Author Archives: tsiflidouareti

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η ευτυχία του ψαρά.

-Λαϊκό παραμύθι από την Αρμενία –

Μετάφραση από τα αγγλικά και απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Ένας βασιλιάς περπατούσε στις όχθες μιας λίμνης. Κοίταξε προς τη λίμνη και είδε έναν άντρα. Έναν ψαρά με μακριά γκρι μαλλιά και μακριά γκρι γενειάδα. Ο ψαράς αυτός έριχνε τα δίχτυα του στο νερό, τα τραβούσε και ό,τι ψάρια έπιανε τα ξανάριχνε πίσω. Μετά ξανάριχνε τα δίχτυα του, τα ξανατραβούσε και ξανάριχνε πίσω στο νερό ο,τι ψάρια έπιανε. Γυρνάει τότε ο βασιλιάς στον σύμβουλό του και του λέει:

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Αυτός εκεί, δεν ψαρεύει! Τι κάνει; Θέλω να μιλήσω σ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Έτσι ο σύμβουλος πλησίασε και φώναξε:

Ε, Εσύ! Ναι εσύ! Ο βασιλιάς θέλει να σου μιλήσει.

Ο ψαράς μάζεψε τα δίχτυα του, τα έριξε μέσα στη βάρκα κι έκανε κουπί για να βγει έξω στην στεριά. Πλησίασε και υποκλίθηκε μπροστά στο βασιλιά.

Μεγαλειότατε μου! Στις διαταγές σας!

Τι κάνεις; Πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό και δεν ψαρεύεις.

Α! Μεγαλειότατε έχω μια ιστορία να σας διηγηθώ αν θέλετε να ακούσετε.

Λέγε… μου αρέσουν οι ιστορίες!

…απάντησε ο βασιλιάς. Έκατσε λοιπόν με το σύμβουλό του και ο γέρος άρχισε την ιστορία του…

Μεγαλειότατε! Ήμουν νέος, δυνατός, γεμάτος ζωή και ψάρευα σ΄αυτήν εδώ τη λίμνη. Κάθε μέρα έριχνα τα δίχτυα μου και πουλούσα τα ψάρια μου στην αγορά και πήγαινα ψάρια και στη μητέρα μου να τα μαγειρέψει. Κάθε βράδυ μου έλεγε: «Θα πεθάνω και δεν θα δω εγγόνια! Δε θα παντρευτείς;» Μα εγώ, δεν ήμουν έτοιμος να παντρευτώ!
Μου άρεσε η ζωή μου. Μου άρεσε να παίζω τάβλι στο καφενείο με τους φίλους μου, να πίνω ζεστό γλυκό καφέ, να πίνω κρασί από ρόδι και να βλέπω τις γυναίκες να περπατούν στο παζάρι. Μου άρεσαν όλα αυτά!
Όμως μια μέρα, έριξα τα δίχτυα μου και τραβώντας τα νόμισα ότι ήταν ό,τι μεγαλύτερο είχα πιάσει στη ζωή μου. Αλλά δεν ήταν! Ήταν ένα κουτί. Ένα ξύλινο κουτί, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή αλυσίδα με ένα χρυσό κλειδί. Πήρα το κλειδί, το έβαλα στην κλειδαριά και άνοιξα το κουτί μεγαλειότατε!

Και τί είχε μέσα;

ρώτησε με περιέργεια ο βασιλιάς διακόπτοντας την ιστορία. Κι ο γέρος συνέχισε…

Μέσα σ’ αυτό το κουτί ήταν μια γυναίκα, τόσο όμορφη, που μου κόπηκε η ανάσα. Χάθηκα! Με κοίταξε στα μάτια και ήμουν δικός της για πάντα! Άνοιξε το στόμα της και με χαιρέτησε. Την χαιρέτησα κι εγώ και χαμογέλασε, έλαμψε ο τόπος! Τα μαλλιά της, μαύρα σαν τον νυχτερινό ουρανό, το δέρμα της απαλό σαν πανσέληνος! Τη ρώτησα, «Ποια είσαι;» και μου απάντησε «Είμαι η γυναίκα σου αν με θες». Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά Μεγαλειότατε. Την έβγαλα από το κουτί και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου στη βάρκα και βγήκα στην στεριά. Έσερνα το κουτί από το ένα χέρι και από το άλλο την κρατούσα και την οδήγησα στο σπίτι που έμενα με την μητέρα μου. Στάθηκα στην πόρτα. Η μητέρα μου την κοίταξε και με ρώτησε: «Αυτή είναι; Αυτή που θα παντρευτείς και θα με κάνει γιαγιά;». «Ναι» της απάντησα.
Τότε η μητέρα μου βγήκε στους δρόμους μες στην χαρά και προσκάλεσε όλον τον κόσμο στον γάμο μας και ήταν θαυμάσια! Η γυναίκα μου ήταν τόσο όμορφη!
Ένιωθα όμως ότι δεν της ταίριαζε ένας ψαράς κι έτσι έμαθα μια νέα τέχνη. Έγινα χρυσοχόος. Ένας εξαιρετικός χρυσοχόος και σύντομα έπαιρνα παραγγελίες από πλουσίους, μεγάλους και τρανούς. Γρήγορα έφτιαξα ένα εργαστήριο. Έφτιαχνα κοσμήματα και κάθε πέτρα που έβαζα, την αφιέρωνα στην όμορφη γυναίκα μου. Κάθε δαχτυλίδι, κάθε περιδέραιο, κάθε ζευγάρι σκουλαρίκια, κάθε βραχιόλι, όλα ήταν προς τιμήν της γυναίκας μου. Κι έπειτα, πήγαινα σπίτι κι έβρισκα τη γυναίκα μου να κάθεται με την μητέρα μου και να γελάνε, να τραγουδάνε, να μιλάνε. Η μητέρα μου ύφαινε και η γυναίκα μου καμιά φορά μαγείρευε. Δεν είχαμε ακόμη παιδιά, αλλά ήμουν ευτυχισμένος,

Ο βασιλιάς αλλά κι ο σύμβουλός του, είχαν αφοσιωθεί στην αφήγηση του γέρου…

Μια μέρα ήμουν στο εργαστήρι μου κι έφτιαχνα ένα πολύ δύσκολο περιδέραιο κι ο αέρας έφερε ένα άρωμα κάτω από την πόρτα, τόσο δυνατό, τόσο έντονο! Και η πόρτα άνοιξε και τρεις γυναίκες με πέπλο στο πρόσωπο μπήκαν μέσα. Κάνανε ένα βήμα από την πόρτα και μίλησαν με μια φωνή: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Τι ερώτηση είναι αυτή! Φυσικά και είμαι ευτυχισμένος! Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, τις απάντησα, μα αυτές πίσω από το πέπλο τους, μου είπαν γελώντας: «Είσαι ευτυχισμένος;»
Και μ’ ένα βήμα γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο κι έφυγαν. Έκλεισαν την πόρτα αφήνοντας στην ατμόσφαιρα το άρωμα τους και την ερώτηση να αιωρείται. Ήμουν μπερδεμένος.

…είπε ο γέρος στο βασιλιά και συνέχισε…

Γιατί διάλεξαν εμένα; Γιατί μου έκαναν αυτή την ερώτηση; Επέστρεψα στην εργασία μου, όμως δε μπορούσα να τη τελειώσω. Η ερώτηση μου τρυπούσε το μυαλό. Έτσι αποφάσισα να παρατήσω το περιδέραιο, να κλείσω το μαγαζί και να επιστρέψω στο σπίτι για να επιβεβαιώσω την ευτυχία μου. Πήγα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να υφαίνει, τη γυναίκα μου να μαγειρεύει και να τραγουδάνε. Φυσικά! Αυτή ήταν μια εικόνα ευτυχίας. Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η καρδιά! Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η αγάπη! Κι εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Και πήρα τη γυναίκα μου από το χέρι, την ανέβασα από το πέτρινα σκαλάκια στην κρεβατοκάμαρα μας να επιβεβαιώσουμε την ευτυχία μας.
Την επόμενη μέρα πήγα ξανά στο εργαστήριο μου και με το μισό μυαλό δούλευα ενώ το άλλο μισό τις περίμενε να έρθουν. Και ήρθαν! Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο, έκαναν ένα βήμα και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Αυτή την φορά ήμουν λίγο απογοητευμένος από την ερώτηση. Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Είμαι ευτυχισμένος! Είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η γυναίκα μου είναι ευτυχισμένη, η μητέρα μου είναι ευτυχισμένη … κι εκείνες γέλασαν! «Είσαι ευτυχισμένος;» μου είπαν ξανά και γύρισαν κι έφυγαν αφήνοντας την ερώτηση και το άρωμα πίσω τους.
Κι εγώ δε μπορούσα να συνεχίσω τη δουλειά μου, έφυγα από το μαγαζί και περπατούσα, περπατούσα σε δρόμους που δε γνώριζα τόσο καλά. Έφτασα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Περπάτησα μέχρι που έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι. Απέφευγα να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά έπρεπε. Όταν στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας, η μητέρα μου με κοίταξε με δυσαρεστημένο βλέμμα. Τη ρώτησα: «Που είναι;». «Είναι πάνω στο κρεβάτι και κλαίει μ αναφιλητά γιατί δεν ήρθες για φαγητό.» μου απάντησε. Ζήτησα συγνώμη και πήγα πάνω. Την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και το ήξερα…»

Ο βασιλιάς κεντρισμένος από την ιστορία πετάχτηκε και ρώτησε τον γέρο…

Τί ήξερες;

Ο γέρος πικραμένος συνέχισε την αφήγηση…

Το ήξερα ότι έπρεπε να είχα έρθει. Ήξερα ότι έπρεπε να χωθώ στο κρεβάτι, να την πάρω αγκαλιά και την παρηγορήσω, αλλά δε μπορούσα. Γιατί η ερώτηση μου τρυπούσε το πίσω μέρος του μυαλού μου. Ξάπλωσα δίπλα της, την άκουγα να κλαίει σιγανά, γύρισα την πλάτη μου και προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αυτές ήταν εκεί, μέσα στο μυαλό μου, οι τρεις γυναίκες με το βέλο. Το πρωί καθώς ο κόκορας λαλούσε, αντί να αντικρύσω τη γυναίκα μου, πήδησα από το κρεβάτι, έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο μου, είπα την προσευχή μου κι έφυγα για το εργαστήρι μου και περίμενα. Δεν πήρα τα εργαλεία μου, περίμενα. Έκατσα και περίμενα, γιατί ήξερα ότι θα ερχόντουσαν. Όντως, σε λίγο, αυτό το άρωμα γέμισε και πάλι τον χώρο. Μετά η πόρτα άνοιξε και μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο. Στάθηκαν και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;» Δεν άντεξα άλλο και με φωνή της απάντησα, «Όχι δεν είμαι! Δεν είμαι ευτυχισμένος! Τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου δείξετε την ευτυχία;»
Τότε αυτές μου ζήτησαν να τις ακολουθήσω προκειμένου να μου δείξουνε την ευτυχία!

Και; Τις ακολούθησες;

Πετάχτηκε γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς!

Τις ακολούθησα. Τις ακολούθησα από το μαγαζί μου σε δρόμους που ήξερα όλη μου τη ζωή, μέχρι που έφτασα σε δρόμους που δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου. Με πήγανε σε μια πόρτα, σε μια δρύινη πόρτα με ένα δρύινο ρόπτρο όπου το σχήμα του ήταν μια γυναίκα με πέπλο. Μια απ΄αυτές πήρε το κλειδί, ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε κι εκεί αντίκρισα μια αυλή πλημμυρισμένη φως και τραπέζια στρωμένα με νόστιμα φαγητά και κρασιά. Μια απ’ αυτές έφερε νερό να πλύνει το πρόσωπο μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Η άλλη μου έφερε κρασί από ρόδι και η άλλη μου έφερε μια πιατέλα με φαγητά και με τάιζαν. Αυτή που μου είχε πλύνει το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, έφερε ένα μουσικό όργανο και άρχισε να παίζει μια μεθυστική μουσική. Τότε οι άλλες δύο σταμάτησαν να με ταΐζουν κι άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν, χόρευαν, χόρευαν και όταν τελείωσε η μουσική και ο χορός τους, σηκώθηκαν και έριξαν τα πέπλα τους.
Μεγαλειότατε!!! Νόμιζα ότι η γυναίκα μου ήταν όμορφη, όμως αυτές οι τρεις γυναίκες… Αχ! Και μίλησαν με μια φωνή και είπαν. «Μπορείς να μ’ έχεις, διάλεξε.» Τότε σκέφτηκα ποια να διαλέξω; Αφού και οι τρεις είναι εξίσου όμορφες και τότε η μία απ’ αυτές έβγαλε το ένα πόδι μπροστά για να διαλέξω αυτήν.
«Εσένα! Διαλέγω εσένα!» φώναξα και τότε ξαναέβαλαν το πέπλο τους και απάντησαν με μια φωνή: «Μπορείς να μ’ έχεις! Εάν πας σπίτι, βάλεις τη γυναίκα σου στο κουτί και τη ρίξεις πίσω στη λίμνη».

Ο βασιλιάς έβγαλε έναν ήχο δυσάρεστης έκπληξης μα δεν είπε τίποτα άλλο…

Μεγαλειότατε! Δεν χρειάστηκε να μου το πουν δεύτερη φορά. Σηκώθηκα, έσπρωξα την πόρτα κι έτρεξα στους δρόμους που δεν ήξερα μέχρι που έφτασα στο σπίτι μου. Ανέβηκα τρία-τρία τα πέτρινα σκαλιά, όρμησα μέσα και η μητέρα μου με ρώτησε τρομαγμένη τι συνέβη. Δεν της απάντησα παρά μόνο ρώτησα να μάθω που ήταν η γυναίκα μου. «Είναι στην ταράτσα γιατί;» Δεν της έδωσα καμιά εξήγηση. Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι την ταράτσα. Η γυναίκα μου πατούσε κάτι ελιές κι έβγαζε λάδι. Με κοίταξε και ρώτησε τι συμβαίνει.
«Σταμάτα ό,τι κάνεις. Σταμάτα ό,τι κάνεις κι έλα μαζί μου.» Ήταν τόσο όμορφη! Σηκώθηκε και με ακολούθησε κάτω στην κρεβατοκάμαρα μας. Είχαμε φτιάξει ένα τραπέζι από το κουτί που είχα βρει. Έριξα στο πάτωμα ό,τι είχε πάνω το τραπέζι και πήρα από το ένα χέρι το κουτί και από το άλλο τη γυναίκα μου.
«Πάμε!» της είπα. «Πού πάμε;» μου απάντησε αυτή κι εγώ απότομα της ζήτησα να μην ρωτάει τίποτα.
Την οδήγησα κάτω με το κουτί στο ένα χέρι κάνοντας θόρυβο στα πέτρινα σκαλιά και τότε η μητέρα μου με ρώτησε, «Πού πάτε; Πού πας τη νύφη μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;». Το ίδιο είπα και στην μάνα μου: «Μη ρωτάς τίποτε.» και οδήγησα τη γυναίκα μου στον δρόμο σέρνοντας πίσω το κουτί. Κι αυτή με παρακαλούσε: «Μην το κάνεις αυτό! Είναι επειδή δεν έχουμε παιδιά; Κάνε υπομονή, θα κάνουμε παιδιά». «Αυτό δεν έχει σχέση με τα παιδιά» της απάντησα κι αυτή επέμενε να ρίχνει τα λόγια της σαν σαϊτες στην καρδιά μου… «Τι έκανα; Σε δυσαρέστησα;».
Μα δεν μπορούσα να μιλήσω, ούτε καν να την κοιτάξω στα μάτια. Περάσαμε δρόμους, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτήν εδώ τη λίμνη και βρήκα την παλιά μου ψαρόβαρκα. Άνοιξα το σεντούκι και της είπα να μπει μέσα. Έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε να μην το κάνω. Με παρακαλούσε, μα εγώ τη διέταξα να μπει μέσα! Υποτάχτηκε και μπήκε στο κουτί! Έκλεισα το καπάκι, πήρα το κλειδί από τη χρυσή αλυσίδα, το έβαλα στην κλειδαριά και … κλικ, την κλείδωσα! Ξαναέβαλα το χρυσό κλειδί στην χρυσή κλειδαριά, σήκωσα το κουτί και το έβαλα στη βάρκα. Πήδησα μέσα κι έκανα κουπί μέχρι τη μέση αυτής εδώ της λίμνης κι έσπρωξα το κουτί έξω από τη βάρκα. Και καθώς το έβλεπα να βυθίζεται, ένιωσα όλη την ευθύνη της ερώτησης να φεύγει από τους ώμους μου. Όλη η ευθύνη για ευτυχία έφυγε από τους ώμους μου και μετά επέστρεψα στην ακτή κι έτρεξα να βρω το σπίτι. Το σπίτι με τη δρύινη πόρτα και το δρύινο ρόπτρο με το πρόσωπο της γυναίκας με το πέπλο στην είσοδο. Μα δε μπορούσα να το βρω.

Κι ο βασιλιάς πάλι έκπληκτος τον διέκοψε λέγοντας…

Μήπως δεν έψαξες καλά;

Έψαξα. Έψαξα, καλά. Ρώτησα τους ανθρώπους, αλλά κανένας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο σπίτι! Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα ώσπου τελικά τα πόδια μου με οδήγησαν στο μόνο μέρος που θα μπορούσα να μείνω…το σπίτι μου. Η μητέρα μου περίμενε στο κατώφλι και μου είπε: «Λοιπόν, πού είναι η νύφη μου; Τι της έκανες;». Της τα είπα όλα. Με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου της τα είπα όλα.
«Είσαι ένας ανόητος, ανόητος είσαι! Μα δε χάθηκαν όλα. Πάνε πίσω, ρίξε τα δίχτυα σου και φέρε πίσω τη νύφη μου. Θέλω να γίνω γιαγιά. Θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς, να βλέπω την αγάπη σας. Θέλω να την ακούω να τραγουδάει. Φέρε τη νύφη μου στο σπίτι!»
Έτσι μεγαλειότατε έτρεξα πίσω στη λίμνη, πήδησα στη βάρκα μου, έκανα κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, έριξα τα δίχτυα μου, μα μόνο ψάρια έβγαλα. Τα ξαναέριξα, και ξανά μόνο ψάρια έπιανα και ξανά και ξανά και ξανά. Μα έβγαζα μόνο ψάρια, εκείνη τη μέρα. Ήρθα όμως και την επόμενη μέρα, και την μεθεπόμενη και την μεθεπόμενη… Κι ερχόμουν κάθε μέρα και προσπαθούσα και προσπαθούσα μέχρι να βρω τη γυναίκα μου. Θα τη βρω…!
Μα τώρα…

…είπε ο γέρος κάνοντας υπόκλιση στο βασιλιά..

Ακούσατε την ιστορία μου μεγαλειότατε. Τώρα όμως επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο έργο μου. Πρέπει να βρω τη γυναίκα μου. Μπορεί να τα καταφέρω σήμερα!

Και ο γέρος υποκλίθηκε άλλη μια φορά στο βασιλιά, προχώρησε στη βάρκα του, μπήκε μέσα, έκανε κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, ξεδίπλωσε τα δίχτυα του, τα έριξε στο νερό, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό. Έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό, έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Κοπή της πίτας σε κλίμα φιλικό

Η βασιλόπιτα των Παραμυθάδων για το 2017

Η βασιλόπιτα των Παραμυθάδων για το 2017

Το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017 η ομάδα Μελέτης, Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού «Οι Παραμυθάδες», κόψαμε την καθιερωμένη βασιλόπιτα στην ταβέρνα «Μεταξύ μας» και μόνο μεταξύ μας δεν ήμασταν! Πέρα από τα μέλη της ομάδας, ζέσταναν με την παρουσία τους την παρέα μας και φίλοι που μας στηρίζουν άμεσα ή έμμεσα.
Η βραδιά ξεκίνησε με κέφι, νόστιμους μεζέδες και άφθονο κρασί. ’Όταν αρχίσαμε να χορταίνουμε και ν’ ανεβαίνει το κέφι, ο αντιπρόεδρος της ομάδας Χρήστος Τσίρκας ανέλαβε να κόψει τη βασιλόπιτα (δυστυχώς η αγαπημένη μας πρόεδρος Μαρία Παπακωνσταντίνου δεν κατάφερε να είναι παρούσα, πρακτικά τουλάχιστον, γιατί θεωρητικά και σαν σκέψη πάντα είναι μαζί μας). Το πρώτο φλουρί το έτυχαν τα δύο μέλη του Δ.Σ. του συλλόγου μας Θεοδώρα Μπαγδάτογλου και Στέλλα Μεντεσίδου, ενώ το φλουρί των φίλων και μελών της ομάδας έπεσε στο Μίνωα Σαχινίδη.
Αυτή τη φορά κυριάρχησαν το τραγούδι, ο χορός και το αστείρευτο κέφι που διακρίνει την ομάδα μας σε κάθε δράση και εκδήλωση. Μπορεί να μην είπαμε παραμύθια, όμως ήταν μια παραμυθένια βραδιά που τράβηξε έως αργά.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Επίσκεψη της Ομάδας των Παραμυθάδων στον Πετεινό Ξάνθης

Της Παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας Αρετής Τσιφλίδου

Με ιδιαίτερη χαρά το αγαπημένο μας παραμύθι «Οι Μουζικάντες» ταξίδεψε στο χωριό Πετεινός της γειτονική Ξάνθης χθες Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016. Μόλις φτάσαμε αντικρίσαμε τα παιδάκια να ξεφαντώνουν με χορό και δυνατή μουσική. Ξεκινήσαμε την γνωριμία μας λοιπόν με πολύ χορό και τραγούδι. Μετά και αφού γνωριστήκαμε με τους λιλιπούτειους φίλους μας άρχισε το παραμύθι με τα τέσσερα γέρικα ζωάκια.
Το ακροατήριό μας, παρακολούθησε απορροφημένο την αφήγηση και μετά ακολούθησε η καθιερωμένη κουβεντούλα μαζί τους, αφήνοντας τους κάποια μηνύματα για την αγάπη προς τα ζώα, το κυνήγι των ονείρων που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε και το ρόλο της φιλίας σε όλες τις ηλικίες.
Ακολούθησε το σχετικό τραγούδι όπου με πολλή χαρά συμμετείχαν οι μικροί μας φίλοι και έπειτα αφιερώσαμε την υπόλοιπη ώρα σε Χριστουγεννιάτικα θέματα. Μιλήσαμε για τους καλικάτζαρους που πρώτη φορά οι πιο πολλοί ακούγανε, αφηγηθήκαμε τα παραμύθια «ο παπουτσής και τα ξωτικά» και «οι τρεις γέροντες» και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ο φωτογράφος της παρέας μας είχε μια πρωτόγνωρη εμπειρία, όπου κάποια παιδιά θέλησαν να δοκιμάσουν το ταλέντο τους στην φωτογράφιση και πήραν πρωτοβουλία και τον βοήθησαν με το έργο του. Τέλος χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και παίξαμε το παιχνίδι «Τα τρία ζώα», μετά από αρκετές πρόβες, λόγω της μικρής ηλικίας των παιδιών, που παρόλο που το έπαιξαν για πρώτη φορά αποδείχτηκαν πολύ δυνατοί παίκτες.
Η επίσκεψη μας έκλεισε με τραγούδια που μας αφιέρωσαν και φυσικά με ξεφάντωμα και χορό!
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε το προσωπικό του παιδικού σταθμού για την τόσο ζεστή φιλοξενία και την περιποίηση τους.
Στο ταξίδι αυτό συμμετείχαν οι παραμυθάδες Ράπτη Αδελαΐδα, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Οι παραμυθάδες στο «Χαμόγελο του Παιδιού»

Την Παρασκευή 29 Ιουλίου η Ν. Ηρακλείτσα και το Σάββατο 30 Ιουλίου η Ν. Πέραμος γέμισαν από χαμόγελα. Χαμόγελα από αυτούς που παραθερίζουν και απολαμβάνουν τις διακοπές τους, χαμόγελα από τους ντόπιους κατοίκους των περιοχών, χαμόγελα από τους Παραμυθάδες, χαμόγελα από τους γονείς που καμάρωναν τα παιδιά τους και κυρίως χαμόγελα από τα ίδια τα παιδιά που έζησαν για κάποιες ώρες την ξεγνοιασιά του παραδοσιακού παιχνιδιού.

Όλα αυτά κάτω από τη ζεστή αγκαλιά του «Χαμόγελου του Παιδιού». Η Ιωάννα, η Πελαγία, η Πόπη και ο Νίκος ήταν κάποιοι από τους εθελοντές του «Χαμόγελου» στο καλοκαιρινό bazaar. Ακούραστοι και με θετική διάθεση, εξυπηρετούσαν τον κόσμο που ήθελε να προσφέρει αγοράζοντας από τα πανέμορφα πράγματα που υπήρχαν στον πολύχρωμο πάγκο τους.
Κουτσό απλό, κουτσό σαλίγκαρος, λάστιχο, μηλάκια, το μαντηλάκι, ένα-δύο-τρία κόκκινο φως και τα 3 ζώα ήταν τα παιχνίδια που ξελόγιασαν μικρούς και μεγάλους και πάγωσαν τον χρόνο. Για μερικούς ο χρόνος γύρισε πίσω και ψιθύριζαν κοιτώντας έκπληκτοι: «μηλάκια παίζουν», «εγώ ήξερα και αυτό το κόλπο στο λάστιχο». Κάποιοι πιο τολμηροί συμμετείχαν και οι ίδιοι στα παιχνίδια, γιατί πέρα από τα εξωτερικά σημάδια του χρόνου, η καρδιά μπορεί να μένει σαν ενός μικρού παιδιού, αρκεί να μπορούμε να δούμε τριγύρω μας… το χαμόγελο αυτού του παιδιού!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Στο 2ο νηπιαγωγείο Κρηνίδων με πολύ φαντασία!

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016, 08:30. Η ομάδα των «Μουζικάντηδων» ξεκινάει από την Καβάλα για να συναντήσει τους λιλιπούτειους φίλους στο 2ο νηπιαγωγείο Κρηνίδων.
Η ανυπομονησία των φίλων μας από την πρώτη ομάδα που μας περίμενε, κρύφτηκε αρχικά πίσω από τα ντροπαλά τους βλέμματα και τις αδύναμες έως ανύπαρκτες φωνούλες τους. Σε λίγη ώρα όμως και αφού συστηθήκαμε και μιλήσαμε λίγο, η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε, άνοιξαν διάπλατα τα αθώα τους ματάκια και απόλαυσαν την περιπέτεια των τεσσάρων φίλων. Στη δεύτερη ομάδα είχε ήδη περάσει η ώρα και μας υποδέχτηκαν μ’ ένα ηχηρό και γεμάτο χαμόγελα «Καλημέρααααα!» και ακολούθησε το γνωστό ταξίδι προς το όνειρο του γάιδαρου, του σκύλου, της γάτας και του κόκορα.
Μετά το τραγουδάκι που είπαμε και με τις δύο ομάδες, μας εξομολογήθηκαν και τα δικά τους όνειρα και για άλλη μια φορά ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα από μερικές απαντήσεις. «Κυνηγός δράκων» είπε ο Κωνσταντίνος, «κουκλοθεατρής» είπε ο συνονόματός του κι εμείς χαρήκαμε πολύ, γιατί κάποια παιδιά κρατούν ακόμη ζωηρή την φαντασία τους και ζουν στο δικό τους παραμυθένιο κόσμο. Δραματοποιήσαμε μετά με πολλή επιτυχία και σαματά το παραμύθι μας και στο τέλος μας περίμενε μια πολύ όμορφη έκπληξη!
Αντικρίσαμε ένα τεράστιο βιβλίο παραμυθιών από χαρτόνι να έρχεται προς το μέρος μας, γεμάτο αγάπη, όμορφα λόγια και μια φωτογραφία που στόλιζαν την τεράστια χειροτεχνία. Και όχι μόνο αυτό! Απολαύσαμε μεγάλες και πολύ σφιχτές αγκαλιές από όλα τα παιδιά που δε μας άφηναν να φύγουμε. Όταν αποφάσισαν να βγουν για διάλειμμα, να χαρούν την πανέμορφη και ηλιόλουστη αυλή τους, απολαύσαμε την φιλοξενία των νηπιαγωγών, με καφεδάκι και κεράσματα, ενώ παράλληλα βρήκαμε την ευκαιρία και ενημερωθήκαμε για τον τρόπο λειτουργίας του χώρου.
Άλλη μια φορά το όμορφο ταξίδι των τεσσάρων φίλων έφτασε στο τέλος του κι εμείς τόσο γεμάτοι από αγάπη και χαμόγελα, πήραμε το δρόμο της επιστροφής, σκεπτόμενοι τα λόγια που μας αφιέρωσαν οι φίλοι μας:
Με ένα παραμύθι……
ΠΕΤΑΩ
ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ
ΤΑΞΙΔΕΥΩ
ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΞΥΠΝΟΣ
ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ
ΓΙΝΟΜΑΙ ΗΡΩΑΣ
ΚΟΙΜΑΜΑΙ
ΧΑΛΑΡΩΝΩ
ΓΕΛΑΩ……..
Κι εμείς οι παραμυθάδες …….γελάμε πολύ!!!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Αδελαΐδα Ράπτη, Αρετή Τσιφλίδου, Απόστολος Τσομπανόπουλος και Μαρία Χαριζάνη.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Στο Πουλίδειο Γηροκομείο με τραγούδια, χορούς και παραμύθια!

ΠΟΥΛΙΔΕΙΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ 2Οι παραμυθάδες κρατώντας την υπόσχεση που είχαμε δώσει, επισκεφτήκαμε το Πουλίδειο Γηροκομείο την περασμένη Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016 και διασκεδάσαμε με τους γλυκύτατους φίλους μας. Τα χρόνια που τους βαραίνουν ίσως, αλλά και οι διάφορες παθήσεις τους δεν μας εμπόδισαν να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε και να γελάσουμε.

Νωρίς το απόγευμα μας υποδέχτηκαν σε μια νέα αίθουσα, πιο μικρή αλλά πιο φιλόξενη από τις άλλες φορές. Αφού κεραστήκαμε καφέ, χυμούς και διάφορες λιχουδιές που τα συνόδευαν, ξεκίνησε το κέφι. Ο κύριος Παναγιώτης, η ψυχή της παρέας  εμφανίστηκε με την κιθάρα και τη λίστα τραγουδιών που με μυστικότητα έβγαλε από την τσέπη του. Τον πλαισίωσαν η κυρία Δέσποινα με  τον κύριο Τάσο κι έτσι σχηματίστηκε η όμορφη κομπανία.

«…’Άσπρες κορδέλες», «Στην Ελευσίνα μια φορά», «Επιπόλαιο με λες», « Σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» και άλλα πολλά τραγούδια κατάφεραν να αγγίξουν τις καρδιές  όλων μας, χωρίς να ξεχωρίσουν χρόνια, γιατί η ψυχή δε γερνάει ποτέ, μένει πάντα νέα -αν είναι όμορφη!

Έτσι λοιπόν την «πίστα» γέμισαν οι ζεμπεκιές δύο συμπαθητικών γιαγιάδων με πρώτη και καλύτερη την κυρία Βαλσαμίτσα, ενώ δεν έλλειψε το μπρίο και η τσαχπινιά και στους υπόλοιπους χορούς. Χαμόγελα, παλαμάκια και πολύ τραγούδι για πάνω από μία ώρα. Προς το τέλος εξέφρασαν την επιθυμία ν΄ ακούσουν παραμύθια από τους παραμυθάδες.

Πόσο περίεργο…….!!!

Σα μικρά παιδιά κρέμονταν από τα χείλη της Αδελαΐδας όταν τους αφηγήθηκε το «Σπασμένο πιθάρι» και ξέσπασαν σε γέλια με την «Πονηρή Μαργαρίτα». Αν παρατηρούσες τα πρόσωπα τους θα έβλεπες ζωγραφισμένη μια ηρεμία και μια παιδικότητα  μακριά από πόνο και θλίψη. Η τρίτη ηλικία ξαναγύρισε στην παιδική ηλικία  και ζούσαν στιγμές που δυστυχώς κάποιοι είχαν σβήσει από το μυαλό τους εσκεμμένα και κάποιοι άλλοι όσο και να προσπαθούσαν στην πρώτη επίσκεψη μας να θυμηθούν ήταν αδύνατο.

Τη μαγεία διέκοψε το κουδούνι για το δείπνο. Σα να ξυπνήσαμε όλοι από ένα όμορφο όνειρο. Είδαμε το μέλλον μας, ξανάζησαν το παρελθόν τους, πήραμε και δώσαμε χαρά και συγκίνηση.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Καπατζιάς Τάσος , Κουφτά Γεσθημανή, Αδελαίδα Ράπτη, Τσιφλίδου Αρετή και η φίλη των παραμυθάδων Αρχοντογεώργη Βάσω.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Με την Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας σκορπίσαμε την «μαγική» σκόνη των Χριστουγέννων!

Της παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας, Αρετής Τσιφλίδου

20151221_193529Δευτέρα απόγευμα και στην κεντρική πλατεία της Καβάλας, ανάμεσα στους άλλους στολισμένους χώρους με λαμπερά και όμορφα στολίδια, ξεπροβάλλει το σπιτάκι του Αϊ-Βασίλη. Πλησιάζω και τι να δω! Απ’ έξω καθισμένοι πολλοί γονείς απολαμβάνουν ένα ποτήρι ζεστό κρασί, ενώ καθώς ανοίγω λίγο την πόρτα, αντικρίζω ένα πλούσιο μπουφέ με χίλιες δυο λιχουδιές. Κλείνω σιγά σιγά και χωρίς να με πάρουν χαμπάρι πάω από το πλάι, κρυφοκοιτάζω από το παράθυρο και τι να δω…..! Πολλά παιδάκια καθισμένα ή και ξαπλωμένα στις αναπαυτικές μαξιλάρες ταξιδεύουν με τη βοήθεια της «Μαγικής σκόνης των Χριστουγέννων». Από μια γωνιά προβάλλουν κάτι ξωτικά που χωρίς ανάσα φτιάχνουν φανταστικά παπούτσια για να βοηθήσουν τον φτωχό παπουτσή, ενώ απέναντι ο Μπάρμπα Μαθιός, ο μυλωνάς μαλώνει με κάποιους καλικάτζαρους και κάποιοι άλλοι πιο πονηροί καλικάτζαροι παντρολογιούνται με τη Μαριέττα, χαρίζοντας της διάφορα δώρα που τους ζητάει. Τα παιδάκια αφού ακούσανε και την ιστορία για τη γέννησης του Ιησού Χριστού, όλο χαρά συνέχισαν δημιουργώντας παραμυθένιες κάρτες και μεταμορφώθηκαν με την ζωγραφική προσώπου σε νιφάδες, χριστουγεννιάτικα δεντράκια και διάφορα άλλα σχέδια.

Όλα αυτά έγιναν μετά από πρόσκληση να συμμετέχουμε στην Χριστουγεννιάτικη γιορτή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου.

Γι άλλη μια φορά οι παραμυθάδες γίναμε παιδιά και πλησιάζουμε προς το τέλος του 2015, πλημμυρισμένοι από αθώα, μαγεμένα βλέμματα και χαμόγελα.

Καλά Χριστούγεννα σε όλο τον κόσμο με την ευχή να μπορέσουμε όλοι μας έστω και μια στιγμή να απολαύσουμε την αγάπη σαν τους μικρούς φίλους μας που μας ακολούθησαν πιστά σε όλη την χρονιά που πέρασε.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες Καπατζιάς Τάσος, Μέλη Μίχα, Αδελαΐδα Ράπτη, Τσίρκας Χρήστος, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος, καθώς και η επίτιμη φίλη μας και υπεύθυνη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, Κατερίνα Κουμανίδου. Επίσης οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης Καραμφυλλίδου Μαρία και Σταθρουλάκη Αμαλία, αλλά και οι εθελόντριες, Μπαλτά Ευαγγελία, Γεωργούλια Ελευθερία και Παντελίδου Ιωάννα.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Με παραμύθια στις εκδηλώσεις του πολιτιστικού συλλόγου Παλαιοχωρίου

Ο ήλιος έδυσε, τα παιδιά επέστρεψαν από τα μπάνια τους και δειλά δειλά άρχισε να γεμίζει η αυλή του δημοτικού σχολείου Παλαιοχωρίου όπου οι παραμυθάδες ήμασταν προσκεκλημένοι του πολιτιστικού συλλόγου, χθες Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015.

Στην αυλή του πανέμορφου σχολείου σχηματίσαμε τον κύκλο της ομάδας με τις καρέκλες και περιμέναμε τους φίλους μας. Παιδιά όλων των ηλικιών άρχισαν να έρχονται και να παίρνουν θέση για το παραμυθένιο ταξίδι. Δεν ήταν λίγα και «τα μεγάλα παιδιά» που μας ακολούθησαν αναζητώντας τη χαλάρωση και θέλοντας να γίνουν για λίγο ξανά παιδιά. Τη συνάντηση μας άνοιξε ο Χρήστος με το νέο φίλο μας το Δία -τον σκύλο της φίλης μας Χριστίνας- που ήσυχα ήσυχα μας παρακολουθούσε χωρίς να βαρεθεί λεπτό….. και μετά σου λένε ότι δεν αρέσουν τα παραμύθια στα σκυλιά!

‘Ετσι ξεκινήσαμε τις αφηγήσεις μας….. νεράιδες, μαγεμένα ζώα, βασιλοπούλες και υπηρέτριες, σοφοί άνθρωποι αλλά κι άλλοι λίγο χαζούληδες ή πονηροί, όλοι αυτοί μας συντρόφεψαν χωρίς να λείπουν από την παρέα μας και οι μουζικάντες φυσικά όπου ξεσήκωσαν ολόκληρο το χωριό με τις φωνές τους!

Τα παραμύθια δεν είχαν τελειωμό, ο κόσμος δεν ήθελε να σταματήσουμε και αφού τραγουδήσαμε όλοι μαζί, ακούσαμε παραμύθια από μια λιλιπούτεια φίλη μας και από τη μικρή της παρέας μας την Εύη που μας αφηγήθηκε το δικό της παραμύθι με γοργόνες.

Τώρα πια είχε βραδιάσει για τα καλά, δε φαίνονταν παρά μόνο σκιές και το φεγγάρι μας έκανε νόημα ότι έπρεπε να φύγουμε. Άλλη μια φορά μαγευτήκαμε από αυτό το υπέροχο χωριό και με εφόδια τα χαμόγελα και την υπόσχεση για νέα συνάντηση επιστρέψαμε τους ήρωες μας στο παραμυθόσπιτο.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Καπατζιά Εύη, Καπατζιάς Τάσος, Μπουγά Μαρία, Ράπτη Αδελαΐδα, Τσίρκας Χρήστος,Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Στην 17η Έκθεση Βιβλίου Καβάλας

Δεύτερη και τελευταία παρουσία της ομάδας των Παραμυθάδων χθες στην παραλία της όμορφης πόλης μας.

Ζέστη πολλή, κουρασμένα πρόσωπα, παιδάκια να τρέχουν από δω κι από κει… σα χαμένα… σαν κάτι να έψαχναν… μια ατμόσφαιρα όχι και τόσο ευχάριστη!

Ξαφνικά από την εξέδρα της παραλίας, ένα κύμα δροσιάς άρχισε να ξεχύνεται στο χώρο. Οι χαρακτηριστικές μπλούζες των Παραμυθάδων διαγράφονταν με φόντο το φάρο της Παναγίας και η εξέδρα στολίστηκε με όμορφα, γλυκά προσωπάκια που απορροφήθηκαν από τα παραμύθια μας.

Ένας κότσυφας κι ένας γλάρος άνοιξαν το μαγικό χορό, ενώ ένα πουλάκι με τη βοήθεια των παιδιών έγινε μαγικό και χάρισε απίστευτα δώρα σε μια αχάριστη οικογένεια. Μετά ήρθε η κόρη του Ήλιου, που ενθουσίασε τα παιδιά που τα πιο ναζιάρικα εκφράζονταν πιο έντονα κάνοντας γκριμάτσες και χειρονομίες. Ακολούθησε ο Σιμιγδαλένιος με το νόημα της αγάπης και ο Φρίξος με την Έλλη που μας θύμισαν την ελληνική μυθολογία. Έτσι έκλεισε το όμορφο απόγευμα μας.

Η παραλία δρόσισε, τα πρόσωπα ξεκουράστηκαν, τα παιδάκια χαλάρωσαν και στην ατμόσφαιρα ξεχύθηκε η ομορφιά των παραμυθιών και μας βοήθησε να δραπετεύσουμε έστω και για λίγο.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Καπατζιάς Τάσος, Κουφτά Γεσθημανή, Ράπτη Αδελαΐδα, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: