Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Το φτωχό, καλό κορίτσι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

– Παραμύθι από την Σκύρο, από το βιβλίο της Νίκης Πέρδικα «η Σκύρος» –

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα που είχε τέσσερα κορίτσια. Δούλευε ολομόναχη προκειμένου να τα μεγαλώσει. Τα χρήματα όμως που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και το μόνο που κάλυπταν ήταν ίσα-ίσα το ψωμί τους. Τα παιδιά γύριζαν γυμνά και ξυπόλητα αφού ποτέ δεν της περίσσευαν χρήματα για να τους πάρει ρούχα. Μόνο αν βρισκόταν καμιά καλή γυναίκα και της έδινε κανένα ρούχο παλιό, το ξανάφτιαχνε λίγο και το ‘δινε της μεγάλης κόρης. Μετά το ξανάκοβε για να το φορέσουν η δεύτερη και στην συνέχεια η τρίτη. Για το τελευταίο, το μικρό, δεν έμενε ποτέ τίποτε. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε με ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι και ξυπόλητο.

Μια χρονιά, όμως, ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια! Έτρεμε η μικρούλα και δεν μπορούσε να σταθεί από το κρύο. Είπε λοιπόν της μάνας της:

Μάνα, εγώ θα φύγω! Θα πάω να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι να φορέσω γιατί, αν απομείνω εδώ, θα πεθάνω! Δεν αντέχω άλλο μοναχά με το πουκαμισάκι!

Στεναχωρήθηκε η μάνα, στεναχωρήθηκε και το παιδί που είπε αυτά τα λόγια αλλά υπέφερε το κακόμοιρο από το κρύο. Έφυγε το κορίτσι και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ήθελε όμως, οπωσδήποτε να βρει λίγο ύφασμα, να το πάει στην μανούλα του, να του φτιάξει ένα ζεστό ρουχαλάκι. Καθώς προχωρούσε βρήκε ένα πουλάκι, πεσμένο κάτω από το δέντρο. Ήταν μικρό με ελάχιστα πούπουλα. Είχε πέσει από την φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε την δύναμη να πετάξει για να ανέβει στο δέντρο και θα πέθαινε. Το κορίτσι το πήρε στα χέρια του, το ζέστανε μέσα στις παλάμες του κι όταν είδε έναν άντρα που ερχότανε προς το μέρος του, του ζήτησε να το βάλει πίσω στην φωλιά του.

Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να το βάλετε στην φωλιά του;

Έτσι,με την καλή καρδιά του κοριτσιού, το πουλάκι γλύτωσε.

Το μικρό κορίτσι συνέχισε την πορεία του και έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος στένευε και έπρεπε να περάσει ανάμεσα από κάποια κλαδιά. Του τράβηξε όμως την προσοχή μια αράχνη που έπλεκε τον ιστό της. Πέρασε αρκετή ώρα χαζεύοντάς την. Πήγαινε πάνω κάτω, μπρος πίσω και ξανά. Σκέφτηκε λίγο το κορίτσι και είπε:

Κρίμα δεν είναι να της χαλάσω το πανάκι που το πλέκει τόση ώρα; Ας πάω από την άλλη μεριά να μην στεναχωρήσω και την αράχνη!

Σπολλάτι (ευχαριστώ)! Το καλό που μου έκανες πώς να στο ξεπληρώσω; Πού πας, παιδί μου, έτσι γδυτό και ξυπόλητο;

…ρώτησε η αράχνη.

Πάω να βρω ένα πανάκι, να το πάω της μάνας μου να μου φτιάξει κι εμένα κανένα ρουχαλάκι γιατί κρυώνω!

…είπε το κορίτσι.

Πήγαινε αλλά όταν θα γυρνάς πέρασε από εδώ, να μου πεις τι έγινε και να δω μήπως μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.

Φεύγει το κορίτσι και προχωράει πιο πέρα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει από έναν βάτο, μπλέχτηκε το πουκαμισάκι του στα αγκάθια του και στην προσπάθειά του να το ξεμπλέξει, κόπηκε και κουρελιάστηκε πια εντελώς. Έμεινε τελείως γυμνό, απελπισμένο και το έπιασαν τα κλάματα. Αν το άκουγες θα πονούσε η καρδιά σου και θα σπάραζε. Το άκουσε ένα προβατάκι που έβοσκε λίγο πιο πέρα και πήγε κοντά του.

Τι έχεις, παιδάκι μου, και κλαις; Σε έδειρε κανείς;

Αχ, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένο. Προσπάθησα να περάσω τον βάτο και μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου, έμεινα χωρίς κανένα ρούχο!

…απάντησε το κορίτσι.

Γιατί το έκανες αυτό το κακό του παιδιού, τι θα γίνει τώρα το καημένο;

…ρώτησε το πρόβατο τον βάτο.

Δεν το έκανα επίτηδες. Όμως ένας τρόπος υπάρχει για να διορθώσω το κακό που έγινε. Έλα κοντά στα αγκάθια μου, δώσε μου εσύ το μαλλί σου κι εγώ θα το ξάνω. Να το πάει το κοριτσάκι στη μάνα του, να του κάνει μάλλινα ρουχαλάκια, να μην κρυώνει.

…είπε ο βάτος στο πρόβατο. Έτσι κι έγινε. Πήγε το αρνί κοντά στον βάτο και τρίφτηκε πάνω στα αγκάθια του. Τα αγκάθια γέμισαν μαλλί και το κοριτσάκι το μάζεψε.

Ευχαριστώ πολύ. Τρέχω στην μανούλα μου να μου το γνέσει, να το υφάνει, να μου το ράψει και να το φορέσω στην εκκλησία, που θα πάω να μεταλάβω πριν τα Χριστούγεννα.

…είπε το κορίτσι και καθώς η μικρούλα έτρεχε να γυρίσει πίσω, σκέφτηκε πως η μητέρα της, με τόσες δουλειές, μάλλον δεν θα προλάβαινε μέχρι τα Χριστούγεννα να της τα φτιάξει. Στεναχωρεμένη με αυτήν την σκέψη, έφτασε κάτω από το δέντρο που είχε βρει το πεσμένο πουλάκι. Μπροστά της εμφανίστηκε η μητέρα του πουλιού.

Καλό μου κορίτσι, πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες; Που έσωσες το παιδί μου; Μα, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

Και το κοριτσάκι είπε όλη την ιστορία από την αρχή και τότε το πουλί του είπε:

Εγώ θα σου το γνέσω!

Τσίμπησε με το ράμφος του το μαλλί κι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι που το ‘φτιαξε κλωστή και το ‘κανε κουβάρι.

Ορίστε, τώρα τρέξε στην μανούλα σου να σου το φτιάξει.

Πετούσε από την χαρά της η μικρούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι. Καθώς περνούσε από το σημείο που είχε δει την αράχνη, την χαιρέτησε και της είπε κι εκείνης την ιστορία.

Βρήκα τι θα κάνω εγώ για σένα, που είσαι τόσο καλό παιδί και δεν μου χάλασες το πανάκι μου. Δώσε μου το νήμα και θα στο υφάνω εγώ!

Έτσι κι έγινε. Το πήρε η αράχνη και έφτιαξε ένα όμορφο πανί. Πανευτυχής η μικρούλα, γύρισε στην μάνα της και εκείνη της έραψε ένα πανέμορφο φόρεμα. Με αυτό πήγε στην εκκλησία να μεταλάβει και όλοι την καμαρώνανε μέσα στο ζεστό και όμορφο φουστανάκι της.

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν

– (παραμύθι Καππαδοκίας) – 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε μια καλή γυναίκα, την παντρεύτηκε και έκαναν ένα όμορφο, καλό και έξυπνο παιδάκι. Το παλάτι ήταν καταμεσής σε ένα όμορφο δάσος και όλα τα παράθυρά του ήταν μεγάλα, να μπαίνει μέσα στις σάλες και στα δωμάτια το φως κι ο ήλιος και να μαλακώνει τις ψυχές.

Αρκετά μακριά από το παλάτι ήταν ένας μεγάλος λάκκος. Εκεί οι υπηρέτες έριχναν τα αποφάγια. Πήγαινε και ένας γέρος φτωχός, κουρελής και πεινασμένος κι έψαχνε να φάει.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο με την δασκάλα του, κάνοντας τον περίπατό τους, χάθηκαν και βρέθηκαν να περνάνε από εκείνο το μέρος. Το παιδί ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που είδε την παράξενη μορφή του γέρου που δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το κατάλαβε εκείνος και του είπε χαμογελώντας:

Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα πλούτια και παλάτια

Τώρα είμαι ένας γέρος, δίχως τόπο, δίχως μέρος

Σε καλύβι δεν χωράω, στ΄άχρηστα ψάχνω να φάω

Πέρασε η ζωή ποτάμι κι έμεινα ένα καλάμι.

Και μετά άρχισε να του λέει ένα παραμύθι:

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ, αρχοντόπουλο με γνώση… ξύπναγε πριν ξημερώσει…

Και το βασιλόπουλο άρχισε να ταξιδεύει με το νου σε μέρη μαγικά, με νεράιδες στα δάση, πουλιά με ανθρώπινη λαλιά, μυλωνάδες και νερόμυλους. Μα η ώρα περνούσε και η παιδονόμος του το τράβηξε να γυρίσουν στο παλάτι πριν ο γερο-παραμυθάς τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε μόλις άνοιξε τα ματάκια του την επόμενη μέρα ήταν να πάει πάλι κοντά στον γέρο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στο παλάτι το παραμύθι πάλι δεν είχε τελειώσει. Μα η δασκάλα φοβόταν να μην αργήσουν. Λέει τότε ο γέρος στο παιδί:

Mπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Ρώτησε το παιδί την παιδονόμο του να μάθει τι σήμαιναν αυτά τα λόγια κι εκείνη του εξήγησε:

Ζητάει να του δίνεις μέλι κι εκείνος θα σου δίνει παραμύθι.

Πάει το παιδί στον πατέρα του και λέει:

Πατέρα, θέλω να μου φέρεις μέλι να δυναμώνω. Μα να φέρεις πολύ για να κρατήσει μέρες πολλές.

Παραγγέλνει ο πατέρας και φέρνουν πέντε βαρέλια μέλι. Την άλλη μέρα το πρωί, παίρνει το βασιλόπουλο όσο μέλι μπορούσε να σηκώσει με τα χεράκια του και πάει πάλι στον γέρο-παραμυθά. Και οι μέρες περνούσαν… μα το παραμύθι δεν τελείωνε. Τελείωσε όμως το μέλι. Μια και δυο το παιδί πάει πάλι στον πατέρα.

Πατέρα μου, το μέλι τελείωσε και σου ζητώ να μου φέρεις κι άλλο.

Ο βασιλιάς απόρησε. Πώς είναι δυνατόν να τελείωσε τόσο γρήγορα το μέλι. Υποψιάστηκε ότι κάποιος έκλεβε το μέλι του παιδιού του. Παραγγέλνει καινούριο αλλά βάζει ανθρώπους του να παρακολουθούν. Και η αλήθεια φανερώθηκε. Το μέλι του παιδιού του πήγαινε στον ζητιάνο. Φωνάζει τότε το παιδί κοντά του.

Παιδί μου,εγώ σου φέρνω το πιο καλό μέλι του τόπου, το πιο γλυκό και δυναμωτικό, κι εσύ πας και το δίνεις στον ζητιάνο;

Αχ πατέρα, το μέλι είναι γλυκό μα το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Κι εγώ μέλι δεν θέλω. Παραμύθι θέλω.

Όσο και να προσπάθησε ο πατέρας το παιδί γνώμη δεν άλλαζε. Δίνει διαταγή να φέρουν μπροστά του τον ζητιάνο:

Εσύ λοιπόν είσαι που κλέβεις το μέλι μου;

Α, βασιλιά μου, εγώ το μέλι τ’ αγαπώ. Μα δεν το κλέβω, το αγοράζω.

Το αγοράζεις; Δεν λες καλύτερα ότι κορόιδεψες το παιδί μου και το έκαμες να κλέβει την περιουσία μου;

Άρχοντα μου, να με σχωρνάς! Εγώ νόμιζα πως είχες γνώση της υπόθεσης. Μα σαν μου λες αυτά, σου υπόσχομαι πως από τώρα σταματάω το παραμύθι και άλλο δεν συνεχίζω.

Ακούει το παιδί τα λόγια του γέρου το πιάνουν τα κλάματα. Κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πικράθηκε ο βασιλιάς με τον πόνο του παιδιού, δεν άντεχε η καρδιά του. Λέει τότε στον γέρο:

Κάτσε, βρε γέρο, να ακούσω τι είναι αυτά που λες του παιδιού μου και να κρίνω κι εγώ μονάχος μου!

Κάθεται ο βασιλιάς, κάθεται κι ο γέρος. Πιάνει το παραμύθι, όχι από την αρχή μα από εκεί που τ’ άφησε του παιδιού. Κι όμως ο βασιλιάς απορροφήθηκε. Σε λίγο ήρθε κι έκατσε δίπλα του και η βασίλισσα. Κι αποξεχάστηκε κι αυτή. Και μετά ήρθαν και οι σύμβουλοι του βασιλιά. Όλοι άκουγαν μαγεμένοι και ξέχασαν και τις δουλειές τους.  Έρχεται κάποια στιγμή το βασιλόπουλο, τραβάει τον γέρο από το μανίκι:

Παππού, σταμάτα τώρα. Ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου.

Απλώνει ο βασιλιάς το χέρι και λέει:

Άσε παιδί μου τον γέρο να τελειώσει το παραμύθι του και μετά ας φάει ό,τι θέλει.

Μα ο γέρος έκαμε υπακοή στο παιδί και σταμάτησε το παραμύθι. Δίνει τότε διαταγή ο βασιλιάς να πάρουν τον γέρο, να τον λούσουν, να τον ντύσουν,να του δώσουν να φάει ό,τι ζητήσει και μια κάμαρα να μένει.

Ο γέρος θα μείνει στο παλάτι μέχρι να τελειώσει το παραμύθι!

Μα ο γερο-παραμυθάς ζήτησε να κάνουν μια συμφωνία. Και τι λέτε να ήταν αυτή;

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν !

«Δίνε μου μέλι, να σου δίνω παραμύθι». Έτσι κι έγινε. Κι ο γέρος έμεινε στο παλάτι. Και το παραμύθι δεν τέλειωνε ποτέ… ούτε και την μέρα που άφησε την τελευταία του αναπνοή. Μα τότε ήρθαν παραμυθάδες κατοπινοί και πήραν το παραμύθι και συνέχιζαν να το ταξιδεύουν για πολλά, πολλά χρόνια.

Γι αυτό, αν δείτε κάποιον να διηγήται παραμύθια και γύρω του οι άνθρωποι να ξεχνούν τις δουλειές τους, καθήστε να ακούσετε… ίσως να είναι αυτό του γέρου-παραμυθά. Καλού κακού να έχετε μαζί σας και μέλι. Γιατί μπορεί κι εκείνος να σας πει:

Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ρουμπελστίλτσχεν (ή Ρουμπελστίλτσκιν)

– Παραμύθι των αδερφών Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ

Μετάφραση από τα γερμανικά: Βασιλική Ισαακίδου – Εικονογράφηση: Κρήτη Ισαακίδου

Ήταν κάποτε ένας μυλωνάς που ήτανε φτωχός. Όμως είχε μια όμορφη κόρη. Κάπου συνάντησε τον βασιλιά, πιάσανε κουβέντα και του είπε:

Έγω έχω μια κόρη που ξέρει την τέχνη…να μεταμορφώνει το άχυρο σε χρυσό.

Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως την κόρη του μυλωνά να έρθει κοντά του και την διέταξε:

Ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο με άχυρο μέσα σε μια νύχτα να το μετατρέψεις σε χρυσό κι αν δε μπορείς να το κάνεις… θα πρέπει να πεθάνεις.

Έτσι την έκλεισαν μέσα στο δωμάτιο. Εκεί καθόταν κι έκλαιγε επειδή δεν έβρισκε λύση για να σώσει την ζωή της. Πως θα κατάφερνε το άχυρο να το κάνει χρυσό; Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά ενα μικρό ανθρωπάκι που της είπε:

 

Τι θα μου δώσεις για να κάνω όλο αυτό το άχυρο χρυσό;

Η κοπέλα είχε ένα περιδέραιο που το έδωσε στο ανθρωπάκι και το ανθρωπάκι έκανε αυτό που υποσχέθηκε. Το επόμενο πρωί βρήκε ο βασιλιάς… όλο το δωμάτιο γεμάτο με χρυσό. Όμως η καρδιά του έγινε ακόμα πιο άπληστη κι έτσι άφησε την κόρη του μυλωνά σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο μ’ άχυρο να το μετατρέψει κι αυτό σε χρυσό.

Τότε το ανθρωπάκι ξανάρθε. Η κοπέλα του έδωσε το δαχτυλίδι που φορούσε στο χέρι της κι όλα γίνανε αμέσως και πάλι χρυσάφι. Ο βασιλιάς όμως την κλείδωσε και τρίτη φορά τη νύχτα, σ’ ένα τρίτο δωμάτιο που ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ τα άλλα δύο και πιο γεμάτο μ’ άχυρο και της είπε:

Αν τα καταφέρεις κι αυτήν τη φορά θα γίνεις σύζυγος μου.

Τότε τη νύχτα ήρθε ξανά το ανθρωπάκι και της είπε:

Εντάξει θα το κάνω άλλη μια φορά, αλλα θα πρέπει να μου υποσχεθείς οτι θα μου δώσεις το πρώτο παιδί που θ’αποκτήσεις με τον βασιλιά.

Το υποσχέθηκε η κοπέλα, επειδή βρισκόταν σε ανάγκη κι όταν ο βασιλιάς ήρθε, είδε τόσο πολύ χρυσάφι που έκανε την κόρη του μυλωνά…γυναίκα του.

Πέρασε λίγος καιρός, η βασίλισσα γέννησε κι εμφανίστηκε το ανθρωπάκι μπροστά της, απαιτώντας να κρατήσει την υπόσχεση της. Η βασίλισσα παρακαλούσε το ανθρωπάκι να μην της πάρει το παιδί και του πρόσφερε όλα τα πλούτη του βασιλείου, μάταια όμως. Τελικά μετά από πολλά παρακάλια της είπε:

Σε 3 μέρες θα’ ρθω πάλι για να πάρω το παιδί. Αν όμως βρεις τ’ όνομά μου, μπορείς να κρατήσεις το παιδί σου!

Στη συνέχεια η βασίλισσα προσπαθούσε τις πρώτες δύο μέρες να βρει το όνομα. Δεν μπορούσε όμως να το βρει. Δε μπορούσε πια να σκεφτεί άλλα ονόματα κι ήταν λυπημένη! Την 3η μέρα όμως επέστρεψε ο βασιλιάς απ’ το κυνήγι και της είπε ότι προχθές που πήγε για κυνήγι, βαθιά μέσα στο δάσος είδε ένα μικρό σπιτάκι. Μπροστά απ’ το σπιτάκι είδε ένα γελοίο ανθρωπάκι να πηδάει απ’ το ένα πόδι στο άλλο, γύρω-γύρω απ΄την φωτιά και να τσιρίζει:

Σήμερα φουρνίζω…αύριο βράδυ βράζω…. 

Μεθαύριο θα πάω να πάρω…της βασίλισσας το παιδί!

Αχ τι καλά που κανείς δεν ξέρει

πως με λένε Ρούμπελστιλτσχεν!

Όταν το άκουσε αυτό η βασίλισσα έγινε πολυ χαρούμενη. Ήρθε το επικίνδυνο ανθρωπάκι και την ρώτησε:

Βασίλισσα μου, πως με λένε;

Κι αυτή του απάντησε:

Μήπως σε λένε Κόνρατ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Χάινριχ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Ρούμπελστιλσχεν;

Αυτό στο είπε ο διάβολος…

…τσίριξε το ανθρωπάκι θυμωμένα,έφυγε τρέχοντας και δεν γύρισε πίσω ποτέ ξανά.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ένας άλυτος γρίφος!

Κάποτε σε ένα παλάτι ζούσε μια βασίλισσα η οποία ήθελε να παντρευτεί. Ήθελε όμως να πάρει τον πιο έξυπνο άνδρα του κόσμου. Δεν την ενδιέφερε αν ήταν όμορφος ή άσχημος, πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νέος. Την ενδιέφερε μόνο να είναι ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Πώς θα το καταλάβαινε όμως αυτό; Έβγαλε λοιπόν διαταγή στο παλάτι, πως όποιος άνδρας πάει και της πει έναν γρίφο που δεν θα καταφέρει να βρει την λύση του, αυτός θα ήταν και ο πιο έξυπνος. Αν όμως έβρισκε τη λύση τότε θα τους αποκεφάλιζε και με τα κεφάλια τους θα έφτιαχνε έναν πύργο.

Το νέο αυτό ακούστηκε παντού. Και άνδρες απ’ όλο τον κόσμο πήγαν στο παλάτι. Κανένας όμως δεν τα κατάφερε. Η βασίλισσα βρήκε τη λύση απ’ όλους τους γρίφους που άκουσε. Έτσι ο πύργος από τα κεφάλια των ανδρών είχε φτάσει ήδη πολύ ψηλά.

Μια μέρα το ακούει ένας νέος και αποφασίζει να πάει και αυτός. Το ακούει η μάνα του και απαρηγόρητη του λέει:

Βρε παιδί μου πού θα πας; Αυτή θα σου κόψει το κεφάλι. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ και θα σου βρούμε εμείς γυναίκα.

Αλλά ο γιος σαν νέος που ήταν δεν έδωσε σημασία στη συμβουλή της μάνας του και το επόμενο πρωί ξεκίνησε το δρόμο για το παλάτι.

Η μάνα του, του έφτιαξε μια πίτα να πάρει μαζί του να φάει όταν πεινάσει αλλά έβαλε μέσα δηλητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος με συντροφιά τη σκυλίτσα του την Μορφούλα ξεκίνησαν για το παλάτι.

Περπάτησαν περπάτησαν ώσπου κάποια στιγμή ο νέος πείνασε. Την ώρα που πάει να δαγκώσει την πίτα, ακούει την σκυλίτσα του να γαβγίζει. Την λυπήθηκε και έδωσε το κομμάτι του σε αυτήν. Και όπως ήταν φυσικό μετά από λίγα λεπτά η σκυλίτσα του ψόφησε. Τότε ο νέος κατάλαβε πως η μάνα του είχε βάλει δηλητήριο στην πίτα.

Συνεχίζει τον δρόμο του πλέον μόνος του. Μετά από ώρα δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Βλέπει στο βάθος μια ελαφίνα που ήταν έγκυος. Τη σκοτώνει αλλά δεν τρώει την ίδια αλλά το μωρό που είχε μέσα της. Αφού χόρτασε ξεκίνησε πάλι για το παλάτι. Περπατούσε περπατούσε ώσπου δίψασε. Για καλή του τύχη βλέπει εκεί κοντά μια εκκλησία. Μπαίνει μέσα και πίνει το νερό που είχε το καντήλι.

Αφού έφαγε, χόρτασε και ξεδίψασε συνεχίζει τον δρόμο του για το παλάτι. Μετά από λίγες ώρες έφτασε. Παρουσιάζεται μπροστά στην βασίλισσα και της λεει:

Η Μορφούλα έφαγε την πιτούλα και η πιτούλα την Μορφούλα. Εγώ σκότωσα εκείνο που έβλεπα αλλά έφαγα εκείνο που δεν έβλεπα. Και ήπια νερό που δεν ακουμπούσε ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Τί είναι;

Τότε γυρίζει στον νέο και του λέει:

Νομίζω πως εσύ είσαι ο πιο έξυπνος άνδρας του κόσμου. Γι’ αυτό κι εγώ θα σε παντρευτώ και θα σε κάνω άνδρα μου όπως το υποσχέθηκα.

Και μετά από λίγες μέρες έγινε  ο γάμος.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια! 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο τσιγκούνης παπάς!

– (παραμύθι Ανατολικής Ρωμυλίας) –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας παπάς, με την παπαδιά και το γιο τους. Αυτός ο παπάς όμως είχε πολλά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός και λαίμαργος! Οι συγχωριανοί του τα ήξεραν αυτά και κανείς δεν ήθελε να δώσει την κόρη του για γυναίκα στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από ένα άλλο χωριό και αποφάσισε να την παντρευτεί. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:

Πω! Πω! Τι θα κάνω τώρα που η νύφη πρέπει να μείνει στο σπίτι μας; Πώς θα θρέψω τέσσερα στόματα;

Η παπαδιά τον μάλωνε αλλά ο παπάς το δικό του!

Ο γιος παντρεύτηκε την κοπέλα και η δόλια αναγκάστηκε να μείνει με τα πεθερικά της. Όταν ο άντρας της ήταν σπίτι περνούσε καλά. Ο γιος όμως πήγαινε στα χωράφια και γυρνούσε αργά το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Κάποια μεσημέρια μπορεί να ήταν σπίτι αυτός, όμως σπάνια.

Όπως όλες οι οικογένειες έτσι κι αυτή έτρωγαν όλοι μαζί και φυσικά μαγείρευε η νεοφερμένη της οικογένειας, δηλαδή η νύφη. Εδώ όμως θα σας φανεί περίεργο! Αυτή ποτέ δεν έτρωγε! Μαγείρευε, έστρωνε τραπέζι, αλλά μέχρι να κάτσει, ο παπάς και η παπαδιά είχαν φάει και είχαν μαζέψει κιόλας…

Η νύφη έρεψε αλλά αντίρρηση δε μπορούσε να φέρει. Η κοπέλα είχε τρία αδέλφια, που αποφάσισαν με την σειρά να την επισκεφτούν, να δουν πώς περνάει. Έρχεται ο πρώτος, είδε τη γυναίκα αδύνατη, είδε και την συμπεριφορά των πεθερικών της και το λέει στα αδέλφια του. Πάει και ο δεύτερος αδελφός, τα ίδια. Έφαγε ο παπάς, έφαγε η παπαδιά, δεν έχει άλλο φαϊ. Πάει και ο τρίτος που ήταν περισσότερο ξύπνιος και πονηρός. Μαγείρεψε η νύφη πάλι, έστρωσε τραπέζι, τρώει η νύφη, τρώει και ο αδελφός περιέργως!

Άντε αδελφή καλά φάγαμε και σήμερα μάζεψε τώρα!

Ο παπάς και η παπαδιά δεν πρόλαβαν να κάτσουν και το τραπέζι είχε μαζευτεί. Έτσι γινόταν τις μέρες που ο μικρός αδελφός φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπά. Ένα βράδυ που έπεσαν να κοιμηθούν νηστικοί, ο παπάς λέει στην παπαδιά.

Παπαδιά, το στομάχι μου γουργουρίζει από την πείνα, δε βάζεις λίγο τραχανά να βράσει;

Να βάλω παπά μου.

…λέει η παπαδιά. Ο αδελφός όμως δεν κοιμόταν και παρακολουθούσε. Πάει η παπαδιά να βάλει νερό να βράσει, τη ρωτάει ο αδελφός:

Τι κάνεις εκεί συμπεθέρα τέτοια ώρα;

Βάζω νερό να βράσει για να πλύνω τα ρούχα αύριο.

Ααααα! Έτσι ε; Πάρε και τις δικές μου κάλτσες να τις πλύνεις.

…και ρίχνει τις κάλτσες μέσα στο νερό της κατσαρόλας… πάει ο τραχανάς!

Πάλι ο παπάς πεινούσε και ζητάει από τη γυναίκα του να ζυμώσει λίγο ψωμί. Τη βλέπει ο μικρός αδελφός.

Συμπεθέρα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Έχουμε ένα χωράφι και θέλουμε να το μοιράσουμε τα τρία αδέλφια μεταξύ μας αλλά δεν ξέρουμε πώς. Εσύ πώς λες;

…και αμέσως παίρνει το μαχαίρι ο αδελφός και λέει κόβοντας το ζυμάρι:

Να το μοιράσουμε στα δύο, ή στα τέσσερα λες; Ή καλύτερα στα έξι ή στα εννιά; Μπα! Πάλι περισσεύει!

Έκοβε αυτός μέχρι που διαλύθηκε το ζυμάρι. Πάει και το ψωμί! Μην έχοντας άλλη λύση ο παπάς πάει στο κήπο μπουσουλώντας, μπας και κόψει κανένα λάχανο και σταματήσει λίγο την πείνα του. Ακολουθεί κι ο αδελφός από πίσω.

Παπά! Παπά! Σήκω, ο γάιδαρος σου τρώει τα λάχανα!

…και δώστου με τον κόπανο, ξύλο στον πισινό του παπά.

Ωχ! Ωχ! Δεν είμαι ο γάιδαρος, ο παπάς είμαι! Βγήκα στον κήπο να μαζέψω λάχανα γιατί πεινάω…

Είδες παπά μου τι κακό είναι να μένει ο άνθρωπος νηστικός; Γιατί εσύ λοιπόν άφηνες την αδελφή μου νηστικιά; Σου αρέσει τώρα με αυτά που παθαίνεις;

Τι να πει ο παπάς που του κοπήκαν τα πόδια και του κόπηκε και η τσιγγουνιά.

Από δω και πέρα θα τρώει και η αδελφή μου μαζί σας.

Έτσι κι έγινε! Και ο τσιγκούνης παπάς και η παπαδιά πήραν το μάθημα τους!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!

– Λαϊκό παραμύθι της Ιταλίας – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – 

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πίνακας του γάλλου ζωγράφου Adolphe Alexandre Lesrel (1839-1929)

Φερατσάνο! Αυτό είναι το όνομα του θαλαμηπόλου του βασιλιά μιας μικρής πολιτείας κάπου στην νότια Ιταλία. Ο Φερατσάνο ήταν μεγάλος πλακατζής και ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να κοροϊδέψει κάποιον με μοναδικό σκοπό να γελάσει. Προσέξτε λοιπόν να δείτε, τί έκανε στην βασίλισσα…

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η βασίλισσα συνάντησε στους διαδρόμους του παλατιού τον Φερατσάνο. Αφού καλημερίστηκαν του είπε:

Καλέ μου Φερατσάνο, έμαθα πως η γυναίκα σου είναι πολύ χαριτωμένη και έξυπνη. Γιατί μέχρι τώρα δεν μας την έχεις συστήσει;

Ο Φερατσάνο ετοιμάστηκε να απαντήσει λογικά στο ερώτημα της βασίλισσάς του, αλλά το δαιμόνιο μπήκε μέσα του και τον προκάλεσε για άλλη μια φάρσα. Έτσι, της απάντησε:

Μεγαλιότατη. Έχετε δίκιο. Η γυναίκα μου είναι ό,τι είπατε κι ακόμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να την γνωρίσετε μα φοβάμαι ένα της κουσούρι. Είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζετε πολύ δυνατά για να σας ακούσει.

Η βασίλισσα στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της γυναίκας του Φερατσάνου, αλλά παρόλα αυτά ζήτησε να κανονιστεί μια συνάντηση μεταξύ των δύο γυναικών για να γνωριστούνε.

Ο Φερατσάνο, το μεσημέρι που πήγε σπίτι του, δεν έχασε καιρό. Έπιασε την γυναίκα του -η οποία δεν ήταν καθόλου κουφή- και της είπε:

Γυναίκα, είσαι πολύ τυχερή. Η βασίλισσά μας ζήτησε να σε γνωρίσει. Αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι για να την δεις. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζεις πολύ δυνατά για να σε ακούσει.

Η γυναίκα του Φερατσάνο χάρηκε για την πρόσκληση αν και στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της βασίλισσας. Έτσι το άλλο πρωί ξεκίνησαν μαζί για το παλάτι.

Σε λίγο, βρισκόντουσαν στα ιδιαίτερα δωμάτια της βασίλισσας η οποία με το που αντίκρισε την γυναίκα του Φερατσάνο φώναξε πολύ δυνατά προς αυτήν:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ!!!

Η γυναίκα του Φερατσάνο τρόμαξε προς στιγμή, μα σκέφτηκε ότι η κακομοίρα φωνάζει τόσο δυνατά επειδή η ίδια της δεν ακούει. Το ίδιο δυνατά απάντησε κι αυτή με τη σειρά της:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΣΑΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΗ. Η ΧΑΡΑ ΚΙ Η ΤΙΜΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΑΣ!

Τώρα τρόμαξε κι η βασίλισσα αλλά σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο πράγμα με την γυναίκα του Φερατσάνο. Έτσι, συνέχισαν την συνομιλία τους στην ίδια ένταση για αρκετή ώρα ενώ ο πλακατζής θαλαμηπόλος που βρισκότανε ακριβώς έξω από το δωμάτιο και τις άκουγε, είχε λυθεί στα γέλια.

Τις φωνές των δύο γυναικών που ακούγονταν σχεδόν σε όλο το παλάτι, άκουσε κι ο βασιλιάς κι έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο της βασίλισσας για να δει τί συμβαίνει.

Μα γιατί φωνάζετε έτσι;

Φωνάζω γιατί η γυναίκα του Φερατσάνο είναι κουφή η καημένη και δεν ακούει διαφορετικά.

Απάντησε η βασίλισσα στον άντρα της με κανονική φωνή πλέον. Η γυναίκα του Φερατσάνο τα έχασε μόλις άκουσε την βασίλισσα να την αποκαλεί κουφή και απάντησε σε κανονική ένταση κι αυτή:

Μα δεν είμαι κουφή. Εσείς είστε κουφή βασίλισσά μου.

Τότε όλοι καταλάβανε πως ήταν άλλη μια φάρσα του Φερατσάνου. Ο βασιλιάς έσκασε στα γέλια, όχι όμως κι η βασίλισσα που θεώρησε ότι την κορόιδεψε και ζήτησε από τον άντρα της να τιμωρήσει τον αγενή θαλαμηπόλο του. Ο βασιλιάς δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Έγραψε λοιπόν ένα γράμμα προς τον αρχιφύλακα της πόλης το οποίο έλεγε:

«Ο άντρας που θα σου παραδώσει αυτό το γράμμα να τιμωρηθεί με εκατό βουρδουλιές στην πλάτη».

Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο και το έκλεισε με βουλοκέρι και την επίσημη σφραγίδα του από το δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού. Το έδωσε στον Φερατσάνο και του ζήτησε να το πάει στον αρχιφύλακα της πόλης. Ο Φερατσάνο που ήταν και παμπόνηρος, κατάλαβε ότι θα έχει άσχημη εξέλιξη και είπε στον βασιλιά:

Δεν μπορώ να το πάω αυτό το γράμμα μεγαλιότατε…

Και γιατί δεν μπορείς να το πας Φερατσάνο;

Γιατί μυρίζομαι ότι κακό τέλος θα έχω!

Ο βασιλιάς γέλασε μα η βασίλισσα που θέλησε να είναι σίγουρη ότι ο Φερατσάνο θα πάει και θα παραδώσει το γράμμα στον αρχιφύλακα, φώναξε έναν δικό της θαλαμηπόλο να τον συνοδεύσει.

Οι δύο θαλαμηπόλοι πήραν το δρόμο για το φυλάκιο και σε κάποια στιγμή ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας ρώτησε τον Φερατσάνο:

Μα γιατί πάμε στο φυλάκιο;

Ο Φερατσάνο δεν έχασε την ευκαιρία και του απάντησε:

Ο Βασιλιάς ζητάει από τον αρχιφύλακα να παραδώσει μια γερή αμοιβή σε αυτόν που θα του δώσει αυτό το γράμμα!

Είπε και του έδειξε το γράμμα που είχε στον κόρφο του με την βασιλική σφραγίδα. Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας εντυπωσιασμένος αλλά και δυσαρεστημένος του απάντησε:

Μα τί ατυχία είναι αυτή; Εμένα ποτέ δεν μου τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν με έχουν προσφέρει μια ανταμοιβή και τους υπηρετώ πιστά από πολύ μικρός!

Τώρα ήταν η ώρα που Φερατσάνο έπρεπε να «χτυπήσει» και το έκανε…

Μην στεναχωριέσαι καλέ μου φίλε. Για να δεις πόσο καλός είμαι, σου προσφέρω εγώ αυτό το γράμμα αν μου δώσεις μια χρυσή λίρα!

Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε με θαυμασμό…

Θα το κάνεις αυτό για μένα;

Χωρίς να αφήσει τον Φερατσάνο να μιλήσει, έβγαλε από το πουγκί του μια χρυσή λίρα και του την έδωσε. Ο Φερατσάνο γύρισε χαρούμενος και σφυρίζοντας στο παλάτι, αφήνωντας τον άλλο θαλαμηπόλο να συνεχίσει μόνος του τον δρόμο για το φυλάκιο.

Στο παλάτι ο βασιλιάς και η βασίλισσα, τα έχασαν όταν είδαν τον Φερατσάνο να μπαίνει στην αίθουσα χαρούμενος και σκάσανε στα γέλια -ακόμα και η βασίλισσα- όταν τους διηγήθηκε το τί είχε συμβεί!

Η βασίλισσα τον συγχώρεσε τελικά για την εξυπνάδα και το χιούμορ του, όχι όμως και ο θαλαμηπόλος της ο οποίος γύρισε στο παλάτι με αβάσταχτους πόνους από τις βουρδουλιές στην πλάτη!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι  «Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

 

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια Gianni Rodari των εκδόσεων GUTENBERG

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας

Παραμύθι του Oscar Wilde –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πριν πολλά χρόνια υπήρχε μια πολιτεία που ήταν ξακουστή για ένα όμορφο μνημείο της. Πάνω στο μνημείο αυτό στεκόταν ένας χρυσός πρίγκιπας με ολόχρυσα ρούχα. Είχε δύο ζαφείρια για μάτια και κρατούσε μια ασπίδα με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι στη μέση.

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και τα αποδημητικά πουλιά άρχιζαν το ταξίδι τους για τις ζεστές χώρες. Ένα χελιδόνι που είχε κουραστεί, κάθισε ανάμεσα στα πόδια του χρυσού πρίγκιπα για να ξεκουραστεί και να συνεχίσει μετά το ταξίδι του για τον τελικό προορισμό του, την Αίγυπτο. Ξαφνικά έπεσαν λίγες σταλαγματιές πάνω στο χελιδόνι και το μούσκεψαν.

«Από πού να ήρθαν αυτές οι σταλαγματιές;» αναρωτήθηκε. «Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και τ’ αστέρια λάμπουν!». Όπως όμως γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω, είδε πως ο χρυσός πρίγκιπας έκλαιγε.

Αγαπητέ μου πρίγκιπα, γιατί κλαις;

…ρώτησε απορημένο το χελιδόνι.

Αν ήξερες τι πόνο νιώθω στην καρδιά μου βλέποντας από δω ψηλά πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο! Γι αυτό κλαίω! Θα ήθελες άραγε να με βοηθήσεις καλό μου χελιδονάκι;

Πολύ θα το ήθελα αγαπημένε μου πρίγκιπα αλλά δυστυχώς πρέπει να φύγω. Ταξιδεύω για την Αίγυπτο και δεν έχω καθόλου χρόνο. Όλα μου τα αδέλφια πήγαν μακριά κι εγώ δε θα τα προλάβω αν δε βιαστώ.

Σε παρακαλώ, μείνε μόνο γι αυτή τη νύχτα και βοήθησε με.

…παρακάλεσε ο χρυσός πρίγκιπας και συνέχισε…

Εγώ δε μπορώ να κινηθώ. Βοήθησε με σε παρακαλώ! Πιο κάτω μέσα σ’ ένα δωματιάκι ζει μια μητέρα με το άρρωστο παιδάκι της και είναι τόσο φτωχιά που δε μπορεί να του αγοράσει ούτε ένα κιλό πορτοκάλια που χρειάζεται για να γίνει καλά. Το παιδάκι έχει πολύ υψηλό πυρετό. Βγάλε το κόκκινο ρουμπίνι από την ασπίδα μου και πήγαινε το στη μητέρα, σε παρακαλώ!

Μα το χελιδόνι τότε απάντησε…

Δε θέλω να πάω στο παιδί. Τα παιδιά δε μας αγαπάνε. Μας πετάνε πέτρες για να μας χτυπήσουν.

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και του είπε να μην κρατάει κακία στην καρδιά του και το έπεισε τελικά να πάει.

Ας είναι. Για μια νύχτα μόνο θα μείνω κοντά σου και θα σε βοηθήσω.

Έβγαλε αμέσως το ρουμπίνι της ασπίδας με το ράμφος του και πέταξε πάνω από τις στέγες των σπιτιών κι έφτασε μέχρι το δωματιάκι του άρρωστου παιδιού. Η μητέρα του ήταν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκε ράβοντας επάνω στο τραπέζι. Το χελιδόνι, άφησε δίπλα της το ρουμπίνι, πλησίασε το άρρωστο παιδί και του έκανε αέρα με τις φτερούγες του. Το παιδί δροσίστηκε και είπε:

Αισθάνομαι καλύτερα. Ο δροσερός αέρας μου κάνει καλό.

Το χελιδονάκι πέταξε γρήγορα κοντά στον χρυσό πρίγκιπα.

Αγαπητέ πρίγκιπα μου, ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω. Φεύγω για την Αίγυπτο.

Αχ! Όχι χελιδονάκι μου καλό! Μείνε κι αυτή ακόμη τη νύχτα για να με βοηθήσεις…

…το παρακάλεσε. Το χελιδονάκι είχε τόσο καλή καρδιά που δέχτηκε να μείνει κι αυτή τη νύχτα μαζί του. Ο πρίγκιπας χάρηκε τότε πολύ και του είπε να πάει σε μια καμαρούλα μικρή που έβλεπε έναν φτωχό άνθρωπο. Αδύνατος από την πείνα, ξυλιασμένος από το κρύο και χωρίς να μπορεί να εργαστεί. Ο χρυσός πρίγκιπας ήθελε να τον βοηθήσει, μα το χελιδονάκι απορημένο τον ρώτησε:

Και τι θα του πάω αγαπητέ μου πρίγκιπα; Μήπως έχεις και άλλο ρουμπίνι κρυμμένο;

Όχι, ρουμπίνι δεν έχω άλλο, μα έχω δύο ακριβά ζαφείρια για μάτια. Βγάλε μου το ένα μάτι και πήγαινε το στον φτωχό.

Αυτό αποκλείεται αγαπητέ πρίγκιπα! Δε μπορώ να σου βγάλω το μάτι!

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και τελικά το χελιδόνι τσίμπησε με το ράμφος του το ζαφείρι του ματιού, το έβγαλε και το πήγε στον φτωχό. Το άλλο βράδυ πέταξε πάλι το χελιδόνι στον χρυσό πρίγκιπα.

Ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω, φεύγω γρήγορα για την Αφρική.

Μα ο χρυσός πρίγκιπας είχε κι άλλες έγνοιες.

Αχ χελιδονάκι μου καλό, αγαπημένο μου χελιδονάκι, μείνε ακόμη αυτή τη νύχτα κοντά μου και βοήθησε με…

Κι επέμενε τόσο πολύ, ώσπου στο τέλος κι εκείνο είπε:

Πάλι με κατάφερες. Θα μείνω κι αυτή τη νύχτα κοντά σου να σε βοηθήσω.

Δεν έχασε λεπτό ο χρυσός πρίγκιπας και του έδωσε τις νέες οδηγίες.

Αγαπημένο μου χελιδονάκι, βλέπω πέρα μακριά ένα φτωχό κοριτσάκι σε μια πλατεία που πουλάει σπίρτα. Αλίμονο όμως, του έπεσαν στο χαντάκι και τα πήρε το ρέμα. Τώρα κλαίει γιατί αν γυρίσει χωρίς λεφτά στο σπίτι της, ο πατέρας της θα τη δείρει. Τρέξε και βοήθησε αυτό το κοριτσάκι σε παρακαλώ!

Τι θα του πάω όμως;

…ρώτησε το χελιδόνι.

Βγάλε μου και το άλλο μάτι. Από το ζαφείρι θα πάρει πολλά λεφτά το κοριτσάκι.

Μα το χελιδόνι δε συμφωνούσε. Δεν ήθελε να αφήσει τον πρίγκιπα εντελώς τυφλό. Δε μπορούσε να του το κάνει αυτό! Ο πρίγκιπας όμως επέμενε ώσπου το χελιδονάκι υποχώρησε πάλι. Έβγαλε το ζαφείρι και του άλλου ματιού και το πήγε στο κοριτσάκι. Όταν επέστρεψε είπε:

Τώρα πια δε μπορώ να πάω στην Αίγυπτο. Θα μείνω για πάντα κοντά σου. Δε μπορώ να σε αφήσω έτσι τυφλό.

Κι έμεινε το χελιδονάκι και διηγιόνταν ιστορίες από την μακρινή Αίγυπτο, του έλεγε για το μεγάλο ποτάμι που λέγεται Νείλος, για τους κροκοδείλους που υπάρχουν εκεί, για τα λουλούδια του λωτού, τις πεταλούδες και τόσα άλλα! Κι ο πρίγκιπας άκουγε και όταν σταματούσαν οι ιστορίες για τα ξένα μέρη, ρωτούσε το χελιδονάκι που καθόταν επάνω στους ώμους του:

Αγαπημένο μου χελιδονάκι πες μου σε παρακαλώ τι βλέπεις κάτω στη μεγάλη πολιτεία;

Και το χελιδονάκι τότε του έλεγε για τους πλούσιους και τους φτωχούς, για την πείνα και τις αρρώστιες, για την φτώχεια και την δυστυχία που έβλεπε στη μεγάλη πόλη. Ο χρυσός πρίγκιπας συγκινούνταν με όλα αυτά και με τη βοήθεια του χελιδονιού έστελνε ένα ένα τα χρυσά φύλλα της στολής του σε όποιον είχε ανάγκη, επειδή δεν είχε άλλα πετράδια. Στο τέλος δεν έμεινε τίποτε από τα χρυσά στολίδια της στολής του. Τώρα ο πρίγκιπας ήταν ένας γκρίζος και άσχημος όγκος στη μέση της πλατείας.
Ήρθε εν τω μεταξύ και ο κρύος χειμώνας. Χιόνι παντού. Το χελιδονάκι πάγωνε όλο και περισσότερο και κατάλαβε ότι θα πέθαινε.

Αγαπημένε μου πρίγκιπα, τώρα πια θα χωριστούμε. Θα φύγω.

Ναι, ναι είναι πολύ κρύα εδώ για σένα. Φύγε, πέταξε γρήγορα για την Αίγυπτο.

Μα το χελιδόνι του απάντησε ότι δε θα πήγαινε στην Αίγυπτο. Θα πήγαινε εκεί που πηγαίνουν οι νεκροί. Κι αμέσως έπεσε παγωμένο μπροστά στα πόδια του πρίγκιπα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα κρακ! Στο στήθος του πρίγκιπα η καρδιά του έσπασε. Οι άνθρωποι επειδή το μνημείο τώρα χωρίς τα χρυσάφια και τα πετράδια ήταν άσχημο, το γκρέμισαν και το έλιωσαν. Μόνο η καρδιά του πρίγκιπα δεν έλιωσε. Γι αυτό την πέταξαν μαζί με κάτι άλλα σκουπίδια. Εκεί δίπλα ήταν και το νεκρό χελιδονάκι.

Την ημέρα εκείνη ο Θεός ψηλά στον ουρανό είπε σ’ έναν άγγελο του.

Πήγαινε στην μεγάλη πολιτεία και φέρε μου τα δύο καλύτερα πράγματα που θα βρεις.

Ο άγγελος έψαξε, έψαξε πολύ. Στο τέλος βρήκε επάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια την σπασμένη καρδιά του χρυσού πρίγκιπα και δίπλα ακριβώς το νεκρό χελιδονάκι. Αυτά τα δύο έφερε στο Θεό. Ο Θεός χάρηκε και είπε ότι πραγματικά αυτά ήταν τα δύο καλύτερα πράγματα που βρίσκονταν στη μεγάλη πολιτεία.

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι του Oscar Wilde «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το μουλάρι που μιλούσε

Μύθευμα από την Αμερική και συγκεκριμένα από τη Νότια Καρολίνα – (Πηγή: «Παραμύθια από την άγρια δύση» των εκδόσεων «Απόπειρα») –

Ένας αγρότης είχε μια φάρμα λίγο έξω από το χωριό του κάπου στη Νότια Καρολίνα. Είχε ένα μουλάρι που το φόρτωνε κι έκανε όλες τις δουλειές. Ο αγρότης όμως ήταν θρήσκος άνθρωπος και την Κυριακή δεν δούλευε. Έμενε με την οικογένειά του και τιμούσαν τον Θεό για τα αγαθά που τους πρόσφερε. Μια Κυριακή όμως χρειάστηκε να πάει σε μια κηδεία κι ο αγρότης ζήτησε από τον γιο του να πάει να σελώσει το μουλάρι.

Το μουλάρι με το που είδε τον γιο να πιάνει το σαμάρι, γύρισε και του είπε:

Τί, θα δουλέψω κυριακάτικα;

Ο γιος του αγρότη τρόμαξε μόλις άκουσε το μουλάρι να μιλάει, πέταξε το σαμάρι καταγής και έτρεξε στον πατέρα του.

Μπαμπά, δεν θα το πιστέψεις, αλλά το μουλάρι μου μίλησε!

Ο αγρότης θύμωσε με τον γιο του γιατί θεώρησε ότι βαριότανε να τον βοηθήσει και τον έστειλε στο δωμάτιο του. Έπειτα, πήγε ο ίδιος να σελώσει το μουλάρι το οποίο μόλις τον είδε του είπε:

Το φαγητό μου; Που είναι το φαγητό μου;

Ο αγρότης τα έχασε. Τρόμαξε και πέταξε κι αυτός το σαμάρι καταγής.

Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει…

είπε με τρεμάμενη φωνή κι ο σκύλος που βρισκότανε από πίσω του, του απάντησε…

Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!

Ο αγρότης τα έχασε και έτρεξε στην κουζίνα που βρισκότανε η γυναίκα του.

Γυναίκα, δεν θα το πιστέψεις αλλά πριν λίγο μου μίλησε το μουλάρι.

Τί; Μα πως είναι δυνατόν;

Κι όταν απόρησα λέγοντας «Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει», άκουσα τον σκύλο να μου λέει «Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!»

Αυτό είναι πρωτάκουστο!

Απάντησε η γυναίκα του μα τότε ακούστηκε η γάτα που καθότανε ήρεμη δίπλα στην πόρτα…

Μα καλά, γιατί είναι πρωτάκουστο; Πρωτή φορά ακούτε σκύλο να μιλάει;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η κηδεία της γουρούνας

Αρχής του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Ήταν κάποτε ένας κτηνοτρόφος, όχι πολύ μεγάλος σε ηλικία. Έβγαζε καλά χρήματα από τα ζώα και ήξερε να διασκεδάζει. Ήταν και πολύ χωρατατζής. Του άρεσε να κάνει πλάκες στους άλλους.

Μια φορά, του είχε ψοφήσει η γουρουνομάνα του. Κίνησε λοιπόν για την εκκλησία και συνάντησε τον παπά μόλις τελείωσε η λειτουργία. Με σοβαρό ύφος του ζήτησε να κηδέψει την γουρούνα του. Ο παπάς στην αρχή νόμισε ότι τον κοροϊδεύει μα όταν είδε ότι ο κτηνοτρόφος επέμενε, ο παπάς έβαλε τις φωνές.

Μα τι μου τσαμπουνάς βρε χριστιανέ μου. Πώς είναι δυνατόν να κηδέψω ένα ζώο; Μία γουρούνα; Αν είναι δυνατόν!

Ο παπάς άλλαξε πολλά χρώματα από τα νεύρα του και ήταν έξω φρενών. Ο κτηνοτρόφος πάλι ήταν πολύ ήρεμος και μόλις ο παπάς σταμάτησε να μιλάει του είπε πως θα τους έδινε πέντε χρυσές λίρες ανταμοιβή. Μόλις άκουσε για τις λίρες ο παπάς, άλλαξε τροπάριο αμέσως και γρήγορα δέχτηκε να κάνει την κηδεία της γουρούνας.

Μετά από μέρες το νέο μαθεύτηκε κι έφτασε στα αφτιά του δέσποτα. Εξαγριωμένος πήρε τον δρόμο για το χωριό και ζήτησε να συναντηθεί με τον κτηνοτρόφο και τον παπά. Άρχισε να τους φωνάζει και τους δύο. Να τους μαλώνει και να τους αποκαλεί αμαρτωλούς και ασεβείς. Ο παπάς μαζεύτηκε σε μια γωνιά και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από την ντροπή του. Μα ο κτηνοτρόφος ήρεμος και πάλι γύρισε και είπε στον δέσποτα.

Δέσποτα, συγχώρα με αν μέσα στον πόνο μου σε ξέχασα, μα επιθυμία της γουρούνας ήταν να σου δώσω κι εσένα δέκα χρυσές λίρες.

Ο δεσπότης σαν το άκουσε αυτό, κοίταξε κατάματα τον κτηνοτρόφο και του είπε:

Λες αλήθεια; Βρε την μακαρίτισσα…ώστε με θυμήθηκε κι εμένα στα τελευταία της; Να με ενημερώσετε στα σαράντα για να έρθω να της διαβάσω κι εγώ καμιά ευχή!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το καλύτερο και το χειρότερο πράγμα στον κόσμο!

Λαϊκό παραμύθι από την Κούβα – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» –

Ομπάταλος. Αυτό ήταν το όνομα του μεγάλου Δεσπότη του κόσμου. Ο Ομπάταλος είχε γεράσει και δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του. Σκεφτότανε λοιπόν να παραχωρήσει την διακυβέρνηση σε κάποιον άλλον. Το πρώτο πρόσωπο που του ήρθε στο μυαλό του, ήταν το δεξί του χέρι όλα αυτά τα χρόνια. Ο πιστός του Ορούλας. Μα ο Ορούλας ήταν αρκετά νέος κι ο Ομπάταλος προβληματιζότανε μήπως και δεν ήταν έτοιμος για μια τόσο μεγάλη ευθύνη. Έτσι, σκέφτηκε να δοκιμάσει την σοφία του.

Ένα πρωινό τον φώναξε και του ζήτησε να του ετοιμάσει το καλύτερο γεύμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς. Ο Ορούλας προβληματισμένος κατέβηκε στην αγορά ψάχνοντας να βρει το καλύτερο που θα μπορούσε να μαγειρέψει για τον μεγάλο Δεσπότη. Μετά από ώρα και πολύ σκέψη, αγόρασε τελικά μια βοδινή γλώσσα. Την μαγείρεψε με πολύ μεράκι και τέχνη και την γαρνίρισε με ιδιαίτερα καρυκεύματα και συνοδευτικά.

Πίνακας του ολανδού Pieter Aertsen (1508-1575)

Ο Ομπάταλος αφού την έφαγε δήλωσε πως πράγματι, δεν είχε φάει ποτέ του κάτι καλύτερο και ευχαρίστησε τον Ορούλα για την προσφορά του. Στην συνέχεια όμως του ζήτησε να του εξηγήσει τον λόγο που διάλεξε την βοδινή γλώσσα για γεύμα.

Η γλώσσα, μεγάλε μου Δεσπότη, είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Με αυτήν μπορείς να επιβραβεύσεις κάποιον για την καλή δουλειά του. Με αυτήν μπορείς να μεταφέρεις ευχάριστα νέα που θα δώσουν σε άλλους χαρά. Την γλώσσα χρησιμοποιούν και οι ηγέτες και οδηγούν τον λαό τους στην ευημερία, αλλά και με την γλώσσα, λέγοντας τα θετικά κάποιου, μπορείς να του δώσεις τα ηνία της ηγεσίας.

Ο Ομπάταλος έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση του Ορούλα και σκέφτηκε ότι κρύβει αρκετή σοφία μέσα του. Παρόλα αυτά, ο μεγάλος Δεσπότης σκέφτηκε να δοκιμάσει ξανά τον πιστό του Ορούλα και του ζήτησε να του ετοιμάσει για την επόμενη μέρα το χειρότερο γεύμα που θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ ο νους του ανθρώπου.

Το άλλο πρωί, ο Ορούλας κατέβηκε και πάλι στην αγορά. Έψαξε αριστερά και δεξιά ψάχνοντας να βρει τί θα μαγειρέψει στον μεγάλο δεσπότη και τελικά αγόρασε πάλι μια βοδινή γλώσσα. Γύρισε πίσω, την μαγείρεψε και την γαρνίρισε και τέλος την σερβίρισε στον Ομπάταλο. Αυτός τα έχασε αντικρίζοντας το πιάτο με την γλώσσα και ζήτησε από τον Ορούλα να του εξηγήσει τον λόγο που του πρόσφερε πάλι το ίδιο γεύμα, αυτήν την φορά σαν το πιο χειρότερο.

Η γλώσσα, μεγάλε μου Δεσπότη, είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Με αυτήν μπορείς να υποτιμήσεις κάποιον και να υποβαθμίσεις την δουλειά και την προσφορά του. Μπορείς να καταστρέψεις την ηθική και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων αλλά και να οδηγήσεις με ψέματα τον λαό σου στην εξαθλίωση. Με αυτήν μπορείς να γίνεις προδότης για την ίδια σου την χώρα και τους αγαπημένους σου ανθρώπους.

Ο μεγάλος Δεσπότης, ο Ομπάταλος, τον άκουσε με μεγάλη προσοχή και συμφώνησε σε ότι είπε. Αν και θεωρούσε τον Ορούλα αρκετά νέο, η σοφία που έκρυβε μέσα του ήταν αρκετή για να του παραχωρήσει τελικά την διακυβέρνηση του κόσμου!

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: