Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Η ευτυχία του ψαρά.

-Λαϊκό παραμύθι από την Αρμενία –

Μετάφραση από τα αγγλικά και απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Ένας βασιλιάς περπατούσε στις όχθες μιας λίμνης. Κοίταξε προς τη λίμνη και είδε έναν άντρα. Έναν ψαρά με μακριά γκρι μαλλιά και μακριά γκρι γενειάδα. Ο ψαράς αυτός έριχνε τα δίχτυα του στο νερό, τα τραβούσε και ό,τι ψάρια έπιανε τα ξανάριχνε πίσω. Μετά ξανάριχνε τα δίχτυα του, τα ξανατραβούσε και ξανάριχνε πίσω στο νερό ο,τι ψάρια έπιανε. Γυρνάει τότε ο βασιλιάς στον σύμβουλό του και του λέει:

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Αυτός εκεί, δεν ψαρεύει! Τι κάνει; Θέλω να μιλήσω σ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Έτσι ο σύμβουλος πλησίασε και φώναξε:

Ε, Εσύ! Ναι εσύ! Ο βασιλιάς θέλει να σου μιλήσει.

Ο ψαράς μάζεψε τα δίχτυα του, τα έριξε μέσα στη βάρκα κι έκανε κουπί για να βγει έξω στην στεριά. Πλησίασε και υποκλίθηκε μπροστά στο βασιλιά.

Μεγαλειότατε μου! Στις διαταγές σας!

Τι κάνεις; Πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό και δεν ψαρεύεις.

Α! Μεγαλειότατε έχω μια ιστορία να σας διηγηθώ αν θέλετε να ακούσετε.

Λέγε… μου αρέσουν οι ιστορίες!

…απάντησε ο βασιλιάς. Έκατσε λοιπόν με το σύμβουλό του και ο γέρος άρχισε την ιστορία του…

Μεγαλειότατε! Ήμουν νέος, δυνατός, γεμάτος ζωή και ψάρευα σ΄αυτήν εδώ τη λίμνη. Κάθε μέρα έριχνα τα δίχτυα μου και πουλούσα τα ψάρια μου στην αγορά και πήγαινα ψάρια και στη μητέρα μου να τα μαγειρέψει. Κάθε βράδυ μου έλεγε: «Θα πεθάνω και δεν θα δω εγγόνια! Δε θα παντρευτείς;» Μα εγώ, δεν ήμουν έτοιμος να παντρευτώ!
Μου άρεσε η ζωή μου. Μου άρεσε να παίζω τάβλι στο καφενείο με τους φίλους μου, να πίνω ζεστό γλυκό καφέ, να πίνω κρασί από ρόδι και να βλέπω τις γυναίκες να περπατούν στο παζάρι. Μου άρεσαν όλα αυτά!
Όμως μια μέρα, έριξα τα δίχτυα μου και τραβώντας τα νόμισα ότι ήταν ό,τι μεγαλύτερο είχα πιάσει στη ζωή μου. Αλλά δεν ήταν! Ήταν ένα κουτί. Ένα ξύλινο κουτί, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή αλυσίδα με ένα χρυσό κλειδί. Πήρα το κλειδί, το έβαλα στην κλειδαριά και άνοιξα το κουτί μεγαλειότατε!

Και τί είχε μέσα;

ρώτησε με περιέργεια ο βασιλιάς διακόπτοντας την ιστορία. Κι ο γέρος συνέχισε…

Μέσα σ’ αυτό το κουτί ήταν μια γυναίκα, τόσο όμορφη, που μου κόπηκε η ανάσα. Χάθηκα! Με κοίταξε στα μάτια και ήμουν δικός της για πάντα! Άνοιξε το στόμα της και με χαιρέτησε. Την χαιρέτησα κι εγώ και χαμογέλασε, έλαμψε ο τόπος! Τα μαλλιά της, μαύρα σαν τον νυχτερινό ουρανό, το δέρμα της απαλό σαν πανσέληνος! Τη ρώτησα, «Ποια είσαι;» και μου απάντησε «Είμαι η γυναίκα σου αν με θες». Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά Μεγαλειότατε. Την έβγαλα από το κουτί και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου στη βάρκα και βγήκα στην στεριά. Έσερνα το κουτί από το ένα χέρι και από το άλλο την κρατούσα και την οδήγησα στο σπίτι που έμενα με την μητέρα μου. Στάθηκα στην πόρτα. Η μητέρα μου την κοίταξε και με ρώτησε: «Αυτή είναι; Αυτή που θα παντρευτείς και θα με κάνει γιαγιά;». «Ναι» της απάντησα.
Τότε η μητέρα μου βγήκε στους δρόμους μες στην χαρά και προσκάλεσε όλον τον κόσμο στον γάμο μας και ήταν θαυμάσια! Η γυναίκα μου ήταν τόσο όμορφη!
Ένιωθα όμως ότι δεν της ταίριαζε ένας ψαράς κι έτσι έμαθα μια νέα τέχνη. Έγινα χρυσοχόος. Ένας εξαιρετικός χρυσοχόος και σύντομα έπαιρνα παραγγελίες από πλουσίους, μεγάλους και τρανούς. Γρήγορα έφτιαξα ένα εργαστήριο. Έφτιαχνα κοσμήματα και κάθε πέτρα που έβαζα, την αφιέρωνα στην όμορφη γυναίκα μου. Κάθε δαχτυλίδι, κάθε περιδέραιο, κάθε ζευγάρι σκουλαρίκια, κάθε βραχιόλι, όλα ήταν προς τιμήν της γυναίκας μου. Κι έπειτα, πήγαινα σπίτι κι έβρισκα τη γυναίκα μου να κάθεται με την μητέρα μου και να γελάνε, να τραγουδάνε, να μιλάνε. Η μητέρα μου ύφαινε και η γυναίκα μου καμιά φορά μαγείρευε. Δεν είχαμε ακόμη παιδιά, αλλά ήμουν ευτυχισμένος,

Ο βασιλιάς αλλά κι ο σύμβουλός του, είχαν αφοσιωθεί στην αφήγηση του γέρου…

Μια μέρα ήμουν στο εργαστήρι μου κι έφτιαχνα ένα πολύ δύσκολο περιδέραιο κι ο αέρας έφερε ένα άρωμα κάτω από την πόρτα, τόσο δυνατό, τόσο έντονο! Και η πόρτα άνοιξε και τρεις γυναίκες με πέπλο στο πρόσωπο μπήκαν μέσα. Κάνανε ένα βήμα από την πόρτα και μίλησαν με μια φωνή: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Τι ερώτηση είναι αυτή! Φυσικά και είμαι ευτυχισμένος! Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, τις απάντησα, μα αυτές πίσω από το πέπλο τους, μου είπαν γελώντας: «Είσαι ευτυχισμένος;»
Και μ’ ένα βήμα γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο κι έφυγαν. Έκλεισαν την πόρτα αφήνοντας στην ατμόσφαιρα το άρωμα τους και την ερώτηση να αιωρείται. Ήμουν μπερδεμένος.

…είπε ο γέρος στο βασιλιά και συνέχισε…

Γιατί διάλεξαν εμένα; Γιατί μου έκαναν αυτή την ερώτηση; Επέστρεψα στην εργασία μου, όμως δε μπορούσα να τη τελειώσω. Η ερώτηση μου τρυπούσε το μυαλό. Έτσι αποφάσισα να παρατήσω το περιδέραιο, να κλείσω το μαγαζί και να επιστρέψω στο σπίτι για να επιβεβαιώσω την ευτυχία μου. Πήγα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να υφαίνει, τη γυναίκα μου να μαγειρεύει και να τραγουδάνε. Φυσικά! Αυτή ήταν μια εικόνα ευτυχίας. Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η καρδιά! Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η αγάπη! Κι εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Και πήρα τη γυναίκα μου από το χέρι, την ανέβασα από το πέτρινα σκαλάκια στην κρεβατοκάμαρα μας να επιβεβαιώσουμε την ευτυχία μας.
Την επόμενη μέρα πήγα ξανά στο εργαστήριο μου και με το μισό μυαλό δούλευα ενώ το άλλο μισό τις περίμενε να έρθουν. Και ήρθαν! Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο, έκαναν ένα βήμα και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Αυτή την φορά ήμουν λίγο απογοητευμένος από την ερώτηση. Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Είμαι ευτυχισμένος! Είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η γυναίκα μου είναι ευτυχισμένη, η μητέρα μου είναι ευτυχισμένη … κι εκείνες γέλασαν! «Είσαι ευτυχισμένος;» μου είπαν ξανά και γύρισαν κι έφυγαν αφήνοντας την ερώτηση και το άρωμα πίσω τους.
Κι εγώ δε μπορούσα να συνεχίσω τη δουλειά μου, έφυγα από το μαγαζί και περπατούσα, περπατούσα σε δρόμους που δε γνώριζα τόσο καλά. Έφτασα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Περπάτησα μέχρι που έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι. Απέφευγα να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά έπρεπε. Όταν στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας, η μητέρα μου με κοίταξε με δυσαρεστημένο βλέμμα. Τη ρώτησα: «Που είναι;». «Είναι πάνω στο κρεβάτι και κλαίει μ αναφιλητά γιατί δεν ήρθες για φαγητό.» μου απάντησε. Ζήτησα συγνώμη και πήγα πάνω. Την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και το ήξερα…»

Ο βασιλιάς κεντρισμένος από την ιστορία πετάχτηκε και ρώτησε τον γέρο…

Τί ήξερες;

Ο γέρος πικραμένος συνέχισε την αφήγηση…

Το ήξερα ότι έπρεπε να είχα έρθει. Ήξερα ότι έπρεπε να χωθώ στο κρεβάτι, να την πάρω αγκαλιά και την παρηγορήσω, αλλά δε μπορούσα. Γιατί η ερώτηση μου τρυπούσε το πίσω μέρος του μυαλού μου. Ξάπλωσα δίπλα της, την άκουγα να κλαίει σιγανά, γύρισα την πλάτη μου και προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αυτές ήταν εκεί, μέσα στο μυαλό μου, οι τρεις γυναίκες με το βέλο. Το πρωί καθώς ο κόκορας λαλούσε, αντί να αντικρύσω τη γυναίκα μου, πήδησα από το κρεβάτι, έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο μου, είπα την προσευχή μου κι έφυγα για το εργαστήρι μου και περίμενα. Δεν πήρα τα εργαλεία μου, περίμενα. Έκατσα και περίμενα, γιατί ήξερα ότι θα ερχόντουσαν. Όντως, σε λίγο, αυτό το άρωμα γέμισε και πάλι τον χώρο. Μετά η πόρτα άνοιξε και μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο. Στάθηκαν και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;» Δεν άντεξα άλλο και με φωνή της απάντησα, «Όχι δεν είμαι! Δεν είμαι ευτυχισμένος! Τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου δείξετε την ευτυχία;»
Τότε αυτές μου ζήτησαν να τις ακολουθήσω προκειμένου να μου δείξουνε την ευτυχία!

Και; Τις ακολούθησες;

Πετάχτηκε γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς!

Τις ακολούθησα. Τις ακολούθησα από το μαγαζί μου σε δρόμους που ήξερα όλη μου τη ζωή, μέχρι που έφτασα σε δρόμους που δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου. Με πήγανε σε μια πόρτα, σε μια δρύινη πόρτα με ένα δρύινο ρόπτρο όπου το σχήμα του ήταν μια γυναίκα με πέπλο. Μια απ΄αυτές πήρε το κλειδί, ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε κι εκεί αντίκρισα μια αυλή πλημμυρισμένη φως και τραπέζια στρωμένα με νόστιμα φαγητά και κρασιά. Μια απ’ αυτές έφερε νερό να πλύνει το πρόσωπο μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Η άλλη μου έφερε κρασί από ρόδι και η άλλη μου έφερε μια πιατέλα με φαγητά και με τάιζαν. Αυτή που μου είχε πλύνει το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, έφερε ένα μουσικό όργανο και άρχισε να παίζει μια μεθυστική μουσική. Τότε οι άλλες δύο σταμάτησαν να με ταΐζουν κι άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν, χόρευαν, χόρευαν και όταν τελείωσε η μουσική και ο χορός τους, σηκώθηκαν και έριξαν τα πέπλα τους.
Μεγαλειότατε!!! Νόμιζα ότι η γυναίκα μου ήταν όμορφη, όμως αυτές οι τρεις γυναίκες… Αχ! Και μίλησαν με μια φωνή και είπαν. «Μπορείς να μ’ έχεις, διάλεξε.» Τότε σκέφτηκα ποια να διαλέξω; Αφού και οι τρεις είναι εξίσου όμορφες και τότε η μία απ’ αυτές έβγαλε το ένα πόδι μπροστά για να διαλέξω αυτήν.
«Εσένα! Διαλέγω εσένα!» φώναξα και τότε ξαναέβαλαν το πέπλο τους και απάντησαν με μια φωνή: «Μπορείς να μ’ έχεις! Εάν πας σπίτι, βάλεις τη γυναίκα σου στο κουτί και τη ρίξεις πίσω στη λίμνη».

Ο βασιλιάς έβγαλε έναν ήχο δυσάρεστης έκπληξης μα δεν είπε τίποτα άλλο…

Μεγαλειότατε! Δεν χρειάστηκε να μου το πουν δεύτερη φορά. Σηκώθηκα, έσπρωξα την πόρτα κι έτρεξα στους δρόμους που δεν ήξερα μέχρι που έφτασα στο σπίτι μου. Ανέβηκα τρία-τρία τα πέτρινα σκαλιά, όρμησα μέσα και η μητέρα μου με ρώτησε τρομαγμένη τι συνέβη. Δεν της απάντησα παρά μόνο ρώτησα να μάθω που ήταν η γυναίκα μου. «Είναι στην ταράτσα γιατί;» Δεν της έδωσα καμιά εξήγηση. Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι την ταράτσα. Η γυναίκα μου πατούσε κάτι ελιές κι έβγαζε λάδι. Με κοίταξε και ρώτησε τι συμβαίνει.
«Σταμάτα ό,τι κάνεις. Σταμάτα ό,τι κάνεις κι έλα μαζί μου.» Ήταν τόσο όμορφη! Σηκώθηκε και με ακολούθησε κάτω στην κρεβατοκάμαρα μας. Είχαμε φτιάξει ένα τραπέζι από το κουτί που είχα βρει. Έριξα στο πάτωμα ό,τι είχε πάνω το τραπέζι και πήρα από το ένα χέρι το κουτί και από το άλλο τη γυναίκα μου.
«Πάμε!» της είπα. «Πού πάμε;» μου απάντησε αυτή κι εγώ απότομα της ζήτησα να μην ρωτάει τίποτα.
Την οδήγησα κάτω με το κουτί στο ένα χέρι κάνοντας θόρυβο στα πέτρινα σκαλιά και τότε η μητέρα μου με ρώτησε, «Πού πάτε; Πού πας τη νύφη μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;». Το ίδιο είπα και στην μάνα μου: «Μη ρωτάς τίποτε.» και οδήγησα τη γυναίκα μου στον δρόμο σέρνοντας πίσω το κουτί. Κι αυτή με παρακαλούσε: «Μην το κάνεις αυτό! Είναι επειδή δεν έχουμε παιδιά; Κάνε υπομονή, θα κάνουμε παιδιά». «Αυτό δεν έχει σχέση με τα παιδιά» της απάντησα κι αυτή επέμενε να ρίχνει τα λόγια της σαν σαϊτες στην καρδιά μου… «Τι έκανα; Σε δυσαρέστησα;».
Μα δεν μπορούσα να μιλήσω, ούτε καν να την κοιτάξω στα μάτια. Περάσαμε δρόμους, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτήν εδώ τη λίμνη και βρήκα την παλιά μου ψαρόβαρκα. Άνοιξα το σεντούκι και της είπα να μπει μέσα. Έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε να μην το κάνω. Με παρακαλούσε, μα εγώ τη διέταξα να μπει μέσα! Υποτάχτηκε και μπήκε στο κουτί! Έκλεισα το καπάκι, πήρα το κλειδί από τη χρυσή αλυσίδα, το έβαλα στην κλειδαριά και … κλικ, την κλείδωσα! Ξαναέβαλα το χρυσό κλειδί στην χρυσή κλειδαριά, σήκωσα το κουτί και το έβαλα στη βάρκα. Πήδησα μέσα κι έκανα κουπί μέχρι τη μέση αυτής εδώ της λίμνης κι έσπρωξα το κουτί έξω από τη βάρκα. Και καθώς το έβλεπα να βυθίζεται, ένιωσα όλη την ευθύνη της ερώτησης να φεύγει από τους ώμους μου. Όλη η ευθύνη για ευτυχία έφυγε από τους ώμους μου και μετά επέστρεψα στην ακτή κι έτρεξα να βρω το σπίτι. Το σπίτι με τη δρύινη πόρτα και το δρύινο ρόπτρο με το πρόσωπο της γυναίκας με το πέπλο στην είσοδο. Μα δε μπορούσα να το βρω.

Κι ο βασιλιάς πάλι έκπληκτος τον διέκοψε λέγοντας…

Μήπως δεν έψαξες καλά;

Έψαξα. Έψαξα, καλά. Ρώτησα τους ανθρώπους, αλλά κανένας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο σπίτι! Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα ώσπου τελικά τα πόδια μου με οδήγησαν στο μόνο μέρος που θα μπορούσα να μείνω…το σπίτι μου. Η μητέρα μου περίμενε στο κατώφλι και μου είπε: «Λοιπόν, πού είναι η νύφη μου; Τι της έκανες;». Της τα είπα όλα. Με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου της τα είπα όλα.
«Είσαι ένας ανόητος, ανόητος είσαι! Μα δε χάθηκαν όλα. Πάνε πίσω, ρίξε τα δίχτυα σου και φέρε πίσω τη νύφη μου. Θέλω να γίνω γιαγιά. Θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς, να βλέπω την αγάπη σας. Θέλω να την ακούω να τραγουδάει. Φέρε τη νύφη μου στο σπίτι!»
Έτσι μεγαλειότατε έτρεξα πίσω στη λίμνη, πήδησα στη βάρκα μου, έκανα κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, έριξα τα δίχτυα μου, μα μόνο ψάρια έβγαλα. Τα ξαναέριξα, και ξανά μόνο ψάρια έπιανα και ξανά και ξανά και ξανά. Μα έβγαζα μόνο ψάρια, εκείνη τη μέρα. Ήρθα όμως και την επόμενη μέρα, και την μεθεπόμενη και την μεθεπόμενη… Κι ερχόμουν κάθε μέρα και προσπαθούσα και προσπαθούσα μέχρι να βρω τη γυναίκα μου. Θα τη βρω…!
Μα τώρα…

…είπε ο γέρος κάνοντας υπόκλιση στο βασιλιά..

Ακούσατε την ιστορία μου μεγαλειότατε. Τώρα όμως επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο έργο μου. Πρέπει να βρω τη γυναίκα μου. Μπορεί να τα καταφέρω σήμερα!

Και ο γέρος υποκλίθηκε άλλη μια φορά στο βασιλιά, προχώρησε στη βάρκα του, μπήκε μέσα, έκανε κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, ξεδίπλωσε τα δίχτυα του, τα έριξε στο νερό, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό. Έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό, έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Ο Γιάννης ο Αλήθειας!

Λαϊκό παραμύθι από την Ιταλία

Σε μια πόλη κάπου στη νότια Ιταλία που δεν έχει και πολύ σημασία το όνομά της, ζούσε ένας φτωχός νέος. Αν και μετά βίας τα έφερνε βόλτα, ο Γιάννης ήταν πολύ τίμιος άνθρωπος και ποτέ στην ζωή του δεν είχε πει ψέματα. Ούτε καν από αυτά, τα μικρούλια που συνήθως λέμε στην καθημερινή μας ζωή, όπως : «δεν διάβασα γιατί πονούσε το κεφάλι μου» ή «αρρώστησα ξαφνικά και δεν μπόρεσα να έρθω» και άλλα τέτοια. Ο Γιάννης λοιπόν, έλεγε πάντα την αλήθεια και γι’ αυτό του βγάλανε το παρατσούκλι, «ο Αλήθειας».

Χωρίς να το θέλει, η φήμη του ταξίδεψε έξω από την πόλη και την πολιτεία που ζούσε κι έφτασε μέχρι την πρωτεύουσα. Επόμενο ήταν να τον καλέσει ο βασιλιάς στο παλάτι. Βλέπετε, ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια, τον πιο ειλικρινή πολίτη του βασιλείου του.

Ο Γιάννης ο Αλήθειας παρουσιάστηκε μπροστά του παρουσία και όλων των συμβούλων του βασιλιά. Άρχισαν να τον ρωτάνε διάφορα προκειμένου να επιβεβαιώσουν την φήμη του. Μετά από ώρες είχαν βγάλει την απόφασή τους. Όντως, ο Γιάννης ήταν ο πιο ειλικρινής πολίτης του βασιλείου και μπορεί κι όλου του κόσμου. Ο βασιλιάς τον συμπάθησε πάρα πολύ και του πρότεινε να μπει στην δούλεψή του. Του ανέθεσε το καλύτερο κοπάδι του και αρμοδιότητα του Γιάννη θα ήταν η φροντίδα του.

«The Shepherd». Πίνακας του Julien Dupré (1851-1910)

«The Shepherd». Πίνακας του Julien Dupré (1851-1910)

Έτσι, κάθε μέρα ο Γιάννης πήγαινε το κοπάδι για βοσκή κι όταν γυρνούσε παρουσιάζονταν πάντα μπροστά στον βασιλιά, του χάριζε μια βαθιά υπόκλιση με σεβασμό και ακολουθούσε πάντα ο ίδιος διάλογος:

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Ομορφότερος όσο ποτέ άλλοτε!

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός κι όλα κυλούσαν όμορφα. Ο βασιλιάς δεν έχανε στιγμή χωρίς να παινέψει τον Γιάννη για την συμπεριφορά, την εργατικότητα, την τιμιότητα και την ειλικρίνειά του. Επόμενο ήταν, οι υπόλοιποι αυλικοί να αρχίσουν να ζηλεύουν τον Γιάννη και να τον φθονούν. Μαζεύτηκαν λοιπόν κρυφά και σκέφτηκαν να βρούνε τρόπο ώστε να τον οδηγήσουνε στο να πει κάποιο ψέμα και να χάσει έτσι την εύνοια του βασιλιά.

Την άλλη μέρα ο πρωθυπουργός επισκέφτηκε τον βασιλιά και του είπε:

 Μεγαλειότατε, παρακολουθώ την πρόοδο του Γιάννη Αλήθεια και με έχει γοητεύσει. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι κάποια από αυτές τις μέρες, θα αρχίσει κι αυτός να λέει ψέματα.

Αγαπητέ μου πρωθυπουργέ, πολύ φοβάμαι ότι η διαίσθηση σου δεν λειτουργεί καλά. Αποκλείεται ο Γιάννης να πει κάποιο ψέμα.

Μα μεγαλειότατε, όλοι ψεύδονται. Αποκλείεται να μείνει ο Γιάννης έτσι.

Μην επιμένεις. Ο Γιάννης διαφέρει από τους υπόλοιπους.

Αφήστε με να σας αποδείξω ότι κι ο Γιάννης λέει ψέματα. Θα τον δοκιμάσω και θα δούμε.

Πολύ καλά. Δοκίμασέ τον. Αν ο Γιάννης πει ψέμα, θα διωχθεί από το παλάτι και την δούλεψή μου. Αν όμως δεν το καταφέρεις, τότε θα διώξω εσένα.

Ο πρωθυπουργός γύρισε στο σπίτι του ανήσυχος γιατί δεν περίμενε αυτήν την απάντηση από τον βασιλιά. Η γυναίκα του, μόλις τον είδε ρώτησε να μάθει τί έχει και είναι στεναχωρημένος μα αυτός δεν της απάντησε. Μετά από πιέσεις όμως της τα είπε με το νι και με το σίγμα.

Γι’ αυτό στεναχωριέσαι άντρα μου. Άστο σε μένα!

Ήταν η απάντηση της γυναίκας του με την οποία και τον καθησύχασε. Την άλλη μέρα κιόλας ανέβηκε στο βουνό ψάχνοντας να βρει τον Γιάννη. Όταν τον αντάμωσε, του ζήτησε να αγοράσει τον μικρό ταύρο του βασιλιά μα ο Γιάννης αρνήθηκε. Του έταξε περισσότερα χρήματα μα και πάλι αρνήθηκε. Του υποσχέθηκε και δόξα μα ο Γιάννης δεν άλλαζε γνώμη. Τότε η γυναίκα άρχισε να κλαίει και να παρακαλάει τον Γιάννη λέγοντάς του ότι είναι μεγάλη ανάγκη. Του είπε ότι ο άντρας της είναι βαριά άρρωστος και χρειάζεται την καρδιά του ταύρου για να τον γιατρέψει. Μόνο τότε ο Γιάννης λύγισε, κι άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να δώσει τον ταυρό στην γυναίκα.

Καλά, μα τι θα πω στον βασιλιά μόλις τον αντικρίσω;

Πες του πως σου ξέφυγε από το κοπάδι και τρέχοντας έπεσε στον γκρεμό ή μπορείς ακόμα να του πεις ότι μια αγέλη λύκων όρμησε και τον κατασπάραξε.

Ο Γιάννης ο Αλήθειας συμφώνησε τελικά αν και βαθιά μέσα του δεν το ήθελε. Έσφαξε τον ταύρο και πρόσφερε έναντι αμοιβής την καρδιά του στην γυναίκα η οποία έφυγε τρέχοντας προσπαθώντας να μην δείξει την ικανοποίησή της ότι τον ξεγέλασε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα κι ο Γιάννης άρχισε να σκέφτεται, τί θα πει στον βασιλιά.

Πήρε ένα ξύλο από παραδίπλα και το έμπηξε στο χώμα. Κρέμασε την κάπα του πάνω σε αυτό, έβαλε και στην κορυφή του το καπέλο του. Φαντάστηκε πως ήταν ο βασιλιάς. Έσκυψε μπροστά του κι άρχισε να κάνει πρόβες το τί θα έλεγε μόλις τον συναντούσε…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Δεν γνωρίζω άρχοντά μου. Το έσκασε από το κοπάδι χθες το απόγευμα.

Μα όχι. Δεν έμεινε ικανοποιημένος από την τελευταία του απάντηση και ξεκίνησε ξανά από την αρχή…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Άσχημα τα νέα μεγαλειότατε. Χθες το μεσημέρι, κάτι τον τσίμπησε κι άρχισε να τρέχει μανιασμένος κι έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε.

Μα ούτε και τώρα ο Γιάννης ικανοποιήθηκε και δοκίμασε ξανά και ξανά και ξανά. Μόνο προς το απόγευμα του ήρθε μια ιδέα κι όταν την δοκίμασε έμεινε ευχαριστημένος. Έτσι, γύρισε στο παλάτι και αφού άφησε το κοπάδι πήγε και κοιμήθηκε ήσυχος. Την άλλη μέρα το πρωί, έκανε άλλη μια πρόβα τα λόγια που θα έλεγε και μετά κίνησε για να συναντήσει τον βασιλιά. Εκεί βρισκότανε κι ο πρωθυπουργός που είχε ενημερώσει ήδη τον βασιλιά για την προηγούμενη μέρα. Ο Γιάννης υποκλίθηκε μπροστά στον βασιλιά…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Όλοι περίμεναν με περιέργεια να ακούσουν το ψέμα που θα έλεγε ο Γιάννης, ο οποίος απάντησε χωρίς δισταγμό!

Τον μικρό σας ταύρο, τον έσφαξα εχθές το πρωί και την καρδιά του την έδωσα σε μια γυναίκα που την χρειαζότανε για τον άντρα της. Με πλήρωσε καλά. Είμαι έτοιμος να δεχτώ όποια τιμωρία διατάξεται, αλλά ψέματα δεν μπορώ να πω!

Τα χαμόγελα όλων που περίμεναν ότι ο Γιάννης θα έλεγε ψέματα, πάγωσαν. Ο βασιλιάς σηκώθηκε από τον θρόνο του και πλησίασε τον Γιάννη.

Όχι, δεν θα σε τιμωρήσω Γιάννη γιατί μου είπες την αλήθεια. Αντίθετα, θα τιμωρήσω αυτούς που προσπάθησαν να σε κάνουν να πεις ψέματα.

…και με τα λόγια αυτά, ο βασιλιάς έδιωξε από το παλάτι τον πρωθυπουργό του και διόρισε τον Γιάννη στην θέση του. Από τότε, μόνο αλήθειες ακούγονταν σε αυτό το βασίλειο!

Πηγή: Από το βιβλίο «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» των εκδόσεων Gutenberg

Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο γέροντας των Φώτων!

Διασκευή-Απόδοση: Αδελαϊς Ράπτη

Μια φορά, σε ένα φτωχό χωριό, ζούσανε δυο φίλοι, ο Γιωργής κι ο Κωσταντής. Εκεί δεν υπήρχαν μεγάλα χωράφια και τα ζώα ήταν λίγα. Έτσι οι οικογένειες τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.
Όμως οι άνθρωποι ήταν πολύ χαρούμενοι. Κάθε πρωί καλημερίζονταν. Για τις δουλειές του καθενός μαζευόταν όλο το χωριό και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Τα βράδυα κανένας δεν κλείδωνε την πόρτα του γιατί δεν φοβόταν.
Μόνο οι δυο φίλοι ήταν πάντα σκυθρωποί. Όλα τους φαινόταν λίγα. Δεν χόρταιναν, δεν γέλαγαν, όλα τους ενοχλούσαν! Αποφάσισαν λοιπόν να φύγουν από το χωριό. Κι ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Όλοι οι χωριανοί κατέβηκαν στην άκρη του χωριού και τους έδωσαν από κάτι να βάλουν στο ταγάρι τους, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τελευταίος έμεινε ο γέρος σοφός του χωριού τους.

Εγώ δεν έχω σπουδαία πράγματα να σας δώσω. Πάρτε από ένα κουτί που όμως θα το ανοίξετε όταν θα έχετε ανάγκη μεγάλη. Και θα σας πω και μια συμβουλή…
Μια σαύρα, ένας κύκλος και δυο κλειδιά θα σας σώσουν!

…είπε ο γέροντας και τους αποχαιρέτισε.

Έντεκα μέρες περπάταγαν ώσπου βρέθηκαν σε ένα φαλακρό βουνό. Μήτε δέντρο, μήτε νερό δεν έβρισκες εκεί. Παντού βράχια. Μόνο ψηλά στην κορυφή φαινόταν δέντρα πολλά και στην μέση τους ένα έλατο τόσο ψηλό και μεγάλο που λες και ακούμπαγε τον ουρανό.
Ξεκίνησαν λοιπόν τον ανήφορο να φτάσουν εκεί, να ξεκουραστούν. Μα όσο αυτοί ανέβαιναν τόσο η κορυφή ξεμάκραινε. Οι δυο φίλοι σταμάτησαν απελπισμένοι και κάθησαν σε έναν βράχο να βρουν μια λύση. Τότε πετάχτηκε ο Γιωργής και είπε στον φίλο του:

Μια σαύρα! Πρέπει να βρούμε μια σαύρα, όπως μας συμβούλεψε ο γερο-σοφός! Ας χωριστούμε και όποιος την βρει, την ακολουθεί. Μόλις νυχτώσει θα γυρίσουμε εδώ και θα μοιραστούμε ό,τι βρήκαμε.

Ο Κωσταντής όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε τίποτε. Ο Γιωργής όμως βρήκε μια σαύρα ανάμεσα στις πέτρες και την ακολούθησε με προσοχή. Εκείνη πήγε και χώθηκε στην τρύπα ενός βράχου. Σκύβει ο Γιωργής να δει και βλέπει έναν μικρό λάκκο με λίγο νεράκι και δίπλα δύο χούφτες βρασμένους σπόρους. Άπλωσε το χέρι να βάλει τους σπόρους στο μαντήλι και το νερό στο παγούρι. Όμως, από την πολλή πείνα και δίψα, δεν άντεξε. Έπεσε με τα μούτρα και ήπιε κι έφαγε χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον καημένο τον Κωνσταντή. Γύρισε λοιπόν, πίσω με άδεια τα χέρια και βρήκε τον φίλο του μισοπεθαμένο. Ο Γιωργής, γεμάτος λύπη κι ενοχή, τον άφησε εκεί και συνέχισε τον δρόμο για τη κορυφή μήπως και βρει τίποτε να φέρει. Μέχρι να φτάσει επάνω η πείνα και η δίψα είχαν και πάλι θεριέψει.

Όταν πια ανέβηκε, βρέθηκε σε έναν πανέμορφο κήπο, γεμάτο δέντρα με όμορφους καρπούς. Στην μέση, υψωνόταν το τεράστιο έλατο που το έβλεπαν από τους πρόποδες του βουνού. Δίπλα του υπήρχε μια λίμνη με καθάρια νερά. Τρέχει ο Γιωργής να πιει νερό, μα μόλις ακούμπησε τα χείλια του στην άκρη της, η λίμνη… ξεράθηκε! Άπλωσε το χέρι του να κόψει ένα μήλο από το διπλανό δέντρο μα η μηλιά ξεράθηκε κι αυτή! Ο Γιωργής τραβήχτηκε απογοητευμένος πίσω και τότε η λίμνη ξαναγέμισε νερό και η μηλιά έβγαλε ξανά ζουμερά μήλα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει μα κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο. Είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, όταν ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του ένας ψηλός γέροντας, με κάτασπρα μαλλιά και λαμπερά λευκά ρούχα.

%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86%cf%8e%cf%84%cf%89%ce%bdΕίμαι ο Γέροντας των Φώτων. Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα δέντρα και η λίμνη είναι φίλοι μου και έχουν εχθρό τους όποιον προδίδει την φιλία. Και ξέρουμε ότι, πριν λίγο, εσύ πρόδωσες τον καλύτερό σου φίλο. Όμως σήμερα, είναι παραμονή των Φώτων και σε λυπήθηκα. Αποφάσισα να σου δώσω μια ευκαιρία να σώσεις την ζωή σου αν σώσεις κι εσύ την μοίρα της γης!

…είπε ο γέρος; κι έδειξε το μεγάλο έλατο στον Γιωργή, που είχε χάσει την μιλιά του από τον φόβο του. Ύστερα είπε πάλι:

Σε αυτό το δέντρο κατοικεί η μοίρα της γης. Κάθε Χριστούγεννα βγαίνουν παράξενοι καλικάντζαροι, που δεν μοιάζουν με τους άλλους, και προσπαθούν να ρίξουν κάτω το δέντρο. Κρύψου καλά και μόλις τους δεις σκέψου έναν τρόπο να σώσεις το δέντρο και την μοίρα της γης. Απόψε είναι η τελευταία τους ευκαιρία.

Αυτά είπε κι εξαφανίστηκε! Κρύφτηκε ο Γιωργής και περίμενε. Σε λίγο, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι, άγριοι, βρώμικοι και αντί για χέρια είχαν κάτι μακριές κουτάλες που έφταναν μέχρι το χώμα. Άναψαν μεγάλη φωτιά, έβαλαν επάνω ένα καζάνι με νερό κι έριξαν μέσα βατράχια, φίδια και σκουλήκια να τα μαγειρέψουν. Όταν όμως το σιχαμερό φαγητό τους ετοιμάστηκε δεν μπορούσαν να βάλουν στο στόμα τους ούτε μια μπουκιά γιατί τα κουταλόχερά τους ήταν τόσο μακριά που κανένας δεν μπορούσε να ακουμπήσει το φαγητό στα χείλη του. Θυμωμένοι τότε και αγριεμένοι από την πείνα, ορμούσαν με δύναμη επάνω στο δέντρο που ίσα ίσα κρατιόταν από μια άκρη και ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να χαθεί έτσι η μοίρα της Γης.

Ο Γιωργής προσπαθούσε με αγωνία να βρει έναν τρόπο να μην γίνει το κακό. Θυμήθηκε τότε την δεύτερη συμβουλή του γερο-σοφού συγχωριανού του. Ένας κύκλος σκέφτηκε και πετάχτηκε από την κρυψώνα του. Οι καλικάντζαροι, μόλις τον είδαν, σταμάτησαν να χτυπούν το δέντρο και όρμησαν να σκοτώσουν εκείνον. Μα ο Γιωργής τους φώναξε:

Περιμένετε! Μπορώ να σας βοηθήσω να φάτε και να χορτάσετε.

Εκείνοι τον αγριοκοίταξαν αλλά σταμάτησαν και περίμεναν τα λόγια του με δυσπιστία και ανησυχία. Πεινούσαν χρόνια τώρα και θέλανε να ακούσουν τι είχε να τους πει αυτός ο ανθρωπάκος.

Ακούστε τι θα κάνετε! Σχηματίστε όλοι έναν κύκλο γύρω από το καζάνι με το φαγητό. Θα βουτάτε τις κουτάλες σας, θα γεμίζετε με φαγητό και θα ταϊζετε αυτόν που είναι απέναντί σας. Έτσι, χωρίς να κουραστείτε και βοηθώντας ο ένας τον άλλον, θα χορτάσετε όλοι!

Οι καλικάντζαροι με τα κουταλόχερα, κοιτάχτηκαν απορημένοι, έκαναν έναν κύκλο γύρω από το καζάνι και, δειλά-δειλά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά, άρχισαν να ταϊζουν ο ένας τον άλλον. Και όσο χόρταιναν τόσο ηρεμούσαν και άρχισαν να γελάνε σαν τα παιδιά και μερικοί έκαναν και τούμπες από την χαρά τους!
Τότε, εμφανίστηκε πάλι δίπλα στον Γιωργή ο λευκός γέροντας και σηκώνοντας το χέρι του, του έδειξε το δέντρο της Γης που, όση ώρα οι καλικάντζαροι έτρωγαν και γέλαγαν, εκείνο είχε δέσει και ήταν πάλι ολόκληρο. Κοίταξε χαμογελώντας τον Γιωργή και του είπε:

Εύγε! Τα κατάφερες!

Ο Γιωργής όμως έσκυψε το κεφάλι και απάντησε:

Kαι τι να το κάνω; Τι με νοιάζει; Εγώ έχασα τον καλύτερό μου φίλο!

Μην απελπίζεσαι, Γιωργή! Ο δρόμος σου τώρα αρχίζει!

…και με αυτά τα λόγια ο γέροντας των Φώτων χάθηκε πάλι.

Όμως, κι ο Γιωργής, πριν προλάβει να τον φωνάξει, βρέθηκε ξανά μπροστά στον βράχο που τον είχε οδηγήσει η σαύρα. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα από την τρύπα του βράχου, είδε έκπληκτος ότι ο λάκκος είχε πάλι νεράκι και δίπλα του υπήρχαν ακόμη οι βρασμένοι σπόροι. Χωρίς να χάσει λεπτό γέμισε το παγούρι του, έβαλε και τους σπόρους στο μαντήλι του και έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο. Όταν έφτασε στο σημείο που είχαν χωριστεί με τον φίλο του, βρήκε τον Κωνσταντή να τον περιμένει σαν να μην είχαν χωριστεί την προηγούμενη μέρα. Μα τι είχε συμβεί; Ήταν όνειρο; Ήταν θαύμα;

Τίποτε δεν βρήκα, Γιωργή.

…του είπε λυπημένος ο φίλος του.

Μην στεναχωριέσαι Κωνσταντή. Κάτι βρήκα εγώ και για τους δυο μας.

Ήταν λιγοστό αυτό που έφαγαν και ήπιαν μα πήρανε λίγο δύναμη και άρχισαν να κουβεντιάζουν τι θα κάνουν. Έβαλε ο Κωσταντής το χέρι στο δισάκι του μήπως βρει τίποτε χρειαζούμενο και έπιασε το κουτί που τους είχε δώσει ο γέρο-σοφός την μέρα που άφηναν το χωριό τους. Έβγαλε κι ο Γιωργής το δικό του. Για μεγάλη τους έκπληξη μόλις άνοιξαν τα δυο κουτιά, είδανε ότι τα κλειδιά που υπήρχαν μέσα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού τους.
Κατάλαβαν λοιπόν, ποιο ήταν το μήνυμα. Ότι δηλαδή, το ομορφότερο μέρος του κόσμου ήταν ο δικός τους τόπος, οι δικοί τους άνθρωποι που τους αγαπούσαν. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής και όταν έφτασαν στο χωριό όλοι έτρεχαν και τους αγκάλιαζαν.

Από τότε τριγυρνούσαν πάντα μαζί και ήταν πάντα χαμογελαστοί και ευγενικοί με όλους και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,, | Σχολιάστε

Η αλεπού κι ο λύκος πάνε για ψάρεμα!

Λαϊκό παραμύθι από την Ρωσία –

Αλεπού στα χιόνιαΈνα ζευγάρι ηλικιωμένων ζούσε σε ένα μακρινό και απόμερο χωριό της Ρωσίας. Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Η λίμνη κοντά στο χωριό είχε παγώσει τόσο πολύ, που τα παιδιά κάνανε πατινάζ πάνω της. Η φύση ολάκερη είχε ντυθεί στα άσπρα με το χιόνι να πέφτει μέρα και νύχτα.

Ένα πρωινό, ο γέρος ζήτησε από την γυναίκα του να του ετοιμάσει λίγα κουλουράκια να πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Αυτή δεν του χάλασε το χατίρι. Έπειτα έδεσε το έληθρο στα σκυλιά του και ξεκίνησε για την λίμνη. Άνοιξε μια τρύπα στην παγωμένη πλάτη της λίμνης και ψάρευε για ώρες και συνέχεια έβγαζε ψάρια λογιώ-λογιώ. Τέλος, τα φόρτωσε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το καλύβι του.

Στην επιστροφή, ανάμεσα σε δύο δέντρα, είδε ξαπλωμένη στο χιόνι μια αλεπού.

Δεν άντεξε το κρύο… Δεν θα πάει χαμένη όμως. Θα την δώσω στην γρια μου για να την γδάρει και να πουλήσουμε την γούνα της!

…σκέφτηκε ο γέρος και την φόρτωσε στο έλκηθρο μαζί με τα ψάρια. Ξεκίνησε και πάλι για το καλύβι του. Μα η αλεπού που δεν ήταν ψόφια, αλλά προσποιότανε, άρχισε να πετάει ένα-ένα τα ψάρια στο δρόμο κι όταν τελείωσαν, έπεσε κι η ίδια.

Όταν ο γέρος έφτασε στην καλύβα του φώναξε την γυναίκα του να δει την ψαριά που της έφερε καθώς και την αλεπού. Μα η γυναίκα τα έχασε όταν αντίκρισε ένα άδειο έλκηθρο. Το ίδιο κι ο γέρος που την πάτησε από την αλεπού.

Εν τω μεταξύ, η αλεπού κατάφερε και μάζεψε όλα τα ψάρια. Κάθισε σε ένα δέντρο από κάτω κι άρχισε να απολαμβάνει το γεύμα της όταν εμφανίστηκε ένας πεινασμένος λύκος!

Καλή σου μέρα αγαπημένη μου αλεπού!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου λύκε!

Τί καλό τρως εκεί;

Δεν βλέπεις; Ψάρια!

Δεν μου προσφέρεις κι εμένα ένα ψαράκι που έχω μέρες να φάω;

Και γιατί να σου προσφέρω; Στο χρωστάω; Τι με πέρασες; Να πας να ψαρέψεις αν θες να φας ψάρια.

Μα δεν ξέρω να ψαρεύω!

Δεν είναι και τίποτα δύσκολο βρε αδερφέ. Πάνε στην λίμνη, άνοιξε μια τρύπα και χώσε τουν ουρά σου μέσα. Έτσι ψαρεύουμε εμείς τα ζώα.

Με την συμβουλή αυτή της αλεπούς ο λύκος κίνησε για την λίμνη κι έκανε έτσι ακριβώς. Άνοιξε μια τρύπα κι έχωσε την ουρά του. Κάθισε για ώρες εκεί μέχρι που νύχτωσε. Τότε, προσπάθησε να σηκωθεί, μα η ουρά του είχε παγώσει για τα καλά και δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου.

Πρέπει να έχω πιάσει πάρα πολλά ψάρια για να μην μπορώ να τραβήξω την ουρά μου έξω…

…σκέφτηκε ο λύκος και συνέχισε να ψαρεύει.

Το επόμενο πρωί, ήρθαν στην λίμνη γυναίκες για να γεμίσουν με νερό τα δοχεία και τις στάμνες τους. Μα μόλις είδαν τον λύκο βάλανε τις φωνές. Έπειτα, πήρανε ξύλα από το δάσος κι όρμηξαν καταπάνω του κι άρχισαν να τον χτυπάνε όπως χτυπάνε τα χαλιά για να τα ξεβρωμίσουν. Μάταια προσπαθούσε ο λύκος να τις ξεφύγει. Με την ουρά παγωμένη στην λίμνη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα.

Έφαγε πολλές ξυλιές ώσπου δεν άντεξε άλλο. Έβαλε όλη τη δύναμή του και πετάχτηκε μακριά τους τρέχοντας…

…όσο για την ουρά του, αυτή έμεινε ακόμα εκεί να ψαρεύει. Από τότε, οι λύκοι σταμάτησαν να ψαρεύουν με τις ουρές!

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Αναζητώντας έναν τίμιο άνθρωπο!

– Λαϊκό παραμύθι της Κίνας –

Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Στην φυλακήΗ ιστορία μας, θα μας ταξιδέψει σε ένα βασίλειο βαθιά στην ανατολή. Ένας φτωχός άνθρωπος βρέθηκε στην ανάγκη και η κακιά στιγμή τον οδήγησε σε μια άσχημη απόφαση. Να κλέψει. Μπήκε σε ένα μαγαζί και την ώρα που προσπαθούσε να κρύψει μια ξύλινη πίπα μέσα στα ρούχα του, τον πιάσανε. Τον κλείσανε φυλακή και έμεινε εκεί για αρκετό καιρό χωρίς όμως να γίνει δικαστήριο. Ο φτωχός άνθρωπος άρχισε να φοβάται για την τύχη του βλέποντας να μην γίνεται τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται τρόπους για το πως θα βγει από την φυλακή. Σκέφτηκε να δραπετεύσει, μα η ασφάλεια των φυλακών ήταν πολύ αυστηρή και δεν είχε ελπίδες. Έτσι, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την πονηριά. Ένα πρωί, φώναξε τον φύλακα και ζήτησε να δει τον βασιλιά για τον οποίο είχε ένα πολύτιμο δώρο.

Ο φύλακας τον οδήγησε στον βασιλιά ο οποίος απόρησε με την επιθυμία του φυλακισμένου.

Λοιπόν; Τι είναι αυτό το πολύτιμο δώρο που έχεις να μου προσφέρεις;

Ο φτωχός άνθρωπος στεκόταν ταπεινά μπροστά στον βασιλιά. Δίχως να σηκώσει το κεφάλι του, έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί. Το έδωσε στον βασιλιά κι αυτός το ξετύλιξε γεμάτος περιέργεια. Όταν αντίκρισε ένα κουκούτσι από αχλάδι, δεν ήξερε αν πρέπει να γελάσει ή να διατάξει να του πάρουνε το κεφάλι αμέσως. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τον θυμό του, ρώτησε στον φτωχό άνθρωπο…

Αν δεν κάνω λάθος, αυτό εδώ είναι ένα απλό κουκούτσι από αχλάδι.

Όχι μεγαλειότατε, δεν κάνετε λάθος. Ένα κουκούτσι από αχλάδι είναι. Αλλά είναι πολύ σπάνιο. Αν το φυτέψετε θα γίνει ένα τεράστιο δέντρο, μα τα αχλάδια του δεν θα είναι συνηθισμένα, αλλά χρυσά.

Ο βασιλιάς σάστισε μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, αλλά δεν τον πίστεψε και του απάντησε…

Κι αφού είναι έτσι, γιατί δεν το σπέρνεις εσύ;

Δεν είναι απλό μεγαλειότατε. Για να βγάλει χρυσά αχλάδια, θα πρέπει να φυτευτεί από κάποιον που δεν έχει κλέψει ποτέ του και δεν έχει κοροϊδέψει κανέναν. Αλλιώς τα αχλάδια του θα είναι τα συνηθισμένα που βλέπουμε και στην αγορά. Γι αυτό κι εγώ το προσφέρω σε εσάς. Είμαι σίγουρος πως εσείς δεν έχετε κλέψει ποτέ σας και δεν έχετε εξαπατήσει κανέναν.

Αυτά είναι ανοησίες…

…απάντησε ο βασιλιάς αν και βαθιά μέσα του πίστεψε στα λόγια του φτωχού. Θυμήθηκε όμως ότι όταν ήταν μικρός, είχε κλέψει από την μητέρα του ένα δαχτυλίδι που είχε στην κοσμηματοθήκη της και τότε κατηγορήθηκε μια υπηρέτρια. Έτσι φοβήθηκε ότι αν φύτευε αυτός το κουκούτσι, η αχλαδιά θα έβγαζε συνηθισμένα αχλάδια.

Ο φτωχός άνθρωπος γύρισε τότε προς τον υπουργό του βασιλιά και πρότεινε να το φυτέψει αυτός. Μα κι ο υπουργός αρνήθηκε θεωρώντας τα ανοησίες, αλλά στην αλήθεια φοβότανε για τον εαυτό του που εύκολα ο κόσμος τον δωροδοκούσε.

Στην συνέχεια πρότεινε τον στρατηγό του βασιλικού στρατού μα κι αυτός δεν δέχτηκε μιας και εξαπατούσε τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους. Έπειτα στον ανώτατο δικαστή μα κι αυτός δεν ήταν καλύτερος. Πολλές φορές οι αποφάσεις τους ευνοούσαν τους πιο ισχυρούς κι έτσι αρνήθηκε να το πάρει και να το φυτέψει. Το ίδιο κι ο διευθυντής των φυλακών που ανάλογα με τα δώρα που λάμβανε από τους φυλακισμένους, ήταν λιγότερο ή και καθόλου αυστηρός απέναντί τους.

Αυτό συνεχίστηκε λίγο ακόμα και με άλλους άρχοντες και σύμβουλους του βασιλιά και κανείς δεν δεχότανε να πάρει να φυτέψει το κουκούτσι γιατί πολύ απλά κανείς τους δεν ήταν απολύτως καθαρός. Έτσι ο φτωχός άνθρωπος, γύρισε με νεύρο προς όλους αυτούς και τους είπε με θάρρος.

Είστε όλοι απαράδεκτοι γιατί είστε κλέφτες, ψεύτες και απατεώνες και δεν εξαιρώ κανέναν σας. Κι όμως κανείς σας δεν είναι στην φυλακή. Εγώ το μόνο που έκανα σε μια δύσκολη στιγμή, ήταν να κλέψω μια φτηνή ξύλινη πίπα και γι’ αυτό με έχουν βάλει στην φυλακή.

Σιωπή επικράτησε αρχικά στην αίθουσα, μα σύντομα ο βασιλιάς ξέσπασε σε γέλια. Παραδέχτηκε τον φτωχό άνθρωπο και διέταξε να τον αφήσουν ελεύθερο.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το ποντικάκι, ο πιστός φίλος

Λαϊκό παραμύθι της πρώην Τσεχοσλοβακίας

%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b9Πριν πολλά χρόνια, αλλά όχι και πάρα πολλά -αφού την ιστορία που θα σας πω την θυμάμαι καλά- στο μπαλκόνι ενός αγροτόσπιτου, καθότανε ένα λουκάνικο και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Η καγκελόπορτα που βρισκότανε δίπλα του, το πρόσεξε και το ρώτησε έκπληκτη:

Τί έχεις και κλαις καλό μου λουκάνικο;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή.

Τί μου λες; Δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Κρίμα το καημένο. Στεναχωρέθηκα πολύ. Έτσι μου έρχεται να βγω από τους μεντεσέδες μου.

Κι όπως το είπε, έτσι κι έκανε η καγκελόπορτα. Τραντάχτηκε απότομα και βγήκε από τους μεντεσέδες της. Από τον θόρυβο ξύπνησε ο φράχτης της αυλής. Γύρισε προς το μπαλκόνι και είδε την καγκελόπορτα πεσμένη. Απόρησε με την σειρά του και της φώναξε:

Τί έπαθες βρε καγκελόπορτα και έπεσες;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του και το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να βγω από τους μεντεσέδες μου.

Πω-πω… Κρίμα βρε συ. Τί κακό ήταν αυτό. Στεναχωρέθηκα τώρα. Ε λοιπόν κι εγώ θα γκρεμοτσακιστώ.

Και με το που τελειώνει την φράση του, δίνει μια και πέφτει καταγής λυπημένος. Εκείνη την ώρα, ετοιμαζότανε να σταθεί πάνω του μια καρακάξα, η οποία τρόμαξε όταν τον είδε να σωριάζεται κάτω και τον ρώτησε:

Μα τί έπαθες στα καλά καθούμενα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ κι η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να γκρεμοτσακιστώ.

Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που μου λες. Τα έχω χαμένα. Ε τότε κι εγώ θα δέσω τα πόδια μου.

Έτσι κι έκανε. Έδεσε τα πόδια της με ένα κομάτι σκοινί που βρήκε πεταμένο παραδίπλα και πέταξε προς το δάσος. Εκεί, σταμάτησε στο κλαδί ενός δέντρου. Μα το δάσος απόρησε με την καρακάξα που είχε δέσει τα πόδια της και δεν δίστασε να την ρωτήσει:

Πώς σου ήρθε να δέσεις τα πόδια σου βρε καρακάξα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της κι ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να δέσω τα πόδια μου.

Αυτό που μου είπες μόλις τώρα με στεναχώρησε πάρα πολύ. Δεν έχω κουράγιο να στέκομαι όρθιο. Έτσι μου έρχεται να ρίξω όλα μου τα δέντρα.

Δεν θα το πιστέψετε αυτό που ακολούθησε. Ένα-ένα τα δέντρα του δάσους, άρχισαν να ξεριζώνονται και να πέφτουν κάνοντας έναν δυνατό κρότο, μέχρι που το δάσος ισοπεδώθηκε. Ο έντονος θόρυβος τρόμαξε ένα ελάφι που περνούσε από εκεί. Όταν αντίκρισε το δάσος στην κατάστασή του, τα έχασε και το ρώτησε:

Καλό μου δάσος, πώς σου ήρθε πέσεις κατάχαμα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε κι η καρακάξα έδεσε τα πόδια της. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να ξεριζωθώ.

Απίστευτο. Αυτό δεν το περίμενα. Από την στεναχώρια μου, μου έρχεται να σπάσω τα κέρατά μου.

Το είπε και το έκανε. Άρχισε να χτυπάει τα κέρατά του στον κορμό ενός δέντρου που ήταν πεσμένος μέχρι που έσπασαν σε πολλά κομάτια κι ύστερα άρχισε να τρέχει χωρίς να ξέρει κι αυτό προς τα που. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε μια πηγή και σταμάτησε να ξεδιψάσει. Η πηγή μόλις το αντίκρισε και είδε τα σπασμένα κέρατα, το ρώτησε:

Τί έπαθαν τα κέρατά σου; Γιατί έσπασαν;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της και το δάσος ξεριζώθηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να σπάσω τα κέρατά μου.

Αμάν. Κρίμα μωρέ. Λυπήθηκα πολύ. Έτσι μου έρχεται να λασπωθώ.

Και λασπώθηκε για τα καλά. Άφησε το χώμα να ενωθεί με το κρυστάλινο δροσερό νερό της και στο άψε-σβήσε χυνότανε λασπόνερο. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε μια κοπέλα που κρατούσε μια πήλινη στάμνα. Είχε φτάσει εκεί για να την γεμίσει με νερό. Τα έχασε όμως όταν αντίκρισε την πηγή να τρέχει με λασπόνερο.

Πού πήγε το δροσερό και κρυστάλιν νερό σου πηγούλα μου;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε και το ελάφι έσπασε τα κέρατά του. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να λασπωθώ.

Πέθανε το ποντικάκι; Τί μου λες; Πολύ κρίμα. Ε λοιπόν κι εγώ θα σπάσω την στάμνα μου.

Η κοπέλα πέταξε με δύναμη την στάμνα που κρατούσε κι αυτή έπεσε σε κάτι βράχια που υπήρχαν εκεί παραδίπλα και έσπασε σε πολλά κομάτια. Έτσι, γύρισε στο σπίτι της χωρίς νερό και με άδεια χέρια. Η μητέρα της που έφτιαχνε ένα γλυκό και χρειαζότανε το νερό, ξαφνιάστηκε όταν την είδε με άδεια χέρια και την ρώτησε:

Που είναι η στάμνα με το νερό κόρη μου;

Άσε μητέρα. Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε, το ελάφι έσπασε τα κέρατά του και η πηγή λασπώθηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να σπάσω την στάμνα.

Πέθανε το ποντικάκι; Πνίγηκε; Απίστευτο. Κι εγώ κάθομαι και κάνω γλυκό; Απαράδεκτο…θα το χαλάσω το γλυκό μου.

Κι αρπάζει η μητέρα της κοπέλας το κουτί με το αλάτι και το χύνει στο γλυκό. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μπήκε μέσα ο άντρας της ο οποίος βλέποντας την γυναίκα του να ρίχνει αλάτι στο γλυκό απόρησε.

Βρε γυναίκα, αυτό είναι το αλάτι κι όχι η ζάχαρη. Χαλάς το γλυκό έτσι. Μα τί έπαθες;

Αχ άντρα μου, που να στα λέω. Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε, το ελάφι έσπασε τα κέρατά του, η πηγή λασπώθηκε κι η κόρη μας έσπασε την στάμνα σε πολλά κομάτια. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να χαλάσω το γλυκό.

Τί να σου πω βρε γυναίκα. Αυτό το νέο είναι πραγματικά δυσάρεστο και λυπηρό. Ήταν πολύ καλός φίλος το ποντικάκι και θα μας λείψει σε όλους. Αλλά όμως, δεν πρέπει να αντιδράμε έτσι, ούτε θα αλλάξει κάτι.

Και λέγοντας αυτά κίνησε να βγει από το σπίτι μα τον σταμάτησε πάλι η γυναίκα του…

Που πας;

Πάω να φτιάξω ένα καινούργιο κοτέτσι στις κότες μας. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι έτοιμο να πέσει.

Ο χωρικός πήγε στην αυλή του κι όταν τελείωσε με το κοτέτσι, δηλαδή μετά από αρκετή ώρα, η γυναίκα του είχε ξεκινήσει να φτιάχνει ένα άλλο γλυκό. Η κόρη τους πήγε και αγόρασε μια καινούργια στάμνα για να την γεμίζει με νερό. Η πηγή είχε καθαρίσει από τις λάσπες και τα χώματα. Στο κεφάλι του ελαφιού, άρχισαν φυτρώνουν και πάλι κέρατα. Στο δάσος, όπου υπήρχαν δέντρα που ξεριζώθηκαν, φύτρωσαν μικρά δενδρύλια. Η καρακάξα έλυσε το σχοινί από τα πόδια της και πέταξε για μακριά. Ο φράχτης τέντωσε τα ξύλα του και στήθηκε πάλι όρθιος. Η καγκελόπορτα κατάφερε με δύο κινήσεις να μπει ξανά στους μεντεσέδες της και το λουκάνικο σκούπισε για τα καλά τα δάκρυά του.

Όμως ποτέ μα ποτέ, κανείς από όλους αυτούς κι άλλους πολλούς που δεν σας είπα, δεν ξέχασε και δεν θα ξεχάσει τον πιστό και καλό μας φίλο, το ποντικάκι…κι ελπίζω να μην τον ξεχάσετε ούτε κι εσείς.

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια του Gianni Rodari από τις εκδόσεις GUTENBERG 

Απόδοση – Διασκευή: Χρήστος Π. Τσίρκας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,,,,,,,,, | Σχολιάστε

Το γέρικο βόδι

%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%ce%b2%cf%8c%ce%b4%ce%b9-2Τα πολύ παλιά τα χρόνια τα ζώα συνήθιζαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς να μαζεύονται όλα μαζί, να διηγούνται τα κατορθώματα τους για την χρονιά που πέρασε και έτσι να αποφασίζουν τον ήρωα της χρονιάς! Δεν υπήρχε σειρά, απλά έπαιρνε ο καθένας τον λόγο και μιλούσε για το πιο σπουδαίο πράγμα που είχε κάνει την συγκεκριμένη χρονιά. Έπρεπε όλοι να μιλήσουν και μόνο τότε να μπορέσουνε όλοι μαζί να αποφασίσουν.

Την χρονιά εκείνη λοιπόν πρώτος μίλησε ο ελέφαντας, που ήταν πιο μεγαλόσωμος απ’ όλους. Άρχισε να μιλά γεμάτος καμάρι γιατί αυτή την χρονιά είχε ταξιδέψει σε χώρες μακρινές, φορώντας μεταξωτά υφάσματα στην πλάτη του και στολίδια στο λαιμό και στα πόδια του, μα το πιο σημαντικό ήταν πως κουβαλούσε στην πλάτη του τον αυτοκράτορα!

Έπειτα πήρε το λόγο το λιοντάρι μιλώντας για τον ηρωισμό του και την δύναμη του. Πως προστάτεψε τα μικρά του από κάθε κίνδυνο, πως έτρεξε χιλιόμετρα πολλά κυνηγώντας άλλα ζώα εξασφαλίζοντας έτσι τροφή για την οικογένεια του.

Ο σκύλος είπε πόσο χρήσιμος ήταν στους ανθρώπους γιατί ήταν πιστός φύλακας και προστάτευε τα πρόβατα και τα σπίτια τους.

Και η αλεπού με την σειρά της καυχήθηκε για το πώς ξεγελούσε τους χωρικούς, και τους σκύλους, και τρύπωνε στα κοτέτσια τους αρπάζοντας κότες. Κι έτσι ήταν χορτάτη όλο το χρόνο και αυτή και το σόι της.

Νιαούρισε τότε η γάτα και πήρε τον λόγο λέγοντας πως ήταν ζεστή συντροφιά για τους ανθρώπους και συγχρόνως πως κατάφερε να καθαρίσει τα σπίτια τους απ΄ τα ποντίκια.

Ο λαγός ήταν ο επόμενος και είπε για την γρηγοράδα του και για το ότι είχε κάνει εκείνη την χρονιά δυό ντουζίνες κουνελάκια. Μετά μίλησε το μυρμήγκι για την ικανότητα του να κουβαλάει σπόρους μέχρι και τρείς φορές μεγαλύτερους από το μέγεθός του. Και η μέλισσα περηφανεύτηκε για το χρυσό μέλι που κάνει και τρελαίνονται οι άνθρωποι με την γεύση του.

Μίλησαν και τα πουλιά για το πώς καθάριζαν τα σπαρτά από τα ζωύφια αλλά και πως διασκέδαζαν τους αγρότες με τα κελαϊδίσματα τους. Και τα ψάρια πήραν τον λόγο και είπαν πως έδωσαν τόνους τροφή στους ανθρώπους.

Μετά σηκώθηκε ο γάιδαρος και τους είπε που κουβάλησε στην πλάτη του πολλές οκάδες ξύλα κι αυτό σε δύσκολα μονοπάτια μέσα στα βουνά και οι καμήλες τότε μίλησαν και είπαν πως αυτές μετέφεραν βαριά φορτία μέσα στην έρημο για μέρες πολλές, χωρίς νερό και φαγητό.

Μίλησαν και οι κότες, τα άλογα, τα φίδια, οι πεταλούδες και τα γουρούνια…

Με την κουβέντα λοιπόν πήρε να ξημερώνει η πρώτη μέρα του νέου χρόνου κι ένα γέρικο βόδι, που καθόταν ζαρωμένο σε μια γωνιά, δεν είχε μιλήσει ακόμη. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι του και τα μάτια του καρφωμένα στο χώμα σαν να ντρεπόταν και να ήθελε να κρυφτεί. Η πονηρή αλεπού όμως το πρόσεξε και του φώναξε κοροϊδευτικά:

Ε γέρο δεν μιλάς; Δεν θα μας πεις τι σπουδαίο έκανες φέτος;

είπε και γέλασε δυνατά.

Το βόδι ντράπηκε και μαζεύτηκε περισσότερο στην γωνιά του. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έκανε κι αυτό σπουδαία πράγματα. Κάποτε με την δύναμη του έσερνε το άροτρο κι όργωνε τα χωράφια κι έπειτα γυρνούσε με υπομονή την μυλόπετρα στ’ αλώνι για να γίνει το σιτάρι αλεύρι. Τώρα όμως είχε γεράσει και δεν είχε δύναμη, περνούσε όλη την μέρα του μέσα στον στάβλο χωρίς να κάνει κάτι σπουδαίο. Εκείνη την στιγμή τις σκέψεις του διέκοψε ο κόκκορας που πήδηξε στην πλάτη του και του φώναξε:

 Κι κι ρι κου! Πες μας λοιπόν, έκανες τίποτα άξιο λόγου ετούτη την χρονιά ή μόνο τεμπέλιαζες;

Τότε το βόδι σήκωσε τα μεγάλα του μάτια κοίταξε τα ζώα γύρω του και με ταπεινή φωνή τους είπε:

Πριν από πέντε βράδια, που είχε τσουχτερό κρύο, μπήκανε στο στάβλο ένας άντρας και μία γυναίκα. Η γυναίκα ύστερα από λίγο γέννησε ένα μωρό. Προσπαθούσε να το ζεστάνει αλλά μάταια, η νύχτα ήταν παγωμένη. Τότε πλησίασα το μωρό και με την ανάσα μου το κράτησα ζεστό όλη νύχτα. Το πρωί οι άνθρωποι με το μωρό έφυγαν. Δεν ξέρω αν είναι σπουδαίο αλλά εγώ αυτό έχω να σας διηγηθώ για φέτος.

%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%ce%b2%cf%8c%ce%b4%ce%b9

…είπε το βόδι και γύρισε στην γωνιά του. Κανείς δεν μίλησε. Είχαν πέσει όλοι σε βαθιά σκέψη. Τότε μόνο η κουκουβάγια που ‘ναι απ’ όλα τα ζώα η πιο σοφή, φώναξε δυνατά:

Ζήτω το βόδι!!! Ζήτω!!!

Ζήτω το βόδι!!!

…φώναξαν και τα υπόλοιπά ζώα. Την χρονιά εκείνη το βόδι έγινε ο ήρωας των ζώων και χαιρότανε πολύ γι αυτό, γιατί ακόμη και στο τέλος της ζωής του φάνηκε χρήσιμο στους ανθρώπους.

«Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια»

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Κόκορας

Παραμύθι από την Μαλαισία – Απόδοση Χρήστος Π. Τσίρκας

Ήλιος Σελήνη ΚόκοραςΣτα πολύ παλιά χρόνια, κάπου μέσα στην απεραντοσύνη του ουρανού, ζούσαν τρία αδέρφια. Ο μεγαλύτρος ήταν ο Ήλιος, αμέσως μετά η Σελήνη κι μικρότερος αδερφός ήταν ο Κόκορας.

Ένα πρωινό, ο Ήλιος είχε πάει για δουλειά κι έμειναν στο αιθέριο σπίτι τους η Σελήνη με τον Κόκορα. Αργά το απόγευμα η Σελήνη είπε στον Κόκορα να βγει και να μαζέψει το κοπάδι μα ο Κόκορας επειδή ήταν κουρασμένος από τις δουλειές που έκανε στο σπίτι, αρνήθηκε να πάει. Τότε η Σελήνη θύμωσε πολύ. Τον άρπαξε από το κόκκινο λειρί του και με δύναμη τον πέταξε από τον ουρανό στην γη.
Αργά το βράδυ, γύρισε ο Ήλιος και απόρησε με την απουσία του Κόκορα. Έτσι, ρώτησε την Σελήνη κι αυτή του εξήγησε το τί είχε συμβεί. Ο Ήλιος στεναχωρέθηκε και θύμωσε κι αυτός με την σειρά του. Γύρισε και της είπε:

Καλή μου Σελήνη, μου φαίνεται ότι δεν ξέρεις ή δεν μπορείς να ζήσεις ειρηνικά με τους άλλους. Είσαι εγωίστρια. Γι’ αυτό κι εγώ θα φύγω και θα σε αφήσω μόνη σου. Εσύ θα βγαίνεις το βράδυ, ενώ εγώ την ημέρα. Όσο για τον αδερφό μας τον Κόκορα που τον έδιωξες τόσο άδικα, δεν θα σε αγαπάει, ενώ εμένα δεν πρόκειται να με ξεχάσει ποτέ. Όταν θα ξυπνάω εγώ, θα ξυπνάει κι αυτός και θα δείχνει την χαρά του. Όταν θα ξυπνάς εσύ όμως, αυτός θα φεύγει και θα κρύβεται στο σπίτι του για να μην σε δει.

Κι έτσι γίνεται από τότε. Μόλις η ημέρα ξεκινάει με την ανατολή του Ήλιου, πρώτος ο Κόκορας τον υποδέχεται στην πλάση και φωνάζει :

Κικιρίκου…Κικιρίκου…

…που στην γλώσσα των κοκόρων θα πει «κι εγώ είμαι εδώ». Ενώ, μόλις ο Ήλιος δύει και ετοιμάζεται να εμφανιστεί η Σελήνη, ο Κόκορας φεύγει και κρύβεται στο σπίτι του για να μην συναντήσει την αδέρφη του που δεν την αγαπάει πια.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Συμιγδαλένιος

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα της αφεντιάς σας.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δύο βασίλεια. Στο ένα ζούσε ένας βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του και την καλόκαρδη κόρη τους. Και στο άλλο ένας άλλος βασιλιάς που επίσης ζούσε με την γυναίκα του και την κόρη του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα του πρώτου βασιλείου ήθελαν να παντρέψουν την μονάκριβή τους. Μια μέρα λοιπόν λέει ο βασιλιάς στην κόρη του:

Άκου κόρη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς και να κάνεις κι εσύ την δική σου οικογένεια.

Να παντρευτώ πατέρα μου αλλά ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα.

…απάντησε η κόρη του.

Ο βασιλιάς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την απάντηση της κόρης του κι έτσι άρχισε να τις φέρνει διάφορους γαμπρούς για να επιλέξει τον καλύτερο.

Όχι πατέρα μου. Δεν θέλω κανέναν από αυτούς. Κάτι άλλο θέλω. Μπορείς να μου το κάνεις;

Πες το κόρη μου και αμέσως θα φροντίσω να το έχεις.

Να, θέλω να μου φέρεις ένα τσουβάλι αμύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.

Να σου τα φέρω κόρη μου αλλά τι θα τα κάνεις όλα αυτά;

Φέρτα εσύ και μη σε νοιάζει.

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι 2

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Ο βασιλιάς λοιπόν δεν έχασε καιρό. Πήγε πήρε ο,τι του ζήτησε η μονάκριβή του και περίμενε να δει τι θα τα έκανε. Τότε η βασιλοπούλα του είπε:

Ευχαριστώ πατέρα μου. Τώρα θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και δεν θέλω να με αναζητήσει κανείς.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αν και ανησύχησαν σεβάστηκαν την επιθυμία της κόρης τους. Για σαράντα ολόκληρες ημέρες δεν την ενόχλησαν καθόλου.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, έσπασε τα αμύγδαλα, τα καθάρισε όλα, ζύμωσε το σιμιγδάλι μαζί με την ζάχαρη και έφτιαξε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε καθόταν από πάνω του, τον λιβάνιζε και του έλεγε:

Δεν μου μιλείς μάτια μου, δε μου μιλείς φως μου;

Αυτό το έκανε για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και έκλαιγε και λυπότανε πολύ. Το τελευταίο βράδυ ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούστηκε μια φωνή:

Αχ! Τι γλυκά που κοιμόμουνα κι εσύ με ξύπνησες. Ποια είσαι;

Ήταν ο σιμιγδαλένιος. Η βασιλοπούλα σαστισμένη γεμάτο χαρά όμως απάντησε:

Εγώ είμαι αυτή που σε έπλασα και που θα σε παντρευτώ.

Βγαίνει από το δωμάτιο η βασιλοπούλα πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει τα ευχάριστα νέα.

Πατέρα και μητέρα μου, αυτός είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο Σιμιγδαλένιος μου. Τον έπλασα εγώ η ίδια. Έβαλα όλη μου την αγάπη. Τον έκανα από αμύγδαλο που συμβολίζει την γονιμότητα για να κάνουμε πολλά παιδιά, και από ζάχαρη για να είναι η ζωή μας γλυκιά και τέλος από σιμιγδάλι για να είμαστε πάντα ευτυχισμένοι.

Στο παλάτι όλοι ήταν χαρούμενοι. Κάλεσαν όλον τον κόσμο στον γάμο. Και ξεκίνησαν τα τραγούδια, οι φωνές, τα γέλια…

Τώρα μεταφερόμαστε στο δεύτερο βασίλειο, που σε αυτό ζούσε όπως είπαμε ένας άλλος βασιλιάς με την γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη όμως αυτού του βασιλιά ήταν κακιά, εγωίστρια και κακομαθημένη και τα ήθελε όλα δικά της. Έτσι λοιπόν μόλις έμαθε για τον σιμιγδαλένιο τον ήθελε για δικό της άντρα. Ο πατέρας της, της έλεγε:

Βρε κόρη μου, που να τον βρούμε; Αφού τον έχει άλλη.

Δε με νοιάζει. Εγώ τον θέλω για μένα. Αν δεν μου τον φέρεις θα αρρωστήσω.

Πράγματι, αρρώστησε η κόρη του από τον καημό. Τι να κάνει ο βασιλιάς. Δεν μπορούσε να βλέπει την κόρη του σε αυτήν την κατάσταση. Έτσι συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν:

Λοιπόν γυναίκα θα φτιάξουμε ένα πλοίο και θα το φορτώσουμε με χρυσαφικά, γυαλικά, ρούχα… ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Θα πάει το πλοίο στο διπλανό βασίλειο για να πουλήσει την πραμάτεια του και μόλις ανέβει ο σιμιγδαλένιος στο πλοίο για να αγοράσει αυτό που θέλει θα τον κλέψουμε.

Η βασίλισσα μην έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και διέταξαν αμέσως τους εργάτες να ετοιμάσουν το πλοίο. Αφού το έφτιαξαν ο βασιλιάς είπε στο πλήρωμα:

Θα πάτε κάτω από το σπίτι που βρίσκεται ο Σιμιγδαλένιος και μόλις τον δείτε να ανεβαίνει στο πλοίο θα σηκώσετε τα πανιά και θα φύγετε αμέσως. Προσέξτε όμως να μη σας δει κανείς.

Φόρτωσαν το πλοίο και ξεκίνησαν. Σύντομα, έφτασε κάτω από το σπίτι του Σιμιγδαλένιου. Μόλις ξύπνησαν οι δούλες και είδαν το πλοίο γεμάτο χρυσαφικά, ασημικά, γυαλικά και ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς πήγαν αμέσως στην βασιλοπούλα να της το πουν. Τότε η αθώα βασιλοπούλα χωρίς να σκεφτεί το κακό που ήθελε να της κάνει η βασιλοπούλα του δεύτερου βασιλείου είπε στον Σιμιγδαλένιο να πάει στο πλοίο και να πάρει ό,τι θέλει.

Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά; Δε τα χρειαζόμαστε.

Σιμιγδαλένιε μου από αυτά τα γυαλικά δεν έχουμε. Από αυτά θέλω να πας να πάρεις.

Όχι βρε γυναίκα. Δεν τα χρειαζόμαστε. Τόσα γυαλικά έχουμε.

Να πας Σιμιγδαλένιε μου, να πας. Αυτά που έχουμε έχουν παλιώσει.

Καλά λοιπόν, πηγαίνω.

Τι να κάνει λοιπόν ο Σιμιγδαλένιος, πήγε. Το πλήρωμα αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβαλε στο πλοίο και όση ώρα του έδειχναν ό,τι καλό είχαν, σήκωσαν τα πανιά και εξαφανίστηκαν. Τον πήρανε τον Σιμιγδαλένιο και τον πήγαν στο παλάτι του άλλου του βασιλιά. Εκεί η βασιλοπούλα τον περίμενε πως και πως. Μόλις τον είδε τον πλησίασε και του έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Καλωσόρισες ξένε στο παλάτι μας. Ορίστε! Πάρε να πιεις αυτό να δροσιστείς.

Ο Σιμιγδαλένιος χωρίς να το σκεφτεί πίνει το νερό και στη στιγμή ξέχασε την γυναίκα του. Ξέχασε όλη την μέχρι τότε ζωή του. Η βασιλοπούλα είχε βάλει στο νερό ένα μαγικό φίλτρο για να μην θυμάται τίποτα. Έτσι αφού τον ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο τον πήρε για άντρα της.

Ας αφήσουμε τώρα τον Σιμιγδαλένιο με τη δεύτερη γυναίκα του και ας πάμε στην πρώτη.
Η πρώτη γυναίκα του μόλις ήρθε το μεσημέρι και δεν φάνηκε ο Σιμιγδαλένιος άρχισε να αναρωτιέται και να ανησυχεί.

Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Γιατί δεν επέστρεψε; Έφυγε; Και αν έφυγε που πήγε; Και γιατί να φύγει; Σιμιγδαλένιε μου; Σιμιγδαλένιε μου που είσαι;

Άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ο βασιλιάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η βασιλοπούλα είπε στον πατέρα της.

Πατέρα μου θα φύγω.

Μα που θα πας παιδάκι μου;

Θα φύγω πατέρα. Θα πάω να βρω τον σιμιγδαλένιο μου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Χωρίς να χάσει καιρό βγήκε στους δρόμους η βασιλοπούλα και άρχισε να τον ψάχνει. Γύριζε μέρες, νύχτες… Έγινε αγνώριστη. Μια μέρα εκεί που περπατούσε συνάντησε μια γυναίκα. Με το στήθος της πάνιζε, με το στήθος της φούρνιζε. Την πλησίασε και της είπε.

Θεία, τι κάνεις εδώ; Κάτσε να σε βοηθήσω.

Της φτιάχνει ένα πανόξυλο και της λέει:

Να θεία, έτσι πανίζουν και φουρνίζουν.

Τότε η θεία της απαντάει:

Αχ παιδάκι μου! Ο Θεός να στο ξεπληρώσει το καλό που μου έκανες.

Θεία, θέλω να με γιατρέψεις.

Και τι γιατρειά θέλεις να σου κάνω;

Ποια είσαι εσύ;

Εγώ παιδάκι μου είμαι μάνα, κι έχω τον ήλιο γιο.

Αχ θεία. Να καθίσω να του πω για τον Σιμιγδαλένιο μου.

Ου… Παιδάκι μου… Τρελάθηκες; Αν καθίσεις θα σε φάει.

Κρύψε με εσύ θεία να του πω κι εγώ τον καημό μου. Σε παρακαλώ.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα, την λυπήθηκε η μάνα του ήλιου και την έκρυψε κάτω από το τραπέζι. Μόλις βασίλεψε ο ήλιος πήγε στην μάνα του.

Καλησπέρα σταυρομάνα.

Καλησπέρα γιε μου.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να την βρω εγώ την ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Απαπα.. Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Κατέβασε η μάνα του το καζάνι με το φαγητό, του έβγαλε ψωμί, νερό και αφού ο ήλιος έφαγε όλο το φαγητό του λέει:

Πεινάς άλλο παιδάκι μου;

Όχι μάνα.

Σαν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτήν;

Όχι μάνα, όχι, δεν πεινάω άλλο.

Σαν δεν πεινάς να βγει μια κοπελιά να σου πει τον καημό της. Βγες παιδάκι μου.

Της λέει η θεία και η βασιλοπούλα βγήκε και λέει στον ήλιο:

Ήλιε μου λαμπρέ, λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω καλή μου εγώ; Εγώ το πρωί βγαίνω και το βράδυ είμαι πίσω. Στο φεγγάρι να πας που γυρίζει όλη νύχτα. Άντε μάνα, δώς της και ένα καρύδι.

Έδωσε η μάνα το καρύδι, τους ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, τους χαιρέτησε και ξεκίνησε να πάει να βρει το φεγγάρι. Μόλις έφτασε στην μάνα του φεγγαριού, αυτή μαγείρευε και ετοίμαζε για να έρθει το φεγγάρι να φάει. Η βασιλοπούλα άρχισε να την παρακαλάει για να πει τον καημό της στον γιο της. Μετά από λίγο λέει η φεγγαρομάνα:

Άντε, φύγε τώρα γιατί θα έρθει το φεγγάρι και θα σε φάει αν σε δει.

Αχ θεία κρύψε με κάπου να πω τον πόνο μου στον γιο σου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου;

Σε παρακαλώ θεία, κρύψε με σε παρακαλώ.

Καλά λοιπόν. Έλα εδώ.

Ανοίγει ένα ντουλάπι και την βάζει μέσα. Έφεξε ο Θεός και έφτασε το φεγγάρι σπίτι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει μάνα.

Που να βρεθεί εδώ ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα. Έχει τίποτα να φάω;

Όλα τα καλά σου έφτιαξα παιδάκι μου.

Του ετοίμασε το τραπέζι, έβγαλε φαγητά, ψωμιά, όλα τα καλά, κάθισε το φεγγάρι και έφαγε. Αφού τέλειωσε το φαγητό του, του λέει η μάνα του:

Παιδάκι μου έφαγες;

Έφαγα μάνα.

Αν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτή;

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Άντε βγες κορίτσι μου να πεις τον πόνο σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και του λέει:

Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπρογεμισμένο, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω εγώ κορίτσι μου; Εγώ βγαίνω από βράδυ σε πρωί. Στα αστέρια να πας. Που είναι πολλά. Αν δεν τον έχει δει το ένα θα τον έχει δει το άλλο. Άντε μάνα, φίλεψέ την ένα αμύγδαλο.

Παίρνει το αμύγδαλο η βασιλοπούλα, τους χαιρετάει και φεύγει με δάκρυα στα μάτια και ραγισμένη την καρδιά. Έφυγε απογοητευμένη και πήγε να βρει τα αστέρια μήπως κάποιο είδε τον καλό της. Όταν έφτασε στο σπίτι τους, την καλοδέχτηκε η μάνα τους όπου κι αυτή ετοίμαζε φαγητό για τα παιδιά της. Αφού την βοήθησε η βασιλοπούλα να ετοιμάσει το φαγητό γιατί τα αστέρια ήταν πολλά και δεν θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα μόνη της, πλησίαζε η ώρα που θα έφταναν τα αστέρια. Τότε γυρίζει η μάνα τους και λέει στην βασιλοπούλα:

Άντε φύγε τώρα. Θα έρθουνε τα αστέρια να φάνε και θα σε φάνε αν σε βρουν εδώ.

Αχ θεία, δεν με κρύβεις κάπου για να τους πω τον πόνο μου; Αυτά πολλά είναι. Όλο και κάποιο αστέρι θα είδε τον Σιμιγδαλένιο μου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου; Αν γλιτώσεις από τον έναν δεν γλιτώνεις από τον άλλον.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα και δεν έλεγε να φύγει. Τι να κάνει και η μάνα τον αστεριών, την λυπήθηκε και την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα αστέρια.

Καλημέρα μάνα.

Λέει το μεγαλύτερο αστέρι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να βρεθεί ανθρώπινη ψυχή εδώ παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας, φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Στην στιγμή εμφανίστηκαν και τα άλλα αστέρια.

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα…

Κάθισαν όλα στο τραπέζι, τους έβγαλε η μάνα τους να φάνε και αφού φάγανε και ήπιανε τους ρωτάει:

Αν είχατε μια ανθρώπινη ψυχή την τρώγατε κι αυτή;

Ο Θεός να μη το δώσει μάνα.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, άντε κορίτσι μου βγες τώρα και πες τον καημό σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και τους λέει:

Αστέρια μου λαμπρά, λαμπρά και λαμπρογεμισμένα, ψηλά όπου διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε, μην είδατε τον άντρα μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δούμε εμείς κορίτσι μου; Εμείς βγαίνουμε το βράδυ και γυρίζουμε το πρωί.

Είπε το μεγαλύτερο αστέρι.

Εγώ κοπέλα μου νομίζω πως τον είδα.

Πετάχτηκε το μικρότερο αστέρι.

Τον είδες; Πού; Πού βρίσκεται; Πες μου σε παρακαλώ.

Δεν είμαι σίγουρος κορίτσι μου. Αλλά, για μια στιγμή. Είπες σιμιγδαλένιος είναι;

Ναι αστεράκι μου. Εγώ τον έφτιαξα, μόνη μου. Από αμύγδαλο, ζάχαρη και σιμιγδάλι. Δεν μπορεί να μην τον είδατε κάπου. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Ναι, ναι. Αυτός ήταν. Σίγουρα. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Λοιπόν, πού τον είδες;

Σε ένα παλάτι, εφτά μερόνυχτα δρόμο από εδώ.

Αστεράκι μου, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να με πας εκεί;

Το μεγαλύτερο αστέρι θύμωσε και δεν ήθελε να βοηθήσει την βασιλοπούλα. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν κακός ο αδερφός του με το να προδώσει που ακριβώς είναι ο Σιμιγδαλένιος. Μα η βασιλοπούλα τον καθησύχασε λέγοντάς του πως δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Έτσι το μεγαλύτερο αστέρι συμφώνησε .

Καλά λοιπόν. Αν δεν το μάθει κανείς εντάξει. Άντε αδερφέ μου βοήθησε το κορίτσι να βρει τον αγαπημένο της. Να προσέχετε. Μάνα δως της κι ένα φουντούκι.

Η βασιλοπούλα πήρε το φουντούκι, τους ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά της κι έφυγε με το μικρό αστέρι για την Κρήτη. Μόλις έφτασε στο παλάτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε μια δούλα και της λέει:

Καλημέρα! Έρχομαι από ένα μακρινό χωριό και χάθηκα. Μπορείς να πεις στην κυρά σου να με αφήσει να κοιμηθώ σε ένα δωμάτιο; Είμαι φτωχιά και ορφανή.

Πήγε η δούλα το είπε στην κυρά της και αυτή συμφώνησε. Την έβαλαν λοιπόν σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκείνη την στιγμή να και ο Σιμιγδαλένιος. Κλειδώνεται η βασιλοπούλα στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα που δεν την θυμήθηκε ο άντρας της. Μόλις ξημέρωσε έσπασε το καρύδι που της είχε δώσει η μάνα του ήλιου και βγήκε από μέσα ένα χρυσό μαγκάνι.
Όταν οι δούλες πήγαν να δουν αν είναι όλα εντάξει με την ξένη είδαν να λαμπυρίζει από μακριά το μαγκάνι. Πήγαν αμέσως να το πουν στην κυρά τους. Τότε τους λέει αυτή:

Άντε, πάτε και ρωτήστε την τί θέλει να της δώσουμε για να το αγοράσουμε.

Πάνε οι δούλες την ρωτάνε και απαντάει η βασιλοπούλα:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ με λεφτά. Τον Σιμιγδαλένιο μόνο να μου δώσει η κυρά σας μια βραδιά.

Πήγαν οι δούλες, το είπαν στην κυρά τους. Έξαλλη αυτή απαντάει:

Τι; Για τα μούτρα της τον έχω τον Σιμιγδαλένιο;

Οι δούλες όμως την έπεισαν. Του έδωσαν πάλι το νερό με το μαγικό φίλτρο για να κοιμηθεί και να μην θυμάται τίποτα και της τον πήγαν. Μόλις της τον έφεραν η βασιλοπούλα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει κλαίγοντας.

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ δεν είμαι αυτή που σε έπλασε;

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε μα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δε σταμάτησε να κλαίει. Το επόμενο πρωί οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στην κυρά τους.

Μετά από κανα δυο μέρες, σπάζει το αμύγδαλο που της είχε δώσει η μάνα του φεγγαριού. Μόλις το έσπασε βγήκε από μέσα μια χρυσή ανέμη. Την ώρα εκείνη μπαίνουν στο δωμάτιο οι δούλες και βλέπουν την ανέμη. Αμέσως πήγαν να το πουν στην κυρά τους:

Αχ κυρά για σένα είναι αυτή η ανέμη.

Άντε, πάντε να την ρωτήσετε τι θέλει για να την αγοράσουμε κι αυτήν.

Πήγανε στην βασιλοπούλα και την ρώτησαν, μα αυτή τους απάντησε:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε λεφτά, τον Σιμιγδαλένιο θέλω μόνο για μια βραδιά ακόμα.

Η δεύτερη βασιλοπούλα πάλι αντέδρασε στην επιθυμία αυτή αλλά οι δούλες της πάλι την κατάφεραν. Του έδωσαν πάλι το μαγικό φίλτρο και της τον πήγαν. Η βασιλοπούλα έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου.

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε αλλά πάλι δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δεν σταμάτησε να κλαίει από τον καημό της. Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν πάλι οι δούλες και τον πήραν.
Μετά από κανα δυο μέρες σπάζει και το φουντούκι, που της είχε δώσει η μάνα των αστεριών. Μέσα από το φουντούκι βγήκε αυτήν την φορά μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλάκια της. Εκείνη την στιγμή νασου πάλι οι δούλες. Κατεβαίνουν γρήγορα στην κυρά τους, της το λένε και ήθελε να τα αγοράσει και αυτά. Η βασιλοπούλα για αντάλλαγμα ζήτησε για άλλο ένα βράδυ τον Σιμιγδαλένιο. Πάλι θύμωσε η δεύτερη βασιλοπούλα αλλά την κατάφεραν και αυτήν την φορά ο δούλες.

Ετοίμασαν πάλι το μαγικό φίλτρο, αλλά αυτήν την φορά ο Σιμιγδαλένιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και έκανε πως το ήπιε ενώ το έχυσε όταν δεν τον έβλεπε κανείς και έκανε τον κοιμισμένο. Τον πήγανε στη βασιλοπούλα, αυτή έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;

Όταν ξαφνικά ο Σιμιγδαλένιος αντέδρασε:

εεε.. σταμάτα να κλαις. Ποια είσαι;

Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου. Η γυναίκα σου. Αυτή που σε έπλασε. Μα δεν θυμάσαι τίποτα;

Μα τι λες; Και πως έγινες έτσι; Γιατί έγινες έτσι;

Έτσι έγινα γιατί σε έχασα και σε έψαχνα για μέρες ολόκληρες. Αλλά τώρα σε βρήκα. Και δεν θα φύγω από εδώ αν δεν φύγουμε μαζί.

Αργά το βράδυ ο Σιμιγδαλένιος με την βασιλοπούλα φύγανε μαζί χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γυρίσανε στο παλάτι τους και ζήσανε ξανά μαζί. Κάνανε πολλά παιδιά και ήταν ευτυχισμένοι.
Όσο για την δεύτερη βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό της και δεν βγήκε ποτέ ξανά από το παλάτι.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τα τέσσερα αδέρφια

Παραμύθι των αδερφών Γκριμ. Επιμέλεια: Αδελαϊδα Ράπτη!

Κάποτε, σ’ ένα μικρό ορεινό χωριουδάκι ζούσε ο μπαρμπα-Χρήστος με τους τέσσερις γιούς του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει και είχε μεγαλώσει μόνος του τα παιδιά που έγιναν έξυπνα και καλά παλικάρια. Μια μέρα τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

Παιδιά μου, εγώ δεν μπορώ πια να σας προσφέρω τίποτε παραπάνω. Πρέπει να φύγετε και να μάθετε μια τέχνη για να μπορέσετε να ζήσετε.

Τα τέσσερα αδέρφια είχαν καταλάβει κι αυτά ότι για να βοηθήσουν τον πατέρα τους έπρεπε να φύγουν στα ξένα γιατί το χωριό τους ήταν μικρό και φτωχό. Ετοίμασαν λοιπόν τα λιγοστά τους πράγματα, πήραν την ευχή του πατέρα τους και έφυγαν από το πατρικό σπίτι. Περπάτησαν ώρες πολλές ώσπου έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Ο μεγάλος αδερφός τότε τους σταμάτησε και τους είπε:

Αδέρφια, εδώ νομίζω είναι το καλύτερο σημείο να χωρίσουμε και να πάρει ο καθένας μας από έναν δρόμο. Πρέπει όλοι να μάθουμε μια τέχνη αλλά μόλις περάσουν τέσσερα χρόνια θα επιστρέψουμε όλοι σ’αυτό το ίδιο μέρος για να γυρίσουμε πίσω στο χωριό μας όλοι μαζί.

Ο μεγαλύτερος πήρε τον δρόμο που πήγαινε βόρεια. Περπάτησε κάμποσες μέρες ώσπου συνάντησε κάποιον και του διηγήθηκε την ιστορία του. Αυτός τότε τον ρώτησε:

Και τι τέχνη θέλεις να μάθεις;

Κάτι που να είναι καλό και χρήσιμο.

…απάντησε το παλικάρι.

Τότε έλα μαζί μου, εγώ χρειάζομαι έναν βοηθό και νομίζω ότι είσαι τίμιος και άξιος…τι λες;

Και τι τέχνη θα μου μάθεις;

…ρώτησε ο μεγάλος αδερφός.

Εγώ φτιάχνω αέρινα γάντια!

…του εκμυστηρεύθηκε εκείνος.

Μ’αυτά τα γάντια ό,τι αγγίζεις, ακόμα και το πιο βαρύ πράγμα του κόσμου, αυτό γίνεται αμέσως ελαφρύ σαν πούπουλο και μπορείς να το μεταφέρεις όπου θέλεις. Όμως πρέπει να γίνεις δυνατός στα μπράτσα και επιδέξιος στα δάχτυλα.

Του άρεσε του παλικαριού η ιδέα και ακολούθησε τον τεχνίτη. Έμεινε κοντά του τέσσερα χρόνια και έξυπνος όπως ήταν έγινε στην τέχνη καλύτερος από το αφεντικό του. Ευχαριστημένος και εκείνος από το παλικάρι, όταν ήρθε η ώρα να φύγει, του χάρισε ένα ζευγάρι αέρινα γάντια με την συμβουλή να τα φυλάξει και να τα χρησιμοποιήσει με σύνεση.

Ο δεύτερος αδερφός πήρε τον δρόμο που πήγαινε νότια. Μέρες πολλές περπάτησε κι αυτός κι όταν βρήκε στο δρόμο του ένα χάνι κάθησε να φάει και να ξεκουραστεί. Συλλογιότανε τι να κάνει, όταν ένας άντρας από το διπλανό τραπέζι τον ρώτησε τι έχει και αναστενάζει. Το παλικάρι, του είπε την ιστορία του κι εκείνος του πρότεινε να τον ακολουθήσει και να του μάθει την τέχνη του.

Και ποια είναι η τέχνη σου;

…θέλησε εκείνος να μάθει.

Η αστρονομία. Έλα να γίνεις βοηθός μου και θα δεις ότι τίποτε στον κόσμο δεν θα μένει κρυφό από σένα και θα τα γνωρίζεις όλα.

Του άρεσε του δεύτερου γιου αυτό που του είπε ο αστρονόμος και τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Πέρασαν τα τέσσερα χρόνια κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει εκείνος του χάρισε ένα τηλεσκόπιο!

Στάθηκες άξιος βοηθός μου και έγινες καλύτερος κι από μένα. Μ’αυτό το τηλεσκόπιο που σου χαρίζω θα βλέπεις και θα γνωρίζεις τα πάντα σ’ όλη τη γη αλλά και ψηλά στον ουρανό. Τίποτε δεν θα είναι κρυφό για σένα.

Ο τρίτος γιος βρήκε στον δρόμο του έναν κυνηγό. Έξυπνος κι αυτός σαν τα αδέρφια του δεν άργησε να ξεπεράσει στην τέχνη τον κυνηγό και να γίνει ακόμα καλύτερος και σαν ήρθε και για εκείνον η ώρα να φύγει αυτός του δώρισε ένα όπλο.

Μπορεί να σου φαίνεται απλό μα, όταν θα σημαδεύεις, θα μπορείς να χτυπήσεις με μιας, δυο και τρεις στόχους μαζί κι ας μην είναι και στην ίδια ευθεία.

Ο τέταρτος και μικρότερος αδερφός συναντήθηκε με έναν ράφτη. Είπε την ιστορία του αλλά όταν εκείνος του πρότεινε να του μάθει την τέχνη του, ο μικρός αδερφός αρνήθηκε:

Μπα, καθόλου δεν μ’ αρέσει αυτή η τέχνη. Μου φαίνεται πολύ βαρετό να κάθομαι με τις ώρες σε μια καρέκλα και να πηγαίνει το χέρι μου πάνω κάτω όλη την μέρα κρατώντας μια βελόνα και μια κλωστή.

Μα η δική μου ραφτική δεν μοιάζει με τις άλλες. Είναι διαφορετική και ευχάριστη. Κοντά μου θα γίνεις ένας πραγματικός καλλιτέχνης.

Εντυπωσιάστηκε ο μικρός γιος από την ιδέα, ακολούθησε τον ράφτη και τέσσερα χρόνια αργότερα είχε γίνει ο καλύτερος καλλιτέχνης στο ράψιμο.

Θα σου χαρίσω αυτήν την βελόνα. Μ’αυτήν θα μπορείς να ράψεις ακόμα και τα πιο παράξενα πράγματα. Από το πιο μαλακό σαν το ασπράδι του αυγού μέχρι το πιο σκληρό σαν την σιδερένια πανοπλία.

…του είπε το αφεντικό του την ώρα που τον αποχαιρετούσε.

Έτσι, μετά από τέσσερα χρόνια τα αγαπημένα αδέρφια συναντήθηκαν και πάλι στο σημείο που είχαν χωρίσει. Αγκαλιάστηκαν και γύρισαν όλοι μαζί στο χωριό τους. Συγκινήθηκε ο καημένος ο μπαρμπα-Χρήστος όταν είδε τα παλικάρια του που τόσο τα είχε αποθυμήσει. Κάθισαν όλοι μαζί στην αυλή και τους ρωτούσε συνέχεια για όσα ζήσανε και για τις τέχνες που μάθανε και όλο κουνούσε το κεφάλι του παραξενεμένος γι’αυτά τα παράξενα που του έλεγαν τα αγόρια του, μη μπορώντας να τα πιστέψει.

Για να δω λοιπόν τι αξίζουν οι τέχνες σας.

Γύρισε τότε στον δεύτερο γιο και του είπε:

Βλέπεις εκείνο το ψηλό δέντρο στην άκρη του κάμπου; Στην κορφή του, ανάμεσα σε δυο κλωνιά, είναι η φωλιά ενός σπίνου. Μπορείς να δεις πόσα αυγά έχει μέσα;

Παίρνει ο αστρονόμος το τηλεσκόπιο και λέει:

Πέντε αυγά είναι μέσα! 

Κατέβασε τώρα εσύ τα αυγά από την φωλιά χωρίς να σε καταλάβει η μητέρα που κάθεται και τα κλωσάει!

…γύρισε και είπε στον μεγαλύτερο. Φόρεσε εκείνος τα αέρινα γάντια, σκαρφάλωσε και χωρίς να ενοχλήσει την μητέρα που κλωσούσε, πήρε και έφερε τα αυγά στον πατέρα του. Εκείνος έβαλε τα τέσσερα αυγά στις τέσσερις άκρες του τραπεζιού και το πέμπτο το έβαλε στο κέντρο.

Εσύ γιε μου, που λες πως έγινες άξιος κυνηγός, με μια ριξιά κόψε όλα τα αυγά στην μέση.

…είπε στον τρίτο του γιο. Εκείνος σημάδεψε και με μιας έκοψε τα πέντε αυγά ακριβώς στη μέση, σε δύο ίσα κομμάτια το καθένα.

Σειρά σου τώρα, εσύ μικρότερε. Ράψε κάθε αυγό και κάθε πουλάκι που ήταν μέσα, με τέτοιο τρόπο, που να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν.

Εκείνος με λίγες και γρήγορες βελονιές έραψε τα αυγά, χωρίς να φαίνεται η ραφή. Τα πήρε πάλι ο μεγαλύτερος με τα αέρινα γάντια του και τα ξανάβαλε στην θέση τους χωρίς η μητέρα να καταλάβει τίποτα. Κι όταν τα πουλάκια γεννήθηκαν το μόνο σημάδι που είχαν ήταν μια κόκκινη γραμμούλα σαν κορδέλα, γύρω από τον λαιμό τους, εκεί που ο ράφτης είχε κάνει την ραφή.

Ενθουσιασμένος ο μπαρμπα-Χρήστος αγκάλιασε τ’ αγόρια του και τους είπε:

Mπράβο παιδιά μου. Ο χρόνος σας δεν πήγε χαμένος. Μάθατε σπουδαίες τέχνες! Είμαι πολύ περήφανος για σας!

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν κακό μεγάλο αναστάτωσε την χώρα. Την μονάκριβη και όμορφη κόρη του βασιλιά την άρπαξε ένας φοβερός και άγριος δράκος μέσα στην νύχτα, την ώρα που κοιμόντουσαν όλοι και είχε εξαφανιστεί. Μαύρο δάκρυ έριχνε ο άμοιρος πατέρας για την συμφορά που τον βρήκε αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Έστειλε τους ντελάληδες σ’ όλη την χώρα και υποσχέθηκε πως όποιος του έφερνε πίσω την κόρη του θα του την έδινε γυναίκα του.

Τώρα είναι ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τις τέχνες μας, είπαν τα τέσσερα αδέρφια και κίνησαν να βρουν την βασιλοπούλα. Ανέβηκαν στον λόφο κοντά στο σπίτι τους και ο αστρονόμος άρχισε να την ψάχνει με το τηλεσκόπιό του.

Την βλέπω. Είναι πάνω σ’ έναν βράχο καταμεσής στην θάλασσα και ο δράκος είναι ξαπλωμένος στα πόδια της και την φυλάει.

…φώναξε στα αδέρφια του.

Τα τέσσερα αδέρφιαΠαρουσιάστηκαν στον βασιλιά και του ζήτησαν ένα πλοίο για να πάνε να φέρουνε την κόρη του πίσω. Εκείνος, γεμάτος ελπίδα και αγωνία μαζί, τους έδωσε το καλύτερο καράβι του. Ταξίδεψαν μέρες και κάποια στιγμή πλησίασαν στον βράχο όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Η βασιλοπούλα τους είδε αλλά δεν κουνήθηκε μην τυχόν ξυπνήσει τον δράκο που κοιμόταν στα πόδια της. Τα αδέρφια κάθησαν και σκέφτηκαν τι ήταν καλύτερο να κάνουν. Αποφάσισαν να πλησιάσουν τον βράχο από την πίσω πλευρά. Προσεκτικά τότε, ο μεγαλύτερος αδερφός σκαρφάλωσε και απαλά απαλά, με τα αέρινα γάντια του, σήκωσε αγκαλιά την βασιλοπούλα χωρίς ο δράκος να καταλάβει τίποτε. Γύρισαν στο καράβι και βιαστικά πήραν τον δρόμο της επιστροφής, ακούγοντας ακόμα το δυνατό ροχαλητό του δράκου.

Κάποια στιγμή όμως, εκείνος ξύπνησε και είδε ότι η βασιλοπούλα δεν ήταν εκεί. Μούγκρισε άγρια και θυμωμένα και πέταξε στον αέρα ψάχνοντάς την αφηνιασμένα. Δεν άργησε να ανακαλύψει το πλοίο και όταν είδε την όμορφη κόρη όρμηξε με δύναμη να την αρπάξει. Γρήγορα, τότε ο κυνηγός, βγάζει το όπλο του και πυροβολεί τον δράκο στην καρδιά. Ο δράκος έπεσε νεκρός πάνω στο καράβι αλλά ήταν τόσο βαρύς που το έκανε κομμάτια.

Βρέθηκαν όλοι στην θάλασσα και αρπάχτηκαν από σανίδες για να μην πνιγούν. Ευτυχώς ο μικρός ραφτάκος, μέσα στον χαμό, δεν είχε χάσει την μαγική βελόνα του. Με μεγάλες βελονιές ένωσε όλα τα κομμάτια του πλοίου πριν τα κύμματα τα σκορπίσουν μακριά και έτσι συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής χωρίς κανέναν κίνδυνο.

Ο βασιλιάς τους περίμενε κάτω στο λιμάνι και δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε την μονάκριβη κόρη του ζωντανή. Έκλαιγε από την χαρά του και ευχαριστούσε τα τέσσερα παλικάρια.

Yποσχέθηκα ότι θα δώσω την κόρη μου για γυναίκα του σε όποιον την σώσει. Αποφασίστε λοιπόν ποιος από εσάς θα γίνει γαμπρός μου.

Τότε όμως, τα αδέρφια άρχισαν να διαφωνούν. Ο καθένας έλεγε πως αυτός ήταν που έσωσε την βασιλοπούλα.

Τι θα καταφέρνατε αν δεν ήμουν εγώ με το τηλεσκόπιο μου να δω πού βρίσκεται η βασιλοπούλα μας; Δίκαιο είναι να την πάρω εγώ!

… φώναζε ο αστρονόμος.

Και τι θα άξιζε η τέχνη σου αν δεν πήγαινα εγώ, με τα αέρινα γάντια μου να την αρπάξω από τον δράκο; Δική μου γυναίκα λοιπόν, πρέπει να γίνει!

…απάντησε ο μεγαλύτερος.

Μα τι λέτε εκεί; Το σκεφτήκατε ότι αν δεν ήμουν εγώ να τον σκοτώσω θα ήσασταν όλοι κομματάκια; Εγώ θα παντρευτώ την κόρη του βασιλιά μας!

…είπε ό τρίτος γιος, ο κυνηγός.

Αν δεν ήμουν εγώ με την μαγική μου βελόνα να ράψω το καράβι θα είμασταν όλοι στον πάτο της θάλασσας τώρα. Λοιπόν το σωστό είναι να την παντρευτώ εγώ!

…μπήκε τελευταίος στον καυγά και ο μικρότερος.

Ο βασιλιάς όταν είδε τα αδέρφια να μαλώνουν λυπήθηκε. Ήταν δίκαιος και σοφός άνθρωπος και γρήγορα βρήκε την σωστή λύση.

Και οι τέσσερις μαζί σώσατε την κόρη μου αλλά δεν μπορείτε να την παντρευτείτε και οι τέσσερις. Σε όλη σας την ζωή ήσασταν αγαπημένοι και αυτό είναι η πιο σπουδαία τέχνη από όλες όσες μάθατε μέχρι τώρα. Είναι κρίμα κι άδικο να την χάσετε τώρα και μάλιστα εξαιτίας μου. Δεν θα δώσω λοιπόν την κόρη μου σε κανέναν από σας. Θα σας χαρίσω όμως πολλά και πλούσια κτήματα, κοντά το ένα στο άλλο, ώστε να μείνετε πάντα μαζί και αγαπημένοι.

Τα τέσσερα αδέρφια συμφώνησαν αμέσως μ’ αυτήν την ιδέα και λυπήθηκαν που φέρθηκαν τόσο επιπόλαια. Αγκαλιάστηκαν και είπαν:

Ναι, ναι, θέλουμε. Έτσι θα μείνουμε…μαζί κι αγαπημένοι!

Και κοντά στα τέσσερα αγόρια έμεινε και ο καλός πατέρας, ο μπάρμπα-Χρήστος, μέχρι τα βαθιά του γεράματα!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.