Posts Tagged With: wind

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος κι ο Ουρανός / The Sun, the Moon, the Wind and the Sky

Read the english version.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία

ινδια

Πριν πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια, τότε που τα στοιχειά της φύσης είχαν ακόμα ανθρώπινες συμπεριφορές, ζούσαν στο ίδιο σπίτι ο Ουρανός με τα τρία του παιδιά: Τον Άνεμο, τον ήλιο και την Σελήνη. Μια μέρα, τα τρία παιδιά πήραν μια πρόσκληση σε γεύμα από τα ξαδέρφια τους, την Αστραπή και τη Βροντή. Η μέρα δεν άργησε να έρθει και τα παιδιά αφού αποχαιρέτισαν τον πατέρα τους έφυγαν με χαρά, αφήνοντας τον Ουρανό μόνο του στο σπίτι.

Στο σπίτι των ξαδέρφων τους τα πάντα ήταν έτοιμα και στολισμένα με λαμπρότητα. Σε ένα μεγάλο τραπέζι υπήρχαν τα πιο νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα από μάγειρες από όλο το κόσμο. Στην άλλη μεριά του δωματίου, υπήρχαν στρωμένες μαξιλάρες, άνετες και αναπαυτικές, απ’ όπου – ξαπλωμένος- απολάμβανες τους μουσικούς και τραγουδιστές που ήρθαν ειδικά για την συγκεκριμένη βραδιά. Ο Ήλιος κι ο Άνεμος τρώγανε και πίνανε συνέχεια με λαιμαργία χωρίς να σκεφτούνε ούτε μια στιγμή τον πατέρα τους Ουρανό που ήταν μόνος του στο σπίτι και χωρίς να έχει φάει τίποτα. Δεν έκανε όμως το ίδιο κι η μικρή τους αδερφή. Η Σελήνη φρόντισε να κρατήσει σε ένα ταγάρι διάφορες λιχουδιές με σκοπό να τις πάει στον πατέρα της.

Αφού διασκέδασαν για τα καλά κι ενώ η ώρα είχε περάσει, τα τρία παιδιά πήρανε τον δρόμο της επιστροφής. Όταν φτάσανε στο σπίτι, ο Ουρανός τους ρώτησε:

Καλώς τα παιδιά μου…σκεφτήκατε να φέρετε και σε μένα κάτι να φάω;

Τι λες ρε μπαμπά; Με κάλεσαν τα ξαδέρφια μου για να διασκεδάσουμε κι εγώ έπρεπε να έχω το νου μου σε εσένα;

…απάντησε με αυθάδεια ο Ήλιος που ήταν και ο μεγαλύτερος για να συνεχίσει μετά ο Άνεμος στο ίδιο ύφος…

Καλά σου λέει ρε μπαμπά. Δεν ξέραμε ότι έπρεπε να κάνουμε τους χαμάληδες για να σου κουβαλάμε φαγητό. Άσε που δεν έχεις και δόντια και τα φαγητά που μας σέρβιραν ήταν όλα πολύ εκλεπτισμένα.

Είστε σκληροί, αγενείς και άκαρδοι…

…πετάχτηκε φωνάζοντας η μικρή Σελήνη…

Πως μιλάτε έτσι στον μπαμπά; Πως του φέρεστε έτσι;

…και γυρίζοντας προς τον Ουρανό είπε…

Ορίστε πατέρα. Εγώ σου έφερα απ’ όλες τις λιχουδιές που μας σέρβιραν στο τραπέζι. Πάρε να φας.

Να έχεις την ευχή μου καλή μου Σελήνη…

…απάντησε ο Ουράνος και συνέχισε λέγοντας στους γιους του…

Όσο για εσάς θα σας τιμωρήσω. Εσύ Ήλιε που πήγες σε μια γιορτή και δεν σκέφτηκες ούτε μια στιγμή για μένα, θα καίγεσαι αιώνια από μια άσβηστη φωτιά που θα σε περιβάλλει. Κανείς δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει μα κι εσύ δεν θα μπορείς να πλησιάσεις κανέναν και ποτέ δεν θα νιώσεις την δροσιά. Όσο για σένα Άνεμε και τον υπέρμετρο εγωισμό σου, από εδώ και στο εξής δεν θα βρεις ποτέ ησυχία. Θα στριφογυρίζεις συνέχεια και θα ξερένεις κάθε τι στο πέρασμά σου. Αλλά εσύ μικρή μου Σελήνη, επειδή θυμήθηκες και σκέφτηκες τον έρμο πατέρα σου, θα είσαι πάντα όμορφη και δροσερή. Ο κόσμος θα σε αγαπάει και θα εμπνέεται από εσένα. Θα σου γράφει ποιήματα και τραγούδια κι όλοι θα υψώνουν τα βλέμματά τους για να σε θαυμάσουν.


Traditional Indian Fairytale

Many many years ago, when all the elements of nature had voices and human behaviour, the Sky used to live in the same house with his three children, the Sun, the Moon and the Wind. One day the three children were invited for lunch by their cousins the Thunder and the Lightning.

In their cousin’s house everything was ready and luxurious decorated. On the table there was  the most delicious food , cooked by cooks from all over the world.  There were also big , comfortable cushions , where you could lie and enjoy the music and the singers. The Sun and the Wind were drinking and eating greedily and they didn’t thought not even a moment of their father. On the contrary, the little moon thought that their father was alone and hungry back at home. So, she decided to take some delicacies in order to bring them to their father.

When they all returned back home, the Sky said: “Welcome!!! Did you bring me anything to eat?”

“What? We were enjoying ourselves there, we didn’t have time to think of you!” the Sun answered rudely

“The Sun is right!”, the Wind continued, “And you don’t have teeth , so you can’t eat all this delicious food that they served us.

“You are rude and heartless “, the Moon cried, “How do you dare talking to our father like this?  Here father, I brought you some delicacies, help yourself.”

“God bless you, my dear Moon”, the Sky said.

“As for you two….. I‘ll punish you! The Sun will be burnt for ever, nobody will go close to him and he will always be alone. The Wind will never find peace anymore, he will run around and nobody will like him. But as for you my dear Moon, you will always be beautiful and fresh. People will love you, they will write songs and poems for you and everybody will admire you!”

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Advertisements
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,,, | 1 σχόλιο

Ο Άνεμος / The Wind

Read the english version.

Ινδιάνικο παραμύθι.

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Indian_lovers_cloudΈτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

Δείτε την αφήγηση από την εμφάνιση στο 1ο Λύκειο Δράμας…


Many years ago, I don’t remember how many exactly, far away, there was an Indian tribe. The chief of the tribe had a beautiful, young daughter. Everybody admired her, but nobody had touched her. One day, while he was sitting outside his tent, he was visited by the Wind.

“Great chief, I love your daughter and she loves me too. Will you give her to me?”

“No”, the chief said without second word. The next day the beautiful daughter tried to talk to her father. “Father, I love the Wind. Will you let me go to his tent and become his wife?”

“No”, the chief answered strictly.

And with these words, he grabbed his daughter and led her in a dense forest with black firs , so that he could hide her from the Wind.

“The Wind would find her, if I hid her in a forest with pines, but he will never find her in such a dense black forest”, he thought.

But the Wind had already become invisible and he could hear each and every word the chief was saying. So, when the next night came, the Wind started running around the forest, until he found a small gap, from which he could penetrate through the trees. He searched a lot and finally he managed to find the young lady and took her away from the forest. However, they didn’t return back to the tents as they were afraid that the Indians would take the girl and they would lead her to her father.

So they travelled to the North, where they found a lovely area to live in. The same night he took her in his arms and he made her, his wife. The days were passing and  the happy couple was enjoying  life, without thinking that the chief could ever find them. But the girl’s father was searching for them like crazy and finally he found them.

The Wind hid his wife and he became invisible. The chief started destroying everything with his guns and without knowing it he hit the Wind so hard, that he fainted. When the Wind came around he found out that his wife was missing and he started looking for her like crazy. Finally he saw her in a canoe with her father.

“Come with me…” he shouted desperately. The girl was scared and her face became white like the snow. She could hear her beloved calling her, but she couldn’t see him. The Wind had forgotten how to transform and he was still invisible. The Wind was so mad at the chief that he blew towards the canoe.

“Let it overturn! I can bring my love safe back to land” the Wind thought.

The canoe overturned and the chief with his daughter fell into the water.

“Come on my dear, grab my hand”, the Wind shouted!

 

But the girl couldn’t see him. So she started sinking until she reached the bottom of the lake. She drowned and her father drowned with her. The Wind was so sad that his wife lost her life because of him and he started getting angry

“The Wind is blowing stronger and sadder than ever….”

…the Indians were saying while they were trying to protect themselves in their tents. The Great Spirit felt sorry for the girl that lost her life and the next day he took her up to the stars and gave her a house on the moon. He girl still leaves there but her face is still totally white, as it was the day she fell into the river. At night, in the moonlight, she looks for the Wind but she doesn’t know that he is invisible. The Wind, on the other hand, doesn’t know that his wife lives on the moon, and he wanders in the forests trying to find her. But he never thinks of looking up…. to the moon……

 

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: