Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Η νύφη του δάσους (παραδοσιακό παραμύθι της Φινλανδίας)

σε απόδοση του απομακρυσμένου παραμυθοανταποκριτή μας

Κάποτε, σε ένα από τα ταξίδια μου, κόντεψα να φτάσω μέχρι την άκρη του κόσμου. Όχι κυριολεκτικά βέβαια, επειδή όπως ξέρουμε η Γη είναι στρογγυλή και δεν έχει άκρες, αλλά ήταν τόσο μακριά από εδώ, στην παγωμένη Φινλανδία, που ακόμη και τώρα θυμάμαι την ιστορία που μου διηγήθηκε εκείνο το βράδυ ένας γέρος με μακριά, άσπρη γενειάδα, ενώ καθόμασταν δίπλα στη φωτιά, σε μια καλύβα, στο κέντρο ενός μεγάλου δάσους, στα πέρατα του κόσμου…

Συνέχεια

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το βαρέλι

(Το ακόλουθο παραμύθι απευθύνεται σε ενήλικες – Απόδοση: Χρήστος Πασ. Τσίρκας)

Ζούσε κάποτε σε μια μικρή πολιτεία ένα ζευγάρι. Φτωχοί κι οι δυο τους, ίσα που τα φέρνανε βόλτα για τα καθημερινά τους έξοδα. Ο άντρας είχε ένα εργαστήρι κεραμεικής ενώ η γυναίκα του έπλεκε στο σπίτι διάφορα πλεκτά και τα πουλούσε από εδώ κι από εκεί. Μα είχε ένα κουσούρι η αθεόφοβη. Συνέχεια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το κάστρο της αθανασίας!

Κάποτε ζούσε και βασίλευε σε μια μακρινή και πλούσια χώρα ένας άρχοντας που τον έλεγαν Μπουχάρ. Αυτός ο άρχοντας ήταν πολύ τυχερός, είχε όλα τα καλά του Θεού και των ανθρώπων: υγεία, πλούτη, δόξες, τιμές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας! Όμως περνούσε μια πολύ δυστυχισμένη ζωή γιατί φοβόταν τον Χάρο που θα έρχονταν κάποτε να πάρει την ψυχή του.
Ο άρχοντας Μπουχάρ ήταν πολύ εγωιστής. Δεν ήθελε να πεθάνει και ν’ ανέβει στο θρόνο του ένας οποιοσδήποτε άλλος βασιλιάς. Κάθε σκέψη του τριγύριζε στο Χάρο. Κι ο καημός αυτός τον μαράζωνε, σιγά σιγά, κάνοντάς τον να μην απολαμβάνει καμμιά χαρά κι ευχαρίστηση στη ζωή του.

Γιατί Θεέ μου να πεθάνω; Γιατί να μην ζω αιώνια και να βασιλεύω στη χώρα μου;

Έλεγε κάθε βράδυ στην προσευχή του και όλη την ώρα έπινε γιατρικά και δυναμωτικά για να παρατείνει όσο μπορούσε την άχαρη ζωή του.

Κάποτε κάλεσε στο παλάτι του μια ομάδα σοφών, από τους καλύτερους του κόσμου και τους είπε:

Εγώ είμαι βασιλιάς κι έχω υποχρέωση να ζήσω παντοτινά για να μην μείνει ακυβέρνητη η χώρα μου. Θέλω να με συμβουλέψετε τι πρέπει να κάνω για να αποφύγω τον θάνατο. Όποιος από σας μου χαρίσει την αθανασία θα τον ανταμείψω πλουσιοπάροχα.

Μίλησε ένας νεαρός σοφός τότε:

Λυπάμαι βασιλιά μου αυτό που ζητάς είναι αδύνατο να γίνει. Ο Θεός θα θυμώσει που θέλεις να παραβείς τον αιώνιο νόμο του. Όπως γεννιούνται οι άνθρωποι έτσι και πρέπει μια μέρα να πεθάνουν. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος, θα έλειπε από τον κόσμο και η ζωή. Άφησε λοιπόν τον χάρο να κάνει το θέλημα του Θεού, γιατί ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος ποτέ θα μπορέσει να τον εμποδίσει.

Εξοργισμένος ο βασιλιάς πρόσταξε να τον πετάξουν με τις κλωτσιές έξω από το παλάτι του. ‘Άκουσε κι άλλους σοφούς που του είπαν παρόμοια λόγια, ώσπου ένας γεροντότερος σοφός του είπε:

Με λένε Ζαράμ άρχοντα μου και μονάχα εγώ μπορώ να σε κάνω να μην φοβάσαι τον χάρο. Για να το καταφέρω όμως αυτό πρέπει απ’ εδώ και πέρα να κάνεις ό,τι σε προστάζω.

Ο βασιλιάς συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη ελπίζοντας πως το όνειρο του να μείνει αθάνατος θα γινόταν πραγματικότητα.

Ο σοφός ζήτησε πολλούς μαστόρους, υλικά και χρήματα για να χτίσει έναν πύργο με πολύ χοντρά ντουβάρια, χωρίς να αφήσει ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Μονάχα μια μικρή τρύπα είχε ανοιχτή και άχτιστη στο κάτω μέρος του πύργου. Ίσα ίσα για να περάσει στενάχωρα ένας άνθρωπος. Μετά από τρεις μήνες ο πύργος ήταν έτοιμος και ο Ζαράμ πρόσταξε να τον γεμίσουν με αμέτρητες τροφές και άπειρα δοχεία νερό. Είπε ακόμη να κουβαλήσουν στις αποθήκες του όλους τους θησαυρούς του άρχοντα.

Βασιλιά μου, έμπα τώρα μέσα σ’ αυτόν τον γερό πύργο κι εμείς απ’ έξω θα χτίσουμε αμέσως το στενό άνοιγμα που αφήσαμε για να περάσεις. Ποτέ ο χάρος δε θα καταφέρει να μπει μέσα για να πάρει την ψυχή σου. Έτσι θα μείνεις αθάνατος.

Τρελός από την χαρά του ο άρχοντας μπήκε μέσα στον πύργο, ενώ οι μάστοροι έχτισαν πίσω του το άνοιγμα του χοντρού τοίχου. Χαμογελώντας ο σοφός Ζαράμ γύρισε στο παλάτι κι ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας όπως είχαν συμφωνήσει με το βασιλιά.

Με τα φτερά της φαντασίας μας τώρα ας μπούμε μέσα στον θεόκλειστο πύργο κι ας δούμε τι απέγινε ο άρχοντας Μπουχάρ. Βαθύ σκοτάδι ήταν μέσα. Τόσο που ο βασιλιάς έβλεπε το ίδιο με κλειστά και με ανοιχτά τα μάτια του. Μα η στεναχώρια αυτή δεν ήταν τίποτε μπροστά στη χαρά που δοκίμαζε βέβαιος μέσα σ’ αυτή την φυλακή. Πως ήταν δηλαδή, εξασφαλισμένος από το χάρο και το θάνατο. Άναψε πολλά κεριά για να βλέπει και για πρώτη φορά στη ζωή του έφαγε με τόση όρεξη. Τέλος έπεσε να κοιμηθεί. Όμως ο αέρας μέσα στον θεόκλειστο πύργο άρχισε να γίνεται αποπνικτικός και αναπνοή του γρήγορη και βαριά. Μα ποιος να τον ακούσει; Τα ντουβάρια του πύργου είχαν τέσσερα μέτρα φάρδος κι ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο, ούτε χαραμάδα υπήρχε πουθενά.

Βοήθεια! Πνίγομαι, θα σκάσω.

φώναζε ο άρχοντας κλαίγοντας και χτυπώντας το κεφάλι του του στα ντουβάρια. Τέλος βρήκε κάπου ένα χαρτί κι έγραψε πάνω σ’ αυτό κάτι με το μολύβι του. ‘Υστέρα μη βρίσκοντας οξυγόνο ν’ ανασάνει, σωριάστηκε κάτω και ξεψύχησε μέσα στο μεγάλο άγχος και αγωνία. Την άλλη μέρα ο σοφός Ζαράμ πρόσταξε να γκρεμίσουν ένα από τα ντουβάρια του πύργου.

Δε χρειάζεται… Ο χάρος έχει κάνει πια τη δουλειά του.

…μουρμούρισε με βεβαιότητα. Ύστερα μπήκε μέσα ο ίδιος κι αντίκρυσε κάτω το νεκρό βασιλιά. Στο χαρτάκι που κρατούσε σφιχτά στο χέρι, να τι είχε γράψει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του:

«Ήμουν πολύ κουτός να πιστέψω πως μπορεί ο άνθρωπος ν’ αποφύγει το θάνατο! Όσο ζητάς να γλιτώσεις απ’ αυτόν, τόσο σε κυνηγάει και σε βρίσκει όπου κι αν κρυφτείς. Ο Θεός ας με συγχωρέσει»!

Ο Ζαράμ πρόσταξε να θάψουν τον εγωιστή άρχοντα. Ύστερα έβαλε το λαό να διαλέξει μοναχός του το νέο βασιλιά που θα τον κυβερνούσε. Χωρίς ο ίδιος να βάλει υποψηφιότητα. Οι άνθρωποι της χώρας θρόνιασαν έναν καλό, έξυπνο και άξιο βασιλιά με χαρές και γλέντια. Ο σοφός τότε φώναξε τον λαό που ήταν συγκεντρωμένος έξω από το παλάτι.

Με τον πύργο που έχτισα έδωσα ένα καλό μάθημα στο βασιλιά σας. Και πιστεύω πως δεν είχα καθόλου άδικο.

Τέλος γυρίζοντας στον καινούριο βασιλιά πρόσθεσε:

Κι εσύ άρχοντα μου, ποτέ να μην ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος. Και πως κάποτε θα πεθάνεις σαν όλους μας. Εκείνος που θα μείνει αθάνατος είναι σα να ζητάει να γίνει Θεός.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο άρχοντας Μαρόκ

Ήταν κάποτε ένα αγόρι, ο Χαρούλης. Το ονόμασαν έτσι γιατί αν και φτωχό και ορφανό ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Συνέχεια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες (Μια άλλη απόδοση)

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια ιστορία θέλω να σας πω για τέσσερα ζώα… τέσσερα ξεχωριστά ζώα που κατάφεραν να κάνουν το αδύνατο, δυνατό.
Πριν πολλά – πολλά χρόνια, ζούσε ένας γεωργός, με την οικογένεια του. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τότε και όλες τις δουλειές του τις έκανε με ένα γάιδαρο που είχε. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, ο γάιδαρος γέρασε και δεν είχε τις ίδιες δυνάμεις. Έτσι, αδυνατούσε να κάνει τις δουλειές που απαιτούσε ο γεωργός. Ένα πρωινό, ο γεωργός πήρε το γάιδαρο και περπάτησαν αρκετά μέσα στο δάσος. Όταν ήταν πολύ μακριά από το σπίτι, τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί χωρίς νερό και φαί για να πεθάνει. Και θα πέθαινε, αν…..
…ώρες αργότερα, λίγα μέτρα πιο μακριά βρέθηκε ένας κυνηγός με τον σκύλο του. Από το πρωί γυρνούσαν στο δάσος και κυνηγούσαν χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Ο κυνηγός είχε το ίδιο πρόβλημα με τον γεωργό. Το ζώο του είχε γεράσει και δε μπορούσε να τον ακολουθήσει στο κυνήγι. Η όραση και η όσφρηση του σκύλου είχαν μειωθεί σε βαθμό που δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα σκοτωμένο πουλί. Έτσι κι ο κυνηγός παράτησε τον σκύλο του εκεί κοντά και γύρισε μόνος του σπίτι. Ο σκύλος ήταν πολύ λυπημένος γιατί όλα αυτά τα χρόνια ήταν καλός φίλος για τον κυνηγό και φύλακας του σπιτιού του και ήταν άδικο που τον παράτησε τώρα που γέρασε. Κι ενώ σκεφτόταν όλα αυτά, άκουσε το γκάρισμα του γαιδάρου από δίπλα. Τον πλησίασε και απορημένος τον ρώτησε…

Σκύλος: Τι κάνεις καημένε μου γάιδαρε εδώ μονάχος σου;

Γάιδαρος: Το αφεντικό μου με άφησε δεμένο εδώ για να ψοφήσω επειδή γέρασα και δεν μπορώ να του κάνω πλέον τις δουλειές.

Σκύλος: Τι σύμπτωση… κι εμένα το αφεντικό μου με παράτησε γιατί δεν μπορώ πλέον να δω καλά και να μυρίσω με αποτέλεσμα να μην τον βοηθάω στο κυνήγι.

Τα δύο ζώα κοιτάχτηκαν σιωπηλά για λίγα λεπτά και ήταν έτοιμα να δακρύσουν, όταν μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του γαιδάρου.

Γάιδαρος: Έχω μια ιδέα. Θέλεις να πάμε στην πόλη και να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες;

Αυτό ήταν το όνειρο του γαϊδάρου για πολλά χρόνια τώρα. Ήθελε να γίνει ένας τρανός μουσικός μα οι υποχρεώσεις του στο χωράφι με τον γεωργό, του είχαν σταθεί εμπόδιο. Ο σκύλος, αφού το σκέφτηκε για λίγο, του απάντησε….

Σκύλος: Εντάξει λοιπόν. Πάμε.

Αφού τον βοήθησε λύνοντας το σκοινί, πήραν το δρόμο για την πόλη. Δεν περπάτησαν πολύ, όταν αντίκρισαν μια γάτα, να κάθεται στην άκρη του δρόμου λυπημένη. Με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα της ενώ έκλαιγε ασταμάτητα. Τότε ο γάιδαρος την πλησίασε και την ρώτησε :

Γάιδαρος: Γιατί κλαις καλή μου;

Γάτα: Εσύ γιατί λες; Δεν βλέπεις ότι έχω γεράσει; Η κυρά μου με έδιωξε από το σπίτι γιατί δεν βλέπω καλά και δεν μπορώ να πιάσω τα ποντίκια που πλέον αλωνίζουν σε όλο το σπίτι.

Γάιδαρος: Κι εμένα με παράτησε το αφεντικό μου, όπως και το φίλο μου τον σκύλο. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε στην πόλη και να γίνουμε τρανοί μουζικάντες. Θες να έρθεις μαζί μας;

Η γάτα δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ…

Γάτα: Έρχομαι!

…απάντησε και μπήκε στην παρέα του συνεχίζοντας το δρόμο τους. Εκεί που περπατούσαν ο σκύλος κουράστηκε.

Σκύλος: Φίλοι μου, σας πειράζει να σταματήσουμε για λίγο γιατί δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου;

Συμφωνώ με τον σκύλο. Κι εγώ κουράστηκα.

Ας μην κάνουμε στάση για ξεκούραση. Καλό είναι να φτάσουμε στην πόλη πριν βραδιάσει. Εγώ δεν έχω κουραστεί. Αν θέλετε ανεβείτε στην πλάτη μου. Θα σας μεταφέρω εγώ.

Έτσι κι έγινε. Ο σκύλος κι η γάτα, ανέβηκαν στην πλάτη του γαϊδάρου και συνέχισαν τον δρόμο τους. Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Εκεί είδαν τον κόκορα να στέκεται πάνω στον φράχτη και να λαλεί λυπημένος. Ο γάιδαρος τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Γάιδαρος: Γιατί είσαι στεναχωρημένος πετεινέ;

Πετεινός: Που να στα λέω. Έχουν έρθει μουσαφίρηδες στο σπίτι και άκουσα τ’ αφεντικό μου να λέει στην γυναίκα του ότι θα με σφάξουν για να με κάνουν κρασάτο.

Σκύλος: Θα σε σφάξουν; Και γιατί κάθεσαι τότε ακόμα εδώ;

Πετεινός: Και τι να κάνω; Που να πάω. Έχω γεράσει πια.

Γάτα: Έλα μαζί μας. Πάμε στην πόλη να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες.

Πετεινός: Θα με πάρετε κι εμένα; Δε θα σας είμαι βάρος;

Γάιδαρος: Όχι βέβαια, καθόλου βάρος. Έλα μην το σκέφτεσαι.

Ο κόκορας, χωρίς δισταγμό, πήδηξε στην πλάτη του γαιδάρου κι η παρέα πλέον μεγάλωσε. Περπατούσαν και περπατούσαν, πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, κάμπους και λιβάδια ώσπου το βράδυ τους βρήκε και πάλι σε ένα δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Γάιδαρος: Ανέβα βρε γάτα, σε κάποιο ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις μήπως φαίνεται κάποιο φως. Πρέπει κάπου να περάσουμε το βράδυ μας με ασφάλεια.

Η γάτα σκαρφάλωσε στην κορφή ενός δέντρου και άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω μέχρι που το βλέμμα της καρφώθηκε κάπου…

Γάτα: Βλέπω φως στο βάθος. Πρέπει να είναι μια καλύβα.

Όντως ήταν μια καλύβα. Αυτό που δεν ήξεραν όμως τα τέσσερα ζώα ήταν ότι στην καλύβα μένανε μια συμμορία κλεφτών. Όταν πλησίασαν και κοίταξαν από το παράθυρο, ήταν τη στιγμή που κατέβαζαν από το τσουκάλι ένα καζάνι με φαγητό. Δίπλα από ο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα τα όπλα τους, ενώ παραδίπλα υπήρχαν και τσάντες με κλεμμένα χρυσαφικά και χρήματα. Τότε του γαϊδάρου του ήρθε πάλι μια ιδέα. Να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια και καλή από το καλύβι. Τα υπόλοιπα ζώα συμφώνησαν και κατέστρωσαν αμέσως το σχέδιο. Την ώρα που οι κλέφτες κάθισαν στο τραπέζι να φάνε, ο σκύλος με τον γάιδαρο κι η γάτα με τον κόκορα, χώσανε τα κεφάλια τους μέσα από τα δύο παράθυρα του σπιτιού κι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και ταυτόχρονα. Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα έχασαν. Νόμισαν ότι κακοί δαίμονες και ξωτικά τους ανακάλυψαν και θα τους έπιαναν. Έτσι το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν εξαφανιστεί χιλιόμετρα μακριά.
Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα κι ο κόκορας, δεν έχασαν καθόλου χρόνο. Μπήκαν αμέσως στο καλύβι και στρώθηκαν στο τραπέζι. Κι έτσι που ήταν πεινασμένοι, άδειασαν αμέσως όλο το καζάνι. Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, ενώ η γάτα κούρνιασε δίπλα στο αναμμένο τζάκι κι ο κόκορας ανέβηκε στο κλαδί ενός δέντρου που βρισκόταν μπροστά από το καλύβι.
Δεν άργησαν να κοιμηθούν ήσυχοι και χορτασμένοι. Λίγο πιο μακριά, οι κλέφτες άναψαν μια φωτιά ενώ προσπαθούσαν να καταλάβουν το τι είχε συμβεί. Ο αρχηγός τους τότε είπε:

Αρχηγός: Ποιος από εσάς είναι αρκετά γενναίος ώστε να γυρίσει στο καλύβι και να δει τι συμβαίνει;

«Εγώ», απάντησε ένας και πετάχτηκε αμέσως παίρνοντας το δρόμο για πίσω. Όταν έφτασε στην καλύβα η φωτιά είχε σβήσει στο τζάκι και δεν υπήρχε κανένα φως. Ο κλέφτης μπήκε ήσυχος και περπατώντας στις μύτες των ποδιών έψαχνε να βρει κάτι για να φωτίσει το χώρο. Τότε, είδε στο τζάκι κάτι να λαμπυρίζει και νόμισε ότι ήταν τα τελευταία κάρβουνα που είχαν απομείνει. Αποφάσισε με αυτά να ανάψει το λυχνάρι του και να φωτίσει το δωμάτιο. Για κακή του τύχη όμως δεν ήταν κάρβουνα, αλλά τα μάτια της γάτας που όταν πήγε να τα πιάσει, αυτή από την τρομάρα της, άρχισε να του γρατζουνάει το πρόσωπο και τα χέρια με τα μυτερά της νύχια. Κατατρομαγμένος ο κλέφτης γύρισε να φύγει αλλά πάτησε κατά λάθος τον σκύλο ο οποίος αμέσως τον άρπαξε από τα πόδια. Βγαίνοντας από το καλύβι τρέχοντας έπεσε επάνω στον γάιδαρο ο οποίος και τον άρχισε στις κλωτσιές. Με όλη την φασαρία ξύπνησε κι ο κόκορας που άρχισε να φωνάζει πάνω από το κλαδί…..

κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον…

Ο κλέφτης πανικόβλητος άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν γύρισε στους άλλους, τον ρώτησαν τι είδε κι αυτός τους απάντησε:

Κλέφτης: Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Μόλις πήγα στο τζάκι για ν’ ανάψω φωτιά, μια στρίγγλα μ’ άρπαξε απ’ τα μάτια! Πάω να βγω από το καλύβι και μια άλλη με άρπαξε από τα ποδιά. Με το που βγήκα έξω, μια τρίτη άρχισε να με χτυπάει με ένα ξύλο ενώ όλες μαζί φωνάζανε «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο καλύβι, ενώ φήμες λένε ότι σταμάτησαν να κλέβουν.
Κι όσο για τα τέσσερα ζώα της ιστορίας μας, μια μέρα τελικά κατάφεραν κι έφτασαν στην πόλη και πολύ σύντομα γίνανε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες. Που και που γυρνούσαν στην καλύβα όπου γάιδαρος, σκύλος, γάτα και κόκορας τρώγανε και πίνανε και σε μας δε δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Το φτωχό, καλό κορίτσι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

– Παραμύθι από την Σκύρο, από το βιβλίο της Νίκης Πέρδικα «η Σκύρος» –

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα που είχε τέσσερα κορίτσια. Δούλευε ολομόναχη προκειμένου να τα μεγαλώσει. Τα χρήματα όμως που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και το μόνο που κάλυπταν ήταν ίσα-ίσα το ψωμί τους. Τα παιδιά γύριζαν γυμνά και ξυπόλητα αφού ποτέ δεν της περίσσευαν χρήματα για να τους πάρει ρούχα. Μόνο αν βρισκόταν καμιά καλή γυναίκα και της έδινε κανένα ρούχο παλιό, το ξανάφτιαχνε λίγο και το ‘δινε της μεγάλης κόρης. Μετά το ξανάκοβε για να το φορέσουν η δεύτερη και στην συνέχεια η τρίτη. Για το τελευταίο, το μικρό, δεν έμενε ποτέ τίποτε. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε με ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι και ξυπόλητο.

Μια χρονιά, όμως, ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια! Έτρεμε η μικρούλα και δεν μπορούσε να σταθεί από το κρύο. Είπε λοιπόν της μάνας της:

Μάνα, εγώ θα φύγω! Θα πάω να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι να φορέσω γιατί, αν απομείνω εδώ, θα πεθάνω! Δεν αντέχω άλλο μοναχά με το πουκαμισάκι!

Στεναχωρήθηκε η μάνα, στεναχωρήθηκε και το παιδί που είπε αυτά τα λόγια αλλά υπέφερε το κακόμοιρο από το κρύο. Έφυγε το κορίτσι και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ήθελε όμως, οπωσδήποτε να βρει λίγο ύφασμα, να το πάει στην μανούλα του, να του φτιάξει ένα ζεστό ρουχαλάκι. Καθώς προχωρούσε βρήκε ένα πουλάκι, πεσμένο κάτω από το δέντρο. Ήταν μικρό με ελάχιστα πούπουλα. Είχε πέσει από την φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε την δύναμη να πετάξει για να ανέβει στο δέντρο και θα πέθαινε. Το κορίτσι το πήρε στα χέρια του, το ζέστανε μέσα στις παλάμες του κι όταν είδε έναν άντρα που ερχότανε προς το μέρος του, του ζήτησε να το βάλει πίσω στην φωλιά του.

Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να το βάλετε στην φωλιά του;

Έτσι,με την καλή καρδιά του κοριτσιού, το πουλάκι γλύτωσε.

Το μικρό κορίτσι συνέχισε την πορεία του και έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος στένευε και έπρεπε να περάσει ανάμεσα από κάποια κλαδιά. Του τράβηξε όμως την προσοχή μια αράχνη που έπλεκε τον ιστό της. Πέρασε αρκετή ώρα χαζεύοντάς την. Πήγαινε πάνω κάτω, μπρος πίσω και ξανά. Σκέφτηκε λίγο το κορίτσι και είπε:

Κρίμα δεν είναι να της χαλάσω το πανάκι που το πλέκει τόση ώρα; Ας πάω από την άλλη μεριά να μην στεναχωρήσω και την αράχνη!

Σπολλάτι (ευχαριστώ)! Το καλό που μου έκανες πώς να στο ξεπληρώσω; Πού πας, παιδί μου, έτσι γδυτό και ξυπόλητο;

…ρώτησε η αράχνη.

Πάω να βρω ένα πανάκι, να το πάω της μάνας μου να μου φτιάξει κι εμένα κανένα ρουχαλάκι γιατί κρυώνω!

…είπε το κορίτσι.

Πήγαινε αλλά όταν θα γυρνάς πέρασε από εδώ, να μου πεις τι έγινε και να δω μήπως μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.

Φεύγει το κορίτσι και προχωράει πιο πέρα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει από έναν βάτο, μπλέχτηκε το πουκαμισάκι του στα αγκάθια του και στην προσπάθειά του να το ξεμπλέξει, κόπηκε και κουρελιάστηκε πια εντελώς. Έμεινε τελείως γυμνό, απελπισμένο και το έπιασαν τα κλάματα. Αν το άκουγες θα πονούσε η καρδιά σου και θα σπάραζε. Το άκουσε ένα προβατάκι που έβοσκε λίγο πιο πέρα και πήγε κοντά του.

Τι έχεις, παιδάκι μου, και κλαις; Σε έδειρε κανείς;

Αχ, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένο. Προσπάθησα να περάσω τον βάτο και μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου, έμεινα χωρίς κανένα ρούχο!

…απάντησε το κορίτσι.

Γιατί το έκανες αυτό το κακό του παιδιού, τι θα γίνει τώρα το καημένο;

…ρώτησε το πρόβατο τον βάτο.

Δεν το έκανα επίτηδες. Όμως ένας τρόπος υπάρχει για να διορθώσω το κακό που έγινε. Έλα κοντά στα αγκάθια μου, δώσε μου εσύ το μαλλί σου κι εγώ θα το ξάνω. Να το πάει το κοριτσάκι στη μάνα του, να του κάνει μάλλινα ρουχαλάκια, να μην κρυώνει.

…είπε ο βάτος στο πρόβατο. Έτσι κι έγινε. Πήγε το αρνί κοντά στον βάτο και τρίφτηκε πάνω στα αγκάθια του. Τα αγκάθια γέμισαν μαλλί και το κοριτσάκι το μάζεψε.

Ευχαριστώ πολύ. Τρέχω στην μανούλα μου να μου το γνέσει, να το υφάνει, να μου το ράψει και να το φορέσω στην εκκλησία, που θα πάω να μεταλάβω πριν τα Χριστούγεννα.

…είπε το κορίτσι και καθώς η μικρούλα έτρεχε να γυρίσει πίσω, σκέφτηκε πως η μητέρα της, με τόσες δουλειές, μάλλον δεν θα προλάβαινε μέχρι τα Χριστούγεννα να της τα φτιάξει. Στεναχωρεμένη με αυτήν την σκέψη, έφτασε κάτω από το δέντρο που είχε βρει το πεσμένο πουλάκι. Μπροστά της εμφανίστηκε η μητέρα του πουλιού.

Καλό μου κορίτσι, πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες; Που έσωσες το παιδί μου; Μα, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

Και το κοριτσάκι είπε όλη την ιστορία από την αρχή και τότε το πουλί του είπε:

Εγώ θα σου το γνέσω!

Τσίμπησε με το ράμφος του το μαλλί κι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι που το ‘φτιαξε κλωστή και το ‘κανε κουβάρι.

Ορίστε, τώρα τρέξε στην μανούλα σου να σου το φτιάξει.

Πετούσε από την χαρά της η μικρούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι. Καθώς περνούσε από το σημείο που είχε δει την αράχνη, την χαιρέτησε και της είπε κι εκείνης την ιστορία.

Βρήκα τι θα κάνω εγώ για σένα, που είσαι τόσο καλό παιδί και δεν μου χάλασες το πανάκι μου. Δώσε μου το νήμα και θα στο υφάνω εγώ!

Έτσι κι έγινε. Το πήρε η αράχνη και έφτιαξε ένα όμορφο πανί. Πανευτυχής η μικρούλα, γύρισε στην μάνα της και εκείνη της έραψε ένα πανέμορφο φόρεμα. Με αυτό πήγε στην εκκλησία να μεταλάβει και όλοι την καμαρώνανε μέσα στο ζεστό και όμορφο φουστανάκι της.

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν

– (παραμύθι Καππαδοκίας) – 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε μια καλή γυναίκα, την παντρεύτηκε και έκαναν ένα όμορφο, καλό και έξυπνο παιδάκι. Το παλάτι ήταν καταμεσής σε ένα όμορφο δάσος και όλα τα παράθυρά του ήταν μεγάλα, να μπαίνει μέσα στις σάλες και στα δωμάτια το φως κι ο ήλιος και να μαλακώνει τις ψυχές.

Αρκετά μακριά από το παλάτι ήταν ένας μεγάλος λάκκος. Εκεί οι υπηρέτες έριχναν τα αποφάγια. Πήγαινε και ένας γέρος φτωχός, κουρελής και πεινασμένος κι έψαχνε να φάει.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο με την δασκάλα του, κάνοντας τον περίπατό τους, χάθηκαν και βρέθηκαν να περνάνε από εκείνο το μέρος. Το παιδί ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που είδε την παράξενη μορφή του γέρου που δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το κατάλαβε εκείνος και του είπε χαμογελώντας:

Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα πλούτια και παλάτια

Τώρα είμαι ένας γέρος, δίχως τόπο, δίχως μέρος

Σε καλύβι δεν χωράω, στ΄άχρηστα ψάχνω να φάω

Πέρασε η ζωή ποτάμι κι έμεινα ένα καλάμι.

Και μετά άρχισε να του λέει ένα παραμύθι:

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ, αρχοντόπουλο με γνώση… ξύπναγε πριν ξημερώσει…

Και το βασιλόπουλο άρχισε να ταξιδεύει με το νου σε μέρη μαγικά, με νεράιδες στα δάση, πουλιά με ανθρώπινη λαλιά, μυλωνάδες και νερόμυλους. Μα η ώρα περνούσε και η παιδονόμος του το τράβηξε να γυρίσουν στο παλάτι πριν ο γερο-παραμυθάς τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε μόλις άνοιξε τα ματάκια του την επόμενη μέρα ήταν να πάει πάλι κοντά στον γέρο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στο παλάτι το παραμύθι πάλι δεν είχε τελειώσει. Μα η δασκάλα φοβόταν να μην αργήσουν. Λέει τότε ο γέρος στο παιδί:

Mπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Ρώτησε το παιδί την παιδονόμο του να μάθει τι σήμαιναν αυτά τα λόγια κι εκείνη του εξήγησε:

Ζητάει να του δίνεις μέλι κι εκείνος θα σου δίνει παραμύθι.

Πάει το παιδί στον πατέρα του και λέει:

Πατέρα, θέλω να μου φέρεις μέλι να δυναμώνω. Μα να φέρεις πολύ για να κρατήσει μέρες πολλές.

Παραγγέλνει ο πατέρας και φέρνουν πέντε βαρέλια μέλι. Την άλλη μέρα το πρωί, παίρνει το βασιλόπουλο όσο μέλι μπορούσε να σηκώσει με τα χεράκια του και πάει πάλι στον γέρο-παραμυθά. Και οι μέρες περνούσαν… μα το παραμύθι δεν τελείωνε. Τελείωσε όμως το μέλι. Μια και δυο το παιδί πάει πάλι στον πατέρα.

Πατέρα μου, το μέλι τελείωσε και σου ζητώ να μου φέρεις κι άλλο.

Ο βασιλιάς απόρησε. Πώς είναι δυνατόν να τελείωσε τόσο γρήγορα το μέλι. Υποψιάστηκε ότι κάποιος έκλεβε το μέλι του παιδιού του. Παραγγέλνει καινούριο αλλά βάζει ανθρώπους του να παρακολουθούν. Και η αλήθεια φανερώθηκε. Το μέλι του παιδιού του πήγαινε στον ζητιάνο. Φωνάζει τότε το παιδί κοντά του.

Παιδί μου,εγώ σου φέρνω το πιο καλό μέλι του τόπου, το πιο γλυκό και δυναμωτικό, κι εσύ πας και το δίνεις στον ζητιάνο;

Αχ πατέρα, το μέλι είναι γλυκό μα το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Κι εγώ μέλι δεν θέλω. Παραμύθι θέλω.

Όσο και να προσπάθησε ο πατέρας το παιδί γνώμη δεν άλλαζε. Δίνει διαταγή να φέρουν μπροστά του τον ζητιάνο:

Εσύ λοιπόν είσαι που κλέβεις το μέλι μου;

Α, βασιλιά μου, εγώ το μέλι τ’ αγαπώ. Μα δεν το κλέβω, το αγοράζω.

Το αγοράζεις; Δεν λες καλύτερα ότι κορόιδεψες το παιδί μου και το έκαμες να κλέβει την περιουσία μου;

Άρχοντα μου, να με σχωρνάς! Εγώ νόμιζα πως είχες γνώση της υπόθεσης. Μα σαν μου λες αυτά, σου υπόσχομαι πως από τώρα σταματάω το παραμύθι και άλλο δεν συνεχίζω.

Ακούει το παιδί τα λόγια του γέρου το πιάνουν τα κλάματα. Κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πικράθηκε ο βασιλιάς με τον πόνο του παιδιού, δεν άντεχε η καρδιά του. Λέει τότε στον γέρο:

Κάτσε, βρε γέρο, να ακούσω τι είναι αυτά που λες του παιδιού μου και να κρίνω κι εγώ μονάχος μου!

Κάθεται ο βασιλιάς, κάθεται κι ο γέρος. Πιάνει το παραμύθι, όχι από την αρχή μα από εκεί που τ’ άφησε του παιδιού. Κι όμως ο βασιλιάς απορροφήθηκε. Σε λίγο ήρθε κι έκατσε δίπλα του και η βασίλισσα. Κι αποξεχάστηκε κι αυτή. Και μετά ήρθαν και οι σύμβουλοι του βασιλιά. Όλοι άκουγαν μαγεμένοι και ξέχασαν και τις δουλειές τους.  Έρχεται κάποια στιγμή το βασιλόπουλο, τραβάει τον γέρο από το μανίκι:

Παππού, σταμάτα τώρα. Ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου.

Απλώνει ο βασιλιάς το χέρι και λέει:

Άσε παιδί μου τον γέρο να τελειώσει το παραμύθι του και μετά ας φάει ό,τι θέλει.

Μα ο γέρος έκαμε υπακοή στο παιδί και σταμάτησε το παραμύθι. Δίνει τότε διαταγή ο βασιλιάς να πάρουν τον γέρο, να τον λούσουν, να τον ντύσουν,να του δώσουν να φάει ό,τι ζητήσει και μια κάμαρα να μένει.

Ο γέρος θα μείνει στο παλάτι μέχρι να τελειώσει το παραμύθι!

Μα ο γερο-παραμυθάς ζήτησε να κάνουν μια συμφωνία. Και τι λέτε να ήταν αυτή;

Μπαλ σεντέν, μασάλ μεντέν !

«Δίνε μου μέλι, να σου δίνω παραμύθι». Έτσι κι έγινε. Κι ο γέρος έμεινε στο παλάτι. Και το παραμύθι δεν τέλειωνε ποτέ… ούτε και την μέρα που άφησε την τελευταία του αναπνοή. Μα τότε ήρθαν παραμυθάδες κατοπινοί και πήραν το παραμύθι και συνέχιζαν να το ταξιδεύουν για πολλά, πολλά χρόνια.

Γι αυτό, αν δείτε κάποιον να διηγήται παραμύθια και γύρω του οι άνθρωποι να ξεχνούν τις δουλειές τους, καθήστε να ακούσετε… ίσως να είναι αυτό του γέρου-παραμυθά. Καλού κακού να έχετε μαζί σας και μέλι. Γιατί μπορεί κι εκείνος να σας πει:

Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ρουμπελστίλτσχεν (ή Ρουμπελστίλτσκιν)

– Παραμύθι των αδερφών Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ

Μετάφραση από τα γερμανικά: Βασιλική Ισαακίδου – Εικονογράφηση: Κρήτη Ισαακίδου

Ήταν κάποτε ένας μυλωνάς που ήτανε φτωχός. Όμως είχε μια όμορφη κόρη. Κάπου συνάντησε τον βασιλιά, πιάσανε κουβέντα και του είπε:

Έγω έχω μια κόρη που ξέρει την τέχνη…να μεταμορφώνει το άχυρο σε χρυσό.

Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως την κόρη του μυλωνά να έρθει κοντά του και την διέταξε:

Ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο με άχυρο μέσα σε μια νύχτα να το μετατρέψεις σε χρυσό κι αν δε μπορείς να το κάνεις… θα πρέπει να πεθάνεις.

Έτσι την έκλεισαν μέσα στο δωμάτιο. Εκεί καθόταν κι έκλαιγε επειδή δεν έβρισκε λύση για να σώσει την ζωή της. Πως θα κατάφερνε το άχυρο να το κάνει χρυσό; Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά ενα μικρό ανθρωπάκι που της είπε:

 

Τι θα μου δώσεις για να κάνω όλο αυτό το άχυρο χρυσό;

Η κοπέλα είχε ένα περιδέραιο που το έδωσε στο ανθρωπάκι και το ανθρωπάκι έκανε αυτό που υποσχέθηκε. Το επόμενο πρωί βρήκε ο βασιλιάς… όλο το δωμάτιο γεμάτο με χρυσό. Όμως η καρδιά του έγινε ακόμα πιο άπληστη κι έτσι άφησε την κόρη του μυλωνά σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο μ’ άχυρο να το μετατρέψει κι αυτό σε χρυσό.

Τότε το ανθρωπάκι ξανάρθε. Η κοπέλα του έδωσε το δαχτυλίδι που φορούσε στο χέρι της κι όλα γίνανε αμέσως και πάλι χρυσάφι. Ο βασιλιάς όμως την κλείδωσε και τρίτη φορά τη νύχτα, σ’ ένα τρίτο δωμάτιο που ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ τα άλλα δύο και πιο γεμάτο μ’ άχυρο και της είπε:

Αν τα καταφέρεις κι αυτήν τη φορά θα γίνεις σύζυγος μου.

Τότε τη νύχτα ήρθε ξανά το ανθρωπάκι και της είπε:

Εντάξει θα το κάνω άλλη μια φορά, αλλα θα πρέπει να μου υποσχεθείς οτι θα μου δώσεις το πρώτο παιδί που θ’αποκτήσεις με τον βασιλιά.

Το υποσχέθηκε η κοπέλα, επειδή βρισκόταν σε ανάγκη κι όταν ο βασιλιάς ήρθε, είδε τόσο πολύ χρυσάφι που έκανε την κόρη του μυλωνά…γυναίκα του.

Πέρασε λίγος καιρός, η βασίλισσα γέννησε κι εμφανίστηκε το ανθρωπάκι μπροστά της, απαιτώντας να κρατήσει την υπόσχεση της. Η βασίλισσα παρακαλούσε το ανθρωπάκι να μην της πάρει το παιδί και του πρόσφερε όλα τα πλούτη του βασιλείου, μάταια όμως. Τελικά μετά από πολλά παρακάλια της είπε:

Σε 3 μέρες θα’ ρθω πάλι για να πάρω το παιδί. Αν όμως βρεις τ’ όνομά μου, μπορείς να κρατήσεις το παιδί σου!

Στη συνέχεια η βασίλισσα προσπαθούσε τις πρώτες δύο μέρες να βρει το όνομα. Δεν μπορούσε όμως να το βρει. Δε μπορούσε πια να σκεφτεί άλλα ονόματα κι ήταν λυπημένη! Την 3η μέρα όμως επέστρεψε ο βασιλιάς απ’ το κυνήγι και της είπε ότι προχθές που πήγε για κυνήγι, βαθιά μέσα στο δάσος είδε ένα μικρό σπιτάκι. Μπροστά απ’ το σπιτάκι είδε ένα γελοίο ανθρωπάκι να πηδάει απ’ το ένα πόδι στο άλλο, γύρω-γύρω απ΄την φωτιά και να τσιρίζει:

Σήμερα φουρνίζω…αύριο βράδυ βράζω…. 

Μεθαύριο θα πάω να πάρω…της βασίλισσας το παιδί!

Αχ τι καλά που κανείς δεν ξέρει

πως με λένε Ρούμπελστιλτσχεν!

Όταν το άκουσε αυτό η βασίλισσα έγινε πολυ χαρούμενη. Ήρθε το επικίνδυνο ανθρωπάκι και την ρώτησε:

Βασίλισσα μου, πως με λένε;

Κι αυτή του απάντησε:

Μήπως σε λένε Κόνρατ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Χάινριχ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Ρούμπελστιλσχεν;

Αυτό στο είπε ο διάβολος…

…τσίριξε το ανθρωπάκι θυμωμένα,έφυγε τρέχοντας και δεν γύρισε πίσω ποτέ ξανά.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ένας άλυτος γρίφος!

Κάποτε σε ένα παλάτι ζούσε μια βασίλισσα η οποία ήθελε να παντρευτεί. Ήθελε όμως να πάρει τον πιο έξυπνο άνδρα του κόσμου. Δεν την ενδιέφερε αν ήταν όμορφος ή άσχημος, πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νέος. Την ενδιέφερε μόνο να είναι ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Πώς θα το καταλάβαινε όμως αυτό; Έβγαλε λοιπόν διαταγή στο παλάτι, πως όποιος άνδρας πάει και της πει έναν γρίφο που δεν θα καταφέρει να βρει την λύση του, αυτός θα ήταν και ο πιο έξυπνος. Αν όμως έβρισκε τη λύση τότε θα τους αποκεφάλιζε και με τα κεφάλια τους θα έφτιαχνε έναν πύργο.

Το νέο αυτό ακούστηκε παντού. Και άνδρες απ’ όλο τον κόσμο πήγαν στο παλάτι. Κανένας όμως δεν τα κατάφερε. Η βασίλισσα βρήκε τη λύση απ’ όλους τους γρίφους που άκουσε. Έτσι ο πύργος από τα κεφάλια των ανδρών είχε φτάσει ήδη πολύ ψηλά.

Μια μέρα το ακούει ένας νέος και αποφασίζει να πάει και αυτός. Το ακούει η μάνα του και απαρηγόρητη του λέει:

Βρε παιδί μου πού θα πας; Αυτή θα σου κόψει το κεφάλι. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ και θα σου βρούμε εμείς γυναίκα.

Αλλά ο γιος σαν νέος που ήταν δεν έδωσε σημασία στη συμβουλή της μάνας του και το επόμενο πρωί ξεκίνησε το δρόμο για το παλάτι.

Η μάνα του, του έφτιαξε μια πίτα να πάρει μαζί του να φάει όταν πεινάσει αλλά έβαλε μέσα δηλητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος με συντροφιά τη σκυλίτσα του την Μορφούλα ξεκίνησαν για το παλάτι.

Περπάτησαν περπάτησαν ώσπου κάποια στιγμή ο νέος πείνασε. Την ώρα που πάει να δαγκώσει την πίτα, ακούει την σκυλίτσα του να γαβγίζει. Την λυπήθηκε και έδωσε το κομμάτι του σε αυτήν. Και όπως ήταν φυσικό μετά από λίγα λεπτά η σκυλίτσα του ψόφησε. Τότε ο νέος κατάλαβε πως η μάνα του είχε βάλει δηλητήριο στην πίτα.

Συνεχίζει τον δρόμο του πλέον μόνος του. Μετά από ώρα δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Βλέπει στο βάθος μια ελαφίνα που ήταν έγκυος. Τη σκοτώνει αλλά δεν τρώει την ίδια αλλά το μωρό που είχε μέσα της. Αφού χόρτασε ξεκίνησε πάλι για το παλάτι. Περπατούσε περπατούσε ώσπου δίψασε. Για καλή του τύχη βλέπει εκεί κοντά μια εκκλησία. Μπαίνει μέσα και πίνει το νερό που είχε το καντήλι.

Αφού έφαγε, χόρτασε και ξεδίψασε συνεχίζει τον δρόμο του για το παλάτι. Μετά από λίγες ώρες έφτασε. Παρουσιάζεται μπροστά στην βασίλισσα και της λεει:

Η Μορφούλα έφαγε την πιτούλα και η πιτούλα την Μορφούλα. Εγώ σκότωσα εκείνο που έβλεπα αλλά έφαγα εκείνο που δεν έβλεπα. Και ήπια νερό που δεν ακουμπούσε ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Τί είναι;

Τότε γυρίζει στον νέο και του λέει:

Νομίζω πως εσύ είσαι ο πιο έξυπνος άνδρας του κόσμου. Γι’ αυτό κι εγώ θα σε παντρευτώ και θα σε κάνω άνδρα μου όπως το υποσχέθηκα.

Και μετά από λίγες μέρες έγινε  ο γάμος.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια! 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο τσιγκούνης παπάς!

– (παραμύθι Ανατολικής Ρωμυλίας) –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας παπάς, με την παπαδιά και το γιο τους. Αυτός ο παπάς όμως είχε πολλά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός και λαίμαργος! Οι συγχωριανοί του τα ήξεραν αυτά και κανείς δεν ήθελε να δώσει την κόρη του για γυναίκα στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από ένα άλλο χωριό και αποφάσισε να την παντρευτεί. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:

Πω! Πω! Τι θα κάνω τώρα που η νύφη πρέπει να μείνει στο σπίτι μας; Πώς θα θρέψω τέσσερα στόματα;

Η παπαδιά τον μάλωνε αλλά ο παπάς το δικό του!

Ο γιος παντρεύτηκε την κοπέλα και η δόλια αναγκάστηκε να μείνει με τα πεθερικά της. Όταν ο άντρας της ήταν σπίτι περνούσε καλά. Ο γιος όμως πήγαινε στα χωράφια και γυρνούσε αργά το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Κάποια μεσημέρια μπορεί να ήταν σπίτι αυτός, όμως σπάνια.

Όπως όλες οι οικογένειες έτσι κι αυτή έτρωγαν όλοι μαζί και φυσικά μαγείρευε η νεοφερμένη της οικογένειας, δηλαδή η νύφη. Εδώ όμως θα σας φανεί περίεργο! Αυτή ποτέ δεν έτρωγε! Μαγείρευε, έστρωνε τραπέζι, αλλά μέχρι να κάτσει, ο παπάς και η παπαδιά είχαν φάει και είχαν μαζέψει κιόλας…

Η νύφη έρεψε αλλά αντίρρηση δε μπορούσε να φέρει. Η κοπέλα είχε τρία αδέλφια, που αποφάσισαν με την σειρά να την επισκεφτούν, να δουν πώς περνάει. Έρχεται ο πρώτος, είδε τη γυναίκα αδύνατη, είδε και την συμπεριφορά των πεθερικών της και το λέει στα αδέλφια του. Πάει και ο δεύτερος αδελφός, τα ίδια. Έφαγε ο παπάς, έφαγε η παπαδιά, δεν έχει άλλο φαϊ. Πάει και ο τρίτος που ήταν περισσότερο ξύπνιος και πονηρός. Μαγείρεψε η νύφη πάλι, έστρωσε τραπέζι, τρώει η νύφη, τρώει και ο αδελφός περιέργως!

Άντε αδελφή καλά φάγαμε και σήμερα μάζεψε τώρα!

Ο παπάς και η παπαδιά δεν πρόλαβαν να κάτσουν και το τραπέζι είχε μαζευτεί. Έτσι γινόταν τις μέρες που ο μικρός αδελφός φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπά. Ένα βράδυ που έπεσαν να κοιμηθούν νηστικοί, ο παπάς λέει στην παπαδιά.

Παπαδιά, το στομάχι μου γουργουρίζει από την πείνα, δε βάζεις λίγο τραχανά να βράσει;

Να βάλω παπά μου.

…λέει η παπαδιά. Ο αδελφός όμως δεν κοιμόταν και παρακολουθούσε. Πάει η παπαδιά να βάλει νερό να βράσει, τη ρωτάει ο αδελφός:

Τι κάνεις εκεί συμπεθέρα τέτοια ώρα;

Βάζω νερό να βράσει για να πλύνω τα ρούχα αύριο.

Ααααα! Έτσι ε; Πάρε και τις δικές μου κάλτσες να τις πλύνεις.

…και ρίχνει τις κάλτσες μέσα στο νερό της κατσαρόλας… πάει ο τραχανάς!

Πάλι ο παπάς πεινούσε και ζητάει από τη γυναίκα του να ζυμώσει λίγο ψωμί. Τη βλέπει ο μικρός αδελφός.

Συμπεθέρα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Έχουμε ένα χωράφι και θέλουμε να το μοιράσουμε τα τρία αδέλφια μεταξύ μας αλλά δεν ξέρουμε πώς. Εσύ πώς λες;

…και αμέσως παίρνει το μαχαίρι ο αδελφός και λέει κόβοντας το ζυμάρι:

Να το μοιράσουμε στα δύο, ή στα τέσσερα λες; Ή καλύτερα στα έξι ή στα εννιά; Μπα! Πάλι περισσεύει!

Έκοβε αυτός μέχρι που διαλύθηκε το ζυμάρι. Πάει και το ψωμί! Μην έχοντας άλλη λύση ο παπάς πάει στο κήπο μπουσουλώντας, μπας και κόψει κανένα λάχανο και σταματήσει λίγο την πείνα του. Ακολουθεί κι ο αδελφός από πίσω.

Παπά! Παπά! Σήκω, ο γάιδαρος σου τρώει τα λάχανα!

…και δώστου με τον κόπανο, ξύλο στον πισινό του παπά.

Ωχ! Ωχ! Δεν είμαι ο γάιδαρος, ο παπάς είμαι! Βγήκα στον κήπο να μαζέψω λάχανα γιατί πεινάω…

Είδες παπά μου τι κακό είναι να μένει ο άνθρωπος νηστικός; Γιατί εσύ λοιπόν άφηνες την αδελφή μου νηστικιά; Σου αρέσει τώρα με αυτά που παθαίνεις;

Τι να πει ο παπάς που του κοπήκαν τα πόδια και του κόπηκε και η τσιγγουνιά.

Από δω και πέρα θα τρώει και η αδελφή μου μαζί σας.

Έτσι κι έγινε! Και ο τσιγκούνης παπάς και η παπαδιά πήραν το μάθημα τους!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: