Author Archives: Θεοδώρα Βαβαλέσκου

Ο έρωτας στους ανθρώπους

Μύθος του Αισώπου –

έρωτας στους ανθρώπουςΌταν ο Δίας δημιούργησε τους ανθρώπους, αυτοί είχαν τα πάντα με τα οποία είναι εφοδιασμένοι και σήμερα. Ο έρωτας όμως δεν κατοικούσε ακόμα στις ψυχές των ανθρώπων. Κι αυτό γιατί ο Θεός Έρωτας πετούσε μόνο ψηλά και έχοντας τεντωμένο το τόξο του, σημάδευε μόνο τους Θεούς.

Επειδή όμως ο Δίας φοβήθηκε μήπως χαθεί το ωραιότερο δημιούργημά του -ο άνθρωπος- έστειλε τον Έρωτα για να γίνει φύλακας του ανθρώπινου γένους.

Ο Θεός Έρωτας λοιπόν, πήρε αυτήν την εντολή από τον Δία, αλλά δεν θέλησε να κατοικήσει σε όλες τις ψυχές. Σε όποια ψυχή δεν είχε ήθος και αγνότητα, δεν επιχειρούσε να μπει, αλλά έστελνε για να τη προσέχουν, τους κοινούς Έρωτες, που ήταν τα παιδιά των Νυμφών.

Σε λίγες ψυχές  κατοίκησε ο ίδιος και τις διέγειρε σε ερωτική μανία, εξασφαλίζοντας έτσι πολλά καλά στο γένος των ανθρώπων.

Όταν λοιπόν δεις, ανθρώπινη φύση που είναι αργή και δυσκίνητη στην αγάπη, να ξέρεις πως αυτή η ψηχή δεν αξιώθηκε ποτέ τα δώρα του Θεού Έρωτα.

Όταν όμως δεις κάποιον να είναι έντονος και θερμός στη σκέψη κι όταν τον δεις να ορμάει σαν φλόγα στην ερωτική αγάπη, να ξέρεις ότι αυτό είναι το δώρου του Θεού Έρωτα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η αλεπού και τα τσαμπιά (Ἀλώπηξ καἰ βότρυς)

Μύθος του Αισώπου. Μεταγραφή από το αρχαίο κείμενο από την φιλόλογο και μέλος των Παραμυθάδων, Θεοδώρα Βαβαλέσκου

Αρχαίο κείμενο: Ἀλώπηξ λιμώττουσα ὼς ἐθεάσατο ἐπί τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτὤν περιγενέσθαι και οὐκ ἠδύνατο· ἀπαλλαττομένη δέ προς ἐαυτήν εἶπεν: «Ὂμφακές εἰσιν.»

Οὔτω καὶ τῶν ὰνθρώπων ἔνιοι, τῶν πραγμάτων ὲφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι’ ἀσθένειαν, τοὐς καιροὐς αἰτιῶνται.

Μεταγραφή: Μια αλεπού ήταν πολύ πεινασμένη. Μόλις λοιπόν είδε να κρέμονται τσαμπιά από μια κληματαριά, θέλησε να τα φάει! Δεν μπορούσε όμως. Φεύγοντας λοιπόν, είπε στον εαυτό της: «Άγουρα είναι»!

Έτσι και μερικοί άνθρωποι, όταν δεν μπορούν εξαιτίας κάποιας αδυναμίας να πετύχουν κάποια πράγματα, κατηγορούν τις περιστάσεις.

Αρχαίο κείμενο: Κερδὼ βότρυν βλέπουσα μακρᾶς ἀμπέλου, πρὀς ὔψος ἦρτο καἰ καμοῦσα πολλάκις ἐλεῖν ἀπεῖπε· πρὸς ἐαυτἠν ταῦτ’ ἔφη:

«Μὴ κάμνε· ῤᾶγες ὀμφακίζουσιν μάλα.»

Πρὸς τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν.

Μεταγραφή: Μια αλεπού είδε το τσαμπί ενός ψηλού αμπελιού και τεντώθηκε να το φτάσει. Αφού προσπάθησε πολλές φορές, κουράστηκε και σταμάτησε να προσπαθεί. Τότε είπε στον εαυτό της: «Μην κουράζεσαι, τα τσαμπιά είναι πολύ άγουρα.»

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο τζίτζικας κι ο μέρμηγκας

Μύθος του Αισώπου – 

Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.

Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από την φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για το μυρμήγκι. Εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.

Από την άλλη μεριά το τζιτζίκι, ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από την φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυκτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, την μισή μέρα αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημεράκι.

Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα τον δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στην γη.

Το μυρμήγκι έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, όπως είπαμε, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στον γείτονα του, το μυρμήγκι, και του είπε:

– Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.

– Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες;

…ρώτησε το μυρμήγκι.

– Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.

– Ε! Ας το σκεφτόσουνα αυτό τότε.

…είπε το μυρμήγκι και γύρισε να δει κάτι αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: