Author Archives: Τσιφλίδου Αρετή

Το κάστρο της αθανασίας!

Κάποτε ζούσε και βασίλευε σε μια μακρινή και πλούσια χώρα ένας άρχοντας που τον έλεγαν Μπουχάρ. Αυτός ο άρχοντας ήταν πολύ τυχερός, είχε όλα τα καλά του Θεού και των ανθρώπων: υγεία, πλούτη, δόξες, τιμές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας! Όμως περνούσε μια πολύ δυστυχισμένη ζωή γιατί φοβόταν τον Χάρο που θα έρχονταν κάποτε να πάρει την ψυχή του.
Ο άρχοντας Μπουχάρ ήταν πολύ εγωιστής. Δεν ήθελε να πεθάνει και ν’ ανέβει στο θρόνο του ένας οποιοσδήποτε άλλος βασιλιάς. Κάθε σκέψη του τριγύριζε στο Χάρο. Κι ο καημός αυτός τον μαράζωνε, σιγά σιγά, κάνοντάς τον να μην απολαμβάνει καμμιά χαρά κι ευχαρίστηση στη ζωή του.

Γιατί Θεέ μου να πεθάνω; Γιατί να μην ζω αιώνια και να βασιλεύω στη χώρα μου;

Έλεγε κάθε βράδυ στην προσευχή του και όλη την ώρα έπινε γιατρικά και δυναμωτικά για να παρατείνει όσο μπορούσε την άχαρη ζωή του.

Κάποτε κάλεσε στο παλάτι του μια ομάδα σοφών, από τους καλύτερους του κόσμου και τους είπε:

Εγώ είμαι βασιλιάς κι έχω υποχρέωση να ζήσω παντοτινά για να μην μείνει ακυβέρνητη η χώρα μου. Θέλω να με συμβουλέψετε τι πρέπει να κάνω για να αποφύγω τον θάνατο. Όποιος από σας μου χαρίσει την αθανασία θα τον ανταμείψω πλουσιοπάροχα.

Μίλησε ένας νεαρός σοφός τότε:

Λυπάμαι βασιλιά μου αυτό που ζητάς είναι αδύνατο να γίνει. Ο Θεός θα θυμώσει που θέλεις να παραβείς τον αιώνιο νόμο του. Όπως γεννιούνται οι άνθρωποι έτσι και πρέπει μια μέρα να πεθάνουν. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος, θα έλειπε από τον κόσμο και η ζωή. Άφησε λοιπόν τον χάρο να κάνει το θέλημα του Θεού, γιατί ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος ποτέ θα μπορέσει να τον εμποδίσει.

Εξοργισμένος ο βασιλιάς πρόσταξε να τον πετάξουν με τις κλωτσιές έξω από το παλάτι του. ‘Άκουσε κι άλλους σοφούς που του είπαν παρόμοια λόγια, ώσπου ένας γεροντότερος σοφός του είπε:

Με λένε Ζαράμ άρχοντα μου και μονάχα εγώ μπορώ να σε κάνω να μην φοβάσαι τον χάρο. Για να το καταφέρω όμως αυτό πρέπει απ’ εδώ και πέρα να κάνεις ό,τι σε προστάζω.

Ο βασιλιάς συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη ελπίζοντας πως το όνειρο του να μείνει αθάνατος θα γινόταν πραγματικότητα.

Ο σοφός ζήτησε πολλούς μαστόρους, υλικά και χρήματα για να χτίσει έναν πύργο με πολύ χοντρά ντουβάρια, χωρίς να αφήσει ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Μονάχα μια μικρή τρύπα είχε ανοιχτή και άχτιστη στο κάτω μέρος του πύργου. Ίσα ίσα για να περάσει στενάχωρα ένας άνθρωπος. Μετά από τρεις μήνες ο πύργος ήταν έτοιμος και ο Ζαράμ πρόσταξε να τον γεμίσουν με αμέτρητες τροφές και άπειρα δοχεία νερό. Είπε ακόμη να κουβαλήσουν στις αποθήκες του όλους τους θησαυρούς του άρχοντα.

Βασιλιά μου, έμπα τώρα μέσα σ’ αυτόν τον γερό πύργο κι εμείς απ’ έξω θα χτίσουμε αμέσως το στενό άνοιγμα που αφήσαμε για να περάσεις. Ποτέ ο χάρος δε θα καταφέρει να μπει μέσα για να πάρει την ψυχή σου. Έτσι θα μείνεις αθάνατος.

Τρελός από την χαρά του ο άρχοντας μπήκε μέσα στον πύργο, ενώ οι μάστοροι έχτισαν πίσω του το άνοιγμα του χοντρού τοίχου. Χαμογελώντας ο σοφός Ζαράμ γύρισε στο παλάτι κι ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας όπως είχαν συμφωνήσει με το βασιλιά.

Με τα φτερά της φαντασίας μας τώρα ας μπούμε μέσα στον θεόκλειστο πύργο κι ας δούμε τι απέγινε ο άρχοντας Μπουχάρ. Βαθύ σκοτάδι ήταν μέσα. Τόσο που ο βασιλιάς έβλεπε το ίδιο με κλειστά και με ανοιχτά τα μάτια του. Μα η στεναχώρια αυτή δεν ήταν τίποτε μπροστά στη χαρά που δοκίμαζε βέβαιος μέσα σ’ αυτή την φυλακή. Πως ήταν δηλαδή, εξασφαλισμένος από το χάρο και το θάνατο. Άναψε πολλά κεριά για να βλέπει και για πρώτη φορά στη ζωή του έφαγε με τόση όρεξη. Τέλος έπεσε να κοιμηθεί. Όμως ο αέρας μέσα στον θεόκλειστο πύργο άρχισε να γίνεται αποπνικτικός και αναπνοή του γρήγορη και βαριά. Μα ποιος να τον ακούσει; Τα ντουβάρια του πύργου είχαν τέσσερα μέτρα φάρδος κι ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο, ούτε χαραμάδα υπήρχε πουθενά.

Βοήθεια! Πνίγομαι, θα σκάσω.

φώναζε ο άρχοντας κλαίγοντας και χτυπώντας το κεφάλι του του στα ντουβάρια. Τέλος βρήκε κάπου ένα χαρτί κι έγραψε πάνω σ’ αυτό κάτι με το μολύβι του. ‘Υστέρα μη βρίσκοντας οξυγόνο ν’ ανασάνει, σωριάστηκε κάτω και ξεψύχησε μέσα στο μεγάλο άγχος και αγωνία. Την άλλη μέρα ο σοφός Ζαράμ πρόσταξε να γκρεμίσουν ένα από τα ντουβάρια του πύργου.

Δε χρειάζεται… Ο χάρος έχει κάνει πια τη δουλειά του.

…μουρμούρισε με βεβαιότητα. Ύστερα μπήκε μέσα ο ίδιος κι αντίκρυσε κάτω το νεκρό βασιλιά. Στο χαρτάκι που κρατούσε σφιχτά στο χέρι, να τι είχε γράψει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του:

«Ήμουν πολύ κουτός να πιστέψω πως μπορεί ο άνθρωπος ν’ αποφύγει το θάνατο! Όσο ζητάς να γλιτώσεις απ’ αυτόν, τόσο σε κυνηγάει και σε βρίσκει όπου κι αν κρυφτείς. Ο Θεός ας με συγχωρέσει»!

Ο Ζαράμ πρόσταξε να θάψουν τον εγωιστή άρχοντα. Ύστερα έβαλε το λαό να διαλέξει μοναχός του το νέο βασιλιά που θα τον κυβερνούσε. Χωρίς ο ίδιος να βάλει υποψηφιότητα. Οι άνθρωποι της χώρας θρόνιασαν έναν καλό, έξυπνο και άξιο βασιλιά με χαρές και γλέντια. Ο σοφός τότε φώναξε τον λαό που ήταν συγκεντρωμένος έξω από το παλάτι.

Με τον πύργο που έχτισα έδωσα ένα καλό μάθημα στο βασιλιά σας. Και πιστεύω πως δεν είχα καθόλου άδικο.

Τέλος γυρίζοντας στον καινούριο βασιλιά πρόσθεσε:

Κι εσύ άρχοντα μου, ποτέ να μην ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος. Και πως κάποτε θα πεθάνεις σαν όλους μας. Εκείνος που θα μείνει αθάνατος είναι σα να ζητάει να γίνει Θεός.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο άρχοντας Μαρόκ

Ήταν κάποτε ένα αγόρι, ο Χαρούλης. Το ονόμασαν έτσι γιατί αν και φτωχό και ορφανό ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Συνέχεια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Αχ, αυτά τα φαντάσματα!

Κυριακή λίγο πριν τις έντεκα το πρωί και το παραμυθόσπιτο άρχισε να γεμίζει με παιδικές φωνούλες από τα παιδάκια που ήρθαν να μιλήσουμε για τα φαντάσματα. Η αποστολή μας ήταν να νικήσουμε τη φοβία μας γι’ αυτά, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που πραγματοποιούμε στο παραμυθόσπιτό μας κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα. Είχαμε ήδη μιλήσει για το σκοτάδι και για τα καιρικά φαινόμενα στις προηγούμενες συναντήσεις. Τώρα σειρά είχε η πάλη με τα φαντάσματα. Γιατί μας φοβίζουν; Πώς γεννιέται ο φόβος μας γι’ αυτά και είναι δικαιολογημένος άραγε; Τι ακριβώς μας φοβίζει;

Αρχικά καθίσαμε στον χώρο της σχολικής τάξης με τα θρανία και μοιραστήκαμε τις εμπειρίες και τις σκέψεις μας σχετικά με αυτά τα αόρατα δημιουργήματα της φαντασίας μας. Φ Α Ν Τ Α Σ Ι Α Σ!!! Γιατί μόνο εκεί υπάρχουν όπως καταλήξαμε. Οι απόψεις των παιδιών ήταν πολύ ενδιαφέρουσες.

Μετά την απολαυστική κουβεντούλα περάσαμε μπροστά στο «τζάκι» όπου ο καθένας βολεύτηκε αναπαυτικά. Άλλοι ξάπλωσαν στις φλοκάτες κι άλλοι έκατσαν στις μαξιλάρες. Όλοι όμως με τα μάτια καρφωμένα πάνω μας για να ακούσουν τα παραμύθια. Και το ταξίδι άρχισε! Πήγαμε μέχρι το Βέλγιο και νικήσαμε τον αόρατο τερατάνθρωπο του Ουαγιού, για να καταλήξουμε λίγο αργότερα στην Γερμανία με τον μύθο της Λορελάι, μια αόρατη ύπαρξη που ακόμη σαγηνεύει με το τραγούδι της.

Ήρθε όμως και η σειρά των μικρών φίλων μας να φτιάξουν κι αυτοί το δικό τους παραμύθι, με ήρωα ένα φάντασμα που το ονόμασαν Γκλίμαξ ο Μπούμπης. Η αστείρευτη φαντασία των παιδιών μας εντυπωσίασε!

Στο τέλος γυρίσαμε και πάλι στα θρανία για την κατασκευή που αυτή την φορά ήταν ένα χάρτινο φαντασματάκι που με τη βοήθεια από ένα καλαμάκι πετούσε στον αέρα. Τα ζωγραφίσαμε, τα κόψαμε, τα κολλήσαμε και μαζευτήκαμε για να αγωνιστούμε ποιανού το φαντασματάκι ήταν το πιο σκανδαλιάρικο και θα πήγαινε ψηλότερα. Η εκδήλωση μας τελείωσε με πολλά γέλια και ανυπομονούμε να τα ξαναπούμε τον άλλο μήνα.

Ευχαριστούμε τους μικρούς μας φίλους για την αγάπη που μας δείχνουν αλλά και τους γονείς που μας στηρίζουν και δείχνουν στα παιδιά τους ότι υπάρχει κι αυτός ο τρόπος ψυχαγωγίας.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Κεσικιάδου Ελισάβετ, Μίχα Μέλη, Μπουγά Μαρία, Πακαταρίδου Βικτώρια, Παπακωνσταντίνου Μαρία, Ράπτη Αδελαϊδα, Τσίρκας Π. Χρήστος και Τσιφλίδου Αρετή.

Ραντεβού και πάλι την πρώτη Κυριακή του Φεβρουαρίου!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

«Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» – Ιανουάριος: «Μαμά…μπαμπά… Ένα φάντασμα»!

(Για παιδιά ηλικιών 5 έως 12 ετών. Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής στην εκδήλωση. Ώρα προσέλευσης 10:45)

Ολοκληρώσαμε αισίως δύο εκδηλώσεις σχετικές με τις φοβίες. Πρώτα με το σκοτάδι και έπειτα με τα φυσικά φαινόμενα. Αποχαιρετούμε το 2018 που φεύγει σαν κεραυνός από την ζωή μας μα εμείς, όντας αισιόδοξοι και ρομαντικοί, κρατάμε στις μνήμες μας μόνο τα θετικά. Μόνο όμορφες στιγμές να μας θυμίζουν τη χρονιά που φεύγει.

Και θα υποδεχτούμε το 2019 στο παραμυθόσπιτο παρέα με τους μικρούς μας φίλους αλλά και με … φαντάσματα. Με τα άκακα φαντάσματα των παραμυθιών. Αυτά που ξέρουν να ομορφαίνουν τις ιστορίες.

«Μαμά…μπαμπά… Ένα φάντασμα» είναι ο τίτλος της τρίτης εκδήλωσής μας υπό τον γενικό τίτλο «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» και θα πραγματοποιηθεί -εκτάκτως- την δεύτερη Κυριακή του Ιανουαρίου, δηλαδή στις 13 του μήνα στις 11 το πρωί (με ώρα προσέλευσης στις 10:45).

Για να θυμίσουμε όμως περί τίνος πρόκειται:

Η Ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού, «Οι Παραμυθάδες» σας περιμένουμε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα στις 11 π.μ. στο παραμυθόσπιτό μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 43 με Γενναδίου) για να νικήσουμε τις φοβίες μας, μικρές ή μεγάλες.
Ποιο παιδί δεν έχει φοβηθεί το σκοτάδι, το θάνατο, τους γιατρούς, τους κακούς ανθρώπους ή ακόμη και κάποια ζώα; Ποιος δεν έχει φοβηθεί κάποια τιμωρία ή το άγνωστο;

Όλα αυτά φαντάζουν σαν άγρια θεριά ή δράκοι στις παιδικές ψυχές!

Με οδηγό τα παραμύθια και σπαθί την αφήγηση τους, θα βγούμε νικητές και θα αφήσουμε πίσω κάθε παρόμοια αγωνία.

Οι Παραμυθάδες όπως πάντα θα σας ταξιδέψουμε και θα σας θυμίσουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε όλους μας.

Η δράση θα απευθύνεται σε συγκεκριμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 5 έως 12 ετών, γι αυτό θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή από πριν με το συμβολικό ποσό των 3 ευρώ ανά παιδί (5 ευρώ για αδέλφια). Δηλώσεις συμμετοχής έως10/01/19.

Τρίτη εκδήλωσή μας τον Ιανουάριο, στις 13 του μήνα με την φοβία των φαντασμάτων. «Μαμά…μπαμπά… Ένα φάντασμα»

Τηλέφωνα επικοινωνίας : Χρήστος: 6946816535 & Αρετή: 6974333245

 

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Παραμύθια πλημύρισαν την υπόγεια διάβαση στην Ελευθερούπολη!

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018 και «Οι Παραμυθάδες» συνεχίζοντας τις Χριστουγεννιάτικες δράσεις μας, βρεθήκαμε μετά από πρόσκληση της Κοινωφελής Επιχείρησης του Δήμου Παγγαίου στην υπόγεια στοά της Ελευθερούπολης, που μεταμορφώθηκε σε ένα μαγικό χώρο και γέμισε με γονείς, παιδιά, αλλά και άτακτα ξωτικά, κακάσχημους καλικάντζαρους, μυλωνάδες, άγρια και ήμερα ζώα, παπάδες και θαύματα.

Ξεκινήσαμε συζητώντας για τους σκανδαλιάρηδες σκαλαπούγκαρους ή κωλοβελόνηδες ή αλλιώς τους γνωστούς στους περισσότερους καλικάντζαρους. Αρκετά ενημερωμένοι οι μικροί μας φίλοι, μας βοήθησαν στην περιγραφή τους.

Μετά πήραν σειρά τα παραμύθια. Η μαγεία απλώθηκε στην στοά και τα βλέμματα πιστά ακολουθούσαν το ταξίδι μας. Μικροί και μεγάλοι συμμετείχαν με το γέλιο και τα σχόλια τους. Τα ξωτικά βοήθησαν τον φτωχό παπουτσή και το γέρικο βόδι εκλέχθηκε το καλύτερο ζώο της χρονιάς, όπως μας αφηγήθηκε η Μέλη, ο Τάσος μας συγκίνησε με τον παπά Ιάκωβο, ο Αρίδας ο μυλωνάς έβαλε τέλος στην τεμπελιά του αλλά και η συμφωνία με τον καλικάντζαρο για άλλη μια φορά δε βγήκε σε καλό για τον τελευταίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Χρήστου και τέλος η Μάρμπω πήρε το μάθημα της μια και καλή, αφού έμαθε ότι με την κακία και τη ζήλια δεν κατάφερε ποτέ κανείς τίποτε, όπως μας θύμισε η Αρετή.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Τάσος Καπατζιάς, Μέλη Μίχα, Χρήστος Π. Τσίρκας και Αρετή Τσιφλίδου.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

«Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» – Δεκέμβριος: «Όταν η φύση θυμώνει»!

(Για παιδιά ηλικιών 5 έως 12 ετών. Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής στην εκδήλωσης. Ώρα προσέλευσης 10:45)

Μετά το όμορφο ξεκίνημά μας την περασμένη Κυριακή με τον «φόβο του σκοταδιού», σας καλούμε και πάλι για άλλο ένα ιδιαίτερο πρωινό στο παραμυθόσπιτό μας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου στις 11 το πρωί, να ξορκίσουμε τα στοιχεία της φύσης. Τους κεραυνούς, τις αστραπές, τις θύελλες, τους σεισμούς, όλα αυτά που δείχνουν το άγριο πρόσωπο της φύσης.

Για να θυμίσουμε όμως περί τίνος πρόκειται:

Η Ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού, «Οι Παραμυθάδες» σας περιμένουμε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα στις 11 π.μ. στο παραμυθόσπιτό μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 43 με Γενναδίου) για να νικήσουμε τις φοβίες μας, μικρές ή μεγάλες.
Ποιο παιδί δεν έχει φοβηθεί το σκοτάδι, το θάνατο, τους γιατρούς, τους κακούς ανθρώπους ή ακόμη και κάποια ζώα; Ποιος δεν έχει φοβηθεί κάποια τιμωρία ή το άγνωστο;

Όλα αυτά φαντάζουν σαν άγρια θεριά ή δράκοι στις παιδικές ψυχές!

Με οδηγό τα παραμύθια και σπαθί την αφήγηση τους, θα βγούμε νικητές και θα αφήσουμε πίσω κάθε παρόμοια αγωνία.

Οι Παραμυθάδες όπως πάντα θα σας ταξιδέψουμε και θα σας θυμίσουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε όλους μας.

Η δράση θα απευθύνεται σε συγκεκριμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 5 έως 10 ετών, γι αυτό θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή από πριν με το συμβολικό ποσό των 3 ευρώ ανά παιδί (5 ευρώ για αδέλφια). Δηλώσεις συμμετοχής έως30/11/18.

Δεύτερη εκδήλωσή μας τον Δεκέμβριο, στις 2 του μήνα με δεύτερη φοβία, τα στοιχεία της φύσης. «Όταν η φύση θυμώνει»

Τηλέφωνα επικοινωνίας : Χρήστος: 6946816535 & Αρετή: 6974333245

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Το φως της ψυχής μας» της Αρετής Τσιφλίδου

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από την Αρετή Τσιφλίδου τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Πριν πολλά πολλά χρόνια η ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική. Δε γελούσαν, δεν είχαν όρεξη να δουλέψουν, τα παιδιά τους δεν έπαιζαν άλλα παιχνίδια, παρά μόνο κρυφτό και έκαναν μόνο αταξίες. Μπορείτε να φανταστείτε γιατί;
Η μέρα ήταν μόνο μία ώρα και οι υπόλοιπες 23 ώρες ήταν νύχτα! Τα συναισθήματα των ανθρώπων ήταν η κακία, ο φόβος και η ανησυχία. Υπήρχε συγκεκριμένα μια ομάδα πολύ κακών παιδιών που έκαναν ζημιές κι έκλεβαν τα παιχνίδια των φίλων τους. Κάθε φορά πήγαιναν και σε διαφορετική περιοχή! Το σκοτάδι είχε μπει για τα καλά μέσα στην ψυχή τους.

Όμως η Φωτούλα, η αδελφή ενός απ’ αυτούς διέφερε εντελώς! Ήταν καλή, ευγενική, και δεν έβλαπτε κανέναν, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της και πάντα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές με το χαμόγελο και την ζεστασιά της. Όταν τον μάλωναν οι γονείς τους για τις απαράδεκτες πράξεις του, αυτή τους γλύκαινε το θυμό και τους μαλάκωνε. Οπότε ο άτακτος αδελφός γλίτωνε τις τιμωρίες σε αντίθεση με τους φίλους του. Άλλους τους έκλειναν στο σπίτι για μια εβδομάδα, χωρίς να βλέπουν τους φίλους τους. Άλλους δεν τους έδιναν χαρτζιλίκι και άλλους τους έβαζαν να γράψουν 100 φορές » δε θα το ξανακάνω, θα είμαι καλό παιδί». Αυτός όμως χάρη στην αδελφή του είχε σταθεί τυχερός.

Τώρα θα αναρωτιέστε πώς τα κατάφερνε η Φωτούλα, έτσι; Θα σας το πω αλλά να μείνει μεταξύ μας. Η Φωτούλα ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό που γεννήθηκε εκείνη την ώρα της ημέρας που είχε φως. Όλοι οι υπόλοιποι γεννήθηκαν στα μαύρα σκοτάδια. Γι’ αυτό ήταν γεμάτη αισιοδοξία, χαρά και καλοσύνη. Ο αδελφός της βέβαια που ήθελε να κάνει τον μάγκα κοκορευόταν ότι τα κατάφερνε μόνος του κάθε φορά και τη γλίτωνε και ότι αυτό οφείλονταν στην εξυπνάδα του, την ετοιμότητα του. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν είχε πει ποτέ στην Φωτούλα! Αντιθέτως πολλές φορές την αποκαλούσε αλαφροΐσκιωτη ή ονειροπαρμένη για την υπερβολική της αισιοδοξία και αυτή στενοχωριόταν αλλά δεν έπαυε να τον αγαπάει.

Η φωτογραφία έχει τίτλο «silhouette of person raising hand» και είναι του Andrei Lazarev

Ένα απόγευμα γεμάτο σκοτάδι και υγρασία, τα παιδιά έπαιζαν στην γειτονιά έξω με τις πέτρες πόλεμο και άρχισαν να πετροβολούν το αγαπημένο σκυλάκι της Φωτούλας. Πρώτος και καλύτερος ο αδελφός της που ήθελε να κάνει τον αρχηγό, τον πιο κακό τύραννο για το αθώο ζωάκι. Άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τότε η Φωτούλα να σταματήσουν αλλά μάταια. Όσο και αν προσπαθούσε, το αντίθετο πετύχαινε. Είχανε κυκλώσει το τρομαγμένο ζωάκι και το τυραννούσαν. Αυτή φώναζε, παρακαλούσε τον αδελφό της …ΑΔΙΚΑ! Από την φασαρία έτρεξαν ανήσυχοι οι γονείς τους να δουν τι γινόταν με τους φακούς στα χέρια, αλλά δεν φαινόταν τίποτε. Και τότε ξαφνικά…..Άπλωσε τα χέρια της η Φωτούλα και έλαμψε ο τόπος όλος! Τα παλιόπαιδα αποκαλύφθηκαν από το έντονο φως που έβγαινε από τα χέρια του μικρού κοριτσιού, και το σκυλάκι βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει και να χωθεί στην αγκαλιά της. Οι γονείς τους αμέσως κατάλαβαν τι έγινε! Αυτή την φορά όμως η Φωτούλα δε θα ήταν στο πλευρό του αδελφού της, ούτε θα γλύκαινε τους γονείς τους για να μην τον τιμωρήσουν αυστηρά. Έσφιγγε το σκυλάκι πάνω στην πληγωμένη της καρδούλα κι έκλαιγε για την αχαριστία και την σκληρότητα όλων των άλλων παιδιών, αλλά περισσότερο για τον αδελφό της. Οι γονείς της λοιπόν ανήμποροι να σκεφτούν άλλο τρόπο για να συνετίσουν τον κακομαθημένο γιό τους τον έδιωξαν από το σπίτι.

Ο μικρός τύραννος δεν ήξερε που να πάει, ούτε τι να κάνει. Περπάτησε, περπάτησε, μέσα στα σκοτάδια, σκόνταφτε στις πέτρες και φοβόταν! Ήταν πρώτη φορά μόνος του, χωρίς την αδελφή του να τον φωτίζει με κάθε τρόπο. Κατάκοπος έκατσε στη ρίζα ενός γεροπλάτανου να ξαποστάσει. Αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο περίεργο. Ό,τι ζούσε με τους γονείς του και την αδελφή του σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Μια υπέροχη παραλία, γεμάτη βότσαλα και κοχύλια απλώνονταν μπροστά και στα καταγάλανα νερά μπορούσε να δει κανείς πανέμορφα εξωτικά ψάρια. Όλα ήταν τόσο όμορφα και λουσμένα από ένα υπέροχο φως, από τον ήλιο. Η ζεστασιά έφτανε μέχρι βαθιά στην ψυχή του κι είχε λιώσει τον πάγο και την είχε μαλακώσει. Ένιωθε πολύ παράξενα. Σα να είχε μουδιάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τον βαστούσαν τα πόδια του. Τότε άκουσε μέσα στο μυαλό του μια φωνή να του λέει.

«Έχεις μια πολύ σημαντική αποστολή! Πρέπει να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου να βγουν από το σκοτάδι που τους πνίγει. Εσύ μόνο μπορείς να το κάνεις αυτό.»

Μα, πώς θα το κάνω αυτό;

…αναρωτήθηκε το σαστισμένο αγόρι.

«Πρέπει να πολεμήσεις»

…του είπε η φωνή.

«Πρέπει να πολεμήσεις και να νικήσεις τον αντίπαλο σου. Όμως δε θα είναι ένας αγώνας με πέτρες σαν αυτούς που έκανες μέχρι τώρα. Θα είναι ένας αγώνας διαφορετικός από τους άλλους.»

Και ποιος είναι ο αντίπαλος μου;

Ρώτησε με δυνατή φωνή αυτή την φορά.

«Επέστρεψε στο σπίτι σου και στους γονείς σου αγόρι μου και θα καταλάβεις εκεί.»

…του απάντησε η φωνή. Απορημένος πήρε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτος ερωτηματικά και ανασφάλεια, γιατί δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε όταν θα γύριζε στο σπίτι του. Κι έπειτα ήταν και το άλλο….. πώς θα έμπαινε πάλι στο δρόμο με το σκοτάδι; Όμως επειδή ήταν δυνατός κατά βάθος και πεισματάρης, δεν ήθελε να δείξει ότι φοβόταν και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει και να σκέφτεται παράλληλα όλα αυτά που έγιναν. Ξαφνικά βλέπει στην άκρη του δρόμου ένα σκυλάκι, πληγωμένο και διψασμένο. Αρχικά το προσπέρασε χωρίς να του δώσει καμμιά σημασία. Μετά από λίγα βήματα όμως η καρδιά του, του έλεγε να το βοηθήσει. Κοντοστάθηκε, πήρε μια ανάσα και το πλησίασε. Του έβαλε λίγο νεράκι από μια πηγή που είχε εκεί κοντά και του περιποιήθηκε τις πληγές του. Το σκυλάκι τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη και του έγλειφε τα χέρια. Μετά το αγόρι συνέχισε το δρόμο του. Λίγο πιο κάτω ένα κοριτσάκι έκλαιγε στην άκρη του δρόμου με παράπονο.

Τι έχεις;

…την ρώτησε;

Κάτι παλιόπαιδα μου χάλασαν την αγαπημένη μου κούκλα. Της έβγαλαν το κεφάλι και τα χέρια και δεν μπορώ να την παίξω πια!

Αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, έκατσε κοντά της, πήρε την κούκλα στα χέρια του, παιδεύτηκε, παιδεύτηκε και κατάφερε και την έφτιαξε όπως ήταν πριν και ακόμη καλύτερα, γιατί την καθάρισε και από τις βρωμιές και τις λάσπες που είχε και η κουκλίτσα έγινε πανέμορφη και το κοριτσάκι ήταν μες στην χαρά. Του έκανε μια μεγάλη αγκαλιά και τον ευχαρίστησε φεύγοντας. Πόσο διαφορετικά ένιωθε τώρα το αγόρι! Ξαφνικά ένιωθε πολύ δυνατός. Ένιωθε μια δύναμη, όμως άλλη, διαφορετική! Όχι αυτή την ψευτοπαλληκαριά που είχε πριν!
Μετά από λίγες ώρες περπάτημα, ξαφνικά έγινε πάλι σκοτάδι και μπήκε σ’ ένα δάσος. Δύσκολος δρόμος γεμάτος πέτρες και κλαδιά από τα δέντρα που τον εμπόδιζαν να προχωρήσει. Είδε κάποια στιγμή μια σκιά. Σταμάτησε απότομα. Φοβήθηκε! Είχε όμως μια αποστολή και έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του. Του ήρθαν στο μυαλό τότε το πληγωμένο σκυλάκι και το κοριτσάκι που έκλαιγε! Μόλις τους σκέφτηκε με ένα μαγικό τρόπο, φωτίστηκε ο δρόμος και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτε που να τον τρομάζει! Όλα ήταν στο μυαλό του. Η αγάπη που είχε πάρει από αυτές τις δύο υπάρξεις του έδωσε δύναμη να συνεχίσει. Μετά από αρκετή ώρα έφτασε τελικά στο σπίτι του. Όσο πλησίαζε, ένα παράξενο πράγμα όμως έγινε! Δεν ήταν πια σκοτάδι, όλα ήταν φωτεινά, γεμάτα χρώματα, που γινόταν ακόμη πιο έντονα! Τα παιδιά όλα έπαιζαν και οι χαρούμενες φωνές τους ακούγονταν παντού! Είδε την μητέρα του τότε και έτρεξε κατευθείαν και χώθηκε στην αγκαλιά της! Έκλαιγε, έκλαιγε και δεν έλεγε να σταματήσει, όμως ένιωθε τόσο όμορφα! Κατάλαβε τότε ότι ο αντίπαλος που έπρεπε να νικήσει ήταν ο ίδιος του ο εαυτός! Η αποστολή που είχε ήταν να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό, να φανεί δυνατός και να μην υποκύψει στις κακές σκέψεις που του έμπαιναν στο μυαλό. Και τα κατάφερε! Ξεπέρασε την κακία που είχε πριν και έκανε ό,τι καλό μπορούσε στο δρόμο του. Και όλα φωτίστηκαν από κει και πέρα! Δε θα υπήρχε ποτέ ξανά σκοτάδι πουθενά. Ήταν και ο ίδιος πια φωτεινό παράδειγμα για τους φίλους του και για όποιον είχε αμφιβολία για το ποιος πραγματικά είναι ο δυνατός σε μια παρέα! Δε φοβήθηκε ποτέ ξανά από τότε τη νύχτα και κανένα σκοτάδι, γιατί ήξερε ότι όλοι μας έχουμε μεγάλη δύναμη μέσα μας και πως ό,τι φοβόμαστε, μπορούμε να το νικήσουμε και να το εξαφανίσουμε με το φως που έχουμε στην ψυχή μας.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

«Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» – Νοέμβριος: «Από το σκοτάδι στο φως»!

«Από το σκοτάδει στο φως»

Η Ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού, «Οι Παραμυθάδες» σας περιμένουμε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα στις 11 π.μ. στο παραμυθόσπιτό μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 43 με Γενναδίου) για να νικήσουμε τις φοβίες μας, μικρές ή μεγάλες.
Ποιο παιδί δεν έχει φοβηθεί το σκοτάδι, το θάνατο, τους γιατρούς, τους κακούς ανθρώπους ή ακόμη και κάποια ζώα; Ποιος δεν έχει φοβηθεί κάποια τιμωρία ή το άγνωστο;

Όλα αυτά φαντάζουν σαν άγρια θεριά ή δράκοι στις παιδικές ψυχές!

Με οδηγό τα παραμύθια και σπαθί την αφήγηση τους, θα βγούμε νικητές και θα αφήσουμε πίσω κάθε παρόμοια αγωνία.

Οι Παραμυθάδες όπως πάντα θα σας ταξιδέψουμε και θα σας θυμίσουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε όλους μας.

Η δράση θα απευθύνεται σε συγκεκριμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 5 έως 10 ετών, γι αυτό θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή από πριν με το συμβολικό ποσό των 3 ευρώ ανά παιδί (5 ευρώ για αδέλφια). Δηλώσεις συμμετοχής έως 25/10/18.

Ξεκινάμε τον Νοέμβριο, στις 4 του μήνα με πρώτη φοβία, το σκοτάδι. «Από το σκοτάδι στο φώς»

Τηλέφωνα επικοινωνίας : Χρήστος: 6946816535 & Αρετή: 6974333245

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Δώρο εξ ουρανού» – Παραμύθι των μαθητών του Α2 του Γυμνασίου Αμυγδαλεώνα

Το παραμύθι που ακολουθεί δημιουργήθηκε από τους μαθητές του δεύτερου τμήματος της πρώτης Γυμνασίου (Α2) από το Γυμνάσιο του Αμυγδαλεώνα όταν η Ομάδα μας βρέθηκε εκεί μετά από πρόσκληση.

Αγκαλιά με τα παραμυθοζάρια μας βρεθήκαμε εκεί και τα παιδιά βρήκαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν.

Τα έξι ζάρια που έριξαν οι μαθητές έφεραν ένα «δώρο», ένα «αεροπλάνο», ένα «μάτι», ένα «δέντρο», ένα «μικρό γλυκό» και μια «ομπρέλα».

Τα παιδιά ξεκλείδωσαν την φαντασία τους και φτιάξαν το ακόλουθο παραμύθι:

Μια φορά, ένα αεροπλάνο ξεκίνησε από την Ελλάδα για να πάει στην Αφρική. Κάποια στιγμή άνοιξε η καταπακτή για να πέσει ένας που ήθελε να κάνει ελεύθερη πτώση. Μαζί μ’ αυτόν όμως έπεσε και ένα δώρο!

Ένα δώρο τυλιγμένο σε ολόλευκο χαρτί. Δεν ήταν ένα απλό δώρο!  Ήταν ένα δώρο γεμάτο καλοσύνη και αγάπη και απευθυνόταν σε παιδιά που είχαν ανάγκη. Δεν είχε μόνο υλικά πράγματα μέσα όπως φάρμακα, τρόφιμα και παιχνίδια! Μέσα σ’ αυτό το δώρο υπήρχε κι ένα μαγικό «μάτι». Ένα μάτι «αετίσιο»! Ένα μάτι που έβλεπε πολύ καλά. Μπορούσε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό και οδηγούσε τους ανθρώπους στο δρόμο της καλοσύνης. Δεν μπορείτε όμως να φανταστείτε πού έπεσε αυτό το δώρο με το μαγικό μάτι….!

Σε μια όαση μέσα στην απέραντη έρημο, βρισκόταν ένα περίεργο δέντρο. Ήταν στρογγυλό με πλούσιο και πολύχρωμο φύλλωμα. Αυτό το δέντρο έβγαζε τον καρπό της καλοσύνης. Εκεί έπεσε το δώρο με το λευκό περιτύλιγμα και το δέντρο άλλαξε χρώμα, μεγάλωσε κι άρχισε να βγάζει διάφορα πράγματα που χρειαζόταν οι άνθρωποι. Το μάτι έδειχνε με ένα μαγικό τρόπο στον κόσμο το δρόμο γι αυτό το δέντρο. Έτσι καθημερινά πολύς κόσμος έπαιρνε βοήθεια, ασταμάτητα. Εξάλλου η καλοσύνη και η χαρά των ανθρώπων έτρεφαν αυτό το  δέντρο, που έβγαζε «καρπούς» όλο τον χρόνο. Και χάριζε εκτός των άλλων ελπίδα, χαρά, ευτυχία, καλοσύνη και δικαιοσύνη.

Μα δεν ήταν μόνο αυτή η διαφορά του από τα άλλα δέντρα της περιοχής! Όταν κάποιος έκανε κάποια καλή πράξη, το δέντρο του έριχνε ένα πολύ νόστιμο γλυκάκι και τον αποζημίωνε. Όταν όμως κάποιος έκανε μια κακή πράξη, του έριχνε ένα γλυκάκι, χαλασμένο, πικρό με άσχημη γεύση! Όταν ο κακός το έτρωγε προβληματιζόταν, σκεφτόταν τις πράξεις του και μετάνιωνε. Ξέρετε κάτι όμως; Όλα τα γλυκίσματα ήταν κατά βάθος τα ίδια! Απλά έπαιρναν τη γεύση που είχε ο καθένας στην καρδιά του. Μ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί κακοί άλλαξαν και έγιναν οι καλύτεροι άνθρωποι του κόσμου.

Στο πολύχρωμο αυτό δέντρο κρύβονταν επίσης πολύχρωμες ομπρελίτσες, που ο αέρας τις έπαιρνε και τις πήγαινε σε όσους είχαν ανάγκη. Μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσαν να βοηθηθούν και όσοι έμεναν σε άλλα μέρη και δεν μπορούσαν ταξιδέψουν. Έτσι το μαγικό μάτι που έβλεπε πολύ μακριά, διάλεγε τις πράσινες ομπρέλες για να στείλει την ελπίδα σε όσους την είχαν χάσει, τις κόκκινες για να στείλει την αγάπη σ’ αυτούς που την έψαχναν και δεν την έβρισκαν και κίτρινες ομπρελίτσες για να χαρίσει σοφία.

Για αυτό να ξέρετε, ότι αυτό  το υπέροχο δέντρο με το μαγικό μάτι, όπου κι αν είστε θα σας ακούσει και θα σας στείλει αυτό που έχετε ανάγκη. Προσέξτε όμως! Αν καμιά φορά σας έρθει κανένα γλυκάκι χαλασμένο, ή πικρό….. αναρωτηθείτε αν κάνατε κάτι κακό!

ΨΕΜΑΤΑ Ή ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΣΙ ΛΕΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ !!!

 

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες (Μια άλλη απόδοση)

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια ιστορία θέλω να σας πω για τέσσερα ζώα… τέσσερα ξεχωριστά ζώα που κατάφεραν να κάνουν το αδύνατο, δυνατό.
Πριν πολλά – πολλά χρόνια, ζούσε ένας γεωργός, με την οικογένεια του. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τότε και όλες τις δουλειές του τις έκανε με ένα γάιδαρο που είχε. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, ο γάιδαρος γέρασε και δεν είχε τις ίδιες δυνάμεις. Έτσι, αδυνατούσε να κάνει τις δουλειές που απαιτούσε ο γεωργός. Ένα πρωινό, ο γεωργός πήρε το γάιδαρο και περπάτησαν αρκετά μέσα στο δάσος. Όταν ήταν πολύ μακριά από το σπίτι, τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί χωρίς νερό και φαί για να πεθάνει. Και θα πέθαινε, αν…..
…ώρες αργότερα, λίγα μέτρα πιο μακριά βρέθηκε ένας κυνηγός με τον σκύλο του. Από το πρωί γυρνούσαν στο δάσος και κυνηγούσαν χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Ο κυνηγός είχε το ίδιο πρόβλημα με τον γεωργό. Το ζώο του είχε γεράσει και δε μπορούσε να τον ακολουθήσει στο κυνήγι. Η όραση και η όσφρηση του σκύλου είχαν μειωθεί σε βαθμό που δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα σκοτωμένο πουλί. Έτσι κι ο κυνηγός παράτησε τον σκύλο του εκεί κοντά και γύρισε μόνος του σπίτι. Ο σκύλος ήταν πολύ λυπημένος γιατί όλα αυτά τα χρόνια ήταν καλός φίλος για τον κυνηγό και φύλακας του σπιτιού του και ήταν άδικο που τον παράτησε τώρα που γέρασε. Κι ενώ σκεφτόταν όλα αυτά, άκουσε το γκάρισμα του γαιδάρου από δίπλα. Τον πλησίασε και απορημένος τον ρώτησε…

Σκύλος: Τι κάνεις καημένε μου γάιδαρε εδώ μονάχος σου;

Γάιδαρος: Το αφεντικό μου με άφησε δεμένο εδώ για να ψοφήσω επειδή γέρασα και δεν μπορώ να του κάνω πλέον τις δουλειές.

Σκύλος: Τι σύμπτωση… κι εμένα το αφεντικό μου με παράτησε γιατί δεν μπορώ πλέον να δω καλά και να μυρίσω με αποτέλεσμα να μην τον βοηθάω στο κυνήγι.

Τα δύο ζώα κοιτάχτηκαν σιωπηλά για λίγα λεπτά και ήταν έτοιμα να δακρύσουν, όταν μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του γαιδάρου.

Γάιδαρος: Έχω μια ιδέα. Θέλεις να πάμε στην πόλη και να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες;

Αυτό ήταν το όνειρο του γαϊδάρου για πολλά χρόνια τώρα. Ήθελε να γίνει ένας τρανός μουσικός μα οι υποχρεώσεις του στο χωράφι με τον γεωργό, του είχαν σταθεί εμπόδιο. Ο σκύλος, αφού το σκέφτηκε για λίγο, του απάντησε….

Σκύλος: Εντάξει λοιπόν. Πάμε.

Αφού τον βοήθησε λύνοντας το σκοινί, πήραν το δρόμο για την πόλη. Δεν περπάτησαν πολύ, όταν αντίκρισαν μια γάτα, να κάθεται στην άκρη του δρόμου λυπημένη. Με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα της ενώ έκλαιγε ασταμάτητα. Τότε ο γάιδαρος την πλησίασε και την ρώτησε :

Γάιδαρος: Γιατί κλαις καλή μου;

Γάτα: Εσύ γιατί λες; Δεν βλέπεις ότι έχω γεράσει; Η κυρά μου με έδιωξε από το σπίτι γιατί δεν βλέπω καλά και δεν μπορώ να πιάσω τα ποντίκια που πλέον αλωνίζουν σε όλο το σπίτι.

Γάιδαρος: Κι εμένα με παράτησε το αφεντικό μου, όπως και το φίλο μου τον σκύλο. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε στην πόλη και να γίνουμε τρανοί μουζικάντες. Θες να έρθεις μαζί μας;

Η γάτα δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ…

Γάτα: Έρχομαι!

…απάντησε και μπήκε στην παρέα του συνεχίζοντας το δρόμο τους. Εκεί που περπατούσαν ο σκύλος κουράστηκε.

Σκύλος: Φίλοι μου, σας πειράζει να σταματήσουμε για λίγο γιατί δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου;

Συμφωνώ με τον σκύλο. Κι εγώ κουράστηκα.

Ας μην κάνουμε στάση για ξεκούραση. Καλό είναι να φτάσουμε στην πόλη πριν βραδιάσει. Εγώ δεν έχω κουραστεί. Αν θέλετε ανεβείτε στην πλάτη μου. Θα σας μεταφέρω εγώ.

Έτσι κι έγινε. Ο σκύλος κι η γάτα, ανέβηκαν στην πλάτη του γαϊδάρου και συνέχισαν τον δρόμο τους. Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Εκεί είδαν τον κόκορα να στέκεται πάνω στον φράχτη και να λαλεί λυπημένος. Ο γάιδαρος τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Γάιδαρος: Γιατί είσαι στεναχωρημένος πετεινέ;

Πετεινός: Που να στα λέω. Έχουν έρθει μουσαφίρηδες στο σπίτι και άκουσα τ’ αφεντικό μου να λέει στην γυναίκα του ότι θα με σφάξουν για να με κάνουν κρασάτο.

Σκύλος: Θα σε σφάξουν; Και γιατί κάθεσαι τότε ακόμα εδώ;

Πετεινός: Και τι να κάνω; Που να πάω. Έχω γεράσει πια.

Γάτα: Έλα μαζί μας. Πάμε στην πόλη να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες.

Πετεινός: Θα με πάρετε κι εμένα; Δε θα σας είμαι βάρος;

Γάιδαρος: Όχι βέβαια, καθόλου βάρος. Έλα μην το σκέφτεσαι.

Ο κόκορας, χωρίς δισταγμό, πήδηξε στην πλάτη του γαιδάρου κι η παρέα πλέον μεγάλωσε. Περπατούσαν και περπατούσαν, πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, κάμπους και λιβάδια ώσπου το βράδυ τους βρήκε και πάλι σε ένα δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Γάιδαρος: Ανέβα βρε γάτα, σε κάποιο ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις μήπως φαίνεται κάποιο φως. Πρέπει κάπου να περάσουμε το βράδυ μας με ασφάλεια.

Η γάτα σκαρφάλωσε στην κορφή ενός δέντρου και άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω μέχρι που το βλέμμα της καρφώθηκε κάπου…

Γάτα: Βλέπω φως στο βάθος. Πρέπει να είναι μια καλύβα.

Όντως ήταν μια καλύβα. Αυτό που δεν ήξεραν όμως τα τέσσερα ζώα ήταν ότι στην καλύβα μένανε μια συμμορία κλεφτών. Όταν πλησίασαν και κοίταξαν από το παράθυρο, ήταν τη στιγμή που κατέβαζαν από το τσουκάλι ένα καζάνι με φαγητό. Δίπλα από ο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα τα όπλα τους, ενώ παραδίπλα υπήρχαν και τσάντες με κλεμμένα χρυσαφικά και χρήματα. Τότε του γαϊδάρου του ήρθε πάλι μια ιδέα. Να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια και καλή από το καλύβι. Τα υπόλοιπα ζώα συμφώνησαν και κατέστρωσαν αμέσως το σχέδιο. Την ώρα που οι κλέφτες κάθισαν στο τραπέζι να φάνε, ο σκύλος με τον γάιδαρο κι η γάτα με τον κόκορα, χώσανε τα κεφάλια τους μέσα από τα δύο παράθυρα του σπιτιού κι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και ταυτόχρονα. Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα έχασαν. Νόμισαν ότι κακοί δαίμονες και ξωτικά τους ανακάλυψαν και θα τους έπιαναν. Έτσι το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν εξαφανιστεί χιλιόμετρα μακριά.
Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα κι ο κόκορας, δεν έχασαν καθόλου χρόνο. Μπήκαν αμέσως στο καλύβι και στρώθηκαν στο τραπέζι. Κι έτσι που ήταν πεινασμένοι, άδειασαν αμέσως όλο το καζάνι. Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, ενώ η γάτα κούρνιασε δίπλα στο αναμμένο τζάκι κι ο κόκορας ανέβηκε στο κλαδί ενός δέντρου που βρισκόταν μπροστά από το καλύβι.
Δεν άργησαν να κοιμηθούν ήσυχοι και χορτασμένοι. Λίγο πιο μακριά, οι κλέφτες άναψαν μια φωτιά ενώ προσπαθούσαν να καταλάβουν το τι είχε συμβεί. Ο αρχηγός τους τότε είπε:

Αρχηγός: Ποιος από εσάς είναι αρκετά γενναίος ώστε να γυρίσει στο καλύβι και να δει τι συμβαίνει;

«Εγώ», απάντησε ένας και πετάχτηκε αμέσως παίρνοντας το δρόμο για πίσω. Όταν έφτασε στην καλύβα η φωτιά είχε σβήσει στο τζάκι και δεν υπήρχε κανένα φως. Ο κλέφτης μπήκε ήσυχος και περπατώντας στις μύτες των ποδιών έψαχνε να βρει κάτι για να φωτίσει το χώρο. Τότε, είδε στο τζάκι κάτι να λαμπυρίζει και νόμισε ότι ήταν τα τελευταία κάρβουνα που είχαν απομείνει. Αποφάσισε με αυτά να ανάψει το λυχνάρι του και να φωτίσει το δωμάτιο. Για κακή του τύχη όμως δεν ήταν κάρβουνα, αλλά τα μάτια της γάτας που όταν πήγε να τα πιάσει, αυτή από την τρομάρα της, άρχισε να του γρατζουνάει το πρόσωπο και τα χέρια με τα μυτερά της νύχια. Κατατρομαγμένος ο κλέφτης γύρισε να φύγει αλλά πάτησε κατά λάθος τον σκύλο ο οποίος αμέσως τον άρπαξε από τα πόδια. Βγαίνοντας από το καλύβι τρέχοντας έπεσε επάνω στον γάιδαρο ο οποίος και τον άρχισε στις κλωτσιές. Με όλη την φασαρία ξύπνησε κι ο κόκορας που άρχισε να φωνάζει πάνω από το κλαδί…..

κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον…

Ο κλέφτης πανικόβλητος άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν γύρισε στους άλλους, τον ρώτησαν τι είδε κι αυτός τους απάντησε:

Κλέφτης: Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Μόλις πήγα στο τζάκι για ν’ ανάψω φωτιά, μια στρίγγλα μ’ άρπαξε απ’ τα μάτια! Πάω να βγω από το καλύβι και μια άλλη με άρπαξε από τα ποδιά. Με το που βγήκα έξω, μια τρίτη άρχισε να με χτυπάει με ένα ξύλο ενώ όλες μαζί φωνάζανε «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο καλύβι, ενώ φήμες λένε ότι σταμάτησαν να κλέβουν.
Κι όσο για τα τέσσερα ζώα της ιστορίας μας, μια μέρα τελικά κατάφεραν κι έφτασαν στην πόλη και πολύ σύντομα γίνανε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες. Που και που γυρνούσαν στην καλύβα όπου γάιδαρος, σκύλος, γάτα και κόκορας τρώγανε και πίνανε και σε μας δε δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: