Posts Tagged With: γέρος

Ο μπαρμπά-Μανώλης και ο ήλιος

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από τους μαθητές του 5ου Δημοτικού Σχολείου Καβάλας (Δ’ και Ε’ τάξεις) χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν: Σπίτι, λουλούδι, ήλιος, κλειδαριά, πεταλούδα και πεταλούδα!

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο σπίτι σε ένα χωριό που το έλεγαν Ανήλιο. Αυτό το σπίτι ήταν παρά πολύ όμορφο και χαρούμενο και είχε δέντρα, είχε λουλούδια και τα λουλούδια άνθιζαν και ήταν πολύχρωμα και όταν έβγαινε ο ήλιος, όλη η πλάση ήταν μέσα στην χαρά.

Μέσα σε αυτό το σπίτι όμως ζούσε ένας γεράκος, ο μπάρμπα-Μανώλης ο οποίος ήταν κατσούφης, μουρτζούφλης και γκρινιάρης. Δεν χώνευε καθόλου τον ήλιο. Όμως ο ήλιος κάθε μέρα   έπαιρνε το άρμα του και έβγαινε πάνω στον ουρανό και κανένας δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει.  

Κάθε φορά που περνούσε πάνω από το σπίτι του μπάρμπα-Μανώλη του παράξενου, εκείνος κατέβαζε τη σκεπή και έπαιρνε ένα μαγικό τεράστιο κλειδί που είχε και κλειδωνότανε μέσα  στο σπίτι του. Το κλειδί όμως και η κλειδαριά που ήταν γυαλιστερή και μεγάλη τον αγαπούσαν τον ήλιο και όταν ο μπάρμπα-Μανώλης αποφάσισε να βγει έξω για να δει εάν έφυγε ο ήλιος η κλειδαριά και το μαγικό κλειδί έβγαζαν λουλούδια.  

Μια μέρα που ξεκλείδωσε και είδε ότι έβρεχε, αυτός ήταν χαρούμενος όμως το κλειδί ήταν πολύ στενοχωρημένο και μαύρισε από την στενοχώρια του. Τότε μια πεταλούδα από τα λουλούδια του, ήρθε πάνω στο κλειδί, το ακούμπησε, έβγαλε όλα τα χρώματα από τα φτερά της, το γυάλισε και το έκανε πανέμορφο. Όμως η βροχή συνέχιζε γιατί ο ήλιος είχε θυμώσει με τον μπάρμπα-Μανώλη και δεν ήθελε να ξαναπεράσει από την αυλή του. Τότε τα λουλούδια μαράθηκαν, έχασαν το χρώμα τους και έπεσαν στο έδαφος γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν  χωρίς τον ήλιο. Τότε ο μπάρμπα-Μανώλης κατατρόμαξε και κατάλαβε τι αξία έχει ο ήλιος. 

Τι να κάνει όμως; Απελπισμένος και στενοχωρημένος όπως ήταν, παίρνει ένα αεροπλάνο και τρέχει στο σπίτι του ήλιου που ήτανε στην Ανατολοδύση. Έπεσε στα γόνατα του ήλιου και του ζήτησε συγνώμη.  

Συγνώμη ήλιε μου λαμπρέ. Τώρα που σε χάσαμε από το σπίτι κατάλαβα την αξία σου. Σε παρακαλώ πολύ, κάθε μέρα να έρχεσαι στο σπίτι μας κι εγώ θα είμαι κοντά σου και θα σε βοηθάω για να κάνουμε τον κόσμο όμορφο.

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο γέροντας των Φώτων!

Διασκευή-Απόδοση: Αδελαϊς Ράπτη

Μια φορά, σε ένα φτωχό χωριό, ζούσανε δυο φίλοι, ο Γιωργής κι ο Κωσταντής. Εκεί δεν υπήρχαν μεγάλα χωράφια και τα ζώα ήταν λίγα. Έτσι οι οικογένειες τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.
Όμως οι άνθρωποι ήταν πολύ χαρούμενοι. Κάθε πρωί καλημερίζονταν. Για τις δουλειές του καθενός μαζευόταν όλο το χωριό και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Τα βράδυα κανένας δεν κλείδωνε την πόρτα του γιατί δεν φοβόταν.
Μόνο οι δυο φίλοι ήταν πάντα σκυθρωποί. Όλα τους φαινόταν λίγα. Δεν χόρταιναν, δεν γέλαγαν, όλα τους ενοχλούσαν! Αποφάσισαν λοιπόν να φύγουν από το χωριό. Κι ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Όλοι οι χωριανοί κατέβηκαν στην άκρη του χωριού και τους έδωσαν από κάτι να βάλουν στο ταγάρι τους, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τελευταίος έμεινε ο γέρος σοφός του χωριού τους.

Εγώ δεν έχω σπουδαία πράγματα να σας δώσω. Πάρτε από ένα κουτί που όμως θα το ανοίξετε όταν θα έχετε ανάγκη μεγάλη. Και θα σας πω και μια συμβουλή…
Μια σαύρα, ένας κύκλος και δυο κλειδιά θα σας σώσουν!

…είπε ο γέροντας και τους αποχαιρέτισε.

Έντεκα μέρες περπάταγαν ώσπου βρέθηκαν σε ένα φαλακρό βουνό. Μήτε δέντρο, μήτε νερό δεν έβρισκες εκεί. Παντού βράχια. Μόνο ψηλά στην κορυφή φαινόταν δέντρα πολλά και στην μέση τους ένα έλατο τόσο ψηλό και μεγάλο που λες και ακούμπαγε τον ουρανό.
Ξεκίνησαν λοιπόν τον ανήφορο να φτάσουν εκεί, να ξεκουραστούν. Μα όσο αυτοί ανέβαιναν τόσο η κορυφή ξεμάκραινε. Οι δυο φίλοι σταμάτησαν απελπισμένοι και κάθησαν σε έναν βράχο να βρουν μια λύση. Τότε πετάχτηκε ο Γιωργής και είπε στον φίλο του:

Μια σαύρα! Πρέπει να βρούμε μια σαύρα, όπως μας συμβούλεψε ο γερο-σοφός! Ας χωριστούμε και όποιος την βρει, την ακολουθεί. Μόλις νυχτώσει θα γυρίσουμε εδώ και θα μοιραστούμε ό,τι βρήκαμε.

Ο Κωσταντής όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε τίποτε. Ο Γιωργής όμως βρήκε μια σαύρα ανάμεσα στις πέτρες και την ακολούθησε με προσοχή. Εκείνη πήγε και χώθηκε στην τρύπα ενός βράχου. Σκύβει ο Γιωργής να δει και βλέπει έναν μικρό λάκκο με λίγο νεράκι και δίπλα δύο χούφτες βρασμένους σπόρους. Άπλωσε το χέρι να βάλει τους σπόρους στο μαντήλι και το νερό στο παγούρι. Όμως, από την πολλή πείνα και δίψα, δεν άντεξε. Έπεσε με τα μούτρα και ήπιε κι έφαγε χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον καημένο τον Κωνσταντή. Γύρισε λοιπόν, πίσω με άδεια τα χέρια και βρήκε τον φίλο του μισοπεθαμένο. Ο Γιωργής, γεμάτος λύπη κι ενοχή, τον άφησε εκεί και συνέχισε τον δρόμο για τη κορυφή μήπως και βρει τίποτε να φέρει. Μέχρι να φτάσει επάνω η πείνα και η δίψα είχαν και πάλι θεριέψει.

Όταν πια ανέβηκε, βρέθηκε σε έναν πανέμορφο κήπο, γεμάτο δέντρα με όμορφους καρπούς. Στην μέση, υψωνόταν το τεράστιο έλατο που το έβλεπαν από τους πρόποδες του βουνού. Δίπλα του υπήρχε μια λίμνη με καθάρια νερά. Τρέχει ο Γιωργής να πιει νερό, μα μόλις ακούμπησε τα χείλια του στην άκρη της, η λίμνη… ξεράθηκε! Άπλωσε το χέρι του να κόψει ένα μήλο από το διπλανό δέντρο μα η μηλιά ξεράθηκε κι αυτή! Ο Γιωργής τραβήχτηκε απογοητευμένος πίσω και τότε η λίμνη ξαναγέμισε νερό και η μηλιά έβγαλε ξανά ζουμερά μήλα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει μα κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο. Είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, όταν ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του ένας ψηλός γέροντας, με κάτασπρα μαλλιά και λαμπερά λευκά ρούχα.

%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86%cf%8e%cf%84%cf%89%ce%bdΕίμαι ο Γέροντας των Φώτων. Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα δέντρα και η λίμνη είναι φίλοι μου και έχουν εχθρό τους όποιον προδίδει την φιλία. Και ξέρουμε ότι, πριν λίγο, εσύ πρόδωσες τον καλύτερό σου φίλο. Όμως σήμερα, είναι παραμονή των Φώτων και σε λυπήθηκα. Αποφάσισα να σου δώσω μια ευκαιρία να σώσεις την ζωή σου αν σώσεις κι εσύ την μοίρα της γης!

…είπε ο γέρος; κι έδειξε το μεγάλο έλατο στον Γιωργή, που είχε χάσει την μιλιά του από τον φόβο του. Ύστερα είπε πάλι:

Σε αυτό το δέντρο κατοικεί η μοίρα της γης. Κάθε Χριστούγεννα βγαίνουν παράξενοι καλικάντζαροι, που δεν μοιάζουν με τους άλλους, και προσπαθούν να ρίξουν κάτω το δέντρο. Κρύψου καλά και μόλις τους δεις σκέψου έναν τρόπο να σώσεις το δέντρο και την μοίρα της γης. Απόψε είναι η τελευταία τους ευκαιρία.

Αυτά είπε κι εξαφανίστηκε! Κρύφτηκε ο Γιωργής και περίμενε. Σε λίγο, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι, άγριοι, βρώμικοι και αντί για χέρια είχαν κάτι μακριές κουτάλες που έφταναν μέχρι το χώμα. Άναψαν μεγάλη φωτιά, έβαλαν επάνω ένα καζάνι με νερό κι έριξαν μέσα βατράχια, φίδια και σκουλήκια να τα μαγειρέψουν. Όταν όμως το σιχαμερό φαγητό τους ετοιμάστηκε δεν μπορούσαν να βάλουν στο στόμα τους ούτε μια μπουκιά γιατί τα κουταλόχερά τους ήταν τόσο μακριά που κανένας δεν μπορούσε να ακουμπήσει το φαγητό στα χείλη του. Θυμωμένοι τότε και αγριεμένοι από την πείνα, ορμούσαν με δύναμη επάνω στο δέντρο που ίσα ίσα κρατιόταν από μια άκρη και ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να χαθεί έτσι η μοίρα της Γης.

Ο Γιωργής προσπαθούσε με αγωνία να βρει έναν τρόπο να μην γίνει το κακό. Θυμήθηκε τότε την δεύτερη συμβουλή του γερο-σοφού συγχωριανού του. Ένας κύκλος σκέφτηκε και πετάχτηκε από την κρυψώνα του. Οι καλικάντζαροι, μόλις τον είδαν, σταμάτησαν να χτυπούν το δέντρο και όρμησαν να σκοτώσουν εκείνον. Μα ο Γιωργής τους φώναξε:

Περιμένετε! Μπορώ να σας βοηθήσω να φάτε και να χορτάσετε.

Εκείνοι τον αγριοκοίταξαν αλλά σταμάτησαν και περίμεναν τα λόγια του με δυσπιστία και ανησυχία. Πεινούσαν χρόνια τώρα και θέλανε να ακούσουν τι είχε να τους πει αυτός ο ανθρωπάκος.

Ακούστε τι θα κάνετε! Σχηματίστε όλοι έναν κύκλο γύρω από το καζάνι με το φαγητό. Θα βουτάτε τις κουτάλες σας, θα γεμίζετε με φαγητό και θα ταϊζετε αυτόν που είναι απέναντί σας. Έτσι, χωρίς να κουραστείτε και βοηθώντας ο ένας τον άλλον, θα χορτάσετε όλοι!

Οι καλικάντζαροι με τα κουταλόχερα, κοιτάχτηκαν απορημένοι, έκαναν έναν κύκλο γύρω από το καζάνι και, δειλά-δειλά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά, άρχισαν να ταϊζουν ο ένας τον άλλον. Και όσο χόρταιναν τόσο ηρεμούσαν και άρχισαν να γελάνε σαν τα παιδιά και μερικοί έκαναν και τούμπες από την χαρά τους!
Τότε, εμφανίστηκε πάλι δίπλα στον Γιωργή ο λευκός γέροντας και σηκώνοντας το χέρι του, του έδειξε το δέντρο της Γης που, όση ώρα οι καλικάντζαροι έτρωγαν και γέλαγαν, εκείνο είχε δέσει και ήταν πάλι ολόκληρο. Κοίταξε χαμογελώντας τον Γιωργή και του είπε:

Εύγε! Τα κατάφερες!

Ο Γιωργής όμως έσκυψε το κεφάλι και απάντησε:

Kαι τι να το κάνω; Τι με νοιάζει; Εγώ έχασα τον καλύτερό μου φίλο!

Μην απελπίζεσαι, Γιωργή! Ο δρόμος σου τώρα αρχίζει!

…και με αυτά τα λόγια ο γέροντας των Φώτων χάθηκε πάλι.

Όμως, κι ο Γιωργής, πριν προλάβει να τον φωνάξει, βρέθηκε ξανά μπροστά στον βράχο που τον είχε οδηγήσει η σαύρα. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα από την τρύπα του βράχου, είδε έκπληκτος ότι ο λάκκος είχε πάλι νεράκι και δίπλα του υπήρχαν ακόμη οι βρασμένοι σπόροι. Χωρίς να χάσει λεπτό γέμισε το παγούρι του, έβαλε και τους σπόρους στο μαντήλι του και έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο. Όταν έφτασε στο σημείο που είχαν χωριστεί με τον φίλο του, βρήκε τον Κωνσταντή να τον περιμένει σαν να μην είχαν χωριστεί την προηγούμενη μέρα. Μα τι είχε συμβεί; Ήταν όνειρο; Ήταν θαύμα;

Τίποτε δεν βρήκα, Γιωργή.

…του είπε λυπημένος ο φίλος του.

Μην στεναχωριέσαι Κωνσταντή. Κάτι βρήκα εγώ και για τους δυο μας.

Ήταν λιγοστό αυτό που έφαγαν και ήπιαν μα πήρανε λίγο δύναμη και άρχισαν να κουβεντιάζουν τι θα κάνουν. Έβαλε ο Κωσταντής το χέρι στο δισάκι του μήπως βρει τίποτε χρειαζούμενο και έπιασε το κουτί που τους είχε δώσει ο γέρο-σοφός την μέρα που άφηναν το χωριό τους. Έβγαλε κι ο Γιωργής το δικό του. Για μεγάλη τους έκπληξη μόλις άνοιξαν τα δυο κουτιά, είδανε ότι τα κλειδιά που υπήρχαν μέσα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού τους.
Κατάλαβαν λοιπόν, ποιο ήταν το μήνυμα. Ότι δηλαδή, το ομορφότερο μέρος του κόσμου ήταν ο δικός τους τόπος, οι δικοί τους άνθρωποι που τους αγαπούσαν. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής και όταν έφτασαν στο χωριό όλοι έτρεχαν και τους αγκάλιαζαν.

Από τότε τριγυρνούσαν πάντα μαζί και ήταν πάντα χαμογελαστοί και ευγενικοί με όλους και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,, | Σχολιάστε

Η αλεπού κι ο λύκος πάνε για ψάρεμα!

Λαϊκό παραμύθι από την Ρωσία –

Αλεπού στα χιόνιαΈνα ζευγάρι ηλικιωμένων ζούσε σε ένα μακρινό και απόμερο χωριό της Ρωσίας. Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Η λίμνη κοντά στο χωριό είχε παγώσει τόσο πολύ, που τα παιδιά κάνανε πατινάζ πάνω της. Η φύση ολάκερη είχε ντυθεί στα άσπρα με το χιόνι να πέφτει μέρα και νύχτα.

Ένα πρωινό, ο γέρος ζήτησε από την γυναίκα του να του ετοιμάσει λίγα κουλουράκια να πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Αυτή δεν του χάλασε το χατίρι. Έπειτα έδεσε το έληθρο στα σκυλιά του και ξεκίνησε για την λίμνη. Άνοιξε μια τρύπα στην παγωμένη πλάτη της λίμνης και ψάρευε για ώρες και συνέχεια έβγαζε ψάρια λογιώ-λογιώ. Τέλος, τα φόρτωσε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το καλύβι του.

Στην επιστροφή, ανάμεσα σε δύο δέντρα, είδε ξαπλωμένη στο χιόνι μια αλεπού.

Δεν άντεξε το κρύο… Δεν θα πάει χαμένη όμως. Θα την δώσω στην γρια μου για να την γδάρει και να πουλήσουμε την γούνα της!

…σκέφτηκε ο γέρος και την φόρτωσε στο έλκηθρο μαζί με τα ψάρια. Ξεκίνησε και πάλι για το καλύβι του. Μα η αλεπού που δεν ήταν ψόφια, αλλά προσποιότανε, άρχισε να πετάει ένα-ένα τα ψάρια στο δρόμο κι όταν τελείωσαν, έπεσε κι η ίδια.

Όταν ο γέρος έφτασε στην καλύβα του φώναξε την γυναίκα του να δει την ψαριά που της έφερε καθώς και την αλεπού. Μα η γυναίκα τα έχασε όταν αντίκρισε ένα άδειο έλκηθρο. Το ίδιο κι ο γέρος που την πάτησε από την αλεπού.

Εν τω μεταξύ, η αλεπού κατάφερε και μάζεψε όλα τα ψάρια. Κάθισε σε ένα δέντρο από κάτω κι άρχισε να απολαμβάνει το γεύμα της όταν εμφανίστηκε ένας πεινασμένος λύκος!

Καλή σου μέρα αγαπημένη μου αλεπού!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου λύκε!

Τί καλό τρως εκεί;

Δεν βλέπεις; Ψάρια!

Δεν μου προσφέρεις κι εμένα ένα ψαράκι που έχω μέρες να φάω;

Και γιατί να σου προσφέρω; Στο χρωστάω; Τι με πέρασες; Να πας να ψαρέψεις αν θες να φας ψάρια.

Μα δεν ξέρω να ψαρεύω!

Δεν είναι και τίποτα δύσκολο βρε αδερφέ. Πάνε στην λίμνη, άνοιξε μια τρύπα και χώσε τουν ουρά σου μέσα. Έτσι ψαρεύουμε εμείς τα ζώα.

Με την συμβουλή αυτή της αλεπούς ο λύκος κίνησε για την λίμνη κι έκανε έτσι ακριβώς. Άνοιξε μια τρύπα κι έχωσε την ουρά του. Κάθισε για ώρες εκεί μέχρι που νύχτωσε. Τότε, προσπάθησε να σηκωθεί, μα η ουρά του είχε παγώσει για τα καλά και δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου.

Πρέπει να έχω πιάσει πάρα πολλά ψάρια για να μην μπορώ να τραβήξω την ουρά μου έξω…

…σκέφτηκε ο λύκος και συνέχισε να ψαρεύει.

Το επόμενο πρωί, ήρθαν στην λίμνη γυναίκες για να γεμίσουν με νερό τα δοχεία και τις στάμνες τους. Μα μόλις είδαν τον λύκο βάλανε τις φωνές. Έπειτα, πήρανε ξύλα από το δάσος κι όρμηξαν καταπάνω του κι άρχισαν να τον χτυπάνε όπως χτυπάνε τα χαλιά για να τα ξεβρωμίσουν. Μάταια προσπαθούσε ο λύκος να τις ξεφύγει. Με την ουρά παγωμένη στην λίμνη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα.

Έφαγε πολλές ξυλιές ώσπου δεν άντεξε άλλο. Έβαλε όλη τη δύναμή του και πετάχτηκε μακριά τους τρέχοντας…

…όσο για την ουρά του, αυτή έμεινε ακόμα εκεί να ψαρεύει. Από τότε, οι λύκοι σταμάτησαν να ψαρεύουν με τις ουρές!

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Το γέρικο βόδι

%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%ce%b2%cf%8c%ce%b4%ce%b9-2Τα πολύ παλιά τα χρόνια τα ζώα συνήθιζαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς να μαζεύονται όλα μαζί, να διηγούνται τα κατορθώματα τους για την χρονιά που πέρασε και έτσι να αποφασίζουν τον ήρωα της χρονιάς! Δεν υπήρχε σειρά, απλά έπαιρνε ο καθένας τον λόγο και μιλούσε για το πιο σπουδαίο πράγμα που είχε κάνει την συγκεκριμένη χρονιά. Έπρεπε όλοι να μιλήσουν και μόνο τότε να μπορέσουνε όλοι μαζί να αποφασίσουν.

Την χρονιά εκείνη λοιπόν πρώτος μίλησε ο ελέφαντας, που ήταν πιο μεγαλόσωμος απ’ όλους. Άρχισε να μιλά γεμάτος καμάρι γιατί αυτή την χρονιά είχε ταξιδέψει σε χώρες μακρινές, φορώντας μεταξωτά υφάσματα στην πλάτη του και στολίδια στο λαιμό και στα πόδια του, μα το πιο σημαντικό ήταν πως κουβαλούσε στην πλάτη του τον αυτοκράτορα!

Έπειτα πήρε το λόγο το λιοντάρι μιλώντας για τον ηρωισμό του και την δύναμη του. Πως προστάτεψε τα μικρά του από κάθε κίνδυνο, πως έτρεξε χιλιόμετρα πολλά κυνηγώντας άλλα ζώα εξασφαλίζοντας έτσι τροφή για την οικογένεια του.

Ο σκύλος είπε πόσο χρήσιμος ήταν στους ανθρώπους γιατί ήταν πιστός φύλακας και προστάτευε τα πρόβατα και τα σπίτια τους.

Και η αλεπού με την σειρά της καυχήθηκε για το πώς ξεγελούσε τους χωρικούς, και τους σκύλους, και τρύπωνε στα κοτέτσια τους αρπάζοντας κότες. Κι έτσι ήταν χορτάτη όλο το χρόνο και αυτή και το σόι της.

Νιαούρισε τότε η γάτα και πήρε τον λόγο λέγοντας πως ήταν ζεστή συντροφιά για τους ανθρώπους και συγχρόνως πως κατάφερε να καθαρίσει τα σπίτια τους απ΄ τα ποντίκια.

Ο λαγός ήταν ο επόμενος και είπε για την γρηγοράδα του και για το ότι είχε κάνει εκείνη την χρονιά δυό ντουζίνες κουνελάκια. Μετά μίλησε το μυρμήγκι για την ικανότητα του να κουβαλάει σπόρους μέχρι και τρείς φορές μεγαλύτερους από το μέγεθός του. Και η μέλισσα περηφανεύτηκε για το χρυσό μέλι που κάνει και τρελαίνονται οι άνθρωποι με την γεύση του.

Μίλησαν και τα πουλιά για το πώς καθάριζαν τα σπαρτά από τα ζωύφια αλλά και πως διασκέδαζαν τους αγρότες με τα κελαϊδίσματα τους. Και τα ψάρια πήραν τον λόγο και είπαν πως έδωσαν τόνους τροφή στους ανθρώπους.

Μετά σηκώθηκε ο γάιδαρος και τους είπε που κουβάλησε στην πλάτη του πολλές οκάδες ξύλα κι αυτό σε δύσκολα μονοπάτια μέσα στα βουνά και οι καμήλες τότε μίλησαν και είπαν πως αυτές μετέφεραν βαριά φορτία μέσα στην έρημο για μέρες πολλές, χωρίς νερό και φαγητό.

Μίλησαν και οι κότες, τα άλογα, τα φίδια, οι πεταλούδες και τα γουρούνια…

Με την κουβέντα λοιπόν πήρε να ξημερώνει η πρώτη μέρα του νέου χρόνου κι ένα γέρικο βόδι, που καθόταν ζαρωμένο σε μια γωνιά, δεν είχε μιλήσει ακόμη. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι του και τα μάτια του καρφωμένα στο χώμα σαν να ντρεπόταν και να ήθελε να κρυφτεί. Η πονηρή αλεπού όμως το πρόσεξε και του φώναξε κοροϊδευτικά:

Ε γέρο δεν μιλάς; Δεν θα μας πεις τι σπουδαίο έκανες φέτος;

είπε και γέλασε δυνατά.

Το βόδι ντράπηκε και μαζεύτηκε περισσότερο στην γωνιά του. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έκανε κι αυτό σπουδαία πράγματα. Κάποτε με την δύναμη του έσερνε το άροτρο κι όργωνε τα χωράφια κι έπειτα γυρνούσε με υπομονή την μυλόπετρα στ’ αλώνι για να γίνει το σιτάρι αλεύρι. Τώρα όμως είχε γεράσει και δεν είχε δύναμη, περνούσε όλη την μέρα του μέσα στον στάβλο χωρίς να κάνει κάτι σπουδαίο. Εκείνη την στιγμή τις σκέψεις του διέκοψε ο κόκκορας που πήδηξε στην πλάτη του και του φώναξε:

 Κι κι ρι κου! Πες μας λοιπόν, έκανες τίποτα άξιο λόγου ετούτη την χρονιά ή μόνο τεμπέλιαζες;

Τότε το βόδι σήκωσε τα μεγάλα του μάτια κοίταξε τα ζώα γύρω του και με ταπεινή φωνή τους είπε:

Πριν από πέντε βράδια, που είχε τσουχτερό κρύο, μπήκανε στο στάβλο ένας άντρας και μία γυναίκα. Η γυναίκα ύστερα από λίγο γέννησε ένα μωρό. Προσπαθούσε να το ζεστάνει αλλά μάταια, η νύχτα ήταν παγωμένη. Τότε πλησίασα το μωρό και με την ανάσα μου το κράτησα ζεστό όλη νύχτα. Το πρωί οι άνθρωποι με το μωρό έφυγαν. Δεν ξέρω αν είναι σπουδαίο αλλά εγώ αυτό έχω να σας διηγηθώ για φέτος.

%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%ce%b2%cf%8c%ce%b4%ce%b9

…είπε το βόδι και γύρισε στην γωνιά του. Κανείς δεν μίλησε. Είχαν πέσει όλοι σε βαθιά σκέψη. Τότε μόνο η κουκουβάγια που ‘ναι απ’ όλα τα ζώα η πιο σοφή, φώναξε δυνατά:

Ζήτω το βόδι!!! Ζήτω!!!

Ζήτω το βόδι!!!

…φώναξαν και τα υπόλοιπά ζώα. Την χρονιά εκείνη το βόδι έγινε ο ήρωας των ζώων και χαιρότανε πολύ γι αυτό, γιατί ακόμη και στο τέλος της ζωής του φάνηκε χρήσιμο στους ανθρώπους.

«Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια»

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο γέρος και ο Θάνατος

Μύθος του Αισώπου!

the old man and the death

Έργο του Joseph Wright το 1774 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Ο γέρος και ο Θάνατος».

Κάποτε, ένας γέρος είχε πάει στο δάσος να μαζέψει ξύλα. Αφού τα φορτώθηκε στην πλάτη του, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Περπατούσε αρκετά και με το φορτίο στην πλάτη του, επόμενο ήταν να κουραστεί. Άφησε τα ξύλα κατάχαμα κι έκατσε κι αυτός ακουμπώντας σε ένα δέντρο. Από την απελπισία του άρχισε να επικαλείται τον θάνατο. Όταν ο θάνατος παρουσιάστηκε μπροστά του τον ρώτησε.

Για ποιο λόγο με φωνάζεις;

Ο γέρος τα έχασε προς στιγμήν. Μα τελικά του απάντησε:

Για να με βοηθήσεις με το φορτίο που κουβαλάω!

Με τον μύθο αυτό μας δείχνει, ότι όσο δυστυχισμένος κι αν είναι κάποιος, αγαπάει την ζωή του και δεν θέλει να πεθάνει.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

gerosΘα σας πω μια ιστορία που έφτασε στα αφτιά μου από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ήταν κάποτε τρία αδέρφια. Ζούσαν άτυχα στον τόπο τους. Δεν είχαν δουλειά μήτε και προκοπή. Έτσι, αποφάσισαν να πάνε στα ξένα μήπως και δούνε την μοίρα τους να αλλάζει.

Ξεκίνησαν λοιπόν το άγνωστο ταξίδι τους και καθώς περπατούσαν, βρήκαν μια βρύση μέσα στην ερημιά. Όπως ήταν εξαντλημένοι και αδύναμοι αποφάσισαν να καθίσουν για λίγο εκεί, να ξαποστάσουν. Μαγείρεψαν και την ώρα που έτρωγαν αντίκρισαν έναν γέρο να τους πλησιάζει, κουτσαίνοντας και κρατώντας μια μαγκούρα. Σαν έφτασε κοντά τους, τους χαιρέτησε καλόκαρδα!

Γεια χαρά σας παλικάρια!

Καλή σου ώρα και σε σένα γέροντα…

…του αποκρίθηκαν εκείνοι ενώ ο μικρότερος αδερφός έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του το πρόσφερε λέγοντάς του:

Κόπιασε παππούλη να φας λίγο ψωμί μαζί μας.

Ο γέρος που δεν αρνήθηκε, πήρε το ψωμί και κάθισε δίπλα τους. Δάγκωσε λίγο ψωμί κι ενώ μασούσε, γύρισε και είπε προς τον μεγαλύτερο αδερφό…

Πες μου παλικάρι μου, τί θα επιθυμούσες περισσότερο στον κόσμο αυτό;

Εκείνη την στιγμή, πάνω από τα κεφάλια τους, πετούσε ένα σμήνος από αμέτρητα κοράκια που έκανε τον ουρανό να μαυρίσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το σμήνος, απάντησε στον γέρο χωρίς να το σκεφτεί…

Θα ήθελα, όλα αυτά τα κοράκια που πετούν από πάνω μας, να γινόντουσαν πρόβατα και να ήτανε δικά μου!

Πολύ ωραία… Και δεν μου λες; Αν ερχόταν κανένας φτωχός, πεινασμένος και διψασμένος, θα του πρόσφερες λίγο γάλα;

Τον ξαναρώτησε ο γέρος και το παλικάρι αμέσως του αποκρίθηκε…

Μόνο γάλα; Θα του πρόσφερα ό,τι τραβούσε η όρεξή του… και γάλα και τυρί και μυτζήθρα!

Ο γέρος τότε, χτύπησε τη μαγκούρα του στο χώμα και με μιας τα κοράκια πέσανε στη γη και γίνανε πρόβατα κι άσπρισε ο τόπος γύρω τους από τα τόσα ζωντανά!

provata

Αυτό ήταν. Το παλικάρι, αποφάσισε τότε να εγκατασταθεί εκεί. Μάζεψε τα πρόβατα και με την βοήθεια των άλλων χτίσανε κι ένα μαντρί και η ζωή του θα κυλούσε έτσι από εδώ και στο εξής.

Αμέσως μετά, τα άλλα δυο αδέρφια κίνησαν να συνεχίσουνε το ταξίδι τους και μιας κι ο γέρος δεν είχε που να πάει, τους ακολούθησε. Μετά από ώρες περπάτημα, βρέθηκαν μπροστά σε μια όαση. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι ο γέρος ρώτησε τον δεύτερο αδερφό:

Εσύ, παλικάρι μου, τι θα επιθυμούσες περισσότερο να έχεις;

Γέροντα, βλέπεις όλα αυτά τα πουρνάρια εδώ μπροστά μας; Αν αυτά, αντί για πουρνάρια ήταν ελιές θα ήμουν ευτυχισμένος!

Πολύ ωραία. Και δεν μου λες… Κι αν κανένας φτωχός χτυπούσε την πόρτα σου για βοήθεια, θα του έδινες λίγο λαδάκι να έχει να ρίχνει στο φαγητό του;

Και το ρωτάς; Και βέβαια θα του έδινα…elies

Χτύπησε και πάλι ο γέρος τη μαγκούρα καταγής και αμέσως τα πουρνάρια μεταμορφώθηκαν σε ελαιόδεντρα κι από τα κλαδιά τους κρέμονταν αμέτρητες ελιές. Ο δεύτερος αδερφός το πήρε κι αυτός απόφαση κι έμεινε σε εκείνον τον τόπο. Μάζευε τις ελιές και άλλες τις έκανε λάδι ενώ άλλες τις ετοίμαζε για φαγητό. Και με το πέρασμα το χρόνου άρχισε να πουλάει τα αγαθά του, σε άλλα χωριά και πόλεις.

Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός και μαζί με το γέρο ξεκίνησαν και πάλι το ταξίδι τους. Περπάτησαν αρκετά μέχρι που έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Βρήκαν μια βρύση και αποφάσισαν να κάτσουν λίγο να ξαποστάσουν, να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο γέρος ρώτησε του μικρού αδερφού:

Εσύ μικρέ μου, με τί θα ήσουν ευχαριστημένος;

Εγώ καλέ μου γέροντα, θα ήθελα αυτή η βρύση να τρέχει συνέχεια με μέλι.

Κι αν φτωχοί άνθρωποι σου χτυπήσουν την πόρτα και σου ζητήσουν μέλι, θα τους δώσεις;

Και βέβαια γέροντα! Θέλει και ρώτημα;

Χτύπησε ξανά ο γέρος την μαγκούρα στο έδαφος και η βρύση έπαψε να τρέχει με νερό και ξαφνικά μέλι άρχισε να στάζει. Λίγο στην αρχή κι ύστερα περισσότερο. Και ο νέος αποφάσισε να μείνει εκεί και να πουλάει μέλι στους περαστικούς μα και στους εμπόρους. Κι όποτε κάποιος φτωχός του ζητούσε λίγο μέλι για να γλυκάνει την όρεξή του μα και για να πάρει δύναμη, αυτός δεν του έλεγε όχι.

Μετά κι από αυτό, ο γέρος σηκώθηκε και έφυγε μόνος τους, κουτσαίνοντας και βαστώντας την μαγκούρα του.

meli

Πέρασε αρκετός καιρός κι ο μικρότερος αδερφός θέλησε να δει τα αδέρφια του. Αφού άφησε στην θέση του έναν υπηρέτη, κίνησε να πάει να τους βρει. Μόλις έφτασε όμως στο μέρος που ο αδερφός του είχε τις ελιές, αντί για ελαιόδεντρα είδε τον κάμπο γεμάτο με πουρνάρια, όπως ακριβώς όταν τον αντίκρισαν για πρώτη φορά. Κι όταν αναζήτησε τον μεγαλύτερο αδερφό του που είχε γίνει βοσκός, αντί για τα πρόβατα, είδε και πάλι αμέτρητα κοράκια να πετάνε στον ουρανό.

Σαστισμένος όπως καθότανε και χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, εμφανίστηκε μπροστά του ο γέρος. Με καλόκαρδη φωνή γύρισε και του είπε…

Μην απορείς… Τα αδέρφια σου δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Δεν βοήθησαν τους φτωχούς που τους ζήτησαν βοήθεια και έτσι ό,τι καλό τους δόθηκε το έχασαν. Σε αντίθεση με εσένα όμως που έχεις μεγάλη και καλοσυνάτη καρδιά, βοηθώντας όποιον έχει ανάγκη, συνεχίζεις να έχεις το δώρο που σου δόθηκε. Να έχεις την ευχή μου κι έτσι να συνεχίζεις την ζωή σου.

Κι ο γέρος χάθηκε πριν ο μικρότερος αδερφός προλάβει να πει οτιδήποτε…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η κόρη και ο γέρος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά και ένα καιρό, σ’ ένα χωριό μακριά από δω, ένας χωρικός χρωστούσε ένα σημαντικό ποσό σ’ έναν άσχημο γέρο και έφτασε ο καιρός να τα επιστρέψει.

Ο γέρος πίεζε το χωρικό για την πληρωμή του χρέους όχι μόνο γιατί ήταν κακός, αλλά κι επειδή ο χωρικός είχε μια πολύ όμορφη κόρη που του άρεσε πολύ. Έτσι πρότεινε στο χωρικό μια συμφωνία. Του είπε πως θα διαγράψει το χρέος του αν θα μπορούσε να παντρευτεί τη κόρη του. Ο χωρικός και η κόρη διαμαρτυρήθηκαν στην πρόταση αυτή, αλλά ο γέρος δε σήκωνε κουβέντα και είπε πως η τύχη θα έπρεπε να αποφασίσει για το αποτέλεσμα. Όλη αυτή την ώρα μιλούσαν μπροστά στο σπίτι του χωρικού, ο οποίος ήταν στρωμένος με βότσαλα, άλλα μαύρα και άλλα άσπρα.

Αφού ο γέρος σκέφτηκε για λίγο, τους είπε ότι η κόρη θα πρέπει να περάσει από μια δοκιμασία. Θα έβαζε δύο βότσαλα μέσα σε ένα πουγκί, ένα μαύρο κι ένα λευκό και η κόρη θα έπρεπε να βάλει το χέρι στο πουγκί χωρίς να κοιτάζει και να τραβήξει ένα από τα δύο. Αν έβγαζε το μαύρο, θα έπρεπε να παντρευτεί το γέρο και το χρέος του πατέρα θα σβηνόταν. Αν διάλεγε το λευκό, τότε δεν θα τον παντρευόταν και το χρέος θα διαγραφόταν. Αν αρνιόταν πάλι να διαλέξει, τότε ο πατέρας θα πήγαινε σίγουρα φυλακή εάν δεν ξεπλήρωνε το χρέος του.

Από την αφήγηση του παραμυθιού "Η κόρη και ο γέρος" σε παιδιά στη Μεσορόπη

Από την αφήγηση του παραμυθιού «Η κόρη και ο γέρος» σε παιδιά στη Μεσορόπη

Καθώς μιλούσε ο γεροκατεργάρης, έσκυψε και πήρε δύο βότσαλα από κάτω και τα έβαλε μέσα στο πουγκί. Η κόρη όμως, που είχε κοφτερή ματιά, είδε πως ο γέρος είχε πάρει δύο μαύρα βότσαλα και σηκώνοντάς τα, τα έβαλε στο πουγκί χωρίς να πει λέξη. Ο γέρος σίγουρος πως η κοπέλα θα γίνει γυναίκα του, χαμογέλασε και της ζήτησε να διαλέξει ένα βότσαλο. Η κόρη υπάκουσε τον γέρο και έβαλε το χέρι της μέσα στο πουγκί, διάλεξε ένα βότσαλο και -δήθεν αδέξια- της έπεσε στο έδαφος προτού προλάβει να δει κανείς αν ήταν μαύρο ή άσπρο αυτό που είχε πιάσει, καθώς μπερδεύτηκε με τα άλλα βότσαλα στο έδαφος.

Αχ!!! Είμαι πολύ αδέξια, αλλά δεν πειράζει. Θα ανοίξουμε το πουγκί να βγάλουμε το άλλο βότσαλο που έμεινε μέσα και έτσι θα βρούμε ποιο βότσαλο είχα πάρει.

…είπε η νεαρή κοπέλα. Ο γέρο-κατεργάρης δεν τόλμησε να φανερώσει την απάτη του. Έτσι η κοπέλα με την εξυπνάδα της γλύτωσε τον πατέρα της από τη φυλακή και τον εαυτό της από τον άσχημο γέρο.

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Οι τρεις ποταμοί των δακρύων

Μύθος από την Φινλανδία –

Υπήρχε κάποτε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα αυτή έμενε με τη μητέρα της και τον αδελφό της σε μια γόνιμη και ήρεμη περιοχή, όπου η ζωή κυλούσε ευτυχισμένη, σαν μια ωραία άνοιξη. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο χαρά και ο χειμώνας με το γκρίζο του ουρανό και τις κρύες μέρες του, δεν κατάφερνε να χαλάσει την ευτυχία τους. Όλα έδειχναν πως θα ζούσαν πάντα έτσι, ώσπου ένα πρωί ο υπηρέτης ενός πλούσιου και διάσημου γείτονα έδωσε στη μητέρα ένα μήνυμα με σφραγίδα και βουλοκέρι.

Η μητέρα, που δεν ήξερε γράμματα, ζήτησε από το γιο της να διαβάσει το γράμμα, κι όσο ο νεαρός διάβαζε, το πρόσωπο του χλώμιαζε. Όταν τελείωσε, έπιασε το χαρτί και το έσκισε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό και η φωνή του έτρεμε και είπε:

Μα είναι φοβερό! Ο γείτονας μας είναι τόσο γέρος, που κανένας δε θα μπορούσε να πει την ηλικία του, και να που τολμάει να ζητήσει την αδελφή μου για γυναίκα του! Νομίζει πως επειδή είναι πλούσιος, μπορεί να κάνει κι ό,τι θέλει!

Βγήκε από το σπίτι χτυπώντας δυνατά την πόρτα και άρχισε να περπατάει στα χιόνια για να ηρεμήσει. Όταν ξαναγύρισε, βρήκε την αδελφή του να κλαίει. Τη ρώτησε τι είχε και η κοπέλα του είπε:

– Η μαμά πάει να δώσει την απάντηση της στο γείτονα. Είμαστε πολύ φτωχοί κι η μητέρα πιστεύει πως πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτώ το γέρο που είναι πλούσιος.

Τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα της, αφού την έπνιγαν οι λυγμοί. Και καθώς ο αδελφός της την κοιτούσε με παράπονο, η κοπέλα πρόσθεσε:

– Μην ξαναθυμώσεις. Και μην πεις τίποτα στη μητέρα. Όμως εγώ θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να αναγκαστώ να ζήσω μ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Πέρασαν οι μέρες κι η μητέρα ετοίμαζε το νυφικό της κόρης της. Και μια βαριά και παγωμένη σιωπή είχε γεμίσει το σπίτι. Η κοπέλα πρόβαρε υπομονετικά το φόρεμα και το πέπλο, αλλά ένα πρωί δε φάνηκε στο τραπέζι για το πρωινό της.

Καθώς την προηγούμενη μέρα είχε χιονίσει, δε δυσκολεύτηκαν καθόλου να διαπιστώσουν πως είχε φύγει από το σπίτι πριν ξημερώσει. Έτσι ακολούθησαν τα ίχνη της. Το χιόνι έδειχνε πως η κοπέλα είχε τρέξει, πως είχε πέσει, πως είχε ξανατρέξει και ξαναπέσει. Τα ίχνη της έφταναν ως τη θάλασσα. Εκεί σταματούσαν και χάνονταν, γιατί το νερό ξέρει να κρατά τα μυστικά που του εμπιστεύονται.

Η μάνα ξαναγύρισε στο σπίτι μαζί με το γιο της, κάθισε μπροστά στην πόρτα της κι άρχισε να κλαίει. Έχυσε τόσα δάκρυα που σχηματίστηκαν τρία ρυάκια, που όλο φούσκωναν και έγιναν τρία ποτάμια. Και τα τρία αυτά ποτάμια κύλησαν προς τη θάλασσα, περνώντας από τρεις κοιλάδες που χώριζαν τα δασωμένα βουνά.

Ο πλούσιος γέρος λυπήθηκε κι αυτός, αλλά πάντα πίστευε πως θα ξανάβρισκε την αρραβωνιαστικιά του. Όντας σίγουρος πως ο πλούτος μπορεί να χαρίσει τα πάντα, έφτιαξε ένα χρυσό καλάμι, που στην άκρη του είχε ένα ασημένιο δόλωμα, το οποίο συγκρατούσε ένα τεράστιο διαμάντι. Ένα βράδυ λοιπόν, μπήκε σε μια βάρκα και πήγε να ψαρέψει στα νερά που είχε χαθεί η όμορφη κοπέλα.

Ψάρευε ως της αυγή χωρίς να πιάσει τίποτα, και τη στιγμή που ο ουρανός άρχιζε να ασπρίζει, έβγαλε από τη θάλασσα ένα ψάρι πολύ όμορφο, που όμως δεν ανήκε σε κανένα από τα γνωστά είδη. Ο γέρος ετοιμαζόταν να πετάξει το ψάρι στο πανέρι της βάρκας. Και τότε ο ψάρι γλίστρησε από τα χέρια του και πήδηξε πίσω στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυο κύματα το κεφάλι του ψαριού ξαναβγήκε στην επιφάνεια, άνοιξε το στόμα του και ακούστηκε η φωνή της κοπέλας:

– Ώστε δε με αναγνώρισες! Θα με έψηνες και θα με έτρωγες! Κι όμως, είμαι αυτή που έλεγες πως αγαπούσες!

Ο γέρος δε ξανάπιασε ποτέ το καλάμι του, ούτε ξαναμπήκε στη βάρκα του. Κλείστηκε στο σπίτι του μαζί με τους θησαυρούς του, που δε μπορούσαν όμως να του δώσουν τη χαμένη του χαρά.

Όσο για τη μητέρα δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς. Λένε ότι κλαίει ακόμη, γιατί εδώ και αιώνες τα τρία ποτάμια δεν έπαψαν ποτέ να κυλούν!

Πηγή: Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: