Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι"

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι»

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα βασίλειο αρκετά μακριά από εδώ, ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις κόρες του. Μια μέρα, εκεί που τρώγανε το μεσημαριανό τους στην μεγάλη σάλα, ο βασιλιάς ρώτησε τις κόρες του…

Με αγαπάτε καθόλου;

Ναι, πατέρα μας!

…απάντησαν και οι τρεις με μια φωνή!

Και για να έχουμε καλό ρώτημα, πόσο με αγαπάτε;

…ρώτησε και πάλι ο βασιλιάς και στράφηκε προς την μεγάλη του κόρη.

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν το…χρυσάφι!

Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ που η μεγάλη του κόρη τον αγαπούσε σαν το χρυσάφι. Σαν κάτι τόσο πολύτιμο. Έπειτα κοίταξε την μεσαία του κόρη κι αυτή του είπε…

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν … το ασήμι!

Και πάλι ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος, μιας και το ασήμι είναι κι αυτό πολύτιμο. Τέλος κοίταξε την μικρή του κόρη, η οποία χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, του απάντησε…

Εγώ πατερούλη μου σε αγαπώ σαν το αλάτι.

Ο βασιλιάς δεν πίστευε στα αφτιά του. Άλλαξε χίλια χρώματα από τον θυμό του και έτσι ασυγκράτητος όπως ήταν άρχισε να φωνάζει:

Σαν το αλάτι; Και τι αξία έχει το αλάτι;

Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Έτσι, διέταξε τους φρουρούς του, να πάρουν την μικρή του κόρη, να την πάνε βαθιά μέσα στο δάσος και να την σκοτώσουν. Με βαριά καρδιά υπάκουσαν στην εντολή του κι έτσι, την επόμενη μέρα, βάλανε την μικρή κόρη σε μια μαύρη κλειστή άμαξα χωρίς παράθυρα και ξεκίνησαν για την καρδιά του δάσους. Μετά από αρκετές ώρες φτάσανε σε ένα σημείο που η άμαξα δεν μπορούσε να συνεχίσει. Εκεί σταμάτησαν, κατέβασαν την κόρη και την ώρα που ετοιμάζονταν να την σκοτώσουν με το σπαθί τους, η καρδιά τους δεν άντεξε για κάτι τόσο κακό. Την λυπήθηκαν και της είπαν:

Η εντολή του πατέρα σου και βασιλιά μας ήταν να σε σκοτώσουμε. Αλλά δεν μας πάει η καρδιά να διαπράξουμε τέτοιο έγκλημα. Γι’ αυτό θα σε αφήσουμε εδώ, αλλά μην γυρίσεις ποτέ στο παλάτι. Για τον πατέρα σου είσαι πια νεκρή.

Η φρουρά, επιβιβάστηκε στην άμαξα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Η μικρή κόρη έμεινε μόνη της, φοβισμένη και πολύ στεναχωρημένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν άργησε να σκοτεινιάσει και οι παράξενοι ήχοι που προκαλούνται στο δάσος τρόμαζαν την μικρή που άρχισε να κλαίει μη ξέροντας τι να κάνει. Άρχισε να περπατάει χωρίς να ξέρει που, μα για καλή της τύχη, είδε στο βάθος ένας φως να βγαίνει σε κάτι που έμοιαζε με σπίτι. Όταν πλησίασε, πρόσεξε πως ήταν ένα πανδοχείο. Χωρίς να διστάσει χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν και μπήκε. Το πανδοχείο το είχε ένα φιλήσυχο και θεοσεβούμενο ζευγάρι. Η μικρή κόρη, ζήτησε άσυλο στο πανδοχείο χωρίς όμως να τους εξηγήσει ποια ήταν και τι συνέβη. Το ζευγάρι δέχτηκε να μείνει σε αυτούς με την προϋπόθεση να κάνει κάποιες δουλειές κι αυτοί για αντάλλαγμα της πρόσφεραν ένα δωμάτιο κι ένα πιάτο φαϊ. Το ζευγάρι, είχε κι έναν γιο, λίγο μεγαλύτερο από την κόρη και τα δύο παιδιά κάνανε παρέα και παίζανε συνέχεια μαζί.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, τα δύο παιδιά ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν μεταξύ τους και τελικά παντρεύτηκαν. Οι γονείς του αγοριού είχαν γεράσει πλέον και δεν μπορούσαν να δουλεύουν πλέον το πανδοχείο. Έτσι το ανέλαβαν πλέον το νέο ζευγάρι. Η κόρη της ιστορίας μας, είχε εξελιχθεί σε μια καταπληκτική μαγείρισσα. Αφού να φανταστείτε, ότι κόσμος από πολύ μακριά, επισκέφτονταν το πανδοχείο μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν τις νοστιμιές της κόρης. Γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και ξινόμηλα. Γεμιστή γαλοπούλα με δαμάσκηνα και κάστανα, κι ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νού σας.

Ας αφήσουμε για λίγο όμως το ζευγάρι μας που ζούσε αγαπημένο στο πανδοχείο του κι ας μεταφερθούμε στο παλάτι του βασιλιά – πατέρα της. Ένα πρωί, ξύπνησε με έντονη την επιθυμία για κυνήγι. Έτσι, διέταξε να ετοιμαστούν τα καλύτερα βασιλικά κυνηγόσκυλα και οι καλύτεροι ανιχνευτές του και ξεκίνησαν για το δάσος. Κυνηγούσαν με τις ώρες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τίποτα δεν είχαν καταφέρει να πιάσουν. Για το πότε πέρασε η μέρα ούτε, που το κατάλαβαν. Τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω γιατί ήδη ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Έτσι αναζήτησαν να βρούνε κάποιο κατάλυμμα για να περάσουν το βράδυ τους. Η τύχη, τα έφερε έτσι, που βασιλιάς και ακόλουθοι βρέθηκαν μπροστά στο πανδοχείο του ζευγαριού μας.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Μπήκαν μέσα και ζήτησαν να ετοιμαστούν τα κρεβάτια κι ένα βασιλικό δείπνο με τις καλύτερες νοστιμιές. Όλοι οι υπηρέτες του πανδοχείου ξεκίνησαν τις προετοιμασίες. Στρώσανε τα βελούδινα τραπεζομάντηλα, βγάλανε τα πορσελάνινα πιάτα, τα χρυσά μαχαιροπήρουνα και ποτήρια. Τα πιο μυρωδάτα κρασιά από το κελάρι και άναψαν τα κηροπήγια με τα αρωματικά κεριά. Η κόρη, αναγνώρισε τον βασιλιά-πατέρα της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Άρχισε το σερβίρισμα στο τραπέζι με τα πιο νόστιμα φαγητά κι όλοι άρχισαν να τρώνε και να τους τρέχουνε τα σάλια. Τελευταία σερβίρισαν τον βασιλιά. Στο φαγητό του όμως, η κόρη δεν έριξε ούτε έναν κόκκο αλατιού. Με την πρώτη μπουκιά που έφαγε ο βασιλιά, μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Έφτυσε το φαγητό του στο πάτωμα κι άρχισε να φωνάζει:

Φαγητό το λέτε εσείς αυτό; Είναι μια αηδία…ανάλατο και άνοστο. Φέρτε μου γρήγορα την μαγείρισσα εδώ.

Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του η μαγείρισσα αλλά μιας και είχε γίνει γυναίκα πλέον, ο βασιλιάς δεν κατάφερε να την αναγνωρίσει…άσε που την θεωρούσε και νεκρή.

Αν εσύ είσαι μαγείρισσα, τότε εγώ είμαι ο Θεός. Τέτοιο φαγητό, δεν θα το έδινα ούτε στα σκυλιά μου.Το φαγητό σου είναι άνοστο και ανάλατο.

Η κόρη τότε σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να διστάσει του απάντησε…

Πριν πολλά χρόνια με είχες ρωτήσει πόσο σε αγαπώ κι εγώ σου απάντησα ότι σε αγαπώ σαν το αλάτι. Εσύ το θεώρησες υποτιμητικό και γι’ αυτό διέταξες να με εξορίσουν και να με σκοτώσουν.

Ο βασιλιάς σάστισε. Την κοίταξε προσεχτικά και τότε μόνο αναγνώρισε στο πρόσωπό της την μικρή του κόρη που είχε διατάξει να την σκοτώσουν. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Την φίλησε στο μέτωπο και της ζήτησε συγνώμη. Της ζήτησε επίσης, να πάρει την οικογένειά της και να γυρίσει στο παλάτι να ζήσουν όλοι τους μαζί αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι…

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια!!!

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι» αφηγείται η Δέσποινα Σωτηρέλη. Η Δέσποινα Σωτηρέλη έχει τελειώσει Συντήρηση Έργων Τέχνης. Κατάγεται από την Καβάλα αλλά ζει στο Λονδίνο και είναι μητέρα πέντε παιδιών. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 6 Σχόλια

Ο Δεκατρής ο Κουτσοδεκατρής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια που είχε δώδεκα παιδιά. Παιδιά, δηλαδή σερνικά, όχι κοπέλες, και η μάνα ήτανε πάλι αγκιστρωμένη. Τα παιδιά περίμεναν πως και πως να γεννήσει κοπέλα, για να έχουνε κι αυτά   μια αδερφούλα να παίζουνε και να την αγαπάνε. Οι μήνες πέρασαν και η μάνα εγέννησε, όμως αυτό που έκαμε δεν ήτανε κοπέλα, αλλά ένα ζαρίφικο μωρό αλλήθωρο και κουτσό όπως αποδείχτηκε αργότερα. Τα παιδιά από την στιγμή που το αντίκρισαν το μίσησαν επειδή ήτανε σερνικό αλλά κι εξαιτίας της άσχημης και ασθενικής του όψης. Ποτέ δεν το έπαιζαν κι ούτε έκαναν μαζί του παρέα. Έμενε λοιπόν στο σπίτι με τη μάνα και τη βοήθαγε στις οικιακές δουλειές, γιατί και στο σχολείο που το έστειλε, στο διπλανό χωριό , ξένο τον φωνάζανε. Η αλήθεια ήταν όμως ότι εκείνη ήθελε να έχει κοντά της το στερνοπαίδι της για να το προσέχει από τη βάρβαρη συμπεριφορά των άλλων, γιατί του είχε αδυναμία, όχι πως δεν αγαπούσε όλα τα παιδιά της αλλά να, αυτό ήταν… διαφορετικό. Πίσω από τα αλλήθωρα μάτια του το παιδί έκρυβε ένα μυαλό ξουράφι, ως αντιστάθμισμα ίσως της σωματικής του αναπηρίας, «δώρο από το θεό» όπως το έλεγε η μάνα. Σε αυτό το κοφτερό μυαλό βρήκε μαγιά η μάνα και ζύμωσε την εξυπνάδα τη μεγαλοσύνη και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Δεκατρή, έναν χαρακτήρα που τον γνώριζε μόνο η ίδια. Κρίμα, σκέφτονταν να του φέρονται έτσι τα αδέρφια του, και κάθε βράδυ έκλαιγε στο κρεβάτι της για το στερνοπούλι της.

Από παρουσιάση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσιάση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Τα χρόνια περάσανε και το στερνοπαίδι – που το είχανε ονομάσει Δεκατρή, από τη σειρά της γέννησής του αλλά κι από το ότι ούτε ο παππάς δεν καταδέχτηκε να το βαφτίσει – έμπαινε στην εφηβεία. Έβγαλε μπιμπίκια και το πάνω χείλος του άρχισε δειλά δειλά να μαλλιάζει. Τα αδέρφια του, βλέποντας ότι το σκαρί του ήταν ασθενικό, μισοριξά τον ανέβαζαν, μισοριξά τον κατέβαζαν κι έτσι μια μέρα σκέφτηκαν τι θα του κάνουν για να τον βάλουν σε δοκιμασίες με τις οποίες θα γελούσαν, κι ο Δεκατρής ίσως να μην έβγαινε και ζωντανός -αλλά αυτό ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια. Τον κάλεσαν λοιπόν μια μέρα κοντά τους αφού τους πήγε νερό και κολατσιό εκεί που έσκαβαν τα αμπέλια στο χωράφι για να του ανακοινώσουν ότι έχουν ένα σχέδιο. Ο κακομοίρης Δεκατρής, που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιες κουβέντες με τα αδέρφια του δέχτηκε να τους ακούσει. Ήτανε πάντα σεμνός και μοναχικός γιατί τα αδέρφια του ολοένα τον κορόιδευαν και τον κακομεταχειρίζονταν. Αυτός τους απέφευγε και δεν είχανε και πολλά πάρε – δώσε. Ακόμη και τη νύχτα, ο Δεκατρής κοιμόνταν στο αχούρι με τα μουλάρια που είχαν για τις αγροτικές δουλειές. Στο χωράφι πήγαινε μόνο για τα θελήματα των αδερφών του και του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε και καμία διαφορετική συμπεριφορά από τους υπόλοιπους. Στο χωράφι λοιπόν τα δώδεκα αδέρφια, του ανακοίνωσαν τη δοκιμασία:

Για να σε κάμουμε σαν κι εμάς και να σε υπολογίζουμε σαν άντρα θα πας ορέ Δεκατρή να κλέψεις το πάπλωμα του δράκοντα με τα εκατό χρυσά κουδούνια;

Γιατί να το κλέψω βρέ παιδιά;

Για να ιδούμε αν εμεγάλωσες κι αν το λέει η καρδιά σου ορε παλιό-ζουλάπι.

Εντάξει θα κάμω ό,τι μου λέτε αλλά θα πρέπει να μου δώσετε ότι σας ζητήσω από χρειαζούμενα! Θέλω ένα σακί μπαμπάκι, ένα άλογο, και ένα σχοινί.

Τα αδέρφια συμφώνησαν κι ο Δεκατρής ξεκίνησε για το παλάτι του δράκοντα. Ο δράκοντας, όπως έλεγαν οι χωρικοί ήτανε ένας «θερίος άνθρωπος», ένας γίγαντας δηλαδή που καταδυνάστευε τα γύρω χωριά ως τσιφλικάς και φοροεισπράκτορας. Είχε τεράστιες εκτάσεις γης και κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι έτρωγε κι ανθρώπους. Οι ποσότητες κρέατος που έτρωγε ήταν τεράστιες. Μπορούσε να φάει δύο κριάρια ή τρεις γίδες και να πιει ένα βαρέλι κρασί. Στη συνέχεια κοιμόταν για δυο μερόνυχτα, μέχρι να ξαναβγεί καβάλα στο σαρκοβόρο άλογό του να επιθεωρήσει τα κτήματα και τους δουλοπάροικούς του. Πήγε λοιπόν ο Δεκατρής στο παλάτι του δράκοντα αφού είχε τυλίξει με το μπαμπάκι τις οπλές του αλόγου του και όταν έφτασε κοντά περίμενε το δράκοντα να αποφάει και να πιει το διαλούπι του. Υπομονετικός καθώς ήταν δεν δυσκολεύτηκε να τον περιμένει δυο ώρες και αφού το θερίο έπεσε να πλαγιάσει και σκεπάστηκε με το πάπλωμα με τα εκατό χρυσά κουδούνια, ο Δεκατρής περίμενε να ακούσει και το ρουχνητό του. Δεν άργησε να το ακούσει, μάλιστα ήταν τόσο δυνατό που το άλογο του ανησύχησε αλλά ο Δεκατρής του βούλωσε τα αυτιά με το μπαμπάκι που είχε κοντά του. Ύστερα, πήγε κοντά στο δράκοντα και ένα – ένα βούλωσε όλα τα κουδούνια με το μπαμπάκι, έδεσε τη μια γωνιά του παπλώματος με το σχοινί και το ξετύλιξε μέχρι έξω που περίμενε το άλογό του. Κατόπιν έδεσε από το σαμάρι την άλλη άκρη, έβγαλε το μπαμπάκι από τα αυτί του αλόγου και το χάιδεψε στη μουσούδα για να ησυχάσει και με ένα τράβηγμα στα γκέμια το άλογο ξεχύθηκε έξω από το παλάτι σαν σίφουνας. Ο δράκοντας τότε ξύπνησε και φώναξε:

Από δραματοποίηση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από δραματοποίηση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Ποιος είσαι ορε εσύ που μου κλέβεις το χοντροσκούτι;

Ο Δεκατρής είμαι και να ‘ρτεις να με βρεις.

Φυσικά ο δράκοντας δεν προλάβαινε να τον ακολουθήσει κι ο Δεκατρής πήγαινε περήφανος το πάπλωμα στα αδέρφια του. Στο δρόμο σταμάτησε κι έβγαλε το μπαμπάκι από τα κουδούνια για να ακούει το μελωδικό ήχο του χρυσαφιού. Όταν κοντοζύγωνε στο χωράφι, τα αδέρφια του, που αναγνώρισαν τον ήχο των κουδουνιών, για παν ενδεχόμενο ανέβηκαν σε κάτι αμυγδαλιές να κρυφτούν. Όταν έφτασε ο Δεκατρής και τους είδε να κατεβαίνουν κατάλαβε πόσο δειλοί ήταν αλλά δεν τους είπε τίποτα, αντίθετα αυτοί του είπαν ότι ανέβηκαν να δουν αν έχουν ωριμάσει τα τσίγαλα. Τέλος πάντων τον συγχάρηκαν για το κατόρθωμα του αλλά του είπαν ότι αυτό από μόνο του δεν ήτανε αρκετό.

Τώρα Δεκατρή που πήρες το πάπλωμα του δρακόντου, και είδαμε ότι βαστάει η καρδιά σου, για να σε πιεντήσουμε ολότελα σα δικό μας και ισάξιο μας θέλουμε να πας να πιάσεις και το άλογό του.

Εντάξει, αλλά θέλω ένα  κομμάτι παστό κρέας , κι ένα σχοινί. Θα χρειαστώ και μπαμπάκι αλλά άσε έχω στο σακί από την προηγούμενη ανδραγαθία μου.

Ξεκίνησε λοιπόν και αφού έφτασε στο παλάτι, περίμενε πάλι το δράκοντα να αποκοιμηθεί. Όταν άκουσε το ρουχνητό του, πλησίασε στο σταύλο και σιγά σιγά έδωσε το κρέας στο άλογο που ήταν σαρκοφάγο, και είχε κοφτερά δόντια. Το άλογο ενοστίμισε με το παστό κρέας και συμπάθησε τον Δεκατρή. Αυτός τότε τύλιξε με μπαμπάκι τα πέταλα του αλόγου και βούλωσε και το κουδούνι του. Ύστερα, χαϊδεύοντάς το, ανέβηκε στη ράχη του και ξεκίνησε για το χωράφι. Ήταν ο πρώτος που είχε φερθεί στο ζώο με καλοσύνη. Πριν απομακρυνθεί φώναξε στο Δράκοντα λέγοντας:

Αν σε ρωτήσουν ποιος σου πήρε το άλογο να πεις ο Δεκατρής

και έφυγε με καλπασμό χωρίς να μπορεί ο δράκοντας να τον ακολουθήσει πεζός ο οποίος αρκέστηκε σε πάμπολλες βρισιές και απειλές. Κοντά να φτάσει στο χωράφι τα αδέρφια του, ξανά τρόμαξαν στη θέα του αλόγου αλλά πάλι ο Δεκατρής δεν τους είπε τίποτα που αυτοί ανέβηκαν στις αμυγδαλιές.

Tελικά τι θα γίνει; Θα πείτε ότι είμαστε αδέρφια και ισάξιοι;

Τόση έπαρση και ζήλια είχαν τα αδέρφια του μέσα τους και του ξαναείπαν:

Για να σε πιεντήσουμε ως ισάξιο κι αδερφό μας πρέπει να πας να μας φέρεις και τον ίδιο το δράκοντα.

 Ο Δεκατρής δεν μίλησε κι έφυγε σκεφτικός. Τα αδέρφια του νόμισαν ότι λιγοψύχησε και ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν το ίδιο βράδυ να επιστρέφει και να τους λέει ότι θα αναλάβει κι αυτή την αποστολή.

Θέλω να μου δώσετε μια άμαξα με κάρο, μια φορεσιά ράσα του παπά, ένα θυμιατό , ένα σφυρί, ένα μεγάλο κασόνι, μια αλυσίδα, ένα λουκέτο, και πολλές πρόκες και τα θέλω τα χαράματα να είναι έτοιμα.

Τα αδέρφια κοιταχτήκαν όλο απορία αλλά είχαν συμφωνήσει να του παρέχουν όλα τα χρειαζούμενα. Έτσι κι έγινε. Ο Δεκατρής λοιπόν τα πήρε και έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Ντύθηκε παπάς, πήρε το θυμιατό, ανέβηκε στο κάρο και πήγε κάτω από τα παλάτι του δράκοντα πριν καλά καλά ξημερώσει και θυμιατίζοντας φώναζε:

Ανάαααααααααθεμά σε Δεκατρή και μυριανάθεμά σε.

 Ο Δράκοντας βγήκε στον εξώστη και φώναξε:

Ε ορέ τραγόπαπα που τονε ξέρεις εσύ το Δεκατρή και τονε καταριέσαι.

Που τονε ξέρω αφέντη μου; Μου έκλεψε τα πρόβατα, τις κότες κι ό,τι είχα από χρυσά στο κονάκι μου. Δε μου άφηκε ούτε γρόσι.

Εμένα μου πήρε το πάπλωμα και το άλογο, κι όπου τονε βρω θα τονε φάω με τα σκουτιά του φορεμένα. Μην ξέρεις που θα τονε βρούμε;

Ξέρω. Μου το ‘πε ο μεγαλοδύναμος. Έλα να σε πάω να τον εκδικηθείς και για μένα – ήμαρτον θεέ μου. Αλλά πρέπει να μπεις μέσα στο κασόνι γιατί δεν έχω που αλλού να σε κρύψω για να μη σε ιδεί και λαμπάξει και μας ξεφύγει. Έλα μόνο να σε δέσω και με τούτη την αλυσίδα για να μη χτυπήσεις από τις λακούβες και να κλείσω και το κασόνι με τις πρόκες μην τυχόν και χοροπηδήξει το κάρο και πεταχτείς όξω τη χειρότερη στιγμή.

Από παρουσίαση του "Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσίαση του «Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Έτσι κι έγινε κι ο δράκοντας βρέθηκε αλυσοδεμένος και κλεισμένος σε μια κάσα καρφωμένη με καρφιά και φορτωμένος σε ένα κάρο. Εκεί που πήγαιναν ο δράκοντας ρώταγε τον παπά αν αργούν να φτάσουν στο χωριό του Δεκατρή και μετά από πολλές ερωτήσεις ο Δεκατρής αποφάσισε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Όταν λοιπόν το είπε, ο δράκοντας έγινε έξω φρενών και προσπάθησε να λυθεί, μάταια όμως. Ύστερα άρχισε τα παρακάλια και τα ανταλλάγματα. Ο Δεκατρής όμως τον πήγε στα αδέρφια του τα οποία πάλι βρεθήκαν στις αμυγδαλιές. Αυτή τη φορά ο Δεκατρής με τον αέρα του θριαμβευτή τα ρώτησε:

Είναι έτοιμα τα τσίγαλα παιδιά;

Τα αδέρφια κατάλαβαν την προσβολή και κατέβηκαν για να ανοίξει ο Δεκατρής το καπάκι της κάσας. Ο δράκοντας βρισκόταν μέσα τρομερός και θεόρατος μα εξουθενωμένος και μετανοιωμένος για τα κακά που είχε κάνει τόσες δεκαετίες στους χωρικούς. Ο Δεκατρής ως φυσικός αρχηγός πια, είπε στον Δράκοντα:

Μετανόησε για να σε ελευθερώσω.

Σου δίνω τον λόγο μου ότι από δω και στο εξής θα αλλάξω.

Τα αδέρφια του Δεκατρή από την άλλη μεριά, μετανιωμένα κι αυτά, απάντησαν στον αδερφό τους…

Συγνώμη αδερφέ μας για την συμπεριφορά μας….Πόσο σε αδικήσαμε αδερφέ μας κρίνοντας από αυτό που βλέπαμε, χωρίς να κάνουμε μια προσπάθεια να γνωρίσουμε τον δυνατό χαρακτήρα σου και το έξυπνο μυαλό σου… Από δω και στο εξής αδερφέ μας  σε ορίζουμε αρχηγό μας και γενικό κουμανταδόρο στις δουλειές μας.

Τα πράγματα είχαν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια.

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Δεκατρής"

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Δεκατρής»

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 13 Σχόλια

Ήλιος και Φεγγάρι / The Sun and the Moon

Read the english version.

Ήτανε μια φορά ένας γέρος και μια γριά, που δεν είχανε παιδιά ούτε και μεγάλη περιουσία, το σπιτάκι τους μονάχα και ένα αμπέλι. Ένα πρωί, καθώς ο γέρος πήγαινε να σκάψει το αμπέλι του, βλέπει τον ήλιο και το φεγγάρι να μαλώνουν. Σαν είδαν το γέρο, τα δυο άστρα σταματήσανε τον καβγά και του είπαν

Καλημέρα παππούλη! Θέλεις να μας λύσεις μια διαφορά;

Γιατί όχι φίλοι μου; Φτάνει να μπορώ.

Να μας πεις, ποιος από τους δυο μας είναι καλύτερος για τον κόσμο.

Και οι δυο το ίδιο καλοί είστε . Ο ήλιος φέγγει και δημιουργεί την ημέρα και το φεγγάρι τη νύχτα.

Μπράβο παππούλη! Η απάντησή σου πολύ μας ευχαρίστησε . Πες μας τώρα ποια χάρη θέλεις να σου κάνουμε για τη δίκαιη κρίση σου.

Τίποτα δε θέλω. Μα, αν επιμένετε, ό,τι και να μου χαρίσετε, εγώ θα είμαι ευχαριστημένος.

Για άλλη μια φορά μπράβο, παππούλη! Πάρε τώρα τούτη την κότα κι άμα περπατήσεις το μισό δρόμο και θέλεις χρυσά φλουριά, να την αφήσεις χάμω και να της πεις «γένησε κότα χρυσά φλουριά». Κι η κότα θα γεννήσει και θα γεννάει κάθε φορά που θα έχεις ανάγκη…

…είπαν ο ήλιος και το φεγγάρι κι εξακολούθησαν το δρόμο τους στον ουρανό. Γεμάτος χαρά ο γέρος γυρίζει για το σπίτι . Όταν περπάτησε το μισό δρόμο και κόντευε να φτάσει, αφήνει την κότα χάμω και της λέει:

Γένησε κότα χρυσά φλουριά…

…και η κότα του γέννησε μια χούφτα φλουριά. Την πηγαίνει στο σπίτι και λέει της γριάς το μυστικό. Της συσταίνει να μην τα πει πουθενά και τους κλέψουν τη κότα. Την επόμενη μέρα πήγε στο μάστορα και του ζήτησε να του φτιάξει ένα όμορφο κοτέτσι. Ο μάστορας πήρε τα εργαλεία του και πάει στο σπίτι για το κοτέτσι, ενώ ο γέρος με την αξίνα του ξεκίνησε για το αμπέλι. Η γριά βλέποντας το μάστορα να δουλεύει και περήφανη και ξιπασμένη καθώς ήταν, από δω το είχε , από κει το είχε δεν κρατήθηκε να μη φανερώσει το μυστικό. Βάζει την κότα δίπλα του και της λέει:

Γένησε κότα χρυσά φλουριά…

…κι η κότα γέννησε αμέσως ένα σωρό φλουριά. Πονηρός ο μάστορας χωρίς λέξη να βγάλει από το στόμα του, φεύγει την ίδια ώρα για το σπίτι του. Βάζει σε ένα σακούλι μια κότα όμοια στο χρώμα και στο μπόι με την κότα της γριάς, γυρίζει πίσω κι όταν πήγε η γριά να μαγειρέψει, βρίσκει το καιρό και αλλάζει τις κότες. Κατά το βραδάκι ετοίμασε το κοτέτσι, παίρνει το σακούλι του και έφυγε για το σπίτι του, σα να μην έτρεχε τίποτα. O γέρος και η γριά βάλανε τη κότα στο κοτέτσι και την πρόσεχαν καλά. Δεν είχανε φανταστεί το παιχνίδι, που τους είχε σκαρώσει ο μάστορας. Ένα μεσημέρι χρειαστήκανε λεφτά για να αγοράσουν ένα περιβόλι. Βάζουν την κότα χάμω και της λένε:

Γένησε κότα χρυσά φλουριά…

…μα εκείνη, αντίς για φλουριά, τους άφησε στη χούφτα του γέρου μια τρανή κουτσουλιά. Στο μεταξύ κατάλαβε τι είχε συμβεί, πάει στο μάστορα και του ζητάει την κότα του. Ο μάστορας αρνήθηκε τα πάντα κι από πάνω με βρισιές και σπρωξιές έδιωξε το γέρο από το σπίτι του.

Ούτε σε είδα, ούτε σε ξέρω. Κι αν ξανάρθεις στο σπίτι μου, θα σε χτυπήσω άσχημα.

…του απάντησε ο μάστορας. Το φύσαγε και δεν κρύωνε ο γέρος, αλλά ήτανε ανήμπορος να κάνει κάτι άλλο. Την άλλη μέρα πήρε πάλι την αξίνα του και τράβηξε κατά τα αμπέλι. Στο δρόμο βλέπει ξανά τον ήλιο και το φεγγάρι να μαλώνουν.

Για σταθείτε φίλοι μου. Τι έχετε και μαλώνετε πάλι ;

Μας είπες αλήθεια παππούλη πως κι οι δυο μας είμαστε το ίδιο και κανένας δεν είναι καλύτερος από τον άλλο;

Nαι φίλοι μου. Ο ήλιος φαντάζει τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα.

Πάλι μας ευχαρίστησες παππούλη. Τι θέλεις τώρα να σου χαρίσουμε ;

Ό,τι θέλετε εσείς, φίλοι μου. Εγώ θα είμαι ευχαριστημένος.

Πάρε τώρα αυτό το τραπεζομάντιλο. Άμα περπατήσεις το μισό δρόμο και πεινάς, άνοιξέ το και ζήτησε ό,τι φαγητό θέλεις. Θα το έχεις την ίδια στιγμή και κάθε φορά που θα πεινάς, το τραπεζομάντιλο θα σου δίνει από όλα και θα χορταίνεις. Πρόσεξε όμως καλά μην πάθεις το ίδιο που έπαθες με την κότα.

Θα προσέχω τώρα. Δεν την ξαναπαθαίνω…

…είπε ο γέρος και γύρισε στο σπίτι του. Στα μισά του δρόμου ανοίγει ο γέρος το τραπεζομάντιλο και βρίσκει ό,τι επιθύμησε η καρδιά του. Έφαγε καλά, διπλώνει το τραπεζομάντιλο και πάει ίσια στο σπίτι του.

Άκου γριά. Οι φίλοι μου σήμερα, μου χάρισαν τούτο το τραπεζομάντιλο, που όποτε πεινάμε θα το ανοίγουμε και θα βρίσκουμε τα φαγητά που επιθυμούν οι καρδιές μας. Έχε όμως το νου σου να μη μας το πάρουν σαν την κότα. Γι’ αυτό τσιμουδιά σε κανέναn. Ούτε είδες, ούτε ξέρεις.

Μείνε ήσυχος γέρο μου. Θα προσέχω!

Πέρασε κάμποσος καιρός. Ο γέρος έπαψε να δουλεύει στο αμπέλι και τίποτα δεν τους έλειπε. Περνούσαν ζωή χαρισάμενη. Ωστόσο, η γριά δεν ησύχασε και μια μέρα λέει στο γέρο να καλέσουν σε τραπέζι το βασιλιά.

Καλά, ας τον καλέσουμε…

…λέει ο γέρος. Ο βασιλιάς δεν μπορούσε να εξηγήσει από που και ως που η πρόσκληση του γέρου. Τελικά πήγε στο τραπέζι από περιέργεια και η περιέργεια έγινε τρομερό ξάφνιασμα σαν είδε το τραπεζομάντιλο να παρουσιάζει στη στιγμή όποιο φαγητό και αν του ζητούσαν. Αφού χόρτασαν καλά και σηκώθηκε ο βασιλιάς να φύγει, λέει στο γέρο.

Εσένα αυτό το τραπεζομάντιλο δε σου χρειάζεται. Δίπλωσέ το να το πάρω στο παλάτι. Εκεί είναι η θέση του.

Μα βασιλιά μου…

Σιωπή γέρο μη διατάξω και σε κλείσουν στη φυλακή!

Έτσι βούτηξε ο βασιλιάς το τραπεζομάντιλο και πάει… Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, ξανά ο γέρος για το αμπέλι. Στο δρόμο βλέπει πάλι τον ήλιο και το φεγγάρι να μαλώνουν. Δεν πρόφτασε να τους πει καλημέρα και του κάνανε την ίδια ερώτηση. Ο γέρος τους απάντησε τα ίδια:

Ο ήλιος αξίζει τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα.

Χωρίς άλλη κουβέντα τώρα, δώσανε στο γέρο ένα ξύλο και του είπαν:

Μη λάχεις και πεις σε αυτό το ξύλο «μη χτυπάς ξύλο», γιατί ύστερα εσύ θα δεις τι θα πάθεις.

Ο γέρος πήρε το ξύλο κι έφυγε για το σπίτι του. Μόλις περπάτησε στα μισά του δρόμου, θέλησε από περιέργεια να δοκιμάσει το ξύλο, για να δει ποια ήταν η δύναμη του και του λέει:

Μη χτυπάς ξύλο…

Στη στιγμή το ξύλο άρχισε να τον βαράει στο κεφάλι, στις πλάτες, στα χέρια και στα πόδια και τον έκανε του αλατιού. Είδε κι έπαθε ο γέρος να το σταματήσει. Πονούσε πάρα πολύ, μα δεν τον ένοιαζε. Είχε το σκοπό του. Πάει πρώτα στο μάστορα και του λέει:

Δώσε μου γρήγορα μάστορα την κότα γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει.

Σου είπα γέρο να μην ξαναπατήσεις στο σπίτι μου…

…φώναξε θυμωμένος ο μάστορας και πήγε να χιμήξει πάνω του.

Μη χτυπάς ξύλο…

…λέει ο γέρος και το ξύλο αρχίζει να χτυπάει το μάστορα αλύπητα και να μη σταματάει.

Aμάν γέρο, λυπήσου με. Πάρε την κότα σου και άμε στο καλό.

Ο γέρος πήγε την κότα στο κοτέτσι της. Από εκεί μια και δυο πάει στο βασιλιά και του λέει:

Βασιλιά, φτάνει πια τόσο καιρό που κρατάς το τραπεζομάντιλο μου. Δώσε το τώρα.

Πιάστε τον!

Φωνάζει ο βασιλιάς στη φρουρά του, μα πριν προλάβουν να κινηθούν λέει και πάλι ο γέρος:

Μη χτυπάς ξύλο…

Το ξύλο άρχισε να χτυπάει το βασιλιά με όλη του τη δύναμη. Οι στρατιώτες της φρουράς τα χάσανε και μείνανε ακίνητοι.

Σταμάτησέ το γέρο…

…παρακαλεί τώρα ο βασιλιάς.

Πάρε το τραπεζομάντιλό σου και άμε στο καλό.

Έτσι ο γέρος πήρε και το τραπεζομάντιλό του, γύρισε χαρούμενος στο σπίτι του, έβαλε την κότα και του γέννησε φλουριά, άνοιξε και το τραπεζομάντιλο κι έφαγαν με τη γριά του του κόσμου τα φαγητά. Από τότε ούτε πείνασαν ούτε κι άλλη ανάγκη είχαν και ζήσανε καλά….κι εμείς καλύτερα.


Once upon a time there was an old man and an old lady. They didn’t have children or money. They had only a small house and a vineyard. One morning, while the old man was going to his vineyard, he saw the sun and the moon fighting. When they saw him, they stopped fighting and told him:

“Good morning old man. Can you help us? We have a quarrel.”

“Why not my friends? If I can…..” he answered.

“Tell us, who is the best for the world?” they asked him

“You are both good! The sun shines and brings the day and the moon brings the night.”

“Well done old man!  Your answer really pleased us. Now tell us , what would you like as a gift?”

“Nothing! But if you insist, I’ll be glad with any present!”

“For one more time, well done old man! Take this chicken and if you walk half the way and you want gold coins, put her down and tell her: Chicken, lay gold coins! And the chicken will lay gold coins for you, and it will lay some, every time you need them….”

The old man, full of joy took the way back home. When he walked half the way and he was almost there, he put the chicken down and said: “Chicken, lay gold coins”……….

………and the chicken laid a few cold coins. He brought the chicken to his wife and told her not to tell anybody about their secret, because some people might want to steal her.

The next day, he went to a carpenter and asked him to make a roost. The carpenter took his tools and went to the small house, where the old lady was waiting.  While the carpenter was working, the old lady wanted to brag about the chicken, and finally she told him the secret! She put the chicken close to him and she said: “Chicken, lay gold coins”……………..

……and the chicken laid a lot of them. The wily carpenter returned to his house, put a similar chicken in a bag, went back to the small house and while the old lady was cooking, he found the chance and switched the two chickens. In the evening the roost was ready. The carpenter took his bag and left, as if nothing had happened. The old couple put the chicken in the roost and they were taking care of it. They couldn’t imagine what the carpenter had done!

One day, they needed money to buy a field. They put the chicken down and they said:

“Chicken, lay gold coins!”………but instead of gold coins, the chicken left droppings on the old man’s hand. It was then, when they understood what had happened! The old man went to the carpenter and asked  the chicken back . The carpenter denied everything and threw the old man out of the house.

“I have never seen you, I don’t know you. Don’t come back here, I’ll beat you hard!

The old man felt helpless, he couldn’t do anything else. The next day he took his pickaxe and he took the way to his vineyard. Suddenly, he saw again the sun and the moon fighting.

“What’s wrong my friends? Why are you fighting again?” he asked

“Did you tell us the truth when you said that we are both good and nobody is better than the other?

“Sure, my friends! The sun is great during the day and the moon during the night.”

“Thank you old man! What would you like as a present?”

“Anything you like my friends. I’ll be glad”

“Take this tablecloth. If you walk half the way and you feel hungry, open it and ask any food you like. You will have it right away and every time you are hungry, the tablecloth will give you anything you wish. But be careful!! You don’t want to have the same problem as you had with  the chicken!!

“Of course I’ll be careful!!!!” the old man answered. When he walked half the way, he opened the tablecloth and found whatever he wished for. He ate well, folded the tablecloth and went back home.

He told his wife: “Listen to me, my friends gave me this tablecloth and every time we are hungry we will open it and we will eat whatever we wish. But be careful! We don’t want to lose it as we lost the chicken. So don’t tell anybody!!

“Don’t worry, I’ll be careful!”

The time passed. The old man stopped working and they had everything they wanted. But the old lady one day told her husband to invite the king for dinner.

“OK, let’s invite him” the old man said.

The king couldn’t explain why the old man invited him. Finally he went to the dinner out of curiosity and his curiosity became a big surprise when he saw the tablecloth  presenting  any food they asked for. After eating, the king stood up and said:

“You don’t need this tablecloth. Fold it and I will take it with me to the palace. This is where it belongs!”

“But your majesty….”

“Quiet! Or else I’ll order to put you into jail.

So, the king took the tablecloth and left. The next day, early in the morning, the old man took the way to his vineyard again. While he was walking, he saw the sun and the moon fighting again! They asked him the same question and he answered again that the sun is great during the day and the moon during the night.

Without second word, they gave him a wooden stick and they told him:

“Don’t say to this stick “don’t hit, stick”, because you’ll see what will happen to you!”

The old man took the stick and left . When he walked half the way he wanted to try the stick  to see what was its strength . He said: “Don’t hit, stick!”

The stick started beating him on his head, his back, his arms and his legs. Finally he managed to stop it. The old man was in pain but he didn’t care. He had a plan!

First he went to the carpenter and told him: “Give me back my chicken, or else you don’t know what will happen to you!”

“I told you not to come back here” the carpenter shouted and tried to beat the old man.

“Don’t hit, stick!” the old man said and the stick started beating the carpenter!

“Mercy, old man! Here, take your chicken!”

The old man put the chicken in the roost and then he went to the king.

“Your majesty, you have kept the tablecloth too long. That’s enough! Now, give it back to me.”

“Catch him” the king ordered and called his guards.

The old man said: “Don’t hit, stick!”

The stick started beating the king and the guards stayed still.

“Stop it old man!” the king begged. “Here, take your tablecloth”

The old man took the tablecloth, returned happily to his house, made the chicken to lay some more gold coins, opened the tablecloth and they ate with his wife as much as they wanted. Since then, they never felt hungry again neither did they need anything else…………and they lived happily ever after!

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος κι ο Ουρανός / The Sun, the Moon, the Wind and the Sky

Read the english version.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία

ινδια

Πριν πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια, τότε που τα στοιχειά της φύσης είχαν ακόμα ανθρώπινες συμπεριφορές, ζούσαν στο ίδιο σπίτι ο Ουρανός με τα τρία του παιδιά: Τον Άνεμο, τον ήλιο και την Σελήνη. Μια μέρα, τα τρία παιδιά πήραν μια πρόσκληση σε γεύμα από τα ξαδέρφια τους, την Αστραπή και τη Βροντή. Η μέρα δεν άργησε να έρθει και τα παιδιά αφού αποχαιρέτισαν τον πατέρα τους έφυγαν με χαρά, αφήνοντας τον Ουρανό μόνο του στο σπίτι.

Στο σπίτι των ξαδέρφων τους τα πάντα ήταν έτοιμα και στολισμένα με λαμπρότητα. Σε ένα μεγάλο τραπέζι υπήρχαν τα πιο νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα από μάγειρες από όλο το κόσμο. Στην άλλη μεριά του δωματίου, υπήρχαν στρωμένες μαξιλάρες, άνετες και αναπαυτικές, απ’ όπου – ξαπλωμένος- απολάμβανες τους μουσικούς και τραγουδιστές που ήρθαν ειδικά για την συγκεκριμένη βραδιά. Ο Ήλιος κι ο Άνεμος τρώγανε και πίνανε συνέχεια με λαιμαργία χωρίς να σκεφτούνε ούτε μια στιγμή τον πατέρα τους Ουρανό που ήταν μόνος του στο σπίτι και χωρίς να έχει φάει τίποτα. Δεν έκανε όμως το ίδιο κι η μικρή τους αδερφή. Η Σελήνη φρόντισε να κρατήσει σε ένα ταγάρι διάφορες λιχουδιές με σκοπό να τις πάει στον πατέρα της.

Αφού διασκέδασαν για τα καλά κι ενώ η ώρα είχε περάσει, τα τρία παιδιά πήρανε τον δρόμο της επιστροφής. Όταν φτάσανε στο σπίτι, ο Ουρανός τους ρώτησε:

Καλώς τα παιδιά μου…σκεφτήκατε να φέρετε και σε μένα κάτι να φάω;

Τι λες ρε μπαμπά; Με κάλεσαν τα ξαδέρφια μου για να διασκεδάσουμε κι εγώ έπρεπε να έχω το νου μου σε εσένα;

…απάντησε με αυθάδεια ο Ήλιος που ήταν και ο μεγαλύτερος για να συνεχίσει μετά ο Άνεμος στο ίδιο ύφος…

Καλά σου λέει ρε μπαμπά. Δεν ξέραμε ότι έπρεπε να κάνουμε τους χαμάληδες για να σου κουβαλάμε φαγητό. Άσε που δεν έχεις και δόντια και τα φαγητά που μας σέρβιραν ήταν όλα πολύ εκλεπτισμένα.

Είστε σκληροί, αγενείς και άκαρδοι…

…πετάχτηκε φωνάζοντας η μικρή Σελήνη…

Πως μιλάτε έτσι στον μπαμπά; Πως του φέρεστε έτσι;

…και γυρίζοντας προς τον Ουρανό είπε…

Ορίστε πατέρα. Εγώ σου έφερα απ’ όλες τις λιχουδιές που μας σέρβιραν στο τραπέζι. Πάρε να φας.

Να έχεις την ευχή μου καλή μου Σελήνη…

…απάντησε ο Ουράνος και συνέχισε λέγοντας στους γιους του…

Όσο για εσάς θα σας τιμωρήσω. Εσύ Ήλιε που πήγες σε μια γιορτή και δεν σκέφτηκες ούτε μια στιγμή για μένα, θα καίγεσαι αιώνια από μια άσβηστη φωτιά που θα σε περιβάλλει. Κανείς δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει μα κι εσύ δεν θα μπορείς να πλησιάσεις κανέναν και ποτέ δεν θα νιώσεις την δροσιά. Όσο για σένα Άνεμε και τον υπέρμετρο εγωισμό σου, από εδώ και στο εξής δεν θα βρεις ποτέ ησυχία. Θα στριφογυρίζεις συνέχεια και θα ξερένεις κάθε τι στο πέρασμά σου. Αλλά εσύ μικρή μου Σελήνη, επειδή θυμήθηκες και σκέφτηκες τον έρμο πατέρα σου, θα είσαι πάντα όμορφη και δροσερή. Ο κόσμος θα σε αγαπάει και θα εμπνέεται από εσένα. Θα σου γράφει ποιήματα και τραγούδια κι όλοι θα υψώνουν τα βλέμματά τους για να σε θαυμάσουν.


Traditional Indian Fairytale

Many many years ago, when all the elements of nature had voices and human behaviour, the Sky used to live in the same house with his three children, the Sun, the Moon and the Wind. One day the three children were invited for lunch by their cousins the Thunder and the Lightning.

In their cousin’s house everything was ready and luxurious decorated. On the table there was  the most delicious food , cooked by cooks from all over the world.  There were also big , comfortable cushions , where you could lie and enjoy the music and the singers. The Sun and the Wind were drinking and eating greedily and they didn’t thought not even a moment of their father. On the contrary, the little moon thought that their father was alone and hungry back at home. So, she decided to take some delicacies in order to bring them to their father.

When they all returned back home, the Sky said: “Welcome!!! Did you bring me anything to eat?”

“What? We were enjoying ourselves there, we didn’t have time to think of you!” the Sun answered rudely

“The Sun is right!”, the Wind continued, “And you don’t have teeth , so you can’t eat all this delicious food that they served us.

“You are rude and heartless “, the Moon cried, “How do you dare talking to our father like this?  Here father, I brought you some delicacies, help yourself.”

“God bless you, my dear Moon”, the Sky said.

“As for you two….. I‘ll punish you! The Sun will be burnt for ever, nobody will go close to him and he will always be alone. The Wind will never find peace anymore, he will run around and nobody will like him. But as for you my dear Moon, you will always be beautiful and fresh. People will love you, they will write songs and poems for you and everybody will admire you!”

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,,, | 1 σχόλιο

Πώς μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό

Παραμύθι των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής.

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:

Σε παρακαλώ καλέ μου άνθρωπε. Βοήθησέ με να ελευθερωθώ από το δέντρο που με έχει πλακώσει.

Όχι. Δεν έχω σκοπό να σε βοηθήσω γιατί πολύ απλά, μετά θα με φας.

Δεν θα σε φάω, πίστεψέ με. Απλά βοήθησέ με να απελευθερωθώ.

Δεν σε πιστεύω…

…απάντησε ο άνθρωπος, αλλά το φίδι συνέχισε να τον παρακαλάει και με πολύ ευγενικό τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έβαλε όλη του την δύναμη και μετακίνσε το δέντρο. Όταν το φίδι ελευθερώθηκε, γύρισε και του είπε:

Καλέ μου άνθρωπε, σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά είμαι τόσες ώρες εδώ εγκλωβισμένο και έχω πεθάνει στην πείνα. Δεν αντέχω άλλο, οπότε δεν έχω κι άλλη επιλογή…πρέπει να σε φάω.

Μα τι μου λες; Εγώ σε βοήθησα να ελευθερωθείς κι εσύ μου λες ότι θα με φας; Εξάλλου μου το υποσχέθηκες.

Με βοήθησες και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν ξέρεις όμως ότι το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Τι ανοησίες είναι αυτά που λες;

Φώναξε απελπισμένος ο άνθρωπος και το φίδι του απάντησε:

Κι όμως έχω δίκιο. Αν δεν με πιστεύεις, φώναξε τέσσερα ζώα να ρωτήσουμε την γνώμη τους.

Ο άνθρωπος, χωρίς να χάσει χρόνο έψαξε και βρήκε ένα πούμα, ένα άλογο, ένα ελάφι κι έναν λύκο και τα οδήγησε μπροστά στο φίδι, το οποίο τα ρώτησε ένα-ένα:

Αδερφέ πούμα, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

…απάντησε το πούμα!

Αδέρφι άλογο, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Αδέρφι ελάφι, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Ο άνθρωπος, ακούγοντας τις απαντήσεις των πρώτων τριών ζώων, άρχισε να φοβάται. Τελευταίος μίλησε ο λύκος.

Αδερφέ λύκε, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, οπότε δεν μπορώ να πω αν έχεις δίκιο ή όχι. Άρα και δεν μπορώ να πω αν πρέπει να τον φας. Θα μπορούσα να έχω άποψη αν ήξερα πως ήσουνα πριν. Νομίζω ότι πρέπει να πάρεις την αρχική θέση που είχες ώστε να αποφασίσουμε.

Με τον λύκο συμφώνησαν και τα άλλα ζωά κι έτσι το φίδι ξάπλωσε στο χώμα ενώ ο άνθρωπος κύλησε και πάλι πάνω του το δέντρο. Τότε ο λύκος είπε:

Και τώρα φίδι, μπορείς να μείνεις εδώ. Εμείς φεύγουμε.

Αφού τα ζώα απομακρύνθηκαν με τον άνθρωπο αφήνωντας το φίδι και πάλι εγκλωβισμένο, ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον λύκο.

Σε ευχαριστώ αδερφέ μου λύκε. Για να στο ξεπληρώσω, θέλω να έρθεις από το σπίτι μου για να σου δώσω ένα ζευγάρι κοτόπουλα, ως ανταμοιβή.

Όχι φίλε μου. Δεν θα έρθω σπίτι σου. Αν θέλεις, φέρε μου τα κοτόπουλα αύριο το μεσημέρι στο δάσος.

Ο ξυλοκόπος συμφώνησε και γύρισε σπίτι του όπου και διηγήθηκε στην γυναίκα του, τι ακριβώς είχε συμβεί.

Δεν θα δώσεις τίποτα στον λύκο…

…φώναξε έξαλλη  η γυναίκα του.

Μα γυναίκα, ο λύκος με βοήθησε. Μου έσωσε την ζωή κι εξάλλου του υποσχέθηκα τα κοτόπουλα.

Σου λέω να μην δώσεις τίποτα στον λύκο. Και μάλιστα, αντί για κοτόπουλα, να βάλεις στον άσκο τα μεγάλα σκυλιά που έχεις, αυτά που ορμάνε και δαγκώνουν τα αφτιά. Αυτά ξέρουν τι να τον κάνουν τον λύκο.

Κι επειδή ο ξυλοκόπος δεν ήθελε να μαλώσει με την γυναίκα του, έκανε ότι του είπε. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, έβαλε στο σάκο τα δύο μεγάλα σκυλιά που είχε, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και πήγε στο δάσος να συναντήσει τον λύκο. Όταν έφτασε εκεί του είπε:

Αδερφέ λύκε, σου έφερα τα κοτόπουλα.

Ευχαριστώ!

…του απάντησε ο λύκος. Ο άνθρωπος έλυσε τον σάκο και πήδησαν έξω τα σκυλιά, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και όρμησαν στον λύκο. Μετά από πολή μάχη, ο λύκος κατάφερε να τα ξεφύγει κι ενώ αποιμακρύνονταν φώναξε στον ξυλοκόπο:

Τελικά είχε δίκιο το φίδι. Το καλό, μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο Δράμας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Η ξιπασμένη νυχτερίδα / The cocky bat

Read the english version.

Παραμύθι των ινδιάνων της Ν. Αμερικής

bat1Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε…

Γιατί κάνεις τόση φασαρία νυχτερίδα μου;

Γιατί κρυώνω!

Γιατί τα υπόλοιπα πουλιά δεν κάνουν τόση φασαρία;

Γιατί αυτά δεν κρυώνουν τόσο πολύ επειδή έχουν πούπουλα. Εγώ δεν έχω ούτε ένα.

Ο αετός αφού σκέφτηκε για λίγο, στην συνέχεια κάλεσε όλα τα πουλιά μπροστά του και τα πρόσταξε να δώσουν στην νυχτερίδα από ένα πούπουλο το καθένα. Όταν η νυχτερίδα στολίστηκε με τα πούπουλα των άλλων πουλιών, έγινε πραγματικά ένα πανέμορφο πουλί. Κάθε πούπουλο είχε διαφορετικό χρώμα κι όταν η νυχτερίδα άπλωνε τα φτερά της, το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η νυχτερίδα το πήρε πολύ πάνω της. Δεν ξαναμίλησε στα άλλα πουλιά και περνούσε την μέρα της θαυμάζοντας την ομορφιά της.

Τα πουλιά πήγαν στον αετό και του παραπονέθηκαν για τη νυχτερίδα που κορδωνότανε συνέχεια για την ομορφιά της, ενώ στην πραγματικότητα οφειλόταν στα πούπουλα των άλλων. Ο αετός τότε έστειλε να φωνάξουνε την νυχτερίδα.

Νυχτερίδα μου, όλα τα πουλιά μου κάνουνε παράπονα για σένα. Λένε πως κορδώνεσαι για τα φτερά, που στην πραγματικότητα είναι δικά τους και δεν μιλάς πια σε κανέναν από καθαρή ξιπασιά. Είναι αλήθεια;

Το λένε από ζήλια γιατί είμαι πολύ πιο ωραία από αυτά. Κοίταξέ με και βγάλε συμπέρασμα και μόνος σου.

…απάντησε η νυχτερίδα ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τα φτερά της. Ήταν πράγματι υπέροχη.

Εντάξει…

…είπε ο αετός και συνέχισε λέγοντας…

Τώρα, κάθε πουλί θα πάρει πίσω το πούπουλο που σου χάρισε. Αν στα αλήθεια είσαι όμορφη, τότε δεν τα έχεις ανάγκη όλα αυτά τα πούπουλα.

Τα πουλιά ρίχτηκαν στην νυχτερίδα και καθένα άρπαξε το πούπουλο που της είχε δώσει, μέχρι που στο τέλος η νυχτερίδα έμεινε γυμνή όπως και πριν. Η ντροπή της ήταν τόσο μεγάλη που πέταξε μακριά. Κι από τότε πετάει μόνο τη νύχτα!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο της Δράμας


Native American fairytale from South America

Once upon a time, during autumn a bat was flying from branch to branch making a lot of noise, because she was cold. The king of the birds, the Eagle heard her and told her:

“Why are you making so much noise?”

“Because I am cold” she answered

“But all the other birds are quiet!!” the king said

“They are quiet because they are not so cold…they have feathers! I don’t have not even one feather!!” she cried

The eagle decided to call all the birds in front of him and asked them to give the bat one feather each.  When the bat put on all the feathers,  she became a really wonderful bird. Each feather had a different colour and the spectacle was amazing. The bat thought that she was the best in the forest! She decided not to talk to the other birds and she was all day admiring her beauty.

The birds complaint to the eagle about the her: “ If it wasn’t for us, she would still be naked and cold!!! And now she doesn’t even look at us!!! She is soooo arrogant!”

Then the eagle called the  bat. “My dear bat”, he said, “All the birds made complaints about you. They say  that you care only about your new feathers, you don’t talk to them and you have become really arrogant. Is it true?”

“They are jealous! Because I am more beautiful than them. Look at me!!” she answered and opened her wonderful feathers.

“OK”, the eagle said , “Now, every bird will take back the feather that gave you. If you are really beautiful,  you don’t need their feathers!”

The birds took all the feathers back and the bat remained naked as she used to be. She was so ashamed of her new look that she flew away ….and since then she flies only at night!

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

Ο Άνεμος / The Wind

Read the english version.

Ινδιάνικο παραμύθι.

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Indian_lovers_cloudΈτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

Δείτε την αφήγηση από την εμφάνιση στο 1ο Λύκειο Δράμας…


Many years ago, I don’t remember how many exactly, far away, there was an Indian tribe. The chief of the tribe had a beautiful, young daughter. Everybody admired her, but nobody had touched her. One day, while he was sitting outside his tent, he was visited by the Wind.

“Great chief, I love your daughter and she loves me too. Will you give her to me?”

“No”, the chief said without second word. The next day the beautiful daughter tried to talk to her father. “Father, I love the Wind. Will you let me go to his tent and become his wife?”

“No”, the chief answered strictly.

And with these words, he grabbed his daughter and led her in a dense forest with black firs , so that he could hide her from the Wind.

“The Wind would find her, if I hid her in a forest with pines, but he will never find her in such a dense black forest”, he thought.

But the Wind had already become invisible and he could hear each and every word the chief was saying. So, when the next night came, the Wind started running around the forest, until he found a small gap, from which he could penetrate through the trees. He searched a lot and finally he managed to find the young lady and took her away from the forest. However, they didn’t return back to the tents as they were afraid that the Indians would take the girl and they would lead her to her father.

So they travelled to the North, where they found a lovely area to live in. The same night he took her in his arms and he made her, his wife. The days were passing and  the happy couple was enjoying  life, without thinking that the chief could ever find them. But the girl’s father was searching for them like crazy and finally he found them.

The Wind hid his wife and he became invisible. The chief started destroying everything with his guns and without knowing it he hit the Wind so hard, that he fainted. When the Wind came around he found out that his wife was missing and he started looking for her like crazy. Finally he saw her in a canoe with her father.

“Come with me…” he shouted desperately. The girl was scared and her face became white like the snow. She could hear her beloved calling her, but she couldn’t see him. The Wind had forgotten how to transform and he was still invisible. The Wind was so mad at the chief that he blew towards the canoe.

“Let it overturn! I can bring my love safe back to land” the Wind thought.

The canoe overturned and the chief with his daughter fell into the water.

“Come on my dear, grab my hand”, the Wind shouted!

 

But the girl couldn’t see him. So she started sinking until she reached the bottom of the lake. She drowned and her father drowned with her. The Wind was so sad that his wife lost her life because of him and he started getting angry

“The Wind is blowing stronger and sadder than ever….”

…the Indians were saying while they were trying to protect themselves in their tents. The Great Spirit felt sorry for the girl that lost her life and the next day he took her up to the stars and gave her a house on the moon. He girl still leaves there but her face is still totally white, as it was the day she fell into the river. At night, in the moonlight, she looks for the Wind but she doesn’t know that he is invisible. The Wind, on the other hand, doesn’t know that his wife lives on the moon, and he wanders in the forests trying to find her. But he never thinks of looking up…. to the moon……

 

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Η πεντάμορφη Ελενίτσα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο αδερφές. Η μία ήταν πολύ πλούσια και κακιά κι η άλλη πολύ φτωχιά και πολύ καλή. Η καλή γυναίκα είχε δύο παιδιά, την Ελενίτσα και τον Γιαννάκη. Η κακιά γυναίκα είχε μόνο ένα κοριτσάκι και το λέγανε Ανθούλα. Μία ημέρα, η καλή γυναίκα είπε στα παιδιά της:

 – Εγώ, παιδιά μου, θα πάω να μαζέψω χόρτα. Εσύ Γιαννάκη, να πας να μαζέψεις ξύλα κι εσύ Ελενίτσα, να πας στο πηγάδι για νερό.

Όταν η Ελενίτσα πήγε να βγάλει νερό, παρουσιάστηκαν μπροστά της τρεις γριές και της ζήτησαν νερό.

 – Πολύ ευχαρίστως…

…είπε η Ελενίτσα και έδωσε και στις τρεις γριές νερό για να πιούνε κι αυτές σε αντάλλαγμα της έδωσαν από μια ευχή. Η πρώτη της ευχήθηκε:

 – Όταν γελάς, να βγαίνουν από το στόμα σου ωραία τριαντάφυλλα.

Η δεύτερη γριά:

– Όταν κλαις, να γίνεται κατακλυσμός.

Και η τρίτη :

– Όταν περπατάς, να βγάζεις από τα πόδια σου χρυσάφι.

Ύστερα απ’ αυτά, η Ελενίτσα πήγε σπίτι της και η μάνα της άρχισε αμέσως να τη φωνάζει και να τη δέρνει διότι άργησε στο πηγάδι. Η Ελενίτσα τότε, άρχισε να κλαίει και ξαφνικά, άνοιξαν οι ουρανοί κι έγινε μεγάλος κατακλυσμός. Κανείς τους όμως δεν έδωσε σημασία. Ο αδερφός της ο Γιαννάκης την λυπήθηκε που έκλαιγε κι άρχισε να τη γαργαλάει για να την κάνει να γελάσει. Και το κατάφερε, αλλά ξαφνιάστηκε γιατί είδε ότι  άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα της ωραία τριαντάφυλλα. Κάνει να περπατήσει μα σε κάθε βήμα της, βλέπουν από τα πόδια της να βγαίνει χρυσάφι. Η μαμά της απόρησε κι άρχισε να τη ρωτάει τι της συνέβηκε στο πηγάδι που πήγε για νερό. Αμέσως, η Ελενίτσα της διηγήθηκε ότι είδε τις τρεις γριές και η μητέρα της, της είπε ότι αυτές είναι οι μοίρες της. Με τα χρυσάφια αγόρασαν ένα μεγάλο σπίτι. Όταν το έμαθε η αδερφή της, θέλησε να κάνει κι αυτή το ίδιο. Χωρίς να εξηγήσει στην κόρη της την Ανθούλα τι συμβαίνει, την έστειλε στο πηγάδι για νερό. Η Ανθούλα νευριασμένη διότι έστειλε αυτή για νερό και όχι την υπηρέτρια της, έφυγε κλαίγοντας. Πήγε στο πηγάδι κι έβγαλε νερό κι αμέσως εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκαν μπροστά της οι τρεις γριούλες και της ζήτησαν νερό. Μα η Ανθούλα όπως ήταν νευριασμένη απάντησε στην πρώτη:

– Κουτσή δεν είσαι κυρά μου. Βάλε μόνη σου.

Όταν την πλησίασε η δεύτερη γριά η Ανθούλα της είπε:

– Στραβή δεν είσαι. Άντε να πάρεις μόνη σου.

Και στην τρίτη είπε:

  – Άσε με ήσυχη. Κουλή δεν είσαι. Τράβα να πάρεις κυρά μου.

Τότε οι τρεις γριές της δώσανε τρεις κατάρες:

– Η μούρη σου να γίνει σαν του γαιδάρου.

…είπε η πρώτη.

 – Τα πόδια σου, να γίνουν στραβά.

…είπε η δεύτερη.

 – Όταν γελάς, να γίνεται κατακλυσμός.

…της είπε η τρίτη κι έφυγαν όπως έφυγε και η Ανθούλα.

Μια μέρα, ο βασιλιάς βγήκε για κυνήγι. Ξαφνικά άρχισε να βρέχει δυνατά κι ο βασιλιάς για να μη βραχεί, τρύπωσε στο σπίτι της Ελενίτσας. Μόλις είδε την Ελενίτσα, του άρεσε πάρα πολύ και ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Μόλις το έμαθε αυτό η κακιά θεία της, πήγε στο νου της να κάνει κακό στην Ελενίτσα. Τότε λέει στην αδερφή της:

  – θέλεις να πάω εγώ την Ελενίτσα στο βασιλιά;

– Πολύ ευχαρίστως.

Πήρε λοιπόν τον Γιαννάκη, την Ελενίτσα και την κόρη της την Ανθούλα και μπήκαν στο καράβι. Όταν έφυγαν, η πλούσια θεία της Ελενίτσας, είχε πάρει μαζί της για το δρόμο πολλά γλυκά και κουλουράκια. Στο δρόμο που πήγαιναν, η Ελενίτσα δίψασε πάρα πολύ και ζήτησε από τη θεία της λίγο νερό.

– Θα σου δώσω νερό, αν καθήσεις να σου βγάλω το ένα σου μάτι.

απάντησε η θεία κι επειδή η Ελενίτσα διψούσε πολύ, κάθισε και της έβγαλε το μάτι. Καθώς προχωρούσαν, η Ελενίτσα ξαναδίψασε και ξαναζήτησε λίγο νερό.

– Θα σου δώσω, αν καθήσεις να σου βγάλω και το άλλο μάτι.

Και η δόλια η Ελενίτσα, επειδή δίψαγε πάρα πολύ, δέχτηκε και της το έβγαλε. Στον Γιαννάκη, ο οποίος καθόταν στεναχωρημένος, του είπε η θεία του να μη βγάλει τσιμουδιά. Τα ματάκια της Ελένης η θεία της τα έβαλε στην τσάντα της. Μα ξάφνου η Ελένη μεταμορφώθηκε σε περιστεράκι χωρίς ματάκια. Έφθασαν στο παλάτι με την Ανθούλα. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε μόλις είδε την άσχημη κόρη της κακιάς γυναίκας και είπε:

– Αυτή η γυναίκα είναι άσχημη και καθόλου δεν μοιάζει με εκείνη που είχα δει.

 – Αχ! βασιλιά μου, μέσα στο καράβι που ερχόμαστε, την καταράστηκαν τρεις γριές, αλλά με τον καιρό θα ‘ρθούν πάλι οι ομορφιές της.

…απάντησε η κακιά γυναίκα κι επειδή φοβόταν μήπως ο Γιαννάκης τα μαρτυρήσει, είπε στο βασιλιά να τον κλείσει στη φυλακή. Στον κήπο του βασιλιά ήταν τρία μεγάλα κυπαρίσσια. Ένα πρωί, άκουσαν μια φωνή που έβγαινε από ένα περιστέρι κι έλεγε:

– Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι.

Και μόλις έφυγε το περιστέρι, το κυπαρίσσι έπιασε φωτιά. Ο βασιλιάς έβαλε σκοπούς να φυλάξουν και να πιάσουν εκείνον που έκαψε το κυπαρίσσι. Το άλλο πρωί, ακούστηκε ξανά η φωνή που έλεγε:

  – Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι.

Κι αμέσως πήρε φωτιά και το δεύτερο κυπαρίσσι. Το άλλο πρωί πάλι άκουσαν την ίδια φωνή να λέει:

– Ο Γιαννάκης στη φυλακή, μπουκιά νερό-μπουκιά ψωμί, όπως καίγεται η καρδιά μου, να καεί και το κυπαρίσσι.

Αλλά αυτή τη φορά δεν γλίτωσε το περιστέρι, γιατί το έπιασαν και αποφάσισαν να το σκοτώσουν. Μα μόλις το σκότωσαν, σείστηκε η γη κι ένα μεγάλο δέντρο πετάχτηκε παραδίπλα που έσκυψε και προσκύνησε τον βασιλιά. Τότε, οι αξιωματικοί του έπιασαν αμέσως και το έκοψαν κι αυτό. Ύστερα από κάμποσες μέρες, πέρασε απ’ έξω από το παλάτι ένας γέρος και βλέποντας τον κορμό του δέντρου το πήρε σπίτι του για να το κάψει στη φωτιά. Δεν πρόλαβε όμως να το βάλει στο τζάκι κι άκουσε μια φωνή:

       – Παππούλη, πονάω…

…κι αμέσως ο κορμός σκίστηκε κι από μέσα του πετάχτηκε η Ελενίτσα. Από την χαρά της που έγινε πάλι κορίτσι άρχισε να γελάει και βγήκαν από το στόμα της πολύ ωραία τριαντάφυλλα. Τα τριαντάφυλλα αυτά τα έδωσε στο γέρο και του είπε να πάει στο παλάτι και να φωνάζει δυνατά: «Όποιος μου δώσει δύο ματάκια, θα του δώσω τα ωραία αυτά τριαντάφυλλα…». Έτσι κι έγινε. Ο γέρος, πήρε τα τριαντάφυλλα και πήγε έξω από το παλάτι κι άρχισε να φωνάζει:

– Όποιος μου δώσει δύο ματάκια, θα του δώσω τα ωραία αυτά τριαντάφυλλα…

– Πάρε τα δύο αυτά ματάκια και δώσε μου τα τριαντάφυλλα,

…ακούστηκε η φωνή της κακιάς θείας που εκείνη την ώρα βρίσκονταν στο μπαλκόνι της. Ο γέρος πήρε τα μάτια κι έτρεξε χαρούμενος στην Ελενίτσα και της τα έδωσε. Τότε η Ελενίτσα του διηγήθηκε όλα τα παθήματα της. Οι μέρες περνούσαν και  η Ελενίτσα πήγε στο παλάτι. Μόλις την είδε η θεία της τα έχασε και διέταξε να τη βγάλουν αμέσως έξω. Ο βασιλιάς όμως σηκώθηκε αμέσως και διέταξε δύο στρατιώτες να πιάσουν και να δέσουν τη θεία της Ελενίτσας σε δύο άλογα και να τη σύρουν έως το δάσος. Έδιωξε και την Ανθούλα από το παλάτι, βγάλανε και τον Γιαννάκη από τη φυλακή και παντρεύτηκε ο βασιλιάς την Ελενίτσα και μαζί με τον γέρο και τη μαμά της που μετακομίσανε στο παλάτι  ζήσανε ευτυχισμένοι και αγαπημένοι.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: | 2 Σχόλια

Οι τρείς λίρες

Μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά τα χρόνια, σ’ έναν τόπο μακρινό, ζούσε ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο. Κάθε πρωί ο άνδρας έπαιρνε το σάκο του και κατέβαινε στην πόλη να βρει δουλειά. Μάταια όμως. Δουλειές υπήρχαν, αλλά όχι γι’ αυτόν. Πέρασε λίγος καιρός και η γυναίκα του, του ανακοίνωσε ότι περιμένει παιδί. Η είδηση αυτή τον ταρακούνησε και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Να ταξιδέψει στην Ανατολή. Να δουλέψει εκεί για να μπορεί να ζήσει τη γυναίκα του και το παιδί τους.
Πήρε λοιπόν τα πράγματά του και ξεκίνησε για την  Ανατολή. Περπάταγε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μα δε βρήκε κανένα μέρος, κανένα χωριό, παρά μόνο την τέταρτη μέρα ξεπρόβαλαν μπροστά του κάτι μικρά σπιτάκια. Εκεί δούλεψε λίγο. Την μια σε κάτι κτήματα ενός γεωργού. Την άλλη σε κάτι αμπελώνες. Πότε από εδώ και πότε από εκεί, κατάφερε και με την δουλειά του, πήρε λίγο ψωμί και συνέχισε να περπατά ψάχνοντας να βρει καλύτερη τύχη. Είχε κουραστεί τόσο πολύ, μα σκεφτόταν τη γυναίκα του και χαμογελούσε κι αυτό του έδεινε δύναμη για να συνεχίσει.

Στις δέκα μέρες που περιπλανιώτανε, βρέθηκε σ’ ένα πιο μεγάλο κτήμα. Χτυπάει την πόρτα και όταν άνοιξε  είπε στον ιδιοκτήτη:

– Είμαι πεινασμένος, διψασμένος. Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο ψωμί, λίγο νερό και  εγώ θα δουλέψω για εσένα.

Τον κοίταξε ο άνθρωπος, που είχε το κτήμα και του απάντησε:

– Εντάξει λοιπόν… θα σε κρατήσω.

Έτσι κι έγινε. Τον κράτησε κι άρχισε να δουλεύει αμέσως με πολύ χαρά και υπομονή.  Πέρασε ένας χρόνος και το φαγητό δε του έλειψε. Πέρναγε καλά, αλλά δεν τολμούσε να του ζητήσει χρήματα. Κάπως έτσι, πέρασε και ο δεύτερος χρόνος, πέρασε και τρίτος χρόνος και τίποτα! Κάποια στιγμή, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, αποφάσισε και είπε στον κτηματία:

– Αφεντικό, είχα και μια γυναίκα, η οποία θα μ’ έχει ξεχάσει, τώρα πια. Δε νομίζεις, ότι πρέπει να πάω στο σπίτι μου, να δω τη γυναίκα μου; Θα έχει γεννήσει κιόλας και το παιδί μου θα έχει μεγαλώσει. Αλλά τόσο που έμεινα εδώ, φοβάμαι ότι θα μ’ έχει ξεχάσει!

Αφού σκέφτηκε ο κτηματίας, του είπε:

– Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου, που κάθισες δέκα ολόκληρα χρόνια στην δούλεψή μου και με βοήθησες. Ναι, να πας στη γυναίκα σου!

– Πότε θα φύγω, αφεντικό;

– Αύριο κιόλας!

Ο ήρωας της ιστορίας μας, δεν έχασε καθόλου καιρό. Ετοιμάστηκε και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του.

– Να σε χαιρετήσω, αφεντικό…

του είπε, ελπίζοντας ότι θα του έδινε χρήματα για τη δουλειά που έκανε όλα αυτά τα χρόνια, μα το μόνο που του έδωσε ήταν έναν σάκο και του είπε:

– Αυτά τα τρία ψωμιά είναι για το σπίτι σου!

…και την ίδια στιγμή, ανοίγοντας το χέρι του έβαλε στην παλάμη και τρεις χρυσές λίρες. «Τρεις λίρες για δέκα χρόνια;» σκέφτηκε ο φίλος μας, αλλά δεν είπε τίποτα στον κτηματία, παρά μόνο ένα «Ευχαριστώ» και ξεκίνησε να φύγει δυσαρεστημένος. Δεν πρόλαβε να κάνει πέντε βήματα, αλλά άκουσε τον κτηματία να τον φωνάζει.

– Για έλα εδώ!

– Τι ’ναι, αφεντικό;

– Δώσε μου τη μια χρυσή λίρα!

Τι να κάνει ο φίλος μας…έβγαλε και του έδωσε πίσω την μια λίρα.

– Απ’ τον παλιό δρόμο που ’ρθες, απ’ τον παλιό δρόμο να πας!

– Εντάξει…Ευχαριστώ, αφεντικό!

– Αντίο, αντίο!…

Και γυρίζει να φύγει πάλι, μα προτού προλάβει να κάνει δέκα βήματα ακούει και πάλι τον κτηματία να του λέει:

– Για έλα δω! Δώσ’ μου την άλλη λίρα!

Τι να κάνει…βγάζει και του δίνει και την δεύτερη λίρα και ο κτηματίας του αποκρίθηκε:

– Τα μη σε μέλει μη ρωτάς, ποτέ κακό μην έχεις!

Χαιρετήθηκαν και πάλι, κίνησε ο φίλος μας να φύγει, μα ο κτηματίας τον σταμάτησε και πάλι λέγοντάς του:

– Δώσ’ μου και την άλλη λίρα!

Και για άλλη μια φορά υπάκουσε, και έδωσε και την τρίτη λίρα για να ακούσει τον κτηματία να του λέει:

– Υπομονή βασιλεύει.

Έτσι, του πήρε τις λίρες και αυτός μ’ έναν σάκο βαρύ στον ώμο, έφυγε και δεν είπε τίποτα. Στα μισά του δρόμου βλέπει ένα καινούριο δρόμο που έλεγε πως πάει για το χωριό του. Πήγε να περάσει τον καινούριο δρόμο αλλά θυμήθηκε τα λόγια του κτηματία: «Από τον παλιό δρόμο που ’ρθες, από τον παλιό δρόμο να πας» και έτσι, δεν ακολούθησε  τον καινούριο, παρά μόνο αυτόν από τον οποίο είχε έρθει. Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και πολύ και ξαφνικά αντίκρυσε μπροστά του ένα σπίτι φτιαγμένο από ανθρώπινα κεφάλια! Εκείνη τη στιγμή συναντάει κάποιον και ετοιμάζεται να τον ρωτήσει για το σπίτι , αλλά αμέσως θυμήθηκε την άλλη συμβουλή που του έδωσε το αφεντικό του: «Τα μη σε μέλει μη ρωτάς, ποτέ κακό μην έχεις!» Και όπως μάθαμε μετά, αυτός που καθότανε εκεί, έκοβε τα κεφάλια όποιων του μιλούσανε κι έτσι είχε χτίσει το σπίτι. Περπάτησε…περπάτησε… περπάτησε αρκετά, περίπου δέκα μέρες, μέχρι που κάποτε, έφτασε στο χωριό του και στο σπίτι του. Μα πριν μπει, σκύβει και κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα και βλέπει τη γυναίκα του και ένα αγόρι το οποίο όμως το πέρασε για άντρα. Αμέσως θύμωσε και εξοργίστηκε.

– Εγώ να λείπω τόσα χρόνια για να δουλέψω και η γυναίκα μου με ξέχασε κιόλας. Κι όχι απλά με ξέχασε, αλλά βρήκε και άλλον άντρα.

Αρπάζει λοιπόν μια τσάπα που υπήρχε έξω από την πόρτα και ετοιμάζεται να μπει και να ορμήξει του άντρα, μα αμέσως του ήρθε στο μυαλό η τρίτη συμβουλή που του είχε πει ο κτηματίας: «Η υπομονή βασιλεύει!» Αφήνει λοιπόν την τσάπα στην θέση της και χτύπησε την πόρτα. Όταν η γυναίκα του άνοιξε και τον αντίκρυσε, η χαρά της ήταν μεγάλη και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Σαν πέρασε μέσα και ήρθε αντιμέτωπος με το παιδί, η γυναίκα του του είπε:

– Από εδώ ο γιος σου.

– Να σας πω τον πόνο μου. Δέκα ολόκληρα χρόνια δούλευα σ’ έναν πολύ τίμιο άνθρωπο αλλά μου ’δωσε τρία χρυσά φλουριά κι ύστερα μου τα πήρε για να μου δώσει τρεις συμβουλές, που μ’ έσωσαν, μέχρι να ’ρθω να σας βρω. Το μόνο που μου  απόμεινε είναι τα τρία ψωμιά που έχω στο δισάκι μου, και που μου όρισε να τα φάω μαζί σας.

Στρώνει η γυναίκα το τραπέζι για να φάνε κι ο άντρας βγάζει το πρώτο δέμα που είχε το πρώτο ψωμί. Μα μόλις το άνοιξε, σκορπίστηκαν από μέσα κάμποσες χρυσές λίρες. Κάνει να ανοίξει το δεύτερο, άλλες τόσες και περισσότερες λίρες σκορπίστηκαν στο τραπέζι. Κάνει να ανοίξει το τρίτο, μα εκείνο ακόμα καλύτερα…ήταν γεμάτο φλουριά χρυσά. Μόνο τότε κατάλαβε ο φίλος μας, ότι το αφεντικό του κρατούσε τις λίρες για να τον βοηθήσει..

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Οι καλικάντζαροι

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.

Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.

Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.

…είπε η μάνα!

– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.

– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.

– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.

– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.

Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.

Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.

Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:

Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.

– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.

– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.

Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.

– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.

– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.

– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!

Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:

Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!

Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:

Θέε μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.

Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.

Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.

Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!

– Τι έπαθες κόρη μου;

– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.

Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:

Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.

– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!

– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;

…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:

Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;

– Όχι δεν τα πήρε.

– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.

– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;

…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.

– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!

…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.

– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!

…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:

– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.

– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.

…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.

Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;

Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.