Την περασμένη Τετάρτη 23 Οκτωβρίου, τα μέλη της ομάδας των Παραμυθάδων, Χρήστος Τσίρκας και Απόστολος Τσομπανόπουλος, αποδέχτηκαν την πρόσκληση του Νίκου Γενικόπουλου και παραβρέθηκαν στην τηλεόραση της Πρωινής, παρουσιάζοντας τις δράσεις της ομάδας για το επόμενο διάστημα, καθώς και το «Παραμυθι…ΖΩ», το πρώτο ελληνικό δικτυακό παιχνίδι με θέμα τα παραμύθια που δημιουργήθηκε από τους Παραμυθάδες.
Author Archives: Χρήστος Τσίρκας
Παραμυθι…ΖΩ για παραμύθια!
Το Παραμυθι…ΖΩ είναι -όπως έχουμε ξαναγράψει- ένα διαδικτυακό παιχνίδι με πρωταγωνιστή τα παραμύθια. Παραμύθια της προφορικής παράδοσης από την Ελλάδα, αλλά κι από άλλες χώρες του κόσμου. Είναι προϊόν και δημιούργημα της ομάδας μας και γι’ αυτό αισθανόμαστε ιδιαίτερη χαρά και υπερηφάνεια.
Το παιχνίδι, αν και κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο το τελευταίο διάστημα, έχει ήδη βρει ανταπόκριση. Στόχος μας, είναι να το κοινωνήσουμε σε περισσότερους συλλόγους, εκπαιδευτικούς, γονείς και φίλους, να το διαδώσουμε ώστε να φτάσει στους ενδιαφερόμενους αποδέκτες που μπορεί να είναι τα παιδιά ή και γενικότερα οι λάτρεις των παραμυθιών. Αυτήν την στιγμή, το παιχνίδι απαρτίζεται από 250 περίπου ερωτήσεις που αφορούν 60 παραμύθια που έχουν ήδη αναρτηθεί στην σελίδα μας. Ο ρόλος του καθενός είναι διπλός. Είτε ως παίχτη, είτε ως δημιουργού. Ως παίχτης, δεν χρειάζεται κάποια εξήγηση. Ως συν-δημιουργός όμως, μπορεί να προσθέσει ο καθένας το λιθαράκι του. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να θέσει κάποια ερώτηση σχετική με κάποιο από τα παραμύθια της σελίδας μας, δίνοντας ταυτόχρονα και τέσσερις πιθανές απαντήσεις -εκ των οποίων η μία θα είναι η σωστή. Εφόσον η η ερώτηση με τις απανατήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις, περνάει από έγκριση και ανεβαίνει αυτομάτως στο παιχνίδι.
Μπες λοιπόν στο παιχνίδι, παίξε, ανακάλυψε, δημιούργησε, γίνε κι εσύ ένας ήρωας των παραμυθιών!
Πάνε με στο παιχνίδι!!!
Ζωγραφιές από το συρτάρι (μέρος 3ο)
Στην προσπάθεια να οργανώσουμε το χώρο μας, ανακαλύψαμε κάποιες παλιές ζωγραφιές παιδιών που κάνανε με αφορμή παραμύθια που τους αφηγηθήκαμε στις συναντήσεις μας. Τις ανεβάζουμε και σας τις παρουσιάζουμε…
Με αφορμή το παραμύθι “Η ιστορία ενός καλοψημένου τηγανόψωμου” των Ασμπγιόρνσεν Π. Κρ. και Μόε Γ., ο Θοδωρής μας ζωγράφισε:
Η φίλη μας η Εύη, εμπνεύστηκε από το παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Η Μαρούλα»…
Ζωγραφιές από το συρτάρι (μέρος 2ο)
Στην προσπάθεια να οργανώσουμε το χώρο μας, ανακαλύψαμε κάποιες παλιές ζωγραφιές παιδιών που κάνανε με αφορμή παραμύθια που τους αφηγηθήκαμε στις συναντήσεις μας. Τις ανεβάζουμε και σας τις παρουσιάζουμε…
Με αφορμή τον μύθο του Αισώπου «Ο ψεύτης βοσκός»:
Ζωγραφιές από το συρτάρι (μέρος 1ο)
Στην προσπάθεια να οργανώσουμε το χώρο μας, ανακαλύψαμε κάποιες παλιές ζωγραφιές παιδιών που κάνανε με αφορμή παραμύθια που τους αφηγηθήκαμε στις συναντήσεις μας. Τις ανεβάζουμε και σας τις παρουσιάζουμε…
Με αφορμή το παραμύθι «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα»:
Η ντουλάπα του βασιλιά όπως την φαντάστηκε ο Νίκος
ο βασιλιάς με τα ρούχα του;;;;;;;;;
Ο βασιλιάς παρελαύνει με τα … καινούργια του ρούχα
Ο βασιλιάς του παραμυθιού με τα μάτια του Αλέξανδρου.
Κάλεσμα για παράσταση με παραλογές!
Το «Θέατρο Κύκλος» και η Ομάδα Μελέτης, Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού «Οι Παραμυθάδες», απευθύνουν κάλεσμα σε όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην παράσταση που πρόκειται να πραγματοποιήσουμε υπό τον τίτλο «Καταλόγια III» και βασίζεται σε τέσσερις παραλογές. Πιο συγκεκριμένα είναι : «Της μάνας φόνισσας», «Του νεκρού αδερφού», «Του γιοφυριού της Άρτας» και «Της κακιάς πεθεράς».
Η συνάντηση θα γίνει την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013 στον χώρο των Παραμυθάδων στην Εμμανουήλ Μπενάκη 43.
Πρόκειται για μια ιδέα του ηθοποιού και σκηνοθέτη Θοδωρή Οικονομίδη που έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν στην Ελλάδα και πόλεις του εξωτερικού, ενώ τώρα θα επιχειρήσουμε μια τρίτη προσέγγιση των συγκεκριμένων παραλογών, υπό την διδασκαλία και καθοδήγησή του, ο οποίος θα υπογράψει και την σκηνοθετική επιμέλεια.
Ένα σύντομο βιογραφικό του Θ. Οικονομίδη:
Γεννήθηκα το 1972 στην Καλλιράχη της Θάσου. Αποφοίτησα από τη Δραματική Σχολή του Κ. Θ. Β. Ε. το 1997. Έχω συνεργαστεί με τους θιάσους του Εθνικού Θεάτρου για τρία χρόνια (2007-2010), του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (2000-2006) και άλλες σκηνές όπως: Νέες Μορφές, Θέατρο Άλμα, Θέατρο Πολιτεία, Πειραματική Σκηνή, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, Θέατρο Χώρα κ.α.( συμμετοχή σε 31 θεατρικές παραγωγές).
Έχω παίξει σε θεατρικές παραστάσεις με σκηνοθέτες τους: Ανδρέα Βουτσινά, Κώστα Καζάκο, Βίκτωρα Αρδίτη, Σωτήρη Χατζάκη, Γιάννη Ρήγα, Διαγόρα Χρονόπουλο, Αντρέ Σερμπάν, Χρίστο Βαλαβανίδη, Χρίστο Λίγκα, Πέτρο Σεβαστίκογλου..
Συμμετοχές σε Διεθνή Φεστιβάλ σαν ηθοποιός-σκηνοθέτης-παραγωγός.
–Euro Art Festival..( Blagoevgrad, Βουλγαρία,2006) Απόκοπος
–Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (2002,2003,2004,2006,2007,2010)
–Dialog Festival (Πολωνία 2007) Γκόλφω.
–Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθεάτρου και Παντομίμας (Κιλκίς 2007, Λευκωσία 2009) Γκόλφω reloaded.
-Toronto Modern Theater Festival (Καναδά 2007) Γκόλφω.
–43o Kontrapunkt International Festival στο Szczecin (Πολωνία 2008) Γκόλφω
–40ο Τeatterikesa International Theatre Festival στο Τampere (Φιλανδία 2008)
–Sibiu International Theatre Festival. Καταλόγια (Ρουμανία 2009)
–Sani Festival (Χαλκιδική 2010) Καταλόγια
–Φεστιβάλ Φιλλίπων-Θάσου (Αρχαίο Θέατρο Λιμένα 2012) Καταλόγια
Τα τελευταία επτά χρόνια ασχολούμαι με την σκηνοθεσία θεάτρου. Μια από τις πρόσφατες δουλειές μου είναι τα «Καταλόγια», παράσταση που βασίζεται πάνω σε γνωστές παραλογές με τη χρήση κούκλας, μάσκας και ζωντανής μουσικής.
Απο το 2012 ζω στην Θάσο όπου δραστηριοποιούμαι σε σχέση με την παραγωγή και σκηνοθεσία θεάτρου, τη μουσική και την θεατρική αγωγή.
Το 2010 ίδρυσα την Εταιρεία Θεάτρου Κύκλος που αυτή τη στιγμή εδρεύει στη Θάσο με βασικούς στόχους: ανάπτυξη του θεάτρου στην περιφέρεια, αξιοποίηση του αρχαίου θεάτρου, δημιουργία τοπικού θιάσου και σχολείου θεατρικής τέχνης στο νησί. Δημιούργησα και λειτουργώ σε συνεργασία με τους πολιτιστικούς συλλόγους και τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων του νησιού, θεατρικές ομάδες παιδιών, αλλά και ενηλίκων, στην Ποταμιά στο Λιμένα στον Πρίνο και στην Καλλιράχη. Με ταλαντούχους νέους του νησιού έχουμε δημιουργήσει την θεατρική ομάδα Ataladus με την οποία την άνοιξη του 2013 παρουσιάσαμε την πρώτη μας δουλειά, την κωμωδία «Τα Μπουλούκια» που παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία σε όλο το νησί στο πλαίσιο της καλοκαιρινής μας περιοδείας.
Επίσης μαζί με τον μουσικό Α. Ζαγοριανό λειτουργούμε το Θεατρικό Αναλόγιο Θάσου με πρώτη δουλειά «Τα λόγια της Πλώρης» του Α. Καρκαβίτσα σε αναλογιακή μορφή και ετοιμάζουμε την μουσικοθεατρική Βιογραφία «Ταξιδεύοντας με τον Καββαδία».
Τον Οκτώβριο του 2013 οργάνωσα και παρουσίασα το 1ο Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου Θάσου με συμμετοχή τεσσάρων ομάδων παιδικού θεάτρου του νησιού, των Παραμυθάδων της Καβάλας και αρκετών επίτιμων ομιλητών.
Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο!
Η γριά κατσίκα που ξεγέλασε το λιοντάρι.
Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –
Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.
Στα χρόνια τα παλιά, που τα ζώα είχαν κι αυτά μιλιά που ήταν κατανοητή σε εμάς τους ανθρώπους, μια κατσίκα ζούσε κοντά σε ένα πυκνό δάσος. Είχε γεράσει και αδυνατούσε να ακολουθεί συνέχεια το κοπάδι της. Πάντα έμενε πίσω και προχωρούσε μοναχή.
Μια μέρα, ο βοσκός που είχε βγάλει το κοπάδι για βοσκή, έγειρε στην σκιά ενός δέντρου για να ξαποστάσει. Εκεί όμως, τον πήρε ο ύπνος και καθώς ήταν κουρασμένος, ξύπνησε αργά το μεσημέρι. Όταν συνειδητοποίησε την ώρα που είχε περάσει, μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τα κατσίκια του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μα η γριά κατσίκα, δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό κι έτσι την βρήκε το σκοτάδι μέσα στο δάσος. Μη ξέροντας προς τα που να πάει, αποφάσισε να βρει ένας ασφαλές μέρος για να περάσει το βράδυ της χωρίς να κινδυνεύσει από τα άγρια ζώα.
Όπως περπατούσε, αντίκρισε μια σπηλιά σε έναν βράχο που τον έκρυβε ένας λόφος. Κίνησε προς τα εκεί μα όταν έφτασε, ανακάλυψε πως ήταν η φωλιά ενός τεράστιου και άγριου λιονταριού. Τα έχασε και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν γύριζε την πλάτη της προσπαθώντας να φύγει το λιοντάρι θα την ορμούσε στα σίγουρα και θα την έτρωγε. Τότε, αποφάσισε να ρισκάρει και να λειτουργήσει με πονηριά.
Το λιοντάρι από την άλλη, μόλις την είδε να μπαίνει στην φωλιά του, απόρησε για το θάρρος της. Κανένα άλλο ζώο δεν τολμούσε να πλησιάσει την σπηλιά. Όλα φοβόντουσαν το λιοντάρι. Έτσι, την ρώτησε απορημένος…
Ποια είσαι εσύ που δεν με φοβάσαι και μπαίνεις με αυτό το θράσος στην σπηλιά μου;
Είμαι η βασίλισσα των κατσικιών. Χρόνια ολόκληρα τώρα, εξουσιάζω τη φυλή μας. Επειδή όμως τα χρόνια περνάνε, πρέπει να πραγματοποιήσω την υπόσχεση που είχα δώσει την μέρα που με χρίσανε βασίλισσα.
Και τι υπόσχεση είχες δώσει;
…ρώτησε το λιοντάρι που δεν πίστευε στα ματιά του.
Όταν έγινα βασίλισσα, υποσχέθηκα ότι πριν πεθάνω πρέπει να φάω πενήντα τίγρεις, τριάντα ελέφαντες και δέκα λιοντάρια. Μέχρι τώρα έφαγα τις τίγρεις και τους ελέφαντες. Μόλις ξεκίνησα να ψάχνω για λιοντάρια κι ευτυχώς που βρήκα εσένα. Θα είσαι το πρώτο μου λιοντάρι.
Το λιοντάρι μόλις άκουσε την τρελή υπόσχεση της κατσίκας τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Έτσι καθώς έτρεχε, συνάντησε στον δρόμο ένα τσακάλι. Το τσακάλι τα έχασε που είδε το λιοντάρι τόσο φοβισμένο να τρέχει και το ρώτησε τι συμβαίνει. «Το και το»…το λιοντάρι, εξήγησε στο τσακάλι την όλη ιστορία κι όταν τέλειωσε, το τσακάλι έβαλε τα γέλια.
Χα,χα,χα…πρώτη μου φορά ακούω κάτι τέτοιο. Είμαι σίγουρος πως κάτι βρομάει εδώ. Πάμε να μου δείξεις αυτή τη βασίλισσα των κατσικιών.
Λιοντάρι και τσακάλι, επιστρέφουν μαζί στην σπηλιά, ενώ η κατσίκα βρισκόταν ακόμα εκεί. Με το που πέρασαν την σπηλιά και στάθηκαν απέναντί της, η κατσίκα ψύχραιμη, πλησίασε προς το μέρος τους και με αυστηρή φωνή αποκρίθηκε προς το τσακάλι.
Τι πράγματα είναι αυτά τσακάλι; Εγώ σε διέταξα να ψάξεις και να μου φέρεις δέκα λιοντάρια κι εσύ μου φέρνεις μόνο ένα. Με απογοητεύεις. Θα με αναγκάσεις να φάω κι εσένα.
Το λιοντάρι, μόλις άκουσε τα λόγια της κατσίκας, πίστεψε ότι το τσακάλι τον κορόιδεψε και ότι τον οδήγησε σε παγίδα κι όρμησε πάνω του να τον κατασπαράξει. Εκείνη την ώρα η κατσίκα βγήκε από την σπηλιά κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με όση αντοχή είχε, ενώ το τσακάλι και το λιοντάρι πολεμούσε το ένα το άλλο.
Ο Μπάνυα από την Ταϋλάνδη – Πρώτο και δεύτερο γράμμα.
Το παρακάτω κείμενο – γράμμα, είναι παρμένο από το βιβλίο των εκδόσεων «Άγκυρα» με τίτλο «Ο Μπάνυα από την Ταϋλάνδη γράφει γράμματα στα παιδιά όλου του κόσμου». Η ανάρτησή του στην σελίδα μας σχετίζεται με την Διεθνή Ημέρα για την εξάλειψη της φτώχιας που έχει οριστεί από τον ΟΗΕ να τιμάται την 17η Οκτωβρίου κάθε χρόνου. Οι Παραμυθάδες, δανειστήκαμε το βιβλίο από την παιδική βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, προκειμένου να το εντάξουμε στην παρουσίασή μας που θα κάνουμε την Τρίτη 29 Οκτωβρίου στο πλαίσιο των μηνιαίων επισκέψεών μας στην παιδική βιβλιοθήκη. Την μέρα εκείνη το θέμα μας θα είναι η εξάλειψη της φτώχιας και αφού διαβάσουμε τα τέσσερα γράμματα του Μπάνυα (εδώ αναρτούμε μόνο τα δύο σεβόμενοι τα πνευματικά δικαιώματα), θα συζητήσουμε με τα παιδιά πάνω στο θέμα αυτό, ενώ θα ακολουθήσουν και παραμύθια σχετικά με το ίδιο θέμα.
Η ταυτότητα του συγκεκριμένου βιβλίου έχει ως έξης:
Τίτλος: «Ο Μπάνυα από την Ταϋλάνδη γράφει γράμματα στα παιδιά όλου του κόσμου»
Συγγραφέας: Γκερντ Σιμόν
Μετάφραση κειμένου: Καίτη Καμμένου
Εικονογράφηση-Καλλιτεχνική επιμέλεια: Σούλα Δεδε-Νασίκα
Φωτογραφίες: Πέτρος Μακρής – UNICEF
Τυπογραφική διόρθωση: Αλίκη Βρανά
Επιμέλεια έκδοσης: Αναστασία Παπαδημητρίου-Μπιρμπίλη
Εκδόσεις: Άγκυρα (1986)
Πρώτο γράμμα
Αγαπητά παιδιά όλου του κόσμου.
Κατοικώ σε αγροτική περιοχή. Το σπίτι μας είναι δίπλα σε ένα ποτάμι που το λέμε «Μάνα του νερού». Αυτό το ποτάμι, μας φέρνει δροσερό νερό και κυλάει τεμπέλικα παρακάτω. Έχω τέσσερα αδέρφια. Τη Νόι, τον Τσανγκ, τον Νονγκ και τον μικρότερο Λεκ. Όλοι εμείς αγαπούμε το ποτάμι γιατί δίνει στην μάνα μας νερό για να βράζει το ρύζι και γιατί μπορούμε να κολυμπάμε και να παίζουμε στα νερά του. Μας διασκεδάζει μάλιστα και να πλενόμαστε καθώς την ώρα εκείνη μπορούμε με τους κουβάδες που παίρνουμε νερό, να πιτσιλάμε ο ένας τον άλλο.
Στις όχθες του ποταμού, φυτρώνουν πολλά μεγάλα και πολύχρωμα νερολούλουδα. Όταν παίζουμε, μπορούμε να κρυβόμαστε καλά ανάμεσά τους. Πρέπει όμως να προσέχουμε, γιατί εκεί μέσα παραμονεύουν και νερόφιδα. Στην ακροποταμιά υπάρχουν και μεγάλα δέντρα. Σ’ αυτά σκαρφαλώνουμε όταν θέλουμε να κόψουμε ζουμερά και γλυκά φρούτα.
Ο πατέρας, μας λέει πολλές φορές, ότι θα έπρεπε ωστόσο να ξέρουμε πως ο ποταμός δεν χρησιμεύει μόνο σ’ εμάς τα παιδιά για να παίζουμε. Ο ποταμός, μας δίνει ψάρια που είναι νόστιμα και πολύ σημαντικά γιατί μας βοηθούν πολύ να γίνουμε μεγάλοι και δυνατοί. Ο πατέρας λέει:
Το ρύζι μας χορταίνει, αλλά το ψάρι μας δυναμώνει και μας κάνει ζωηρούς και έξυπνους.
Γι’ αυτό ο πατέρας, ύστερα από την δουλειά του στον ορυζώνα, πηγαίνει με τη μητέρα για ψάρεμα. Εμείς τα παιδιά κοιτάμε τότε μαγεμένοι με τεντωμένα μάτια και ελπίζουμε να μπλεχτεί και να πιαστεί στο δίχτυ κανένα σπαρταριστό ψάρι.
Μια φορά την εβδομάδα, ο πατέρας και η μητέρα, πηγαίνουν με την βάρκα μας στο διπλανό χωριό. Μόνο απ’ τον ποταμό μπορείς να πας εκεί. Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος. Εκεί, πουλούν λαχανικά από τον κήπο μας και μετά την συγκομιδή του ρυζιού, δίνουν και όσο ρύζι μας περισσεύει και δεν μας χρειάζεται για τη δική μας ζωή. Σε αντάλλαγμα, αγοράζουν τότε από τον έμπορο αλάτι, μια σάλτσα για να νοστιμίζουμε το ψάρι, κατσαρολικά, εργαλεία για τις χειρωνακτικές εργασίες και διάφορα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε στο νοικοκυριό και στις αγροτικές δουλειές.
Ωστόσο, υπάρχουν και φορές που οι γονείς μας είναι αναγκασμένοι να πηγαίνουν στο χωριό με άδεια χέρια, χωρίς να μπορούν να πάρουν τίποτα μαζί τους απ’ το κτήμα μας για πούλημα, επειδή δεν έχει πια τίποτα απομείνει. Αναγκάζονται τότε, για να προμηθευτούν τα πράματα που χρειαζόμαστε, να βάλουν χρέος στον έμπορο. Και τότε, όταν γυρίζουν πίσω στο σπίτι, κοντά μας, φαίνονται πολύ λυπημένοι κι ανήσυχοι.
Όλοι οι άνθρωποι στην Ταϋλάνδη αγαπούν το ρύζι. Όταν μπορούν να το έχουν, το τρώνε σε κάθε γεύμα. Γι’ αυτό είναι ο πατέρας μου καλλιεργητής ρυζιού.
Όταν πάει καλά η εποχή των βροχών και το ποτάμι κατεβάζει αρκετό νερό, τότε μπορούν οι ορυζώνες να ποτιστούν και να πλημμυρίσουν με άφθονο νερό και οι γονείς μας χαίρονται για την συγκομιδή που θα έρθει. Τότε είναι σίγουρο πως δεν θα πεινάσουμε.
Συχνά, ο πατέρας λέει πολύ σκεφτικός:
Να είναι τόσο εύφορος ο τόπος μας κι ωστόσο συχνά να είναι αναγκασμένοι πολλοί από εμάς να υποφέρουν…
Δεν καταλαβαίνω ακόμα τί θέλει να πει μ’ αυτό, όμως τα λόγια του με ανησυχούν.
Έχουμε κι ένα νεροβούβαλο, τον Κουάυ. Είναι πολύ δυνατό! Ωστόσο, παρ’ όλη τη δύναμη, δεν μπορεί να οργώνει τον ορυζώνα περισσότερο από τέσσερις ώρες τη μέρα, γιατί η δουλειά μέσα στη λάσπη είναι πολύ βαριά.
Κάθε απόγευμα, είναι δική μου δουλειά να το προσέχω και καθώς είναι τόσο ήσυχο και φιλικό, ξαπλώνω συχνά πάνω στην πλάτη του και κοιμάμαι την ώρα που αυτό βοσκάει χορτάρι.
Ο πατέρας έχει πάντα το φόβο, μήπως ο Κουάυ αρρωστήσει ή μήπως τον δαγκώσει κανένα φίδι. Στην περιοχή μας δεν υπάρχει κτηνίατρος. Και χωρίς το νεροβούβαλο, θα είναι αδύνατο πια να καλλιεργήσουμε ρύζι.
Η μητέρα μας είναι πολύ εργατική. Πιο εργατική κι απ’ τον πατέρα. Εργάζεται όπως κι εκείνος στο χωράφι, αλλά σηκώνεται κάθε μέρα μια ώρα πιο νωρίς από εκείνον και μαγειρεύει το φαγητό για ολόκληρη τη μέρα. Και το βράδυ συνεχίζει τη δουλειά: Ράβει ή φτιάχνει καλάθια και άλλα αντικείμενα που τα χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι ή τα πάμε για πούλημα. Κι ακόμα φροντίζει, φυσικά, και τα παιδιά! Βέβαια και η γιαγιά κι εγώ τη βοηθούμε όσο μπορούμε.
Η γιαγιά μας είναι κιόλας πολύ γριά κι εμείς τα παιδιά την αγαπούμε πολύ. Μερικές φορές, μας διηγείται πράματα από την εποχή που ήταν κι εκείνη νέα. Συχνά λέει:
Παλιότερα, προτού μερικοί γεωργοί και έμποροι να γίνουν πλούσιοι – και οι άλλοι οι πολλοί εξαιτίας τους ακόμα φτωχότεροι – δεν υπήρχε στο χωριό μεγάλη φτώχεια. Και όταν ένας γεωργός αρρώσταινε βαριά ή ψοφούσε το νεροβούβαλό του, τότε όλοι μαζί βοηθούσαν. Και καθένας που βοηθούσε, ήξερε πως, όταν βρεθεί ο ίδιος σε ανάγκη, θα ‘χει κι αυτός βοήθεια.
Όμως τώρα, υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί χωρικοί και τα παιδιά των πλούσιων χωρικών δεν μας παίζουν εμάς.
Όταν βλέπουμε πολλές φορές τα πρόσωπα των γονιών μας ανήσυχα από τις έγνοιες, τότε σκεφτόμαστε μέσα μας, πως η παλιά εκείνη η εποχή που λέει η γιαγιά, θα πρέπει να ήταν πολύ ωραία.
Ο Λεκ είναι το μωρό μας. Όλοι τον παραχαϊδεύουμε –και μάλιστα πολύ- γιατί είναι ο μικρότερος. Οι γονείς μας έχουν πέντε παιδιά. Είχαν κι άλλα δύο αλλά πέθαναν. Οι πιο πολλές οικογένειες που ξέρω, έχουν κι αυτές το ίδιο πολλά παιδιά, μερικές φορές μάλιστα και περισσότερα. Μια οικογένεια έχει δώδεκα παιδιά, αλλά όλοι τους υποφέρουν πολύ από την πείνα.
Λοιπόν, τώρα πρέπει να σταματήσω, γιατί πρέπει να πάω να φέρω τροφή για το γουρούνι μας.
Τώρα με γνωρίζετε και ξέρετε πώς ζω.
Χαιρετίσματα πολλά
Ο Μπάνυα σας
Δεύτερο γράμμα
Αγαπητά παιδιά
Το ξέρω βέβαια, πως δεν σας έχω ξαναγράψει εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν μου Κάνει πια τόσο πολύ χαρά να γράφω και δεν έχω και καιρό.
Εμείς τα παιδιά, είμαστε τώρα πολύ λυπημένα και φοβισμένα. Πάει πολύς καιρός που δεν έχουμε δει πια κανέναν απ’ τους μεγάλους να γελάει. Μόνο ο χοντρός έμπορος απ’ το χωριό, που επισκέφτηκε πριν από λίγο καιρό τον πατέρα, μας κοίταξε και γέλασε δυνατά όταν μας αποχαιρετούσε.
Εμείς όμως δεν χαρήκαμε καθόλου. Αντίθετα, φοβηθήκαμε. Από τότε, ο πατέρας φαίνεται σα να έχει κάποιο μεγάλο βάσανο. Φέτος, στην εποχή των βροχών, δεν έβρεξε σχεδόν καθόλου. Έτσι, οι ορυζώνες ξεράθηκαν και το νερό στο ποτάμι όλο και λιγοστεύει. Ο πατέρας λέει πως η φετινή σοδειά ήταν η χειρότερη που μπορεί να θυμηθεί. Στο όργωμα, το νεροβούβαλο δεν βάδιζε πια μέσα σε λάσπη, αλλά τραβούσε το αλέτρι πάνω σε μια γη ξεραμένη, σκληρή σαν πέτρα.
Οι οικογένειες των χωρικών που ζουν μακριά από τον ποταμό, πιο μακριά από εμάς, ήταν γι’ αυτό το λόγο ακόμα φτωχότερες. Τα παιδιά έπρεπε να κάνουν πολύ δρόμο για να κατορθώσουν να βρουν λίγο νερό, έτσι που να μπορέσουν ζώα και άνθρωποι να σβήσουν την δίψα τους.
Ακόμα και η γιαγιά, που άλλοτε ήταν πάντα εύθυμη και μας παρηγορούσε, τώρα δεν έχει όρεξη να μας διασκεδάσει. Φαίνεται κι εκείνη εντελώς απελπισμένη. Όλες μας οι κότες και το γουρούνι μας ακόμα, είναι καιρός που τα πήγαμε στο παζάρι για να μπορέσουν οι γονείς μας, πουλώντας τα, να αγοράσουν για εμάς ρύζι. Αλλά το ρύζι ήταν πολύ ακριβό και έτσι όσο πήραμε, δεν έφτασε να μας θρέψει πολύ καιρό.
Χθες πήγαν οι γονείς μας για άλλη μια φορά στο χωριό, αλλά γύρισαν πίσω με άδεια χέρια. Ο χοντρός έμπορος δεν τους άφησε πια να βάλουν άλλο χρέος.
Σήμερα έγινε κάτι φοβερό! Ο χοντρός έμπορος έστειλε και πήρε το νεροβούβαλό μας, γιατί ο πατέρας δεν μπορεί να του πληρώσει τα χρέη. Ακόμα κι εμείς τα παιδιά, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό. Τώρα, οι γονείς μας, δεν μπορούν πια να καλλιεργήσουν ρύζι.
Ο πατέρας είναι τόσο λυπημένος που δεν θέλει να πιει ούτε και το νερό που του δίνει η μητέρα. Αχ, ας ήμουνα κιόλας μεγάλος να μπορούσα να βοηθήσω τους γονείς μου! Ο αδελφός μου ο Τσανγκ, είναι πια αρκετά μεγάλος και φοβάται όπως φοβόμαστε κι εμείς, τα μεγαλύτερα αδέρφια. Ο Λεκ, το μωρό μας, είναι ακόμα πολύ μικρός για να καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Ελπίζω να μην ήταν και στη δική σας χώρα η συγκομιδή του ρυζιού τόσο κακή, όσο σε εμάς.
Δεν ξέρω πότε θα σας ξαναγράψω.
Δικός σας
Μπάνυα
Η μεγάλη τύχη!
Παραδοσιακό παραμύθι από την Ιαπωνία –
Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.
Πριν χρόνια, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα ακριβώς, κοντά σε μια παράλια ακτή, υπήρχε ένα μικρό χωριουδάκι. Σε αυτό ζούσε ένας σχετικά νέος άνθρωπος που όμως ήταν τρομερά τεμπέλης. Δεν έκανε τίποτα όλη την μέρα. Έτρωγε από τα έτοιμα που του είχαν αφήσει κληρονομιά οι δικοί του. Αλλά κι αυτά θα τελείωναν κάποια στιγμή. Έτσι, όλη την μέρα, σκεφτότανε τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ώστε να βγάζει χρήματα, χωρίς όμως να κουράζεται.
Μια μέρα, εκεί που καθότανε στην πλατεία του χωριού του, άκουσε κάποιους να λένε πως υπάρχει ένα νησί του οποίου οι κάτοικοι είναι μονόφθαλμοι.
Αυτή είναι η ευκαιρία που έψαχνα…
…σκέφτηκε αμέσως ο τεμπέλης φίλος μας…
Θα πάω εκεί και θα πιάσω έναν από τους μονόφθαλμους ανθρώπους. Θα τον φέρω εδώ και θα τον γυρίζω σε πανηγύρια και αγορές σε όλη την χώρα. Είναι ένα μοναδικό θέαμα που σίγουρα όλοι θα πληρώνουν για να το δούνε. Αυτό θα με κάνει πάμπλουτο για όλη μου τη ζωή.
Η ιδέα αυτή είχε καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό του και την επεξεργάζονταν συνέχεια. Ώσπου μια μέρα το πήρε απόφαση. Πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και ναύλωσε καράβι και πλήρωμα. Πήρε και προμήθειες γιατί το νησί ήταν αρκετά μακριά. Σε όλο το ταξίδι έκανε όνειρα για τη στιγμή που θα καταφέρει να γίνει ένας από τους πιο πλούσιους άντρες της χώρας ή και του κόσμου.
Μετά από αρκετές μέρες ταξιδιού, έφτασαν τελικά στο περιβόητο νησί. Ο τεμπέλης, κατέβηκε μόνος του και κατευθύνθηκε προς το χωριό. Ξαφνικά, σε ένα χωράφι, αντίκρισε τρεις από αυτούς να οργώνουνε. Ήταν ακριβώς σαν όλους τους ανθρώπους με την διαφορά ότι αντί για δυο μάτια, αυτοί είχαν μόνο ένα στο κέντρο του μετώπου τους.
Έτριψε με ευχαρίστηση τα χέρια του ενώ σκεφτότανε με ποιο τρόπο θα παραπλανήσει έναν από αυτούς να τον ακολουθήσει στο καράβι. Την ίδια στιγμή, τον αντίκρισαν κι αυτοί έκπληκτοι. Ήταν η πρώτη φορά γι’ αυτούς που έβλεπαν έναν άνθρωπο που να έχει δυο μάτια.
Πω-πω…κοίτα αυτόν τον άνθρωπο…έχει δυο μάτια!
Είπε ο ένας μονόφθαλμος στους άλλους δυο και συνέχισε…
Να η ευκαρία να γλιτώσουμε απ’ όλη την κουραστική δουλειά του χωραφιού. Πάμε να τον πιάσουμε και θα τον γυρνάμε σε όλο το νησί. Ο κόσμος θα μας πληρώνει αρκετά καλά για ένα τόσο περίεργο θέαμα και σύντομα θα γίνουμε πλούσιοι.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, οι τρεις μονόφθαλμοι, άρπαξαν τον τεμπέλη φίλο μας και άρχισαν να τον γυρίζουν στις αγορές και τα πανηγύρια δείχνοντας τον σαν θέαμα και βγάζοντας αρκετά χρήματα.
Όσο για εσάς, αν έχετε κάποια παρόμοια ιδέα, καλό θα ήταν να την ξεχάσετε και να στραφείτε αλλού για την μεγάλη τύχη.









