Author Archives: Χρήστος Τσίρκας

Το κοράκι και το φίδι.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας!

crow2Κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν, σε ένα δέντρο, που βρίσκονταν κοντά σε μια λίμνη, είχαν στήσει την φωλιά τους ένα ζευγάρι κορακιών. Δεν είχαν αποκτήσει παιδιά, αν και πολλές φορές είχε γεννήσει αβγά η κορακίνα. Ο λόγος ήταν ένα τεράστιο φίδι που είχε κι αυτό την φωλιά του στην κουφάλα του ίδιου δέντρου.

Τα κοράκια είχαν απογοητευτεί που δεν μπορούσαν να δούνε απογόνους και μια μέρα, η κοράκινα δεν άντεξε και είπε στους άντρα της…

Δεν είναι κατάσταση αυτή. Αυτό το φίδι μας τρώει συνέχεια τα αβγά μας. Την επόμενη φορά να ξέρεις, ότι θα του ορμήσω και θα του βγάλω τα μάτια.

Ξεχνάς κάτι καλή μου. Το φίδι, έχει δυο κοφτερά δόντια και δηλητήριο ικανό για να σκοτώσει και τους δυο μας. Δεν σκέφτεσαι λογικά. Άσε, κι εγώ έχω κάτι καλύτερο κατά νου…

…κι ο κόρακας, εξήγησε στην γυναίκα του το σχέδιό του.

snake2

Πέρασαν κάποιες μέρες, κι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, ακούστηκε ποδοβολητό αλόγων από μακριά να πλησιάζει προς την λίμνη. Ήταν ο γιος του βασιλιά που με την συνοδεία του επέστρεφε από το κυνήγι. Συνήθιζε, πριν φτάσει στο παλάτι, να σταματάει στην λίμνη και να λούζεται. Έτσι κι εκείνη την μέρα. Έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε στα καταγάλανα νερά της.

Τότε, το κοράκι πέταξε από τη φωλιά του και πλησίασε τον βράχο που είχε αφήσει τα ρούχα του ο πρίγκιπας. Άρπαξε με το ράμφος του την χρυσή ζώνη και κράζοντας ώστε να τον ακούσουνε, πέταξε χαμηλά προς το δέντρο.

Ει, το κοράκι άρπαξε την ζώνη του πρίγκιπα…

Γρήγορα κυνηγήστε το…

…ακούστηκαν διάφορες φωνές από την συνοδεία του και αμέσως οι καλύτεροι άντρες του, άρπαξαν τα τόξα και τα σπαθιά και όρμησαν στο κυνήγι.

Το κοράκι δεν χρειάστηκε να πετάξει και πολύ μακριά. Μόλις έφτασε στο δέντρο του, άφησε τη ζώνη από το ράμφος του να πέσει μπροστά στην κουφάλα. Το φίδι, ξύπνησε από το θόρυβο και βγήκε για να δει τι συμβαίνει, μα ακριβώς εκείνη την στιγμή έφτασαν κι οι άντρες του πρίγκιπα. Το φίδι αγρίεψε θεωρώντας ότι το κυνηγάνε και όρμησε να τους τσιμπήσει, μα αυτοί το πρόλαβαν και με τα βέλη τους το χτύπησαν πρώτοι, καταφέρνοντας να το σκοτώσουν.

Το άδοξο τέλος του φιδιού, ήταν η ένδοξη αρχή σε μια νέα ζωή για τα κοράκια, που από εκείνη την μέρα και για πολλά χρόνια έπειτα, έκαναν αρκετά αβγά, από τα οποία ξεπήδησαν μικρά κοράκια…πολλοί απόγονοι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Στο 1ο Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου στην Θάσο!

1ο Φεστιβάλ Παιδικού ΘεάτρουΟλοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013 το 1ο Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου που πραγματοποιήθηκε στην Θάσο. Οι Παραμυθάδες δώσαμε το παρόν μας σε αυτό μετά από πρόσκληση του διοργανωτή Θόδωρου Οικονομίδη. Παρουσιάσαμε παραμύθια από όλο τον κόσμο σε μια εκδήλωση που έλαβε χώρα στο νηπιαγωγείο του Πρίνου το απόγευμα του Σάββατου 12 Οκτωβρίου.

Αφηγηθήκαμε τα παραμύθια «Ο ψαράς και το χρυσόψαρο», «Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού», «Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά» και «Ο Ναστραντίν Χότζας σώζει το φεγγάρι». Στην συνέχεια, με την βοήθεια του Θ. Οικονομίδη, τα παιδιά δραματοποίησαν το παραμύθι «Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού», ενώ παιδιά που συμμετέχουν στο εργαστήρι του Θεάτρου «Κύκλος» που δραστηριοποιείται στην Θάσο με εργαστήρια θεατρικής αγωγής για παιδιά, παρουσίασε στους θεατές χορικά από τις τραγωδίες «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και την σύγχρονη τραγωδία «Ο Αρχίλοχος ο Πάριος» του Κ. Χατζηεμμανουήλ.  Τέλος, τα παιδιά έδειξαν ένα δείγμα από τα μαθήματα που παρακολουθούν στα εργαστήρια, παρουσιάζοντας θέματα αυτοσχεδιασμού.

Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι Παραμυθάδες Θεοδώρα Βαβαλέσκου και Χρήστος Τσίρκας.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Το πρόγραμμα του φεστιβάλ είχε ως εξής:

Κυριακή 6 Οκτωβρίου

Επίσημη Προφεστιβαλική Εκδήλωση

Λιμενάρια – στις Αποθήκες Μεταλλίων

18:00 Επίσημη ανακοίνωση προγράμματος του 1ου Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου Θάσου από τον Θοδωρή Οικονομίδη.

18:10 Το Μουσικό Εργαστήριο του Α. Ζαγοριανού υποδέχεται και καλωσορίζει το 1ο Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου Θάσου, με μουσικές και τραγούδια.

18:30 «Η Θυσία της Ιφιγένειας» από την Θεατρική Ομάδα Καλλιράχης.

19:00 Συζήτηση, με θέμα «Το Θέατρο για παιδιά και η αξία του», με τον σκηνοθέτη Θοδωρή Οικονομίδη.

19:30 Ανάγνωση μερικών από τα καλύτερα ελληνικά ποιήματα και συζήτηση για τη ποίηση και την δημιουργία της με τη ποιήτρια Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου -Φιλιππίδου.

20:00 Η κύρια παράσταση της ημέρας: «Ο Υπνοσυλέκτης» από την Θεατρική Ομάδα Πρίνου.

21:00 Αποχώρηση με το Δεύτερο Στάσιμο (χορικό) από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, από την ομάδα «Ηγήμων» που αποτελούν μαθητές που εκπαιδεύονται πάνω στη μετρική απαγγελία Αρχαιοελληνικού Δράματος.

 

 

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου

Γιορτή Έναρξης

Καλλιράχη – Σχολείο

 

17:30 Έναρξη Φεστιβάλ. Δύο λόγια για τον θεσμό από τον οργανωτή Θοδωρή Οικονομίδη. Καλωσόρισμα των συμμετεχόντων ομάδων. Παρουσίαση προγράμματος του Φεστιβάλ.

17:40 Ελληνική ποίηση. Μαθητές διαβάζουν βραβευμένους έλληνες ποιητές

18:00 «Η θυσία της Ιφιγένειας» από την Θεατρική Ομάδα Καλλιράχης.

18:00 Συζήτηση με θέμα «Ζωγραφική… το παιχνίδι με τα χρώματα» με βασικό ομιλητή τον αγιογράφο Δημήτρη Βαριά.

19:00 Η κύρια παράσταση της ημέρας. «Ο Υπνοσυλέκτης» από την Θεατρική Ομάδα Πρίνου.

20:00 Την αποχώρηση θα κάνει η ομάδα «Ηγήμων» με το Τέταρτο Στάσιμο (χορικό) από τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου

Ποταμιά – Ταρσανάς

 

18:00 Δυο λόγια για τον θεσμό του Φεστιβάλ από τον οργανωτή Θ. Οικονομίδη.

18:10 «Λαχανοφρουτοθεραπεία» από την Νηπιακή Θεατρική ομάδα Ποταμιάς.

18:30 Συζήτηση για την τέχνη της ζωγραφικής, την έμπνευση και την δημιουργία της με την ζωγράφο κ. Σέβα Καλοπούλου.

19:00 Ανάγνωση βραβευμένων ποιημάτων από τον Θ. Οικονομίδη και τους μαθητές του.

19:30 Η κύρια παράσταση της ημέρας. «Σκοτεινοί καιροί» από την Θεατρική Ομάδα Πρίνου

20:15 Αποχώρηση με την Πάροδο (χορικό εισόδου) από την τραγωδία «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, με την ομάδα «Ηγήμων»

Σάββατο 12 Οκτωβρίου

Πρίνος – Βιβλιοθήκη

                                                               

18:00 Οι Παραμυθάδες από την Καβάλα θα μας διηγηθούν τις ιστορίες «Ο ψεύτης βοσκός», «Το αλάτι» και «Οι δυο φίλοι και η αρκούδα» και θα παίξουν με τους παραβρισκόμενους παραδοσιακά παιχνίδια από όλο τον κόσμο

19:30 Συζήτηση με θέμα, «Λογοτεχνία… ένα παράθυρο στην φαντασία» με βασικό ομιλητή τον συγγραφέα Κώστα Θεοφανέλη.

20:00 Συζήτηση με θέμα «Η Αρχαία Κληρονομιά». Τι είναι αρχαιοελληνική τραγωδία και κωμωδία; Ποια η αξία τους σήμερα; Συντονιστής κουβέντας ο Θ. Οικονομίδης

20:30 Αποχώρηση με το Πέμπτο Στάσιμο (χορικό) από την τραγωδία Μήδεια του Ευριπίδη, με την ομάδα «Ηγήμων».

 

Κυριακή 13 Οκτωβρίου

Τελετή λήξης

Λιμένας – Καλογερικό

 

18:00 Συζήτηση με τους παραβρισκόμενους με θέμα «Το Αρχαιοελληνικό Δράμα σήμερα». Πως μπορεί και πρέπει η σπάνια πολιτισμική κληρονομιά μας να γίνει ένα σοβαρό εκπαιδευτικό μέσο. Συντονιστές της κουβέντας ο Διευθυντής του Γυμνασίου Λιμένα Χ. Θεοχαρίδης και ο Θ. Οικονομίδης.

18:30 Η παράσταση της ημέρας «Σκοτεινοί Καιροί» από την Θεατρική Ομάδα Πρίνου.

19:30 Συζήτηση με τους παραβρισκόμενους με θέμα «Πολιτισμική Ιστορία της Θάσου» από τον Δήμαρχο του νησιού κ. Κώστα Χατζηεμανουήλ.

20:00 Ελληνική ποίηση. Μαθητές διαβάζουν βραβευμένους Έλληνες ποιητές και η ποιήτρια Ανδρομάχη Διαμαντόπουλου μας μιλά για την «Γέννηση του ποιητικού λόγου στις παιδικές ψυχές».

20:30 Αποχώρηση με ένα μέρος από τη Δεύτερη Σκηνή του θεατρικού έργου «Ο Αρχίλοχος ο Πάριος» του Κ. Χατζηεμμανουήλ, από την ομάδα «Ηγήμων», η οποία αποτελείται από μαθητές που εκπαιδεύονται πάνω στην μετρική και την απαγγελία κειμένων.

 

Πληροφορίες

Η διοργάνωση και παραγωγή του Φεστιβάλ είναι του Θεάτρου «Κύκλος», του Θοδωρή Οικονομίδη. Βοηθός παραγωγής και εκτέλεσης: Αθανασία Χούτη. Οι εκδηλώσεις του Φεστιβάλ πραγματοποιούνται με την υποστήριξη των πολιτιστικών συλλόγων: Πρίνου «Μικρό Καζαβήτι», Λιμεναρίων «Το Κάστρο», Ποταμιάς «Πολύγνωτος Βαγής» και Καλλιράχης «Η Μεταμόρφωση», καθώς και των συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων των αντίστοιχων σχολείων.

Επίτιμοι καλεσμένοι της διοργάνωσης είναι: Δ. Βαριάς, Α. Ζαγοριανός, Κ. Θεοφανέλης, X. Θεοχαρίδης, Σ. Καλοπούλου, Κ. Χατζηεμανουήλ, Α. Διαμαντοπούλου-Φιλιππίδου.

Χορηγοί επικοινωνίας είναι: η εφημερίδα «Η Θασιακή», «Προβολέας» και «Φάνης Ήχος».

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο Ναστραντίν Χότζας σώζει το φεγγάρι!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Τουρκία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

ναστραντιν χοτζαςΈνα όμορφο χειμωνιάτικο βράδυ, ο Ναστραντίν Χότζας καθότανε μαζί με την γυναίκα του μπροστά στο τζάκι στο σπίτι τους και συζητούσανε. Παράλληλα, ψήνανε κάστανα και τρώγανε. Κάποια στιγμή διψάσανε και ο Ναστραντίν βγήκε στον κήπο για να φέρει νερό από το πηγάδι. Μόλις όμως έριξε τον κουβά, πρόσεξε στον πάτο του πηγαδιού και είδε…το φεγγάρι.

Αμάν, συμφορά. Το φεγγάρι έπεσε και παγιδεύτηκε στο πηγάδι μου…

…φώναξε τρομαγμένος ο Ναστραντίν, ο οποίος δεν φημίζεται και τόσο για την εξυπνάδα του. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό που έβλεπε ήταν η αντανάκλασή του. Έτσι, έτρεξε γρήγορα στην αποθήκη του και βρήκε ένα τσιγκέλι που είχε για να κρεμάει τα εργαλεία του. Γυρίζει στο πηγάδι και με το σκοινί από τον κουβά, δένει το τσιγκέλι και το ρίχνει στο πηγάδι. Αρχίζει να τραβάει γρήγορα-γρήγορα μα το τσιγκέλι ήρθε πάνω άδειο. Ο Ναστραντίν ρίχνει ακόμα πιο βαθιά το σχοινί με το τσιγκέλι και το τραβάει για άλλη μια φορά επάνω, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Την τρίτη φορά, ο Ναστραντίν έριξε όλο το σχοινί μέσα και αυτήν την φορά το τσιγκέλι σκάλωσε στον πάτο του πηγαδιού. Προσπαθεί να τραβήξει ο Ναστραντίν, μα του είναι αδύνατον. Προσπαθεί ξανά, μα δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα.

Πω-πω…τι βαρύ που είναι το φεγγάρι…

…μονολογεί και τώρα βάζει όλη του τη δύναμη. Με το που τραβάει όμως απότομα, χάνει την ισορροπία του και πέφτει στον πάτο του πηγαδιού και προσγειώνεται ανάσκελα. Κι όπως κοιτάει προς τα πάνω, βλέπει να δεσπόζει στον καθαρό ουρανό, λαμπερό και όμορφο το φεγγάρι.

Ουφ…μπορεί να κουράστηκα και να παγιδεύτηκα εγώ, αλλά τουλάχιστον έσωσα το φεγγάρι…

Σκέφτηκε φωναχτά ο Ναστραντίν, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βγει, πλέον αυτός έξω από το πηγάδι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σερβία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό μιας μικρής πολιτείας, ζούσε μονάχος του ένας φτωχός χωρικός. Έτρωγε από αυτά που φύτευε στον μικρό του κήπο κι από τα λίγα ζώα που είχε στο μαντρί του. Δεύτερα ρούχα δεν είχε να φορέσει όπως και παπούτσια, αν και αυτά ήταν τρύπια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ένα πρωί, την ώρα που άναβε το τζάκι για να ζεστάνει την καλύβα του και να βράσει λίγο νερό για να ετοιμάσει λίγο ρύζι για το μεσημέρι, άρχισε να μονολογεί.

Δεν πάει άλλο με αυτήν την κατάσταση. Η φτώχια μου δεν περιγράφεται. Ως πότε θα ζω έτσι; Πρέπει να κάνω κάτι για να αλλάξω την μοίρα μου.

ΧωρικόςΚι αφού το καλοσκέφτηκε και το επεξεργάστηκε στο μυαλό του, αποφάσισε να ξεκινήσει να βρει την τύχη του αλλού. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει απ’ το χωριό του και με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να λάμπει στην άκρη του μονοπατιού. Πλησίασε κοντά και έκπληκτος παρατήρησε πως ήταν πεσμένα στο έδαφος πέντε χρυσά νομίσματα. Κοίταξε ολόγυρα του μη τυχόν και τον βλέπει κάνεις, έπειτα έσκυψε και τα μάζεψε με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.

«Ωραία αρχή έκανα. Αν συνεχίσω έτσι, πολύ σύντομα θα χρειαστώ θησαυροφυλάκιο για να τα φυλάω» σκέφτηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Περπάτησε αρκετή ώρα ώσπου έφτασε στην διπλανή πόλη. Μια πόλη, εμπορική, με αρκετό κόσμο και κίνηση στους δρόμους και τα μαγαζιά. Ο χωρικός, κουρασμένος από το περπάτημα, μπήκε σε ένα καφενείο και ζήτησε ένα καφέ και ένα ποτήρι νερό. Ο καφετζής, αφού τον κοίταξε καλά-καλά, από πάνω μέχρι κάτω, του είπε με απότομο ύφος:

Εσύ μπορεί να θες να πιεις καφέ…έχεις όμως λεφτά να μου τον πληρώσεις; Τέτοιος κουρελιάρης που είσαι δεν σε βλέπω να σου περισσεύουν. Άδειαζέ μου την γωνιά καλύτερα.

Ο χωρικός δεν είπε τίποτα, παρά μόνο, έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό νόμισμα και το πέταξε επιδεκτικά πάνω στο τραπέζι του καφενείου. Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια του γιατί χρυσά νομίσματα, κυκλοφορούσαν σπάνια και τα είχαν οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι κι οι βασιλιάδες. Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Θα έλεγε κανείς πως κατάπιε την γλώσσα του. Τελικά, αφού ξερόβηξε είπε του χωρικού:

Ναι, αλλά δεν έχω ρέστα…

Χαλάλι σου τα ρέστα. Κράτα τα γιατί η παρουσία μου ασχημαίνει το μαγαζί σου.

…του απάντησε ο χωρικός χαμογελώντας. Ο καφετζής έκπληκτος μα και γοητευμένος πλέον, αποχώρησε προς τα πίσω, πηγαίνοντας στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τον καφέ. Όση ώρα έβραζε τον καφέ σκεφτότανε, τι μπορεί να είναι ο χωρικός στην πραγματικότητα. Απορούσε, πως είναι δυνατόν, ένας που φοράει τέτοια κουρέλια για ρούχα, να έχει στην κατοχή του ένα –ίσως και περισσότερα- χρυσά νομίσματα. Κι ενώ έκανε διάφορες σκέψεις, τελικά κατέληξε…

Να δεις που είναι γιος του βασιλιά και έχει μασκαρευτεί σε κουρελιάρη ζητιάνο για να δει εμάς τους υπηκόους του, τι σόι άνθρωποι είμαστε. Αυτό είναι…το βρήκα!

Αφού σέρβιρε τον καφέ, πήγε παραπέρα και κάθισε με τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου, λέγοντάς τους την όλη ιστορία καθώς και την άποψή του για το ποιος πιστεύει ότι είναι στην πραγματικότητα ο χωρικός. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ότι σίγουρα πρέπει να είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Ο χωρικός, μόλις ήπιε τον καφέ του, φώναξε τον καφετζή και τον ρώτησε.

Πες μου καλέ μου άνθρωπε, ποιος είναι ο πλουσιότερος άντρας της πόλης σας;

Στην πόλη μας, πλουσιότερος άντρας είναι ο ιδιοκτήτης των θερμών λουτρών.

Πολύ ωραία. Τότε, θα πάω μια βόλτα μέχρι τα λουτρά. Κάνε μου μια χαρη όμως σε παρακαλώ. Μετά το μεσημέρι, στείλε μου ένα καφέ, πες του κουρέα να έρθει από εκεί για να με κουρέψει και να με ξυρίσει και στον ταβερνιάρη πες του να μου φέρει ένα περιποιημένο γεύμα μαζί με κρασί.

Ο καφετζής όχι απλά δεν αρνήθηκε στην παράξενη επιθυμία του χωρικού, αντίθετα, του απάντησε ότι ήταν μεγάλη του χαρά να τον εξυπηρετήσει. Ο χωρικός, χωρίς να καθυστερεί, ξεκίνησε για τα λουτρά κι όταν έφτασε εκεί και προσπάθησε να μπει, ένας ψηλός και εύσωμος άντρας τον εμπόδισε. Ήταν ο ιδιοκτήτης των λουτρών, ο οποίος μόλις είδε τον χωρικό με τα παλιά, φθαρμένα και βρόμικα ρούχα, του είπε με αυστηρή φωνή.

Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Φύγε.Λουτρά

Μα θέλω να κάνω μπάνιο…

…του απάντησε ψύχραιμα ο χωρικός και επιχείρησε για άλλη μια φορά να μπει μέσα. Μα και πάλι ο ιδιοκτήτης τον εμπόδισε μπαίνοντας μπροστά του και με ακόμα πιο αυστηρό ύφος του είπε…

Οι φτωχοί και κουρελιάρηδες κάνουν μπάνιο στο ποτάμι κι όχι στα λουτρά μου. Ξεκουμπίσου λοιπόν.

…και μπήκε στα λουτρά κλείνοντας την πόρτα με ορμή και χωρίς να δώσει άλλο σημασία στον χωρικό, ο οποίος όχι απλά δεν έφυγε, αλλά ξάπλωσε στα σκαλοπάτια και απολάμβανε τον ήλιο που τον χτυπούσε με τις ζεστές ακτίνες του. Πέρασαν κάποιες ώρες και ο χωρικός δεν είχε κουνηθεί ρούπι από εκεί. Ίσως και να κοιμήθηκε κιόλας κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο φύλακας των λουτρών. Μόλις αντίκρισε τον χωρικό να είναι ξαπλωμένος στα σκαλοπάτια τα έχασε προς στιγμή και αμέσως του έβαλε τις φωνές.

Απαγορεύεται οι ζητιάνοι να κάθονται εδώ. Τσακίσου και φύγε γρήγορα από εδώ…

…δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και από το βάθος του δρόμου, εμφανίστηκαν να πλησιάζουν ο καφετζής κρατώντας έναν καφέ στο χέρι του, ο εστιάτορας με έναν μεγάλο δίσκο με λογής-λογής καλούδια και εκλεκτό κρασί και πίσω τους ακολουθούσε ο κουρέας με ένα βαλιτσάκι που είχε μέσα τα σύνεργα της δουλειάς του. Αφού φτάσανε μπροστά, υποκλίθηκαν στον φτωχό χωρικό και ο καθένας του πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Ο φύλακας τα έχασε, δεν πίστευε στα μάτια του.  Ο καφετζής, τον πήρε παραπέρα και κάτι του ψιθύρισε στο αφτί. Προφανώς θα του είπε ότι ο κουρελιάρης χωρικός που στέκονταν μπροστά τους, είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος. Ο φύλακας γύρισε προς τον χωρικό και του ζήτησε να μπει μέσα στα λουτρά ενώ ο ίδιος έτρεξε στον ιδιοκτήτη και του είπε τα πάντα με το νι και με το σίγμα.

Πω-πω…τι έπαθα ο άμοιρος; Αν όντως ο κουρελιάρης χωρικός είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος κι εγώ του μίλησα τόσο απότομα και σκληρά, τότε με περιμένει βαριά τιμωρία. Μέχρι και το κεφάλι μου μπορεί να μου πάρει…

…μονολογούσε συνέχεια ο ιδιοκτήτης των λουτρών κλεισμένος στο δωμάτιο του. Ο φύλακας, βλέποντάς τον τόσο ανήσυχο, του πρότεινε τότε, να προσφέρει στον χωρικό χρήματα για να τον καλοκαρδίσει και να κερδίσει την συμπάθειά του. Έτσι κι έγινε. Ο ιδιοκτήτης, έτρεξε στο χρηματοκιβώτιό του και γέμισε ένα σακί με χρυσά φλουριά και το πήγε ο ίδιος στον χωρικό, ο οποίος μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του, είχε φάει κι έπινε τον καφέ του ενώ ο κουρέας τον κούρευε. Αφού του πρόσφερε το σακί με τα νομίσματα, ο χωρικός χαιρέτησε και ευχαρίστησε τους πάντες και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του. Φτάνοντας στο σημείο που είχε βρει αρχικά τα νομίσματα, ο χωρικός έβγαλε από το σακί του πέντε από αυτά και τα άφησε στο ίδιο σημείο ακριβώς.

Όλοι οι χωριανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους από την εξέλιξη του συγχωριανού τους. Απορούσαν κι αναρωτιόντουσαν για το που βρήκε τα χρήματα κι από την μια μέρα στην άλλη άλλαξε έτσι.

Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Τα πάντα ξεκίνησαν από πέντε χρυσά νομίσματα που βρήκα βγαίνοντας από το χωριό.

Απαντούσε σε όλους ο χωρικός. Πολλοί συγχωριανοί του αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, μα απ’ ότι ξέρω, κάνεις από αυτούς δεν βρήκε χρυσά νομίσματα βγαίνοντας από το χωριό…εσείς βρήκατε;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Του τα έβγαλε στη φόρα!

delalisΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «Του τα έβγαλε στη φόρα». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Τελευταία ενημέρωση 19/10/2013:

Οι σχολιασμοί των φίλων μας είναι σύμφωνοι με αυτά που γνωρίζουμε κι εμείς…

πιο συγκεκριμένα, ο Απόστολος μας λέει «Δεν το έχω ψάξει, αναρωτιέμαι όμως αν η «φόρα» προέρχεται από το φόρουμ, την αγορά δηλαδή. «Αγορά» με την πιο παραδοσιακή, αρχαία αν θέλετε, έννοια, τον τόπο των δημοσίων συζητήσεων».

…ενώ ο Τάσος μας γράφει «Στη Βυζαντινή εποχή οι κήρυκες έκαναν εκτός των άλλων και μια δουλειά πολύ περίεργη……
Όταν ένας πολίτης κατηγορούσε για κλοπή κάποιον ή για φόνο χωρίς να έχει στοιχεία αποδεικτικά, ο κήρυκας αναλάμβανε να κατηγορήσει δημόσια αυτόν που παρανόμησε, παίρνοντας την ευθύνη πάνω του.
 Ανέβαινε σε ένα ψηλό μέρος και φώναζε:
 «…Επειδή όμως δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά εναντίον του, για να τον παραδώσουμε στο δικαστήριο, όσοι γνωρίζουν κάτι σχετικό με την υπόθεση, να ‘ρθουν να μας το πουν. Αυτοί που δεν τολμούν να παρουσιαστούν μπροστά μας, να τον καταγγείλουν, θα είναι καταραμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Το κορμί τους να βγάλει τις πληγές του Φαραώ και τα παιδιά τους, όπως και τα παιδιά των παιδιών τους, θα διψούν και δε θα βρίσκουν νερό…»
 Μετά από τέτοιες κατάρες, οι κήρυκες είχαν καταντήσει ο τρόμος και ο φόβος του κόσμου. Σαν αποτέλεσμα όλου αυτού ήταν όποιος ήξερε για τον ένοχο κάτι να το λέει δημόσια, δηλαδή να «του τα βγάζει στη φόρα» όπως κατάντησε να λέγεται τότε.
 Με αυτό τον τρόπο θα έμενε μακριά από τις κατάρες και θα είχε τη συνείδηση του ήσυχη…»

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: , | 2 Σχόλια

Μαθήματα εκμάθησης bendir (μπεντίρ) και daff (νταφ).

Το χαρακτηριστικό με το νταφ είναι τα δαχτυλίδια στην εσωτερική του πλευρά που δίνουν μια άλλη διάσταση.

Το χαρακτηριστικό με το νταφ είναι τα δαχτυλίδια στην εσωτερική του πλευρά που δίνουν μια άλλη διάσταση.

Στο πλαίσιο ανέλιξης της τεχνικής αφήγησης των παραμυθιών από την ομάδα των Παραμυθάδων, πρόκειται να πραγματοποιηθεί άμεσα σεμινάριο εκμάθησης κρουστών οργάνων. Σκοπός του σεμιναρίου είναι να αποκτήσουμε μια επαφή με τα συγκεκριμένα όργανα τα οποία θα μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε συνοδευτικά στην διάρκεια της αφήγησης.

Το σεμινάριο που θα είναι μία φορά την εβδομάδα θα διαρκέσει μέχρις ότου οι συμμετέχοντες φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ενώ το κόστος του θα εξαρτηθεί από το ενδιαφέρον των συμμετεχόντων. Για δηλώσεις συμμετοχής απευθυνθείτε στο info@paramythades.org και για περισσότερες πληροφορίες ή διευκρινίσεις στο 6946 816535 και 6948 352915 (Χρήστος Τσίρκας).

bendir

 

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά!

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που ακόμα οι άνθρωποι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές, και τις καρδιές τους ορθάνοιχτες, ένας θαλασσοδαρμένος καπετάνιος, κάτοικος ενός μικρού και απόμερου νησιού, ζούσε απολαμβάνοντας την ζωή του. Μοναδική του περιουσία, ήταν το καράβι του. Καράβι γέρικο μα και γερό, που πέρασε με τα χρόνια από τον παππού του στον πατέρα του και τέλος σ’ αυτόν. Μ’ αυτό το καράβι ταξίδευε και γυρνούσε τα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα κι έτσι έβγαζε χρήματα με τα οποία βοηθούσε τους φίλους του και τους αγαπημένους του συγγενείς μιας και ήταν μόνος…χωρίς οικογένεια.

Ήτανε χειμώνας, Νοέμβρης μήνας κι ο καπετάνιος είχε μπαρκάρει για ένα ακόμα ταξίδι. Αργά το μεσημέρι έδεσε σε κάποιο λιμάνι. Αφού ξεφόρτωσε και τακτοποίησε τα οικονομικά, έψαξε να βρει κάποιο εστιατόριο να φάει. Στο μοναδικό που συνάντησε εκεί κοντά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν άδειο, δίχως κόσμο κι ο εστιάτορας συγύριζε τα τραπέζια.

Καλησπέρα εστιάτορα. Τι καλό έχεις να φάω;

…ρώτησε ο καπετάνιος βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο του και στρώνοντας τα γκρίζα του μαλλιά.

Τέτοια ώρα που ήρθες καπετάνιε, δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Όλα τα φαγητά, μου τελείωσαν. Λυπάμαι.

…απάντησε ο εστιάτορας και συνέχισε να συγυρίζει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Ο καπετάνιος γύρισε να φύγει μα μόλις έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον εστιάτορα και του παρακάλεσε:

Πεινάω πολύ και μου είναι δύσκολο να τρέχω για να βρω κάτι να φάω. Θα σου ήμουν υπόχρεος αν φρόντιζες εσύ για αυτό. Δεν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις. Κάνε μου κάτι απλό και γρήγορο.

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε τώρα πολύ ζεστή και οικεία κι ο εστιάτορας αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, του απάντησε με εξίσου καλοσυνάτη φωνή…

Για στάσου…νομίζω ότι πίσω στην αποθήκη πρέπει να έχω κάτι βραστά αβγά που μου φέρανε χθες από το διπλανό χωριό. Ελπίζω με αυτά να βολευτείς.

Μια χαρά είναι κι αυτά. Κόψε και λίγη ντοματούλα, λίγο τυράκι και πιάσε μια κανάτα κόκκινο κρασί.

Ο εστιάτορας έφυγε πίσω στην αποθήκη της κουζίνας κι ο καπετάνιος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα ώστε να βλέπει τον κόσμο που περνούσε πάνω-κάτω στο δρόμο. Έβγαλε το τσιμπούκι του από την τσέπη, το γέμισε με λίγο καπνό από το σακουλάκι που φύλαγε στον κόρφο του και το άναψε. Δεν πρόλαβε να τραβήξει δυο ρουφηξιές κι ο εστιάτορας γύρισε από πίσω, με ένα πιάτο που όμως, είχε μόνο τέσσερα καθαρισμένα αβγά και λίγο ψωμί. Μαζί έφερε και μια κανάτα κόκκινο μυρωδάτο κρασί.

4 αβγά

Λυπάμαι, αλλά τελικά ντομάτα και τυρί δεν έχει…κι αυτά μου τελείωσαν.

Ανακοίνωσε ο εστιάτορας στον καπετάνιο που δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ τελικά. Με το που ξεκίνησε να τρώει, ένας από του ναύτες του καραβιού μπούκαρε στο μαγαζί αλαφιασμένος.

Καπετάνιε μου, πρέπει να έρθεις αμέσως στο καράβι. Έβγαλε φουρτούνα απρόσμενα. Δυνατή…τόσο δυνατή που ταρακούνησε το καράβι μας, σα να ήταν καρυδότσουφλο. Έκοψε τα παλαμάρια και τώρα κινδυνεύει να βυθιστεί.

Με το που άκουσε ο καπετάνιος το άσχημο νέο, παράτησε σύξυλος τα πάντα και πετάχτηκε ευθύς. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε στο δρόμο τρέχοντας. Μα πάνω στην βιασύνη του, ξέχασε να πληρώσει τον εστιάτορα. Έφτασε στο λιμάνι και αντίκρισε το καράβι του να πλέει έρμαιο δίχως να μπορεί κάνεις να το κουμαντάρει. Βουτάει στα κρύα νερά και γρήγορα-γρήγορα κολυμπάει προς αυτό. Ανεβαίνει πάνω του κι αφού δεν έχει πια σκοινιά για να το δέσει στην προκυμαία και μιας η δουλειά του είχε τελειώσει εκεί, αποφάσισε να φύγει για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασαν κάποια χρόνια…τέσσερα-πέντε θαρρώ κι ο καπετάνιος βρέθηκε ξανά σ’ εκείνο το λιμάνι… μ’ άλλο φορτίο αυτή τη φορά. Μόλις όμως πάτησε το πόδι του στην στεριά, θυμήθηκε την ιστορία που είχε ζήσει εκεί και το χρέος που είχε αφήσει στον εστιάτορα. Ο καπετάνιος ήταν τίμιος άνθρωπος και δεν ήθελε να χρωστάει πουθενά και σε κανέναν και μια και δυο κίνησε για το εστιατόριο για να ξοφλήσει. Όταν πέρασε την πόρτα, ο εστιάτορας συγύριζε και πάλι, όπως τότε. Γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο και δεν άργησε να τον θυμηθεί.

Φίλε μου, σου ζητώ συγνώμη που τότε έφυγα άρον-άρον και χωρίς να σε πληρώσω, μα ήταν ανάγκη μεγάλη και στην σκοτούρα που είχα δεν μπόρεσα να σκεφτώ κι εσένα. Πες μου όμως τώρα τι σου χρωστώ για να σε ξεπληρώσω.

Δεν πειράζει καπετάνιο μου. Άνθρωποι είμαστε κι ανθρώπινα αυτά που μας συμβαίνουν. Το είχα ξεχάσει το χρέος σου…μιας και ήρθες όμως, μισό λεπτό να σου πω πόσα μου χρωστάς.

Ο εστιάτορας έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι τράβηξε από το αφτί του. Έκατσε σε μια καρέκλα και άρχισε να κάνει κάτι υπολογισμούς. Υπολόγιζε…υπολόγιζε…έγραφε…γυρνούσε σελίδα στο μπλοκάκι και ξαναέγραφε…και κάποια στιγμή σηκώθηκε και πλησιάζοντας τον καπετάνιο του είπε:

Καπετάνιε, πριν πέντε χρόνια περίπου, έφαγες στο μαγαζί μου τέσσερα βραστά αβγά. Αν αντί για σένα, τα είχα δώσει σε μια κότα να τα κλωσήσει, θα μου έδινε τέσσερα κοτόπουλα ίσως και κανέναν κόκορα. Με την σειρά τους οι κότες, θα μου γεννούσαν άλλα αβγά κι από αυτά τα αβγά θα έβγαιναν άλλες κότες κι άλλα κοκόρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, τα χρήματα που πρέπει να μου δώσεις είναι τόσα που ακόμα και το καράβι σου να πουλήσεις, δεν με ξοφλάς…θα πρέπει να βάλεις κι άλλα χρήματα από πάνω.

Ο καπετάνιος δεν πίστευε στα αφτιά του με αυτά που άκουγε. Νόμισε ότι ο εστιάτορας του έκανε αστείο. Μα όχι, δεν ήταν αστείο. Ο εστιάτορας σοβαρολογούσε και θεώρησε πως ο υπολογισμός για τον λογαριασμό που έκανε, ήταν δίκαιος και σωστός.

Έτσι έχουν τα πράγματα καπετάνιε μου και είτε μου τα πληρώνεις με το καλό ή τρέχουμε στα δικαστήρια να βρούμε το δίκιο μας.

Ο εστιάτορας ήταν αμετάπειστος και δεν σήκωνε κουβέντα. Από την άλλη ο καπετάνιος πείσμωσε και αρνιότανε να πληρώσει γιατί θεώρησε παράλογα όλα αυτά που λογάριασε ο εστιάτορας.

Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν…

…του αποκρίθηκε ο καπετάνιος κι έφυγε από το μαγαζί θυμωμένος κι εξοργισμένος. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκε σε απόγνωση γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Κινδύνευε να χάσει το καράβι και το βιος του αν ο δικαστής συμφωνούσε με τα λόγια του εστιάτορα. Θα μπορούσε βέβαια να σαλπάρει και ποτέ του ξανά να μην πατήσει το πόδι του σ’ εκείνο το λιμάνι. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και δεν ήθελε οι άλλοι να του λερώσουνε το όνομα αποκαλώντας τον απατεώνα.

Ένα βράδυ, ο καπετάνιος περνούσε την ώρα του σε ένα καπηλειό, πίνοντας κρασί και προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιδράσει. Σε ένα διπλανό τραπέζι καθότανε ένας γεράκος μ’ ένα μυτερό και γκρίζο μούσι. Με μαύρα κοκάλινα γυαλιά στα μάτια κι ένα καφέ σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε ένα φθαρμένο γκρι σακάκι, δίχως κουμπιά και στους αγκώνες του ήταν ραμμένα μπαλώματα. Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγες πως είναι κάποιος κακομοίρης…κάποιος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και τον κέρασε ένα κανάτι κρασί κι ο γεράκος τον ευχαρίστησε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι του. Εκεί και πάνω στην κουβέντα ο καπετάνιος του είπε όλη την ιστορία και όλο του τον καημό. Κι ενώ τα κανάτια με το κρασί πηγαίναν κι έρχονταν στο τραπέζι, ο γεράκος κάποια στιγμή είπε του καπετάνιου…

Μην σκας καπετάνιε κι εγώ, έχω την λύση στο πρόβλημα σου. Ούτε το βιος σου να χάσεις, μα μήτε το καράβι σου. Εμένα που με βλέπεις κατέχω την δικηγορική κι εγώ θα έρθω στον δικαστή να σε υπερασπιστώ. Εσύ να κοιτάς την υγειά σου κι όλα τα άλλα άστα σε μένα.

Κι αφού ήπιε και το τελευταίο ποτήρι κρασί, ο γεράκος σηκώθηκε, φόρεσε την σκούφια του, χαιρέτισε τον καπετάνιο κι έφυγε από το καπηλειό δίνοντας ραντεβού μαζί του, την ημέρα της δίκης.

Οι μέρες κύλησαν γοργά κι έφτασε η στιγμή που καπετάνιος κι εστιάτορας θα έπρεπε να σταθούν απέναντι από τον δικαστή κι αυτός με την σειρά του να αποφασίσει ποιος από τους δυο είχε δίκιο. Η ώρα της δίκης πλησίαζε μα ο γεράκος που θα υπερασπιζότανε τον καπετάνιο δεν έλεγε να φανεί. Ο καπετάνιος άρχισε να ανησυχεί και να μονολογεί συνέχεια…

Μα τι βλακεία μου…πως εμπιστεύτηκα την τύχη μου σε ένα γέρο-μεθύστακα. Τώρα θα τα χάσω όλα και θα φταίω εγώ γι’ αυτό.

Λίγο πριν το μεσημέρι κι ενώ ο δικαστής κόντευε να τελειώσει με τις υπόλοιπες υποθέσεις, να ‘σου κι εμφανίζεται ανέμελος και τραγουδώντας ο γεράκος. Φρεσκοξυρισμένος και με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο στο χέρι, πέρασε την πόρτα του δικαστηρίου σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλοι αντιδράσανε και πρώτος-πρώτος ο δικαστής που τον επέκρινε λέγοντάς του ότι άργησε αδικαιολόγητα.

Όχι κι αδικαιολόγητα…

…απάντησε ο γεράκος, παίρνοντας τώρα ένα λυπημένο ύφος και καμπουριάζοντας. Σήκωσε δειλά τα μάτια προς τον δικαστή και του είπε:

Για όλα φταίει η γυναίκα μου κύριε δικαστή. Εχθές το πρωί, είχα αγοράσει πέντε κιλά κουκιά κι η γυναίκα μου τα έβρασε όλα. Φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε το βράδυ, φάγαμε και σήμερα το πρωί, αλλά πέντε κιλά είναι πάρα πολλά και δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. Θα χαλούσαν αν τα αφήναμε. Τότε όμως σκέφτηκα, για να μην πάνε χαμένα, να τα φυτέψω σ’ ένα χωράφι που έχω. Αυτά με την σειρά τους, μόλις θα ερχότανε η άνοιξη, θα μου δίνανε τόσα κουκιά καινούργια που θα χρειαζόμουνα μια αποθήκη ολάκερη για να τα βάλω. Επίσης θα έπρεπε να βρω κι άλλα χωράφια για να φυτέψω τα καινούργια και μετά κι άλλες αποθήκες. Όπως καταλαβαίνετε, χωρίς να το θέλω, άνοιξα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σήμερα κιόλας. Γι’ αυτό και άργησα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο γεράκος και γέλια ξέσπασαν σε όλη την αίθουσα του δικαστηρίου. Πρώτος και καλύτερος γέλασε ο εστιάτορας που γύρισε στη συνέχεια και του είπε:

Βρε μπας και τα ήπιες πρωί-πρωί; Τι κάθεσαι και μας αραδιάζεις και μας λες; Είναι δυνατόν να φυτέψεις βραστά κουκιά και να περιμένεις από αυτά να βγάλουνε καρπούς και να σου δώσουνε κι άλλα κουκιά; Βρες καλύτερα άλλη δικαιολογία.

Και πάλι ξέσπασαν όλοι σε γέλια, μα τότε, ο γεράκος αντί να μαζευτεί και να το βουλώσει, στύλωσε το κορμί του, γυάλισε το μάτι του, χαμογέλασε κι απάντησε στον εστιάτορα:

Εσύ το λες αυτό εστιάτορα; Εσύ που σέρνεις τον καπετάνιο στο δικαστήριο ζητώντας του μια περιουσία, που λες, ότι κοστίζουν τέσσερα βραστά αβγά που αν δεν τα έτρωγε ο καπετάνιος, θα τα έδινες σε μια κότα να τα κλωσήσει κι αυτά θα έβγαζαν κοτόπουλα και κοκόρια που στην συνέχεια θα γεννούσαν άλλα αβγά, άλλα κοτόπουλα και κοκόρια και πάει λέγοντας! Αφού λοιπόν από ένα βραστό αβγό μπορεί να γεννηθεί μια κότα, γιατί κι από ένα βραστό κουκί να μην μπορεί να βγει ένα άλλο κουκί;

Όλοι πάγωσαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η σιωπή κράτησε για λίγα λεπτά και μόνο ο δικαστής την έσπασε λέγοντας.

Την πήρα την απόφασή μου. Ο καπετάνιος έφαγε τέσσερα βραστά αβγά. Από πέντε δραχμές το ένα, μας κάνουν είκοσι δραχμές. Έφαγε και λίγο ψωμί και ήπιε μια καράφα κρασί, άλλες δώδεκα δραχμές, οπότε έχουμε τριάντα δύο δραχμές. Ας δώσει και οχτώ δραχμές για τους τόκους, δηλαδή στο σύνολο σαράντα δραχμές. Αυτό είναι το χρέος του καπετάνιου απέναντι στον εστιάτορα.

Ο καπετάνιος πετάχτηκε από την χαρά του ευχαριστώντας τον δικαστή για την απόφασή του, ενώ από την χαρά του άρχισε να φιλάει τον έξυπνο γεράκο. Γύρισε στην συνέχεια προς τον εστιάτορα που συνοφρυωμένος πλέον κοιτούσε γύρω του και του είπε:

Ορίστε οι σαράντα δραχμές σου και πάρε ακόμα χίλιες δραχμές για να κερνάς όλο τον επόμενο χρόνο τον φίλο μου τον δικηγόρο, όσο κρασί σου ζητάει.

Και λέγοντας αυτά, καπετάνιος και γεράκος, φύγανε αγκαλιασμένοι προς την προκυμαία που είχε το καράβι του ο καπετάνιος κι εκεί αποχαιρετίστηκαν δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλον να ανταμώσουν σύντομα…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Σε εκδήλωση του Φιλοζωϊκού Σωματείου «Αίσωπος».

ΦΙΛΟΖΩΙΚΟΣ2Το περασμένο Σάββατο 5 του Οκτώβρη, η ομάδα των παραμυθάδων προσκλήθηκε να πλαισιώσει την εκδήλωση του φιλοζωικού συλλόγου «Αίσωπος» που πραγματοποιήθηκε στον πεζόδρομο μπροστά από την τράπεζα Ελλάδος. Αν και δεν υπήρξε ιδιαίτερη προσέλευση παιδιών, κάναμε φιλίες με έναν πανέμορφο σκύλο που με υπομονή δέχτηκε τα χάδια και τα πειράγματά μας και μας έκανε την τιμή να φωτογραφηθεί μαζί με τους μικρούς και μεγάλους παραμυθάδες που βρεθήκαμε εκεί.

 ΦΙΛΟΖΩΙΚΟΣ1

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Χειμωνιάτικες μπλούζες των Παραμυθάδων!

Μιας και το κρύο μπήκε για τα καλά στις μέρες μας, ξεκινάμε τις παραγγελίες μας για τις χειμερινές μπλούζες των μελών και φίλων της ομάδας. Μέχρι 15 Οκτωβρίου θα περιμένουμε να δηλώσετε όσοι θέλετε να παραγγείλετε την μπλούζα είτε με αποστολή στο e-mail: info@paramythades.org, είτε αφήνοντας εδώ την πρόθεσή σας γράφοντας το όνομά σας και το μέγεθος.
Καλό χειμώνα να έχουμε…

μπλούζα μπροστάΜπλούζα πίσω

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Σε παιδιά του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων»

Νωρίς σήμερα το απόγευμα, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Διδυμαίος Απόλλων» πραγματοποίησε τον ετήσιο αγιασμό στην αίθουσά του που βρίσκεται στο χωριό Γέροντας του νομού Καβάλας. Εκεί παραβρέθηκε το μέλος των Παραμυθάδων Χρήστος Τσίρκας, καλεσμένος του συλλόγου για μια πρώτη επαφή των παιδιών με τον κόσμο του παραμυθιού.

Αρχικά, έγινε μια αναφορά στην ιστορία των παραμυθιών και τον μέγα μυθοποιό και μυθοπλάστη όλων των εποχών, Αίσωπο. Ακολούθησαν οι μύθοι του «Ο ποντικός του αγρού και ο ποντικός της πόλης» και «ο ψεύτης βοσκός». Στην συνέχεια ακούστηκε το παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», για να ολοκληρώσουμε το σύντομο ταξίδι με ένα ινδιάνικο παραμύθι και συγκεκριμένα την «νυχτερίδα».

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την δραματοποίηση αρχικά του παραμυθιού «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», και στη συνέχεια του «ψεύτη βοσκού» που παρουσιάστηκε εξ’ ολοκλήρου από τα παιδιά (προετοιμασία, συντονισμός και εκτέλεση).

Καλή σχολική χρονιά στα παιδιά αλλά και καλή επιτυχία στις δράσεις του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.