Author Archives: Μαρία Μπουγά

Το μυρμήγκι και το περιστέρι.

Μύθος του Αισώπου 

Απόδοση: Μαρία Μπουγά –

«Μυρμήγκι και περιστέρι» – Πίνακας του Milo Winter (1888-1956) εμπνευσμένος από τον μύθο του Αισώπου.

Μια φορά ένα μυρμήγκι καθώς περπατούσε για ώρα σ’ έναν αγρό, δίψασε. Μόλις είδε μια πηγή, πλησίασε για να πιει νερό. Στην προσπάθεια του να ξεδιψάσει, παραπάτησε και έπεσε μέσα στην πηγή. Παρασύρθηκε από τη ροή του νερού και κινδύνευε να πνιγεί, επειδή ήταν μικρό και δεν ήξερε κολύμπι. Άρχισε λοιπόν να φωνάζει για βοήθεια. Ο τόπος όμως ήταν έρημος. Η αγωνία του και ο φόβος του μεγάλωναν καθώς κανένας δεν άκουγε τη φωνούλα του σ’ εκείνη την ερημιά.

Κάποια στιγμή ένα περιστέρι που έτυχε να περνάει από την περιοχή, είδε το μυρμήγκι που πάλευε να σωθεί. Σκέφτηκε πως το μυρμήγκι δεν θα άντεχε για πολύ και θα πνιγόταν. Το περιστέρι λυπήθηκε το άτυχο μυρμηγκάκι και αποφάσισε να το βοηθήσει. Έσπασε ένα κλαδί από ένα δέντρο και το έριξε στην πηγή. Όταν το μυρμήγκι είδε το κλαδί, το πλησίασε με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Σκαρφάλωσε  αμέσως πάνω του κι έτσι σώθηκε.

Λίγο αργότερα  εμφανίστηκε στην περιοχή ένας κυνηγός. Μόλις είδε το περιστέρι θέλησε να το πιάσει. Με ξόβεργες ένωσε τα καλάμια του και κίνησε για να το αιχμαλωτίσει. Το μυρμήγκι, που είδε τον κυνηγό, σκαρφάλωσε στη γάμπα του και τον τσίμπησε δυνατά, τη στιγµή που ήταν έτοιμος να πιάσει το περιστέρι το οποίο και πέταξε μακριά.

Έτσι το μυρμήγκι ανταπέδωσε τη χάρη στο περιστέρι

Categories: Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Από την επίσκεψή μας στο νηπιαγωγείο του Ερατεινού με μύθους του Αισώπου!

Την προηγούμενη Παρασκευή επισκεφτήκαμε το νηπιαγωγείο του Ερατεινού προκειμένου να αφηγηθούμε στους μικρούς μαθητές μύθους του Αισώπου! Γύρω στις 10:30 φτάσαμε στο σχολείο όπου οι λιλιπούτειοι μαθητές μαζί με τη νηπιαγωγό τους, μας περίμεναν στον αυλόγυρο του! Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο χώρο, γεμάτο δέντρα και λουλούδια. Αποφασίσαμε, με τη σύμφωνη γνώμη της νηπιαγωγού, να αφηγηθούμε τους μύθους εκεί, μέσα στη φύση. Το ταξίδι στον κόσμο του Αισώπου ξεκίνησε με μια συζήτηση γύρω απο τη ζωή και το έργο του. Τα παιδιά γνώριζαν αρκετά για τον Αίσωπο και μας κατονόμασαν αρκετούς απο τους μύθους του. Ευθύς αμέσως ξεκίνησε η δραματοποιημένη αφήγηση δυο μύθων, του «Ήλιος και Βοριάς» και «ο ψεύτης βοσκός».
Αφού ολοκληρώθηκαν οι αφηγήσεις συζητήσαμε με τα παιδιά για τους συγκεκριμένους μύθους και τα διδάγματα που μας δίνουν. Στη συνέχεια ακολούθησε η δραματοποίηση του «ψεύτη βοσκού» από τα ίδια τα παιδιά, τα οποία με πολύ κέφι και χαρά συμμετείχαν.
Για το τέλος αφήσαμε ένα παιχνίδι που σχετιζόταν με ζώα και όλα τα παιδιά συμμετείχαν με μεγάλη προθυμία και χαρά!!!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Μαρία Μπουγά, Αδελαϊς Ράπτη, Αρετή Τσιφλίδου και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Με παραμύθια και λουλούδια στις παιδικές βιβλιοθήκες

Στην καρδιά της Άνοιξης, λίγες μέρες πριν μας αποχαιρετήσει ο Απρίλιος, πιστοί στο μηνιαίο ραντεβού μας με τα παιδιά, βρεθήκαμε την Μεγάλη Τετάρτη στις δύο παιδικές βιβλιοθήκες της πόλης μας.

Στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά

Της Παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας, Μαρίας Μπουγά

Την Μεγάλη Τετάρτη το πρωί γύρω στις 11:00, συναντηθήκαμε με τους μικρούς μας φίλους στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγ. Λουκά. Η συγκεκριμένη μέρα ήταν γεμάτη χρώματα και αρώματα καθώς τα παραμύθια που αφηγηθήκαμε είχαν σαν κεντρικό θέμα τους τα λουλούδια!
Αρχικά κουβεντιάσαμε με τα παιδιά για τα λουλούδια και όλα τους με μεγάλη προθυμία μας περιέγραψαν τα αγαπημένα τους. Αμέσως η αίθουσα της παιδικής βιβλιοθήκης γέμισε με τις όμορφες φωνούλες τους και φωτίστηκε με τα χαμόγελά τους.
Τα παραμύθια που αφηγηθήκαμε ήταν «Το Χρυσάνθεμο», «Το αγριολούλουδο», «Η κόρη των αστεριών και τα λιναρολούλουδα» και «Η Τρελομαργαρίτα» καθώς και τον μύθο του «Νάρκισσου».
Αμέσως μετά το κάθε παιδί ζωγράφισε από ένα λουλούδι με τα χρώματα της επιλογής του. Όλα τα λουλούδια που δημιουργήθηκαν , τα «φυτέψαμε» σε μια χάρτινη γλάστρα που είχε ήδη κατασκευαστεί γι αυτό το σκοπό.

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Καπατζιάς Τάσος, Μίχα Μέλη, Μπουγά Μαρία και Ράπτη Αδελαϊδα.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στην παιδική βιβλιοθήκη του Τιμίου Σταυρού

Της Παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας, Μαρίας Χαριζάνη

Μεταφερόμαστε στην άλλη πλευρά της πόλης εκεί όπου βρίσκεται η παιδική βιβλιοθήκη του Τιμίου Σταυρού. Λίγο μετά τις 11 λοιπόν βρέθηκε εκεί η δεύτερη ομάδα των Παραμυθάδων, όπου ήδη είχαν έρθει κάποια παιδάκια και για να περάσει η ώρα ευχάριστα μέχρι να γίνουμε μια μεγάλη παρέα έπαιζαν διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια.

Μόλις λοιπόν μαζευτήκαμε αρχίσαμε να γνωριζόμαστε και αφού το θέμα μας γι’ αυτόν τον μήνα ήταν η άνοιξη, κλείσαμε τα μάτια και φανταστήκαμε τι λουλούδι θα ήμασταν. Το λουλούδι που κέρδισε με πλειοψηφία ήταν η μαργαρίτα!
Αφού λοιπόν γίναμε και οι ίδιοι λουλούδια σειρά είχε ο παραμυθένιος ανοιξιάτικος κόσμος.

Ξεκινήσαμε με «το μαγεμένο ρόδο», κατόπιν τη σκυτάλη πήραν οι μύθοι του ηλιοτρόπιου και της πασχαλιάς, στη συνέχεια μάθαμε γιατί η πικροδάφνη πήρε αυτό το όνομα με τον μύθο της πικροδάφνης και κλείσαμε με τη μικρή τριανταφυλλιά που φοβόταν τον κηπουρό της στο παραμύθι «ο κυρ Κοσμάς και η τριανταφυλλίτσα».

Μόλις το παραμύθι τελείωσε η αποστολή μας ήταν να γεμίσουμε μια χάρτινη γλάστρα με όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια φτιαγμένα από τα χέρια των μικρών μας φίλων. Η αποστολή εξετελέσθη και ο χώρος της βιβλιοθήκης ξαφνικά, σαν να ομόρφυνε!

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Ξανθοπουλάκη Αθανασία,Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η Κάλλω στο 15ο Δημοτικό σχολείο Καβάλας

Της παραμυθο-ανταποκρίτριας Μαρίας Μπουγά

Χθες το πρωί, κατά τις 9:30, επισκεφτήκαμε το 15ο Δημοτικό σχολείο Καβάλας προκειμένου να αφηγηθούμε στους μικρούς μας φίλους το χριστουγεννιάτικο παραμύθι «Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι». Οι δάσκαλοι και οι μικροί μαθητές, μας υποδέχτηκαν με ζεστά και γλυκά χαμόγελα! Όλοι οι χώροι του σχολείου ήταν στολισμένοι με χριστουγεννιάτικα δέντρα καθώς και με χειροτεχνίες των παιδιών.

«Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι» παρουσιάστηκαν στα παιδιά της πρώτης και τρίτης τάξης. Αρχικά συζητήσαμε μαζί τους για τα Χριστούγεννα και ειδικότερα για τους καλικάντζαρους. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε το παραμύθι, το οποίο τα παιδιά παρακολουθούσαν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αμέσως μετά ένα από τα μέλη της ομάδας, η Μαρία Χαριζάνη, αφηγήθηκε ακόμη ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι «Τα δώρα του Δεκέμβρη».
Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι παίξαμε με τα παιδιά το παραδοσιακό παιχνίδι «σπασμένο τηλέφωνο». Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δυο ομάδες, της πρώτης και της τρίτης τάξης αντίστοιχα.

Τέλος, λίγο πριν φύγουμε από το σχολείο τα παιδιά μας κέρασαν κουραμπιέδες που είχαν ετοιμάσει τα ίδια με τη συνδρομή των δασκάλων τους!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Μέλη Μίχα, Μαρία Μπουγά, Αδελαΐς Ράπτη, Αρετή Τσιφλίδου, Απόστολος Τσομπανόπουλος και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Οι «μουζικάντες» στα νηπιαγωγεία του Ελαιοχωρίου και το 3ο της Ν. Περάμου

Στο νηπιαγωγείο του Ελαιοχωρίου

Σήμερα το πρωί κατά τις 09:30 επισκεφτήκαμε το νηπιαγωγείο Ελαιοχωρίου προκειμένου να λάβουμε μέρος στη γιορτή για το κλείσιμο της σχολικής χρονιάς. Η αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου ήταν κατάμεστη από τους λιλιπούτειους μαθητές, τους συγγενείς και φυσικά τις νηπιαγωγούς τους. Οι μικροί μας φίλοι μας υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό και αμέσως οι τέσσερις ήρωες του παραμυθιού μας «Οι Μουζικάντες» ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Τα παιδιά παρακολούθησαν με αμείωτο ενδιαφέρον τις περιπέτειες των τεσσάρων ζώων (γάιδαρος, σκύλος, γάτα και πετεινός)! Μετά την αφήγηση ακολούθησε η δραματοποίηση του παραμυθιού από τα ίδια τα παιδιά με τη βοήθεια μας. Όλη αίθουσα γέμισε από χαρούμενες φωνούλες καθώς όλα τα παιδιά συμμετείχαν στο παραμύθι. Μετά το πέρας της δραματοποίησης των παιδιών, όλοι μαζί τραγουδήσαμε το γνωστό τραγούδι … «όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι». Κι έτσι αποχαιρετίσαμε τους μικρούς μας φίλους στο Ελαιοχώρι!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στο 3ο Νηπιαγωγείο Νέας Περάμου

Αμέσως μετά κατευθυνθήκαμε προς τη Ν. Πέραμο, όπου μας περίμεναν οι μικροί μαθητές του 3ου Νηπιαγωγείου, καθώς και οι συγγενείς και οι νηπιαγωγοί τους, προκειμένου να γιορτάσουμε και μαζί τους το τέλος της σχολικής χρονιάς! Εκεί λοιπόν ξεκίνησαν οι τέσσερις ήρωες μας το ταξίδι τους! Τα παιδιά αλλά και όλοι όσοι παρευρίσκονταν παρακολούθησαν μέσα σ ένα χαρούμενο και γιορτινό κλίμα τις περιπέτειες τους. Κατόπιν πήραν μέρος στη δραματοποίηση του παραμυθιού με μεγάλη προθυμία και χαρά! Κι όταν ήρθε η ώρα για το τραγούδι… «όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι», όλα τα παιδάκια ήταν όρθια και τραγουδούσαν χαμογελαστά! Και κάπως έτσι μας αποχαιρέτισαν, χαμογελαστά και χαρούμενα! Και όσον αφορά τους τέσσερις ήρωες μας…συνεχίζουν το ταξίδι τους πάντα μετά μουσικής, ενωμένοι και χαμογελαστοί!!!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια. Καλό καλοκαίρι!!!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Μπουγά Μαρία, Ράπτη Αδελαϊδα, Τσιφλίδου Αρετή και Χαριζάνη Μαρία!

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ανανεώσεις συνδρομών και εγγραφές

μαρια2Ενημερώνουμε όλα τα μέλη των Παραμυθάδων άλλα κι όσους ενδιαφέρονται να γίνουν μέλη του συλλόγου, ότι από Δευτέρα 9/9/2013 στις 18:00 μμ, οπότε και θα ξεκινήσουν οι εβδομαδιαίες συναντήσεις μας, στο χώρο του συλλόγου στην Εμ.Μπενάκη 43 (είσοδος απο Γενναδίου), θα έχουν τη δυνατότητα να καταβάλλουν την ανανέωση της συνδρομής για το 2013 και να εγγραφούν αντίστοιχα. Να υπενθυμίσω οτι η ετήσια συνδρομή αλλά και η εγγραφή νέων μελών στο σύλλλογο των Παραμυθάδων είναι 10 ευρω.

Εκ μέρους των Παραμυθάδων, η ταμίας Μαρία Μπουγά

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Το πιο γλυκό ψωμί

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας….

 Σε μια μακρινή χώρα υπήρχε ένας πολύ πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός είχε ό, τι επιθυμούσε η καρδιά του και όλοι έλεγαν ότι ήταν ευτυχισμένος, ώσπου εντελώς ξαφνικά αρρώστησε! Δεν είχε όρεξη να φάει τίποτα κι όλο αδυνάτιζε! Συνεχώς γκρίνιαζε και γινόταν ολοένα και πιο παράξενος. Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον εξέταζαν, μα δεν κατάφερναν να τον θεραπεύσουν.

Κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας φτωχός γέροντας, με μεγάλη άσπρη γενειάδα, που ήταν όμως σοφός και  ήξερε από γιατρικά. Έμαθε για την αρρώστια του βασιλιά και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε κι εκείνος τον ρώτησε:

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί"

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί»

Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;

Τι λες, γιατρέ μου! Όλη τη μέρα κάθομαι  στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ.

Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;

Όχι, βέβαια! Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και δε με ενδιαφέρει κανένας!

Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;

Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό, τι γυρέψω, το αποκτώ αμέσως!

  Ο γέροντας σκέφτηκε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στο βασιλιά :

Άκουσε, βασιλιά μου: Απ’ ό, τι βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Ο βασιλιάς αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του γέροντα κι έτσι από την επόμενη κιόλας μέρα έδωσε διαταγή  σ’ όλους τους φουρνάρηδες του βασιλείου του, να ζυμώσουν και να του ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Έτσι λοιπόν οι ψωμάδες όλου του βασιλείου έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά προκειμένου να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί και να ευχαριστήσουν το βασιλιά τους! Ζύμωσαν με ζάχαρη και ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά. Κανένα απ’ αυτά όμως δεν άρεσε στο βασιλιά, ο οποίος συνέχιζε να γκρινιάζει και να απορρίπτει τον ένα φούρναρη μετά τον άλλο. Αφού πέρασαν πάρα πολλές μέρες και κανένας δεν μπόρεσε να τον ικανοποιήσει, ο βασιλιάς έξω φρενών, αποφάσισε να στείλει ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!

…του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.

Γιατί, βασιλιά μου;

…τον ρώτησε ο γέροντας.

Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!

Δε σου έκαμε ε;

…είπε ο γέροντας και συνέχισε…

Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!

Ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να αγριέψει πάλι, μα είδε τον γέροντα που σκεφτόταν κάτι και περίμενε. Πράγματι, ο γέροντας ύστερα από λίγο συνέχισε λέγοντας:

Άκουσε, βασιλιά μου, αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό, τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, μπορείς να μου πάρεις το κεφάλι!

Ο βασιλιάς αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο γέροντας, αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Καθώς νύχτωσε φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα και παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που έμενε ο γέροντας, σε μια καλύβα. Μόλις ξημέρωσε, ο γέροντας έδωσε στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του είπε:

Έλα να θερίσουμε!

Ο βασιλιάς απόρησε αλλά δεν του έφερε αντίρρηση, μιας και είχε συμφωνήσει να κάνει ότι του λέει ο γέροντας για να φάει το πιο γλυκό ψωμί και να γιατρευτεί. Έτσι λοιπόν θέριζε μέσα στο λιοπύρι όλη τη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχια! Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί κι οι δυο να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του είπε:

Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!

Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερα  από τα μισά κι όλη τη μέρα τα κοπανούσε, ώσπου έκανε το στάρι σωρό κι αφού ήταν έτοιμο το βάλανε στο σακί. Και πάλι ολόκληρη τη μέρα δεν έφαγαν τίποτα, μόνο νερό ήπιαν από τη στέρνα που ήταν κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε. Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά:

Ξύπνα! Τώρα θα πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος.

Ο βασιλιάς παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος, και άμαθος σε τέτοιες ταλαιπωρίες, πήρε το σακί στην πλάτη του και ακολούθησε τον γέροντα ως την κορφή. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στο μύλο ο βασιλιάς άρχισε να πεινάει, αλλά δεν είπε τίποτα ακόμα στο γέροντα. Αλέσανε το στάρι τους και κατά το μεσημέρι ο βασιλιάς φορτώθηκε πάλι το σακί με το αλεύρι αυτή τη φορά, και γυρίσανε στην καλύβα.

Τώρα, ήρθε η ώρα να ζυμώσουμε

…του είπε ο γέροντας. Αφού τον έβαλε να ζυμώσει το αλεύρι, τον έστειλε στο δάσος να κόψει ξύλα κι αργά κατά το βράδυ βάλανε και κάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε τρία- τέσσερα καρβέλια. Ο βασιλιάς πεινούσε πλέον πάρα πολύ και περίμενε πως και πως για να ψηθούν! Όταν άρχισε όμως να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους, δεν άντεξε και είπε στο γέροντα:

Πεινάω πολύ!

Περίμενε και θα φας!

…του απάντησε εκείνος. Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Τότε ο βασιλιάς έπεσε με τα μούτρα στο φαί. Με το που κατάπιε την πρώτη μπουκιά, το πρόσωπο του φωτίστηκε από τη χαρά και φώναξε:

Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!

Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε:

Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσαι ελεύθερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις από δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη, δε θα σου λείψει.

O βασιλιάς ακολούθησε τη συμβουλή του σοφού γέροντα κι όταν επέστρεψε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του. Άρχισε μάλιστα να πηγαίνει στον κήπο και να τον περιποιείται. Έπαψε να περιμένει τα πάντα από τους άλλους. Από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξία κι έτρωγε καλά.

                                                                                                                                                                                                       Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Δεκατρής ο Κουτσοδεκατρής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια που είχε δώδεκα παιδιά. Παιδιά, δηλαδή σερνικά, όχι κοπέλες, και η μάνα ήτανε πάλι αγκιστρωμένη. Τα παιδιά περίμεναν πως και πως να γεννήσει κοπέλα, για να έχουνε κι αυτά   μια αδερφούλα να παίζουνε και να την αγαπάνε. Οι μήνες πέρασαν και η μάνα εγέννησε, όμως αυτό που έκαμε δεν ήτανε κοπέλα, αλλά ένα ζαρίφικο μωρό αλλήθωρο και κουτσό όπως αποδείχτηκε αργότερα. Τα παιδιά από την στιγμή που το αντίκρισαν το μίσησαν επειδή ήτανε σερνικό αλλά κι εξαιτίας της άσχημης και ασθενικής του όψης. Ποτέ δεν το έπαιζαν κι ούτε έκαναν μαζί του παρέα. Έμενε λοιπόν στο σπίτι με τη μάνα και τη βοήθαγε στις οικιακές δουλειές, γιατί και στο σχολείο που το έστειλε, στο διπλανό χωριό , ξένο τον φωνάζανε. Η αλήθεια ήταν όμως ότι εκείνη ήθελε να έχει κοντά της το στερνοπαίδι της για να το προσέχει από τη βάρβαρη συμπεριφορά των άλλων, γιατί του είχε αδυναμία, όχι πως δεν αγαπούσε όλα τα παιδιά της αλλά να, αυτό ήταν… διαφορετικό. Πίσω από τα αλλήθωρα μάτια του το παιδί έκρυβε ένα μυαλό ξουράφι, ως αντιστάθμισμα ίσως της σωματικής του αναπηρίας, «δώρο από το θεό» όπως το έλεγε η μάνα. Σε αυτό το κοφτερό μυαλό βρήκε μαγιά η μάνα και ζύμωσε την εξυπνάδα τη μεγαλοσύνη και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Δεκατρή, έναν χαρακτήρα που τον γνώριζε μόνο η ίδια. Κρίμα, σκέφτονταν να του φέρονται έτσι τα αδέρφια του, και κάθε βράδυ έκλαιγε στο κρεβάτι της για το στερνοπούλι της.

Από παρουσιάση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσιάση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Τα χρόνια περάσανε και το στερνοπαίδι – που το είχανε ονομάσει Δεκατρή, από τη σειρά της γέννησής του αλλά κι από το ότι ούτε ο παππάς δεν καταδέχτηκε να το βαφτίσει – έμπαινε στην εφηβεία. Έβγαλε μπιμπίκια και το πάνω χείλος του άρχισε δειλά δειλά να μαλλιάζει. Τα αδέρφια του, βλέποντας ότι το σκαρί του ήταν ασθενικό, μισοριξά τον ανέβαζαν, μισοριξά τον κατέβαζαν κι έτσι μια μέρα σκέφτηκαν τι θα του κάνουν για να τον βάλουν σε δοκιμασίες με τις οποίες θα γελούσαν, κι ο Δεκατρής ίσως να μην έβγαινε και ζωντανός -αλλά αυτό ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια. Τον κάλεσαν λοιπόν μια μέρα κοντά τους αφού τους πήγε νερό και κολατσιό εκεί που έσκαβαν τα αμπέλια στο χωράφι για να του ανακοινώσουν ότι έχουν ένα σχέδιο. Ο κακομοίρης Δεκατρής, που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιες κουβέντες με τα αδέρφια του δέχτηκε να τους ακούσει. Ήτανε πάντα σεμνός και μοναχικός γιατί τα αδέρφια του ολοένα τον κορόιδευαν και τον κακομεταχειρίζονταν. Αυτός τους απέφευγε και δεν είχανε και πολλά πάρε – δώσε. Ακόμη και τη νύχτα, ο Δεκατρής κοιμόνταν στο αχούρι με τα μουλάρια που είχαν για τις αγροτικές δουλειές. Στο χωράφι πήγαινε μόνο για τα θελήματα των αδερφών του και του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε και καμία διαφορετική συμπεριφορά από τους υπόλοιπους. Στο χωράφι λοιπόν τα δώδεκα αδέρφια, του ανακοίνωσαν τη δοκιμασία:

Για να σε κάμουμε σαν κι εμάς και να σε υπολογίζουμε σαν άντρα θα πας ορέ Δεκατρή να κλέψεις το πάπλωμα του δράκοντα με τα εκατό χρυσά κουδούνια;

Γιατί να το κλέψω βρέ παιδιά;

Για να ιδούμε αν εμεγάλωσες κι αν το λέει η καρδιά σου ορε παλιό-ζουλάπι.

Εντάξει θα κάμω ό,τι μου λέτε αλλά θα πρέπει να μου δώσετε ότι σας ζητήσω από χρειαζούμενα! Θέλω ένα σακί μπαμπάκι, ένα άλογο, και ένα σχοινί.

Τα αδέρφια συμφώνησαν κι ο Δεκατρής ξεκίνησε για το παλάτι του δράκοντα. Ο δράκοντας, όπως έλεγαν οι χωρικοί ήτανε ένας «θερίος άνθρωπος», ένας γίγαντας δηλαδή που καταδυνάστευε τα γύρω χωριά ως τσιφλικάς και φοροεισπράκτορας. Είχε τεράστιες εκτάσεις γης και κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι έτρωγε κι ανθρώπους. Οι ποσότητες κρέατος που έτρωγε ήταν τεράστιες. Μπορούσε να φάει δύο κριάρια ή τρεις γίδες και να πιει ένα βαρέλι κρασί. Στη συνέχεια κοιμόταν για δυο μερόνυχτα, μέχρι να ξαναβγεί καβάλα στο σαρκοβόρο άλογό του να επιθεωρήσει τα κτήματα και τους δουλοπάροικούς του. Πήγε λοιπόν ο Δεκατρής στο παλάτι του δράκοντα αφού είχε τυλίξει με το μπαμπάκι τις οπλές του αλόγου του και όταν έφτασε κοντά περίμενε το δράκοντα να αποφάει και να πιει το διαλούπι του. Υπομονετικός καθώς ήταν δεν δυσκολεύτηκε να τον περιμένει δυο ώρες και αφού το θερίο έπεσε να πλαγιάσει και σκεπάστηκε με το πάπλωμα με τα εκατό χρυσά κουδούνια, ο Δεκατρής περίμενε να ακούσει και το ρουχνητό του. Δεν άργησε να το ακούσει, μάλιστα ήταν τόσο δυνατό που το άλογο του ανησύχησε αλλά ο Δεκατρής του βούλωσε τα αυτιά με το μπαμπάκι που είχε κοντά του. Ύστερα, πήγε κοντά στο δράκοντα και ένα – ένα βούλωσε όλα τα κουδούνια με το μπαμπάκι, έδεσε τη μια γωνιά του παπλώματος με το σχοινί και το ξετύλιξε μέχρι έξω που περίμενε το άλογό του. Κατόπιν έδεσε από το σαμάρι την άλλη άκρη, έβγαλε το μπαμπάκι από τα αυτί του αλόγου και το χάιδεψε στη μουσούδα για να ησυχάσει και με ένα τράβηγμα στα γκέμια το άλογο ξεχύθηκε έξω από το παλάτι σαν σίφουνας. Ο δράκοντας τότε ξύπνησε και φώναξε:

Από δραματοποίηση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από δραματοποίηση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Ποιος είσαι ορε εσύ που μου κλέβεις το χοντροσκούτι;

Ο Δεκατρής είμαι και να ‘ρτεις να με βρεις.

Φυσικά ο δράκοντας δεν προλάβαινε να τον ακολουθήσει κι ο Δεκατρής πήγαινε περήφανος το πάπλωμα στα αδέρφια του. Στο δρόμο σταμάτησε κι έβγαλε το μπαμπάκι από τα κουδούνια για να ακούει το μελωδικό ήχο του χρυσαφιού. Όταν κοντοζύγωνε στο χωράφι, τα αδέρφια του, που αναγνώρισαν τον ήχο των κουδουνιών, για παν ενδεχόμενο ανέβηκαν σε κάτι αμυγδαλιές να κρυφτούν. Όταν έφτασε ο Δεκατρής και τους είδε να κατεβαίνουν κατάλαβε πόσο δειλοί ήταν αλλά δεν τους είπε τίποτα, αντίθετα αυτοί του είπαν ότι ανέβηκαν να δουν αν έχουν ωριμάσει τα τσίγαλα. Τέλος πάντων τον συγχάρηκαν για το κατόρθωμα του αλλά του είπαν ότι αυτό από μόνο του δεν ήτανε αρκετό.

Τώρα Δεκατρή που πήρες το πάπλωμα του δρακόντου, και είδαμε ότι βαστάει η καρδιά σου, για να σε πιεντήσουμε ολότελα σα δικό μας και ισάξιο μας θέλουμε να πας να πιάσεις και το άλογό του.

Εντάξει, αλλά θέλω ένα  κομμάτι παστό κρέας , κι ένα σχοινί. Θα χρειαστώ και μπαμπάκι αλλά άσε έχω στο σακί από την προηγούμενη ανδραγαθία μου.

Ξεκίνησε λοιπόν και αφού έφτασε στο παλάτι, περίμενε πάλι το δράκοντα να αποκοιμηθεί. Όταν άκουσε το ρουχνητό του, πλησίασε στο σταύλο και σιγά σιγά έδωσε το κρέας στο άλογο που ήταν σαρκοφάγο, και είχε κοφτερά δόντια. Το άλογο ενοστίμισε με το παστό κρέας και συμπάθησε τον Δεκατρή. Αυτός τότε τύλιξε με μπαμπάκι τα πέταλα του αλόγου και βούλωσε και το κουδούνι του. Ύστερα, χαϊδεύοντάς το, ανέβηκε στη ράχη του και ξεκίνησε για το χωράφι. Ήταν ο πρώτος που είχε φερθεί στο ζώο με καλοσύνη. Πριν απομακρυνθεί φώναξε στο Δράκοντα λέγοντας:

Αν σε ρωτήσουν ποιος σου πήρε το άλογο να πεις ο Δεκατρής

και έφυγε με καλπασμό χωρίς να μπορεί ο δράκοντας να τον ακολουθήσει πεζός ο οποίος αρκέστηκε σε πάμπολλες βρισιές και απειλές. Κοντά να φτάσει στο χωράφι τα αδέρφια του, ξανά τρόμαξαν στη θέα του αλόγου αλλά πάλι ο Δεκατρής δεν τους είπε τίποτα που αυτοί ανέβηκαν στις αμυγδαλιές.

Tελικά τι θα γίνει; Θα πείτε ότι είμαστε αδέρφια και ισάξιοι;

Τόση έπαρση και ζήλια είχαν τα αδέρφια του μέσα τους και του ξαναείπαν:

Για να σε πιεντήσουμε ως ισάξιο κι αδερφό μας πρέπει να πας να μας φέρεις και τον ίδιο το δράκοντα.

 Ο Δεκατρής δεν μίλησε κι έφυγε σκεφτικός. Τα αδέρφια του νόμισαν ότι λιγοψύχησε και ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν το ίδιο βράδυ να επιστρέφει και να τους λέει ότι θα αναλάβει κι αυτή την αποστολή.

Θέλω να μου δώσετε μια άμαξα με κάρο, μια φορεσιά ράσα του παπά, ένα θυμιατό , ένα σφυρί, ένα μεγάλο κασόνι, μια αλυσίδα, ένα λουκέτο, και πολλές πρόκες και τα θέλω τα χαράματα να είναι έτοιμα.

Τα αδέρφια κοιταχτήκαν όλο απορία αλλά είχαν συμφωνήσει να του παρέχουν όλα τα χρειαζούμενα. Έτσι κι έγινε. Ο Δεκατρής λοιπόν τα πήρε και έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Ντύθηκε παπάς, πήρε το θυμιατό, ανέβηκε στο κάρο και πήγε κάτω από τα παλάτι του δράκοντα πριν καλά καλά ξημερώσει και θυμιατίζοντας φώναζε:

Ανάαααααααααθεμά σε Δεκατρή και μυριανάθεμά σε.

 Ο Δράκοντας βγήκε στον εξώστη και φώναξε:

Ε ορέ τραγόπαπα που τονε ξέρεις εσύ το Δεκατρή και τονε καταριέσαι.

Που τονε ξέρω αφέντη μου; Μου έκλεψε τα πρόβατα, τις κότες κι ό,τι είχα από χρυσά στο κονάκι μου. Δε μου άφηκε ούτε γρόσι.

Εμένα μου πήρε το πάπλωμα και το άλογο, κι όπου τονε βρω θα τονε φάω με τα σκουτιά του φορεμένα. Μην ξέρεις που θα τονε βρούμε;

Ξέρω. Μου το ‘πε ο μεγαλοδύναμος. Έλα να σε πάω να τον εκδικηθείς και για μένα – ήμαρτον θεέ μου. Αλλά πρέπει να μπεις μέσα στο κασόνι γιατί δεν έχω που αλλού να σε κρύψω για να μη σε ιδεί και λαμπάξει και μας ξεφύγει. Έλα μόνο να σε δέσω και με τούτη την αλυσίδα για να μη χτυπήσεις από τις λακούβες και να κλείσω και το κασόνι με τις πρόκες μην τυχόν και χοροπηδήξει το κάρο και πεταχτείς όξω τη χειρότερη στιγμή.

Από παρουσίαση του "Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσίαση του «Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Έτσι κι έγινε κι ο δράκοντας βρέθηκε αλυσοδεμένος και κλεισμένος σε μια κάσα καρφωμένη με καρφιά και φορτωμένος σε ένα κάρο. Εκεί που πήγαιναν ο δράκοντας ρώταγε τον παπά αν αργούν να φτάσουν στο χωριό του Δεκατρή και μετά από πολλές ερωτήσεις ο Δεκατρής αποφάσισε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Όταν λοιπόν το είπε, ο δράκοντας έγινε έξω φρενών και προσπάθησε να λυθεί, μάταια όμως. Ύστερα άρχισε τα παρακάλια και τα ανταλλάγματα. Ο Δεκατρής όμως τον πήγε στα αδέρφια του τα οποία πάλι βρεθήκαν στις αμυγδαλιές. Αυτή τη φορά ο Δεκατρής με τον αέρα του θριαμβευτή τα ρώτησε:

Είναι έτοιμα τα τσίγαλα παιδιά;

Τα αδέρφια κατάλαβαν την προσβολή και κατέβηκαν για να ανοίξει ο Δεκατρής το καπάκι της κάσας. Ο δράκοντας βρισκόταν μέσα τρομερός και θεόρατος μα εξουθενωμένος και μετανοιωμένος για τα κακά που είχε κάνει τόσες δεκαετίες στους χωρικούς. Ο Δεκατρής ως φυσικός αρχηγός πια, είπε στον Δράκοντα:

Μετανόησε για να σε ελευθερώσω.

Σου δίνω τον λόγο μου ότι από δω και στο εξής θα αλλάξω.

Τα αδέρφια του Δεκατρή από την άλλη μεριά, μετανιωμένα κι αυτά, απάντησαν στον αδερφό τους…

Συγνώμη αδερφέ μας για την συμπεριφορά μας….Πόσο σε αδικήσαμε αδερφέ μας κρίνοντας από αυτό που βλέπαμε, χωρίς να κάνουμε μια προσπάθεια να γνωρίσουμε τον δυνατό χαρακτήρα σου και το έξυπνο μυαλό σου… Από δω και στο εξής αδερφέ μας  σε ορίζουμε αρχηγό μας και γενικό κουμανταδόρο στις δουλειές μας.

Τα πράγματα είχαν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια.

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Δεκατρής"

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Δεκατρής»

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 6 Σχόλια

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: