Παραμύθι στην τύχη

  • Το μαντήλι της νεράιδας

    Κάποτε, στα μέρη της Θήβας ζούσε ένα παλικάρι. Ήταν πραματευτής και με το άλογο και το ντουφέκι του γυρνούσε όλα τα χωριά χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν.

    Ένα μεσημέρι καθώς περνούσε από ένα μέρος που είχε χίλιες βρύσες, Βρυσάκια το λέγανε, άκουσε γέλια και τραγούδια. Πάει κοντά και τι να δει; Νεράιδες που χόρευαν και τραγουδούσαν. Αμέσως μόλις τον κατάλαβαν πήγαν κοντά του κι όταν είδαν άντρα κι όμορφο αποφάσισαν να τον τυραννήσουν λιγάκι.

    Βάστα το καπίστρι…

    …του είπε η μία

    Κράτα το άλογο!

    …του παρήγγειλε η άλλη

    Κατέβα να χορέψουμε!

    fairy…του είπε εκείνη που ήταν πιο κοντά του. Εκείνος καθώς ήταν άφοβος, κατέβηκε μεμιάς από το άλογό του, χωρίς όμως ποτέ να αφήνει το ντουφέκι απ’ το πλευρό του. Κι έτσι τον έβαλαν μπροστά οι νεράιδες κι άρχισαν το χορό. Εκείνος καθώς χόρευε παρατηρούσε μία – μία όλες τις κοπέλες. Έψαχνε να βρει την πιο όμορφη απ’ όλες και σαν την βρήκε και την ξεχώρισε από τις υπόλοιπες, πήρε το μαντήλι της και το έχωσε όλο μες την κάννη του όπλου του. Σαν τελείωσε κάποτε ο χορός όλες οι νεράιδες έφυγαν. Όλες εκτός από την πιο όμορφη, που δεν μπορούσε να φύγει μιας και δεν είχε το μαντήλι της. Έτσι, τι να έκανε; Ακολούθησε τον πραματευτή και πήγανε μαζί μέχρι τα Πολιτικά, το χωριό δηλαδή που βρισκόταν το σπίτι του.

    Η γιαγιά του πραματευτή σαν γνώρισε την κοπέλα που επρόκειτο να παντρευτεί ο εγγονός της απόρησε με την τόση ομορφιά της. Την λυπήθηκε όμως έτσι ολομόναχη που ήταν. Γι’ αυτό τη μέρα του γάμου τους, έβγαλε ένα σπασμένο κέρατο μέσα από το μπαούλο, που ήταν γεμάτο λίρες.

    Να ‘χεις κάτι κοπέλα μου, για μια ώρα ανάγκης!

    Παντρεύτηκαν λοιπόν πραματευτής και νεράιδα και ζούσαν σε ένα σπιτάκι στα ριζά του πύργου. Έκαναν και δύο παιδιά που ομορφότερά τους δεν υπήρχαν. Εκείνη κάθε τόσο τον παρακάλαγε:

    Δωσ’ μου το μαντήλι…

    Όχι,

    …έλεγε πάντα αυτός, και το ‘χε καλά κρυμμένο για να μην το βρει η νεράιδα και το πάρει.

    Ο πραματευτής την κρατούσε πάντα κλεισμένη μέσα στο σπίτι, μην την δει κανείς και χάσει τα μυαλά του από την τόση ομορφιά της. Όπου και να τους καλούσαν, σε γάμους, πανηγύρια και χαρές δεν πήγαιναν πουθενά.

    Μόνο τα βράδια, με το φεγγάρι έβγαινε η νεράιδα. Ανέβαινε και καθότανε στο παράθυρο του πύργου και χτένιζε τα μαλλιά της, που έφταναν ως το πάτωμα, μ’ ένα ασημένιο χτενάκι.

    Με τα πολλά, τους κάλεσαν για ακόμη μια φορά σε ένα γάμο. Αυτή τη φορά τόσο που τον παρακάλεσε η καημένη η νεράιδα, ο πραματευτής το πήρε απόφαση να πάνε.

    Τόσα χρόνια είμαστε μαζί κι εξάλλου έχουμε και δυο παιδιά. Πώς θα μου φύγει;

    Σκέφτηκε ο πραματευτής. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια, η ομορφιά της νεράιδας δεν άλλαξε καθόλου. Όσο έλαμπε ο ήλιος άλλο τόσο έλαμπε κι η νεράιδα!

    Πάμε,

    …της λέει ο πραματευτής σαν ήρθε η μέρα.

    Θα μου δώσεις το μαντήλι μου; Αλλιώς δεν χορεύω!

    Θα σου το δώσω. Κάνε λίγη υπομονή. Θα σ’ το δώσω αλλά στα μισά του γάμου, όχι τώρα.

    Ντύθηκε, στολίστηκε κι έφεξε ο τόπος.

    Στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος και ντουνιάς και χορεύανε. Σαν πέρασε μπροστά η γυναίκα του πραματευτή όλοι θαμπώσανε.

    Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω ένα γύρο,

    …του κάνει εκείνη στα κρυφά κι εκείνος της το δίνει.

    Το ρίχνει η νεράιδα στο κεφάλι της κι άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη κι αυτή έφυγε στα ουράνια! Με τα μάτια του ο πραματευτής δεν την ξανάδε ποτέ.

    Μόνο κάθε βράδυ σαν γύριζε σπίτι του έβλεπε φαΐ στα πιάτα, όλα να ‘ναι συγυρισμένα και τα παιδιά του καθαρά και χτενισμένα. Και μέσα στο μπαούλο της βρήκαν ένα σπασμένο κέρατο γεμάτο περισσότερες λίρες από πρώτα.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: