Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Το Πνεύμα των Χριστουγέννων

Το Φάντασμα του Μάρλεϋ επισκέπτεται τον Σκρουτζ

     Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ᾿ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρουτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δε ζέσταιναν αρκετά. Όχι πως έλειπαν του Σκρουτζ τα χρήματα για ν᾿ αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρουτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπομπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!»
«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ὁ Σκρουτζ.
«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αύριο το μεσημέρι» είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του.

     Αλλά ο Σκρουτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως, η απάντηση του Σκρουτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπομπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν᾿ ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρουτζ και Μάρλεϋ;» ρώτησε ο πρώτος.
«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϋ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρουτζ.
«Τα συλλυπητήριά μου», είπε ο δεύτερος.
«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;»

     Ο γερο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μια πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δύο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

     Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρουτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπομπ Κράτσιτ, ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δε θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρουτζ με δυσφορία. Ο Μπομπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρουτζ», τραύλισε ο καημένος ο Μπομπ.
«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρουτζ.
«Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!»

     Ο Μπομπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρει κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρουτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μία γειτονική ταβέρνα. Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϋ.

     Ο Σκρουτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ᾿ ένα απόκοσμο φως. Ο Σκρουτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να το εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϋ να τον κοιτάζει!… Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρουτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα. Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τη ρόμπα και τις παντόφλες του και κάθισε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ᾿ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία.

     Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρουτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζὰκ Μάρλεϋ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;»

     Το φάντασμα του Μάρλεϋ κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρουτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά:

«Τζάκ, πες μου, τι θέλεις;»
«Βλέπεις αυτές τις βαριές αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε τους κρίκος αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα ή πράξη της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρουτζ!»

     Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα. Θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!…»

     Και με τα λόγια αυτά, ο Μάρλεϋ ξανάφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρουτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος

     Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ. Νόμισε πως το ρολόι είχε σταματήσει. Θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δύο. Το ρολόι όμως εκείνη τη στιγμή χτύπησε μία ακριβώς. Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρουτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.

«Μη φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω»

     Πήρε τον Σκρουτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο. Ο Σκρουτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.

«Μα, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρουτζ.
«Ε, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.
«Θα μπορούσα να τον βρω με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.
«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.

     Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ᾿ αλογάκια τους. Ο Σκρουτζ τούς θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!

«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δε μας βλέπουν».

     Ο Σκρουτζ χάρηκε πολύ που ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι᾿ αυτόν. Σε λίγο, οι δύο ταξιδιώτες έφτασαν σ᾿ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ᾿ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, που σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.

Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλί Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσόνας Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρουτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθισε, τότε, σ᾿ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.

«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.

     Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρουτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν και πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.

«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!»
«Στο σπίτι, Φάννυ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρουτζ.
«Ναι, ζήτησα από τον πατέρα να σ᾿ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.
«Είναι πολύ γλυκιά, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα.
«Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!»
«Ναι…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρουτζ.

     Βγήκαν απ’ το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ᾿ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρουτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε:

«Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!»

     Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.

«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!… Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!…» φώναξε μ᾿ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.

     Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρουτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.

«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «να ετοιμάσουμε τη γιορτή!»

     Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρουτζ ν᾿ ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο, άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ. Σύντομα, η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πια αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευόμενων πριν πάνε στα κρεβάτια τους, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρουτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα, το Πνεύμα και ο Σκρουτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή που τους ετοίμασε.

«Και του κόστισε μόνο τρείς ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο που άξιζε τον κόπο!»
«Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!»

     Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.

«Τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι που σε τάραξε;»
«Όχι, τίποτα… Να, θα ήθελα μόνο να έχω πει κάτι στον κλητήρα μου».

     Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρουτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε, η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:

«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!»
«Μα, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ.
«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία που διάλεξες»

     Και με τα λόγια αυτά, η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρουτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις»

     Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρουτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.

«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γέρο-Σκρουτζ με φωνή σπασμένη.

     Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, που μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο, η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν᾿ απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρουτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος

     Όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ᾿ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δει τι συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα έως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά – γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας, μ᾿ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!»

     Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ᾿ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρουτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα από το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου»
«Τότε, πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

     Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν. Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπὸμπ Κράτσιτ, και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δύο αγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τι καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό.

     Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τιμ. Τον απόθεσε προσεκτικά, στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι. Κάθισαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δύο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τιμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρουτζ, «ο μικρός Τιμ θα… ζήσει ακόμη για πολύ;»
«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τι σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;»

     Ο Σκρουτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος. Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του.

«Ο θείος Σκρούτζ μας θεωρεί τρελούς που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.
«Τι απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της.

     Αλλά ο Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος:

«Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά που ο θείος έχασε μια ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ᾿ όλο που δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.

     Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρουτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρουτζ, που τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δει ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν.

«Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.

     Και οδήγησε τον Σκρουτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρουτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους που, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια που ζητιάνευαν φαγητό απ’ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα. Ο Σκρουτζ, τρομοκρατημένος απ’ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

     Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρουτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μια τεράστια μαύρη κάπα και μια κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρουτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«Θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν᾿ αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω»

     Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρουτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρουτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρουτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρουτζ στάθηκαν ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους.

«Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος.
«Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος.
«Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος.
«Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!»

     Ο Σκρουτζ ένιωσε οίκτο γι’ αυτόν που μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρουτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…»

     Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας. Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρουτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δύο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ᾿ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρουτζ.

«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα.
«Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.
«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε»

     Ο Σκρουτζ παρακολούθησε αηδιασμένος την κουβέντα τους.

«Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος»

     Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρουτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…»

     Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω, στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ.
«Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά»
«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι»

     Εκείνη τη στιγμή ο Μπὸμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε:

«Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση της υπομονής και της ευγένειάς του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!»
«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά.
«Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπὸμπ «πολύ ευτυχισμένος!»

     Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρουτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρουτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; Θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον»

     Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρουτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρουτζ.

     Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρουτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρουτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του.

Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρουτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομα του:

«ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ»
«Μα τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!»
«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»

     Πάνω στην αγωνία του ο Σκρουτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρουτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ᾿ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ᾿ όλη την πόλη.

Το Ευτυχισμένο Τέλος

     Ο Σκρουτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο.

«Τι μέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απέξω.
«Σήμερα;», απόρησε παραξενεμένο το παιδί. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!»
«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρουτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!»
«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πες του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά»

     Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, που κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.

«Θα τη στείλω στον Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρουτζ, «χωρίς να μάθει ποιος του τη δώρισε»

     Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρουτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρουτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα. Ο Σκρουτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρουτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ξανακούσει πιο ευχάριστα λόγια.

Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δύο κυρίους που την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;»

     Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρουτζ του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος.

«Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρουτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!»
«Μη με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρουτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου η ευχαρίστηση!»

     Στο τέλος, ο Σκρουτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.

«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι. Θα σας δείξω…»
«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρουτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι»

     Άνοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.

«Φρεντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;»
«Ποιος είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρουτζ γυρνώντας το κεφάλι του.
«Ο θείος σου, ο Σκρουτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που με κάλεσες!»

     Ο Φρεντ και η γυναίκα του χάρηκαύθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ΄ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά που ένιωθε μέσα του ο Σκρουτζ.

Την επομένη, ο Σκρουτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, που ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπομπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν από τις δέκα. Κάθισε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρουτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.ν πολύ που τελικά ο Σκρουτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολο

«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρουτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τι σημαίνει πάλι αυτό;»
«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπομπ Κράτσιτ, «δεν πρόκειται να ξαναργήσω»
«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρουτζ.

     Ο Μπομπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.

«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρουτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου… αυξήσω το μισθό σου!»

     Κατάπληκτος ο Μπομπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρουτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια.
«Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένεια σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες»

     Ο Σκρουτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τιμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, που ο Σκρουτζ το φρόντιζε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί, βέβαια, τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρουτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά:

«Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!»

     Ο Σκρουτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens)
εκδόσεις άγκυρα
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το καλάθι με τα χρυσά φλουριά

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας γέρος, ο μπαρμπα-Σπύρος. Ήταν άνθρωπος θεοσεβούμενος και καλόκαρδος. Πάντα ήταν χαμογελαστός κι ευγενικός και τον αγαπούσαν όλοι στο χωριό.

Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στη βρύση με τα πλατάνια. Λίγο πιο πέρα ήταν το δάσος, όπου ο μπαρμπα-Σπύρος πήγαινε να κόψει ξύλα.

Ζούσε πολύ καιρό μόνος του. Παιδιά δεν είχε και η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Περνούσε την ώρα του σκαλίζοντας το ξύλο κι έφτιαχνε όμορφα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό έφτιαχνε ένα ξυλόγλυπτο εικονοστάσι για την εκκλησία.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγε στο βουνό για να βρει ξύλο από αγριαχλαδιά. Άργησε όμως να βρει το κομμάτι που ήθελε και έτσι νύχτωσε. Ξαφνικά μια φοβερή ομίχλη σκέπασε όλο το βουνό και ξέσπασε δυνατή μπόρα. Άρχισε να πηγαίνει προς το σπίτι του, φοβισμένος πως δε θα τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή είδε μέσα στο δάσος ένα μικρό φως. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και σε λίγο έφτασε έξω από ένα μικρό σπιτάκι. Πλησίασε το παράθυρο και είδε μέσα μια γριά να κάθεται κοντά στο τζάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και η γριά του άνοιξε. Ήταν μια ψηλή και λεπτή γυναίκα, ίσαμε ογδόντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι λυτά και έπεφταν πίσω στην πλάτη της.

Ο μπαρμπα-Σπύρος την καλησπέρισε και εκείνη τον έβαλε να καθίσει κοντά στο αναμμένο τζάκι και του πρόσφερε και λίγο τσάι για να ζεσταθεί.

Αφού συνήλθε από το κρύο ο μπαρμπα-Σπύρος τη ρώτησε από που είναι και γιατί μένει μόνη της μέσα στο δάσος κι εκείνη άρχισε να του λέει την ιστορία της:

– Με λένε κυρά-Καλή. Μένω εδώ μόνη μου γύρω στα πενήντα χρόνια. Δε με ξέρει κανένας και δε ξέρω κανέναν. Δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα μου σε περαστικό. Απόψε έκανα όμως μια εξαίρεση, γιατί χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου την χαμένη μου αδερφή, που μου είπε να δεχτώ τον ξένο που θα μου χτυπούσε την πόρτα απόψε.

– Είναι πολλά χρόνια που έχεις χάσει την αδερφή σου κυρά-Καλή;

ρώτησε ο μπαρμπα-Σπύρος κι εκείνη του απάντησε:

– Την χάσαμε πριν τριάντα χρόνια, τα Χριστούγεννα. Ο παππούς μου είχε βρει πριν λίγες μέρες μέσα σε μια σπηλιά στο απέναντι βουνό, την Τρύπα του Αράπη όπως την λένε, ένα παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.

Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχουν δυο μεγάλοι βράχοι, κολλητά ο ένας στον άλλον. Κάθε Χριστούγεννα οι δυο αυτοί βράχοι ανοίγουν για ένα λεπτό. Μέσα από το άνοιγμα τους ξεπροβάλλει ένα χέρι, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο, πότε με φαρμακερά φίδια και πότε με χρυσά φλουριά.

Αν βρεθεί κάποιος εκεί, μπορεί να πάρει το καλάθι, κι αν είναι τυχερός θα είναι γεμάτο με φλουριά, αλλιώς θα είναι αυτό με τα φίδια.

Αν δε βρεθεί κανείς εκεί, για να πάρει το καλάθι, το χέρι αποτραβιέται και οι βράχοι κλείνουν, για να ανοίξουν πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η αδερφή μου έφυγε κρυφά και πήγε στη σπηλιά, ήταν όμως δυστυχώς άτυχη. 

Ο μπαρμπα-Σπύρος σαν άκουσε αυτή την παράξενη ιστορία. το σκέφτηκε για λίγο και είπε στην κυρά-Καλή:

– Θέλεις να δοκιμάσουμε μαζί της τύχη μας;

– Φοβάμαι!Κι αν είμαστε άτυχοι;

του απάντησε εκείνη.

– Μη φοβάσαι. Να δεις που θα πάνε όλα καλά!Έχε λίγη πίστη. Την παραμονή των Χριστουγέννων θα με οδηγήσεις στην τρύπα του Αράπη.

Η γριά δέχτηκε. Έστρωσε στον μπαρμπα-Σπύρο να κοιμηθεί και όταν ξημέρωσε ο μπαρμπα-Σπύρος πήγε σπίτι του. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και έφτιαξε έναν μικρό σταυρό και τον έδεσε στο λαιμό του να τον φυλάει.

Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει ξεκίνησε για το σπίτι της κυρά-Καλής, ώστε να προλάβουν να φτάσουν στη σπηλιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνο το βράδυ στο βουνό. Ο αέρας δε φυσούσε πια με ορμή. Μόνο λίγο χιόνι έπεφτε απαλά και στόλιζε γύρω τα δέντρα.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφτασαν στη σπηλιά. Μπήκαν μέσα και πλησίασαν προσεκτικά τους δυο βράχους. Σταμάτησαν και τους κοίταζαν με ανησυχία. Η καρδιά τους από την αγωνία χτυπούσε πολύ γρήγορα κι όσο περνούσε η ώρα η αγωνία τους μεγάλωνε.

Ο μπαρμπα-Σπύρος στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα των βράχων και η κυρά-Καλή φώτιζε μπροστά του με το λαδοφάναρο.

Στις δώδεκα ακριβώς, οι δυο βράχοι άνοιξαν απότομα κι ένα χέρι φάνηκε να βγαίνει από το άνοιγμα, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι.

Ο μπαρμπα-Σπύρος σταυροκοπήθηκε βιαστικά και σήκωσε τα χέρια του να πιάσει το καλάθι. Όταν το πλησίασε κοντά του, μια λάμψη θάμπωσε τα μάτια του. Το καλάθι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!

Η κυρά-Καλή αγκάλιασε τον μπαρμπα-Σπύρο και οι δυο τους άρχισαν να κλαιν από συγκίνηση.

Το χέρι τραβήχτηκε προς τα μέσα και οι βράχοι έκλεισαν.

Οι δυο γέροι πήραν το καλάθι και γεμάτοι χαρά ξεκίνησαν για το σπίτι της κυρά-Καλής.

Από εκείνη την μέρα συνέχισαν να μένουν μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, βοηθώντας και όποιον είχε ανάγκη.

Πηγή: Τα ωραιότερα παραμύθια για τα Χριστούγεννα  και την  Πρωτοχρονιά

Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:

Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για δέρμα. Πω πω, τι θα κάνω;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και τράβηξε στεναχωρημένος για τον πάγκο του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο μικρές και ταχτικές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.

Ακόμη αναρωτιόταν ποιος μπορεί να τα είχε φτιάξει, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα είχε πληρωθεί ποτέ του ο παπουτσής! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερο δέρμα και φαγητό για την οικογένεια του.

Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο δέρμα. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την προηγούμενη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.

Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:

– Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο μικρές ραφές;

Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν πατήσει ξανά στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι έκοψε περισσότερα κομμάτια.

Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και τέσσερα, γίνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε γνωστός σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.

Παράλληλα όμως τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που του έφτιαχνε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν αυτοί οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα γρήγορο τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και αμέσως μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες. Ύστερα τράβηξαν προς τον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες του μάστορα. Πριν ξημερώσει, τρία πανέμορφα ζευγάρια παπούτσια ήταν έτοιμα πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία τους, τακτοποίησαν και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει.

Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του  παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έκοψε κι έραψε δυο ζευγάρια μπότες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα  με εδέσματα.  Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά τρύπωσαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. Έπειτα φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν τα κεράσματα κι εξαφανίστηκαν σαν αστραπή.

Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Είχαν καταλάβει πως ο παπουτσής και η γυναίκα του, τους είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.

Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο γνωστό πια, που είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο ταχτικές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν το πρόσεχε. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους είχαν βοηθήσει.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Η Μυρσίνη

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδερφές, που ήταν ορφανές. Δεν είχαν ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η καλύτερη. Κι όταν κοντοζύγωνε να βασιλέψει ο ήλιος, στάθηκαν και οι τρεις στη σειρά και είπαν στον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι μεγαλύτερες αδερφές δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι φαρμακωμένες. Την άλλη μέρα οι δυο οι μεγαλύτερες έβαλαν τα καλά τους, στολίστηκαν και την καημένη τη μικρή, που την έλεγαν Μυρσίνη, την έντυσαν με τα χειρότερα και πιο λερωμένα ρούχα και πήγαν πάλι να ρωτήσουν τον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε πάλι:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι αδερφές της Μυρσίνης, δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι πολύ καταφρονημένες. Την τρίτη μέρα ξαναρώτησαν τον ήλιο κι αυτός τους έδωσε την ίδια απάντηση. Τότε πια φούντωσαν και οι δυο από τη ζήλια τους και αποφάσισαν να διώξουν την καημένη τη Μυρσίνη.

– Η μάνα μας έχει τόσα χρόνια που πέθανε και θα σηκωθούμε αύριο πολύ πρωί να πάμε να την ξαναχώσουμε. Μόνο θέλει να τα ετοιμάσουμε όλα αποβραδίς, γιατί η μάνα μας είναι πολύ μακριά θαμμένη πάνω στο βουνό και πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί.

Κι η δόλια η Μυρσίνη το πίστεψε και την άλλη μέρα πήρε ένα πρόσφορο και ένα πιάτο κόλλυβα και ξεκίνησαν να πάνε να ξαναχώσουν τη μάνα τους. Περπάτησαν, περπάτησαν κι έφτασαν μέσα σε ένα δάσος και πήγαν και καθίσαν κάτω από μια οξιά. Τότε είπε η μεγάλη:

– Να, εδώ είναι το μνήμα της μάνας μας. Φέρτε το φτυάρι να σκάψω.

– Αχ! Κοίτα να δεις τι πάθαμε, οι ξεχασιάρες! Με τι θα σκάψουμε; Ξεχάσαμε να πάρουμε το φτυάρι! Τώρα τι θα κάνουμε;

Τότε είπε η μεγάλη:

– Μια από μας θα πάει να το πάρει!

– Εγώ φοβάμαι!

…λέει η μεσαία.

– Γιατί εγώ; Πουλί που πετάει ξαφνικά να δω, θα μαρμαρώσω!

είπε η Μυρσίνη. Και τότε λέει η μεγάλη:

– Τότε εσύ Μυρσίνη θα καθίσεις εδώ κι εμείς θα πάμε να πάρουμε το φτυάρι, γιατί καμιά μας δε πηγαίνει μόνη της. Εσύ κάθισε εδώ και πρόσεχε τα κόλλυβα μέχρι να γυρίσουμε.

– Καλά, μόνο να γυρίσετε γρήγορα, γιατί κι εγώ φοβάμαι μόνη μου.

…τους είπε η Μυρσίνη και οι δυο αδερφές έφυγαν χαρούμενες. Η καημένη η Μυρσίνη περίμενε και περίμενε, μέχρι που βασίλεψε ο ήλιος. Σαν άρχισε να νυχτώνει, άρχισε να κλαίει. Από το πολύ κλάμα της, τη λυπήθηκαν μέχρι και τα δέντρα. Και μια οξιά της είπε:

– Μην κλαις κορίτσι μου. Ρίξε αυτή την κουλούρα που έχεις, κι όπου σταθεί, εκεί να πας να μείνεις. Και μη φοβάσαι τίποτα.

Έριξε λοιπόν η Μυρσίνη την κουλούρα κι άρχισε να τρέχει από πίσω της. Στάθηκε εδώ, στάθηκε εκεί και χωρίς να το καταλάβει η Μυρσίνη, κατέβηκε σε ένα λάκκο. Βλέπει μπροστά της ένα σπίτι και μπαίνει μέσα. Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν δώδεκα αδέρφια, οι μήνες, που όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και μόνο αργά το το βράδυ γύριζαν στο σπίτι. Έτσι, όταν έφτασε η Μυρσίνη, δεν ήταν κανείς εκεί. Η Μυρσίνη ανασκουμπώθηκε, πήρε τη σκούπα, καθάρισε όλο το σπίτι και κάθισε μετά και μαγείρεψε ένα όμορφο φαγητό. Έστρωσε το τραπέζι, έφαγε κι αυτή λίγο και κρύφτηκε στη σοφίτα του σπιτιού. Ύστερα από λίγο έφτασαν κι οι μήνες. Μπαίνουν μέσα και τι να δουν! Όλο το σπίτι σκουπισμένο, το τραπέζι στρωμένο, όλα έτοιμα! Οι μήνες ξαφνιάστηκαν κι αναρωτιόντουσαν:

– Ποιος είναι αυτός που μας έκανε αυτό το καλό; Να μη φοβάται τίποτα! Ας βγει, κι αν είναι αγόρι θα τον κάνουμε αδερφό μας, κι αν είναι κορίτσι θα την κάνουμε αδερφή μας.

Κανένας όμως δεν απάντησε. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, φάγανε το φαγητό κι έπεσαν στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν. Το πρωί σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε η Μυρσίνη κατέβηκε από τη σοφίτα, σκούπισε πάλι όλο το σπίτι και κάθισε κι έφτιαξε μια πίτα, μα τι πίτα! Πίτα που να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλα σου. Σαν βράδιασε έστρωσε το τραπέζι και ετοίμασε τα πάντα. Έκοψε κι αυτή ένα κομματάκι πίτα, έφαγε και πήγε και κρύφτηκε πάλι στη σοφίτα. Σε λίγο ήρθαν κι οι μήνες και όταν τα βρήκαν πάλι όλα έτοιμα, δεν ήξεραν τι να πουν. Κι έλεγαν:

– Μα ποιος μας κάνει αυτό το καλό; Ας βγει, κι ας μη φοβάται! 

Κι είπαν πολλά καλά λόγια, μα η Μυρσίνη δεν έβγαινε. Κάθισαν λοιπόν πάλι στο τραπέζι να φάνε και έπειτα πήγαν για ύπνο. Τότε λέει ο μικρότερος:

– Εγώ δε θα έρθω αύριο μαζί σας. Θα κάτσω εδώ και θα κρυφτώ, να δω ποιος είναι αυτός που έρχεται και μας τα κάνει όλα αυτά.

Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκαν όλοι κι έφυγαν και μόνο ο μικρός έμεινε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Τότε να σου κι εμφανίζεται η Μυρσίνη και την αρπάζει ο μικρός από το φουστάνι και της λέει:

– Εσύ είσαι κυρά που μας κάνεις αυτό το καλό και δε μας το λες, παρά μόνο κρύβεσαι; Μη φοβάσαι. Εμείς θα σε έχουμε σαν αδερφή μας. Αυτό εμείς στον ουρανό το ζητούσαμε και στη γη το βρήκαμε.

Τότε η Μυρσίνη ξεθάρρεψε και άρχισε να του διηγείται πως την άφησαν οι αδερφές της και πως βρέθηκε στο σπίτι τους. Το βράδυ όταν ήρθαν οι μήνες και είδαν τη Μυρσίνη πολύ χάρηκαν. Τόσο πολύ, που δεν ήξεραν τι να κάνουν από τη χαρά τους. Έπειτα κάθισαν κι έφαγαν όλοι μαζί σαν αδέρφια. Το επόμενο πρωί όταν σηκώθηκαν, είπαν στη Μυρσίνη πριν φύγουν:

– Αδερφούλα κάνε τις δουλειές σου όπως ξέρεις και το βράδυ θα δεις τι αδέρφια είμαστε.

Η Μυρσίνη έκανε όλες τις δουλειές και όταν άρχισε να βραδιάζει, βγήκε έξω από το σπίτι και περίμενε τα αδέρφια της. Και δεν περίμενε πολύ, αφού σε λίγο ήρθαν οι μήνες και είπαν χαρούμενοι:

– Γεια σου αδερφούλα!

– Καλώς τους!

– Πως πέρασες σήμερα;

– Καλά, εσείς;

– Μη ρωτάς για μας! Αν πέρασες εσύ καλά, είμαστε κι εμείς καλά.

– Ελάτε τώρα, μη στέκεστε. Είστε κουρασμένοι και το τραπέζι είναι στρωμένο.

– Καλά λες Μυρσίνη, να φάμε, γιατί πολύ πεινάσαμε σήμερα.

Μπήκαν λοιπόν μέσα και κάθισαν στο τραπέζι. Και αφού έφαγαν, ο ένας έδωσε στη Μυρσίνη μαλαματένια σκουλαρίκια, ο άλλος ολόχρυσο φόρεμα που είχε μέσα κεντημένο τον ουρανό με τ΄άστρα. Άλλοι της έφεραν φουστάνια που είχαν μέσα κεντημένα τη γη με τα χορτάρια και τη θάλασσα με τα ψάρια. Πράγματα που να τ΄ακούσει κανείς, θαρρείς πως είναι παραμύθι. Κι έτσι η Μυρσίνη περνούσε με τους μήνες πολύ όμορφα! Οι αδερφές της, όταν έμαθαν πως η Μυρσίνη ζει και είναι καλά, έσκασαν από τη ζήλια και βάλθηκαν να την φαρμακώσουν. Έφτιαξαν λοιπόν μια τούρτα κι έβαλαν μέσα δηλητήριο και πήγαν στη Μυρσίνη. Μόλις είχαν φύγει οι μήνες και η Μυρσίνη ήταν μόνη της στο σπίτι χτύπησαν την πόρτα.

– Ποιος είναι;

…ρώτησε από μέσα η Μυρσίνη.

Μυρσίνη, τόσο γρήγορα μας ξέχασες! Άνοιξε, οι αδερφές σου είμαστε. Φάγαμε τον τόπο να σε ψάχνουμε στο βουνό!

Η Μυρσίνη άνοιξε την πόρτα, έπεσε στην αγκαλιά τους κι άρχισε να κλαίει. Κι εκείνες τη ρώτησαν:

– Που χάθηκες; Εμείς γρήγορα γρήγορα πήγαμε στο σπίτι, πήραμε το φτυάρι και γυρίσαμε να σε βρούμε. Ψάξαμε από εδώ, ψάξαμε από εκεί, μα δε σε βρίσκαμε πουθενά. Και σκεφτήκαμε πως θα φοβήθηκες και πως θα πέρασε κανένας άνθρωπος και θα πήγες μαζί του σε κανένα χωριό. Έπειτα μάθαμε πως είσαι εδώ και ήρθαμε να σε δούμε. Και όπως βλέπουμε είσαι μια χαρά.

– Είμαι πάρα πολύ καλά! 

– Το βλέπουμε. Μόνο κοίτα να μη το κουνήσεις από εδώ, αφού σ΄αγαπούν τόσο πολύ. Εμείς τώρα φεύγουμε.

– Γιατί δε κάθεστε;

– Είμαστε βιαστικές. Άλλη φόρα. Έχε γεια Μυρσίνη!

– Στο καλό.

– Θα ερχόμαστε συχνά να σε βλέπουμε. Α, παραλίγο να το ξεχάσουμε. Σου φτιάξαμε κι αυτή τη τούρτα. Είναι από εκείνες που κάναμε για την ψυχή της μάνας μας. Πάρ΄την να την φας.

Κι η Μυρσίνη την πήρε κι όταν έφυγαν οι αδερφές της, έκοψε ένα κομμάτι και το έδωσε στο σκυλάκι που είχε και το καημένο ψόφησε. Τότε η Μυρσίνη κατάλαβε πως η τούρτα ήταν δηλητηριασμένη και πως οι αδερφές της ήθελαν να την φαρμακώσουν και δεν την έφαγε. Την έριξε στον φούρνο και κάηκε. Αφού πέρασαν λίγες μέρες οι αδερφές της Μυρσίνης έμαθαν πως δεν φαρμακώθηκε. Πήραν τότε ένα φαρμακωμένο δαχτυλίδι και πήγαν πάλι να την επισκεφτούν. Χτύπησαν την πόρτα και η Μυρσίνη δεν άνοιξε. Τότε αυτές είπαν:

– Άνοιξε Μυρσίνη, έχουμε να σου πούμε κάτι. Σου φέραμε ένα δαχτυλίδι της μάνας μας, γιατί εσύ όταν πέθανε ήσουν πολύ μικρή και δεν το ήξερες. Μας είχε δώσει εντολή να σου το δώσουμε όταν θα μεγάλωνες. 

Τότε η Μυρσίνη άνοιξε το παράθυρο και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόλις το έβαλε, έπεσε κάτω αναίσθητη. Το βράδυ που γύρισαν οι μήνες, μόλις την βρήκαν στο πάτωμα, άρχισαν να κλαίνε. Ύστερα από τρεις μέρες την έντυσαν στα χρυσά και την έβαλαν μέσα σε ένα μαλαματένιο σεντούκι και την είχαν μέσα στο σπίτι.

Μετά από λίγο καιρό πέρασε από εκεί ένα βασιλόπουλο. Όταν είδε το σεντούκι, του άρεσε πολύ και το ζήτησε από τους μήνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να του το δώσουν, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του το έδωσαν. Μα είπαν στο βασιλόπουλο να μην το ανοίξει ποτέ. Το βασιλόπουλο πήρε το σεντούκι και το πήγε στο παλάτι. Μια μέρα αρρώστησε βαριά που κόντευε να πεθάνει. Φώναξε λοιπόν τη μάνα του και της είπε:

– Μάνα θα πεθάνω και δε θα μάθω ποτέ τι έχει μέσα αυτό το σεντούκι. Φέρε το να το ανοίξω. Μόνο θέλω να είμαι μόνος μου.

Βγήκαν λοιπόν όλοι έξω και άνοιξε το σεντούκι. Και είδε τη Μυρσίνη στα ολόχρυσα ντυμένη και τόσο όμορφη που ήταν, σαν άγγελος. Το βασιλόπουλο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μετά από λίγο που συνήλθε, πρόσεξε το δαχτυλίδι της Μυρσίνης και το έβγαλε να δει αν έγραφε το όνομα της μέσα. Μόλις το έβγαλε από το χέρι της, η Μυρσίνη άνοιξε τα μάτια της και πετάχτηκε από το σεντούκι. Και είπε:

– Που είμαι; Ποιος με έφερε εδώ; Εδώ δεν είναι το σπίτι μου. Που είναι τα αδέρφια μου;

– Εγώ τώρα είμαι αδερφός σου και είσαι στο παλάτι του βασιλιά.

…της απάντησε το βασιλόπουλο και της διηγήθηκε όλη την ιστορία με το σεντούκι. Τότε η Μυρσίνη θυμήθηκε τις αδερφές της και είπε:

– Βασιλιά μου, αυτό το δαχτυλίδι ριξ΄το μέσα στη θάλασσα, γιατί είναι φαρμακωμένο και μαγεμένο. Μου το έδωσαν οι αδερφές μου και μόλις το φόρεσα έμεινα όπως με βρήκες. 

Η Μυρσίνη είπε στο βασιλόπουλο όλη την ιστορία της κι αυτό θύμωσε πάρα πολύ και της είπε:

– Αυτές τις αδερφές σου θα τις βρω όπου κι αν είναι και θα τις τιμωρήσω.

– Όχι βασιλιά μου, να χαρείς, μην κάνεις τίποτα. Θα το βρουν από αλλού.

…του είπε η Μυρσίνη. Όταν έγινε καλά το βασιλόπουλο, παντρεύτηκε τη Μυρσίνη και ζούσαν πολύ καλά. Σαν έμαθαν οι αδερφές της πως η Μυρσίνη ζει και μάλιστα πως παντρεύτηκε το βασιλόπουλο, δε τις χωρούσε ο τόπος από τη ζήλια τους. Και πήγαν στο παλάτι. Βρήκαν έναν αυλικό και τον ρώτησαν:

Που είναι η βασίλισσα Μυρσίνη; Είμαστε οι αδερφές της και ήρθαμε να τη δούμε.

– Χωρίς την άδεια του βασιλιά, κανείς δε μπορεί να δει τη Μυρσίνη. 

…τους απάντησε ο αυλικός και πήγε να βρει τον βασιλιά. Και του είπε:

– Βασιλιά μου, ήρθαν δυο κορίτσια και λένε πως είναι αδερφές της βασίλισσας Μυρσίνης. Θέλουν να την δουν. Έχω την άδεια σας να τις αφήσω να περάσουν;

– Γρήγορα αυτά τα κορίτσια να τα πάρετε και να τα εξαφανίσετε, γιατί ήρθαν να φαρμακώσουν τη βασίλισσα.

Και πήραν τις αδερφές, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν. Ούτε φάνηκαν, ούτε ακούστηκαν πουθενά. Κι έτσι ζούσαν και βασίλευαν η Μυρσίνη και το βασιλόπουλο, κι όλος ο κόσμος μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για αυτήν και τα καλά που έκανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η Μαρούλα

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα ζώα είχαν ακόμα λαλιά που την καταλάβαινε ο άνθρωπος, σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και κάθε μέρα παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί. Ένα πρωί που στεκόταν στο παραθύρι της, γυρνάει στον ήλιο και του λέει:

– Ήλιε μου, κυρ Ήλιε μου, δώσε μου ένα παιδί και σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρ’ το.

Άκουσε τα παρακάλια της ο Ήλιος και της έδωσε ένα κοριτσάκι όμορφο σαν την αυγή και αυτή το ονόμασε Μαρούλα. Κι ήταν όλο χαρά που έκανε παιδί. Όσο μεγάλωνε η Μαρούλα, τόσο και ομόρφαινε. Ώσπου έγινε δώδεκα χρονών. Μια μέρα που πήγε στη βρύση για νερό, την βλέπει ο Ήλιος και μεταμορφώνεται σε ένα παλικάρι και πάει κοντά της και της λέει:

– Να πεις της μάνας σου, εκείνο που μου έταξε, πότε θα μου το δώσει;

– Ποιος είσαι εσύ;

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι "Η Μαρούλα"

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι «Η Μαρούλα»

…ρώτησε η Μαρούλα  και το παλικάρι της αποκρίθηκε:

– Πες εσύ της μάνας σου και εκείνη θα καταλάβει ποιος είμαι.

– Καλά, θα το πω.

…είπε η Μαρούλα και φορτώθηκε τη στάμνα της. Όταν γύρισε στο  σπίτι είπε στην μάνα της:

– Μάνα, στη βρύση που ήμουν, με βρήκε ένα παλικάρι! Τόσο όμορφο ήταν, που έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκείνο το πρόσωπο του ήταν τόσο λαμπερό! Και μου είπε, πότε θα του δώσεις εκείνο που του έταξες; Τον ρώτησα ποιος είναι και εκείνος μου είπε πως θα καταλάβεις ποιος είναι.

Κι η μάνα της αναστέναξε και της είπε:

– Το ξέρω κορίτσι μου αυτό το παλικάρι. Μόνο να του πεις, αν σε ξαναβρεί, πως ξέχασες να μου το πεις.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα πήγε και πάλι στην βρύση για νερό κι όταν ο  Ήλιος την είδε κατέβηκε ξανά με την μορφή του παλικαριού και της είπε:

– Είπες της μάνας σου αυτά που σου είπα τις προάλλες;

– Ξέχασα να το πω.

…του λέει αυτή. Τότε ο Ήλιος της δίνει ένα χρυσό μήλο και της λέει:

– Πάρε αυτό το μήλο και βάλτο μέσα στον κόρφο σου και το βράδυ, όταν σε ξεντύνει η μάνα σου για να κοιμηθείς, θα πέσει το μήλο και θα θυμηθείς να της το πεις.

Πηγαίνει λοιπόν, η Μαρούλα με μια χαρά στο σπίτι και λέει στη μάνα της:

– Εκείνο το παλικάρι, που μου είπε να σε ρωτήσω πότε θα του δώσεις το τάμα που του έταξες, με βρήκε πάλι και μου έδωσε αυτό το μήλο. Και μου παρήγγειλε να το βάλω στον κόρφο μου και το βράδυ, όταν με ξεντύσεις, όταν πέσει και το δω να θυμηθώ να σου το πω. 

– Όταν το βρει, ας το πάρει!

…είπε η μάνα της και έβαλε στο νου της να μην το ξαναστείλει πια το κορίτσι για νερό.

Για αρκετό καιρό δεν την έστελνε στην βρύση τη Μαρούλα, μα ύστερα ξεθάρρεψε, ξέχασε το γεγονός και την έστειλε ξανά. Σαν την είδε όμως ο Ήλιος, έγινε πάλι ένα παλικάρι και κατέβηκε και την ρώτησε, τι της είπε η μάνα της για το τάμα που του έταξε.

– Α, σαν το βρεις, είπε, ας το πάρεις.

…του λέει η Μαρούλα.

Την παίρνει τότε ο Ήλιος από το χέρι και την πάει μακριά στο παλάτι του, που ήτανε χτισμένο μπροστά από ένα ωραίο περιβόλι.

Όλη τη μέρα ο Ήλιος έλειπε κι άφηνε τη Μαρούλα στο περιβόλι να παίζει και το βράδυ γυρνούσε πίσω στο παλάτι του. Μα η καημένη η Μαρούλα, αν και είχε όλα τα καλά στο παλάτι του Ήλιου, θυμόταν τη μάνα της. Κι όλη τη μέρα καθόταν στο περιβόλι κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και έβαζε τα χέρια της και μαδούσε τα μάγουλα της. Και μαραίνονταν τα μαρούλια κι έπεφταν κάτω τα δέντρα από το κλάμα της Μαρούλας. Ερχόταν το βράδυ ο Ήλιος κι έβλεπε τη Μαρούλα με πρησμένα τα μάτια και κομματιασμένα τα μάγουλα.

Ποιος σε έκανε έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο πετεινός ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα κάθισε στο περιβόλι κι άρχισε πάλι να κλαίει και να σκίζει τα μάγουλα της και να λέει:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και μαραίνονταν τα μαρούλια και πέφτανε τα δέντρα κάτω. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, την βλέπει πάλι με κομματιασμένα μάγουλα.

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο γάτος ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Πάει πάλι το άλλο πρωί η Μαρούλα στο περιβόλι και σαν κάθισε  θυμήθηκε τη μάνα της κι έκανε πάλι τα μάγουλα της όλο αίματα κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Μαράθηκαν λοιπόν όλα τα μαρούλια, έπεσαν κι όλα τα δέντρα κι απόμεινε το περιβόλι ξύλο – κούτσουρο. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, βλέπει τη Μαρούλα όλο αίματα:

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Πέρασα από μια τριανταφυλλιά κι εκείνη με έσκισε με τα αγκάθια της.

Το άλλο πρωί όμως  ο Ήλιος, σαν βγήκε έξω, συλλογίστηκε: Δεν πάω να δω τι κάνει η Μαρούλα στο περιβόλι; Γυρίζει λοιπόν πίσω και τι να δει; Τη Μαρούλα να κλαίει και να ξεσκίζει τα μάγουλα της. Πάει κοντά της και της λέει:

– Γιατί κλαις Μαρούλα μου; Μπας και στεναχωριέσαι εδώ πέρα;

– Όχι, δε στεναχωριέμαι.

– Τότε γιατί κλαις; Μπας και θέλεις να πας πίσω στη μάνα σου;

– Ναι, θέλω να πάω στη μάνα μου!

…λέει η Μαρούλα.

– Ε, αφού θέλεις να πας στη μάνα σου, εγώ θα σε στείλω.

…της λέει ο Ήλιος.

Την πήρε λοιπόν από το χέρι και την πήγε στην άκρη του περιβολιού κι εκεί άρχισε να φωνάζει:

Λιονταράκια, λιονταράκια!

Κι ήρθαν τα λιονταράκια.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

– Αλεπουδάκια, αλεπουδάκια!

Κι ήρθαν οι αλεπούδες.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

Ελαφάκια, ελαφάκια!

Κι ήρθαν τα ελαφάκια τρέχοντας.

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Δροσερό, δροσερό χορταράκι και καθαρό, καθαρό νεράκι.

– Να έχετε την ευχή μου.

…τους λέει ο Ήλιος κι ανεβάζει τη Μαρούλα στα κέρατα ενός ελαφιού, τη στολίζει με φλουριά και τη στέλνει στη μάνα της.

Πήγε, πήγε το ελάφι, μα κάποια στιγμή πείνασε. Βρίσκει ένα κυπαρίσσι και λέει:

– Σκύψε κυπαρίσσι, να βάλω πάνω τη Μαρούλα!

Έσκυψε το κυπαρίσσι κι έβαλε τη Μαρούλα.

– Εγώ, θα πάω λιγάκι να βοσκήσω κι ύστερα θα ρθω να σε πάρω. Μα να μη φωνάξεις παρά μόνο αν τύχει και με χρειαστείς, για να μπορέσω να βοσκήσω.

…της είπε το ελάφι.

Καλά, πήγαινε.

…απάντησε η Μαρούλα.

Κάτω από το κυπαρίσσι ήταν ένα πηγάδι κι εκεί κοντά καθόταν μια λάμια με τρεις θυγατέρες κι έστειλε τη μια της θυγατέρα να της φέρει νερό από το πηγάδι. Εκείνη λοιπόν, μόλις έσκυψε να ρίξει τον κουβά στο πηγάδι, είδε το πρόσωπο της Μαρούλας, που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό και θάρρεψε πως ήταν το δικό της. Πετάει τον κουβά της και πάει σπίτι της χορεύοντας.

– Έφερες νερό;

…τη ρωτάει η μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Η μάνα της απόμεινε. Στέλνει τη δεύτερη κόρη στο πηγάδι, μα κι αυτή μόλις είδε το πρόσωπο της Μαρούλας στο νερό, το πέρασε για δικό της. Δίνει κι αυτή ένα πέταμα του κουβά και πάει τρέχοντας στη μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Στέλνει ύστερα την τρίτη κόρη της στο πηγάδι, μα κι αυτή τα ίδια. Κινάει τότε η μάνα τους να πάει η ίδια στο πηγάδι. Σκύβει, κοιτάει στο νερό, βλέπει το πρόσωπο της Μαρούλας. Κοιτάει επάνω, βλέπει και την ίδια και ξέσπασε σε γέλια.

– Εσύ ήσουν που έβλεπαν στο νερό οι κόρες μου και μου ήρθαν ξετρελαμένες και για χατίρι σου άφησα κι εγώ το ζύμωμα μου σύξυλο! Κατέβα κάτω να σε φάω!

– Πήγαινε πρώτα να ζυμώσεις κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

…της λέει η Μαρούλα. Τρέχει η λάμια στο σπίτι της, ζυμώνει γρήγορα γρήγορα κι ύστερα έρχεται τρέχοντας ξανά στη Μαρούλα.

– Ζύμωσα, κατέβα τώρα κάτω να σε φάω.

– Πήγαινε να πλάσεις πρώτα τα ψωμιά σου κι ύστερα έρχεσαι.

Τρέχει εκείνη, πλάθει τα ψωμιά και γυρίζει ξανά τρέχοντας.

– Τα έπλασα, κατέβα τώρα να σε φάω.

– Πήγαινε πρώτα να ζεστάνεις το φούρνο κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

Πάει η λάμια, ζεσταίνει το φούρνο και γυρίζει πίσω.

– Τον ζέστανα, κατέβα να σε φάω.

– Φούρνισε πρώτα τα ψωμιά, μη σου κρυώσει ο φούρνος κι έρχεσαι ύστερα και με τρως.

Φεύγει η λάμια να πάει να φουρνίσει κι η Μαρούλα τότε βάζει μια φωνή:

– Ελαφάκι, ελαφάκι!

Άκουσε το ελαφάκι κι ήρθε τρέχοντας.

– Γρήγορα, ήρθε η λάμια να με φάει!

… του λέει η Μαρούλα και τότε λέει το ελαφάκι στο κυπαρίσσι:

– Χαμήλωσε κυπαρίσσι, να πάρω τη Μαρούλα!

Χαμήλωσε το δέντρο και πήρε τη Μαρούλα κι άρχισε να τρέχει. Στο δρόμο που πήγαινε, ανταμώνει ένα ποντικάκι και του λέει:

Ποντικάκι, αν σε ανταμώσει η λάμια και σε ρωτήσει αν μας είδες, να της λες λόγια λόγια, να την χασομερήσεις για να μη μας φτάσει.

Μετά από λίγο, περνάει η λάμια και του λέει:

– Ε, ποντικάκι, μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

Της λέει το ποντικάκι:

– Εδώ βρήκα μια τουλούπα μαλλί.

Του λέει η λάμια:

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το ξάνω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το κλώσω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το υφάνω!

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Δεν είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Την είδα, τρέχα να την φτάσεις.

…λέει το ποντικάκι. Εκεί που έτρεχε το ελαφάκι και κόντευε να φτάσει στο σπίτι της μάνας της, την ένιωσε ο σκύλος τη Μαρούλα κι άρχισε να φωνάζει:

– Γαβ, γαβ! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ουστ, παλιόσκυλο! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Ύστερα την ένιωσε ο γάτος πάνω στα κεραμίδια και φώναξε:

– Μιάου, μιάου! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ψιτ, παλιόγατα! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Τότε την ένιωσε ο πετεινός και φώναξε:

– Κικιρίκου, κικιρίκου!Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

Ξιού, παλιοπετεινέ! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Όσο όμως κοντοζύγωνε το ελαφάκι στο σπίτι, τόσο κοντοζύγωνε κι η λάμια. Κι όταν έκανε το ελαφάκι να χωθεί μέσα στο σπίτι, προλαβαίνει η λάμια κι αρπάζει την ουρά του.

– Ωχ, η ουρίτσα μου, η ουρίτσα μου!

…φώναξε το ελαφάκι.

Σαν μπήκε μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε η μάνα της Μαρούλας και το καλωσόρισε:

– Καλώς το! Αφού μου έφερες τη Μαρούλα μου, εγώ θα σου βάλω την ουρίτσα σου.

Και πήρε βαμβάκι και του έβαλε την ουρά του. Κι από τότε έζησε με το κοριτσάκι της καλά κι εμείς καλύτερα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης του Δωδεκαημέρου –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

 

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με τις δύο κόρες της. Την Μεγαλύτερη, την έλεγαν Μάρμπω και ήταν άσχημη. Η μικρότερη όμως, ήταν πανέμορφη και την φώναζαν Κάλλω. Όλος ο κόσμος μιλούσε για τα κάλλη της, κι απ’ όπου περνούσε σχολιάζανε την ομορφιά της. Η Μάρμπω, τα γνώριζε όλα αυτά και την ζήλευε. Για το λόγο αυτό, είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω ακόμα κι αν της το ζητούσε η μητέρα της.

Άντε βρε Μάρμπω… άντε κόρη μου, πετάξου ίσαμε την αγορά…

Όχι, δεν πάω εγώ. Στείλε την προκομένη σου, την Κάλλω…

απαντούσε η Μάρμπω κι η Κάλλω που δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μητέρα της, έτρεχε αμέσω όπου της ζητούσαν. Κι όχι απλά πήγαινε, αλλά κατάφερνε και τις δουλειές καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί εκτός από όμορφη, ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες στο όμορφο χωριό ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Την παραμονή της μεγάλης γιορτής, η μάνα των δύο κοριτσιών, κοιτάζοντας στο ντουλάπι της κουζίνας την κασέλα που είχανε το αλεύρι, είδε πως το αλεύρι είχε τελειώσει.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο; Άντε Μάρμπω κόρη μου, εσύ που είσαι και η μεγαλύτερη, σύρε στον μύλο…

…μα πριν προλάβει η μάνα να ολοκληρώσει την φράση της, η Μάρμπω απάντησε με πείσμα…

Όχι, δεν πάω…να πάει η Κάλλω.

Θα πάω εγώ μάνα…

Κι έτσι έγινε. Η μικρή Κάλλω, φόρτωσε στο γαιδουράκι της δυο σακιά με σιτάρι και ξεκίνησε για τον νερόμυλο. Μα ο νερόμυλος, ήτανε μακριά και το ταξίδι μεγάλο. Όταν έφτασε επιτέλους, η Κάλλω αντίκρισε κάτι που δεν το περίμενε. Κόσμος πολύς είχε φτάσει πριν από αυτήν στο μύλο και περίμενε να αλέσει τα γεννήματά τους. Μεγάλη η ουρά που είχαν σχηματίσει, μα δεν γινότανε αλλιώς. Η Κάλλω, ξεφόρτωσε το στάρι από το γαϊδουράκι της και περίμενε υπομονετικά την σειρά της. Οι ώρες όμως περνούσαν κι όσο να αλέσουν οι άλλοι, ο ήλιος είχε βασιλέψει και γρήγορα νύχτωσε. Ο μυλωνάς, πήρε το σιτάρι της και το έριξε στο καρίκι του μύλου, ενώ αυτός πήγε στην κάμαρά του για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Κάλλω έμεινε μόνη και καθισμένη πάνω σε κάτι σακιά, περίμενε να γίνει το αλεύρι της. Ήταν μισοσκότεινα και το μοναδικό φως που έφεγγε ήταν από ένα μικρό λαδοφάναρο. Φοβότανε πολύ και γι’ αυτό είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά. Κατά τα μεσάνυχτα όμως, κι ενώ όλα ήταν ήσυχα, ξαφνικά άκουσε κάτι πατημασιές από την εξωτερική πόρτα του μύλου. Γυρίζει τρομαγμένη και τι να δει! Γύρω στους δέκα καλικάντζαρους να έχουν τρυπώσει στο μύλο και να την πλησιάζουν. Πάγωσε από την τρομάρα της, αλλά από την άλλη δεν θέλησε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τον μυλωνά. Ανασηκώθηκε λοιπόν στα σακιά και περίμενε να δει τι θα γίνει. Οι καλικάντζαροι, την είχαν περικυκλώσει κι άρχισαν να της λένε …

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Αρχικά η Κάλλω φοβήθηκε και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν θα κατάφερνε τίποτα γιατί σίγουρα θα την πιάνανε. Τότε μια ιδέα της ήρθε στο μυαλό κι αφού κοντοστάθηκε τους είπε ψύχραιμη πλέον…

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

…ρώτησαν με περιέργεια οι καλικάνρζαροι.

Με αυτό το παλιοφόρεμα θα με φάτε; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργιο και όμορφο φόρεμα.

Καινούργιο και όμορφο φόρεμα; Πάμε γρήγορα να της φέρουμε…

απάντησαν οι καλικάντζαροι και σκόρπισαν τριγύρω ψάχνοντας, ενώ ταυτόχρονα μουρμούριζαν «φόρεμα», «φόρεμα», για να μην ξεχάσουν τι ψάχνουν. Χαμός επικράτησε στο νερόμυλο. Κι επειδή καλικάντζαροι είναι αυτοί και όλα τα καταφέρνουν, χώθηκαν από εδώ, στριμώχτηκαν από εκεί, κάποιοι άλλοι εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν στο άψε-σβήσε…τελικά δεν άργησαν να εμφανιστούν και πάλι μπροστά της κρατώντας ένα πολύ όμορφο φόρεμα. Η Κάλλω το πήρε και το φόρεσε μα οι καλικάντζαροι και πάλι την περιτριγύρισαν απειλητικά λέγοντας…

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

Ξυπόλητη θα με φάτε χρονιάρα μέρα; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργια και όμορφα παπούτσια.

Καινούργια και όμορφα παπούτσια;

Οι καλικάντζαροι σκόρπισαν και πάλι. «Παπούτσια», «παπούτσια», «παπούτσια» μουρμούριζαν και…χαθήκαν από εδώ, βρεθήκαν από εκεί, χωθήκανε σε χαραμάδες και πάλι δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά της με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια.

Τώρα όμως, ήρθε η ώρα σου Κάλλω. Θα σε φάμε!

Μα όχι έτσι…θέλω και παλτό!

«Παλτό», παλτό», «παλτό», μουρμούρισαν και ξανά-μανά τα ίδια και να σου μπροστά της το παλτό. Κι όσο έφερναν οι καλικάντζαροι, όλο και περισσότερα ζητούσε στην συνέχεια η Κάλλω που είχε το σχέδιο της. Ζήτησε γάντια, γούνα, κάλτσες. Ζήτησε τσατσάρα, καθρεφτάκι, βελόνια και κλωστές, πούδρες και τσιμπιδάκια, κι ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε πως της έρχοταν στο μυαλό. Με τούτο και με εκείνο, οι ώρες πέρασαν και δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε από έξω ο κόκορας να χαιρετίζει το ξημέρωμα. Κι οι καλικάντζαροι σαν το άκουσαν, το δίχως άλλο εξαφανίστηκαν γιατί όπως όλοι ξέρουμε, τις σκανταλιές τους τις κάνουνε μόνο τα βράδυα και με το πρώτο φως της μέρας τρέχουν να κρυφτούνε στις φωλιές τους.

Πάνω στην ώρα ξύπνησε κι ο μυλωνάς κι αφού το σιτάρι είχε αλεστεί, φόρτωσαν στο γαϊδουράκι το αλεύρι καθώς κι όλα αυτά που είχαν κουβαλήσει οι καλικάντζαροι κι η Κάλλω πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Η μάνα της είχε ανησυχήσει και γι’ αυτό όταν την είδε να έρχεται, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Κι όταν είδαν ότι εκτός από αλεύρι είχε φέρει και χίλια δυο ακόμα πραματάκια, απόρησαν και την ρώτησαν…

Που τα βρήκες όλα αυτά κόρη μου;

Μου τα έφεραν ψες το βράδυ οι καλικάντζαροι στον μύλο…

τους απάντησε η Κάλλω. Η Μάρμπω δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή, μα σίγουρα ζήλεψε πολύ. Έβαλε με το νου της να πάει κι αυτή στον μύλο να βρει τους καλικάντζαρους και να τους ζητήσει φορέματα, παπούτσια και άλλα πολλά. Αλλά πως θα πήγαινε αφού το αλεύρι θα τους έφτανε για καιρό και οι καλικάντζαροι φεύγουνε από τον δικό μας κόσμο όταν τα Φώτα ο παππάς αγιάζει με την αγιαστούρα. Έτσι λοιπόν, άρχισε κρυφά, όταν δεν την έβλεπε κανείς, να παίρνει αλεύρι από την κασέλα και να το σκορπάει πότε στον ανέμο και πότε να το ρίχνει στο ρέμμα και το αλεύρι τελικά σώθηκε με την πρώτη μέρα του νέου έτους. Πάει η μάνα στην κασέλα να πάρει αλεύρι για να κάνει την βασιλόπιτα και κουλούρια, μα την βρήκε άδεια.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο;

Πάω εγώ…

απάντησε η Κάλλω μα πετάχτηκε από την άκρη η Μάρμπω και είπε πείσμα…

Τώρα θα πάω εγώ!

Φορτώνει λοιπόν το σιτάρι στο γαϊδουράκι, κι άρχισε το ταξίδι για τον μύλο, χωρίς να βιάζεται για να φτάσει αργά ώστε να χρειαστεί να περάσει το βράδυ της εκεί. Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ η Μάρμπω περίμενε καρτερικά στον νερόμυλο μόνη της, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι οι οποίοι την περικύκλωσαν και άρχισαν να της λένε…

Θα σε φάμε Μάρμπω, θα σε φάμε.

Η Μάρμπω τρόμαξε πολύ και φοβήθηκε. Νόμισε ότι θα της φέρουν φορέματα και παπούτσια, μα αντί για αυτά, αυτοί όρμησαν πάνω της. Η Μάρμπω έβαλε τις φωνές και ξύπνησε ο μυλωνάς, αλλά μέχρι να ανάψει το φανάρι του και να βγει από την κάμαρά του, οι καλικάντζαροι με τα νύχια τους κατάφεραν και της γρατζούνισαν το πρόσωπο και τα χέρια. Έτσι, γύρισε στο χωριό πληγωμένη και λυπημένη, μα η Κάλλω την λυπήθηκε και της έδωσε κάποια από τα δικά της δώρα. Κι από ότι μάθαμε πολλά χρόνια μετά, κι οι δυό τους παντρεύτηκαν, κάνανε οικογένεια, και ζήσανε ευτυχισμένα και με αγάπη.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Μαίρη Γεωργαλή. Η Μαίρη Γεωργαλή είναι φιλόλογος στο 2ο Λύκειο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 5 Σχόλια

Η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας

Μύθος από τη Γαλλία –

Η Αντέλ ήταν μια νέα βοσκοπούλα, όμορφη και ντροπαλή. Κοκκίνιζε κάθε φορά που συναντούσε ένα ωραίο αγόρι, που της έκανε τα γλυκά μάτια. Πολλές φορές είχε ακούσει να λένε ιστορίες για βοσκοπούλες που τις ζήτησαν σε γάμο πρίγκιπες ή βασιλιάδες. Βέβαια έκανε πως δεν το πίστευε, όμως κάθε φορά που περνούσε κάποιος άγνωστος καλοντυμένος καβαλάρης, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Αλλά κανένας δεν την πρόσεξε ποτέ, παρά μόνο της φώναζαν:

– Γρήγορα, κάνε στην άκρη το κοπάδι σου να περάσω! Βιάζομαι!

Η Αντέλ έβαζε τα ζώα στη σειρά, κατά μήκος του δρόμου και ο καβαλάρης περνούσε καλπάζοντας σε ένα σύννεφο σκόνης που πετούσε στον αέρα, όπως πετάνε τα όνειρα που κάνουν όλες οι βοσκοπούλες.

Και η ζωή της κοπέλας κυλούσε μονότονα, φροντίζοντας τις χήνες, τα γουρούνια, τις κατσίκες και τα πρόβατα της.

Ένα πρωί όμως, εκεί που φυλούσε το κοπάδι της στο λιβάδι, που είναι ακριβώς μετά την γωνία του δάσους, άκουσε βογκητά. Έρχονταν από τους πυκνούς βάτους που περιτριγύριζαν το δάσος.

Η Αντέλ, που είχε καλή καρδιά, έτρεξε, επειδή κατάλαβε πως κάποιος είχε πληγωθεί. Πράγματι, μόλις έκανε μερικά βήματα, παραμερίζοντας με το μπαστούνι της τους θάμνους, βρήκε έναν λύκο ξαπλωμένο, που έγλυφε μια πληγή στο πόδι του.

Τι έπαθες φτωχέ μου λύκε;

– Είναι περίεργο. Αν και έχω συνηθίσει να τρέχω μέσα στο δάσος, πάτησα ένα μαύρο αγκάθι, που μπήκε στο πόδι μου και με πονάει φριχτά. Αν μπορούσες να το βγάλεις, χωρίς να με πονέσεις, θα σου ήμουν ευγνώμων.

– Δεν είσαι και πολύ θαρραλέος για λύκος. Για ένα μαύρο αγκάθι στο πόδι παραπονιέσαι και βογκάς, σαν να σε πλήγωσε βαριά κάποιος κυνηγός.

– Είναι επειδή δεν είμαι ένας λύκος σαν…

Σταμάτησε ξαφνικά και η Αντέλ τον ρώτησε:

– Τι πήγες να πεις; Ότι δεν είσαι λύκος σαν όλους τους άλλους;

Ο λύκος έμοιαζε σκεφτικός κι ενώ η βοσκοπούλα έσκυψε για να τραβήξει το αγκάθι, αυτός πρόσθεσε:

– Ας πούμε ότι δεν είμαι ακριβώς σαν τους άλλους λύκους. Αλλά μη πιστέψεις πως ήρθα μέχρι την άκρη του δάσους με κακό σκοπό. Ξέρεις, είμαι ένας λύκος που του αρέσουν μόνο τα άγρια ζώα. Δε με ενδιαφέρουν τα πρόβατα. Το μαλλί, μου ερεθίζει το λαιμό. Α! Με πονάς!

– Μη φωνάζεις γκρινιάρη, τελείωσε!

…του είπε η κοπέλα, ενώ τραβούσε το μαύρο αγκάθι που ήταν μεγάλο σαν το δάχτυλο της.

Τώρα είμαι καλύτερα. Είσαι γενναία κοπέλα. Θα πω σε όλους τους φίλους μου, πως τα πρόβατα δεν είναι τροφή για λύκους. Και να δεις που θα με ακούσουν. Δε θα ξαναπειράξουν τα ζώα σου.

Ο λύκος της έγλυψε τα χέρια για να την ευχαριστήσει και έπειτα, κουτσαίνοντας λίγο, χάθηκε ανάμεσα στις μεγάλες βελανιδιές. Όταν ξαναγύρισε στο λιβάδι, η βοσκοπούλα είδε με τρόμο, ότι είχε εξαφανιστεί ολόκληρο το κοπάδι της. Έψαξε, φώναξε, γύρισε όλη την πεδιάδα, αλλά κανένα ίχνος από τα ζώα της.

Η καημένη η κοπέλα πήγε να ρίξει μια ματιά στη στάνη μα τίποτα. Επειδή όμως δε τολμούσε να γυρίσει στο αφεντικό της, έφυγε και πήγε να κρυφτεί μέσα στο δάσος. Αναρωτιόταν μήπως αυτός ο τόσο συμπαθητικός λύκος, την απασχόλησε επίτηδες, για να μπορέσουν οι συνεργάτες του να πάρουν τα πρόβατα της.

Αν και ήξερε πολύ καλά όλα τα μυστικά του δάσους και του βουνού, όταν έπεσε η νύχτα, η Αντέλ άρχισε να τρέμει.

Είχε στηριχθεί σε μια βελανιδιά, με την πλάτη κολλημένη στον χοντρό φλοιό και τα πόδια στηριγμένα σε μια τεράστια ρίζα. Κρατούσε την ανάσα της, άκουγε κάθε φύσημα του ανέμου, κάθε τρίξιμο, κάθε θόρυβο με αγωνία που συνεχώς μεγάλωνε. Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι ακούγεται μέτρα μακριά.

– Δεν είναι δυνατόν ο λύκος που βοήθησα να με πρόδωσε! Αν τουλάχιστον ερχόταν, θα φοβόμουν λιγότερο. Η φωνή του ήταν τόσο ζεστή και τα μαύρα μάτια του, τόσο όμορφα..Μακάρι να έρθει!

…σκεφτόταν η κοπέλα.

Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο από κλαδιά, πολύ κοντά της. Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, όταν μια φωνή της είπε:

Μη φοβάσαι όμορφη βοσκοπούλα, είμαι ο Φρεντερίκ, ο πρίγκηπας του βουνού.

– Μα έχεις την ίδια φωνή με έναν λύκο που βοήθησα το πρωί!

Ο νέος χαμογέλασε και είπε:

– Άσε με να σου πω την ιστορία μου όμορφη βοσκοπούλα και θα καταλάβεις.

Κάθισε δίπλα στην Αντέλ και άρχισε:

Μια μέρα ελευθέρωσα ένα ελάφι που είχε πιαστεί σε μια παγίδα. Την παγίδα όμως την είχε στήσει ο Σιπριέν-Ρουζ, ο κακός γίγαντας που μένει στη μεγάλη σπηλιά ψηλά στο βουνό.

– Ναι, έχω ακούσει να μιλάνε για αυτόν. Πρέπει να είναι πολύ κακός.

…απάντησε η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας συνέχισε:

– Για να με τιμωρήσει λοιπόν, με καταράστηκε. Με μεταμόρφωσε σε λύκο και γίνομαι πρίγκηπας πια μόνο τη νύχτα. Εμένα βοήθησες το πρωί. Θα είμαι για πάντα έτσι, εκτός κι αν καταφέρω να δώσω στον γίγαντα ένα φουστάνι φτιαγμένο από μαλλιά πριγκίπισσας.

Η Αντέλ σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Αν με παντρευόσουν θα ήμουν πριγκίπισσα;

– Κατάλαβα, θα μου έδινες τα μαλλιά σου και θα τελείωνε η υπόθεση. Μόνο που δε θα βρούμε κανέναν να μας παντρέψει μες στη νύχτα. Και το πρωί θα ξαναγίνω λύκος. Σίγουρα θέλεις να παντρευτείς έναν λύκο;

– Δε θα με πείραζε. Είσαι πολύ καλός λύκος. Και πίστεψε με αυτό θα παραξένευε πολύ κόσμο.

Ο Φρεντερίκ κουράστηκε πολύ, για να δώσει στην Αντέλ να καταλάβει ότι δεν είναι σωστό, κι ότι κανείς δε πρέπει να παντρεύεται για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Και την ρώτησε:

Δε θα προτιμούσες να παντρευτείς έναν πρίγκηπα;

– Ξέρεις, δεν πιστεύω ότι οι πρίγκιπες παντρεύονται τις βοσκοπούλες. Μου το έλεγαν από μικρή, αλλά ποτέ δε το πίστεψα.

– Να λοιπόν, που έχεις άδικο. Γιατί αν μπορέσεις να μου βρεις μαλλιά πριγκίπισσας, θα σε παντρευτώ ευχαρίστως.

Η Αντέλ δέχτηκε και πήγε να δουλέψει ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας άλλης πριγκίπισσας που της είχε πει ο Φρεντερίκ. Η πριγκίπισσα είχε μακριά ξανθά μαλλιά και κάθε πρωί, όταν την χτένιζε η Αντέλ, έβαζε στην άκρη λίγα μαλλιά, που τα ύφαινε το βράδυ στο δωμάτιο της.

Της πήρε πάνω από έναν χρόνο μέχρι να καταφέρει να φτιάξει το φουστάνι για τη γυναίκα του γίγαντα. Αλλά τι είναι ένας χρόνος υπομονής, μπροστά σε μια ζωή γεμάτη ευτυχία;

Ο Φρεντερίκ περίμενε κι όταν ο γίγαντας πήρε το φουστάνι, ο λύκος έγινα πάλι πρίγκηπας και παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα.

Και από εκείνη την ημέρα όλες οι φτωχές κοπέλες ελπίζουν και περιμένουν να φτάσει ο όμορφος πρίγκηπας.

Μόνο που ξεχνάνε ότι όλοι οι λύκοι δεν είναι πρίγκιπες.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι άνθρωποι των βυθών

Μύθος από τη Βραζιλία – 

Πολύ κοντά στη θάλασσα, ο Μιγκέλ ζούσε φτωχικά γιατί δεν ήταν ψαράς και το μόνο που είχε ήταν μερικά μέτρα γης όπου καλλιεργούσε κουκιά. Κουραζόταν πολύ με το άγονο έδαφος κι η συγκομιδή του δεν ήταν ποτέ αρκετή. Ωστόσο ρίχνοντας μπόλικη κοπριά που μάζευε από το δρόμο, κατάφερε να πλουτίσει τη γη τόσο, που μια βροχερή χρονιά, η συγκομιδή δε θα ήταν πολύ πλούσια. Κάθε μέρα παρακολουθούσε την ωριμότητα τους και περίμενε ανυπόμονα την εποχή της συγκομιδής.

Κι η εποχή αυτή είχε φτάσει, όταν κάποιο πρωί ανακάλυψε πως τα μισά κουκιά του είχαν εξαφανιστεί τη νύχτα. Έξαλλος, όταν βράδιασε, πήρε ένα ρόπαλο και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και σκόρπιζε στη γη τόσο φως, που νόμιζες πως ήταν μέρα. Ο καιρός ήταν καλός και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το μούγκρισμα των κυμάτων στη γειτονική ακτή. Παλεύοντας με τον ύπνο, ο Μιγκέλ περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα είδε μια γυναίκα με ένα μακρύ άσπρο φόρεμα να μπαίνει στο χωράφι του και να μαζεύει τα κουκιά. Ο χωρικός έτρεξε να την προλάβει. Μόλις όμως τον είδε η γυναίκα, άρχισε να τρέχει προς την ακτή, αλλά το μακρύ της φόρεμα την εμπόδιζε και έπεσε στην άμμο. Εκεί τη σταμάτησε ο Μιγκέλ. Έγινε μια σύντομη πάλη, αλλά ο άντρας ήταν τόσο δυνατός κι η γυναίκα νικήθηκε γρήγορα.

Ο Μιγκέλ είδε τότε πως ήταν νέα και όμορφη.

– Ποια είσαι;

…την ρώτησε.

– Δε θα το μάθεις.

…του απάντησε σκληρά εκείνη.

– Δεν είσαι από εδώ. Δε σ’ έχω ξαναδεί.

Η γυναίκα δεν του απάτησε κι ο Μιγκέλ, κοιτάζοντας το κοφίνι της, είδε πως ήταν πλεγμένο από λεπτά φύκια.

– Από που είσαι λοιπόν κι έχεις κοφίνι από φύκια;

Η κοπέλα δίστασε λίγο και βλέποντας πως ο χωρικός δε θα την άφηνε, του είπε:

– Με λένε Κοντσίτα και ανήκω στο λαό, που ζει στα βάθη των θαλασσών.

Ο Μιγκέλ είχε ακούσει για αυτό το μυστηριώδη λαό, αλλά ποτέ δεν είχε πιστέψει πως υπήρχε. Αναστατωμένος, θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η μητέρα του.

«Οι κοπέλες του βυθού έχουν μάτια σαν τα φύκια και τα χείλη τους έχουν τη γεύση της αλμύρας.»

Αναγκάζοντας την κοπέλα να στρέψει το βλέμμα της προς τη σελήνη, είδε πως τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Τη φίλησε. Τα χείλη της ήταν αλμυρά. Ο Μιγκέλ της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι η Κοντσίτα δέχτηκε να τον παντρευτεί, αφού εκείνος της υποσχέθηκε πως δε θα καταριόταν ποτέ τους ανθρώπους του βυθού.

Η κοπέλα του χάρισε τρία όμορφα παιδιά κι ο χωρικός ήταν ευτυχισμένος. Ωστόσο η ευτυχία του Μιγκέλ δεν ήταν τέλεια, γιατί η γυναίκα του σκεφτόταν περισσότερο τον εαυτό της από τα παιδιά της. Δεν ήξερε να μαγειρεύει κι ούτε έπλενε και συγύριζε το σπίτι. Ο φτωχός χωρικός έπρεπε να ασχολείται με το σπίτι και να δουλεύει και στο χωράφι του.

Ζούσαν μαζί πέντε χρόνια, όταν κάποια μέρα ο Μιγκέλ, που ήταν πολύ κουρασμένος, άφησε το θυμό του να ξεσπάσει και φώναξε:

– Δεν είσαι ούτε καλή μητέρα, ούτε καλή σύζυγος. Δεν ξέρω πως ανατράφηκες, μα δεν είδα καμιά κοπέλα του τόπου μου να είναι τόσο αμελής και τεμπέλα σαν εσένα.

– Δε μ’ ενδιαφέρουν οι κοπέλες του τόπου σου. Για μένα οι μόνοι άνθρωποι που αξίζουν είναι εκείνοι που ζουν στο βυθό.

…του απάντησε η Κοντσίτα.

Τυφλωμένος από το θυμό του, ο Μιγκέλ την πλησίασε λέγοντας:

– Και εγώ αδιαφορώ για τους ανθρώπους του βυθού! Καταραμένοι να’ ναι!

Η Κοντσίτα, ακούγοντας τα λόγια του Μιγκέλ, έφυγε από το σπίτι. Ο Μιγκέλ νόμισε για μια στιγμή, πως θα πήγαινε να κρυφτεί σε καμιά γωνιά. Όταν όμως είδε τα παιδιά του να την ακολουθούν, άρχισε να ανησυχεί. Κι η ανησυχία του έγινε έκπληξη, όταν το τραπέζι, ο μπουφές, τα κρεβάτια και όλα τα έπιπλα του σπιτιού άρχισαν να πηγαίνουν πίσω από την Κοντσίτα.

Ο καημένος προσπάθησε να κρατήσει τουλάχιστον τον γάιδαρο του, που έφευγε κι αυτός, και τότε το ίδιο το σπίτι τραντάχτηκε και άρχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα.

Ο Μιγκέλ ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και αναγκάστηκε να στηριχτεί σε ένα δέντρο για να μην πέσει. Και από εκεί έβλεπε την οικογένεια του κι όλο του το βιος να χάνονται στα κύματα.

Έμεινε μόνος, χωρίς τίποτα. Ακόμη και τα εργαλεία του χάθηκαν κι ένας γείτονας του χάρισε τον κασμά του για να σκάψει το χωράφι του. Γιατί ήταν άξιος και ξανάρχισε πάλι τη δουλειά του. Κουραζόταν πολύ κι η συγκομιδή δεν ήταν πάντα ικανοποιητική, αλλά ποτέ πια κανείς δε βγήκε από τον ωκεανό να κλέψει τα κουκιά του.

Ο μύθος «Οι άνθρωποι των βυθών» μας έρχεται από την Βραζιλία

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού

Μύθος από το Βέλγιο – 

Ο Ουαγιού ήταν παλιά ένα ποτάμι πολύ πιο βαθύ από ότι είναι σήμερα. Γύρω στην περιοχή του Ουαγιού βασίλευε ο φόβος κι ο τρόμος. Όλοι φοβόντουσαν ένα πλάσμα, που κανείς όμως δεν είχε δει. Το ονόμαζαν ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού, χωρίς καλά καλά να ξέρουν αν έμοιαζε με άνθρωπο ή με τέρας. Ήταν όμως γεγονός ότι φερόταν σαν τρομερό και άγριο θηρίο, αφού τρεφόταν με τις καρδιές των θυμάτων του.

Στην τροφή αυτή λένε, οφειλόταν το χάρισμα να βλέπει τη νύχτα, να διακρίνει ως το βυθό της θάλασσας ακόμη και πίσω από τα πιο χοντρά και δυνατά τείχη.

Όταν ήθελε να πιάσει κάποια πλύστρα, καθρέφτιζε μέσα στο νερό, ακριβώς μπροστά στα μάτια της κοπέλας, ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια διαμαντένια χτένα ή ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Φυσικά η κοπέλα βούταγε το χέρι της για να πιάσει το κόσμημα, και εκείνη τη στιγμή μια τρομαχτική δύναμη την τραβούσε στο βυθό του ποταμού.

Υπήρχαν φορές όμως, που ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού είχε όρεξη να φάει καρδιά παιδιού. Έκανε τότε να πλέει σε μια όχθη ένα όμορφο καραβάκι με κάτασπρα πανιά από εκείνα που αρέσουν σε όλα τα παιδιά.

Οι κάτοικοι της κοιλάδας δεν άντεχαν άλλο αυτή τη ζωή. Τα κορίτσια αρνούνταν να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μικρά παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά στο ποτάμι. Είχαν αρχίσει μάλιστα να αναρωτιούνται αν θα έπρεπε να χτίσουν ένα άλλο σχολείο και ένα μεγάλο πλυσταριό μακριά από τον Ουαγιού, από την ημέρα που εξαφανίστηκε μια γυναίκα, πολύ γριά. Αυτό ήταν πρωτοφανές γιατί ο τερατάνθρωπος άρπαζε πάντα μικρά παιδιά ή νεαρές κοπέλες.

Ωστόσο ο σιδεράς και δυο άλλοι χωρικοί υποστήριζαν ότι είχαν δει την άμοιρη γριούλα να πέφτει με το κεφάλι στο νερό και να χάνεται σαν να την τραβούσε κάποια αόρατη δύναμη. Οι συγγενείς της γριάς την έκλαψαν πολύ, αλλά κι όλο το χωριό την λυπήθηκε, γιατί αυτή η γυναίκα ήξερα να θεραπεύει με βότανα.

Πέρασαν δώδεκα μήνες. Στο διάστημα αυτό εξαφανίστηκαν δεκατέσσερα παιδιά και οχτώ γυναίκες. Ξαφνικά ένα πρωί που τα νερά ήταν σκεπασμένα με πυκνή ομίχλη, είδαν να ξαναπαρουσιάζεται η θεραπεύτρια.

Φαινόταν μια χαρά στην υγεία της και όταν κάθισε πλάι στη φωτιά και ήπιε ένα ζεστό ρόφημα, άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού την είχε τραβήξει στο σπίτι του, μια σπηλιά στα βάθη του ποταμού. Νόμιζε ότι θα της έτρωγε την καρδιά, αλλά όταν φτάσανε στο σπίτι του, άρχισε να της μιλάει ευγενικά, να την ρωτάει τι θέλει να πιει, τι θέλει να φάει, αν θέλει να ξεκουραστεί. Η γυναίκα από το φόβο της ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε. Του απάντησε ότι δε χρειαζόταν τίποτα και πως το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο σπίτι της. Και τότε ο τερατάνθρωπος της είπε πως θα γυρνούσε σπίτι της, μόνο αν γιατρέψει την γυναίκα του που είχε κρεβατωθεί από τους ρευματισμούς. Βλέπετε το σπίτι τους ήταν κάτω από νερό, και ήταν φυσικό να πάθει ρευματισμούς. Η γριά προσπάθησε να τον πείσει πως αυτό δεν ήταν μέρος για  μια γριά γυναίκα, αλλά μάταια. Βλέποντας λοιπόν ότι είναι ξεροκέφαλος, του έφτιαξε μια λίστα με τα βότανα που θα χρειαζόταν και έφυγε. Τα μάζεψε και ξαναγύρισε. Κι έτσι για ένα χρόνο η γριά θεράπευε τη γυναίκα του τερατανθρώπου, που είναι πλέον καλά στην υγεία της.

Όλο το χωριό άκουγε την αφήγηση της. Δύσπιστοι, μερικοί νεαροί χαμογελούσαν και σκούνταγαν ο ένας τον άλλο, αλλά οι μεγαλύτεροι κουνούσαν τα κεφάλια τους σκεφτικοί.

Όταν η γυναίκα σώπασε, έγινε μια παύση και κάποιος ρώτησε:

– Και τι έτρωγες όλο αυτόν τον καιρό;

Η θεραπεύτρια χαμήλωσε τα μάτια, έξυσε το πιγούνι της και απάντησε με τρεμάμενη φωνή:

– Εγώ ξέρετε, δεν είμαι δύσκολη στο φαγητό. Μαγείρευε ο ίδιος ο τερατάνθρωπος. Έχει δικές του συνταγές. Και ποτέ δε τον ρωτούσα. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως συνδυάζει το κρέας και το ψάρι με χορταρικά που δε τα ξέρω και που φυτρώνουν στα βάθη του ποταμού. Όμως ήταν όλα πολύ νόστιμα.

Καθένας  γύρισε στο σπίτι του και η ζωή στο χωριό συνεχίστηκε. Η θεραπεύτρια ξανάρχισε να γιατρεύει τους ανθρώπους, τα παιδιά εξακολούθησαν να χάνονται και τα κορίτσια δεν έλεγαν να πάνε για μπουγάδα.

Ωστόσο, υπήρχε κάτι που παραξένευε πολύ τον άντρα και τα παιδιά της γριάς. Όταν για παράδειγμα, κάθονταν στο τραπέζι και κάποιος χτυπούσε την πόρτα, η γριά έλεγε:

– Είναι ο τάδε.

Και ποτέ δεν έπεφτε έξω. Πολλές φορές κάρφωνε τα μάτια της στον τοίχο και έλεγε:

– Η κυρά Τάδε και η κυρά Δείνα γυρίζουν από τα ψώνια τους.

Κι αν κοίταζες από το παράθυρο έβλεπες πως δεν έκανε λάθος.

Η οικογένεια της δεν άργησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε μείνει ένα χρόνο στο σπίτι του τερατανθρώπου και σίγουρα θα είχε φάει και καρδιά παιδιού. Αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, αλλά αναγκάστηκαν να το δεχτούν και έκαναν ότι μπορούσαν για να μην το μάθουν οι άλλοι χωριανοί.

Αυτό που κανένας δεν ήξερε, ήταν πως αφού μπορούσε να βλέπει πίσω από τους τοίχους η γριά, είχε και τη δύναμη να βλέπει ότι ήταν αόρατο.

Έτσι λοιπόν, μια μέρα που πήγαινε για να πλύνει, είδε τον τερατάνθρωπο του Ουαγιού. Έκανε τον περίπατο του πλάι στο ποτάμι, ήσυχος πως ήταν αόρατος και πως δεν τον έβλεπε κανείς. Η γριά τον πλησίασε και ρώτησε:

– Μπα, πως από εδώ; Η γυναίκα σας είναι καλά;

Μερικοί περαστικοί που την άκουσαν να μιλάει μόνη της, νόμισαν πως είχε αρχίσει να τα χάνει. Και σάστισαν ακόμη περισσότερο, βλέποντας την να αφήνει το πανέρι με τα ρούχα και να πηγαίνει προς το ποτάμι, κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σαν κάποιος να την τραβούσε παρά τη θέληση της.

– Άφησε με! Γιάτρεψα τη γυναίκα σου! Δε θέλω να ξαναγυρίσω στο ποτάμι! Άφησε με! Βοήθεια!

Φώναζε η γριά κι ο τερατάνθρωπος, που μόνο εκείνη άκουγε τη φωνή του, την έσερνε και έλεγε:

– Μπορείς και με βλέπεις.. Κάποια μέρα θα μου κάνεις κακό. Γι’ αυτό θα εξαφανιστείς. Αυτή τη φορά δε θα ξαναβγείς από το νερό.

Η καημένη η γριά δεν απείχε παρά μερικά βήματα από την όχθη, όταν την είδε ο σιδεράς. Αμέσως κατάλαβε τι συνέβαινε. Άρπαξε το τσεκούρι του κι άρχισε να χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Χτυπούσε στον αέρα, αλλά αν και δεν έβλεπε, τα χτυπήματα του δεν πήγαιναν χαμένα. Ένιωθε ότι χτυπούσε κάτι. Κι όταν η γριά έπεσε ελεύθερη πάνω στο χορτάρι, ο σιδεράς είδε γύρω από τον καρπό της τα σημάδια που είχε αφήσει το τεράστιο χέρι του τερατανθρώπου.

Η γριά μεταφέρθηκε φοβισμένη στο σπίτι της, ήπιε ένα ζεστό τσάι και συνήλθε.

Από την ημέρα εκείνη, τα κορίτσια δεν είχαν κανένα λόγο πια να μην κάνουν τη μπουγάδα τους και όλα τα παιδιά ξαναγύρισαν στο σχολείο.

Όσο για τη γριά, λένε πως έπαψε πια να βλέπει μέσα από τους τοίχους.

Ο μύθος «Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού» μας έρχεται από το Βέλγιο

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η Λορελάι

Μύθος από τη Γερμανία – 

Αν κατηφορίσετε ποτέ το ρεύμα του ποταμού του Ρήνου με καράβι, οι ναυτικοί θα σας δείξουν κάπου στη δεξιά όχθη το βράχο της Λορελάι, που στη βάση του μουγκρίζει το νερό του ποταμού. Θα κοιτάξετε αμίλητοι και θα περιμένετε να φτάσει το καράβι σε ένα πιο ήσυχο σημείο, για να ρωτήσετε τι ήταν η Λορελάι και ποια ήταν η ιστορία της. Τη διηγούνται με χίλιους τρόπους, αλλά όσοι σας μιλήσουν για τη Λορελάι, θα συμφωνήσουν πως ήταν αφάνταστα όμορφη.

Όσο για μένα θα σας διηγηθώ την ιστορία της όπως την άκουσα από το στόμα ενός παλιού βαρκάρη, που είχε πάρει τη σύνταξη του εδώ και χρόνια και έπαιρνε πια τη βάρκα του για να έρθει να θαυμάσει το βράχο με τη δύση του ήλιου. Ίσως είχε την ελπίδα πως η Λορελάι θα ξαναγύριζε κάποιο βράδυ και πως θα είχε την τύχη να την δει, όπως είχαν μπορέσει να την δουν οι παλιότεροι.

Ήμουν ακόμη νέος, όταν ο γέροντας μου εμπιστεύτηκε τις αναμνήσεις του, αλλά τα λόγια του έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου. Χωρίς να αλλάξω λοιπόν λέξη, τα λόγια του ήταν ακριβώς έτσι:

Να φανταστείς μικρέ μου, πως πολύ νερό είχε κυλήσει ανάμεσα σ’ αυτές τις όχθες από τότε που χάθηκε η Λορελάι. Δε μπορώ να σου πω πόσος καιρός έχει περάσει, μα ξέρω πως οι άνθρωποι πολεμούσαν τότε με σπαθιά και πως δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη αυτούς τους φοβερούς πολέμους, που ποτίζουν τη γη με το αίμα των αθώων και κοκκινίζουν τα νερά των ποταμών.

Τον καιρό εκείνο τα καραβάκια ανηφόριζαν ή κατηφόριζαν τον ποταμό με κουπιά. Μερικά τα έσερναν οι άνθρωποι. Θα έχεις ακούσει ότι η Λορελάι ήταν κάτι σαν σειρήνα, πανέμορφη, που τραγουδούσε ανεβασμένη στο βράχο της, για να μαγεύει τους θαλασσινούς και να τραβάει τα σκάφη τους πάνω στα βράχια. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφη. Τόσο που όμοια της δεν υπήρχε. Κι η φωνή της ήταν υπέροχη. Όμως η Λορελάι δεν ήταν κακιά, το αντίθετο μάλιστα, ήταν καλή και τραγουδούσε για να κάνει τους ναυτικούς να ξεχάσουν το σκληρό τους επάγγελμα και τους κινδύνους του ποταμού, που πολλές φορές θυμώνει και τους πολεμάει. Λένε μάλιστα πως έδειχνε με το δάχτυλο της στους ψαράδες, πού βρίσκονταν τα ψάρια. Την ήξεραν όλοι οι βαρκάρηδες, γιατί την έβλεπαν κάθε ηλιοβασίλεμα να χτενίζει τα ξανθά της μαλλιά, που έφταναν ως τη μέση της. Φυσικά η παρουσία μιας τόσο όμορφης γοργόνας σε ένα βράχο δε μπορούσε να μείνει μυστικό των θαλασσινών. Στα καράβια υπήρχαν πολλές φορές και επιβάτες και όσοι έβλεπαν έστω και μια φορά τη Λορελάι, δεν έπαυαν να μιλούν γι’ αυτήν.

Κάποια μέρα όμως, ο γιος ενός πανίσχυρου και πλούσιου κόμη, του Άλμπρεχτ, αποφάσισε να κλέψει τη Λορελάι. Έφτασε λοιπόν στην όχθη πάνω στο κατάμαυρο άλογο του και ζήτησε από ένα γέρο βαρκάρη να τον οδηγήσει στη βάση του βράχου. Ο γέρος κατάλαβε πως ο νεαρός θα έκανε κάποια τρέλα και αρνήθηκε. Μα ο νεαρός, που είχε συνηθίσει να του κάνουν όλα τα χατήρια  τράβηξε το σπαθί του και τον απείλησε. Ο γέρος λοιπόν πήρε τη βάρκα του και άρχισε να τραβάει κουπί προς το βράχο. Ήταν σούρουπο, το φως ήταν χρυσαφί και τα κύματα σταχτιά. Ήταν η αγαπημένη ώρα της γοργόνας. Καθόταν πάνω στο βράχο της και είχε αρχίσει να τραγουδάει. Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή βουβός, με κομμένη την ανάσα και έπειτα άρχισε να φωνάζει στο βαρκάρη:

– Πλεύρισε! Πλεύρισε στο βράχο!

Ο γέρος άφησε τα κουπιά και είπε ήρεμα:

– Αδύνατο! Κανένας δε μπόρεσε ποτέ να πλευρίσει εδώ. Τα κύματα είναι πολύ άγρια και θα αναποδογυρίσουν τη βάρκα μου σαν τηγανίτα..

Ο νεαρός θύμωσε, απείλησε τον γέρο, αλλά αυτός δεν τον άκουγε και τότε ο νεαρός του είπε:

– Πλησίασε όσο μπορείς. Θα καταφέρω να πηδήξω ως το βράχο.

Ο γέρος προσπάθησε να τον συνετίσει, αλλά ο νεαρός επέμενε κι ο γέρος πλησίασε στο βράχο όσο μπορούσε. Και ξαφνικά ο νεαρός γιος του κόμη πήδηξε. Ήταν ελαφρύς και ευκίνητος, αλλά το πήδημα του ήταν πολύ κοντό. Βρέθηκε λοιπόν στο ποτάμι και το κύμα τον παρέσυρε. Βαρύς από την πανοπλία και τα όπλα του άρχισε να βουλιάζει, πριν ο βαρκάρης προλάβει να τον βοηθήσει. Μάταια έψαχναν το σώμα του, δεν τον βρήκε ποτέ κανείς.

Μαθαίνοντας για το θάνατο του μοναχογιού του, ο κόμης θύμωσε πάρα πολύ. Τα έβαλε με τους βαρκάρηδες και ήθελε να εκτελέσει αυτόν που είχε οδηγήσει το γιο του στο βράχο. Κανένας όμως δε μίλησε και ο κόμης δεν έμαθε ποτέ το όνομα του βαρκάρη. Έστρεψε λοιπόν το θυμό του στη Λορελάι και πρόσταξε τον αξιωματικό της φρουράς του να την συλλάβει. Έλεγε πως ήταν μάγισσα και ότι θα την έκαιγαν ζωντανή.

Ο αξιωματικός ξεκίνησε λοιπόν με μια ντουζίνα στρατιώτες για την επίθεση, και με πολύ πονηριά και πείσμα, αφού έπνιξε πολλούς από τους άντρες του, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του βράχου, όπου είχε κρυφτεί η γοργόνα και της φώναζε:

– Σε κρατάω μάγισσα! Σκότωσες το γιο του αφέντη μου! Θα σε δέσουμε και θα σε κάψουμε ζωντανή στην αυλή του πύργου! Θα δεις τι σημαίνει να μαγεύεις τους νέους!

Ήθελε να πιάσει τη Λορελάι για να την τραβήξει κοντά του, αλλά εκείνη τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει:

– Ποταμέ, βοήθεια!Ω, ποταμέ! Σώσε με από το θυμό των ανθρώπων! Δεν έκανα κανένα κακό! Σώσε με από την αδικία!

Και τότε ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Τα νερά του άρχισαν να κοχλάζουν και έκανε τόσο θόρυβο που γέμισε την κοιλάδα, σαν βροντή κεραυνού.

Οι στρατιώτες και ο αξιωματικός παρασύρθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν, μα το σίγουρο είναι ότι κι η Λορελάι χάθηκε κι αυτή κάτω από τα νερά. Ποτέ δεν την ξαναείδαν πάνω στο βράχο της. Από τότε οι βαρκάρηδες του Ρήνου είναι πολύ λυπημένοι όταν περνάνε από εκείνο το σημείο.

Όμως μερικά βράδια, όταν ο ήλιος ρίχνει το χρυσάφι του στην πέτρα και το ποτάμι μοιάζει με τα ξανθά μαλλιά της Λορελάι, ακούγεται η φωνή της. Μια φωνή δροσερή και καθάρια, σαν τις πηγές που γεννιούνται στη βάση των πάγων, μια φωνή που υψώνεται από το Ρήνο με το πρώτο φύσημα του νυχτερινού αέρα.

Πηγή:  Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.