Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Ένας άλυτος γρίφος!

Κάποτε σε ένα παλάτι ζούσε μια βασίλισσα η οποία ήθελε να παντρευτεί. Ήθελε όμως να πάρει τον πιο έξυπνο άνδρα του κόσμου. Δεν την ενδιέφερε αν ήταν όμορφος ή άσχημος, πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νέος. Την ενδιέφερε μόνο να είναι ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Πώς θα το καταλάβαινε όμως αυτό; Έβγαλε λοιπόν διαταγή στο παλάτι, πως όποιος άνδρας πάει και της πει έναν γρίφο που δεν θα καταφέρει να βρει την λύση του, αυτός θα ήταν και ο πιο έξυπνος. Αν όμως έβρισκε τη λύση τότε θα τους αποκεφάλιζε και με τα κεφάλια τους θα έφτιαχνε έναν πύργο.

Το νέο αυτό ακούστηκε παντού. Και άνδρες απ’ όλο τον κόσμο πήγαν στο παλάτι. Κανένας όμως δεν τα κατάφερε. Η βασίλισσα βρήκε τη λύση απ’ όλους τους γρίφους που άκουσε. Έτσι ο πύργος από τα κεφάλια των ανδρών είχε φτάσει ήδη πολύ ψηλά.

Μια μέρα το ακούει ένας νέος και αποφασίζει να πάει και αυτός. Το ακούει η μάνα του και απαρηγόρητη του λέει:

Βρε παιδί μου πού θα πας; Αυτή θα σου κόψει το κεφάλι. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ και θα σου βρούμε εμείς γυναίκα.

Αλλά ο γιος σαν νέος που ήταν δεν έδωσε σημασία στη συμβουλή της μάνας του και το επόμενο πρωί ξεκίνησε το δρόμο για το παλάτι.

Η μάνα του, του έφτιαξε μια πίτα να πάρει μαζί του να φάει όταν πεινάσει αλλά έβαλε μέσα δηλητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος με συντροφιά τη σκυλίτσα του την Μορφούλα ξεκίνησαν για το παλάτι.

Περπάτησαν περπάτησαν ώσπου κάποια στιγμή ο νέος πείνασε. Την ώρα που πάει να δαγκώσει την πίτα, ακούει την σκυλίτσα του να γαβγίζει. Την λυπήθηκε και έδωσε το κομμάτι του σε αυτήν. Και όπως ήταν φυσικό μετά από λίγα λεπτά η σκυλίτσα του ψόφησε. Τότε ο νέος κατάλαβε πως η μάνα του είχε βάλει δηλητήριο στην πίτα.

Συνεχίζει τον δρόμο του πλέον μόνος του. Μετά από ώρα δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Βλέπει στο βάθος μια ελαφίνα που ήταν έγκυος. Τη σκοτώνει αλλά δεν τρώει την ίδια αλλά το μωρό που είχε μέσα της. Αφού χόρτασε ξεκίνησε πάλι για το παλάτι. Περπατούσε περπατούσε ώσπου δίψασε. Για καλή του τύχη βλέπει εκεί κοντά μια εκκλησία. Μπαίνει μέσα και πίνει το νερό που είχε το καντήλι.

Αφού έφαγε, χόρτασε και ξεδίψασε συνεχίζει τον δρόμο του για το παλάτι. Μετά από λίγες ώρες έφτασε. Παρουσιάζεται μπροστά στην βασίλισσα και της λεει:

Η Μορφούλα έφαγε την πιτούλα και η πιτούλα την Μορφούλα. Εγώ σκότωσα εκείνο που έβλεπα αλλά έφαγα εκείνο που δεν έβλεπα. Και ήπια νερό που δεν ακουμπούσε ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Τί είναι;

Τότε γυρίζει στον νέο και του λέει:

Νομίζω πως εσύ είσαι ο πιο έξυπνος άνδρας του κόσμου. Γι’ αυτό κι εγώ θα σε παντρευτώ και θα σε κάνω άνδρα μου όπως το υποσχέθηκα.

Και μετά από λίγες μέρες έγινε  ο γάμος.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια! 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο τσιγκούνης παπάς!

– (παραμύθι Ανατολικής Ρωμυλίας) –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας παπάς, με την παπαδιά και το γιο τους. Αυτός ο παπάς όμως είχε πολλά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός και λαίμαργος! Οι συγχωριανοί του τα ήξεραν αυτά και κανείς δεν ήθελε να δώσει την κόρη του για γυναίκα στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από ένα άλλο χωριό και αποφάσισε να την παντρευτεί. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:

Πω! Πω! Τι θα κάνω τώρα που η νύφη πρέπει να μείνει στο σπίτι μας; Πώς θα θρέψω τέσσερα στόματα;

Η παπαδιά τον μάλωνε αλλά ο παπάς το δικό του!

Ο γιος παντρεύτηκε την κοπέλα και η δόλια αναγκάστηκε να μείνει με τα πεθερικά της. Όταν ο άντρας της ήταν σπίτι περνούσε καλά. Ο γιος όμως πήγαινε στα χωράφια και γυρνούσε αργά το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Κάποια μεσημέρια μπορεί να ήταν σπίτι αυτός, όμως σπάνια.

Όπως όλες οι οικογένειες έτσι κι αυτή έτρωγαν όλοι μαζί και φυσικά μαγείρευε η νεοφερμένη της οικογένειας, δηλαδή η νύφη. Εδώ όμως θα σας φανεί περίεργο! Αυτή ποτέ δεν έτρωγε! Μαγείρευε, έστρωνε τραπέζι, αλλά μέχρι να κάτσει, ο παπάς και η παπαδιά είχαν φάει και είχαν μαζέψει κιόλας…

Η νύφη έρεψε αλλά αντίρρηση δε μπορούσε να φέρει. Η κοπέλα είχε τρία αδέλφια, που αποφάσισαν με την σειρά να την επισκεφτούν, να δουν πώς περνάει. Έρχεται ο πρώτος, είδε τη γυναίκα αδύνατη, είδε και την συμπεριφορά των πεθερικών της και το λέει στα αδέλφια του. Πάει και ο δεύτερος αδελφός, τα ίδια. Έφαγε ο παπάς, έφαγε η παπαδιά, δεν έχει άλλο φαϊ. Πάει και ο τρίτος που ήταν περισσότερο ξύπνιος και πονηρός. Μαγείρεψε η νύφη πάλι, έστρωσε τραπέζι, τρώει η νύφη, τρώει και ο αδελφός περιέργως!

Άντε αδελφή καλά φάγαμε και σήμερα μάζεψε τώρα!

Ο παπάς και η παπαδιά δεν πρόλαβαν να κάτσουν και το τραπέζι είχε μαζευτεί. Έτσι γινόταν τις μέρες που ο μικρός αδελφός φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπά. Ένα βράδυ που έπεσαν να κοιμηθούν νηστικοί, ο παπάς λέει στην παπαδιά.

Παπαδιά, το στομάχι μου γουργουρίζει από την πείνα, δε βάζεις λίγο τραχανά να βράσει;

Να βάλω παπά μου.

…λέει η παπαδιά. Ο αδελφός όμως δεν κοιμόταν και παρακολουθούσε. Πάει η παπαδιά να βάλει νερό να βράσει, τη ρωτάει ο αδελφός:

Τι κάνεις εκεί συμπεθέρα τέτοια ώρα;

Βάζω νερό να βράσει για να πλύνω τα ρούχα αύριο.

Ααααα! Έτσι ε; Πάρε και τις δικές μου κάλτσες να τις πλύνεις.

…και ρίχνει τις κάλτσες μέσα στο νερό της κατσαρόλας… πάει ο τραχανάς!

Πάλι ο παπάς πεινούσε και ζητάει από τη γυναίκα του να ζυμώσει λίγο ψωμί. Τη βλέπει ο μικρός αδελφός.

Συμπεθέρα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Έχουμε ένα χωράφι και θέλουμε να το μοιράσουμε τα τρία αδέλφια μεταξύ μας αλλά δεν ξέρουμε πώς. Εσύ πώς λες;

…και αμέσως παίρνει το μαχαίρι ο αδελφός και λέει κόβοντας το ζυμάρι:

Να το μοιράσουμε στα δύο, ή στα τέσσερα λες; Ή καλύτερα στα έξι ή στα εννιά; Μπα! Πάλι περισσεύει!

Έκοβε αυτός μέχρι που διαλύθηκε το ζυμάρι. Πάει και το ψωμί! Μην έχοντας άλλη λύση ο παπάς πάει στο κήπο μπουσουλώντας, μπας και κόψει κανένα λάχανο και σταματήσει λίγο την πείνα του. Ακολουθεί κι ο αδελφός από πίσω.

Παπά! Παπά! Σήκω, ο γάιδαρος σου τρώει τα λάχανα!

…και δώστου με τον κόπανο, ξύλο στον πισινό του παπά.

Ωχ! Ωχ! Δεν είμαι ο γάιδαρος, ο παπάς είμαι! Βγήκα στον κήπο να μαζέψω λάχανα γιατί πεινάω…

Είδες παπά μου τι κακό είναι να μένει ο άνθρωπος νηστικός; Γιατί εσύ λοιπόν άφηνες την αδελφή μου νηστικιά; Σου αρέσει τώρα με αυτά που παθαίνεις;

Τι να πει ο παπάς που του κοπήκαν τα πόδια και του κόπηκε και η τσιγγουνιά.

Από δω και πέρα θα τρώει και η αδελφή μου μαζί σας.

Έτσι κι έγινε! Και ο τσιγκούνης παπάς και η παπαδιά πήραν το μάθημα τους!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!

– Λαϊκό παραμύθι της Ιταλίας – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – 

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πίνακας του γάλλου ζωγράφου Adolphe Alexandre Lesrel (1839-1929)

Φερατσάνο! Αυτό είναι το όνομα του θαλαμηπόλου του βασιλιά μιας μικρής πολιτείας κάπου στην νότια Ιταλία. Ο Φερατσάνο ήταν μεγάλος πλακατζής και ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να κοροϊδέψει κάποιον με μοναδικό σκοπό να γελάσει. Προσέξτε λοιπόν να δείτε, τί έκανε στην βασίλισσα…

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η βασίλισσα συνάντησε στους διαδρόμους του παλατιού τον Φερατσάνο. Αφού καλημερίστηκαν του είπε:

Καλέ μου Φερατσάνο, έμαθα πως η γυναίκα σου είναι πολύ χαριτωμένη και έξυπνη. Γιατί μέχρι τώρα δεν μας την έχεις συστήσει;

Ο Φερατσάνο ετοιμάστηκε να απαντήσει λογικά στο ερώτημα της βασίλισσάς του, αλλά το δαιμόνιο μπήκε μέσα του και τον προκάλεσε για άλλη μια φάρσα. Έτσι, της απάντησε:

Μεγαλιότατη. Έχετε δίκιο. Η γυναίκα μου είναι ό,τι είπατε κι ακόμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να την γνωρίσετε μα φοβάμαι ένα της κουσούρι. Είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζετε πολύ δυνατά για να σας ακούσει.

Η βασίλισσα στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της γυναίκας του Φερατσάνου, αλλά παρόλα αυτά ζήτησε να κανονιστεί μια συνάντηση μεταξύ των δύο γυναικών για να γνωριστούνε.

Ο Φερατσάνο, το μεσημέρι που πήγε σπίτι του, δεν έχασε καιρό. Έπιασε την γυναίκα του -η οποία δεν ήταν καθόλου κουφή- και της είπε:

Γυναίκα, είσαι πολύ τυχερή. Η βασίλισσά μας ζήτησε να σε γνωρίσει. Αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι για να την δεις. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζεις πολύ δυνατά για να σε ακούσει.

Η γυναίκα του Φερατσάνο χάρηκε για την πρόσκληση αν και στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της βασίλισσας. Έτσι το άλλο πρωί ξεκίνησαν μαζί για το παλάτι.

Σε λίγο, βρισκόντουσαν στα ιδιαίτερα δωμάτια της βασίλισσας η οποία με το που αντίκρισε την γυναίκα του Φερατσάνο φώναξε πολύ δυνατά προς αυτήν:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ!!!

Η γυναίκα του Φερατσάνο τρόμαξε προς στιγμή, μα σκέφτηκε ότι η κακομοίρα φωνάζει τόσο δυνατά επειδή η ίδια της δεν ακούει. Το ίδιο δυνατά απάντησε κι αυτή με τη σειρά της:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΣΑΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΗ. Η ΧΑΡΑ ΚΙ Η ΤΙΜΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΑΣ!

Τώρα τρόμαξε κι η βασίλισσα αλλά σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο πράγμα με την γυναίκα του Φερατσάνο. Έτσι, συνέχισαν την συνομιλία τους στην ίδια ένταση για αρκετή ώρα ενώ ο πλακατζής θαλαμηπόλος που βρισκότανε ακριβώς έξω από το δωμάτιο και τις άκουγε, είχε λυθεί στα γέλια.

Τις φωνές των δύο γυναικών που ακούγονταν σχεδόν σε όλο το παλάτι, άκουσε κι ο βασιλιάς κι έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο της βασίλισσας για να δει τί συμβαίνει.

Μα γιατί φωνάζετε έτσι;

Φωνάζω γιατί η γυναίκα του Φερατσάνο είναι κουφή η καημένη και δεν ακούει διαφορετικά.

Απάντησε η βασίλισσα στον άντρα της με κανονική φωνή πλέον. Η γυναίκα του Φερατσάνο τα έχασε μόλις άκουσε την βασίλισσα να την αποκαλεί κουφή και απάντησε σε κανονική ένταση κι αυτή:

Μα δεν είμαι κουφή. Εσείς είστε κουφή βασίλισσά μου.

Τότε όλοι καταλάβανε πως ήταν άλλη μια φάρσα του Φερατσάνου. Ο βασιλιάς έσκασε στα γέλια, όχι όμως κι η βασίλισσα που θεώρησε ότι την κορόιδεψε και ζήτησε από τον άντρα της να τιμωρήσει τον αγενή θαλαμηπόλο του. Ο βασιλιάς δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Έγραψε λοιπόν ένα γράμμα προς τον αρχιφύλακα της πόλης το οποίο έλεγε:

«Ο άντρας που θα σου παραδώσει αυτό το γράμμα να τιμωρηθεί με εκατό βουρδουλιές στην πλάτη».

Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο και το έκλεισε με βουλοκέρι και την επίσημη σφραγίδα του από το δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού. Το έδωσε στον Φερατσάνο και του ζήτησε να το πάει στον αρχιφύλακα της πόλης. Ο Φερατσάνο που ήταν και παμπόνηρος, κατάλαβε ότι θα έχει άσχημη εξέλιξη και είπε στον βασιλιά:

Δεν μπορώ να το πάω αυτό το γράμμα μεγαλιότατε…

Και γιατί δεν μπορείς να το πας Φερατσάνο;

Γιατί μυρίζομαι ότι κακό τέλος θα έχω!

Ο βασιλιάς γέλασε μα η βασίλισσα που θέλησε να είναι σίγουρη ότι ο Φερατσάνο θα πάει και θα παραδώσει το γράμμα στον αρχιφύλακα, φώναξε έναν δικό της θαλαμηπόλο να τον συνοδεύσει.

Οι δύο θαλαμηπόλοι πήραν το δρόμο για το φυλάκιο και σε κάποια στιγμή ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας ρώτησε τον Φερατσάνο:

Μα γιατί πάμε στο φυλάκιο;

Ο Φερατσάνο δεν έχασε την ευκαιρία και του απάντησε:

Ο Βασιλιάς ζητάει από τον αρχιφύλακα να παραδώσει μια γερή αμοιβή σε αυτόν που θα του δώσει αυτό το γράμμα!

Είπε και του έδειξε το γράμμα που είχε στον κόρφο του με την βασιλική σφραγίδα. Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας εντυπωσιασμένος αλλά και δυσαρεστημένος του απάντησε:

Μα τί ατυχία είναι αυτή; Εμένα ποτέ δεν μου τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν με έχουν προσφέρει μια ανταμοιβή και τους υπηρετώ πιστά από πολύ μικρός!

Τώρα ήταν η ώρα που Φερατσάνο έπρεπε να «χτυπήσει» και το έκανε…

Μην στεναχωριέσαι καλέ μου φίλε. Για να δεις πόσο καλός είμαι, σου προσφέρω εγώ αυτό το γράμμα αν μου δώσεις μια χρυσή λίρα!

Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε με θαυμασμό…

Θα το κάνεις αυτό για μένα;

Χωρίς να αφήσει τον Φερατσάνο να μιλήσει, έβγαλε από το πουγκί του μια χρυσή λίρα και του την έδωσε. Ο Φερατσάνο γύρισε χαρούμενος και σφυρίζοντας στο παλάτι, αφήνωντας τον άλλο θαλαμηπόλο να συνεχίσει μόνος του τον δρόμο για το φυλάκιο.

Στο παλάτι ο βασιλιάς και η βασίλισσα, τα έχασαν όταν είδαν τον Φερατσάνο να μπαίνει στην αίθουσα χαρούμενος και σκάσανε στα γέλια -ακόμα και η βασίλισσα- όταν τους διηγήθηκε το τί είχε συμβεί!

Η βασίλισσα τον συγχώρεσε τελικά για την εξυπνάδα και το χιούμορ του, όχι όμως και ο θαλαμηπόλος της ο οποίος γύρισε στο παλάτι με αβάσταχτους πόνους από τις βουρδουλιές στην πλάτη!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι  «Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

 

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια Gianni Rodari των εκδόσεων GUTENBERG

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας

Παραμύθι του Oscar Wilde –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πριν πολλά χρόνια υπήρχε μια πολιτεία που ήταν ξακουστή για ένα όμορφο μνημείο της. Πάνω στο μνημείο αυτό στεκόταν ένας χρυσός πρίγκιπας με ολόχρυσα ρούχα. Είχε δύο ζαφείρια για μάτια και κρατούσε μια ασπίδα με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι στη μέση.

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και τα αποδημητικά πουλιά άρχιζαν το ταξίδι τους για τις ζεστές χώρες. Ένα χελιδόνι που είχε κουραστεί, κάθισε ανάμεσα στα πόδια του χρυσού πρίγκιπα για να ξεκουραστεί και να συνεχίσει μετά το ταξίδι του για τον τελικό προορισμό του, την Αίγυπτο. Ξαφνικά έπεσαν λίγες σταλαγματιές πάνω στο χελιδόνι και το μούσκεψαν.

«Από πού να ήρθαν αυτές οι σταλαγματιές;» αναρωτήθηκε. «Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και τ’ αστέρια λάμπουν!». Όπως όμως γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω, είδε πως ο χρυσός πρίγκιπας έκλαιγε.

Αγαπητέ μου πρίγκιπα, γιατί κλαις;

…ρώτησε απορημένο το χελιδόνι.

Αν ήξερες τι πόνο νιώθω στην καρδιά μου βλέποντας από δω ψηλά πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο! Γι αυτό κλαίω! Θα ήθελες άραγε να με βοηθήσεις καλό μου χελιδονάκι;

Πολύ θα το ήθελα αγαπημένε μου πρίγκιπα αλλά δυστυχώς πρέπει να φύγω. Ταξιδεύω για την Αίγυπτο και δεν έχω καθόλου χρόνο. Όλα μου τα αδέλφια πήγαν μακριά κι εγώ δε θα τα προλάβω αν δε βιαστώ.

Σε παρακαλώ, μείνε μόνο γι αυτή τη νύχτα και βοήθησε με.

…παρακάλεσε ο χρυσός πρίγκιπας και συνέχισε…

Εγώ δε μπορώ να κινηθώ. Βοήθησε με σε παρακαλώ! Πιο κάτω μέσα σ’ ένα δωματιάκι ζει μια μητέρα με το άρρωστο παιδάκι της και είναι τόσο φτωχιά που δε μπορεί να του αγοράσει ούτε ένα κιλό πορτοκάλια που χρειάζεται για να γίνει καλά. Το παιδάκι έχει πολύ υψηλό πυρετό. Βγάλε το κόκκινο ρουμπίνι από την ασπίδα μου και πήγαινε το στη μητέρα, σε παρακαλώ!

Μα το χελιδόνι τότε απάντησε…

Δε θέλω να πάω στο παιδί. Τα παιδιά δε μας αγαπάνε. Μας πετάνε πέτρες για να μας χτυπήσουν.

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και του είπε να μην κρατάει κακία στην καρδιά του και το έπεισε τελικά να πάει.

Ας είναι. Για μια νύχτα μόνο θα μείνω κοντά σου και θα σε βοηθήσω.

Έβγαλε αμέσως το ρουμπίνι της ασπίδας με το ράμφος του και πέταξε πάνω από τις στέγες των σπιτιών κι έφτασε μέχρι το δωματιάκι του άρρωστου παιδιού. Η μητέρα του ήταν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκε ράβοντας επάνω στο τραπέζι. Το χελιδόνι, άφησε δίπλα της το ρουμπίνι, πλησίασε το άρρωστο παιδί και του έκανε αέρα με τις φτερούγες του. Το παιδί δροσίστηκε και είπε:

Αισθάνομαι καλύτερα. Ο δροσερός αέρας μου κάνει καλό.

Το χελιδονάκι πέταξε γρήγορα κοντά στον χρυσό πρίγκιπα.

Αγαπητέ πρίγκιπα μου, ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω. Φεύγω για την Αίγυπτο.

Αχ! Όχι χελιδονάκι μου καλό! Μείνε κι αυτή ακόμη τη νύχτα για να με βοηθήσεις…

…το παρακάλεσε. Το χελιδονάκι είχε τόσο καλή καρδιά που δέχτηκε να μείνει κι αυτή τη νύχτα μαζί του. Ο πρίγκιπας χάρηκε τότε πολύ και του είπε να πάει σε μια καμαρούλα μικρή που έβλεπε έναν φτωχό άνθρωπο. Αδύνατος από την πείνα, ξυλιασμένος από το κρύο και χωρίς να μπορεί να εργαστεί. Ο χρυσός πρίγκιπας ήθελε να τον βοηθήσει, μα το χελιδονάκι απορημένο τον ρώτησε:

Και τι θα του πάω αγαπητέ μου πρίγκιπα; Μήπως έχεις και άλλο ρουμπίνι κρυμμένο;

Όχι, ρουμπίνι δεν έχω άλλο, μα έχω δύο ακριβά ζαφείρια για μάτια. Βγάλε μου το ένα μάτι και πήγαινε το στον φτωχό.

Αυτό αποκλείεται αγαπητέ πρίγκιπα! Δε μπορώ να σου βγάλω το μάτι!

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και τελικά το χελιδόνι τσίμπησε με το ράμφος του το ζαφείρι του ματιού, το έβγαλε και το πήγε στον φτωχό. Το άλλο βράδυ πέταξε πάλι το χελιδόνι στον χρυσό πρίγκιπα.

Ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω, φεύγω γρήγορα για την Αφρική.

Μα ο χρυσός πρίγκιπας είχε κι άλλες έγνοιες.

Αχ χελιδονάκι μου καλό, αγαπημένο μου χελιδονάκι, μείνε ακόμη αυτή τη νύχτα κοντά μου και βοήθησε με…

Κι επέμενε τόσο πολύ, ώσπου στο τέλος κι εκείνο είπε:

Πάλι με κατάφερες. Θα μείνω κι αυτή τη νύχτα κοντά σου να σε βοηθήσω.

Δεν έχασε λεπτό ο χρυσός πρίγκιπας και του έδωσε τις νέες οδηγίες.

Αγαπημένο μου χελιδονάκι, βλέπω πέρα μακριά ένα φτωχό κοριτσάκι σε μια πλατεία που πουλάει σπίρτα. Αλίμονο όμως, του έπεσαν στο χαντάκι και τα πήρε το ρέμα. Τώρα κλαίει γιατί αν γυρίσει χωρίς λεφτά στο σπίτι της, ο πατέρας της θα τη δείρει. Τρέξε και βοήθησε αυτό το κοριτσάκι σε παρακαλώ!

Τι θα του πάω όμως;

…ρώτησε το χελιδόνι.

Βγάλε μου και το άλλο μάτι. Από το ζαφείρι θα πάρει πολλά λεφτά το κοριτσάκι.

Μα το χελιδόνι δε συμφωνούσε. Δεν ήθελε να αφήσει τον πρίγκιπα εντελώς τυφλό. Δε μπορούσε να του το κάνει αυτό! Ο πρίγκιπας όμως επέμενε ώσπου το χελιδονάκι υποχώρησε πάλι. Έβγαλε το ζαφείρι και του άλλου ματιού και το πήγε στο κοριτσάκι. Όταν επέστρεψε είπε:

Τώρα πια δε μπορώ να πάω στην Αίγυπτο. Θα μείνω για πάντα κοντά σου. Δε μπορώ να σε αφήσω έτσι τυφλό.

Κι έμεινε το χελιδονάκι και διηγιόνταν ιστορίες από την μακρινή Αίγυπτο, του έλεγε για το μεγάλο ποτάμι που λέγεται Νείλος, για τους κροκοδείλους που υπάρχουν εκεί, για τα λουλούδια του λωτού, τις πεταλούδες και τόσα άλλα! Κι ο πρίγκιπας άκουγε και όταν σταματούσαν οι ιστορίες για τα ξένα μέρη, ρωτούσε το χελιδονάκι που καθόταν επάνω στους ώμους του:

Αγαπημένο μου χελιδονάκι πες μου σε παρακαλώ τι βλέπεις κάτω στη μεγάλη πολιτεία;

Και το χελιδονάκι τότε του έλεγε για τους πλούσιους και τους φτωχούς, για την πείνα και τις αρρώστιες, για την φτώχεια και την δυστυχία που έβλεπε στη μεγάλη πόλη. Ο χρυσός πρίγκιπας συγκινούνταν με όλα αυτά και με τη βοήθεια του χελιδονιού έστελνε ένα ένα τα χρυσά φύλλα της στολής του σε όποιον είχε ανάγκη, επειδή δεν είχε άλλα πετράδια. Στο τέλος δεν έμεινε τίποτε από τα χρυσά στολίδια της στολής του. Τώρα ο πρίγκιπας ήταν ένας γκρίζος και άσχημος όγκος στη μέση της πλατείας.
Ήρθε εν τω μεταξύ και ο κρύος χειμώνας. Χιόνι παντού. Το χελιδονάκι πάγωνε όλο και περισσότερο και κατάλαβε ότι θα πέθαινε.

Αγαπημένε μου πρίγκιπα, τώρα πια θα χωριστούμε. Θα φύγω.

Ναι, ναι είναι πολύ κρύα εδώ για σένα. Φύγε, πέταξε γρήγορα για την Αίγυπτο.

Μα το χελιδόνι του απάντησε ότι δε θα πήγαινε στην Αίγυπτο. Θα πήγαινε εκεί που πηγαίνουν οι νεκροί. Κι αμέσως έπεσε παγωμένο μπροστά στα πόδια του πρίγκιπα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα κρακ! Στο στήθος του πρίγκιπα η καρδιά του έσπασε. Οι άνθρωποι επειδή το μνημείο τώρα χωρίς τα χρυσάφια και τα πετράδια ήταν άσχημο, το γκρέμισαν και το έλιωσαν. Μόνο η καρδιά του πρίγκιπα δεν έλιωσε. Γι αυτό την πέταξαν μαζί με κάτι άλλα σκουπίδια. Εκεί δίπλα ήταν και το νεκρό χελιδονάκι.

Την ημέρα εκείνη ο Θεός ψηλά στον ουρανό είπε σ’ έναν άγγελο του.

Πήγαινε στην μεγάλη πολιτεία και φέρε μου τα δύο καλύτερα πράγματα που θα βρεις.

Ο άγγελος έψαξε, έψαξε πολύ. Στο τέλος βρήκε επάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια την σπασμένη καρδιά του χρυσού πρίγκιπα και δίπλα ακριβώς το νεκρό χελιδονάκι. Αυτά τα δύο έφερε στο Θεό. Ο Θεός χάρηκε και είπε ότι πραγματικά αυτά ήταν τα δύο καλύτερα πράγματα που βρίσκονταν στη μεγάλη πολιτεία.

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι του Oscar Wilde «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το μουλάρι που μιλούσε

Μύθευμα από την Αμερική και συγκεκριμένα από τη Νότια Καρολίνα – (Πηγή: «Παραμύθια από την άγρια δύση» των εκδόσεων «Απόπειρα») –

Ένας αγρότης είχε μια φάρμα λίγο έξω από το χωριό του κάπου στη Νότια Καρολίνα. Είχε ένα μουλάρι που το φόρτωνε κι έκανε όλες τις δουλειές. Ο αγρότης όμως ήταν θρήσκος άνθρωπος και την Κυριακή δεν δούλευε. Έμενε με την οικογένειά του και τιμούσαν τον Θεό για τα αγαθά που τους πρόσφερε. Μια Κυριακή όμως χρειάστηκε να πάει σε μια κηδεία κι ο αγρότης ζήτησε από τον γιο του να πάει να σελώσει το μουλάρι.

Το μουλάρι με το που είδε τον γιο να πιάνει το σαμάρι, γύρισε και του είπε:

Τί, θα δουλέψω κυριακάτικα;

Ο γιος του αγρότη τρόμαξε μόλις άκουσε το μουλάρι να μιλάει, πέταξε το σαμάρι καταγής και έτρεξε στον πατέρα του.

Μπαμπά, δεν θα το πιστέψεις, αλλά το μουλάρι μου μίλησε!

Ο αγρότης θύμωσε με τον γιο του γιατί θεώρησε ότι βαριότανε να τον βοηθήσει και τον έστειλε στο δωμάτιο του. Έπειτα, πήγε ο ίδιος να σελώσει το μουλάρι το οποίο μόλις τον είδε του είπε:

Το φαγητό μου; Που είναι το φαγητό μου;

Ο αγρότης τα έχασε. Τρόμαξε και πέταξε κι αυτός το σαμάρι καταγής.

Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει…

είπε με τρεμάμενη φωνή κι ο σκύλος που βρισκότανε από πίσω του, του απάντησε…

Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!

Ο αγρότης τα έχασε και έτρεξε στην κουζίνα που βρισκότανε η γυναίκα του.

Γυναίκα, δεν θα το πιστέψεις αλλά πριν λίγο μου μίλησε το μουλάρι.

Τί; Μα πως είναι δυνατόν;

Κι όταν απόρησα λέγοντας «Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει», άκουσα τον σκύλο να μου λέει «Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!»

Αυτό είναι πρωτάκουστο!

Απάντησε η γυναίκα του μα τότε ακούστηκε η γάτα που καθότανε ήρεμη δίπλα στην πόρτα…

Μα καλά, γιατί είναι πρωτάκουστο; Πρωτή φορά ακούτε σκύλο να μιλάει;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η κηδεία της γουρούνας

Αρχής του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Ήταν κάποτε ένας κτηνοτρόφος, όχι πολύ μεγάλος σε ηλικία. Έβγαζε καλά χρήματα από τα ζώα και ήξερε να διασκεδάζει. Ήταν και πολύ χωρατατζής. Του άρεσε να κάνει πλάκες στους άλλους.

Μια φορά, του είχε ψοφήσει η γουρουνομάνα του. Κίνησε λοιπόν για την εκκλησία και συνάντησε τον παπά μόλις τελείωσε η λειτουργία. Με σοβαρό ύφος του ζήτησε να κηδέψει την γουρούνα του. Ο παπάς στην αρχή νόμισε ότι τον κοροϊδεύει μα όταν είδε ότι ο κτηνοτρόφος επέμενε, ο παπάς έβαλε τις φωνές.

Μα τι μου τσαμπουνάς βρε χριστιανέ μου. Πώς είναι δυνατόν να κηδέψω ένα ζώο; Μία γουρούνα; Αν είναι δυνατόν!

Ο παπάς άλλαξε πολλά χρώματα από τα νεύρα του και ήταν έξω φρενών. Ο κτηνοτρόφος πάλι ήταν πολύ ήρεμος και μόλις ο παπάς σταμάτησε να μιλάει του είπε πως θα τους έδινε πέντε χρυσές λίρες ανταμοιβή. Μόλις άκουσε για τις λίρες ο παπάς, άλλαξε τροπάριο αμέσως και γρήγορα δέχτηκε να κάνει την κηδεία της γουρούνας.

Μετά από μέρες το νέο μαθεύτηκε κι έφτασε στα αφτιά του δέσποτα. Εξαγριωμένος πήρε τον δρόμο για το χωριό και ζήτησε να συναντηθεί με τον κτηνοτρόφο και τον παπά. Άρχισε να τους φωνάζει και τους δύο. Να τους μαλώνει και να τους αποκαλεί αμαρτωλούς και ασεβείς. Ο παπάς μαζεύτηκε σε μια γωνιά και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από την ντροπή του. Μα ο κτηνοτρόφος ήρεμος και πάλι γύρισε και είπε στον δέσποτα.

Δέσποτα, συγχώρα με αν μέσα στον πόνο μου σε ξέχασα, μα επιθυμία της γουρούνας ήταν να σου δώσω κι εσένα δέκα χρυσές λίρες.

Ο δεσπότης σαν το άκουσε αυτό, κοίταξε κατάματα τον κτηνοτρόφο και του είπε:

Λες αλήθεια; Βρε την μακαρίτισσα…ώστε με θυμήθηκε κι εμένα στα τελευταία της; Να με ενημερώσετε στα σαράντα για να έρθω να της διαβάσω κι εγώ καμιά ευχή!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το καλύτερο και το χειρότερο πράγμα στον κόσμο!

Λαϊκό παραμύθι από την Κούβα – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» –

Ομπάταλος. Αυτό ήταν το όνομα του μεγάλου Δεσπότη του κόσμου. Ο Ομπάταλος είχε γεράσει και δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του. Σκεφτότανε λοιπόν να παραχωρήσει την διακυβέρνηση σε κάποιον άλλον. Το πρώτο πρόσωπο που του ήρθε στο μυαλό του, ήταν το δεξί του χέρι όλα αυτά τα χρόνια. Ο πιστός του Ορούλας. Μα ο Ορούλας ήταν αρκετά νέος κι ο Ομπάταλος προβληματιζότανε μήπως και δεν ήταν έτοιμος για μια τόσο μεγάλη ευθύνη. Έτσι, σκέφτηκε να δοκιμάσει την σοφία του.

Ένα πρωινό τον φώναξε και του ζήτησε να του ετοιμάσει το καλύτερο γεύμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς. Ο Ορούλας προβληματισμένος κατέβηκε στην αγορά ψάχνοντας να βρει το καλύτερο που θα μπορούσε να μαγειρέψει για τον μεγάλο Δεσπότη. Μετά από ώρα και πολύ σκέψη, αγόρασε τελικά μια βοδινή γλώσσα. Την μαγείρεψε με πολύ μεράκι και τέχνη και την γαρνίρισε με ιδιαίτερα καρυκεύματα και συνοδευτικά.

Πίνακας του ολανδού Pieter Aertsen (1508-1575)

Ο Ομπάταλος αφού την έφαγε δήλωσε πως πράγματι, δεν είχε φάει ποτέ του κάτι καλύτερο και ευχαρίστησε τον Ορούλα για την προσφορά του. Στην συνέχεια όμως του ζήτησε να του εξηγήσει τον λόγο που διάλεξε την βοδινή γλώσσα για γεύμα.

Η γλώσσα, μεγάλε μου Δεσπότη, είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Με αυτήν μπορείς να επιβραβεύσεις κάποιον για την καλή δουλειά του. Με αυτήν μπορείς να μεταφέρεις ευχάριστα νέα που θα δώσουν σε άλλους χαρά. Την γλώσσα χρησιμοποιούν και οι ηγέτες και οδηγούν τον λαό τους στην ευημερία, αλλά και με την γλώσσα, λέγοντας τα θετικά κάποιου, μπορείς να του δώσεις τα ηνία της ηγεσίας.

Ο Ομπάταλος έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση του Ορούλα και σκέφτηκε ότι κρύβει αρκετή σοφία μέσα του. Παρόλα αυτά, ο μεγάλος Δεσπότης σκέφτηκε να δοκιμάσει ξανά τον πιστό του Ορούλα και του ζήτησε να του ετοιμάσει για την επόμενη μέρα το χειρότερο γεύμα που θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ ο νους του ανθρώπου.

Το άλλο πρωί, ο Ορούλας κατέβηκε και πάλι στην αγορά. Έψαξε αριστερά και δεξιά ψάχνοντας να βρει τί θα μαγειρέψει στον μεγάλο δεσπότη και τελικά αγόρασε πάλι μια βοδινή γλώσσα. Γύρισε πίσω, την μαγείρεψε και την γαρνίρισε και τέλος την σερβίρισε στον Ομπάταλο. Αυτός τα έχασε αντικρίζοντας το πιάτο με την γλώσσα και ζήτησε από τον Ορούλα να του εξηγήσει τον λόγο που του πρόσφερε πάλι το ίδιο γεύμα, αυτήν την φορά σαν το πιο χειρότερο.

Η γλώσσα, μεγάλε μου Δεσπότη, είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Με αυτήν μπορείς να υποτιμήσεις κάποιον και να υποβαθμίσεις την δουλειά και την προσφορά του. Μπορείς να καταστρέψεις την ηθική και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων αλλά και να οδηγήσεις με ψέματα τον λαό σου στην εξαθλίωση. Με αυτήν μπορείς να γίνεις προδότης για την ίδια σου την χώρα και τους αγαπημένους σου ανθρώπους.

Ο μεγάλος Δεσπότης, ο Ομπάταλος, τον άκουσε με μεγάλη προσοχή και συμφώνησε σε ότι είπε. Αν και θεωρούσε τον Ορούλα αρκετά νέο, η σοφία που έκρυβε μέσα του ήταν αρκετή για να του παραχωρήσει τελικά την διακυβέρνηση του κόσμου!

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Πώς ο φτωχός Τζιουφά πλήρωσε τα χρέη του!

– Λαικό παραμύθι από την Ιταλία –

Απόδοση-Διασκευή: Χρήστος Π. Τσίρκας –

Σε ένα χωριό κάπου στην νότια Ιταλία, που δεν έχει και πολύ σημασία το όνομά του, ζούσε ένας κουρελής και φτωχός άντρας που τον έλεγαν Τζιουφά. Ολημερίς γυρνούσε από εδώ κι από εκεί ζητώντας να κάνει κανένα μεροκάματο για να κατεφέρει να κερδίσει ένα πιάτο φαϊ. Παρόλη την φτώχια του, ο Τζιουφά δεν έχανε το χαμόγελο και το κέφι του. Μια μέρα όμως σκέφτηκε πως θα έπρεπε να αγοράσει καινούργια ρούχα. Θεώρησε πως έτσι ίσως να αλλάξει και η τύχη του. Ίσως ο κόσμος να τον αντιμετώπιζε διαφορετικά μιας και πολλοί πίστευαν ότι «το ρούχο κάνει τον άνθρωπο».

Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε λοιπόν στην αγορά και πήρε καινούργιο παντελόνι και σακάκι, άσπρο λινό πουκάμισο, βαμβακερά εσώρουχα, δερμάτινα παπούτσια, ρολόι με αλυσίδα κι ένα υπέροχο κόκκινο καπέλο. Μα δεν πλήρωσε, παρά μόνο έλεγε στους εμπόρους…

Αύριο θα έρθω να σας πληρώσω. Περιμένω να πάρω κάποια χρήματα που μου χρωστάνε!

Κι οι έμποροι τον πίστεψαν και του έδωσαν τα πράγματα έτσι.

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Ο Τζιουφά γύρισε σπίτι του καμαρωτός και υπερήφανος για τη νέα του εμφάνιση. Συχνά πυκνά κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη και τον θαύμαζε. Σαν νύχτωσε όμως και έπεσε να κοιμηθεί, άρχισε να σκέφτεται και να προβληματίζεται για την επόμενη μέρα. Δεν περίμενε χρήματα από πουθενά. Ψέματα είχε πει στους εμπόρους και τώρα βασανιζότανε να βρει λύση στο πρόβλημά του.

Πώς θα τους πληρώσω αύριο όλους αυτούς; Δεν έχω δεκάρα τσακιστή!

Πριν όμως κλείσει τα μάτια και κοιμηθεί, μια ιδέα του κατέβηκε στο μυαλό και την έβαλε μπρος την άλλη μέρα το πρωί. Η ιδέα που σκέφτηκε ο Τζιουφά ήταν να παραστήσει τον πεθαμένο ώστε όταν θα έρθουν οι έμποροι για να πληρωθούν, να τον δούνε νεκρό και να φύγουν πίσω χαρίζοντάς του τα χρέη.

Ξάπλωσε λοιπόν στο κρεβάτι, έβαλε στο στήθος του έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό, σταύρωσε και τα χέρια του και περίμενε προσποιούμενος τον πεθαμένο.

Κατά το μεσημεράκι εμφανίστηκαν κι οι έμποροι που είχαν δώσει τα ρούχα, τα παπούτσια και τα εσώρουχα στον Τζιουφά με την προϋπόθεση να πληρωθούν την επόμενη μέρα. Όταν τον είδαν πεθαμένο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, αρχικά τον λυπήθηκαν. Έπειτα άρχισαν να βρίζουν την τύχη τους γιατί χάσανε τα χρήματα τους.

Τί ήθελα και στα έδωσα βερεσέ τα ρούχα; Πάνε τα χρήματά μου…

…μονολόγησε ο ράφτης και συμφώνησε μαζί του κι ο παπουτσής κι ο πραματευτής κι ο καπελάς! Μα στο τέλος επειδή δεν θέλανε να πάει στον άλλο κόσμο ο Τζιουφά κουβαλώντας τις κατάρες τους, του χάρισαν το χρέος.

Χαλάλι σου βρε Τζιουφά! Καλό, στερνό ταξίδι να έχεις.

Του ευχήθηκαν και οι τέσσερις και ύστερα τον πήραν σηκωτό και τον πήγαν στην εκκλησία προκειμένου να μείνει τη νύχτα εκεί, όπως συνηθίζεται. Τον εναπόθεσαν στο κέντρο του ναού κι έφυγαν.

Ο Τζιουφά που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη, άρχισε τώρα να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα γλιτώσει.

Κατά τα μεσάνυχτα εισέβαλλε στην εκκλησία μια συμμορία ληστών. Είχαν ληστέψει αρκετά μαγαζιά και μπήκαν εκεί για να μοιραστούν τη λεία τους. Χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου, μοίρασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν μα στο τέλος, περίσεψε ένα χρυσό νόμισμα. Αυτό ποιος θα το έπαιρνε; Τότε άρχισε η γκρίνια μεταξύ τους. Ο αρχηγός της συμμορίας βλέποντας το φέρετρο με τον Τζιουφά, γύρισε και είπε στους υπόλοιπους…

Λοιπόν, όποιος καταφέρει να πυροβολήσει από απόσταση δέκα ποδιών και να πετύχει την μύτη του πεθαμένου, θα πάρει και το χρυσό νόμισμα που περισσεύει.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και στήθηκαν στη σειρά με τα πιστόλια τους έτοιμα να πυροβολήσουν.

Σαν το άκουσε ο Τζιουφά, ένιωσε εκατοντάδες τσιμπήματα στην καρδιά του. Ένιωσε την γη να χάνεται από κάτω του. Μα γρήγορα συνήλθε και με αλλαγμένη την φωνή του χωρίς όμως να κουνάει το στόμα του, είπε τα εξής λόγια:

Πνεύματα του κάτω κόσμου, καλά και κακά. Ελάτε να βοηθήσετε τον πεθαμένο που κάποιοι θέλουν να βεβηλώσουν!

Οι ληστές τα έχασαν. Άρχισαν να κοιτάζουν γύρω τους για να καταλάβουν από που έρχονταν η φωνή μα δεν μπορούσαν. Τρόμαξαν τόσο πολύ που το έβαλαν στα πόδια ξεχνώντας και αφήνοντας εκεί, ό,τι είχαν κλέψει.

Ο Τζιουφά, σηκώθηκε και έβαλε σε σακιά όλα τα χρήματα αφήνοντας μόνο -επίτηδες- καταγής το χρυσό νόμισμα από το οποίο ξεκίνησε η διαφωνία των ληστών. Γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος και το επόμενο πρωί πήγε από τους εμπόρους και τους ξόφλησε με το παραπάνω όσα τους χρωστούσε!

Πηγή: Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο 3 των εκδόσεων «Gutenberg»

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Οι έξι φίλοι

Απόδοση: Ζωή Τσαπανίδου

%ce%bf%ce%b9-%ce%ad%ce%be%ce%b9-%cf%86%ce%af%ce%bb%ce%bf%ce%b9Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γενναίος στρατιώτης. Ο βασιλιάς για να τον ξεκουράσει από τις σκληρές μάχες όπου συμμετείχε τον έβαλε να φυλάει τις όχθες ενός ποταμού, έτσι ώστε να μην περνάνε εχθροί στο βασίλειό του. Όμως φαίνεται πως τον ξέχασε εκεί γιατί δεν έστειλε ποτέ κάποιον αντικαταστάτη. Έτσι πέρασαν βδομάδες, μήνες, έγινε χρόνος και κανένα μήνυμα!

Τότε ο στρατιώτης αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη του. Έπρεπε όμως να περάσει το ποτάμι. Το ποτάμι ήταν πολύ βαθύ. Γέφυρες δεν υπήρχαν και έψαχνε τρόπο να λύσει το πρόβλημά του. Έτσι λοιπόν όπως πηγαινοερχόταν στην όχθη, τον πλησίασε ένας πολύ ψηλός άντρας με τεράστια χέρια.

Γεια σου φίλε μου. Θέλεις να περάσεις απέναντι;

…του λέει!

Ναι… όμως το ποτάμι είναι πολύ βαθύ και δεν μπορώ.

Μη στεναχωριέσαι θα σε βοηθήσω εγώ.

Και αμέσως αρπάζει ένα πολύ μεγάλο ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό, το ξεριζώνει σαν να ήταν θάμνος και το τοποθετεί στις δυο όχθες του ποταμού.

Να η γέφυρά σου για να περάσεις!

…του είπε κι ο στρατιώτης εντυπωσιασμένος του απάντησε:

Σ’ ευχαριστώ πολύ φίλε μου, έχεις φοβερή δύναμη. Μήπως θέλεις να έρθεις μαζί μου; Εμείς οι δυο θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Ο μεγαλόσωμος άντρας δέχτηκε κι έτσι πέρασαν και οι δυο τους το ποτάμι και συνέχισαν την πορεία τους για την πόλη. Αφού βάδισαν αρκετά συνάντησαν κάποιον κυνηγό που ετοιμαζόταν να πυροβολήσει!

Γεια σου φίλε μου τι κάνεις;

Θα σκοτώσω την αράχνη που είναι πάνω στο δέντρο χωρίς να σκίσω το δίχτυ της.

…και πριν ολοκληρώσει την φράση του, πυροβολεί και σκοτώνει την αράχνη χωρίς να σκιστεί ο ιστός της! Ενθουσιάστηκε ο στρατιώτης και του λέει:

Είσαι σπουδαίος κυνηγός θέλεις να έρθεις μαζί μας;

«Βεβαίως» απάντησε κι ο κυνηγός και έτσι ξεκίνησαν και οι τρεις για την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έξι ανεμόμυλους. Παρατήρησαν ότι αν και δεν φυσούσε καθόλου αέρας, τα φτερά τους γυρνούσαν πολύ γρήγορα. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά και κάπου σε ένα δέντρο επάνω είδαν έναν άνδρα να φυσάει με δύναμη.

Τι κάνεις φίλε εδώ;

Φυσάω για να γυρίζουν τα φτερά των ανεμόμυλων.

Μα έχεις τόση δύναμη;

Βεβαίως και έχω. Που να δείτε όταν φτερνιστώ τι γίνεται! Μπορώ να γκρεμίσω ολόκληρο σπίτι!

Θα σου προτείνω κάτι…

…του λέει ο στρατιώτης…

Θέλεις να έρθεις μαζί μας; Θα κάνουμε μεγάλα πράγματα μαζί.

Με τα χαράς!

απάντησε ο άνδρας και μπήκε κι αυτός στην παρέα. Έτσι και οι τέσσερις συνέχισαν να βαδίζουν προς την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έναν άνδρα με δεμένα πόδια.

Φίλε μου τι έπαθες; Ποιος σου έδεσε τα πόδια;

Κανείς φίλοι μου μόνος μου τα έδεσα.

Μα γιατί;

Γιατί όταν τα έχω λυμένα τρέχω σαν τον άνεμο και δεν μπορώ να απολαύσω τις ομορφιές της φύσης.

Θέλεις φίλε μου να μας ακολουθήσεις; Έχεις κι εσύ, μαγικές ικανότητες!

Τιμή μου μεγάλη!

Απάντησε κι αυτός και ξεκίνησε μαζί με τους άλλους τέσσερις για την πόλη. Φθάνοντας λίγο έξω από τα τείχη της πόλης συναντούν έναν άνδρα που φορούσε πολύ στραβά το καπέλο του. Παραξενεύτηκε ο στρατιώτης και τον ρώτησε:

Φίλε μήπως έχεις μαγικές ικανότητες κι εσύ;

Αν έχω λέει;

Και τι μπορείς να κάνεις;

Λοιπόν φίλε, αν κατεβάσω το καπέλο προς το δεξί αυτί μου, θα παγώσουν όλα γύρω μου.

Έλα φίλε μου μαζί μας και θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Πολύ ευχαρίστως!

…είπε κι αυτός και ακολούθησε τους άλλους πέντε. Έτσι οι έξι φίλοι έφθασαν στην είσοδο της πόλης. Μόλις μπήκαν μέσα τι να δουν… μια τεράστια ανακοίνωση από τον βασιλιά που έλεγε:

«Όποιος τρέξει με την βασιλοπούλα και την νικήσει θα την παντρευτεί!»

Παρουσιάζεται λοιπόν ο στρατιώτης στον βασιλιά και τον ρωτά:

Μπορεί να πάρει μέρος στον διαγωνισμό κάποιος από τους φίλους μου;

Βεβαίως γιατί όχι;

Τότε ο στρατιώτης έβαλε να τρέξει ο φίλος του που έτρεχε σαν τον άνεμο. Την άλλη μέρα το πρωί θα ξεκινούσε ο διαγωνισμός. Η διαδικασία ήταν η εξής: Η αφετηρία ήταν έξω από τα τείχη. Θα ξεκινούσαν από εκεί και θα έτρεχαν μέχρι σε μια απομακρυσμένη πηγή. Εκεί, θα γέμιζαν ένα κανάτι νερό και θα επέστρεφαν στην αφετηρία. Ετοιμάστηκαν λοιπόν και μόλις έδωσαν το σύνθημα ξεκίνησαν. Ο άνδρας που έτρεχε σαν τον άνεμο έφθασε στην πηγή γέμισε το κανάτι του και έφθασε στα μισά του γυρισμού ενώ η βασιλοπούλα ακόμα πήγαινε, γι’ αυτό κάθισε να ξεκουραστεί, εκεί όμως τον πήρε ο ύπνος. Η βασιλοπούλα όταν τον συνάντησε στον γυρισμό της και τον είδε να κοιμάται έδωσε μια κλοτσιά στο κανάτι του και έχυσε το νερό.

Ο φίλος του όμως ο κυνηγός που έβλεπε την σκηνή θέλησε να βοηθήσει τον φίλο του και ευθύς αμέσως πυροβολεί και η σφαίρα περνά ξυστά από τον φίλο του και τον ξυπνά. Σηκώνεται, βλέπει άδειο το κανάτι του το αρπάζει τρέχει σαν τον άνεμο, το γεμίζει και φθάνει στην αφετηρία και περιμένει να έρθει η βασιλοπούλα. Σε λίγο φθάνει η βασιλοπούλα καταϊδρωμένη και χαιρετά τον νικητή που τώρα έπρεπε να παντρευτεί.

Έλα όμως που ο βασιλιάς δεν ήθελε καθόλου τον άνδρα αυτόν για γαμπρό του! Σκεφτόταν λοιπόν με ποιο τρόπο να ακυρώσει τον γάμο. Έτσι σκέφτηκε το εξής: Φώναξε τους έξι φίλους του για να τους κάνει δήθεν τραπέζ. Τους έκλεισε μέσα σε ένα δωμάτιο με ποτά φαγητά και μουσική και τους κλείδωσε. Μετά άναψε φούρνους γύρω από το δωμάτιο έτσι ώστε να ανάψουν οι τοίχοι και να σκάσουν από την ζέστη οι έξι φίλοι. Πραγματικά κάποια στιγμή άρχισαν να ιδρώνουν και ύστερα να καίγονται από την ζέστη. Τότε ο φίλος με το καπέλο, τους λέει:

Μην στεναχωριέστε φίλοι μου!

…και αμέσως κατεβάζει το καπέλο του προς το δεξί αυτί και η ατμόσφαιρα έγινε δροσερή και άρχισαν οι φίλοι να τρώνε, να πίνουν και να χορεύουν. Λίγες ώρες μετά έρχεται ο βασιλιάς ανοίγει την πόρτα και αντί να δει νεκρούς τους φίλους, τους είδε να διασκεδάζουν. Τον έπιασε πανικός. Γυρίζει στον μέλλοντα γαμπρό του και του λέει:

Αν σου δώσω ένα σακί χρυσάφι θα ακυρώσεις τον γάμο;

Ναι αλλά με έναν όρο. Το σακί για το χρυσάφι θα το διαλέξω εγώ.

Του απάντησε ο άντρας κι ο βασιλιάς συμφώνησε μαζί του. Έτσι ο φίλος διάλεξε το μεγαλύτερο σακί και γέμιζε, γέμιζε, γέμιζε μέχρι που έγινε ασήκωτο. Τότε ο στρατιώτης λέει στον δυνατότερο της παρέας, αυτόν που είχε ξεριζώσει το δέντρο, να σηκώσει το σακί και να φύγουν. Κι αυτός το σήκωσε σαν να σηκώνει μια πετρούλα από τη γη. Έτσι ξεκίνησαν για την πόλη.

Ο βασιλιάς τρελάθηκε κι άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει:

Εγώ ήμουν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο και τώρα είμαι ο πιο φτωχός!

Φωνάζει τους αξιωματικούς του και τους διατάζει να πάνε να βρουν τους έξι φίλους να τους σκοτώσουν και να πάρουν πίσω το χρυσάφι του. Οι αξιωματικοί με τα πιο γρήγορα άλογά τους, προλαβαίνουν πράγματι τους φίλους και τους φωνάζουν:

Σταματήστε! Δώστε μας πίσω το χρυσάφι αλλιώς θα πεθάνετε!

Τότε ο φίλος που φυσούσε δυνατά γύρισε προς τους άλλους πέντε και τους είπε:

Μη φοβάστε παιδιά τώρα θα δείτε!

Παίρνει μια βαθιά αναπνοή και φυσάει! Και άλογα και αναβάτες έγιναν φτερά στον άνεμο και χάθηκαν. Έτσι οι έξι φίλοι μπήκαν στην πόλη τους χαρούμενοι, μοιράστηκαν το χρυσάφι και έζησαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: