Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι"

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι»

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα βασίλειο αρκετά μακριά από εδώ, ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις κόρες του. Μια μέρα, εκεί που τρώγανε το μεσημαριανό τους στην μεγάλη σάλα, ο βασιλιάς ρώτησε τις κόρες του…

Με αγαπάτε καθόλου;

Ναι, πατέρα μας!

…απάντησαν και οι τρεις με μια φωνή!

Και για να έχουμε καλό ρώτημα, πόσο με αγαπάτε;

…ρώτησε και πάλι ο βασιλιάς και στράφηκε προς την μεγάλη του κόρη.

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν το…χρυσάφι!

Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ που η μεγάλη του κόρη τον αγαπούσε σαν το χρυσάφι. Σαν κάτι τόσο πολύτιμο. Έπειτα κοίταξε την μεσαία του κόρη κι αυτή του είπε…

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν … το ασήμι!

Και πάλι ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος, μιας και το ασήμι είναι κι αυτό πολύτιμο. Τέλος κοίταξε την μικρή του κόρη, η οποία χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, του απάντησε…

Εγώ πατερούλη μου σε αγαπώ σαν το αλάτι.

Ο βασιλιάς δεν πίστευε στα αφτιά του. Άλλαξε χίλια χρώματα από τον θυμό του και έτσι ασυγκράτητος όπως ήταν άρχισε να φωνάζει:

Σαν το αλάτι; Και τι αξία έχει το αλάτι;

Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Έτσι, διέταξε τους φρουρούς του, να πάρουν την μικρή του κόρη, να την πάνε βαθιά μέσα στο δάσος και να την σκοτώσουν. Με βαριά καρδιά υπάκουσαν στην εντολή του κι έτσι, την επόμενη μέρα, βάλανε την μικρή κόρη σε μια μαύρη κλειστή άμαξα χωρίς παράθυρα και ξεκίνησαν για την καρδιά του δάσους. Μετά από αρκετές ώρες φτάσανε σε ένα σημείο που η άμαξα δεν μπορούσε να συνεχίσει. Εκεί σταμάτησαν, κατέβασαν την κόρη και την ώρα που ετοιμάζονταν να την σκοτώσουν με το σπαθί τους, η καρδιά τους δεν άντεξε για κάτι τόσο κακό. Την λυπήθηκαν και της είπαν:

Η εντολή του πατέρα σου και βασιλιά μας ήταν να σε σκοτώσουμε. Αλλά δεν μας πάει η καρδιά να διαπράξουμε τέτοιο έγκλημα. Γι’ αυτό θα σε αφήσουμε εδώ, αλλά μην γυρίσεις ποτέ στο παλάτι. Για τον πατέρα σου είσαι πια νεκρή.

Η φρουρά, επιβιβάστηκε στην άμαξα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Η μικρή κόρη έμεινε μόνη της, φοβισμένη και πολύ στεναχωρημένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν άργησε να σκοτεινιάσει και οι παράξενοι ήχοι που προκαλούνται στο δάσος τρόμαζαν την μικρή που άρχισε να κλαίει μη ξέροντας τι να κάνει. Άρχισε να περπατάει χωρίς να ξέρει που, μα για καλή της τύχη, είδε στο βάθος ένας φως να βγαίνει σε κάτι που έμοιαζε με σπίτι. Όταν πλησίασε, πρόσεξε πως ήταν ένα πανδοχείο. Χωρίς να διστάσει χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν και μπήκε. Το πανδοχείο το είχε ένα φιλήσυχο και θεοσεβούμενο ζευγάρι. Η μικρή κόρη, ζήτησε άσυλο στο πανδοχείο χωρίς όμως να τους εξηγήσει ποια ήταν και τι συνέβη. Το ζευγάρι δέχτηκε να μείνει σε αυτούς με την προϋπόθεση να κάνει κάποιες δουλειές κι αυτοί για αντάλλαγμα της πρόσφεραν ένα δωμάτιο κι ένα πιάτο φαϊ. Το ζευγάρι, είχε κι έναν γιο, λίγο μεγαλύτερο από την κόρη και τα δύο παιδιά κάνανε παρέα και παίζανε συνέχεια μαζί.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, τα δύο παιδιά ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν μεταξύ τους και τελικά παντρεύτηκαν. Οι γονείς του αγοριού είχαν γεράσει πλέον και δεν μπορούσαν να δουλεύουν πλέον το πανδοχείο. Έτσι το ανέλαβαν πλέον το νέο ζευγάρι. Η κόρη της ιστορίας μας, είχε εξελιχθεί σε μια καταπληκτική μαγείρισσα. Αφού να φανταστείτε, ότι κόσμος από πολύ μακριά, επισκέφτονταν το πανδοχείο μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν τις νοστιμιές της κόρης. Γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και ξινόμηλα. Γεμιστή γαλοπούλα με δαμάσκηνα και κάστανα, κι ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νού σας.

Ας αφήσουμε για λίγο όμως το ζευγάρι μας που ζούσε αγαπημένο στο πανδοχείο του κι ας μεταφερθούμε στο παλάτι του βασιλιά – πατέρα της. Ένα πρωί, ξύπνησε με έντονη την επιθυμία για κυνήγι. Έτσι, διέταξε να ετοιμαστούν τα καλύτερα βασιλικά κυνηγόσκυλα και οι καλύτεροι ανιχνευτές του και ξεκίνησαν για το δάσος. Κυνηγούσαν με τις ώρες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τίποτα δεν είχαν καταφέρει να πιάσουν. Για το πότε πέρασε η μέρα ούτε, που το κατάλαβαν. Τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω γιατί ήδη ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Έτσι αναζήτησαν να βρούνε κάποιο κατάλυμμα για να περάσουν το βράδυ τους. Η τύχη, τα έφερε έτσι, που βασιλιάς και ακόλουθοι βρέθηκαν μπροστά στο πανδοχείο του ζευγαριού μας.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Μπήκαν μέσα και ζήτησαν να ετοιμαστούν τα κρεβάτια κι ένα βασιλικό δείπνο με τις καλύτερες νοστιμιές. Όλοι οι υπηρέτες του πανδοχείου ξεκίνησαν τις προετοιμασίες. Στρώσανε τα βελούδινα τραπεζομάντηλα, βγάλανε τα πορσελάνινα πιάτα, τα χρυσά μαχαιροπήρουνα και ποτήρια. Τα πιο μυρωδάτα κρασιά από το κελάρι και άναψαν τα κηροπήγια με τα αρωματικά κεριά. Η κόρη, αναγνώρισε τον βασιλιά-πατέρα της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Άρχισε το σερβίρισμα στο τραπέζι με τα πιο νόστιμα φαγητά κι όλοι άρχισαν να τρώνε και να τους τρέχουνε τα σάλια. Τελευταία σερβίρισαν τον βασιλιά. Στο φαγητό του όμως, η κόρη δεν έριξε ούτε έναν κόκκο αλατιού. Με την πρώτη μπουκιά που έφαγε ο βασιλιά, μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Έφτυσε το φαγητό του στο πάτωμα κι άρχισε να φωνάζει:

Φαγητό το λέτε εσείς αυτό; Είναι μια αηδία…ανάλατο και άνοστο. Φέρτε μου γρήγορα την μαγείρισσα εδώ.

Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του η μαγείρισσα αλλά μιας και είχε γίνει γυναίκα πλέον, ο βασιλιάς δεν κατάφερε να την αναγνωρίσει…άσε που την θεωρούσε και νεκρή.

Αν εσύ είσαι μαγείρισσα, τότε εγώ είμαι ο Θεός. Τέτοιο φαγητό, δεν θα το έδινα ούτε στα σκυλιά μου.Το φαγητό σου είναι άνοστο και ανάλατο.

Η κόρη τότε σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να διστάσει του απάντησε…

Πριν πολλά χρόνια με είχες ρωτήσει πόσο σε αγαπώ κι εγώ σου απάντησα ότι σε αγαπώ σαν το αλάτι. Εσύ το θεώρησες υποτιμητικό και γι’ αυτό διέταξες να με εξορίσουν και να με σκοτώσουν.

Ο βασιλιάς σάστισε. Την κοίταξε προσεχτικά και τότε μόνο αναγνώρισε στο πρόσωπό της την μικρή του κόρη που είχε διατάξει να την σκοτώσουν. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Την φίλησε στο μέτωπο και της ζήτησε συγνώμη. Της ζήτησε επίσης, να πάρει την οικογένειά της και να γυρίσει στο παλάτι να ζήσουν όλοι τους μαζί αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι…

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια!!!

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 6 Σχόλια

Πλοήγηση άρθρων

6 thoughts on “Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι

  1. Παράθεμα: Παραμύθια και παιχνίδια στους προσκόπους στην Ν. Καρβάλη | Οι παραμυθάδες

  2. Το συγκεκριμένο παραμύθι, το θυμάμαι έντονα να μου το αφηγείται η γιαγιά μου και ακόμα πιο συχνά η μητέρα μου…Νομίζω ότι είναι το αγαπημένο μου. Το αστείο είναι ότι τώρα, μετά από συμβουλή του γιατρού, πρέπει να αποφεύγω το αλάτι. Τυχαίο; Δε νομίζω!!!!

    Μου αρέσει!

  3. Παράθεμα: Στο Δημοτικό Σχολείο Παληού | Οι παραμυθάδες

  4. Παράθεμα: Στην παιδική βιβλιοθήκη του Βύρωνα | Οι παραμυθάδες

  5. Παράθεμα: Σε παιδιά του συλλόγου “Διδυμαίος Απόλλων”. | Οι παραμυθάδες

  6. Reblogged στις Art therapy-When the impossible happens και σχολίασε
    «Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια…»

    Μου αρέσει!

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: