Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά!

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που ακόμα οι άνθρωποι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές, και τις καρδιές τους ορθάνοιχτες, ένας θαλασσοδαρμένος καπετάνιος, κάτοικος ενός μικρού και απόμερου νησιού, ζούσε απολαμβάνοντας την ζωή του. Μοναδική του περιουσία, ήταν το καράβι του. Καράβι γέρικο μα και γερό, που πέρασε με τα χρόνια από τον παππού του στον πατέρα του και τέλος σ’ αυτόν. Μ’ αυτό το καράβι ταξίδευε και γυρνούσε τα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα κι έτσι έβγαζε χρήματα με τα οποία βοηθούσε τους φίλους του και τους αγαπημένους του συγγενείς μιας και ήταν μόνος…χωρίς οικογένεια.

Ήτανε χειμώνας, Νοέμβρης μήνας κι ο καπετάνιος είχε μπαρκάρει για ένα ακόμα ταξίδι. Αργά το μεσημέρι έδεσε σε κάποιο λιμάνι. Αφού ξεφόρτωσε και τακτοποίησε τα οικονομικά, έψαξε να βρει κάποιο εστιατόριο να φάει. Στο μοναδικό που συνάντησε εκεί κοντά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν άδειο, δίχως κόσμο κι ο εστιάτορας συγύριζε τα τραπέζια.

Καλησπέρα εστιάτορα. Τι καλό έχεις να φάω;

…ρώτησε ο καπετάνιος βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο του και στρώνοντας τα γκρίζα του μαλλιά.

Τέτοια ώρα που ήρθες καπετάνιε, δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Όλα τα φαγητά, μου τελείωσαν. Λυπάμαι.

…απάντησε ο εστιάτορας και συνέχισε να συγυρίζει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Ο καπετάνιος γύρισε να φύγει μα μόλις έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον εστιάτορα και του παρακάλεσε:

Πεινάω πολύ και μου είναι δύσκολο να τρέχω για να βρω κάτι να φάω. Θα σου ήμουν υπόχρεος αν φρόντιζες εσύ για αυτό. Δεν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις. Κάνε μου κάτι απλό και γρήγορο.

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε τώρα πολύ ζεστή και οικεία κι ο εστιάτορας αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, του απάντησε με εξίσου καλοσυνάτη φωνή…

Για στάσου…νομίζω ότι πίσω στην αποθήκη πρέπει να έχω κάτι βραστά αβγά που μου φέρανε χθες από το διπλανό χωριό. Ελπίζω με αυτά να βολευτείς.

Μια χαρά είναι κι αυτά. Κόψε και λίγη ντοματούλα, λίγο τυράκι και πιάσε μια κανάτα κόκκινο κρασί.

Ο εστιάτορας έφυγε πίσω στην αποθήκη της κουζίνας κι ο καπετάνιος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα ώστε να βλέπει τον κόσμο που περνούσε πάνω-κάτω στο δρόμο. Έβγαλε το τσιμπούκι του από την τσέπη, το γέμισε με λίγο καπνό από το σακουλάκι που φύλαγε στον κόρφο του και το άναψε. Δεν πρόλαβε να τραβήξει δυο ρουφηξιές κι ο εστιάτορας γύρισε από πίσω, με ένα πιάτο που όμως, είχε μόνο τέσσερα καθαρισμένα αβγά και λίγο ψωμί. Μαζί έφερε και μια κανάτα κόκκινο μυρωδάτο κρασί.

4 αβγά

Λυπάμαι, αλλά τελικά ντομάτα και τυρί δεν έχει…κι αυτά μου τελείωσαν.

Ανακοίνωσε ο εστιάτορας στον καπετάνιο που δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ τελικά. Με το που ξεκίνησε να τρώει, ένας από του ναύτες του καραβιού μπούκαρε στο μαγαζί αλαφιασμένος.

Καπετάνιε μου, πρέπει να έρθεις αμέσως στο καράβι. Έβγαλε φουρτούνα απρόσμενα. Δυνατή…τόσο δυνατή που ταρακούνησε το καράβι μας, σα να ήταν καρυδότσουφλο. Έκοψε τα παλαμάρια και τώρα κινδυνεύει να βυθιστεί.

Με το που άκουσε ο καπετάνιος το άσχημο νέο, παράτησε σύξυλος τα πάντα και πετάχτηκε ευθύς. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε στο δρόμο τρέχοντας. Μα πάνω στην βιασύνη του, ξέχασε να πληρώσει τον εστιάτορα. Έφτασε στο λιμάνι και αντίκρισε το καράβι του να πλέει έρμαιο δίχως να μπορεί κάνεις να το κουμαντάρει. Βουτάει στα κρύα νερά και γρήγορα-γρήγορα κολυμπάει προς αυτό. Ανεβαίνει πάνω του κι αφού δεν έχει πια σκοινιά για να το δέσει στην προκυμαία και μιας η δουλειά του είχε τελειώσει εκεί, αποφάσισε να φύγει για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασαν κάποια χρόνια…τέσσερα-πέντε θαρρώ κι ο καπετάνιος βρέθηκε ξανά σ’ εκείνο το λιμάνι… μ’ άλλο φορτίο αυτή τη φορά. Μόλις όμως πάτησε το πόδι του στην στεριά, θυμήθηκε την ιστορία που είχε ζήσει εκεί και το χρέος που είχε αφήσει στον εστιάτορα. Ο καπετάνιος ήταν τίμιος άνθρωπος και δεν ήθελε να χρωστάει πουθενά και σε κανέναν και μια και δυο κίνησε για το εστιατόριο για να ξοφλήσει. Όταν πέρασε την πόρτα, ο εστιάτορας συγύριζε και πάλι, όπως τότε. Γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο και δεν άργησε να τον θυμηθεί.

Φίλε μου, σου ζητώ συγνώμη που τότε έφυγα άρον-άρον και χωρίς να σε πληρώσω, μα ήταν ανάγκη μεγάλη και στην σκοτούρα που είχα δεν μπόρεσα να σκεφτώ κι εσένα. Πες μου όμως τώρα τι σου χρωστώ για να σε ξεπληρώσω.

Δεν πειράζει καπετάνιο μου. Άνθρωποι είμαστε κι ανθρώπινα αυτά που μας συμβαίνουν. Το είχα ξεχάσει το χρέος σου…μιας και ήρθες όμως, μισό λεπτό να σου πω πόσα μου χρωστάς.

Ο εστιάτορας έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι τράβηξε από το αφτί του. Έκατσε σε μια καρέκλα και άρχισε να κάνει κάτι υπολογισμούς. Υπολόγιζε…υπολόγιζε…έγραφε…γυρνούσε σελίδα στο μπλοκάκι και ξαναέγραφε…και κάποια στιγμή σηκώθηκε και πλησιάζοντας τον καπετάνιο του είπε:

Καπετάνιε, πριν πέντε χρόνια περίπου, έφαγες στο μαγαζί μου τέσσερα βραστά αβγά. Αν αντί για σένα, τα είχα δώσει σε μια κότα να τα κλωσήσει, θα μου έδινε τέσσερα κοτόπουλα ίσως και κανέναν κόκορα. Με την σειρά τους οι κότες, θα μου γεννούσαν άλλα αβγά κι από αυτά τα αβγά θα έβγαιναν άλλες κότες κι άλλα κοκόρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, τα χρήματα που πρέπει να μου δώσεις είναι τόσα που ακόμα και το καράβι σου να πουλήσεις, δεν με ξοφλάς…θα πρέπει να βάλεις κι άλλα χρήματα από πάνω.

Ο καπετάνιος δεν πίστευε στα αφτιά του με αυτά που άκουγε. Νόμισε ότι ο εστιάτορας του έκανε αστείο. Μα όχι, δεν ήταν αστείο. Ο εστιάτορας σοβαρολογούσε και θεώρησε πως ο υπολογισμός για τον λογαριασμό που έκανε, ήταν δίκαιος και σωστός.

Έτσι έχουν τα πράγματα καπετάνιε μου και είτε μου τα πληρώνεις με το καλό ή τρέχουμε στα δικαστήρια να βρούμε το δίκιο μας.

Ο εστιάτορας ήταν αμετάπειστος και δεν σήκωνε κουβέντα. Από την άλλη ο καπετάνιος πείσμωσε και αρνιότανε να πληρώσει γιατί θεώρησε παράλογα όλα αυτά που λογάριασε ο εστιάτορας.

Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν…

…του αποκρίθηκε ο καπετάνιος κι έφυγε από το μαγαζί θυμωμένος κι εξοργισμένος. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκε σε απόγνωση γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Κινδύνευε να χάσει το καράβι και το βιος του αν ο δικαστής συμφωνούσε με τα λόγια του εστιάτορα. Θα μπορούσε βέβαια να σαλπάρει και ποτέ του ξανά να μην πατήσει το πόδι του σ’ εκείνο το λιμάνι. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και δεν ήθελε οι άλλοι να του λερώσουνε το όνομα αποκαλώντας τον απατεώνα.

Ένα βράδυ, ο καπετάνιος περνούσε την ώρα του σε ένα καπηλειό, πίνοντας κρασί και προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιδράσει. Σε ένα διπλανό τραπέζι καθότανε ένας γεράκος μ’ ένα μυτερό και γκρίζο μούσι. Με μαύρα κοκάλινα γυαλιά στα μάτια κι ένα καφέ σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε ένα φθαρμένο γκρι σακάκι, δίχως κουμπιά και στους αγκώνες του ήταν ραμμένα μπαλώματα. Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγες πως είναι κάποιος κακομοίρης…κάποιος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και τον κέρασε ένα κανάτι κρασί κι ο γεράκος τον ευχαρίστησε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι του. Εκεί και πάνω στην κουβέντα ο καπετάνιος του είπε όλη την ιστορία και όλο του τον καημό. Κι ενώ τα κανάτια με το κρασί πηγαίναν κι έρχονταν στο τραπέζι, ο γεράκος κάποια στιγμή είπε του καπετάνιου…

Μην σκας καπετάνιε κι εγώ, έχω την λύση στο πρόβλημα σου. Ούτε το βιος σου να χάσεις, μα μήτε το καράβι σου. Εμένα που με βλέπεις κατέχω την δικηγορική κι εγώ θα έρθω στον δικαστή να σε υπερασπιστώ. Εσύ να κοιτάς την υγειά σου κι όλα τα άλλα άστα σε μένα.

Κι αφού ήπιε και το τελευταίο ποτήρι κρασί, ο γεράκος σηκώθηκε, φόρεσε την σκούφια του, χαιρέτισε τον καπετάνιο κι έφυγε από το καπηλειό δίνοντας ραντεβού μαζί του, την ημέρα της δίκης.

Οι μέρες κύλησαν γοργά κι έφτασε η στιγμή που καπετάνιος κι εστιάτορας θα έπρεπε να σταθούν απέναντι από τον δικαστή κι αυτός με την σειρά του να αποφασίσει ποιος από τους δυο είχε δίκιο. Η ώρα της δίκης πλησίαζε μα ο γεράκος που θα υπερασπιζότανε τον καπετάνιο δεν έλεγε να φανεί. Ο καπετάνιος άρχισε να ανησυχεί και να μονολογεί συνέχεια…

Μα τι βλακεία μου…πως εμπιστεύτηκα την τύχη μου σε ένα γέρο-μεθύστακα. Τώρα θα τα χάσω όλα και θα φταίω εγώ γι’ αυτό.

Λίγο πριν το μεσημέρι κι ενώ ο δικαστής κόντευε να τελειώσει με τις υπόλοιπες υποθέσεις, να ‘σου κι εμφανίζεται ανέμελος και τραγουδώντας ο γεράκος. Φρεσκοξυρισμένος και με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο στο χέρι, πέρασε την πόρτα του δικαστηρίου σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλοι αντιδράσανε και πρώτος-πρώτος ο δικαστής που τον επέκρινε λέγοντάς του ότι άργησε αδικαιολόγητα.

Όχι κι αδικαιολόγητα…

…απάντησε ο γεράκος, παίρνοντας τώρα ένα λυπημένο ύφος και καμπουριάζοντας. Σήκωσε δειλά τα μάτια προς τον δικαστή και του είπε:

Για όλα φταίει η γυναίκα μου κύριε δικαστή. Εχθές το πρωί, είχα αγοράσει πέντε κιλά κουκιά κι η γυναίκα μου τα έβρασε όλα. Φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε το βράδυ, φάγαμε και σήμερα το πρωί, αλλά πέντε κιλά είναι πάρα πολλά και δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. Θα χαλούσαν αν τα αφήναμε. Τότε όμως σκέφτηκα, για να μην πάνε χαμένα, να τα φυτέψω σ’ ένα χωράφι που έχω. Αυτά με την σειρά τους, μόλις θα ερχότανε η άνοιξη, θα μου δίνανε τόσα κουκιά καινούργια που θα χρειαζόμουνα μια αποθήκη ολάκερη για να τα βάλω. Επίσης θα έπρεπε να βρω κι άλλα χωράφια για να φυτέψω τα καινούργια και μετά κι άλλες αποθήκες. Όπως καταλαβαίνετε, χωρίς να το θέλω, άνοιξα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σήμερα κιόλας. Γι’ αυτό και άργησα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο γεράκος και γέλια ξέσπασαν σε όλη την αίθουσα του δικαστηρίου. Πρώτος και καλύτερος γέλασε ο εστιάτορας που γύρισε στη συνέχεια και του είπε:

Βρε μπας και τα ήπιες πρωί-πρωί; Τι κάθεσαι και μας αραδιάζεις και μας λες; Είναι δυνατόν να φυτέψεις βραστά κουκιά και να περιμένεις από αυτά να βγάλουνε καρπούς και να σου δώσουνε κι άλλα κουκιά; Βρες καλύτερα άλλη δικαιολογία.

Και πάλι ξέσπασαν όλοι σε γέλια, μα τότε, ο γεράκος αντί να μαζευτεί και να το βουλώσει, στύλωσε το κορμί του, γυάλισε το μάτι του, χαμογέλασε κι απάντησε στον εστιάτορα:

Εσύ το λες αυτό εστιάτορα; Εσύ που σέρνεις τον καπετάνιο στο δικαστήριο ζητώντας του μια περιουσία, που λες, ότι κοστίζουν τέσσερα βραστά αβγά που αν δεν τα έτρωγε ο καπετάνιος, θα τα έδινες σε μια κότα να τα κλωσήσει κι αυτά θα έβγαζαν κοτόπουλα και κοκόρια που στην συνέχεια θα γεννούσαν άλλα αβγά, άλλα κοτόπουλα και κοκόρια και πάει λέγοντας! Αφού λοιπόν από ένα βραστό αβγό μπορεί να γεννηθεί μια κότα, γιατί κι από ένα βραστό κουκί να μην μπορεί να βγει ένα άλλο κουκί;

Όλοι πάγωσαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η σιωπή κράτησε για λίγα λεπτά και μόνο ο δικαστής την έσπασε λέγοντας.

Την πήρα την απόφασή μου. Ο καπετάνιος έφαγε τέσσερα βραστά αβγά. Από πέντε δραχμές το ένα, μας κάνουν είκοσι δραχμές. Έφαγε και λίγο ψωμί και ήπιε μια καράφα κρασί, άλλες δώδεκα δραχμές, οπότε έχουμε τριάντα δύο δραχμές. Ας δώσει και οχτώ δραχμές για τους τόκους, δηλαδή στο σύνολο σαράντα δραχμές. Αυτό είναι το χρέος του καπετάνιου απέναντι στον εστιάτορα.

Ο καπετάνιος πετάχτηκε από την χαρά του ευχαριστώντας τον δικαστή για την απόφασή του, ενώ από την χαρά του άρχισε να φιλάει τον έξυπνο γεράκο. Γύρισε στην συνέχεια προς τον εστιάτορα που συνοφρυωμένος πλέον κοιτούσε γύρω του και του είπε:

Ορίστε οι σαράντα δραχμές σου και πάρε ακόμα χίλιες δραχμές για να κερνάς όλο τον επόμενο χρόνο τον φίλο μου τον δικηγόρο, όσο κρασί σου ζητάει.

Και λέγοντας αυτά, καπετάνιος και γεράκος, φύγανε αγκαλιασμένοι προς την προκυμαία που είχε το καράβι του ο καπετάνιος κι εκεί αποχαιρετίστηκαν δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλον να ανταμώσουν σύντομα…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν στα παραμύθια!

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: