Ξένα παραμύθια

Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού

Μύθος από το Βέλγιο – 

Ο Ουαγιού ήταν παλιά ένα ποτάμι πολύ πιο βαθύ από ότι είναι σήμερα. Γύρω στην περιοχή του Ουαγιού βασίλευε ο φόβος κι ο τρόμος. Όλοι φοβόντουσαν ένα πλάσμα, που κανείς όμως δεν είχε δει. Το ονόμαζαν ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού, χωρίς καλά καλά να ξέρουν αν έμοιαζε με άνθρωπο ή με τέρας. Ήταν όμως γεγονός ότι φερόταν σαν τρομερό και άγριο θηρίο, αφού τρεφόταν με τις καρδιές των θυμάτων του.

Στην τροφή αυτή λένε, οφειλόταν το χάρισμα να βλέπει τη νύχτα, να διακρίνει ως το βυθό της θάλασσας ακόμη και πίσω από τα πιο χοντρά και δυνατά τείχη.

Όταν ήθελε να πιάσει κάποια πλύστρα, καθρέφτιζε μέσα στο νερό, ακριβώς μπροστά στα μάτια της κοπέλας, ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια διαμαντένια χτένα ή ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Φυσικά η κοπέλα βούταγε το χέρι της για να πιάσει το κόσμημα, και εκείνη τη στιγμή μια τρομαχτική δύναμη την τραβούσε στο βυθό του ποταμού.

Υπήρχαν φορές όμως, που ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού είχε όρεξη να φάει καρδιά παιδιού. Έκανε τότε να πλέει σε μια όχθη ένα όμορφο καραβάκι με κάτασπρα πανιά από εκείνα που αρέσουν σε όλα τα παιδιά.

Οι κάτοικοι της κοιλάδας δεν άντεχαν άλλο αυτή τη ζωή. Τα κορίτσια αρνούνταν να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μικρά παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά στο ποτάμι. Είχαν αρχίσει μάλιστα να αναρωτιούνται αν θα έπρεπε να χτίσουν ένα άλλο σχολείο και ένα μεγάλο πλυσταριό μακριά από τον Ουαγιού, από την ημέρα που εξαφανίστηκε μια γυναίκα, πολύ γριά. Αυτό ήταν πρωτοφανές γιατί ο τερατάνθρωπος άρπαζε πάντα μικρά παιδιά ή νεαρές κοπέλες.

Ωστόσο ο σιδεράς και δυο άλλοι χωρικοί υποστήριζαν ότι είχαν δει την άμοιρη γριούλα να πέφτει με το κεφάλι στο νερό και να χάνεται σαν να την τραβούσε κάποια αόρατη δύναμη. Οι συγγενείς της γριάς την έκλαψαν πολύ, αλλά κι όλο το χωριό την λυπήθηκε, γιατί αυτή η γυναίκα ήξερα να θεραπεύει με βότανα.

Πέρασαν δώδεκα μήνες. Στο διάστημα αυτό εξαφανίστηκαν δεκατέσσερα παιδιά και οχτώ γυναίκες. Ξαφνικά ένα πρωί που τα νερά ήταν σκεπασμένα με πυκνή ομίχλη, είδαν να ξαναπαρουσιάζεται η θεραπεύτρια.

Φαινόταν μια χαρά στην υγεία της και όταν κάθισε πλάι στη φωτιά και ήπιε ένα ζεστό ρόφημα, άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού την είχε τραβήξει στο σπίτι του, μια σπηλιά στα βάθη του ποταμού. Νόμιζε ότι θα της έτρωγε την καρδιά, αλλά όταν φτάσανε στο σπίτι του, άρχισε να της μιλάει ευγενικά, να την ρωτάει τι θέλει να πιει, τι θέλει να φάει, αν θέλει να ξεκουραστεί. Η γυναίκα από το φόβο της ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε. Του απάντησε ότι δε χρειαζόταν τίποτα και πως το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο σπίτι της. Και τότε ο τερατάνθρωπος της είπε πως θα γυρνούσε σπίτι της, μόνο αν γιατρέψει την γυναίκα του που είχε κρεβατωθεί από τους ρευματισμούς. Βλέπετε το σπίτι τους ήταν κάτω από νερό, και ήταν φυσικό να πάθει ρευματισμούς. Η γριά προσπάθησε να τον πείσει πως αυτό δεν ήταν μέρος για  μια γριά γυναίκα, αλλά μάταια. Βλέποντας λοιπόν ότι είναι ξεροκέφαλος, του έφτιαξε μια λίστα με τα βότανα που θα χρειαζόταν και έφυγε. Τα μάζεψε και ξαναγύρισε. Κι έτσι για ένα χρόνο η γριά θεράπευε τη γυναίκα του τερατανθρώπου, που είναι πλέον καλά στην υγεία της.

Όλο το χωριό άκουγε την αφήγηση της. Δύσπιστοι, μερικοί νεαροί χαμογελούσαν και σκούνταγαν ο ένας τον άλλο, αλλά οι μεγαλύτεροι κουνούσαν τα κεφάλια τους σκεφτικοί.

Όταν η γυναίκα σώπασε, έγινε μια παύση και κάποιος ρώτησε:

– Και τι έτρωγες όλο αυτόν τον καιρό;

Η θεραπεύτρια χαμήλωσε τα μάτια, έξυσε το πιγούνι της και απάντησε με τρεμάμενη φωνή:

– Εγώ ξέρετε, δεν είμαι δύσκολη στο φαγητό. Μαγείρευε ο ίδιος ο τερατάνθρωπος. Έχει δικές του συνταγές. Και ποτέ δε τον ρωτούσα. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως συνδυάζει το κρέας και το ψάρι με χορταρικά που δε τα ξέρω και που φυτρώνουν στα βάθη του ποταμού. Όμως ήταν όλα πολύ νόστιμα.

Καθένας  γύρισε στο σπίτι του και η ζωή στο χωριό συνεχίστηκε. Η θεραπεύτρια ξανάρχισε να γιατρεύει τους ανθρώπους, τα παιδιά εξακολούθησαν να χάνονται και τα κορίτσια δεν έλεγαν να πάνε για μπουγάδα.

Ωστόσο, υπήρχε κάτι που παραξένευε πολύ τον άντρα και τα παιδιά της γριάς. Όταν για παράδειγμα, κάθονταν στο τραπέζι και κάποιος χτυπούσε την πόρτα, η γριά έλεγε:

– Είναι ο τάδε.

Και ποτέ δεν έπεφτε έξω. Πολλές φορές κάρφωνε τα μάτια της στον τοίχο και έλεγε:

– Η κυρά Τάδε και η κυρά Δείνα γυρίζουν από τα ψώνια τους.

Κι αν κοίταζες από το παράθυρο έβλεπες πως δεν έκανε λάθος.

Η οικογένεια της δεν άργησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε μείνει ένα χρόνο στο σπίτι του τερατανθρώπου και σίγουρα θα είχε φάει και καρδιά παιδιού. Αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, αλλά αναγκάστηκαν να το δεχτούν και έκαναν ότι μπορούσαν για να μην το μάθουν οι άλλοι χωριανοί.

Αυτό που κανένας δεν ήξερε, ήταν πως αφού μπορούσε να βλέπει πίσω από τους τοίχους η γριά, είχε και τη δύναμη να βλέπει ότι ήταν αόρατο.

Έτσι λοιπόν, μια μέρα που πήγαινε για να πλύνει, είδε τον τερατάνθρωπο του Ουαγιού. Έκανε τον περίπατο του πλάι στο ποτάμι, ήσυχος πως ήταν αόρατος και πως δεν τον έβλεπε κανείς. Η γριά τον πλησίασε και ρώτησε:

– Μπα, πως από εδώ; Η γυναίκα σας είναι καλά;

Μερικοί περαστικοί που την άκουσαν να μιλάει μόνη της, νόμισαν πως είχε αρχίσει να τα χάνει. Και σάστισαν ακόμη περισσότερο, βλέποντας την να αφήνει το πανέρι με τα ρούχα και να πηγαίνει προς το ποτάμι, κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σαν κάποιος να την τραβούσε παρά τη θέληση της.

– Άφησε με! Γιάτρεψα τη γυναίκα σου! Δε θέλω να ξαναγυρίσω στο ποτάμι! Άφησε με! Βοήθεια!

Φώναζε η γριά κι ο τερατάνθρωπος, που μόνο εκείνη άκουγε τη φωνή του, την έσερνε και έλεγε:

– Μπορείς και με βλέπεις.. Κάποια μέρα θα μου κάνεις κακό. Γι’ αυτό θα εξαφανιστείς. Αυτή τη φορά δε θα ξαναβγείς από το νερό.

Η καημένη η γριά δεν απείχε παρά μερικά βήματα από την όχθη, όταν την είδε ο σιδεράς. Αμέσως κατάλαβε τι συνέβαινε. Άρπαξε το τσεκούρι του κι άρχισε να χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Χτυπούσε στον αέρα, αλλά αν και δεν έβλεπε, τα χτυπήματα του δεν πήγαιναν χαμένα. Ένιωθε ότι χτυπούσε κάτι. Κι όταν η γριά έπεσε ελεύθερη πάνω στο χορτάρι, ο σιδεράς είδε γύρω από τον καρπό της τα σημάδια που είχε αφήσει το τεράστιο χέρι του τερατανθρώπου.

Η γριά μεταφέρθηκε φοβισμένη στο σπίτι της, ήπιε ένα ζεστό τσάι και συνήλθε.

Από την ημέρα εκείνη, τα κορίτσια δεν είχαν κανένα λόγο πια να μην κάνουν τη μπουγάδα τους και όλα τα παιδιά ξαναγύρισαν στο σχολείο.

Όσο για τη γριά, λένε πως έπαψε πια να βλέπει μέσα από τους τοίχους.

Ο μύθος «Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού» μας έρχεται από το Βέλγιο

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η Λορελάι

Μύθος από τη Γερμανία – 

Αν κατηφορίσετε ποτέ το ρεύμα του ποταμού του Ρήνου με καράβι, οι ναυτικοί θα σας δείξουν κάπου στη δεξιά όχθη το βράχο της Λορελάι, που στη βάση του μουγκρίζει το νερό του ποταμού. Θα κοιτάξετε αμίλητοι και θα περιμένετε να φτάσει το καράβι σε ένα πιο ήσυχο σημείο, για να ρωτήσετε τι ήταν η Λορελάι και ποια ήταν η ιστορία της. Τη διηγούνται με χίλιους τρόπους, αλλά όσοι σας μιλήσουν για τη Λορελάι, θα συμφωνήσουν πως ήταν αφάνταστα όμορφη.

Όσο για μένα θα σας διηγηθώ την ιστορία της όπως την άκουσα από το στόμα ενός παλιού βαρκάρη, που είχε πάρει τη σύνταξη του εδώ και χρόνια και έπαιρνε πια τη βάρκα του για να έρθει να θαυμάσει το βράχο με τη δύση του ήλιου. Ίσως είχε την ελπίδα πως η Λορελάι θα ξαναγύριζε κάποιο βράδυ και πως θα είχε την τύχη να την δει, όπως είχαν μπορέσει να την δουν οι παλιότεροι.

Ήμουν ακόμη νέος, όταν ο γέροντας μου εμπιστεύτηκε τις αναμνήσεις του, αλλά τα λόγια του έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου. Χωρίς να αλλάξω λοιπόν λέξη, τα λόγια του ήταν ακριβώς έτσι:

Να φανταστείς μικρέ μου, πως πολύ νερό είχε κυλήσει ανάμεσα σ’ αυτές τις όχθες από τότε που χάθηκε η Λορελάι. Δε μπορώ να σου πω πόσος καιρός έχει περάσει, μα ξέρω πως οι άνθρωποι πολεμούσαν τότε με σπαθιά και πως δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη αυτούς τους φοβερούς πολέμους, που ποτίζουν τη γη με το αίμα των αθώων και κοκκινίζουν τα νερά των ποταμών.

Τον καιρό εκείνο τα καραβάκια ανηφόριζαν ή κατηφόριζαν τον ποταμό με κουπιά. Μερικά τα έσερναν οι άνθρωποι. Θα έχεις ακούσει ότι η Λορελάι ήταν κάτι σαν σειρήνα, πανέμορφη, που τραγουδούσε ανεβασμένη στο βράχο της, για να μαγεύει τους θαλασσινούς και να τραβάει τα σκάφη τους πάνω στα βράχια. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφη. Τόσο που όμοια της δεν υπήρχε. Κι η φωνή της ήταν υπέροχη. Όμως η Λορελάι δεν ήταν κακιά, το αντίθετο μάλιστα, ήταν καλή και τραγουδούσε για να κάνει τους ναυτικούς να ξεχάσουν το σκληρό τους επάγγελμα και τους κινδύνους του ποταμού, που πολλές φορές θυμώνει και τους πολεμάει. Λένε μάλιστα πως έδειχνε με το δάχτυλο της στους ψαράδες, πού βρίσκονταν τα ψάρια. Την ήξεραν όλοι οι βαρκάρηδες, γιατί την έβλεπαν κάθε ηλιοβασίλεμα να χτενίζει τα ξανθά της μαλλιά, που έφταναν ως τη μέση της. Φυσικά η παρουσία μιας τόσο όμορφης γοργόνας σε ένα βράχο δε μπορούσε να μείνει μυστικό των θαλασσινών. Στα καράβια υπήρχαν πολλές φορές και επιβάτες και όσοι έβλεπαν έστω και μια φορά τη Λορελάι, δεν έπαυαν να μιλούν γι’ αυτήν.

Κάποια μέρα όμως, ο γιος ενός πανίσχυρου και πλούσιου κόμη, του Άλμπρεχτ, αποφάσισε να κλέψει τη Λορελάι. Έφτασε λοιπόν στην όχθη πάνω στο κατάμαυρο άλογο του και ζήτησε από ένα γέρο βαρκάρη να τον οδηγήσει στη βάση του βράχου. Ο γέρος κατάλαβε πως ο νεαρός θα έκανε κάποια τρέλα και αρνήθηκε. Μα ο νεαρός, που είχε συνηθίσει να του κάνουν όλα τα χατήρια  τράβηξε το σπαθί του και τον απείλησε. Ο γέρος λοιπόν πήρε τη βάρκα του και άρχισε να τραβάει κουπί προς το βράχο. Ήταν σούρουπο, το φως ήταν χρυσαφί και τα κύματα σταχτιά. Ήταν η αγαπημένη ώρα της γοργόνας. Καθόταν πάνω στο βράχο της και είχε αρχίσει να τραγουδάει. Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή βουβός, με κομμένη την ανάσα και έπειτα άρχισε να φωνάζει στο βαρκάρη:

– Πλεύρισε! Πλεύρισε στο βράχο!

Ο γέρος άφησε τα κουπιά και είπε ήρεμα:

– Αδύνατο! Κανένας δε μπόρεσε ποτέ να πλευρίσει εδώ. Τα κύματα είναι πολύ άγρια και θα αναποδογυρίσουν τη βάρκα μου σαν τηγανίτα..

Ο νεαρός θύμωσε, απείλησε τον γέρο, αλλά αυτός δεν τον άκουγε και τότε ο νεαρός του είπε:

– Πλησίασε όσο μπορείς. Θα καταφέρω να πηδήξω ως το βράχο.

Ο γέρος προσπάθησε να τον συνετίσει, αλλά ο νεαρός επέμενε κι ο γέρος πλησίασε στο βράχο όσο μπορούσε. Και ξαφνικά ο νεαρός γιος του κόμη πήδηξε. Ήταν ελαφρύς και ευκίνητος, αλλά το πήδημα του ήταν πολύ κοντό. Βρέθηκε λοιπόν στο ποτάμι και το κύμα τον παρέσυρε. Βαρύς από την πανοπλία και τα όπλα του άρχισε να βουλιάζει, πριν ο βαρκάρης προλάβει να τον βοηθήσει. Μάταια έψαχναν το σώμα του, δεν τον βρήκε ποτέ κανείς.

Μαθαίνοντας για το θάνατο του μοναχογιού του, ο κόμης θύμωσε πάρα πολύ. Τα έβαλε με τους βαρκάρηδες και ήθελε να εκτελέσει αυτόν που είχε οδηγήσει το γιο του στο βράχο. Κανένας όμως δε μίλησε και ο κόμης δεν έμαθε ποτέ το όνομα του βαρκάρη. Έστρεψε λοιπόν το θυμό του στη Λορελάι και πρόσταξε τον αξιωματικό της φρουράς του να την συλλάβει. Έλεγε πως ήταν μάγισσα και ότι θα την έκαιγαν ζωντανή.

Ο αξιωματικός ξεκίνησε λοιπόν με μια ντουζίνα στρατιώτες για την επίθεση, και με πολύ πονηριά και πείσμα, αφού έπνιξε πολλούς από τους άντρες του, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του βράχου, όπου είχε κρυφτεί η γοργόνα και της φώναζε:

– Σε κρατάω μάγισσα! Σκότωσες το γιο του αφέντη μου! Θα σε δέσουμε και θα σε κάψουμε ζωντανή στην αυλή του πύργου! Θα δεις τι σημαίνει να μαγεύεις τους νέους!

Ήθελε να πιάσει τη Λορελάι για να την τραβήξει κοντά του, αλλά εκείνη τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει:

– Ποταμέ, βοήθεια!Ω, ποταμέ! Σώσε με από το θυμό των ανθρώπων! Δεν έκανα κανένα κακό! Σώσε με από την αδικία!

Και τότε ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Τα νερά του άρχισαν να κοχλάζουν και έκανε τόσο θόρυβο που γέμισε την κοιλάδα, σαν βροντή κεραυνού.

Οι στρατιώτες και ο αξιωματικός παρασύρθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν, μα το σίγουρο είναι ότι κι η Λορελάι χάθηκε κι αυτή κάτω από τα νερά. Ποτέ δεν την ξαναείδαν πάνω στο βράχο της. Από τότε οι βαρκάρηδες του Ρήνου είναι πολύ λυπημένοι όταν περνάνε από εκείνο το σημείο.

Όμως μερικά βράδια, όταν ο ήλιος ρίχνει το χρυσάφι του στην πέτρα και το ποτάμι μοιάζει με τα ξανθά μαλλιά της Λορελάι, ακούγεται η φωνή της. Μια φωνή δροσερή και καθάρια, σαν τις πηγές που γεννιούνται στη βάση των πάγων, μια φωνή που υψώνεται από το Ρήνο με το πρώτο φύσημα του νυχτερινού αέρα.

Πηγή:  Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι τρεις ποταμοί των δακρύων

Μύθος από την Φινλανδία –

Υπήρχε κάποτε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα αυτή έμενε με τη μητέρα της και τον αδελφό της σε μια γόνιμη και ήρεμη περιοχή, όπου η ζωή κυλούσε ευτυχισμένη, σαν μια ωραία άνοιξη. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο χαρά και ο χειμώνας με το γκρίζο του ουρανό και τις κρύες μέρες του, δεν κατάφερνε να χαλάσει την ευτυχία τους. Όλα έδειχναν πως θα ζούσαν πάντα έτσι, ώσπου ένα πρωί ο υπηρέτης ενός πλούσιου και διάσημου γείτονα έδωσε στη μητέρα ένα μήνυμα με σφραγίδα και βουλοκέρι.

Η μητέρα, που δεν ήξερε γράμματα, ζήτησε από το γιο της να διαβάσει το γράμμα, κι όσο ο νεαρός διάβαζε, το πρόσωπο του χλώμιαζε. Όταν τελείωσε, έπιασε το χαρτί και το έσκισε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό και η φωνή του έτρεμε και είπε:

Μα είναι φοβερό! Ο γείτονας μας είναι τόσο γέρος, που κανένας δε θα μπορούσε να πει την ηλικία του, και να που τολμάει να ζητήσει την αδελφή μου για γυναίκα του! Νομίζει πως επειδή είναι πλούσιος, μπορεί να κάνει κι ό,τι θέλει!

Βγήκε από το σπίτι χτυπώντας δυνατά την πόρτα και άρχισε να περπατάει στα χιόνια για να ηρεμήσει. Όταν ξαναγύρισε, βρήκε την αδελφή του να κλαίει. Τη ρώτησε τι είχε και η κοπέλα του είπε:

– Η μαμά πάει να δώσει την απάντηση της στο γείτονα. Είμαστε πολύ φτωχοί κι η μητέρα πιστεύει πως πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτώ το γέρο που είναι πλούσιος.

Τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα της, αφού την έπνιγαν οι λυγμοί. Και καθώς ο αδελφός της την κοιτούσε με παράπονο, η κοπέλα πρόσθεσε:

– Μην ξαναθυμώσεις. Και μην πεις τίποτα στη μητέρα. Όμως εγώ θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να αναγκαστώ να ζήσω μ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Πέρασαν οι μέρες κι η μητέρα ετοίμαζε το νυφικό της κόρης της. Και μια βαριά και παγωμένη σιωπή είχε γεμίσει το σπίτι. Η κοπέλα πρόβαρε υπομονετικά το φόρεμα και το πέπλο, αλλά ένα πρωί δε φάνηκε στο τραπέζι για το πρωινό της.

Καθώς την προηγούμενη μέρα είχε χιονίσει, δε δυσκολεύτηκαν καθόλου να διαπιστώσουν πως είχε φύγει από το σπίτι πριν ξημερώσει. Έτσι ακολούθησαν τα ίχνη της. Το χιόνι έδειχνε πως η κοπέλα είχε τρέξει, πως είχε πέσει, πως είχε ξανατρέξει και ξαναπέσει. Τα ίχνη της έφταναν ως τη θάλασσα. Εκεί σταματούσαν και χάνονταν, γιατί το νερό ξέρει να κρατά τα μυστικά που του εμπιστεύονται.

Η μάνα ξαναγύρισε στο σπίτι μαζί με το γιο της, κάθισε μπροστά στην πόρτα της κι άρχισε να κλαίει. Έχυσε τόσα δάκρυα που σχηματίστηκαν τρία ρυάκια, που όλο φούσκωναν και έγιναν τρία ποτάμια. Και τα τρία αυτά ποτάμια κύλησαν προς τη θάλασσα, περνώντας από τρεις κοιλάδες που χώριζαν τα δασωμένα βουνά.

Ο πλούσιος γέρος λυπήθηκε κι αυτός, αλλά πάντα πίστευε πως θα ξανάβρισκε την αρραβωνιαστικιά του. Όντας σίγουρος πως ο πλούτος μπορεί να χαρίσει τα πάντα, έφτιαξε ένα χρυσό καλάμι, που στην άκρη του είχε ένα ασημένιο δόλωμα, το οποίο συγκρατούσε ένα τεράστιο διαμάντι. Ένα βράδυ λοιπόν, μπήκε σε μια βάρκα και πήγε να ψαρέψει στα νερά που είχε χαθεί η όμορφη κοπέλα.

Ψάρευε ως της αυγή χωρίς να πιάσει τίποτα, και τη στιγμή που ο ουρανός άρχιζε να ασπρίζει, έβγαλε από τη θάλασσα ένα ψάρι πολύ όμορφο, που όμως δεν ανήκε σε κανένα από τα γνωστά είδη. Ο γέρος ετοιμαζόταν να πετάξει το ψάρι στο πανέρι της βάρκας. Και τότε ο ψάρι γλίστρησε από τα χέρια του και πήδηξε πίσω στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυο κύματα το κεφάλι του ψαριού ξαναβγήκε στην επιφάνεια, άνοιξε το στόμα του και ακούστηκε η φωνή της κοπέλας:

– Ώστε δε με αναγνώρισες! Θα με έψηνες και θα με έτρωγες! Κι όμως, είμαι αυτή που έλεγες πως αγαπούσες!

Ο γέρος δε ξανάπιασε ποτέ το καλάμι του, ούτε ξαναμπήκε στη βάρκα του. Κλείστηκε στο σπίτι του μαζί με τους θησαυρούς του, που δε μπορούσαν όμως να του δώσουν τη χαμένη του χαρά.

Όσο για τη μητέρα δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς. Λένε ότι κλαίει ακόμη, γιατί εδώ και αιώνες τα τρία ποτάμια δεν έπαψαν ποτέ να κυλούν!

Πηγή: Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Ο γάμος του ποντικού

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Πριν από πολλά πολλά χρόνια γεννήθηκε ένας όμορφος λευκός ποντικός. Οσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφος γινόταν. Ολοι τον θαύμαζαν και τον καμάρωναν. Οι γονείς του και οι φίλοι του αναρωτιούνταν: 

– Είναι τόσο χαριτωμένος κι ευγενικός! Πού θα βρούμε νύφη αντάξιά του;

Το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει και αποφάσισαν ότι μόνο στην οικογένεια του Βασιλιά θα έβρισκαν γυναίκα κατάλληλη για τον ωραίο Λευκοπόντικα. Έτσι, τρεις γέροντες προξενητές, θείοι του ποντικού, ξεκίνησαν για το παλάτι του Βασιλιά να του ζητήσουν νύφη για το παλικάρι τους. Εφτασαν στην πύλη του παλατιού καταφοβισμένοι. Τρέμοντας πέρασαν στην αίθουσα του θρόνου και γονάτισαν με σεβασμό μπροστά στον Βασιλιά και του είπαν.

Μεγαλειότατε, μας έστειλε να μεσιτέψουμε στη μεγαλοσύνη σου η οικογένεια του όμορφου ποντικού, που σίγουρα τον έχεις ακουστά. Είναι λευκός σαν χιόνι, το πιο ωραίο πλάσμα της φύσης. Ψάχνουμε για γυναίκα αντάξιά του, αλλά μονάχα στη δική σου τη γενιά θα βρούμε κατάλληλη νύφη αφού εσύ είσαι ο πιο δυνατός και ο πιο σπουδαίος άνθρωπος στον κόσμο.

Ο Βασιλιάς τούς κοίταξε καλά καλά, χαμογέλασε και απάντησε:

– Στον γιο σας πράγματι αξίζει γυναίκα απ’ την καλύτερη γενιά. Δεν θα τη βρείτε όμως εδώ. Υπάρχει μια γενιά πιο δυνατή απ’ τη δική μου. Είναι η γενιά του Ανέμου. Πηγαίνετε να τον βρείτε.

Οι γέροντες συμφώνησαν και ξεκίνησαν για το σπίτι του Ανέμου. Μπήκαν στην αυλή και περίμεναν. 

– Ελάτε μέσα! Τι ζητάτε;

…τους φώναξε απ’ το μπαλκόνι του ο Ανεμος.

– Ψάχνουμε μια γυναίκα άξια να παντρευτεί τον πιο ωραίο ποντικό του κόσμου. Πήγαμε πρώτα στον Βασιλιά, αλλά αυτός μας είπε ότι ο Ανεμος είναι δυνατότερός του κι έτσι ήρθαμε σε σένα, να σου ζητήσουμε νύφη από τη γενιά σου.

…του είπαν. Ο Άνεμος τους άκουσε, σκέφτηκε και είπε:

– Πολύ καλή η ιδέα σας και σας ευχαριστώ. Όμως δεν είμαι εγώ ο δυνατότερος. Όταν φυσάω με όλη μου τη δύναμη σηκώνω σκόνη και ξεριζώνω δέντρα, αλλά μπροστά στο Βουνό είμαι ανίσχυρος. Φυσάω και φυσάω, μα το Βουνό μένει ακίνητο. Βλέπετε, είναι δυνατότερο από μένα. Πηγαίνετε να το βρείτε.

Τι να κάνουν οι προξενητές, ξεκίνησαν για το σπίτι του Βουνού. Περπάτησαν μερόνυχτα, κι έφτασαν κουρασμένοι. Το Βουνό τους καλοδέχτηκε.

– Τι σας έφερε στα μέρη μου;

…τους ρώτησε.

– Ψάχνουμε νύφη από καλή γενιά για τον πιο όμορφο ποντικό του κόσμου και ο Άνεμος μας είπε πως εσύ, απ’ όλα τα πλάσματα, είσαι το πιο σπουδαίο και το πιο δυνατό.

…του  απάντησαν.

Δυνατός είμαι, αλλά όχι ο δυνατότερος. Υπάρχει κάποιος καλύτερος από μένα. Σκάβει τα θεμέλιά μου μέρα-νύχτα. Φτιάχνει λαγούμια στα πλευρά μου, και με κάνει να τρέμω. Η γενιά του είναι η πιο δυνατή.

…τους είπε το Βουνό.

Α, μα στ’ αλήθεια είναι δυνατό ένα τέτοιο πλάσμα! Πού μένει;

… φώναξαν οι προξενητές και το Βουνό τους έδειξε μια τρύπα στη ρίζα του και οι γέροντες πήγαν προς τα εκεί. Ήταν το σπίτι του Γκριζοπόντικα. Χτύπησαν, μπήκαν μέσα και είπαν τι ζητάνε.

– Βρήκατε την κατάλληλη γυναίκα για τον γιο σας! Τι χαρά να ενωθούν δύο μεγάλες οικογένειες!

…φώναξε κατενθουσιασμένος ο γέρος Γκριζοπόντικας ο οποίος τους είχε υποδεχτεί περιμένοντας πως και πως αυτήν την στιγμή. Κι έτσι ο όμορφος Λευκοπόντικας βρήκε γυναίκα αντάξιά του.

Το παραμύθι «Ο γάμος του ποντικού» μας έρχεται από την Αιθιοπία

 

Ακούστε το παραμύθι

Το παραμύθι «Ο γάμος του ποντικού» αφηγείται η Ανθούλα Αθανασιάδου. Η Ανθούλα Αθανασιάδου είναι δασκάλα. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Ελέφαντας και Χελώνα

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, όταν στον κόσμο υπήρχε μόνο ημέρα και η νύχτα ήταν άγνωστη, ο Ελέφαντας και η Χελώνα μάλωσαν άσχημα. Αιτία ήταν το πλούσιο γρασίδι ενός λιβαδιού.

– Είναι δικό μου!

…έλεγε η Χελώνα.

– Οχι, είναι δικό μου!

…επέμενε ο Ελέφαντας.

Κανένας δεν υποχωρούσε ώσπου στο τέλος, ο Ελέφαντας θύμωσε πολύ.

– Θα σου σπάσω το καύκαλο!

…φώναξε και σήκωσε το πόδι του να χτυπήσει τη Χελώνα. Εκείνη, κατατρομαγμένη έτρεξε να κρυφτεί ανάμεσα στους θάμνους της σαβάνας και κρύφτηκε τόσο καλά, που ο Ελέφαντας δεν κατάφερε να τη βρει. Όμως την άλλη μέρα, ο Ελέφαντας ζήτησε τη βοήθεια των υπόλοιπων ζώων, κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για να την ξετρυπώσουν και να την τιμωρήσουν. Στο μεταξύ η Χελώνα, που ήταν έξυπνη και ήξερε πολλά μαγικά, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρπαξε τη σκόνη και την πέταξε στον άνεμο. Τότε η νύχτα, που όπως είπαμε ήταν άγνωστη ώς εκείνη τη στιγμή, σκέπασε τη γη…Τα ζώα, μη βλέποντας πια τον ήλιο, τρομοκρατήθηκαν.

– Τι πυκνό σκοτάδι!

…έλεγαν το ένα στο άλλο.

– Τι έγινε ο ήλιος; Πού πήγε η μέρα; Πώς θα ζήσουμε τώρα χωρίς φως;

Ο Ελέφαντας, καταστενοχωρημένος, θέλησε να διορθώσει τα πράγματα. Έστειλε τον Κόκορα να ζητήσει συγγνώμη από τη Χελώνα και να την παρακαλέσει να ξαναφέρει τη μέρα στον κόσμο. Ο Κόκορας ζήτησε από τη Χελώνα να συγχωρήσει τον Ελέφαντα κι εκείνη δέχτηκε, φέρνοντας και πάλι τον ήλιο στον ουρανό. Όμως από τότε οι μέρες δεν είναι πια πάντα ηλιόλουστες και το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κάθε νύχτα.

 

Το παραμύθι «Ελέφαντας και Χελώνα» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το Κολιμπρί

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά.

Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι;

…σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. 

– Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!

…ακούστηκε μια φωνή.

– Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει.

…απάντησε κάποιο άλλο.

– Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!

– Όχι, είναι πολύ άσχημος.

– Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά!

– Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια.

– Το Παγόνι που είναι όμορφο!

– Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του.

– Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι!

– Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως.

Έφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε:

Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς!

-Ναι, ναι!

…τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά:

– Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς!

«Τσίου-τσίου-τσίου», άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…τραγούδησε το Κολιμπρί.

Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο.

– Έφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.

…φώναξε.

– «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς!

…τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα.

– Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς!

…φώναξε για άλλη μία φορά.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Όλα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε.

– Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι!

…φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Όλη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Όμως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίου-τσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε:

– Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου.

Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.

Το παραμύθι «Κολιμπρί» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Γιατί ο Ηλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

 Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ήλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ήλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ήλιο. Μια μέρα, λέει ο Ήλιος στο Νερό:

– Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;

– Α, φίλε μου, το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ’ το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ όμως, να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη.

…του απάντησε το Νερό.

Ο Ήλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του τη Σελήνη.

– Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό. Δεν μπορούμε να τον δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, ας αρχίσουμε το χτίσιμο.

…είπε ο Ήλιος στη Σελήνη.

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ήλιος κάλεσε και πάλι το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί. Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ήλιο:

– Ήλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;

…κι εκείνος απάντησε:

– Μα ναι, φίλε μου! Έχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα!

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το Νερό κι έφτασε τον Ήλιο ως το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε:

– Ήλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;

– Ναι, φίλε μου.

…απάντησε ξανά ο Ηλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι.

Όταν πια είχε φτάσει τον Ήλιο ως τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε:

– Ήλιε φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;

Ο Ήλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό:

– Ήλιε φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου;

Όμως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι -και στεγνοί- ψηλά στον ουρανό.

Το παραμύθι «Γιατί ο ήλιος και η σελήνη ζούνε στον ουρανό» είναι από την Νηγηρία

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Γιατί ο ήλιος κι η σελήνη ζουν στον ουρανό» αφηγούνται η Άννα Γιουρούκη και ο Συμεών Σισμανίδης. Η Άννα Γιουρούκη είναι κοινωνική λειτουργός ενώ ο Συμεών Σισμανίδης γυμναστής ειδικής αγωγής. Ανταποκρίθηκαν στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησαν μόνοι τους το παραμύθι και τους ευχαριστούμε για την συμμετοχή τους.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, το Λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας και το Τσακάλι ο μυστικοσύμβουλός του, συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους εχθρούς του βασιλείου. Κάποια στιγμή το Λιοντάρι άρχισε να καυχιέται για τη δύναμή του.

– Είμαι το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο ζώο. Μονάχα εγώ αξίζει να είμαι βασιλιάς.

Το Τσακάλι πάντα κολάκευε το Λιοντάρι, όμως αυτή τη φορά, αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα.

– Ολα τα ζώα αναγνωρίζουν τη δύναμη και την εξυπνάδα σου. Δυστυχώς όμως, υπάρχει ένα ζώο πιο δυνατό από σένα. Το λένε άνθρωπο, και το αρσενικό του ο άνδρας, έχει πολλά χαρίσματα.

– Πάμε να μου το δείξεις. Πρόσεξε όμως, γιατί αν με κοροϊδεύεις θα το πληρώσεις ακριβά.

Μπροστά το Τσακάλι πίσω το Λιοντάρι, άρχισαν να περιπλανιούνται στη σαβάνα αναζητώντας τον άνδρα, το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο. Στον δρόμο τους συνάντησαν ένα αγόρι.

– Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;

…ρώτησε το Λιοντάρι.

– Οχι. Αυτός δεν έχει γίνει ακόμα άνδρας, βασιλιά μου.

…απάντησε το Τσακάλι.

Υστερα από λίγο συνάντησαν έναν γέροντα, που βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι, στηριγμένος σ’ ένα μπαστούνι.

-Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;

…ρώτησε και πάλι το Λιοντάρι.

– Οχι, βασιλιά μου.  Κάποτε ήταν πανίσχυρος άνδρας, αλλά δεν είναι πια.

…του απάντησε και πάλι το Τσακάλι.

Συνέχισαν να βαδίζουν ώσπου σε λίγο συνάντησαν έναν νεαρό που είχε βγει με τα σκυλιά του να κυνηγήσει και τότε του είπε το Τσακάλι…

– Αυτός είναι ο άνδρας, βασιλιά μου. Αναμετρήσου μαζί του κι αν τον νικήσεις, τότε είσαι στ’ αλήθεια το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο.

– Τώρα θα δει με ποιον έχει να κάνει

…είπε το Λιοντάρι, ενώ το Τσακάλι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους για να παρακολουθήσει με ασφάλεια τη μονομαχία Ανθρώπου και Λιονταριού.

Μ’ έναν δυνατό βρυχηθμό, το Λιοντάρι όρμησε προς τον κυνηγό, αλλά πριν προλάβει να τον πλησιάσει, τα σκυλιά το περικύκλωσαν. Χωρίς να τους δώσει μεγάλη σημασία, τα παραμέρισε με την πατούσα του και τα σκόρπισε, αλλά αυτά συνέχισαν να γαβγίζουν και να του δείχνουν τα δόντια τους. Τότε, ο άνδρας πυροβόλησε και χτύπησε το Λιοντάρι στον ώμο. Ούτε τώρα πτοήθηκε το Λιοντάρι και επιτέθηκε στον κυνηγό. Εκείνος, γρήγορος σαν αστραπή, έβγαλε το ατσάλινο μαχαίρι του και χτύπησε με δύναμη το ζώο. Το Λιοντάρι τρομαγμένο, το έβαλε στα πόδια, ενώ σφύριζαν στ’ αυτιά του οι σφαίρες του κυνηγού.

– Τι λες, λοιπόν; Συνεχίζεις να είσαι το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο;

…ρώτησε το Τσακάλι όταν το Λιοντάρι λαχανιασμένο έφτασε κοντά του. Και το Λιοντάρι απάντησε…

– Οχι Τσακάλι. Παραχωρώ τον τίτλο μου σ’ αυτόν τον -πώς τον είπες;- άνθρωπο. Δεν έχω δει άλλον σαν αυτόν. Στην αρχή έστειλε δέκα από τους σωματοφύλακές του να μου χιμήξουν. Μετά, όταν προσπάθησα να τον πλησιάσω, έφτυσε φωτιά καταπάνω μου. Κι ύστερα, όταν άρχισα να παλεύω μαζί του, ξεκόλλησε από το σώμα του ένα από τα πλευρά του και μ’ αυτό με πλήγωσε άσχημα. Για να γλιτώσω τον θάνατο, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια και τότε άρχισε να μου πετάει καυτές μπάλες που με τσουρούφλισαν. Οχι Τσακάλι. Σ’ αυτόν αξίζει ο τίτλος του πιο δυνατού στον κόσμο.

«Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος» είναι ένα παραμύθι από τη Νότια Αφρική

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | 1 σχόλιο

Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα

Του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν – 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γκρινιάρης βασιλιάς. Κάθε μέρα ζητούσε από τους ράφτες του να του ράβουν καινούρια ρούχα για να εντυπωσιάζει τους υπηκόους του.

Ύστερα από μερικά χρόνια όμως, οι ράφτες του δε μπορούσαν να σκεφτούν νέα σχέδια. Όταν τόλμησαν να του το πουν, ο βασιλιάς θύμωσε πάρα πολύ και άρχισε να τους φωνάζει:

– Είστε τρελοί; Δε μπορώ να φοράω κάθε μέρα τα ίδια ρούχα!

Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς έστειλε τους φρουρούς του να ξεχυθούν στους δρόμους και να διαλαλήσουν ότι όποιος του έφτιαχνε τα πιο πρωτότυπα ρούχα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα.

Όλοι οι ράφτες της χώρας έβαλαν τα δυνατά τους για να τον ικανοποιήσουν, αλλά ο γκρινιάρης βασιλιάς τους έδιωχνε, γιατί έβρισκε πολύ συνηθισμένα τα ρούχα που του πρότειναν.

Ώσπου μια μέρα έφτασαν στο παλάτι δυο νεαροί, που ζήτησαν να δουν το βασιλιά.

– Μεγαλειότατε, ταξιδέψαμε από την Περσία μέχρι την όμορφη χώρα σας για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία σας. Είμαστε δυο γνωστοί ράφτες και φτιάχνουμε ρούχα από ένα πολύ σπάνιο ύφασμα. Το ύφασμα αυτό μπορούν να το δουν μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι!

-Χμμ.. πολύ ενδιαφέρον. Έτσι θα μπορέσω να καταλάβω ποιοι από τους υπηκόους μου είναι έξυπνοι και ποιοι είναι χαζοί. Εντάξει, λοιπόν! Ξεκινήστε αμέσως το ράψιμο.

…διέταξε ο βασιλιάς και τους έδωσε ένα μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.

Οι ράφτες όμως, ήταν στην πραγματικότητα δυο απατεώνες που είχαν κοροϊδέψει το βασιλιά. Έτσι, κάθισαν στον αργαλειό και άρχισαν να προσποιούνται ότι ράβουν τα καινούρια ρούχα του βασιλιά.

Ύστερα από μερικές μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον έμπιστο σύμβουλό του να δει αν τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Ο σύμβουλος κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε τίποτα!

Ο καημένος ο σύμβουλος δεν ήξερε τι να κάνει. Αν του έλεγε ότι δε μπορούσε να δει το ύφασμα, ο βασιλιάς θα νόμιζε ότι ήταν χαζός και θα τον έδιωχνε από το παλάτι. Έτσι, αποφάσισε να του πει ψέματα.

– Μεγαλειότατε, δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα ρούχα! Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστείτε μόλις τα δείτε!

Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ με τα νέα, που έδωσε στους δυο πονηρούς ράφτες άλλο ένα μπαούλο με χρυσά νομίσματα.

Ύστερα από λίγες μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον αξιωματικό της φρουράς του να ρωτήσει πότε θα ήταν έτοιμα τα καινούρια ρούχα του. Ο καημένος ο αξιωματικός κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε το ύφασμα!

Όταν γύρισε στην αίθουσα του θρόνου, ο αξιωματικός φοβόταν τόσο πολύ μήπως χάσει τη θέση του, που αναγκάστηκε να πει στο βασιλιά ότι τα καινούρια ρούχα του ήταν περίφημα!

Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά είχε αρχίσει να ανυπομονεί. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφτεί τους ράφτες για να δει με τα ίδια του τα μάτια τα καινούρια του ρούχα.

Όταν ο βασιλιάς μπήκε στο εργαστήριο, πλησίασε στον αργαλειό, κοίταξε, ξανακοίταξε, αλλά δεν είδε τίποτα!

– Πως σας φαίνονται τα καινούρια σας ρούχα μεγαλειότατε; Δεν είναι υπέροχα;

…τον ρώτησαν ο σύμβουλος και ο αξιωματικός.

– Θεέ μου! Πως είναι δυνατόν; Γιατί δε βλέπω το ύφασμα; Μήπως είμαι χαζός;

…σκέφτηκε ο βασιλιάς που είχε αρχίσει να ιδρώνει από τον φόβο του. Δε μπορούσε όμως να ομολογήσει την αλήθεια στους αυλικούς του!

Τελικά ένα πρωί, οι δυο ράφτες επισκέφτηκαν το βασιλιά στο παλάτι για να του ανακοινώσουν ότι τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Έπειτα, άνοιξαν μια τσάντα και προσποιήθηκαν ότι έβγαζαν από μέσα τα καινούρια ρούχα για να του τα δείξουν.

– Πως σας φαίνονται μεγαλειότατε; Είμαστε σίγουροι ότι οι υπήκοοι σας θα μείνουν άφωνοι από θαυμασμό μόλις σας δουν μ’ αυτά τα ρούχα

…είπαν οι απατεώνες.

Οι δυο ράφτες τον βοήθησαν να βγάλει την στολή του και ο βασιλιάς άρχισε να προσποιείται ότι βάζει τα καινούρια του ρούχα κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του.

– Ω, είναι θαυμάσια! Και τόσο άνετα και δροσερά! Λοιπόν; Πως σας φαίνονται;

…ρώτησε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του που τον παρακολουθούσαν έκπληκτοι.

– Είναι υπέροχα, μεγαλειότατε, και σας πηγαίνουν πάρα πολύ.

…του απάντησαν φοβισμένοι.

Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:

– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!

Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!

Ξαφνικά όμως, μέσα από το πλήθος, πετάχτηκε ένα αγοράκι που πλησίασε το βασιλιά και άρχισε να φωνάζει:

– Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς βγήκε στο δρόμο γυμνός! Θα κρυώσει!

Ο κόσμος ξέσπασε σε δυνατά γέλια και ο βασιλιάς μονολόγησε ντροπιασμένος:

– Θεέ μου! Το παιδί έχει δίκιο! Είμαι γυμνός! Οι δυο ράφτες με κορόιδεψαν!

Έπειτα πήρε στην αγκαλιά του το αγοράκι, ανέβηκε βιαστικά στο άλογο του και κάλπασε προς το παλάτι.

Όλοι νόμιζαν ότι ο βασιλιάς θα σκότωνε το καημένο το παιδί που τον έκανε ρεζίλι. Το επόμενο πρωινό, όμως, ο βασιλιάς κάλεσε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του και τους είπε:

– Αυτό το αγοράκι είναι πολύ έξυπνο και ειλικρινές. Δε φοβήθηκε να μου πει την αλήθεια. Γι’ αυτό θέλω να το ανταμείψετε με πολλά δώρα και να στείλετε μερικά σακιά χρυσές λύρες στους φτωχούς γονείς του!

Και από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς σταμάτησε να ασχολείται με τα ρούχα του και άρχισε να κυβερνά τη χώρα του δίκαια και σοφά!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 6 Σχόλια

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.