Author Archives: Anastasia Violitzi

Οι άνθρωποι των βυθών

Μύθος από τη Βραζιλία – 

Πολύ κοντά στη θάλασσα, ο Μιγκέλ ζούσε φτωχικά γιατί δεν ήταν ψαράς και το μόνο που είχε ήταν μερικά μέτρα γης όπου καλλιεργούσε κουκιά. Κουραζόταν πολύ με το άγονο έδαφος κι η συγκομιδή του δεν ήταν ποτέ αρκετή. Ωστόσο ρίχνοντας μπόλικη κοπριά που μάζευε από το δρόμο, κατάφερε να πλουτίσει τη γη τόσο, που μια βροχερή χρονιά, η συγκομιδή δε θα ήταν πολύ πλούσια. Κάθε μέρα παρακολουθούσε την ωριμότητα τους και περίμενε ανυπόμονα την εποχή της συγκομιδής.

Κι η εποχή αυτή είχε φτάσει, όταν κάποιο πρωί ανακάλυψε πως τα μισά κουκιά του είχαν εξαφανιστεί τη νύχτα. Έξαλλος, όταν βράδιασε, πήρε ένα ρόπαλο και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και σκόρπιζε στη γη τόσο φως, που νόμιζες πως ήταν μέρα. Ο καιρός ήταν καλός και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το μούγκρισμα των κυμάτων στη γειτονική ακτή. Παλεύοντας με τον ύπνο, ο Μιγκέλ περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα είδε μια γυναίκα με ένα μακρύ άσπρο φόρεμα να μπαίνει στο χωράφι του και να μαζεύει τα κουκιά. Ο χωρικός έτρεξε να την προλάβει. Μόλις όμως τον είδε η γυναίκα, άρχισε να τρέχει προς την ακτή, αλλά το μακρύ της φόρεμα την εμπόδιζε και έπεσε στην άμμο. Εκεί τη σταμάτησε ο Μιγκέλ. Έγινε μια σύντομη πάλη, αλλά ο άντρας ήταν τόσο δυνατός κι η γυναίκα νικήθηκε γρήγορα.

Ο Μιγκέλ είδε τότε πως ήταν νέα και όμορφη.

– Ποια είσαι;

…την ρώτησε.

– Δε θα το μάθεις.

…του απάντησε σκληρά εκείνη.

– Δεν είσαι από εδώ. Δε σ’ έχω ξαναδεί.

Η γυναίκα δεν του απάτησε κι ο Μιγκέλ, κοιτάζοντας το κοφίνι της, είδε πως ήταν πλεγμένο από λεπτά φύκια.

– Από που είσαι λοιπόν κι έχεις κοφίνι από φύκια;

Η κοπέλα δίστασε λίγο και βλέποντας πως ο χωρικός δε θα την άφηνε, του είπε:

– Με λένε Κοντσίτα και ανήκω στο λαό, που ζει στα βάθη των θαλασσών.

Ο Μιγκέλ είχε ακούσει για αυτό το μυστηριώδη λαό, αλλά ποτέ δεν είχε πιστέψει πως υπήρχε. Αναστατωμένος, θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η μητέρα του.

«Οι κοπέλες του βυθού έχουν μάτια σαν τα φύκια και τα χείλη τους έχουν τη γεύση της αλμύρας.»

Αναγκάζοντας την κοπέλα να στρέψει το βλέμμα της προς τη σελήνη, είδε πως τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Τη φίλησε. Τα χείλη της ήταν αλμυρά. Ο Μιγκέλ της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι η Κοντσίτα δέχτηκε να τον παντρευτεί, αφού εκείνος της υποσχέθηκε πως δε θα καταριόταν ποτέ τους ανθρώπους του βυθού.

Η κοπέλα του χάρισε τρία όμορφα παιδιά κι ο χωρικός ήταν ευτυχισμένος. Ωστόσο η ευτυχία του Μιγκέλ δεν ήταν τέλεια, γιατί η γυναίκα του σκεφτόταν περισσότερο τον εαυτό της από τα παιδιά της. Δεν ήξερε να μαγειρεύει κι ούτε έπλενε και συγύριζε το σπίτι. Ο φτωχός χωρικός έπρεπε να ασχολείται με το σπίτι και να δουλεύει και στο χωράφι του.

Ζούσαν μαζί πέντε χρόνια, όταν κάποια μέρα ο Μιγκέλ, που ήταν πολύ κουρασμένος, άφησε το θυμό του να ξεσπάσει και φώναξε:

– Δεν είσαι ούτε καλή μητέρα, ούτε καλή σύζυγος. Δεν ξέρω πως ανατράφηκες, μα δεν είδα καμιά κοπέλα του τόπου μου να είναι τόσο αμελής και τεμπέλα σαν εσένα.

– Δε μ’ ενδιαφέρουν οι κοπέλες του τόπου σου. Για μένα οι μόνοι άνθρωποι που αξίζουν είναι εκείνοι που ζουν στο βυθό.

…του απάντησε η Κοντσίτα.

Τυφλωμένος από το θυμό του, ο Μιγκέλ την πλησίασε λέγοντας:

– Και εγώ αδιαφορώ για τους ανθρώπους του βυθού! Καταραμένοι να’ ναι!

Η Κοντσίτα, ακούγοντας τα λόγια του Μιγκέλ, έφυγε από το σπίτι. Ο Μιγκέλ νόμισε για μια στιγμή, πως θα πήγαινε να κρυφτεί σε καμιά γωνιά. Όταν όμως είδε τα παιδιά του να την ακολουθούν, άρχισε να ανησυχεί. Κι η ανησυχία του έγινε έκπληξη, όταν το τραπέζι, ο μπουφές, τα κρεβάτια και όλα τα έπιπλα του σπιτιού άρχισαν να πηγαίνουν πίσω από την Κοντσίτα.

Ο καημένος προσπάθησε να κρατήσει τουλάχιστον τον γάιδαρο του, που έφευγε κι αυτός, και τότε το ίδιο το σπίτι τραντάχτηκε και άρχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα.

Ο Μιγκέλ ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και αναγκάστηκε να στηριχτεί σε ένα δέντρο για να μην πέσει. Και από εκεί έβλεπε την οικογένεια του κι όλο του το βιος να χάνονται στα κύματα.

Έμεινε μόνος, χωρίς τίποτα. Ακόμη και τα εργαλεία του χάθηκαν κι ένας γείτονας του χάρισε τον κασμά του για να σκάψει το χωράφι του. Γιατί ήταν άξιος και ξανάρχισε πάλι τη δουλειά του. Κουραζόταν πολύ κι η συγκομιδή δεν ήταν πάντα ικανοποιητική, αλλά ποτέ πια κανείς δε βγήκε από τον ωκεανό να κλέψει τα κουκιά του.

Ο μύθος «Οι άνθρωποι των βυθών» μας έρχεται από την Βραζιλία

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Advertisements
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού

Μύθος από το Βέλγιο – 

Ο Ουαγιού ήταν παλιά ένα ποτάμι πολύ πιο βαθύ από ότι είναι σήμερα. Γύρω στην περιοχή του Ουαγιού βασίλευε ο φόβος κι ο τρόμος. Όλοι φοβόντουσαν ένα πλάσμα, που κανείς όμως δεν είχε δει. Το ονόμαζαν ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού, χωρίς καλά καλά να ξέρουν αν έμοιαζε με άνθρωπο ή με τέρας. Ήταν όμως γεγονός ότι φερόταν σαν τρομερό και άγριο θηρίο, αφού τρεφόταν με τις καρδιές των θυμάτων του.

Στην τροφή αυτή λένε, οφειλόταν το χάρισμα να βλέπει τη νύχτα, να διακρίνει ως το βυθό της θάλασσας ακόμη και πίσω από τα πιο χοντρά και δυνατά τείχη.

Όταν ήθελε να πιάσει κάποια πλύστρα, καθρέφτιζε μέσα στο νερό, ακριβώς μπροστά στα μάτια της κοπέλας, ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια διαμαντένια χτένα ή ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Φυσικά η κοπέλα βούταγε το χέρι της για να πιάσει το κόσμημα, και εκείνη τη στιγμή μια τρομαχτική δύναμη την τραβούσε στο βυθό του ποταμού.

Υπήρχαν φορές όμως, που ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού είχε όρεξη να φάει καρδιά παιδιού. Έκανε τότε να πλέει σε μια όχθη ένα όμορφο καραβάκι με κάτασπρα πανιά από εκείνα που αρέσουν σε όλα τα παιδιά.

Οι κάτοικοι της κοιλάδας δεν άντεχαν άλλο αυτή τη ζωή. Τα κορίτσια αρνούνταν να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μικρά παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά στο ποτάμι. Είχαν αρχίσει μάλιστα να αναρωτιούνται αν θα έπρεπε να χτίσουν ένα άλλο σχολείο και ένα μεγάλο πλυσταριό μακριά από τον Ουαγιού, από την ημέρα που εξαφανίστηκε μια γυναίκα, πολύ γριά. Αυτό ήταν πρωτοφανές γιατί ο τερατάνθρωπος άρπαζε πάντα μικρά παιδιά ή νεαρές κοπέλες.

Ωστόσο ο σιδεράς και δυο άλλοι χωρικοί υποστήριζαν ότι είχαν δει την άμοιρη γριούλα να πέφτει με το κεφάλι στο νερό και να χάνεται σαν να την τραβούσε κάποια αόρατη δύναμη. Οι συγγενείς της γριάς την έκλαψαν πολύ, αλλά κι όλο το χωριό την λυπήθηκε, γιατί αυτή η γυναίκα ήξερα να θεραπεύει με βότανα.

Πέρασαν δώδεκα μήνες. Στο διάστημα αυτό εξαφανίστηκαν δεκατέσσερα παιδιά και οχτώ γυναίκες. Ξαφνικά ένα πρωί που τα νερά ήταν σκεπασμένα με πυκνή ομίχλη, είδαν να ξαναπαρουσιάζεται η θεραπεύτρια.

Φαινόταν μια χαρά στην υγεία της και όταν κάθισε πλάι στη φωτιά και ήπιε ένα ζεστό ρόφημα, άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού την είχε τραβήξει στο σπίτι του, μια σπηλιά στα βάθη του ποταμού. Νόμιζε ότι θα της έτρωγε την καρδιά, αλλά όταν φτάσανε στο σπίτι του, άρχισε να της μιλάει ευγενικά, να την ρωτάει τι θέλει να πιει, τι θέλει να φάει, αν θέλει να ξεκουραστεί. Η γυναίκα από το φόβο της ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε. Του απάντησε ότι δε χρειαζόταν τίποτα και πως το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο σπίτι της. Και τότε ο τερατάνθρωπος της είπε πως θα γυρνούσε σπίτι της, μόνο αν γιατρέψει την γυναίκα του που είχε κρεβατωθεί από τους ρευματισμούς. Βλέπετε το σπίτι τους ήταν κάτω από νερό, και ήταν φυσικό να πάθει ρευματισμούς. Η γριά προσπάθησε να τον πείσει πως αυτό δεν ήταν μέρος για  μια γριά γυναίκα, αλλά μάταια. Βλέποντας λοιπόν ότι είναι ξεροκέφαλος, του έφτιαξε μια λίστα με τα βότανα που θα χρειαζόταν και έφυγε. Τα μάζεψε και ξαναγύρισε. Κι έτσι για ένα χρόνο η γριά θεράπευε τη γυναίκα του τερατανθρώπου, που είναι πλέον καλά στην υγεία της.

Όλο το χωριό άκουγε την αφήγηση της. Δύσπιστοι, μερικοί νεαροί χαμογελούσαν και σκούνταγαν ο ένας τον άλλο, αλλά οι μεγαλύτεροι κουνούσαν τα κεφάλια τους σκεφτικοί.

Όταν η γυναίκα σώπασε, έγινε μια παύση και κάποιος ρώτησε:

– Και τι έτρωγες όλο αυτόν τον καιρό;

Η θεραπεύτρια χαμήλωσε τα μάτια, έξυσε το πιγούνι της και απάντησε με τρεμάμενη φωνή:

– Εγώ ξέρετε, δεν είμαι δύσκολη στο φαγητό. Μαγείρευε ο ίδιος ο τερατάνθρωπος. Έχει δικές του συνταγές. Και ποτέ δε τον ρωτούσα. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως συνδυάζει το κρέας και το ψάρι με χορταρικά που δε τα ξέρω και που φυτρώνουν στα βάθη του ποταμού. Όμως ήταν όλα πολύ νόστιμα.

Καθένας  γύρισε στο σπίτι του και η ζωή στο χωριό συνεχίστηκε. Η θεραπεύτρια ξανάρχισε να γιατρεύει τους ανθρώπους, τα παιδιά εξακολούθησαν να χάνονται και τα κορίτσια δεν έλεγαν να πάνε για μπουγάδα.

Ωστόσο, υπήρχε κάτι που παραξένευε πολύ τον άντρα και τα παιδιά της γριάς. Όταν για παράδειγμα, κάθονταν στο τραπέζι και κάποιος χτυπούσε την πόρτα, η γριά έλεγε:

– Είναι ο τάδε.

Και ποτέ δεν έπεφτε έξω. Πολλές φορές κάρφωνε τα μάτια της στον τοίχο και έλεγε:

– Η κυρά Τάδε και η κυρά Δείνα γυρίζουν από τα ψώνια τους.

Κι αν κοίταζες από το παράθυρο έβλεπες πως δεν έκανε λάθος.

Η οικογένεια της δεν άργησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε μείνει ένα χρόνο στο σπίτι του τερατανθρώπου και σίγουρα θα είχε φάει και καρδιά παιδιού. Αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, αλλά αναγκάστηκαν να το δεχτούν και έκαναν ότι μπορούσαν για να μην το μάθουν οι άλλοι χωριανοί.

Αυτό που κανένας δεν ήξερε, ήταν πως αφού μπορούσε να βλέπει πίσω από τους τοίχους η γριά, είχε και τη δύναμη να βλέπει ότι ήταν αόρατο.

Έτσι λοιπόν, μια μέρα που πήγαινε για να πλύνει, είδε τον τερατάνθρωπο του Ουαγιού. Έκανε τον περίπατο του πλάι στο ποτάμι, ήσυχος πως ήταν αόρατος και πως δεν τον έβλεπε κανείς. Η γριά τον πλησίασε και ρώτησε:

– Μπα, πως από εδώ; Η γυναίκα σας είναι καλά;

Μερικοί περαστικοί που την άκουσαν να μιλάει μόνη της, νόμισαν πως είχε αρχίσει να τα χάνει. Και σάστισαν ακόμη περισσότερο, βλέποντας την να αφήνει το πανέρι με τα ρούχα και να πηγαίνει προς το ποτάμι, κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σαν κάποιος να την τραβούσε παρά τη θέληση της.

– Άφησε με! Γιάτρεψα τη γυναίκα σου! Δε θέλω να ξαναγυρίσω στο ποτάμι! Άφησε με! Βοήθεια!

Φώναζε η γριά κι ο τερατάνθρωπος, που μόνο εκείνη άκουγε τη φωνή του, την έσερνε και έλεγε:

– Μπορείς και με βλέπεις.. Κάποια μέρα θα μου κάνεις κακό. Γι’ αυτό θα εξαφανιστείς. Αυτή τη φορά δε θα ξαναβγείς από το νερό.

Η καημένη η γριά δεν απείχε παρά μερικά βήματα από την όχθη, όταν την είδε ο σιδεράς. Αμέσως κατάλαβε τι συνέβαινε. Άρπαξε το τσεκούρι του κι άρχισε να χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Χτυπούσε στον αέρα, αλλά αν και δεν έβλεπε, τα χτυπήματα του δεν πήγαιναν χαμένα. Ένιωθε ότι χτυπούσε κάτι. Κι όταν η γριά έπεσε ελεύθερη πάνω στο χορτάρι, ο σιδεράς είδε γύρω από τον καρπό της τα σημάδια που είχε αφήσει το τεράστιο χέρι του τερατανθρώπου.

Η γριά μεταφέρθηκε φοβισμένη στο σπίτι της, ήπιε ένα ζεστό τσάι και συνήλθε.

Από την ημέρα εκείνη, τα κορίτσια δεν είχαν κανένα λόγο πια να μην κάνουν τη μπουγάδα τους και όλα τα παιδιά ξαναγύρισαν στο σχολείο.

Όσο για τη γριά, λένε πως έπαψε πια να βλέπει μέσα από τους τοίχους.

Ο μύθος «Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού» μας έρχεται από το Βέλγιο

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η Λορελάι

Μύθος από τη Γερμανία – 

Αν κατηφορίσετε ποτέ το ρεύμα του ποταμού του Ρήνου με καράβι, οι ναυτικοί θα σας δείξουν κάπου στη δεξιά όχθη το βράχο της Λορελάι, που στη βάση του μουγκρίζει το νερό του ποταμού. Θα κοιτάξετε αμίλητοι και θα περιμένετε να φτάσει το καράβι σε ένα πιο ήσυχο σημείο, για να ρωτήσετε τι ήταν η Λορελάι και ποια ήταν η ιστορία της. Τη διηγούνται με χίλιους τρόπους, αλλά όσοι σας μιλήσουν για τη Λορελάι, θα συμφωνήσουν πως ήταν αφάνταστα όμορφη.

Όσο για μένα θα σας διηγηθώ την ιστορία της όπως την άκουσα από το στόμα ενός παλιού βαρκάρη, που είχε πάρει τη σύνταξη του εδώ και χρόνια και έπαιρνε πια τη βάρκα του για να έρθει να θαυμάσει το βράχο με τη δύση του ήλιου. Ίσως είχε την ελπίδα πως η Λορελάι θα ξαναγύριζε κάποιο βράδυ και πως θα είχε την τύχη να την δει, όπως είχαν μπορέσει να την δουν οι παλιότεροι.

Ήμουν ακόμη νέος, όταν ο γέροντας μου εμπιστεύτηκε τις αναμνήσεις του, αλλά τα λόγια του έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου. Χωρίς να αλλάξω λοιπόν λέξη, τα λόγια του ήταν ακριβώς έτσι:

Να φανταστείς μικρέ μου, πως πολύ νερό είχε κυλήσει ανάμεσα σ’ αυτές τις όχθες από τότε που χάθηκε η Λορελάι. Δε μπορώ να σου πω πόσος καιρός έχει περάσει, μα ξέρω πως οι άνθρωποι πολεμούσαν τότε με σπαθιά και πως δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη αυτούς τους φοβερούς πολέμους, που ποτίζουν τη γη με το αίμα των αθώων και κοκκινίζουν τα νερά των ποταμών.

Τον καιρό εκείνο τα καραβάκια ανηφόριζαν ή κατηφόριζαν τον ποταμό με κουπιά. Μερικά τα έσερναν οι άνθρωποι. Θα έχεις ακούσει ότι η Λορελάι ήταν κάτι σαν σειρήνα, πανέμορφη, που τραγουδούσε ανεβασμένη στο βράχο της, για να μαγεύει τους θαλασσινούς και να τραβάει τα σκάφη τους πάνω στα βράχια. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφη. Τόσο που όμοια της δεν υπήρχε. Κι η φωνή της ήταν υπέροχη. Όμως η Λορελάι δεν ήταν κακιά, το αντίθετο μάλιστα, ήταν καλή και τραγουδούσε για να κάνει τους ναυτικούς να ξεχάσουν το σκληρό τους επάγγελμα και τους κινδύνους του ποταμού, που πολλές φορές θυμώνει και τους πολεμάει. Λένε μάλιστα πως έδειχνε με το δάχτυλο της στους ψαράδες, πού βρίσκονταν τα ψάρια. Την ήξεραν όλοι οι βαρκάρηδες, γιατί την έβλεπαν κάθε ηλιοβασίλεμα να χτενίζει τα ξανθά της μαλλιά, που έφταναν ως τη μέση της. Φυσικά η παρουσία μιας τόσο όμορφης γοργόνας σε ένα βράχο δε μπορούσε να μείνει μυστικό των θαλασσινών. Στα καράβια υπήρχαν πολλές φορές και επιβάτες και όσοι έβλεπαν έστω και μια φορά τη Λορελάι, δεν έπαυαν να μιλούν γι’ αυτήν.

Κάποια μέρα όμως, ο γιος ενός πανίσχυρου και πλούσιου κόμη, του Άλμπρεχτ, αποφάσισε να κλέψει τη Λορελάι. Έφτασε λοιπόν στην όχθη πάνω στο κατάμαυρο άλογο του και ζήτησε από ένα γέρο βαρκάρη να τον οδηγήσει στη βάση του βράχου. Ο γέρος κατάλαβε πως ο νεαρός θα έκανε κάποια τρέλα και αρνήθηκε. Μα ο νεαρός, που είχε συνηθίσει να του κάνουν όλα τα χατήρια  τράβηξε το σπαθί του και τον απείλησε. Ο γέρος λοιπόν πήρε τη βάρκα του και άρχισε να τραβάει κουπί προς το βράχο. Ήταν σούρουπο, το φως ήταν χρυσαφί και τα κύματα σταχτιά. Ήταν η αγαπημένη ώρα της γοργόνας. Καθόταν πάνω στο βράχο της και είχε αρχίσει να τραγουδάει. Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή βουβός, με κομμένη την ανάσα και έπειτα άρχισε να φωνάζει στο βαρκάρη:

– Πλεύρισε! Πλεύρισε στο βράχο!

Ο γέρος άφησε τα κουπιά και είπε ήρεμα:

– Αδύνατο! Κανένας δε μπόρεσε ποτέ να πλευρίσει εδώ. Τα κύματα είναι πολύ άγρια και θα αναποδογυρίσουν τη βάρκα μου σαν τηγανίτα..

Ο νεαρός θύμωσε, απείλησε τον γέρο, αλλά αυτός δεν τον άκουγε και τότε ο νεαρός του είπε:

– Πλησίασε όσο μπορείς. Θα καταφέρω να πηδήξω ως το βράχο.

Ο γέρος προσπάθησε να τον συνετίσει, αλλά ο νεαρός επέμενε κι ο γέρος πλησίασε στο βράχο όσο μπορούσε. Και ξαφνικά ο νεαρός γιος του κόμη πήδηξε. Ήταν ελαφρύς και ευκίνητος, αλλά το πήδημα του ήταν πολύ κοντό. Βρέθηκε λοιπόν στο ποτάμι και το κύμα τον παρέσυρε. Βαρύς από την πανοπλία και τα όπλα του άρχισε να βουλιάζει, πριν ο βαρκάρης προλάβει να τον βοηθήσει. Μάταια έψαχναν το σώμα του, δεν τον βρήκε ποτέ κανείς.

Μαθαίνοντας για το θάνατο του μοναχογιού του, ο κόμης θύμωσε πάρα πολύ. Τα έβαλε με τους βαρκάρηδες και ήθελε να εκτελέσει αυτόν που είχε οδηγήσει το γιο του στο βράχο. Κανένας όμως δε μίλησε και ο κόμης δεν έμαθε ποτέ το όνομα του βαρκάρη. Έστρεψε λοιπόν το θυμό του στη Λορελάι και πρόσταξε τον αξιωματικό της φρουράς του να την συλλάβει. Έλεγε πως ήταν μάγισσα και ότι θα την έκαιγαν ζωντανή.

Ο αξιωματικός ξεκίνησε λοιπόν με μια ντουζίνα στρατιώτες για την επίθεση, και με πολύ πονηριά και πείσμα, αφού έπνιξε πολλούς από τους άντρες του, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του βράχου, όπου είχε κρυφτεί η γοργόνα και της φώναζε:

– Σε κρατάω μάγισσα! Σκότωσες το γιο του αφέντη μου! Θα σε δέσουμε και θα σε κάψουμε ζωντανή στην αυλή του πύργου! Θα δεις τι σημαίνει να μαγεύεις τους νέους!

Ήθελε να πιάσει τη Λορελάι για να την τραβήξει κοντά του, αλλά εκείνη τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει:

– Ποταμέ, βοήθεια!Ω, ποταμέ! Σώσε με από το θυμό των ανθρώπων! Δεν έκανα κανένα κακό! Σώσε με από την αδικία!

Και τότε ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Τα νερά του άρχισαν να κοχλάζουν και έκανε τόσο θόρυβο που γέμισε την κοιλάδα, σαν βροντή κεραυνού.

Οι στρατιώτες και ο αξιωματικός παρασύρθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν, μα το σίγουρο είναι ότι κι η Λορελάι χάθηκε κι αυτή κάτω από τα νερά. Ποτέ δεν την ξαναείδαν πάνω στο βράχο της. Από τότε οι βαρκάρηδες του Ρήνου είναι πολύ λυπημένοι όταν περνάνε από εκείνο το σημείο.

Όμως μερικά βράδια, όταν ο ήλιος ρίχνει το χρυσάφι του στην πέτρα και το ποτάμι μοιάζει με τα ξανθά μαλλιά της Λορελάι, ακούγεται η φωνή της. Μια φωνή δροσερή και καθάρια, σαν τις πηγές που γεννιούνται στη βάση των πάγων, μια φωνή που υψώνεται από το Ρήνο με το πρώτο φύσημα του νυχτερινού αέρα.

Πηγή:  Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι τρεις ποταμοί των δακρύων

Μύθος από την Φινλανδία –

Υπήρχε κάποτε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα αυτή έμενε με τη μητέρα της και τον αδελφό της σε μια γόνιμη και ήρεμη περιοχή, όπου η ζωή κυλούσε ευτυχισμένη, σαν μια ωραία άνοιξη. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο χαρά και ο χειμώνας με το γκρίζο του ουρανό και τις κρύες μέρες του, δεν κατάφερνε να χαλάσει την ευτυχία τους. Όλα έδειχναν πως θα ζούσαν πάντα έτσι, ώσπου ένα πρωί ο υπηρέτης ενός πλούσιου και διάσημου γείτονα έδωσε στη μητέρα ένα μήνυμα με σφραγίδα και βουλοκέρι.

Η μητέρα, που δεν ήξερε γράμματα, ζήτησε από το γιο της να διαβάσει το γράμμα, κι όσο ο νεαρός διάβαζε, το πρόσωπο του χλώμιαζε. Όταν τελείωσε, έπιασε το χαρτί και το έσκισε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό και η φωνή του έτρεμε και είπε:

Μα είναι φοβερό! Ο γείτονας μας είναι τόσο γέρος, που κανένας δε θα μπορούσε να πει την ηλικία του, και να που τολμάει να ζητήσει την αδελφή μου για γυναίκα του! Νομίζει πως επειδή είναι πλούσιος, μπορεί να κάνει κι ό,τι θέλει!

Βγήκε από το σπίτι χτυπώντας δυνατά την πόρτα και άρχισε να περπατάει στα χιόνια για να ηρεμήσει. Όταν ξαναγύρισε, βρήκε την αδελφή του να κλαίει. Τη ρώτησε τι είχε και η κοπέλα του είπε:

– Η μαμά πάει να δώσει την απάντηση της στο γείτονα. Είμαστε πολύ φτωχοί κι η μητέρα πιστεύει πως πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτώ το γέρο που είναι πλούσιος.

Τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα της, αφού την έπνιγαν οι λυγμοί. Και καθώς ο αδελφός της την κοιτούσε με παράπονο, η κοπέλα πρόσθεσε:

– Μην ξαναθυμώσεις. Και μην πεις τίποτα στη μητέρα. Όμως εγώ θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να αναγκαστώ να ζήσω μ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Πέρασαν οι μέρες κι η μητέρα ετοίμαζε το νυφικό της κόρης της. Και μια βαριά και παγωμένη σιωπή είχε γεμίσει το σπίτι. Η κοπέλα πρόβαρε υπομονετικά το φόρεμα και το πέπλο, αλλά ένα πρωί δε φάνηκε στο τραπέζι για το πρωινό της.

Καθώς την προηγούμενη μέρα είχε χιονίσει, δε δυσκολεύτηκαν καθόλου να διαπιστώσουν πως είχε φύγει από το σπίτι πριν ξημερώσει. Έτσι ακολούθησαν τα ίχνη της. Το χιόνι έδειχνε πως η κοπέλα είχε τρέξει, πως είχε πέσει, πως είχε ξανατρέξει και ξαναπέσει. Τα ίχνη της έφταναν ως τη θάλασσα. Εκεί σταματούσαν και χάνονταν, γιατί το νερό ξέρει να κρατά τα μυστικά που του εμπιστεύονται.

Η μάνα ξαναγύρισε στο σπίτι μαζί με το γιο της, κάθισε μπροστά στην πόρτα της κι άρχισε να κλαίει. Έχυσε τόσα δάκρυα που σχηματίστηκαν τρία ρυάκια, που όλο φούσκωναν και έγιναν τρία ποτάμια. Και τα τρία αυτά ποτάμια κύλησαν προς τη θάλασσα, περνώντας από τρεις κοιλάδες που χώριζαν τα δασωμένα βουνά.

Ο πλούσιος γέρος λυπήθηκε κι αυτός, αλλά πάντα πίστευε πως θα ξανάβρισκε την αρραβωνιαστικιά του. Όντας σίγουρος πως ο πλούτος μπορεί να χαρίσει τα πάντα, έφτιαξε ένα χρυσό καλάμι, που στην άκρη του είχε ένα ασημένιο δόλωμα, το οποίο συγκρατούσε ένα τεράστιο διαμάντι. Ένα βράδυ λοιπόν, μπήκε σε μια βάρκα και πήγε να ψαρέψει στα νερά που είχε χαθεί η όμορφη κοπέλα.

Ψάρευε ως της αυγή χωρίς να πιάσει τίποτα, και τη στιγμή που ο ουρανός άρχιζε να ασπρίζει, έβγαλε από τη θάλασσα ένα ψάρι πολύ όμορφο, που όμως δεν ανήκε σε κανένα από τα γνωστά είδη. Ο γέρος ετοιμαζόταν να πετάξει το ψάρι στο πανέρι της βάρκας. Και τότε ο ψάρι γλίστρησε από τα χέρια του και πήδηξε πίσω στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυο κύματα το κεφάλι του ψαριού ξαναβγήκε στην επιφάνεια, άνοιξε το στόμα του και ακούστηκε η φωνή της κοπέλας:

– Ώστε δε με αναγνώρισες! Θα με έψηνες και θα με έτρωγες! Κι όμως, είμαι αυτή που έλεγες πως αγαπούσες!

Ο γέρος δε ξανάπιασε ποτέ το καλάμι του, ούτε ξαναμπήκε στη βάρκα του. Κλείστηκε στο σπίτι του μαζί με τους θησαυρούς του, που δε μπορούσαν όμως να του δώσουν τη χαμένη του χαρά.

Όσο για τη μητέρα δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς. Λένε ότι κλαίει ακόμη, γιατί εδώ και αιώνες τα τρία ποτάμια δεν έπαψαν ποτέ να κυλούν!

Πηγή: Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Η Πούλια κι ο Αυγερινός

Παραμύθι της Ηπείρου με αρκετές παραλλαγές – 

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε ένα βασίλειο ένας πολύ καλόκαρδος βασιλιάς με τη γυναίκα βασίλισσα του και την κόρη τους, την Πούλια, που ήταν όμορφη και γλυκιά. Κάποια μέρα η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Η Πούλια έκλαψε πάρα πολύ για τη μητέρα της κι ο βασιλιάς ήταν κι αυτός απαρηγόρητος.

Ο χρόνος πέρασε, κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η νέα του γυναίκα όμως, αν και ήταν όμορφη, ήταν κακιά και ζήλευε πάρα πολύ την Πούλια, και συνέχεια την μάλωνε. Ύστερα από μερικά χρόνια, η νέα βασίλισσα απέκτησε κι αυτή ένα αγόρι, που το ονόμασε Αυγερινό, και τον υπεραγαπούσε. Ο Αυγερινός ήταν καλόκαρδος και υπερασπιζόταν πάντα την Πούλια.

Μια μέρα η κακιά βασίλισσα αποφάσισε να σκοτώσει την Πούλια, για να πάρει το βασίλειο ο γιος της. Ένα πουλάκι όμως, την άκουσε που μιλούσε μόνη της και έτρεξε να προλάβει τα κακά νέα στα παιδιά. Η Πούλια στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και άρχισε να κλαίει. Το πουλάκι όμως τη συμβούλεψε, πως αν έκανε ότι της έλεγε, δε θα πάθαινε κανένα κακό. Της είπε λοιπόν:

– Την ώρα που θα σε λούζει η βασίλισσα και θα σου δένει με κορδέλες τα μαλλιά, ο Αυγερινός θα έρθει και θα τις πάρει. Τότε εσύ θα τον κυνηγήσεις τάχα να τις πάρεις πίσω. Όταν η βασίλισσα τρέξει από πίσω σας, φρόντισε να έχεις στα χέρια σου μια χτένα, ένα κομμάτι σαπούνι και λίγο αλάτι και θα τα ρίξεις με τη σειρά πίσω σου, καθώς θα τρέχεις.

Όταν λοιπόν η βασίλισσα έλουζε την Πούλια, ο Αυγερινός πήρε τις κορδέλες της κι εκείνη άρχισε να τρέχει πίσω του. Η βασίλισσα έτρεξε κι αυτή πίσω τους, φωνάζοντας τους να γυρίσουν κι ότι θα της έπαιρνε καινούργιες κορδέλες. Τα δυο αδέλφια όμως, συνέχισαν να τρέχουν πιασμένα χέρι χέρι.

Αρχικά έριξαν πίσω τους τη χτένα κι έγινε ένα μεγάλο δάσος, γεμάτο με τσουκνίδες και αγκάθια. Η βασίλισσα όμως, κατάφερε να το περάσει. Έπειτα έριξαν πίσω τους το σαπούνι κι έγιναν μεγάλα βράχια. Η βασίλισσα κατάφερε να τα περάσει κι αυτά. Τέλος έριξαν το αλάτι, κι έγινε μια θάλασσα βαθιά κι απέραντη, κι η βασίλισσα έμεινε στην άκρη να κοιτάζει την Πούλια να φεύγει μακριά με τον αγαπημένο της Αυγερινό.

Τα δυο αδέλφια κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν κι ο Αυγερινός διψασμένος, έσκυψε να πιει νερό από μια λακκούβα, που είχε κάνει η πατημασιά ενός πρόβατου.

– Μην πιεις από εδώ, γιατί θα γίνεις κι εσύ πρόβατο!

…του είπε η Πούλια. Ο Αυγερινός όμως, διψούσε πάρα πολύ. Δεν την άκουσε λοιπόν, κι έσκυψε να πιει. Τότε μεταμορφώθηκε σε αρνί.

Η Πούλια λοιπόν πήρε το αρνί της, προχώρησε παρακάτω και κάποια στιγμή έφτασε σε ένα άγνωστο βασίλειο. Ήταν μόνη της και πολύ φοβισμένη κι έτσι ανέβηκε σε ένα δέντρο. Εκείνη τη στιγμή όμως περνούσε το πριγκηπόπουλο, που την είδε και την παρακάλεσε να κατέβει, αλλά η Πούλια δεν κατέβαινε με τίποτα. Ο πρίγκηπας γύρισε στο παλάτι και παρακάλεσε τη σοφή μάγισσα του παλατιού να τον βοηθήσει.

Η μάγισσα του ζήτησε να της φέρει μια σκάφη, ένα κόσκινο, ένα σακί αλεύρι κι ένα γουρούνι. Τα πήρε και πήγε στο δάσος, προσποιούμενη μια τυφλή γριά. Κάθισε κάτω από το δέντρο, όπου είχε ανεβεί η Πούλια, έβαλε τη σκάφη ανάποδα, πήρε το κόσκινο κι αυτό ανάποδα και έκανε πως κοσκίνιζε το αλεύρι. Το αλεύρι όμως, έπεφτε κάτω και το έτρωγε το γουρούνι. Η Πούλια το πρόσεξε αυτό και της φώναξε:

– Αλλιώς γιαγιά το κόσκινο, αλλιώς και τη σκάφη, για να μη σου τρώει το αλεύρι το γουρούνι!

Η γριά έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε τα ίδια. Η Πούλια της ξαναφώναξε.   Όταν είδε ότι η γριά δεν την άκουγε κατέβηκε από το δέντρο, για να τη βοηθήσει. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο πρίγκηπας, που είχε κρυφτεί, την άρπαξε και την πήρε μαζί του στο παλάτι.

Ο πρίγκηπας ζήτησε από την Πούλια να τον παντρευτεί κι εκείνη δέχτηκε. Στήθηκε λοιπόν μεγάλο γλέντι, αλλά στο τραπέζι σερβιρίστηκε το αρνί που είχε μαζί της η Πούλια. Όταν το κατάλαβε η Πούλια, μάζεψε τα κόκαλα του και τα έθαψε στον κήπο του παλατιού. Σε εκείνο το σημείο φύτρωσε μια ψηλή ροδιά, που αγκάλιασε με το φύλλωμα της την Πούλια.

– Από κακιά μάνα έπεσες σε κακά πεθερικά αδελφούλα μου. Έλα να φύγουμε μαζί, να μένουμε από δω και πέρα στον ουρανό!

…της είπε.

Την άρπαξε λοιπόν με τα κλαδιά της και άρχισε να ψηλώνει και να ψηλώνει η ροδιά, ώσπου έφτασε στα σύννεφα.

Και από τότε τα δυο αδέλφια, η Πούλια κι ο Αυγερινός, ζουν μαζί με τα άλλα αστέρια στον ουρανό, όπου δε μπορεί να τους πειράξει κανείς.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;;

Παίκτες: 4 και πάνω..

Διαδικασία:

Ένα από τα παιδιά υποδύεται τον λύκο, ο οποίος κρύβεται πίσω από ένα δέντρο ή μια κολώνα. Τα υπόλοιπα παιδιά πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, και πλησιάζουν τη »φωλιά» του λύκου τραγουδώντας:

Περπατώ, περπατώ εις στο δάσος, όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

– Περπατώ, περπατώ εις στο δάσος, όταν ο λύκος δεν είναι εδώ 

– Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Ο λύκος απαντάει:

– Εδώ είμαι!

Τα παιδιά ρωτούν:

– Και τι κάνεις;

Ο λύκος τους απαντά:

– Σηκώνομαι από το κρεβάτι μου! ή Βάζω το πουκάμισο μου!

Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν έναν νέο γύρο, πιασμένα πάντα χέρι χέρι και σταματούν πάλι έξω από τη φωλιά του λύκου τραγουδώντας το ίδιο τραγούδι. Ο λύκος συνεχίζει να ντύνεται και τους απαντάει πάντα. Οι απαντήσεις που μπορεί να δίνει είναι διαφορετικές, όπως:

– Βάζω το παντελόνι μου! ή Φοράω τα παπούτσια μου! ή Ξυρίζω τα μουστάκια μου! ή Βάζω το καπέλο μου!

Οι απαντήσεις εξαρτώνται από το κάθε παιδί και την ετοιμολογία του.

Όταν ο λύκος απαντήσει:

– Παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ!

Τότε ο λύκος αρχίζει να τα κυνηγάει και τα παιδιά σκορπίζονται και τρέχουν, φωνάζοντας:

– Λύκε, λύκε πιάσε με

αν μπορείς και φτάσε με!  

Όποιο παιδί πιάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Το παιχνίδι τελειώνει, όταν ο λύκος καταφέρει να πιάσει όλα τα παιδιά.

Categories: Παιχνίδια | Σχολιάστε

Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα

Του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν – 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γκρινιάρης βασιλιάς. Κάθε μέρα ζητούσε από τους ράφτες του να του ράβουν καινούρια ρούχα για να εντυπωσιάζει τους υπηκόους του.

Ύστερα από μερικά χρόνια όμως, οι ράφτες του δε μπορούσαν να σκεφτούν νέα σχέδια. Όταν τόλμησαν να του το πουν, ο βασιλιάς θύμωσε πάρα πολύ και άρχισε να τους φωνάζει:

– Είστε τρελοί; Δε μπορώ να φοράω κάθε μέρα τα ίδια ρούχα!

Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς έστειλε τους φρουρούς του να ξεχυθούν στους δρόμους και να διαλαλήσουν ότι όποιος του έφτιαχνε τα πιο πρωτότυπα ρούχα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα.

Όλοι οι ράφτες της χώρας έβαλαν τα δυνατά τους για να τον ικανοποιήσουν, αλλά ο γκρινιάρης βασιλιάς τους έδιωχνε, γιατί έβρισκε πολύ συνηθισμένα τα ρούχα που του πρότειναν.

Ώσπου μια μέρα έφτασαν στο παλάτι δυο νεαροί, που ζήτησαν να δουν το βασιλιά.

– Μεγαλειότατε, ταξιδέψαμε από την Περσία μέχρι την όμορφη χώρα σας για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία σας. Είμαστε δυο γνωστοί ράφτες και φτιάχνουμε ρούχα από ένα πολύ σπάνιο ύφασμα. Το ύφασμα αυτό μπορούν να το δουν μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι!

-Χμμ.. πολύ ενδιαφέρον. Έτσι θα μπορέσω να καταλάβω ποιοι από τους υπηκόους μου είναι έξυπνοι και ποιοι είναι χαζοί. Εντάξει, λοιπόν! Ξεκινήστε αμέσως το ράψιμο.

…διέταξε ο βασιλιάς και τους έδωσε ένα μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.

Οι ράφτες όμως, ήταν στην πραγματικότητα δυο απατεώνες που είχαν κοροϊδέψει το βασιλιά. Έτσι, κάθισαν στον αργαλειό και άρχισαν να προσποιούνται ότι ράβουν τα καινούρια ρούχα του βασιλιά.

Ύστερα από μερικές μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον έμπιστο σύμβουλό του να δει αν τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Ο σύμβουλος κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε τίποτα!

Ο καημένος ο σύμβουλος δεν ήξερε τι να κάνει. Αν του έλεγε ότι δε μπορούσε να δει το ύφασμα, ο βασιλιάς θα νόμιζε ότι ήταν χαζός και θα τον έδιωχνε από το παλάτι. Έτσι, αποφάσισε να του πει ψέματα.

– Μεγαλειότατε, δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα ρούχα! Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστείτε μόλις τα δείτε!

Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ με τα νέα, που έδωσε στους δυο πονηρούς ράφτες άλλο ένα μπαούλο με χρυσά νομίσματα.

Ύστερα από λίγες μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον αξιωματικό της φρουράς του να ρωτήσει πότε θα ήταν έτοιμα τα καινούρια ρούχα του. Ο καημένος ο αξιωματικός κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε το ύφασμα!

Όταν γύρισε στην αίθουσα του θρόνου, ο αξιωματικός φοβόταν τόσο πολύ μήπως χάσει τη θέση του, που αναγκάστηκε να πει στο βασιλιά ότι τα καινούρια ρούχα του ήταν περίφημα!

Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά είχε αρχίσει να ανυπομονεί. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφτεί τους ράφτες για να δει με τα ίδια του τα μάτια τα καινούρια του ρούχα.

Όταν ο βασιλιάς μπήκε στο εργαστήριο, πλησίασε στον αργαλειό, κοίταξε, ξανακοίταξε, αλλά δεν είδε τίποτα!

– Πως σας φαίνονται τα καινούρια σας ρούχα μεγαλειότατε; Δεν είναι υπέροχα;

…τον ρώτησαν ο σύμβουλος και ο αξιωματικός.

– Θεέ μου! Πως είναι δυνατόν; Γιατί δε βλέπω το ύφασμα; Μήπως είμαι χαζός;

…σκέφτηκε ο βασιλιάς που είχε αρχίσει να ιδρώνει από τον φόβο του. Δε μπορούσε όμως να ομολογήσει την αλήθεια στους αυλικούς του!

Τελικά ένα πρωί, οι δυο ράφτες επισκέφτηκαν το βασιλιά στο παλάτι για να του ανακοινώσουν ότι τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Έπειτα, άνοιξαν μια τσάντα και προσποιήθηκαν ότι έβγαζαν από μέσα τα καινούρια ρούχα για να του τα δείξουν.

– Πως σας φαίνονται μεγαλειότατε; Είμαστε σίγουροι ότι οι υπήκοοι σας θα μείνουν άφωνοι από θαυμασμό μόλις σας δουν μ’ αυτά τα ρούχα

…είπαν οι απατεώνες.

Οι δυο ράφτες τον βοήθησαν να βγάλει την στολή του και ο βασιλιάς άρχισε να προσποιείται ότι βάζει τα καινούρια του ρούχα κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του.

– Ω, είναι θαυμάσια! Και τόσο άνετα και δροσερά! Λοιπόν; Πως σας φαίνονται;

…ρώτησε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του που τον παρακολουθούσαν έκπληκτοι.

– Είναι υπέροχα, μεγαλειότατε, και σας πηγαίνουν πάρα πολύ.

…του απάντησαν φοβισμένοι.

Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:

– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!

Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!

Ξαφνικά όμως, μέσα από το πλήθος, πετάχτηκε ένα αγοράκι που πλησίασε το βασιλιά και άρχισε να φωνάζει:

– Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς βγήκε στο δρόμο γυμνός! Θα κρυώσει!

Ο κόσμος ξέσπασε σε δυνατά γέλια και ο βασιλιάς μονολόγησε ντροπιασμένος:

– Θεέ μου! Το παιδί έχει δίκιο! Είμαι γυμνός! Οι δυο ράφτες με κορόιδεψαν!

Έπειτα πήρε στην αγκαλιά του το αγοράκι, ανέβηκε βιαστικά στο άλογο του και κάλπασε προς το παλάτι.

Όλοι νόμιζαν ότι ο βασιλιάς θα σκότωνε το καημένο το παιδί που τον έκανε ρεζίλι. Το επόμενο πρωινό, όμως, ο βασιλιάς κάλεσε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του και τους είπε:

– Αυτό το αγοράκι είναι πολύ έξυπνο και ειλικρινές. Δε φοβήθηκε να μου πει την αλήθεια. Γι’ αυτό θέλω να το ανταμείψετε με πολλά δώρα και να στείλετε μερικά σακιά χρυσές λύρες στους φτωχούς γονείς του!

Και από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς σταμάτησε να ασχολείται με τα ρούχα του και άρχισε να κυβερνά τη χώρα του δίκαια και σοφά!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 5 Σχόλια

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: