω και δε θα μάθω ποτέ τι έχει μέσα αυτό το σεντούκι. Φέρε το να το ανοίξω. Μόνο θέλω να είμαι μόνος μου.

Βγήκαν λοιπόν όλοι έξω και άνοιξε το σεντούκι. Και είδε τη Μυρσίνη στα ολόχρυσα ντυμένη και τόσο όμορφη που ήταν, σαν άγγελος. Το βασιλόπουλο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μετά από λίγο που συνήλθε, πρόσεξε το δαχτυλίδι της Μυρσίνης και το έβγαλε να δει αν έγραφε το όνομα της μέσα. Μόλις το έβγαλε από το χέρι της, η Μυρσίνη άνοιξε τα μάτια της και πετάχτηκε από το σεντούκι. Και είπε:

– Που είμαι; Ποιος με έφερε εδώ; Εδώ δεν είναι το σπίτι μου. Που είναι τα αδέρφια μου;

– Εγώ τώρα είμαι αδερφός σου και είσαι στο παλάτι του βασιλιά.

…της απάντησε το βασιλόπουλο και της διηγήθηκε όλη την ιστορία με το σεντούκι. Τότε η Μυρσίνη θυμήθηκε τις αδερφές της και είπε:

– Βασιλιά μου, αυτό το δαχτυλίδι ριξ΄το μέσα στη θάλασσα, γιατί είναι φαρμακωμένο και μαγεμένο. Μου το έδωσαν οι αδερφές μου και μόλις το φόρεσα έμεινα όπως με βρήκες. 

Η Μυρσίνη είπε στο βασιλόπουλο όλη την ιστορία της κι αυτό θύμωσε πάρα πολύ και της είπε:

– Αυτές τις αδερφές σου θα τις βρω όπου κι αν είναι και θα τις τιμωρήσω.

– Όχι βασιλιά μου, να χαρείς, μην κάνεις τίποτα. Θα το βρουν από αλλού.

…του είπε η Μυρσίνη. Όταν έγινε καλά το βασιλόπουλο, παντρεύτηκε τη Μυρσίνη και ζούσαν πολύ καλά. Σαν έμαθαν οι αδερφές της πως η Μυρσίνη ζει και μάλιστα πως παντρεύτηκε το βασιλόπουλο, δε τις χωρούσε ο τόπος από τη ζήλια τους. Και πήγαν στο παλάτι. Βρήκαν έναν αυλικό και τον ρώτησαν:

Που είναι η βασίλισσα Μυρσίνη; Είμαστε οι αδερφές της και ήρθαμε να τη δούμε.

– Χωρίς την άδεια του βασιλιά, κανείς δε μπορεί να δει τη Μυρσίνη. 

…τους απάντησε ο αυλικός και πήγε να βρει τον βασιλιά. Και του είπε:

– Βασιλιά μου, ήρθαν δυο κορίτσια και λένε πως είναι αδερφές της βασίλισσας Μυρσίνης. Θέλουν να την δουν. Έχω την άδεια σας να τις αφήσω να περάσουν;

– Γρήγορα αυτά τα κορίτσια να τα πάρετε και να τα εξαφανίσετε, γιατί ήρθαν να φαρμακώσουν τη βασίλισσα.

Και πήραν τις αδερφές, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν. Ούτε φάνηκαν, ούτε ακούστηκαν πουθενά. Κι έτσι ζούσαν και βασίλευαν η Μυρσίνη και το βασιλόπουλο, κι όλος ο κόσμος μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για αυτήν και τα καλά που έκανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο σκύλος και ο λύκος

Μύθος του Αισώπου –

Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.

Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

Γεια σου ξάδερφε!

…του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.

– Γεια σου!

…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

– Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;

…τον ρώτησε ο λύκος.

– Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω.

…αποκρίθηκε ο σκύλος. Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

– Ώστε τρως πολύ, ε;

…τον ρώτησε.

Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.

…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

Και τι τρως, αν επιτρέπεται;

– Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..

– Και κάθε πότε τρως;

– Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;

– Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου.

…απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι;

…ρώτησε ο λύκος.

Είναι ένα πέτσινο λουρί.

– Και γιατί το φοράς;

– Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.

– Την αλυσίδα;

…ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.

 

…είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το μεγάλο κατόρθωμα

Μύθοι του Αισώπου –

Ήταν κάποτε μια αλογόμυγα που κατοικούσε στην ουρά ενός αλόγου. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της και μια μέρα διηγήθηκε σε δυο άλλες αλογόμυγες, ένα μεγάλο κατόρθωμα που είχε κάνει.

Εμένα που με βλέπετε, έχω κάνει ένα κατόρθωμα που καμιά από εσάς δε μπορεί να το κάνει. Μια μέρα δυο άλογα τραβούσαν ένα αμάξι με ανθρώπους που ταξίδευαν. Μα στην ανηφόρα τα άλογα κουράστηκαν και σταμάτησαν να προχωρούν. Εγώ είχα ξαπλώσει στη χαίτη του ενός αλόγου, όταν άκουσα τον αμαξά να μαστιγώνει το άλογο και να τους φωνάζει «Άντε! Χοπ! Χοπ»! Μα τα άλογα δε κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κι ο αμαξάς είπε τότε στους επιβάτες να κατεβούν για να ελαφρώσει το αμάξι και συνέχισε να φωνάζει! Αλλά πού να κουνηθούν εκείνα! Και τότε ξέρετε τι έκανα;

…καυχιόνταν η αλογόμυγα.

– Τι;

…ρώτησαν με περιέργεια οι άλλες δυο.

– Αρπάζω τα χαλινάρια και τα τραβώ με όλη μου τη δύναμη και φώναζα στα άλογα να κουνηθούν! Και τότε, τα άλογα ξεκίνησαν. Αν δεν ήμουν εγώ, δε θα μπορούσαν να βγάλουν την ανηφόρα. Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το κατόρθωμα μου;

– Μπράβο! Μα πως τα κατάφερες;

…ρώτησαν οι δυο φίλες της.

Με τη δύναμη μου! Είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα στον κόσμο!

…απάντησε εκείνη.

Οι αλογόμυγες την κοίταζαν και την ξανακοίταζαν με θαυμασμό! Βλέπετε ήταν πολύ κουτές για να καταλάβουν ότι τα άλογα είχαν ξεκινήσει από τις φωνές του αμαξά και όχι από τη δύναμη της αλογόμυγας.

Αλλά, όταν κάποιος είναι περήφανος, νομίζει ότι μπορεί να κάνει θαύματα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η Μαρούλα

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα ζώα είχαν ακόμα λαλιά που την καταλάβαινε ο άνθρωπος, σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και κάθε μέρα παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί. Ένα πρωί που στεκόταν στο παραθύρι της, γυρνάει στον ήλιο και του λέει:

– Ήλιε μου, κυρ Ήλιε μου, δώσε μου ένα παιδί και σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρ’ το.

Άκουσε τα παρακάλια της ο Ήλιος και της έδωσε ένα κοριτσάκι όμορφο σαν την αυγή και αυτή το ονόμασε Μαρούλα. Κι ήταν όλο χαρά που έκανε παιδί. Όσο μεγάλωνε η Μαρούλα, τόσο και ομόρφαινε. Ώσπου έγινε δώδεκα χρονών. Μια μέρα που πήγε στη βρύση για νερό, την βλέπει ο Ήλιος και μεταμορφώνεται σε ένα παλικάρι και πάει κοντά της και της λέει:

– Να πεις της μάνας σου, εκείνο που μου έταξε, πότε θα μου το δώσει;

– Ποιος είσαι εσύ;

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι "Η Μαρούλα"

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι «Η Μαρούλα»

…ρώτησε η Μαρούλα  και το παλικάρι της αποκρίθηκε:

– Πες εσύ της μάνας σου και εκείνη θα καταλάβει ποιος είμαι.

– Καλά, θα το πω.

…είπε η Μαρούλα και φορτώθηκε τη στάμνα της. Όταν γύρισε στο  σπίτι είπε στην μάνα της:

– Μάνα, στη βρύση που ήμουν, με βρήκε ένα παλικάρι! Τόσο όμορφο ήταν, που έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκείνο το πρόσωπο του ήταν τόσο λαμπερό! Και μου είπε, πότε θα του δώσεις εκείνο που του έταξες; Τον ρώτησα ποιος είναι και εκείνος μου είπε πως θα καταλάβεις ποιος είναι.

Κι η μάνα της αναστέναξε και της είπε:

– Το ξέρω κορίτσι μου αυτό το παλικάρι. Μόνο να του πεις, αν σε ξαναβρεί, πως ξέχασες να μου το πεις.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα πήγε και πάλι στην βρύση για νερό κι όταν ο  Ήλιος την είδε κατέβηκε ξανά με την μορφή του παλικαριού και της είπε:

– Είπες της μάνας σου αυτά που σου είπα τις προάλλες;

– Ξέχασα να το πω.

…του λέει αυτή. Τότε ο Ήλιος της δίνει ένα χρυσό μήλο και της λέει:

– Πάρε αυτό το μήλο και βάλτο μέσα στον κόρφο σου και το βράδυ, όταν σε ξεντύνει η μάνα σου για να κοιμηθείς, θα πέσει το μήλο και θα θυμηθείς να της το πεις.

Πηγαίνει λοιπόν, η Μαρούλα με μια χαρά στο σπίτι και λέει στη μάνα της:

– Εκείνο το παλικάρι, που μου είπε να σε ρωτήσω πότε θα του δώσεις το τάμα που του έταξες, με βρήκε πάλι και μου έδωσε αυτό το μήλο. Και μου παρήγγειλε να το βάλω στον κόρφο μου και το βράδυ, όταν με ξεντύσεις, όταν πέσει και το δω να θυμηθώ να σου το πω. 

– Όταν το βρει, ας το πάρει!

…είπε η μάνα της και έβαλε στο νου της να μην το ξαναστείλει πια το κορίτσι για νερό.

Για αρκετό καιρό δεν την έστελνε στην βρύση τη Μαρούλα, μα ύστερα ξεθάρρεψε, ξέχασε το γεγονός και την έστειλε ξανά. Σαν την είδε όμως ο Ήλιος, έγινε πάλι ένα παλικάρι και κατέβηκε και την ρώτησε, τι της είπε η μάνα της για το τάμα που του έταξε.

– Α, σαν το βρεις, είπε, ας το πάρεις.

…του λέει η Μαρούλα.

Την παίρνει τότε ο Ήλιος από το χέρι και την πάει μακριά στο παλάτι του, που ήτανε χτισμένο μπροστά από ένα ωραίο περιβόλι.

Όλη τη μέρα ο Ήλιος έλειπε κι άφηνε τη Μαρούλα στο περιβόλι να παίζει και το βράδυ γυρνούσε πίσω στο παλάτι του. Μα η καημένη η Μαρούλα, αν και είχε όλα τα καλά στο παλάτι του Ήλιου, θυμόταν τη μάνα της. Κι όλη τη μέρα καθόταν στο περιβόλι κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και έβαζε τα χέρια της και μαδούσε τα μάγουλα της. Και μαραίνονταν τα μαρούλια κι έπεφταν κάτω τα δέντρα από το κλάμα της Μαρούλας. Ερχόταν το βράδυ ο Ήλιος κι έβλεπε τη Μαρούλα με πρησμένα τα μάτια και κομματιασμένα τα μάγουλα.

Ποιος σε έκανε έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο πετεινός ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα κάθισε στο περιβόλι κι άρχισε πάλι να κλαίει και να σκίζει τα μάγουλα της και να λέει:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και μαραίνονταν τα μαρούλια και πέφτανε τα δέντρα κάτω. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, την βλέπει πάλι με κομματιασμένα μάγουλα.

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο γάτος ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Πάει πάλι το άλλο πρωί η Μαρούλα στο περιβόλι και σαν κάθισε  θυμήθηκε τη μάνα της κι έκανε πάλι τα μάγουλα της όλο αίματα κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Μαράθηκαν λοιπόν όλα τα μαρούλια, έπεσαν κι όλα τα δέντρα κι απόμεινε το περιβόλι ξύλο – κούτσουρο. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, βλέπει τη Μαρούλα όλο αίματα:

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Πέρασα από μια τριανταφυλλιά κι εκείνη με έσκισε με τα αγκάθια της.

Το άλλο πρωί όμως  ο Ήλιος, σαν βγήκε έξω, συλλογίστηκε: Δεν πάω να δω τι κάνει η Μαρούλα στο περιβόλι; Γυρίζει λοιπόν πίσω και τι να δει; Τη Μαρούλα να κλαίει και να ξεσκίζει τα μάγουλα της. Πάει κοντά της και της λέει:

– Γιατί κλαις Μαρούλα μου; Μπας και στεναχωριέσαι εδώ πέρα;

– Όχι, δε στεναχωριέμαι.

– Τότε γιατί κλαις; Μπας και θέλεις να πας πίσω στη μάνα σου;

– Ναι, θέλω να πάω στη μάνα μου!

…λέει η Μαρούλα.

– Ε, αφού θέλεις να πας στη μάνα σου, εγώ θα σε στείλω.

…της λέει ο Ήλιος.

Την πήρε λοιπόν από το χέρι και την πήγε στην άκρη του περιβολιού κι εκεί άρχισε να φωνάζει:

Λιονταράκια, λιονταράκια!

Κι ήρθαν τα λιονταράκια.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

– Αλεπουδάκια, αλεπουδάκια!

Κι ήρθαν οι αλεπούδες.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

Ελαφάκια, ελαφάκια!

Κι ήρθαν τα ελαφάκια τρέχοντας.

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Δροσερό, δροσερό χορταράκι και καθαρό, καθαρό νεράκι.

– Να έχετε την ευχή μου.

…τους λέει ο Ήλιος κι ανεβάζει τη Μαρούλα στα κέρατα ενός ελαφιού, τη στολίζει με φλουριά και τη στέλνει στη μάνα της.

Πήγε, πήγε το ελάφι, μα κάποια στιγμή πείνασε. Βρίσκει ένα κυπαρίσσι και λέει:

– Σκύψε κυπαρίσσι, να βάλω πάνω τη Μαρούλα!

Έσκυψε το κυπαρίσσι κι έβαλε τη Μαρούλα.

– Εγώ, θα πάω λιγάκι να βοσκήσω κι ύστερα θα ρθω να σε πάρω. Μα να μη φωνάξεις παρά μόνο αν τύχει και με χρειαστείς, για να μπορέσω να βοσκήσω.

…της είπε το ελάφι.

Καλά, πήγαινε.

…απάντησε η Μαρούλα.

Κάτω από το κυπαρίσσι ήταν ένα πηγάδι κι εκεί κοντά καθόταν μια λάμια με τρεις θυγατέρες κι έστειλε τη μια της θυγατέρα να της φέρει νερό από το πηγάδι. Εκείνη λοιπόν, μόλις έσκυψε να ρίξει τον κουβά στο πηγάδι, είδε το πρόσωπο της Μαρούλας, που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό και θάρρεψε πως ήταν το δικό της. Πετάει τον κουβά της και πάει σπίτι της χορεύοντας.

– Έφερες νερό;

…τη ρωτάει η μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Η μάνα της απόμεινε. Στέλνει τη δεύτερη κόρη στο πηγάδι, μα κι αυτή μόλις είδε το πρόσωπο της Μαρούλας στο νερό, το πέρασε για δικό της. Δίνει κι αυτή ένα πέταμα του κουβά και πάει τρέχοντας στη μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Στέλνει ύστερα την τρίτη κόρη της στο πηγάδι, μα κι αυτή τα ίδια. Κινάει τότε η μάνα τους να πάει η ίδια στο πηγάδι. Σκύβει, κοιτάει στο νερό, βλέπει το πρόσωπο της Μαρούλας. Κοιτάει επάνω, βλέπει και την ίδια και ξέσπασε σε γέλια.

– Εσύ ήσουν που έβλεπαν στο νερό οι κόρες μου και μου ήρθαν ξετρελαμένες και για χατίρι σου άφησα κι εγώ το ζύμωμα μου σύξυλο! Κατέβα κάτω να σε φάω!

– Πήγαινε πρώτα να ζυμώσεις κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

…της λέει η Μαρούλα. Τρέχει η λάμια στο σπίτι της, ζυμώνει γρήγορα γρήγορα κι ύστερα έρχεται τρέχοντας ξανά στη Μαρούλα.

– Ζύμωσα, κατέβα τώρα κάτω να σε φάω.

– Πήγαινε να πλάσεις πρώτα τα ψωμιά σου κι ύστερα έρχεσαι.

Τρέχει εκείνη, πλάθει τα ψωμιά και γυρίζει ξανά τρέχοντας.

– Τα έπλασα, κατέβα τώρα να σε φάω.

– Πήγαινε πρώτα να ζεστάνεις το φούρνο κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

Πάει η λάμια, ζεσταίνει το φούρνο και γυρίζει πίσω.

– Τον ζέστανα, κατέβα να σε φάω.

– Φούρνισε πρώτα τα ψωμιά, μη σου κρυώσει ο φούρνος κι έρχεσαι ύστερα και με τρως.

Φεύγει η λάμια να πάει να φουρνίσει κι η Μαρούλα τότε βάζει μια φωνή:

– Ελαφάκι, ελαφάκι!

Άκουσε το ελαφάκι κι ήρθε τρέχοντας.

– Γρήγορα, ήρθε η λάμια να με φάει!

… του λέει η Μαρούλα και τότε λέει το ελαφάκι στο κυπαρίσσι:

– Χαμήλωσε κυπαρίσσι, να πάρω τη Μαρούλα!

Χαμήλωσε το δέντρο και πήρε τη Μαρούλα κι άρχισε να τρέχει. Στο δρόμο που πήγαινε, ανταμώνει ένα ποντικάκι και του λέει:

Ποντικάκι, αν σε ανταμώσει η λάμια και σε ρωτήσει αν μας είδες, να της λες λόγια λόγια, να την χασομερήσεις για να μη μας φτάσει.

Μετά από λίγο, περνάει η λάμια και του λέει:

– Ε, ποντικάκι, μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

Της λέει το ποντικάκι:

– Εδώ βρήκα μια τουλούπα μαλλί.

Του λέει η λάμια:

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το ξάνω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το κλώσω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το υφάνω!

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Δεν είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Την είδα, τρέχα να την φτάσεις.

…λέει το ποντικάκι. Εκεί που έτρεχε το ελαφάκι και κόντευε να φτάσει στο σπίτι της μάνας της, την ένιωσε ο σκύλος τη Μαρούλα κι άρχισε να φωνάζει:

– Γαβ, γαβ! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ουστ, παλιόσκυλο! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Ύστερα την ένιωσε ο γάτος πάνω στα κεραμίδια και φώναξε:

– Μιάου, μιάου! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ψιτ, παλιόγατα! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Τότε την ένιωσε ο πετεινός και φώναξε:

– Κικιρίκου, κικιρίκου!Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

Ξιού, παλιοπετεινέ! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Όσο όμως κοντοζύγωνε το ελαφάκι στο σπίτι, τόσο κοντοζύγωνε κι η λάμια. Κι όταν έκανε το ελαφάκι να χωθεί μέσα στο σπίτι, προλαβαίνει η λάμια κι αρπάζει την ουρά του.

– Ωχ, η ουρίτσα μου, η ουρίτσα μου!

…φώναξε το ελαφάκι.

Σαν μπήκε μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε η μάνα της Μαρούλας και το καλωσόρισε:

– Καλώς το! Αφού μου έφερες τη Μαρούλα μου, εγώ θα σου βάλω την ουρίτσα σου.

Και πήρε βαμβάκι και του έβαλε την ουρά του. Κι από τότε έζησε με το κοριτσάκι της καλά κι εμείς καλύτερα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η χελώνα που ήθελε να πετάξει

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού μια χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καημό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.

Τι κατάρα είναι αυτή! Σέρνω κάθε μέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ να ‘μουν κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πως ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά.

Μια μέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της, την λυπήθηκαν και την ρώτησαν:

Θέλεις αλήθεια να πετάξεις κυρά Χελώνα;

– Αν θέλω; Αυτό είναι το μεγάλο μου όνειρο. Ας πετάξω μια φορά κι ας πεθάνω, που λέει ο λόγος! Αλλά πως;

…απάντησε και αναρωτήθηκε.

Υπάρχει ένας τρόπος. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδερφή μου θα πιάσουμε με τα ράμφη μας τις δυο άκρες και θα σε πάρουμε μαζί μας!

…της πρότεινε η μια πάπια.

Η χελώνα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες με τα ράμφη τους, άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας μαζί τους την χελώνα.

Το πόσο χαιρόταν η χελώνα δε λέγεται! Επιτέλους είχε πραγματοποιήσει το όνειρο της! Για μια στιγμή μάλιστα πίστεψε ότι θα μπορούσε να πετάξει και μόνη της! Και τότε, άφησε η κουτή το ξύλο που κρατούσε με τα δόντια της και έπεσε στο χώμα και τραυματίστηκε.

Από εκείνη τη μέρα κατάλαβε ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένη με τη μορφή που της έδωσε η φύση και να μη ζηλεύει τα άλλα ζώα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το πάθημα του λύκου

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό το λιοντάρι, ο βασιλιάς των ζώων, αρρώστησε βαριά. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί.

Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε κι η σειρά του λύκου.

Βασιλιά μου, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα, είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήρθε ούτε στο κάλεσμα σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει αν πεθάνεις.

Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε συμπαθούσε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!

– Ώστε έτσι! Να την βρείτε αμέσως και να την φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!

…φώναξε θυμωμένο το λιοντάριΟ λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έρθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι όμως, πέταξε γρήγορα, βρήκε την αλεπού και της είπε:

– Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.

– Σε ευχαριστώ καλό μου πουλάκι. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλιτώσω!

…είπε η αλεπού. Mάζεψε μερικά αγριόχορτα και τράβηξε προς τη σπηλιά του λιονταριού.Όταν την είδε το λιοντάρι άφρισε από το κακό του και της φώναξε:

– Έλα εδώ! Πού ήσουν; Δεν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά μου;

– Ναι, βασιλιά μου. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, για αυτό πριν έρθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.

…απάντησε η αλεπού.

– Ώστε για αυτό άργησες; Καλά έκανες! Θα γίνω καλά αν πάρω αυτά τα βότανα;

– Ναι, βασιλιά μου! Μόνο που χρειάζεται να τα ανακατέψεις με κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.

– Με τι; 

…ρώτησε το λιοντάρι.

– Να τα βράσεις μαζί με μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια εσύ ξέρεις που θα τη βρεις.

– Και βέβαια ξέρω! Θα κόψω τη γλώσσα του λύκου!

Το είπε και το έκανε αμέσως. Έτσι η πονηρή αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας

Μύθος από τη Γαλλία –

Η Αντέλ ήταν μια νέα βοσκοπούλα, όμορφη και ντροπαλή. Κοκκίνιζε κάθε φορά που συναντούσε ένα ωραίο αγόρι, που της έκανε τα γλυκά μάτια. Πολλές φορές είχε ακούσει να λένε ιστορίες για βοσκοπούλες που τις ζήτησαν σε γάμο πρίγκιπες ή βασιλιάδες. Βέβαια έκανε πως δεν το πίστευε, όμως κάθε φορά που περνούσε κάποιος άγνωστος καλοντυμένος καβαλάρης, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Αλλά κανένας δεν την πρόσεξε ποτέ, παρά μόνο της φώναζαν:

– Γρήγορα, κάνε στην άκρη το κοπάδι σου να περάσω! Βιάζομαι!

Η Αντέλ έβαζε τα ζώα στη σειρά, κατά μήκος του δρόμου και ο καβαλάρης περνούσε καλπάζοντας σε ένα σύννεφο σκόνης που πετούσε στον αέρα, όπως πετάνε τα όνειρα που κάνουν όλες οι βοσκοπούλες.

Και η ζωή της κοπέλας κυλούσε μονότονα, φροντίζοντας τις χήνες, τα γουρούνια, τις κατσίκες και τα πρόβατα της.

Ένα πρωί όμως, εκεί που φυλούσε το κοπάδι της στο λιβάδι, που είναι ακριβώς μετά την γωνία του δάσους, άκουσε βογκητά. Έρχονταν από τους πυκνούς βάτους που περιτριγύριζαν το δάσος.

Η Αντέλ, που είχε καλή καρδιά, έτρεξε, επειδή κατάλαβε πως κάποιος είχε πληγωθεί. Πράγματι, μόλις έκανε μερικά βήματα, παραμερίζοντας με το μπαστούνι της τους θάμνους, βρήκε έναν λύκο ξαπλωμένο, που έγλυφε μια πληγή στο πόδι του.

Τι έπαθες φτωχέ μου λύκε;

– Είναι περίεργο. Αν και έχω συνηθίσει να τρέχω μέσα στο δάσος, πάτησα ένα μαύρο αγκάθι, που μπήκε στο πόδι μου και με πονάει φριχτά. Αν μπορούσες να το βγάλεις, χωρίς να με πονέσεις, θα σου ήμουν ευγνώμων.

– Δεν είσαι και πολύ θαρραλέος για λύκος. Για ένα μαύρο αγκάθι στο πόδι παραπονιέσαι και βογκάς, σαν να σε πλήγωσε βαριά κάποιος κυνηγός.

– Είναι επειδή δεν είμαι ένας λύκος σαν…

Σταμάτησε ξαφνικά και η Αντέλ τον ρώτησε:

– Τι πήγες να πεις; Ότι δεν είσαι λύκος σαν όλους τους άλλους;

Ο λύκος έμοιαζε σκεφτικός κι ενώ η βοσκοπούλα έσκυψε για να τραβήξει το αγκάθι, αυτός πρόσθεσε:

– Ας πούμε ότι δεν είμαι ακριβώς σαν τους άλλους λύκους. Αλλά μη πιστέψεις πως ήρθα μέχρι την άκρη του δάσους με κακό σκοπό. Ξέρεις, είμαι ένας λύκος που του αρέσουν μόνο τα άγρια ζώα. Δε με ενδιαφέρουν τα πρόβατα. Το μαλλί, μου ερεθίζει το λαιμό. Α! Με πονάς!

– Μη φωνάζεις γκρινιάρη, τελείωσε!

…του είπε η κοπέλα, ενώ τραβούσε το μαύρο αγκάθι που ήταν μεγάλο σαν το δάχτυλο της.

Τώρα είμαι καλύτερα. Είσαι γενναία κοπέλα. Θα πω σε όλους τους φίλους μου, πως τα πρόβατα δεν είναι τροφή για λύκους. Και να δεις που θα με ακούσουν. Δε θα ξαναπειράξουν τα ζώα σου.

Ο λύκος της έγλυψε τα χέρια για να την ευχαριστήσει και έπειτα, κουτσαίνοντας λίγο, χάθηκε ανάμεσα στις μεγάλες βελανιδιές. Όταν ξαναγύρισε στο λιβάδι, η βοσκοπούλα είδε με τρόμο, ότι είχε εξαφανιστεί ολόκληρο το κοπάδι της. Έψαξε, φώναξε, γύρισε όλη την πεδιάδα, αλλά κανένα ίχνος από τα ζώα της.

Η καημένη η κοπέλα πήγε να ρίξει μια ματιά στη στάνη μα τίποτα. Επειδή όμως δε τολμούσε να γυρίσει στο αφεντικό της, έφυγε και πήγε να κρυφτεί μέσα στο δάσος. Αναρωτιόταν μήπως αυτός ο τόσο συμπαθητικός λύκος, την απασχόλησε επίτηδες, για να μπορέσουν οι συνεργάτες του να πάρουν τα πρόβατα της.

Αν και ήξερε πολύ καλά όλα τα μυστικά του δάσους και του βουνού, όταν έπεσε η νύχτα, η Αντέλ άρχισε να τρέμει.

Είχε στηριχθεί σε μια βελανιδιά, με την πλάτη κολλημένη στον χοντρό φλοιό και τα πόδια στηριγμένα σε μια τεράστια ρίζα. Κρατούσε την ανάσα της, άκουγε κάθε φύσημα του ανέμου, κάθε τρίξιμο, κάθε θόρυβο με αγωνία που συνεχώς μεγάλωνε. Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι ακούγεται μέτρα μακριά.

– Δεν είναι δυνατόν ο λύκος που βοήθησα να με πρόδωσε! Αν τουλάχιστον ερχόταν, θα φοβόμουν λιγότερο. Η φωνή του ήταν τόσο ζεστή και τα μαύρα μάτια του, τόσο όμορφα..Μακάρι να έρθει!

…σκεφτόταν η κοπέλα.

Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο από κλαδιά, πολύ κοντά της. Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, όταν μια φωνή της είπε:

Μη φοβάσαι όμορφη βοσκοπούλα, είμαι ο Φρεντερίκ, ο πρίγκηπας του βουνού.

– Μα έχεις την ίδια φωνή με έναν λύκο που βοήθησα το πρωί!

Ο νέος χαμογέλασε και είπε:

– Άσε με να σου πω την ιστορία μου όμορφη βοσκοπούλα και θα καταλάβεις.

Κάθισε δίπλα στην Αντέλ και άρχισε:

Μια μέρα ελευθέρωσα ένα ελάφι που είχε πιαστεί σε μια παγίδα. Την παγίδα όμως την είχε στήσει ο Σιπριέν-Ρουζ, ο κακός γίγαντας που μένει στη μεγάλη σπηλιά ψηλά στο βουνό.

– Ναι, έχω ακούσει να μιλάνε για αυτόν. Πρέπει να είναι πολύ κακός.

…απάντησε η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας συνέχισε:

– Για να με τιμωρήσει λοιπόν, με καταράστηκε. Με μεταμόρφωσε σε λύκο και γίνομαι πρίγκηπας πια μόνο τη νύχτα. Εμένα βοήθησες το πρωί. Θα είμαι για πάντα έτσι, εκτός κι αν καταφέρω να δώσω στον γίγαντα ένα φουστάνι φτιαγμένο από μαλλιά πριγκίπισσας.

Η Αντέλ σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Αν με παντρευόσουν θα ήμουν πριγκίπισσα;

– Κατάλαβα, θα μου έδινες τα μαλλιά σου και θα τελείωνε η υπόθεση. Μόνο που δε θα βρούμε κανέναν να μας παντρέψει μες στη νύχτα. Και το πρωί θα ξαναγίνω λύκος. Σίγουρα θέλεις να παντρευτείς έναν λύκο;

– Δε θα με πείραζε. Είσαι πολύ καλός λύκος. Και πίστεψε με αυτό θα παραξένευε πολύ κόσμο.

Ο Φρεντερίκ κουράστηκε πολύ, για να δώσει στην Αντέλ να καταλάβει ότι δεν είναι σωστό, κι ότι κανείς δε πρέπει να παντρεύεται για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Και την ρώτησε:

Δε θα προτιμούσες να παντρευτείς έναν πρίγκηπα;

– Ξέρεις, δεν πιστεύω ότι οι πρίγκιπες παντρεύονται τις βοσκοπούλες. Μου το έλεγαν από μικρή, αλλά ποτέ δε το πίστεψα.

– Να λοιπόν, που έχεις άδικο. Γιατί αν μπορέσεις να μου βρεις μαλλιά πριγκίπισσας, θα σε παντρευτώ ευχαρίστως.

Η Αντέλ δέχτηκε και πήγε να δουλέψει ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας άλλης πριγκίπισσας που της είχε πει ο Φρεντερίκ. Η πριγκίπισσα είχε μακριά ξανθά μαλλιά και κάθε πρωί, όταν την χτένιζε η Αντέλ, έβαζε στην άκρη λίγα μαλλιά, που τα ύφαινε το βράδυ στο δωμάτιο της.

Της πήρε πάνω από έναν χρόνο μέχρι να καταφέρει να φτιάξει το φουστάνι για τη γυναίκα του γίγαντα. Αλλά τι είναι ένας χρόνος υπομονής, μπροστά σε μια ζωή γεμάτη ευτυχία;

Ο Φρεντερίκ περίμενε κι όταν ο γίγαντας πήρε το φουστάνι, ο λύκος έγινα πάλι πρίγκηπας και παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα.

Και από εκείνη την ημέρα όλες οι φτωχές κοπέλες ελπίζουν και περιμένουν να φτάσει ο όμορφος πρίγκηπας.

Μόνο που ξεχνάνε ότι όλοι οι λύκοι δεν είναι πρίγκιπες.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: