Ελληνικά παραμύθια

Η θάλασσα και ο ναυαγός

Μια φορά κι έναν καιρό βρέθηκε σε μια ερημική ακτή ένας ναυαγός. Τον ξέβρασε εκεί το κύμα και κουρασμένος όπως ήταν αποκοιμήθηκε. Μετά από ώρα, αφού ξύπνησε και είδε που βρίσκεται άρχισε να κατηγορεί και να θυμώνει με την θάλασσα, λέγοντάς της ότι δελεάζει τον κόσμο με την ομορφιά της, την γαλήνη της και την λαμπροσύνη της. Και όταν δεχτεί τους ανθρώπους στα καταγάλανα νερά της τότε αλλάζει όψη και αρχίζει να αγριεύει και να τους καταστρέφει. Ακούγοντας όλα αυτά η θάλασσα, στεναχωρημένη, εμφανίζεται μπροστά του με την μορφή όμορφης γυναίκας και του απαντάει:

seaΔεν πρέπει να κατηγορείς εμένα φίλε μου, γιατί κανονικά είμαι ήρεμη όπως είναι και η γη που πατάς. Οι άνεμοι φταίνε που ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση πέφτουν πάνω μου δημιουργώντας τεράστια κύματα με αποτέλεσμα να γίνομαι άγρια και επικίνδυνη…χωρίς όμως να το θέλω.

Έτσι κι εμείς λοιπόν, όταν κάποιος μας αδικήσει πρέπει να κατηγορήσουμε αυτόν που πραγματικά ευθύνεται και όχι κάποιον ο οποίος είναι υποταγμένος σε αυτόν που θέλει να μας αδικήσει.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η αλεπού και τα τσαμπιά (Ἀλώπηξ καἰ βότρυς)

Μύθος του Αισώπου. Μεταγραφή από το αρχαίο κείμενο από την φιλόλογο και μέλος των Παραμυθάδων, Θεοδώρα Βαβαλέσκου

Αρχαίο κείμενο: Ἀλώπηξ λιμώττουσα ὼς ἐθεάσατο ἐπί τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτὤν περιγενέσθαι και οὐκ ἠδύνατο· ἀπαλλαττομένη δέ προς ἐαυτήν εἶπεν: «Ὂμφακές εἰσιν.»

Οὔτω καὶ τῶν ὰνθρώπων ἔνιοι, τῶν πραγμάτων ὲφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι’ ἀσθένειαν, τοὐς καιροὐς αἰτιῶνται.

Μεταγραφή: Μια αλεπού ήταν πολύ πεινασμένη. Μόλις λοιπόν είδε να κρέμονται τσαμπιά από μια κληματαριά, θέλησε να τα φάει! Δεν μπορούσε όμως. Φεύγοντας λοιπόν, είπε στον εαυτό της: «Άγουρα είναι»!

Έτσι και μερικοί άνθρωποι, όταν δεν μπορούν εξαιτίας κάποιας αδυναμίας να πετύχουν κάποια πράγματα, κατηγορούν τις περιστάσεις.

Αρχαίο κείμενο: Κερδὼ βότρυν βλέπουσα μακρᾶς ἀμπέλου, πρὀς ὔψος ἦρτο καἰ καμοῦσα πολλάκις ἐλεῖν ἀπεῖπε· πρὸς ἐαυτἠν ταῦτ’ ἔφη:

«Μὴ κάμνε· ῤᾶγες ὀμφακίζουσιν μάλα.»

Πρὸς τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν.

Μεταγραφή: Μια αλεπού είδε το τσαμπί ενός ψηλού αμπελιού και τεντώθηκε να το φτάσει. Αφού προσπάθησε πολλές φορές, κουράστηκε και σταμάτησε να προσπαθεί. Τότε είπε στον εαυτό της: «Μην κουράζεσαι, τα τσαμπιά είναι πολύ άγουρα.»

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Ζωγραφιά της εικαστικού και μέλος των Παραμυθάδων Όλγας Κακουλίδη.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η γίδα και ο γιδοβοσκός

Χαρακτικό του Ernest Griset (1874)

Χαρακτικό του Ernest Griset (1874)

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε, μια γίδα είχε απομακρυνθεί από το κοπάδι. Θέλωντας να την επαναφέρει σε αυτό, ο γιδοβοσκός άρχισε να της φωνάζει και να σφυρίζει δυνατά. Μάταια όμως. Η γίδα δεν ανταποκρινότανε. Τότε, ο γιδοβοσκός πήρε μια πέτρα από το έδαφος και την πέταξε σημαδεύοντάς την. Την πέτυχε στο κέρατο κι από την δύναμη που είχε, της το έσπασε. Αμέσως έτρεξε κοντά της κι άρχισε να τη παρακαλεί να μην πει τίποτα στο αφεντικό. Τότε, εκείνη του απάντησε:

Είσαι ο πιο ανόητος γιδοβοσκός από όλους. Ακόμα κι αν σωπάσω εγώ, θα «μιλήσει» το σπασμένο κέρατό μου!

Ο μύθος μιλάει για τους ανόητους που προσπαθούν να κρύψουν τα ολοφάνερα πράγματα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

The Shepherd’s Boy Fable

Ο μύθος του Αισώπου «Ο ψεύτης βοσκός» μεταφρασμένο από την καθηγήτρια αγγλικών και μέλος των Παραμυθάδων, Αρετή Τσιφλίδου!

Once upon a time there was a shepherd boy who kept a flock of sheep outside his village. Every morning, he took the sheep to a hill near the corral and let them graze peacefully.

paramythades-ixnhlates-20130609-EvaHe usually spent his time by playing his flute, but that day he forgot it at the corral and he was bored to death, so he thought of tricking the nearby villagers and have some excitement. He climbed on top of a rock and started calling out for help.
-Heeeeeeelp! Heeeeeelp! Wolves are attacking my flock! Run quickly! Help me!
Immediately the villagers took anything they found in front of them and ran to save the sheep. As soon as the shepherd boy saw them, he started laughing out loud, with all his heart. This pleased him so much that a few days afterwards he tried to fool them again and he found it very amusing….
– Heeeeeelp! Heeeeeeelp! Wolves! Heeeeeelp!….

However, no one came to help him this time since they knew he was tricking them…. Only this time the wolves were really attacking the sheep and felt amused as they were enjoying their meal at their own pace.
One boy, nearby was shouting, but it is well known that the wolves don’t understand the human language and they went on eating .

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

The Ant and the Grasshopper

Ο μύθος του Αισώπου «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» μεταφρασμένο από την καθηγήτρια αγγλικών και μέλος των Παραμυθάδων,  Αρετή Τσιφλίδου!

τζιτζικασ 2Once upon a time a grasshopper lived on the branches of a tree while an ant lived at the foot of the tree.
In summer, the ant started laying up food for the winter. It was bearing along with great toil some grains and was taking them to its nest. Working from early in the morning till sunset.
On the other side, getting up late in the morning, the grasshopper was hoping about, chirping and singing to its heart’s content. It didn’t care about anything else and went on this way.
Time passed and autumn came. Clouds filled the sky and it started drizzling. The ant enjoyed the sound of drops falling on the ground while the grasshopper was starving to death. It was desperately looking for anything until finally it begged its neighbour for help.

Well what have you been doing all summer? asked the ant

Oh! In summer I didn’t have time to collect any food because I was singing all day.

You should have thought about it earlier, dear! said the ant and stared at some birds heading South.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γάτα και ποντίκια

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γάτα και ποντίκια" που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γάτα και ποντίκια» που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σε ένα σπίτι κάποτε, ζούσαν πολλά ποντίκια. Όταν το έμαθε η γάτα αποφάσισε να εγκατασταθεί κι αυτή εκεί και να αρχίσει να τα τρώει. Έτσι κι έγινε. Η γάτα άρχισε να εξολοθρεύει τα ποντίκια το ένα μετά το άλλο. Με τη σειρά τους τα ποντίκια, άρχισαν να γίνονται πιο επιφυλακτικά και να κρύβονται σε τρύπες του σπιτιού ή να ανεβαίνουν στα ψηλά δοκάρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η γάτα να μην μπορεί να πιάσει εύκολα άλλα ποντίκια. Τότε σκαρφίστηκε κάτι. Ανέβηκε σε ένα δοκάρι και κρεμάστηκε προσποιούμενη την ψόφια. Κάποια στιγμή, ένα ποντίκι βγήκε δειλά από την κρυψώνα τους την είδε και της είπε:

Μωρέ και σακί να γίνεις, δεν πρόκειται να σε πλησιάσουμε!

Με την διήγηση αυτή, ο Αίσωπος ήθελε να μας πει ότι οι λογικοί άνθρωποι όταν έχουν υποστεί δεινά από τις κακές προθέσεις των άλλων, δεν ξεγελιούνται με τις υποκριτικές ικανότητές τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το βασιλόπουλο κυνηγός

Αφηγητής είναι ο Αθανάσιος Παχαταρίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1916 και κατάγεται από την Σκόπη – Αγυρνάς Καισάρειας.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!!

castle in forestΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε έναν γιο. Ο βασιλιάς αρρώστησε και μετά από λίγο πέθανε αφήνοντας πίσω του μια χήρα και ένα ορφανό. Το βασιλόπουλο αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Έβγαινε με το τουφέκι και τα σκυλιά του, χτυπούσε τις περισσότερες  φορές λαγούς, πέρδικες, αγριόχηνες και αγριογούρουνα. Σχεδόν πάντα υπήρχε στο παλάτι φαγητό από τα θηράματά του που μαγείρευε η μητέρα του. 

Μια μέρα που βγήκε για κυνήγι στο βουνό ακούει τα σκυλιά του να γαβγίζουν διαφορετικά από τις άλλες φορές. Από το γάβγισμά τους υπέθεσε ότι δεν κυνηγάνε κάποιο ζώο. Κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο και περίμενε να δει τι συμβαίνει. Ξαφνικά βλέπει έναν καβαλάρη σε άλογο να κρατάει σφιχτά μια κοπέλα στα χέρια του. Το κορίτσι φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεναχωρεμένο και έτσι συμπέρανε ότι την είχε κλέψει. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο, το βασιλόπουλο πυροβολάει στον αέρα. Ο καβαλάρης αφήνει το κορίτσι από τα χέρια του και συνεχίζει με το άλογό του. Πηγαίνει το βασιλόπουλο κοντά στο κορίτσι και το ρωτάει:

– Πες μου κοπέλα μου ποια είσαι και από πού; Πες μου να χαρείς πνεύμα ή ζωντανή ύπαρξη είσαι;

– Ούτε πνεύμα είμαι, ούτε πετούμενο. Είμαι η θυγατέρα του βασιλιά που κυβερνάει στον πέρα κάμπο, απαντάει η κοπέλα.

– Κόρη του άρχοντα και βασιλιά. Περίμενε δέκα λεπτά εδώ που είσαι. Εγώ θα χτυπήσω γρήγορα έναν λαγό και θα σε πάω στον πατέρα σου.

Έφυγε το βασιλόπουλο και πήγε να κυνηγήσει. Το κορίτσι κάθισε κάτω από έναν ίσκιο και περίμενε. Δεν πρόλαβε να πάρει πέντε ανάσες και βλέπει εκείνον που την είχε αρπάξει να έρχεται καταπάνω της. Το κορίτσι φοβήθηκε πολύ και σκεφτόταν με αγωνία τι να κάνει όταν ξαφνικά έπεσε μια αστραπή από τον συννεφιασμένο ουρανό που έριξε κάτω, τυφλωμένο τον άνδρα. Αυτός άρχισε να κλαίει και να τσιρίζει από τον πόνο. Φώναξε τρεις φορές ένα γυναικείο όνομα. Τότε κατεβαίνει ένα σύννεφο από τον ουρανό και φέρνει μαζί μια όμορφη κοπέλα, ντυμένη στα λευκά, που στέκεται κοντά του. Γονατίζει, φιλάει το πληγωμένο παλικάρι μια φορά στο μέτωπο και οοπ… αυτό στάθηκε όρθιο στα πόδια του. Στο μέρος που έπεσε η αστραπή, σχηματίστηκε ένας λάκκος και το χώμα του ήταν κατάμαυρο σαν κάρβουνο. Σκύβει η ασπροντυμένη κοπέλα, παίρνει λίγο χώμα και το τινάζει στα μάτια του παλικαριού. Εκείνος αμέσως ανοίγει τα μάτια του και πήρε βαθιά ανάσα.

– Εγώ σε θέλω για δικό μου, του λέει η κοπέλα που κατέβηκε από τον ουρανό.

– Εσύ γεννήθηκες για μένα, λέει το παλικάρι.

Σιγά σιγά πυκνώνει το σύννεφο, τους παίρνει και τους δυο και μαζί χάθηκαν στον ουρανό. Το κορίτσι που παρατηρούσε την όλη σκηνή, σκύβει, παίρνει λίγο από το καρβουνισμένο χώμα, το βάζει σε ένα μαντήλι και το κρύβει στον κόρφο της. Μετά από λίγο έρχεται το βασιλόπουλο κρατώντας δυο λαγούς, έναν στο ένα χέρι κι έναν στο άλλο. Αντί να είναι χαρούμενος όμως, ήταν σκεπτικός. Η κοπέλα που το πρόσεξε, τον ρώτησε:

– Τι έχεις παλικάρι και είσαι στεναχωρεμένος;

Το βασιλόπουλο κάθισε λίγο πλάι της και έδειξε ότι ήθελε να αποφύγει την απάντηση. Αφήνει απλώς τους δυο λαγούς που κρατούσε στο χώμα. Μόλις οι λαγοί πάτησαν στο χώμα, άρχισαν να παίζουν λαγίσια παιχνίδια κοντά τους, χωρίς να απομακρύνονται.

– Βλέπεις, λέει το παλικάρι. Έτσι έπαιζαν και όταν τους έβαλα στο στόχαστρο με το τουφέκι μου. Έλαμψε μια αστραπή και ακούστηκε ένας κρότος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λαγοί να έρθουν και να σταθούν μπροστά στα πόδια μου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Δεν θα τους σκοτώσω, ας απολαύσουν την ζωή τους!

Το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα παίρνουν τον δρόμο για το παλάτι, όπου βασίλευε ο πατέρας της κοπέλας. Ο βασιλιάς, σαν τους είδε, χάρηκε πολύ και πρότεινε να φιλοξενήσει το γενναίο άνθρωπο που έφερε την κόρη του. Καθώς μιλούσε μαζί του κατάλαβε ότι του αρέσει το κυνήγι και του λέει:

– Όσες μέρες θα μείνεις εδώ σου δίνω την άδεια να πηγαίνεις για κυνήγι στα δασωμένα βουνά της χώρας μου, όπου υπάρχουν πολλά άγρια ζώα.

Την επόμενη μέρα, πρωί – πρωί, το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βουνό. Όμως χάθηκε στα πυκνά δάση και έψαχνε να βρει ένα μονοπάτι να γυρίσει πίσω.  Άλλά όσο περισσότερο έψαχνε, τόσο περισότερο χανόταν. Κάποια στιγμή βλέπει μια μεγάλη πόρτα που φαινόταν να κλείνει κάποια σπηλιά μέσα στο βουνό. Έτσι όπως ήταν κουρασμένος και πεινασμένος δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα και εκείνη σιγά σιγά άνοιξε. Μπαίνει μέσα και βλέπει πως βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο παλάτι που τα παράθυρά του ήταν σαν φεγγίτες. Είχε σαράντα μεγάλα δωμάτια, από τα οποία μόνο το ένα από αυτά ήταν κλειδωμένο. Το παλάτι είχε μέσα όλα τα καλά για να ζήσει ένας άνθρωπος. Έφαγε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

Την άλλη μέρα το πρωί που σηκώθηκε άρχισε πάλι να ψάχνει δρόμο για να γυρίσει στο παλάτι του. Μέσα στην ανησυχία και την αγωνία βλέπει δυο λαγούς να χοροπηδάνε γύρω του. Με τα αυτιά, τα μπροστινά τους πόδια και τα μουστάκια τους, οι λαγοί έκαναν διάφορες κινήσεις σαν κάτι να ήθελαν να πουν. Μετά άρχισαν να πηγαίνουν πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Το παλικάρι ακουλούθησε αρκετές ώρες το μονοπάτι πίσω από τους λαγούς. Όταν άρχισε να βραδιάζει συνάντησε μέρη γνωστά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από τότε που έφυγε, καθώς η μητέρα του έιχε παντρευτεί άλλον άνδρα, ο οποίος εξουσίαζε το παλάτι. Μάλιστα η μητέρα του τον πλησιάζει και του λεει:

-Όπως βλέπεις παιδί μου αυτό το παλάτι δεν μας χωράει και τους δύο τώρα που παντρέυτηκα. Πρέπει ή εσύ να φύγεις ή εγώ, διάλεξε!

Το παλικάρι αποφάσισε να γυρίσει στο παλάτι με τα σαράντα δωμάτια. Παίρνει μαζί του λίγα τρόφιμα και ένα τουφέκι. Ανέβαίνει στο άλογό του και πηγαίνει προς το μεγάλο σπίτι που είχε βρει στο δάσος. Μετά από λίγες μέρες φτάνει στον προορισμό του. Βρίσκει όμως την μεγάλη πόρτα κλειστή. Την χτυπάει δυνατά με το πόδι του και η πόρτα άνοιξε. Μπαίνει μέσα και τακτοποιεί τα πράγματά του. Μετά τακτοποιεί και το άλογό του και ξαπλώνει να κοιμηθεί. Όμως θόρυβος και φωνές από έξω τον ξύπνησαν κάποια στιγμή. Ήταν σαράντα δράκοι που είχαν επιστρέψει για να κοιμηθούν σπίτι τους. Μόλις είδαν την μεγάλη πόρτα ανοιχτή κατάλαβαν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει και τους έπιασε φόβος. Κι αυτό γιατί η πόρτα ήταν τόσο βαριά που για να την ανοίξουν προσπαθούσαν κάθε φορά τρεις δράκοι μαζί. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να ελέγξει τι συμβαίνει και αποφάσισαν να βάλουν κλήρο. Ο κλήρος έπεσε στον κουτσό, πιο δειλό και πιο ηλικιωμένο δράκο. Άρχισε να ψάχνει ο κουτσός δράκος ένα ένα τα δωμάτια. Οι υπόλοιποι δράκοι εντωμεταξύ, επειδή άργησαν να ακούσουν νέα από τον φίλο τους που είχε πάει να ψάξει για τον άνθρωπο φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο και το έβαλαν στα πόδια. Έφυγαν για πάντα σε άλλα μακρινά λημέρια. Ο κουτσός δράκος μόλις αντίκρισε το βασιλόπουλο στο τελευταίο δωμάτιο, έπεσε στα γόνατά του και τον παρακαλούσε:

– Αφέντη λυπήσου τα χρόνια και την αναπηρία μου. Όσο θα βγαίνει ο ήλιος εγώ θα είμαι για σένα δούλος και εργάτης σε όλες τις δουλειές σου.

Το βασιλόπουλο εμπιστεύτηκε τον δράκο και συμφώνησε στην πρότασή του. Πήγαινε για κυνήγι στο βουνό και πάντα όταν επέστρεφε, έφερνε κάτι για φαγητό. Ο κουτσόδρακος έμενε στο δρακόσπιτο, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε και φύλαγε το σπίτι. Υπήρχαν μέρες που το βασιλόπουλο έφερνε τρία και ίσως και πέντε γουρουνόπουλα σκοτωμένα. Ο κουτσοδράκος απορούσε πως το παλικάρι έβρισκε τόση δύναμη να κουβαλήσει τα θηράματά του. Τα έφερνε τραγουδώντας, χωρίς σταγόνα ιδρώτα σαν να ήταν τα γουρούνια πετροπέρδικες. Όταν έπαιρναν το γέυμα τους, το βασιλόπουλο έτρωγε μια μερίδα φαγητό, ενώ ο κουτσοδράκος ένα γουρουνόπουλο ολόκληρο. Μάλιστα κάποια στιγμή που έτρωγαν δείπνο το βασιλόπουλο εκμυστηρεύτηκε στον δράκο που και πότε γεννήθηκε.

Το δρακόσπιτο είχε ένα μυστικό: σε ένα ακρινό δωμάτιο βρισκόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι το οποίο είχαν αιχμαλωτίσει κάποτε οι δράκοι. Επείδη το κορίτσι είχε μείνει για καιρό στην απομόνωση, είχε ξεχάσει τους σωστούς τρόπους συμπεριφοράς και φερόταν σαν αγρίμι. Ο κουτσοδράκος είχε μόνο το κλειδί του δωματίου και όποτε ήθελε της πήγαινε νερό και τροφή. Αυτό όμως που χαιρόταν περισσότερο ήταν να την χτενίζει μια φορά την βδομάδα μετά το μπάνιο. Ο δράκος ετοίμαζε το ζεστό νερό, τα σαπούνια, τα αρώματά της και έβγαινε έξω. Όταν μετά από ώρα το κορίτσι τελείωνε το μπάνιο και ντυνόταν, ξεκλείδωνε ο δράκος και χτενίζε το κορίτσι με μια χρυσή χτένα που είχε πάνω διαμαντόπετρες. Τα μαλλιά που κολλούσαν στην χτένα, τα μάζευε ο δράκος και τα άφηνε στον ήλιο να γίνουν χρυσαφένια. Έπειτα τα έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του. Κάποια στιγμή βλέπει το παλικάρι τα απλωμένα μαλλιά που είχαν μάκρος δυο πήχες και ρωτάει τον δράκο:

– Τι είναι αυτά γεροδράκο;

– Είναι μετάξι που βγαίνει από τις μουριές, στην κοντινή μας ρεματιά.

Μια μέρα που το βασιλόπουλο βρίσκει μια όμορφη γυναικεία φορεσιά απλωμένη στον φράχτη ρωτάει τον δράκο τι είναι κι εκείνος απαντάει:

– Το βρήκα κρυμμένο στο σεντούκι της μάνας μου, το έπλυνα και το άπλωσα για να στεγνώσει.

Κάποιες νύχτες, όπως κοιμόταν το παλικάρι, άκουγε μια γλυκειά γυναικεία φωνή να τραγουδάει με παράπονο. Πηγαίνει στο δράκο να τον ρωτήσει, αλλά ο δράκος του απαντούσε συνεχώς:

– Αααα… παιδί μου! Νεός είσαι και στον ύπνο σου γλυκοτράγουδα θα ακούς.

Κάποια νύχτα που ακούστηκε πάλι το τραγούδι, πηγαίνει ο νέος και λέει στον δράκο:

– Θέλω να μου δώσεις το κλειδί του δωματίου που είναι κλειδωμένο!

Παίρνει ο δράκος τα σαράντα κλειδιά, αλλά ενώ προσπαθούσαν, η πόρτα δήθεν δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Κάποια στιγμή το παλικάρι νύσταξε και πήγε να κοιμηθεί γιατί την άλλη μέρα νωρίς το πρωί θα πήγαινε για κυνήγι σε μακρινό βουνό. Έτσι το βασιλόπουλο όταν ξημέρωσε, ξεκίνησε.

Ο δράκος έλεγε ψέμματα, γιατί φοβόταν την υπερβολική δύναμη του παλικαριού-κυνηγού. Ηθελε να μάθει από που το παλικάρι αντλούσε την δύναμη και το παλικάρι ήθελε να μάθει από που ο δράκος έβρισκε τις γυναικείες τρίχες και τα φορέματα. Ο δράκος εκμεταλεύτηκε την απουσία του παλικαριού στο κυνήγι, ντύθηκε ζητιάνος και ξεκινάει να πάει στον τόπο που γεννήθηκε το βασιλόπουλο. Βρίσκει την μαμή που τον γέννησε, της δίνει δυο χούφτες χρυσές λίρες και μαθαίνει ότι αν κοπούν οι τρεις χρυσαφένιες τρίχες που έχει στο κεφάλι, χάνει την περίσσια δύναμή του.

Ο δράκος γύρισε το βράδυ σπίτι σκεπτόμενος τι να κάνει και του ήρθε η εξής ιδέα: θα έβαζε στο υπνοδωματιό του μια ανθοδέσμη, στην οποία ένα από τα λουλούδια είχε μια οσμή που προκαλούσε υπνηλία για τρεις μέρες. Έτσι και έκανε. Βλέπει την ανθοδέσμη το παλικάρι και ρωτάει:

– Πώς κι έτσι γεροδράκε στόλισες το δωμάτιό μου;

– Να κοιμηθείς ελαφρά λεβέντη μου και να μην βλέπεις εφιάλτες.

Ξάπλωσε το βασιλόπουλο και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ο δράκος ξεκλειδώνει την κοπέλα, της δίνει ένα ψαλίδι και την οδήγει στο δωμάτιο του παλικαριού. Εκεί της ζητάει να του κόψει τις χρυσαφένιες τρίχες. Όταν κόπηκε η τελευταία τρίχα, το παιδί έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό που κουνήθηκε ολόκληρο το δρακόσπιτο. Μετά διέταξε την κοπέλα να τον χτενίσει με την χρυσαφένια χτένα της. Κατά την διάρκεια που τον χτένιζε τον  αναγνώρισε. Ήταν εκείνος που την είχε σώσει από την απαγωγή και την είχε πάει σώα στον πατέρα της. Ο κουτσοδράκος ντυμένος παλικάρι την έκλεψε και την φυλάκισε σπίτι του. Στην συνέχεια, ο δράκος κλειδώνει την κοπέλα στο δωμάτιό της, παίρνει ένα καυτό σίδερο και τυφλώνει τα μάτια του νέου. Δεν πάτησε όμως καλά το σίδερο κι έτσι το ένα μάτι μπορούσε να βλέπει λίγο. Μετά τον φορτώνεται στην πλάτη και τον πηγαίνει σε μακρινά βουνά να τον φάνε οι λύκοι και τα τσακάλια.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το φυλακισμένο κορίτσι δεν ξανάφησε τον δράκο να την χτενίσει. Σταμάτησε να τραγουδάει κι έκλαιγε μερικές φορές. Κάποια στιγμή, εκεί στα άγρια βουνά το αγόρι ξύπνησε με έναν έντονο πόνο στα μάτια. Τα έτριψε και μπόρεσε να δει λίγο από το ένα μάτι. Σηκώθηκε να περπατήσει, αλλά σκόνταψε σε ένα ζώο. Κοιτάζει καλά και διακρίνει έναν ξαπλωμένο λύκο. Δοκιμάζει να περπατήσει από την άλλη πλευρά και διακρίνει έναν άλλο ξαπλωμένο λύκο και παρα πέρα δυο μεγάλες αρκούδες. Τα άγρια ζώα του βουνού πήγαν να τον φάνε, αλλά καθώς τον πλησίαζαν μύριζαν την μυρωδιά που είχε πάρει το παλικάρι από τα λουλούδια του γεροδράκου και κοιμόταν βαριά. Με δυσκολία κατάφερε να προσπεράσει τα άγρια ζώα και προχώρησε λίγο πιο πέρα. Κάποια στιγμή νιώθει κάτι πολύ απαλό στα πόδια του, κοιτάζει και διακρίνει τους δυο λαγούς που παλιότερα τους είχε χαρίσει την ζωή. Μπαίνει μπροστά του ο ένας λαγός και πίσω του ο άλλος και τον έβαλαν σε ένα ανοιχτό μέρος που είχε μια πηγή νερού. Πίνει να ξεδιψάσει, σηκώνεται να περπατήσει αλλά πέφτει από την πείνα και την κούραση. Όταν ξύπνησε είχε δίπλα του μερικά αγριόμηλα και γλυκά σύκα από τους λαγούς. Το παλικάρι έφαγε και πήρε δυνάμεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως που βρίσκεται και που πηγαίνει. Οι λαγοί τον οδηγούν σιγά – σιγά σε μια μικρή σπηλιά στην ρίζα ενός δέντρου. Εκεί μπορούσε να προστατευτεί από το κρύο και την βροχή. Σε μια άκρη της σπηλιάς είχε σωρό λαγίσιο μαλλί που το έκαναν στρώμα να κοιμάται το βασιλόπουλο. Καθε μέρα οι λαγοί του προσέφεραν αγριόμηλα, σύκα και καρύδια του βουνού. Άρχισε να δυναμώνει, αλλά με τα μάτια διέκρινε λίγες σκιές.

Ο λαγός και η λαγουδίνα μπορεί να μην είχαν ανθρώπινη λιαλιά, αλλά ένιωθαν την δυστυχία του νέου. Επειδή ήταν οι βασιλιάδες των λαγών εκείνης της χώρας, αποφασίζουν να στείλουν διάγγελμα στους υπηκόοους τους που έλεγε:

Λαγοί της χώρας μας. Σας παραγγέλνουμε να συγκεντρωθείτε όλοι κοντά στον ξεροπόταμο. Θα πάμε την νύχτα να βοήθησουμε έναν άνθρωπο που έσωσε κάποτε την ζωή μας. Ελάτε όλοι να εργαστούμε για το καλό.

Όλοι οι λαγοί της χώρας που το άκουσαν, υπάκουσαν και μέσα σε μια νύχτα έσκαψαν κάτω από το θεμέλια του δρακόσπιτου ένα λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης από τον δράκο κοπέλας. Ενώ κοιμόταν το κορίτσι, λύνουν προσεχτικά, για να μην την ξυπνήσουν, την ζώνη που φορούσε και παίρνουν το μαντήλι μέσα στο οποίο είχε φυλαγμένο το καρβουνόχωμα της αστραπής. Τρέχουν και το παραδίνουν στην λαγουδίνα που είχε μείνει στο πλάι του παλικαριού. Με την ουρά της άλειψε το καρβουνόχωμα στα μάτια του κοιμισμένου παλικαριού.

Το πρωί που ξύπνησε το βασιλόπουλο, κοίταξε γύρω του και νόμιζε πως βλέπει όνειρο. Τα λαγουδάκια χοροπηδούσαν από την χαρά. Αφού γιατρεύτηκε άρχισε να σκέφτεται πως θα γυρίσει στον τόπο του. Ήθελε αλλά φοβόταν να πάει στο δρακόσπιτο, γιατί είχε χάσει τις δυνάμεις του. Κάποια μέρα οδηγείται από τους λαγούς, αφού περπατούσαν μέρες, εκεί που ήθελαν. Αλλά ήταν νύχτα με φεγγάρι όταν έφτασαν. Ο ένας λαγός φεύγει από κοντά του και μπαίνει στο λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης. Αρπάζει την χτένα και την παραδίδει στο βασιλόπουλο. Μόλις την αγγίζει το παλικάρι αναστενάζει τόσο δυνατά που κουνήθηκε η γη από κάτω. Η διαμαντόχτενα είχε τρεις τρίχες της κοπέλας που έγιναν χρυσαφένιες και φύτρωσαν στο κεφάλι του βασιλόπουλου. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε το γλυκό τραγούδι της κοπέλας που άκουγε τις νύχτες πριν πάθει κακό. Ήτανε η φωνή της φυλακισμένης κόρης. Στάθηκε το παλικάρι λίγο έξω από το δωμάτιό της και είπε:

Μίλα φεγγάρι να χαρείς τόσο καλό που είσαι

ποια πόρτα πρέπει να διαβώ να βρω αυτό που θέλω

να βρω αγάπης πάπλωμα να ζεσταθώ λιγάκι.

Να βρω και την καλίτσα μου με το χρυσό το χτένι

όπου κλεισμένη φυλακή χρόνια με περιμένει.

Πηγαίνει στην μεγάλη πόρτα, δίνει μια κλωτσιά και την ανοίγει. Βρίσκει τον κουτσόδρακο, τον πιάνει από το αυτί και τον διατάζει να ανοίξει την απαγορευμένη πόρτα. Ο δράκος μόλις άνοιξε έπεσε κάτω και πέθανε από τον φόβο. Η κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του παλικαριού χαρούμενη. Πήγαν στο παλάτι του πατέρα της και έκαναν χαρές που κράτησαν σαράντα μερόνυχτα.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό με το κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Αετός και αλεπού

Χαρακτηικό του Francis Barlow το 1687.

Χαρακτηικό του Francis Barlow το 1687.

Κάποτε, ο αετός και η αλεπού αποφάσισαν να γίνουν φίλοι και σαν φίλοι, σκέφτηκαν να μένουν κοντά ο ένας με τον άλλον. Έτσι, ο αετός έκανε την φωλιά του στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου όπου γένησε τα αετόπουλά του, ενώ η αλεπού ανάμεσα σε κάτι θάμνους που βρίσκονταν δίπλα στο ίδιο δέντρο κι εκεί γένησε τα αλεπουδάκια της.

Μια μέρα, η αλεπού είχε βγει για κυνήγι. Ο αετός που δεν είχε κι αυτός τροφή για τον ίδιο και τα αετόπουλά του, πέταξε προς την φωλιά της αλεπούς και άρπαξε τα αλεπουδάκια της τα οποία τα έφαγε μαζί με τα μικρά του.

Όταν γύρισε η αλεπού και είδε την φωλιά της άδεια, κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Στεναχωρέθηκε που έχασε τα μικρά της, αλλά και επειδή ο αετός καταπάτησε την φιλία τους. Μα πολύ περισσότερο στεναχωρέθηκε γιατί της ήταν αδύνατο να εκδικηθεί. Πώς θα μπορούσε να τα βάλει με τον αετό που πετάει στα ουράνια; Αυτή είναι ένα ζώο της γης. Αναγκαστικά λοιπόν, έμεινε να περιμένει την στιγμή της εκδίκησης. Κι αυτή η μέρα δεν άργησε.

Σε ένα χωράφι εκεί κοντά, κάποιοι άνθρωποι πρόσφεραν θυσία στους Θεούς μια κατσίκα. Ο αετός πέταξε και κατάφερε να αρπάξει από την κατσίκα που καιγότανε τα σπλάχνα της και τα έφερε στην φωλιά του. Εκείνη τη στιγμή όμως φύσηξε άερας και η θέρμη από τα σπλάχνα έριξε μια σπίθα που ήταν αρκετή να πάρει φωτιά ένα ψιλό κλαδάκι. Πολύ γρήγορα η φωλιά άρχισε να καίγεται και τα αετόπουλα που ήταν μικρά και δεν μπορούσαν να πετάξουν, έπεσαν στη γη. Τότε, η αλεπού που περίμενε καρτερικά, τα άρπαξε και μπροστά στα μάτια τους αετού, τα καταβρόχθισε.

Ο μύθος μας δείχνει ότι όσοι παραβιάζουν μια φιλία, ακόμα κι αν γλιτώσουν την τιμωρία από αυτούς που ζημίωσαν λόγω της αδυναμίας τους, κάποια στιγμή θα τιμωρηθούν από το Θεό.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι πολύτιμοι θησαυροί

aggeioΠριν πολλά πολλά χρόνια στην αρχαία Ελλάδα γίνονταν πολύ συχνά μεγάλες γιορτές με αγωνίσματα για να τιμήσουν κάποιον θεό, όπου όλος ο κόσμος, συνήθως πλούσιοι και με αξιώματα άνδρες, μαζεύονταν στα στάδια για να τις παρακολουθήσει. Σε μία από αυτές τις γιορτές λοιπόν μπορούσαν να πάνε όλοι. Άνδρες, πλούσιοι και φτωχοί, αφέντες και δούλοι ακόμα και γυναίκες που ήταν λίγο ασυνήθιστο να παρευρίσκονται σε γιορτές και σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική εκδήλωση. Ο μοναδικός όρος για να μπορέσει μια γυναίκα να μπει στο στάδιο ήταν να είναι ντυμένη με ωραία ρούχα και να φοράει πολλά κοσμήματα και στολίδια.

Η Φαιναρέτη λοιπόν, που ήταν μια κοπέλα φτωχή αλλά με μια ξεχωριστή ομορφιά, πήγε γεμάτη χαρά και ανυπομονησία να μπει στο στάδιο μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Είχε φορέσει το πιο όμορφο φόρεμά της και ένα ακριβό δαχτυλίδι που της είχε δώσει η γιαγιά της λίγο πριν πεθάνει. Όταν όμως πήγε να περάσει την πύλη, ο φρουρός την σταμάτησε. «Κοπέλα μου» της είπε, «δεν είστε αρκετά στολισμένη για την γιορτή, λυπάμαι αλλά δεν μπορείτε να περάσετε»

Η κοπέλα τότε επέστρεψε πίσω και πήγε σε μια γειτόνισσά και της ζήτησε μια χάρη. Να της δανείσει τα κοσμήματά της για να μπορέσει να μπει στο στάδιο και να παρακολουθήσει την γιορτή. Τα έβαλε όλα μα και η γειτόνισσα ήταν φτωχή και τα κοσμήματα φθηνά κι έτσι όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά να μπει στο στάδιο ο φρουρός την σταμάτησε και πάλι. «Κοπέλα μου, δεν είστε αρκετά στολισμένη για τους αγώνες. Λυπάμαι αλλά δεν μπορείτε να περάσετε».

Η Φαιναρέτη απογοητευμένη γύρισε στο σπίτι της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Την τρίτη φορά θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά της. Με αποφασιστικότητα λοιπόν και έχοντας τα παιδιά της αγκαλιά πήγε να περάσει την πύλη για να μπει στο στάδιο. Και όταν ο ίδιος φρουρός έκανε να την σταματήσει γύρισε και του είπε: «Μα δεν βλέπεις άνθρωπέ μου πως φορώ τους πιο ακριβούς θησαυρούς και τα πιο πολύτιμα στολίδια όλου του κόσμου;»

Ο φρουρός έμεινε άναυδος, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Και έτσι η Φαιναρέτη κατάφερε να περάσει την πύλη του σταδίου και να παρακολουθήσει την γιορτή μαζί με όλους τους άλλους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο δερβίσης και το ραφτάκι

Ο αφηγητής Ανάργυρος Τσαλόγλου (1915-2003)  κατάγεται από την Κενάταλα Καππαδοκίας και έζησε στην Κομοτηνή.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!

dervisΚάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια ήταν δυο φίλοι έμποροι. Συνεργαζόταν αρμονικά και κέρδιζαν πολλά λεφτά. Κάποια μέρα, ο ένας από τους εμπόρους πέθανε και άφησε πίσω του ένα παιδί ορφανό. Η χήρα γυναίκα του πηγαίνει στο παλιό συνεταίρο του άνδρα της και του λέει:

– Εφτός Μπέη, το παιδί μου μεγάλωσε αρκετά. Βρες του μια καλή δουλειά να μάθει μια τέχνη και να βγάζει το ψωμί του.

– Πολύ ευχαρίστως, απαντάει ο Εφτός μπέης.

Έτσι το ορφανό αγόρι έμαθε κοντά σε έναν πολύ ξακουστό ράφτη, που είχε για πελάτες σπουδαίους και σημαντικούς ανθρώπους. Μια μέρα έρχεται στο ραφτάδικο ένας δερβίσης και λέει στον πρωτοράφτη:

– Μάστορά μου θέλω να μου κάνεις ένα καλπάκι (δηλαδή κάλυμμα κεφαλής-σκούφο) που να μην έχει καμιά ραφή πάνω του. Πουθενά να μη φαίνεται ούτε μια βελονιά ή ραφή.

– Αυτό δεν γίνεται λέει ο πρωτοράφτης. Λάθος πόρτα χτύπησες πατριώτη. Αυτό που ζητάς αλλού να το βρεις! Εδώ είμαστε για να δουλεύουμε και όχι για να λέμε παραμύθια!

Ο Δερβίσης όμως, όπως και ο πρωτοράφτης, επέμενε. Το ραφτάκι πήρε τον λόγο και είπε:

– Μάστορα μη στεναχωριέσαι. Άσε τη δουλειά σε μένα!

Ο μάστορας σκέφτηκε λίγο και για να ξεφορτωθεί τον δερβίση, λέει:

– Αφού επιμένεις πολύ, θα το προσπαθήσω.

Το μαστοράκι ήταν έξυπνο. Έκανε ένα καλπάκι ακριβώς στα μέτρα του πελάτη. Το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να δει ούτε ραφή ούτε βελονιά. Μετά από λίγες μέρες έρχεται ο δερβίσης, παρατηρεί προσεχτικά από μέσα και από έξω το καλπάκι και θαύμασε την τέχνη του:

– Μπράβο στον χρυσοχέρη δημιουργό! Έτσι ακριβώς το ήθελα, λέει χαρούμενος.

Πλήρωσε περισσότερα από όσα κόστιζε, φόρεσε το καλπάκι του και έφυγε για την Αραβία.

Στην πόλη που δούλευε ο ράφτης υπήρχε βασιλιάς και κάθε χρόνο την ίδια μέρα γινόταν ένα παράξενο βασιλικό έθιμο. Η βασιλοπούλα χωρίς ρούχα ανέβαινε στο βασιλικό αμάξι και τριγύριζε τους μεγάλους δρόμους της πόλης. Πολλοί οργανοπαίχτες με διάφορα όργανα τη συνόδευαν. Όποιος γύριζε να κοιτάξει την βασιλοπούλα σκοτώνονταν αμέσως. Στους δρόμους της πόλης απαγορευόταν η κυκλοφορία και έπρεπε να είναι κλειστά οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών. Καμιά ψυχή στον δρόμο δεν επιτρεπόταν να αντικρίσει την γυμνή βασιλοπούλα. Την ημέρα εκείνη το ραφτάκι βρέθηκε μέσα στο μαγαζί που ήταν στο δρόμο εκείνο, από το οποίο θα περνούσε το βασιλικό αμάξι. Στην κλειστή πόρτα του μαγαζιού προς τον δρόμο υπήρχε μια μικρή τρύπα, όπου το ραφτάκι έριξε μια ματιά στη βασιλοπούλα και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Μέσα του φώλιασε τόσο δυνατός καημός που άρχιζε να τον βασανίζει.

Μέρα με τη μέρα το παιδί αδυνάτιζε, χλώμιαζε, έχανε τη δεξιοτεχνία του στη δουλειά, καθώς έγινε αφηρημένος και απρόσεχτος. Το αφεντικό το παρατήρησε και άρχισε να ψάχνει την αιτία. Πηγαίνει κρυφά στη μητέρα του και τη ρωτάει τι βασανίζει τον γιο της. Εκείνη δε γνώριζε την απάντηση, αλλά η υγεία του παιδιού χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και χρειαζόταν πλέον βοήθεια. Πέρασαν πολλοί γιατροί, εφαρμόστηκαν πολλές ιατρικές συμβουλές και φάρμακα, αλλά κανένα αποτέλεσμα. Πήγαινε σιγά σιγά προς τον τάφο.

Εκείνον τον καιρό γύριζε ο δερβίσης από την Αραβία και πηγαίνει στο ραφτάδικο να πει πόσο μεγάλη εντύπωση προξένησε το καλπάκι στους δερβίσηδες της χώρας εκείνης και να συγχαρεί ακόμα μια φορά τον άξιο τεχνίτη. Ο δερβίσης μαθαίνοντας τα άσχημα νέα για το ραφτάκι, τρέχει στο σπίτι του παιδιού και βλέπει την μάνα του. Λέει κρυφά στο παιδί:

– Εγώ θα σε γιατρέψω, αλλά θέλω αντί για πληρωμή να μου δώσεις τη μάνα σου για γυναίκα μου.

Το παιδί φανερώνει την επιθυμία του δερβίση στη μάνα του και εκείνη δέχεται να τον πάρει άντρα της.  Αφού έκλεισε αυτό το ζήτημα, ο δερβίσης βάζει το παιδί να καθίσει κάτω, παίρνει ένα αναμμένο κάρβουνο και το γυροφέρνει τρεις φορές γύρω από το κεφάλι του, λέγοντας μερικά λόγια που δεν τα καταλάβαιναν. Έπειτα λέει στον μικρό:

– Τώρα πήγαινε στο παλάτι και μπες στο δωμάτιο της βασιλοπούλας. Να τη φιλήσεις  χωρίς να φοβάσαι.

Ο δερβίσης στην Αραβία είχε γίνει μάγος και έκανε το παιδί αόρατο. Το ραφτάκι έκανε ότι του είπε ο δερβίσης, ενώ η βασιλοπούλα κοιμόταν. Η βασιλοπούλα ένιωθε το φιλί, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Βάζει τις φωνές, έρχονται οι γονείς της και άλλοι παλατιανοί να δούνε τι συμβαίνει και η βασιλοπούλα τους εξήγησε τι ένιωσε. Μετά από λίγες μέρες, ο δερβίσης έκανε πάλι τα μαγικά του και έστειλε το παιδί στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετά από αυτό κάλεσε στο παλάτι όλους τους σοφούς του τόπου για να βρούνε μια εξήγηση στο φαινόμενο. Πέρασαν πολλοί και διάφοροι, αναμέσα από τους οποίους και ένας άλλος δερβίσης από την Αραβία που γνώριζε από τέτοιες καταστάσεις. Βάζει στο στο δωμάτιο της κοπέλας ένα μαγκάλι με κάρβουνα και συμβουλεύει την κοπέλα μόλις νιώσει πάλι την ενόχληση να βάλει φωτιά στα κάρβουνα και να φωνάξει βοήθεια.

Πέρασαν λίγες μέρες και ο δερβίσης έστειλε το παιδί για τρίτη φορά. Αυτή η φορά όμως αντιμετωπίστηκε διαφορετικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του άλλου δερβίση. Έτρεξαν όλοι οι παλατιανοί, κι ο βασιλιάς μαζί και βλέπουν ένα παλικάρι να στέκεται μπροστά τους. Το πάραπτωμα ήταν μεγάλο και ο βασιλιάς διατάζει να τιμωρηθεί το παιδί με κρεμάλα. Καθώς οι εκτελεστές οδηγούσαν το παιδί στην κρεμάλα, ο μάγος με την τέχνη του κάνει το παιδί αόρατο και καταφέρνει να το φυγαδεύσει. Στην θέση του έβαλε κάποιον άλλο που δεν είχε ιδέα. Βλέπει αυτός ο άλλος που τον πηγαίνανε και φωνάζει:

– Που με πάτε; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Δεν έκανα τίποτα κακό, είμαι αθώος.

Οι άνθρωποι του βασιλιά συνειδητοποίησαν πως είχαν στα χέρια τους έναν άλλο άνθρωπο και τον άφησαν να φύγει. Ο βασιλιάς στέλνει τους άντρες του να πάνε στο σπίτι του παιδιού να φέρουνε τον θετό του πατέρα. Ο δερβίσης όμως αρνήθηκε να τους ακολουθήσει στο παλάτι. Τότε τον πιάνουν με την βία από τα χέρια, τα οποία όμως ξεκολλούσαν από το υπόλοιπο σώμα και ο δερβίσης έμενε στον ίδιο τόπο. Τό ίδιο έγινε με τα πόδια του.

– Βρε παιδιά, πέστε μου τι θέλετε από μένα; ρωτάει.

– Σε θέλει ο βασιλιάς να έρθεις μαζί μας στο παλάτι, του απαντάνε.

– Εγώ δεν έρχομαι μαζί σας!

Αμέσως σφυρίζει και παρουσιάζονται τόσο όμορφα κορίτσια, όσοι και οι στρατιώτες του βασιλιά.

– Πάρτε αυτά τα κορίτσια και αφήστε με στην ησυχία μου.

Οι στρατιώτες παίρνουν ο καθένας από ένα κορίτσι, άλλα όσο να φτάσουν στο παλάτι μετατράπηκαν σε σκυλιά και σκύλες. Ο βασιλιάς γνώρισε τους ανθρώπους του από τα διαμάντια που φορούσαν ακόμα στις ζώνες του.

Ο βασιλιάς αποφάσισε να πάει ο ίδιος με τον υπασπιστή του στο σπίτι του δερβίση, το οποίο είχε σε όλο το δάπεδο στρωμένα χαλιά, έμοιαζε με παλάτι. Ο δεβίσης καλοδέχτηκε τους επισκέπτες του και για να τους τιμήσει, ετοίμασε ένα τραπέζι πλούσιο από θαυμάσια φαγητά. Το σπίτι είχε μεγάλη αυλή που ο δερβίσης την μεταμόρφωσε σε λίμνη και μέσα έβαλε ένα μεγάλο χρυσαφένιο καίκι. Μετά το φαγητό προσκάλεσε τους επισκέπτες να κάνουν μια βόλτα με το καίκι μέσα στην λίμνη. Οι επισκέπτες ανέβηκαν, άλλα όσο περνούσε η ώρα η λίμνη γινότανε μεγαλύτερη ώσπου έγινε μια θάλασσα ατέλειωτη και το καίκι έγινε βαπόρι. Το βαπόρι ταξίδεψε αρκετά μερόνυχτα και σταμάτησε σε ένα μικρό λιμάνι. Εκεί οι επισκέπτες κατέβηκαν, αλλά μετατράπηκαν αμέσως σε απλούς άνθρωπους, χωρίς αξιώματα, ωραία φορέματα και χρήματα. Ανάγκαστηκε ο βασιλιάς να δουλέψει σαν εργάτης σε ένα μαγειρείο και ο υπασπιστής σαν γουρουνοβοσκός. Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο βρέθηκαν τυχαία στο ίδιο λιμάνι και αντίκρισαν το καράβι που τους είχε φέρει. Το βλέπει ο υπασπιστής και λέει στον βασιλιά:

– Έλα να γυρίσουμε στον τόπο απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Το καράβι ξεκίνησε και όσο περνούσε η ώρα γινότανε μικρότερο, όπως και η θάλασσα γινόταν μικρότερη. Όταν έφτασαν το καράβι είχε γίνει καίκι και η θάλασσα η μικρή λίμνη του δερβίση. Οι δυο άντρες είχαν πάρει πίσω τα αξιώματά τους. Τους βλέπει ο δερβίσης και τρέχει να τους προυπαντήσει:

– Μεγαλειώτατε πού είχατε πάει και αργήσατε; Ετοιμάσαμε να σας προσφέρουμε τον απογευματινό καφέ, αλλά κρύωσε.

– Μας τιμώρησες αρκετά, λέει θυμωμένος ο βασιλιάς. Υποφέραμε και πεινάσαμε εκεί που πήγαμε. Βρέθηκα στην ανάγκη να δουλέψω εργάτης και ο υπασπιστής μου γουρουνοβοσκός. Σου αξίζει μεγάλη τιμωρία.

– Αυτά που είδατε και πάθατε μεγαλειότατε δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που έχετε να πάθετε ακόμα. Για να γλυτώσετε, αυτή την στιγμή ζητώ να δώσετε το χέρι της κόρη σας στον θετό μου γιο, ο οποίος έχει γίνει ο καλύτερος ράφτης του κόσμου. Αγαπάει πάρα πολύ την βασιλοπούλα και δεν μπορεί να ζήσει μακριά της.

Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει το θέλημα του δερβίση και δέχτηκε να κάνει γαμπρό του το ραφτάκι. Έδωσε διαταγή να ετοιμαστού οι χαρές για τον γάμο που κράτησαν μέρες.

Ήμουν κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό στο γάμο με ένα κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.