Ξένα παραμύθια

Το φαντασμένο κοκοράκι!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

kokorakiΣτα παλιά τα χρόνια, τότε που τα ζώα καταλάβαιναν τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τα ζώα, υπήρχε μια κότα . Είχε αρκετά παιδιά κι ένα από αυτά που ήταν και κοκοράκι, ήταν το πιο άσχημο απ’ όλα, αλλά ταυτόχρονα ήταν πολύ υπερήφανο, φαντασμένο και πεισματάρικο. Κάθε λίγο και λιγάκι, περηφανεύονταν στα αδέρφια του ότι ήταν το ομορφότερο και το πιο έξυπνο. Τα υπόλοιπα κοκοράκια αδιαφορούσαν για το τι έλεγε ο αδερφός τους και συνέχεια το κοροϊδεύανε για την ασχήμια του. Έτσι, όταν δεν άντεχε άλλο αυτήν την συμπεριφορά, αποφάσισε να φύγει από το κοτέτσι τους και να αναζητήσει την τύχη του αλλού, εκεί όπου θα εκτιμούσαν τα χαρίσματά του.

Την επόμενη μέρα κιόλας, πριν ο ήλιος ακόμα ανατείλει, το κοκοράκι, ανέβηκε στην σκεπή του κοτετσιού και λάλησε για μια τελευταία φορά σα να ήθελε να αποχαιρετίσει τους πάντες που ήταν γύρω του. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας, τα πουλιά που κάθονταν στα δέντρα. Έπειτα κατέβηκε, μπήκε στο κοτέτσι και είπε στα αδέρφια του:

Καλά μου αδέρφια, το πήρα απόφαση. Φεύγω από το κοτέτσι για να αναζητήσω την τύχη μου. Καλή αντάμωση λοιπόν…

Τα αδέρφια του δεν έδωσαν σημασία στα λόγια του, παρά μόνο η μαμά-κότα, τα έχασε και ξαφνιασμένη του απάντησε:

Που πας παιδάκι μου; Εκεί έξω είναι άγρια τα πράματα. Θα χαθείς. Έχει άγρια ζώα και μπορεί κάποιο από αυτά, καμιά αλεπού –για παράδειγμα- να σε φάει. Ή μπορεί να πέσεις στα χέρια κανενός μάγειρα και να σε μαγειρέψει.

Μα το πεισματάρικο κοκοράκι, ούτε καν κοίταξε την μητέρα του. Ξεκίνησε και πήρε τον δρόμο για το ταξίδι του.

Περπάτησε αρκετά ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκε στο ψηλότερο σημείο ενός λόφου. Αφού κοίταξε γύρω του, ανέβηκε σε ένα μικρό βράχο που υπήρχε, τίναξε τα φτερά του επιβλητικά και λάλησε με όλη του τη δύναμη για να το ακούσουν από ανατολή σε δύση κι από βορά σε νότο.

Κικιρίκουουουουουου!!!

Τότε, μια φωνή από εκεί δίπλα ακούστηκε να το καλεί. Το κοκοράκι κατέβηκε από τον βράχο, περπάτησε για λίγο και είδε ένα μικρό ρυάκι που περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα. Τα πεσμένα φύλλα όμως και τα ξερά κλαδιά που είχαν πέσει από τα δέντρα, του είχαν φράξει το δρόμο του και είχε λιμνάσει. Αδυνατούσε να συνεχίσει το δρόμο του για να καταλήξει σε κάποιο ποτάμι ή στην θάλασσα.

Καλέ μου φίλε, μπορείς να με βοηθήσεις σε παρακαλώ; Πάρε με το ράμφος σου αυτά τα ξερά κλαδιά και τα φύλλα που με εμποδίζουν να συνεχίσω το δρόμο μου. Είμαι λιγάκι βιαστικός γιατί πρέπει να καταλήξω στο ποτάμι.

…είπε το ρυάκι, μα το φαντασμένο κοκοράκι του απάντησε:

Καταρχήν, δεν είμαι φίλος σου, αλλά ούτε και υπηρέτης σου για να μαζέψω τα φύλλα και τα κλαδιά.

…και χωρίς να περιμένει απάντηση, έστρεψε το κεφάλι του από την άλλη μεριά και ξεκίνησε να φύγει.

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

…του φώναξε το ρυάκι, μα το κοκοράκι είχε απομακρυνθεί και δεν το άκουσε. Συνέχισε το δρόμο του καμαρωτό, ώσπου μπροστά του αντίκρισε τον αέρα που είχε πέσει στο χώμα και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Το κοκοράκι, έκανε πως δεν τον είδε και πήγε να τον προσπεράσει όταν άκουσε να του λέει:

Καλέ μου φίλε, έλα δίπλα μου και τίναξε για λίγο τα φτερά σου. Έτσι, θα καταφέρω να πάρω μια ανάσα και θα σηκωθώ.

Μα το κοκοράκι του απάντησε με τον ίδιο ψυχρό τρόπο που απάντησε και στο ρυάκι:

Καταρχήν, δεν είμαι φίλος σου, αλλά ούτε και υπηρέτης σου για να κάθομαι δίπλα σου και να ξοδεύω ενέργεια με τα φτερά μου για να ανασάνεις εσύ.

…και συνέχισε τον δρόμο χωρίς να ακούσει τον αέρα που του φώναξε αμέσως:

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

Αφού περπάτησε αρκετά, έφτασε κοντά σε μια σπηλιά όπου μπροστά της, μισό έκαιγε μια φωτιά. Χωρίς να δώσει σημασία το κοκοράκι, πήγε να την προσπεράσει, όταν την άκουσε να του λέει:

Καλέ μου φίλε, ρίξε μου λίγα ξερά κλαδιά και κανένα χοντρό ξύλο, γιατί είμαι έτοιμη να σβήσω.

Μα το κοκοράκι, απάντησε και πάλι ψυχρά:

Ούτε φίλος σου είμαι, αλλά ούτε και υπηρέτης σου. Δεν έχω καμιά διάθεση να σου ρίξω ξύλα για να μην σβήσεις.

…και συνέχισε τον δρόμο του χωρίς να ακούσει την φωτιά που του φώναξε αμέσως:

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

Μετά από αρκετό περπάτημα και πάνω που άρχισε να βραδιάζει, ξεπρόβαλε μπροστά του μια μεγάλη πόλη. Αποφάσισε ότι εκεί έπρεπε να πάει για να βρει την τύχη του, αφού όμως πρώτα ξημερώσει. Σκαρφάλωσε λοιπόν σε ένα δέντρο και κοιμήθηκε εκεί.

Με το πρώτο φως της ημέρας, το κοκοράκι κατέβηκε από το δέντρο και τράβηξε για την πόλη. Πέρασε την μεγάλη πύλη και περπάτησε στους δρόμους της χαζεύοντας πότε αριστερά και πότε δεξιά. Σε μια πλατεία, συνάντησε έναν τεμπέλη γάτο που ξάπλωνε και λιαζότανε και τον ρώτησε:

Καλή σου μέρα γάτε μου. Μπορείς να μου πεις πού θα βρω το παλάτι του βασιλιά;

Γιατί; Του πηγαίνεις κανένα δώρο;

Λογαριασμός δικός μου είναι αυτός. Εσένα σε ρώτησα αν ξέρεις να μου πεις που είναι το παλάτι. Ξέρεις ή να ρωτήσω κάποιον άλλον;

…απάντησε το κοκοράκι με ύφος αυστηρό. Παρόλα αυτά, ο γάτος του έδειξε τον δρόμο για το παλάτι και τον συμβούλεψε να προσέχει, μιας και δεν είναι μέρος για να κυκλοφορεί ένα κοκοράκι. Το κοκοράκι δεν του έδωσε σημασία και ξεκίνησε για το παλάτι. Όταν έφτασε από έξω είδε έναν στρατιώτη που φυλούσε κρατώντας ένα όπλο και φοβήθηκε. Έψαξε να βρει άλλον τρόπο για να μπει κι όταν είδε τον φράχτη του κήπου, έδωσε μια με τα φτερά του και πήδησε ψηλά, περνώντας τον και πέφτοντας ανάμεσα σε κάτι θάμνους. Για κακή του τύχη όμως, παραδίπλα βρισκότανε ο μάγειρας του παλατιού και μάζευε λαχανικά και μυρωδικά. Όταν το είδε, το άρπαξε μεμιάς και έτρεξε στην κουζίνα.

Δείτε τι βρήκα στον κήπο μας… ένα μικρό κοκοράκι που θα γίνει ένας καλός μεζές για το μεσημέρι.

…είπε ο μάγειρας στο υπόλοιπο προσωπικό και ζήτησε να του φέρουν βραστό νερό για να το μαδήσει. Μάταια το κοκοράκι παρακαλούσε να το αφήσουν. Όταν το βάλανε στο βραστό νερό, το κοκοράκι γύρισε και είπε του νερού:

Αχ, μη σε παρακαλώ καλό μου νερό. Μην με μαδάς.

Όταν εγώ σε παρακαλούσα να με βοηθήσεις παίρνοντας τα ξερά φύλλα και τα κλαδιά, εσύ με αγνόησες. Τώρα γιατί να μην σε αγνοήσω κι εγώ;

…απάντησε το νερό και αμέσως μετά από λίγο ακούστηκε η φωνή του μάγειρα:

Εντάξει με το μάδημα. Ανάψτε τη φωτιά για να το ψήσουμε.

Το κοκοράκι τα έχασε κι άρχισε αμέσως να παρακαλάει τη φωτιά.

Αχ, μην με καις καλή μου φωτιά…σε παρακαλώ!

Γιατί να σε λυπηθώ; Εσύ με λυπήθηκε όταν με είδες έξω από την σπηλιά που σου ζητούσα να μου ρίξεις λίγα ξερόκλαδα για να μην σβήσω;

…του απάντησε η φωτιά κι από τα νεύρα της έβαλε όλη τη δύναμη της και το έκαψε τελείως. Το έκαψε τόσο, που δεν ήταν για να φαγωθεί κι ο μάγειρας το πέταξε έξω. Εκείνη τη στιγμή, άρχισε να φυσάει δυνατός αέρας και πήρε το κοκοράκι κι άρχισε το πηγαίνει πότε από εδώ και πότε από εκεί.

Αχ, μη καλέ μου αέρα. Μη με πηγαίνεις από εδώ κι από εκεί…

…παρακάλεσε και πάλι στον αέρα το κοκοράκι, μα ο αέρας του απάντησε αδιάφορα.

Εσύ με λυπήθηκες όταν με είδες πεσμένο στο χώμα;

…και με ένα δυνατό φύσημα το έστειλε μακριά και ψηλά, μέχρι που σκάλωσε στην κορφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Κι από τότε, βρίσκεται εκεί για να μας δείχνει προς τα που φυσάει ο άνεμος, γυρίζοντας άλλοτε προς το βορά, άλλοτε προς το νότο, τη δύση και την ανατολή.

kokoraki2

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το ασημένιο κουδουνάκι

Japan-flagΠαραμύθι από την Ιαπωνία.

Στα παλιά τα χρόνια, σε ένα μικρό χωριό που βρίσκονταν κοντά στην θάλασσα, ζούσε ένας σοφός γέροντας με κάτασπρα μαλλιά και εξίσου κάτασπρο και μεγάλο μούσι. Ντυμένος με έναν πορτοκαλί χιτώνα, ξυπόλητος, απολάμβανε να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και να αγναντεύει τη θάλασσα για ώρες. Επειδή ήτανε μόνος, προκειμένου να σπάει την μονοτονία της ησυχίας, είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στην άκρη της σκεπής της βεράντας του. Έτσι, με το παραμικρό φύσημα του αγέρα, το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί μελωδικά. Κάπως έτσι περνούσε τις ώρες και τις μέρες του ο σοφός γέροντας.

41mSJyaGcDL._SL500_AA300_

Λίγο παρακάτω από το σπίτι του, ζούσε ένας φαρμακοποιός. Τα πράγματα τελευταία, δεν πήγαιναν καλά γι’ αυτόν. Οι δουλειές του πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, με αποτέλεσμα ο φαρμακοποιός να έχει πέσει σε βαθιά μελαγχολία. Έτσι, σκέφτηκε να επισκεφτεί τον σοφό γέροντα και να του ζητήσει την συμβουλή του. Όταν έφτασε στο σπίτι του, τον είδε να κάθεται γαλήνιος και ευτυχισμένος αγναντεύοντας την θάλασσα. Αρχικά απόρησε. Εκείνη την στιγμή, ένα μικρό αεράκι, έκανε το ασημένιο κουδουνάκι να ηχήσει μελωδικά και τότε όλες οι απορίες του φαρμακοποιού διαλύθηκαν. Οπλίστηκε με θάρρος και είπε στον σοφό γέροντα:

Καλέ μου γέροντα, μήπως σου είναι εύκολο, να μου δανείσεις για μια μέρα το ασημένιο κουδουνάκι σου; Αύριο, τέτοια ώρα, θα στο έχω επιστρέψει!

Ο γέροντας, χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, απάντησε:

Ναι…γιατί όχι; Μην ξεχάσεις να μου το επιστρέψεις όμως, γιατί αυτό είναι που διώχνει την μοναξιά μου και μου είναι αναγκαίο!

Ο φαρμακοποιός συμφώνησε, ευχαρίστησε τον σοφό γέροντα και υποσχέθηκε να του το επιστρέψει την επόμενη μέρα. Γύρισε αμέσως στο σπίτι του κι έβαλε το ασημένιο κουδουνάκι στον κήπο του, στο ψηλότερο σημείο ενός αναρριχώμενου φυτού. Το βραδινό αεράκι δεν άργησε να έρθει και το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί ξανά, προσφέροντας έτσι χαλάρωση και γαλήνη στον φαρμακοποιό. Ξαφνικά άρχισε να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, αισιόδοξα. Είδε την ζωή όμορφη και χωρίς να το σκεφτεί άρχισε να χορεύει.

Η μέρα πέρασε γρήγορα και έφτασε η στιγμή που έπρεπε ο φαρμακοποιός να επιστρέψει το ασημένιο κουδουνάκι…μα τίποτα. Οι ώρες περνούσαν κι ο γέροντας μάταια περίμενε να δει την εξώπορτά του να ανοίγει. Έτσι, αφού τελείωσε το μεσημεριανό φαγητό τους, ο γέροντας ζήτησε από ένα μαθητή του, τον Τσιάο, να πάει μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού, να δει τι συμβαίνει, να ζητήσει πίσω του κουδουνάκι και να το φέρει πίσω.

Ο Τσιάο, δίχως να χάσει στιγμή, ξεκίνησε για το σπίτι του φαρμακοποιού. Μόλις πέρασε την ξύλινη καγκελόπορτα της αυλής όμως, σάστισε από την όμορφη μελωδία που άκουσε, ενώ δεν πίστευε στα μάτια μόλις αντίκρισε τον φαρμακοποιό να χορεύει. Η αρχική παγωμάρα δεν άργησε να φύγει και την θέση της πήρε η … δράση. Ο Τσιάο δεν άντεξε, και υπέκυψε στον πειρασμό αρχίζοντας να χορεύει κι αυτός, ξεχνώντας τα λόγια του δασκάλου του. Τώρα χόρευαν κι οι δυο τους, ξέγνοιαστοι, χαλαροί και ευτυχισμένοι…μα οι ώρες περνούσαν κι ο σοφός γέροντας άρχισε να θυμώνει μιας και τώρα, εξαφανίστηκε κι ο μαθητής του. Τότε, φώναξε έναν άλλον μαθητή του, τον Κοτάρο. Πάνω-κάτω, τα ίδια είπε και σε αυτόν, με την διαφορά ότι αν δει στον δρόμο τον Τσιάο, να τον επιπλήξη για την ανυπακοή του.

Λίγες στιγμές αργότερα, ο Κοτάρο περνούσε την ξύλινη καγκελόπορτα του σπιτιού του φαρμακοποιού, λαχανιασμένος κι έτοιμος να βάλει τις φωνές, μα… πάγωσε όταν αντίκρισε τον φαρμακοποιό και τον Τσιάο, να χορεύουν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι υπό τους ήχους του ασημένιου κουδουνιού. Δεν άντεξε κι ενώ ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε φωνές, τελικά ξέσπασε σε γέλια και χορό, ακολουθώντας τα βήματα των άλλων δύο..και οι ώρες περνούσαν.

Ο σοφός γέροντας κόντευε να σκάσει από την περιέργειά του και την ανυπομονησία του. Έτσι, αποφάσισε να πάει ο ίδιος εκεί και να δει τί γίνεται. Ξεκίνησε από το σπίτι του όταν άρχισε ο ήλιος να δύει κι αφού έφτασε έξω από το σπίτι του φαρμακοποιού, ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα με την μαγκούρα του, όταν άκουσε γέλια, λαχανιάσματα και ήχους από το ασημένιο κουδουνάκι του. Έσπρωξε την πόρτα με την μαγκούρα του και ξαφνιάστηκε με το θέαμα που αντίκρισε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το «πως» και το «γιατί», ο φαρμακοποιός με τους δύο μαθητές του, χόρευαν και γελούσαν ευτυχισμένοι και χαλαροί. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, αλλά τελικά δεν άντεξε. Μια επιθυμία για χορό, τον έσπρωξε και πιάστηκε χέρι με χέρι με τον φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο. Τώρα, χορεύανε κι οι τέσσερις μαζί. Χαρούμενοι, χαλαροί κι ευτυχισμένοι. Κι ύστερα γίνανε, πέντε…έξι…εφτά…αφού όποιος περνούσε από το σπίτι, ακούγοντας τα γέλια και τα λαχανιάσματα μαζί με τον ήχο από το ασημένιο κουδουνάκι, έμπαινε στην αυλή κι άρχιζε κι αυτός το χορό.

πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος. Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του. Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε. Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο, ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυο μαθητές του, να χορεύουν χαρούμενα. Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει. Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί. Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό.

Και που ξέρεις…αν καμιά φορά βρεθείς στην Ιαπωνία, κι αν τύχει και περάσεις από το σπίτι του φαρμακοποιού, αφουγκράσου έξω από την πόρτα του. Αν ακούσεις γέλια, λαχανιάσματα κι ήχους από ασημένιο κουδουνάκι, μην ξαφνιαστείς και προπαντώς να μην ντραπείς…σπρώξε την πόρτα και μπες μέσα. Δώσε το χέρι σου σε κάποιον και σύρε στο χορό…!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος κι ο Ουρανός / The Sun, the Moon, the Wind and the Sky

Read the english version.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία

ινδια

Πριν πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια, τότε που τα στοιχειά της φύσης είχαν ακόμα ανθρώπινες συμπεριφορές, ζούσαν στο ίδιο σπίτι ο Ουρανός με τα τρία του παιδιά: Τον Άνεμο, τον ήλιο και την Σελήνη. Μια μέρα, τα τρία παιδιά πήραν μια πρόσκληση σε γεύμα από τα ξαδέρφια τους, την Αστραπή και τη Βροντή. Η μέρα δεν άργησε να έρθει και τα παιδιά αφού αποχαιρέτισαν τον πατέρα τους έφυγαν με χαρά, αφήνοντας τον Ουρανό μόνο του στο σπίτι.

Στο σπίτι των ξαδέρφων τους τα πάντα ήταν έτοιμα και στολισμένα με λαμπρότητα. Σε ένα μεγάλο τραπέζι υπήρχαν τα πιο νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα από μάγειρες από όλο το κόσμο. Στην άλλη μεριά του δωματίου, υπήρχαν στρωμένες μαξιλάρες, άνετες και αναπαυτικές, απ’ όπου – ξαπλωμένος- απολάμβανες τους μουσικούς και τραγουδιστές που ήρθαν ειδικά για την συγκεκριμένη βραδιά. Ο Ήλιος κι ο Άνεμος τρώγανε και πίνανε συνέχεια με λαιμαργία χωρίς να σκεφτούνε ούτε μια στιγμή τον πατέρα τους Ουρανό που ήταν μόνος του στο σπίτι και χωρίς να έχει φάει τίποτα. Δεν έκανε όμως το ίδιο κι η μικρή τους αδερφή. Η Σελήνη φρόντισε να κρατήσει σε ένα ταγάρι διάφορες λιχουδιές με σκοπό να τις πάει στον πατέρα της.

Αφού διασκέδασαν για τα καλά κι ενώ η ώρα είχε περάσει, τα τρία παιδιά πήρανε τον δρόμο της επιστροφής. Όταν φτάσανε στο σπίτι, ο Ουρανός τους ρώτησε:

Καλώς τα παιδιά μου…σκεφτήκατε να φέρετε και σε μένα κάτι να φάω;

Τι λες ρε μπαμπά; Με κάλεσαν τα ξαδέρφια μου για να διασκεδάσουμε κι εγώ έπρεπε να έχω το νου μου σε εσένα;

…απάντησε με αυθάδεια ο Ήλιος που ήταν και ο μεγαλύτερος για να συνεχίσει μετά ο Άνεμος στο ίδιο ύφος…

Καλά σου λέει ρε μπαμπά. Δεν ξέραμε ότι έπρεπε να κάνουμε τους χαμάληδες για να σου κουβαλάμε φαγητό. Άσε που δεν έχεις και δόντια και τα φαγητά που μας σέρβιραν ήταν όλα πολύ εκλεπτισμένα.

Είστε σκληροί, αγενείς και άκαρδοι…

…πετάχτηκε φωνάζοντας η μικρή Σελήνη…

Πως μιλάτε έτσι στον μπαμπά; Πως του φέρεστε έτσι;

…και γυρίζοντας προς τον Ουρανό είπε…

Ορίστε πατέρα. Εγώ σου έφερα απ’ όλες τις λιχουδιές που μας σέρβιραν στο τραπέζι. Πάρε να φας.

Να έχεις την ευχή μου καλή μου Σελήνη…

…απάντησε ο Ουράνος και συνέχισε λέγοντας στους γιους του…

Όσο για εσάς θα σας τιμωρήσω. Εσύ Ήλιε που πήγες σε μια γιορτή και δεν σκέφτηκες ούτε μια στιγμή για μένα, θα καίγεσαι αιώνια από μια άσβηστη φωτιά που θα σε περιβάλλει. Κανείς δεν θα τολμάει να σε πλησιάσει μα κι εσύ δεν θα μπορείς να πλησιάσεις κανέναν και ποτέ δεν θα νιώσεις την δροσιά. Όσο για σένα Άνεμε και τον υπέρμετρο εγωισμό σου, από εδώ και στο εξής δεν θα βρεις ποτέ ησυχία. Θα στριφογυρίζεις συνέχεια και θα ξερένεις κάθε τι στο πέρασμά σου. Αλλά εσύ μικρή μου Σελήνη, επειδή θυμήθηκες και σκέφτηκες τον έρμο πατέρα σου, θα είσαι πάντα όμορφη και δροσερή. Ο κόσμος θα σε αγαπάει και θα εμπνέεται από εσένα. Θα σου γράφει ποιήματα και τραγούδια κι όλοι θα υψώνουν τα βλέμματά τους για να σε θαυμάσουν.


Traditional Indian Fairytale

Many many years ago, when all the elements of nature had voices and human behaviour, the Sky used to live in the same house with his three children, the Sun, the Moon and the Wind. One day the three children were invited for lunch by their cousins the Thunder and the Lightning.

In their cousin’s house everything was ready and luxurious decorated. On the table there was  the most delicious food , cooked by cooks from all over the world.  There were also big , comfortable cushions , where you could lie and enjoy the music and the singers. The Sun and the Wind were drinking and eating greedily and they didn’t thought not even a moment of their father. On the contrary, the little moon thought that their father was alone and hungry back at home. So, she decided to take some delicacies in order to bring them to their father.

When they all returned back home, the Sky said: “Welcome!!! Did you bring me anything to eat?”

“What? We were enjoying ourselves there, we didn’t have time to think of you!” the Sun answered rudely

“The Sun is right!”, the Wind continued, “And you don’t have teeth , so you can’t eat all this delicious food that they served us.

“You are rude and heartless “, the Moon cried, “How do you dare talking to our father like this?  Here father, I brought you some delicacies, help yourself.”

“God bless you, my dear Moon”, the Sky said.

“As for you two….. I‘ll punish you! The Sun will be burnt for ever, nobody will go close to him and he will always be alone. The Wind will never find peace anymore, he will run around and nobody will like him. But as for you my dear Moon, you will always be beautiful and fresh. People will love you, they will write songs and poems for you and everybody will admire you!”

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,,, | 1 σχόλιο

Πώς μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό

Παραμύθι των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής.

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:

Σε παρακαλώ καλέ μου άνθρωπε. Βοήθησέ με να ελευθερωθώ από το δέντρο που με έχει πλακώσει.

Όχι. Δεν έχω σκοπό να σε βοηθήσω γιατί πολύ απλά, μετά θα με φας.

Δεν θα σε φάω, πίστεψέ με. Απλά βοήθησέ με να απελευθερωθώ.

Δεν σε πιστεύω…

…απάντησε ο άνθρωπος, αλλά το φίδι συνέχισε να τον παρακαλάει και με πολύ ευγενικό τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έβαλε όλη του την δύναμη και μετακίνσε το δέντρο. Όταν το φίδι ελευθερώθηκε, γύρισε και του είπε:

Καλέ μου άνθρωπε, σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά είμαι τόσες ώρες εδώ εγκλωβισμένο και έχω πεθάνει στην πείνα. Δεν αντέχω άλλο, οπότε δεν έχω κι άλλη επιλογή…πρέπει να σε φάω.

Μα τι μου λες; Εγώ σε βοήθησα να ελευθερωθείς κι εσύ μου λες ότι θα με φας; Εξάλλου μου το υποσχέθηκες.

Με βοήθησες και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν ξέρεις όμως ότι το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Τι ανοησίες είναι αυτά που λες;

Φώναξε απελπισμένος ο άνθρωπος και το φίδι του απάντησε:

Κι όμως έχω δίκιο. Αν δεν με πιστεύεις, φώναξε τέσσερα ζώα να ρωτήσουμε την γνώμη τους.

Ο άνθρωπος, χωρίς να χάσει χρόνο έψαξε και βρήκε ένα πούμα, ένα άλογο, ένα ελάφι κι έναν λύκο και τα οδήγησε μπροστά στο φίδι, το οποίο τα ρώτησε ένα-ένα:

Αδερφέ πούμα, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

…απάντησε το πούμα!

Αδέρφι άλογο, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Αδέρφι ελάφι, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Ο άνθρωπος, ακούγοντας τις απαντήσεις των πρώτων τριών ζώων, άρχισε να φοβάται. Τελευταίος μίλησε ο λύκος.

Αδερφέ λύκε, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, οπότε δεν μπορώ να πω αν έχεις δίκιο ή όχι. Άρα και δεν μπορώ να πω αν πρέπει να τον φας. Θα μπορούσα να έχω άποψη αν ήξερα πως ήσουνα πριν. Νομίζω ότι πρέπει να πάρεις την αρχική θέση που είχες ώστε να αποφασίσουμε.

Με τον λύκο συμφώνησαν και τα άλλα ζωά κι έτσι το φίδι ξάπλωσε στο χώμα ενώ ο άνθρωπος κύλησε και πάλι πάνω του το δέντρο. Τότε ο λύκος είπε:

Και τώρα φίδι, μπορείς να μείνεις εδώ. Εμείς φεύγουμε.

Αφού τα ζώα απομακρύνθηκαν με τον άνθρωπο αφήνωντας το φίδι και πάλι εγκλωβισμένο, ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον λύκο.

Σε ευχαριστώ αδερφέ μου λύκε. Για να στο ξεπληρώσω, θέλω να έρθεις από το σπίτι μου για να σου δώσω ένα ζευγάρι κοτόπουλα, ως ανταμοιβή.

Όχι φίλε μου. Δεν θα έρθω σπίτι σου. Αν θέλεις, φέρε μου τα κοτόπουλα αύριο το μεσημέρι στο δάσος.

Ο ξυλοκόπος συμφώνησε και γύρισε σπίτι του όπου και διηγήθηκε στην γυναίκα του, τι ακριβώς είχε συμβεί.

Δεν θα δώσεις τίποτα στον λύκο…

…φώναξε έξαλλη  η γυναίκα του.

Μα γυναίκα, ο λύκος με βοήθησε. Μου έσωσε την ζωή κι εξάλλου του υποσχέθηκα τα κοτόπουλα.

Σου λέω να μην δώσεις τίποτα στον λύκο. Και μάλιστα, αντί για κοτόπουλα, να βάλεις στον άσκο τα μεγάλα σκυλιά που έχεις, αυτά που ορμάνε και δαγκώνουν τα αφτιά. Αυτά ξέρουν τι να τον κάνουν τον λύκο.

Κι επειδή ο ξυλοκόπος δεν ήθελε να μαλώσει με την γυναίκα του, έκανε ότι του είπε. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, έβαλε στο σάκο τα δύο μεγάλα σκυλιά που είχε, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και πήγε στο δάσος να συναντήσει τον λύκο. Όταν έφτασε εκεί του είπε:

Αδερφέ λύκε, σου έφερα τα κοτόπουλα.

Ευχαριστώ!

…του απάντησε ο λύκος. Ο άνθρωπος έλυσε τον σάκο και πήδησαν έξω τα σκυλιά, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και όρμησαν στον λύκο. Μετά από πολή μάχη, ο λύκος κατάφερε να τα ξεφύγει κι ενώ αποιμακρύνονταν φώναξε στον ξυλοκόπο:

Τελικά είχε δίκιο το φίδι. Το καλό, μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο Δράμας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Η ξιπασμένη νυχτερίδα / The cocky bat

Read the english version.

Παραμύθι των ινδιάνων της Ν. Αμερικής

bat1Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε…

Γιατί κάνεις τόση φασαρία νυχτερίδα μου;

Γιατί κρυώνω!

Γιατί τα υπόλοιπα πουλιά δεν κάνουν τόση φασαρία;

Γιατί αυτά δεν κρυώνουν τόσο πολύ επειδή έχουν πούπουλα. Εγώ δεν έχω ούτε ένα.

Ο αετός αφού σκέφτηκε για λίγο, στην συνέχεια κάλεσε όλα τα πουλιά μπροστά του και τα πρόσταξε να δώσουν στην νυχτερίδα από ένα πούπουλο το καθένα. Όταν η νυχτερίδα στολίστηκε με τα πούπουλα των άλλων πουλιών, έγινε πραγματικά ένα πανέμορφο πουλί. Κάθε πούπουλο είχε διαφορετικό χρώμα κι όταν η νυχτερίδα άπλωνε τα φτερά της, το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η νυχτερίδα το πήρε πολύ πάνω της. Δεν ξαναμίλησε στα άλλα πουλιά και περνούσε την μέρα της θαυμάζοντας την ομορφιά της.

Τα πουλιά πήγαν στον αετό και του παραπονέθηκαν για τη νυχτερίδα που κορδωνότανε συνέχεια για την ομορφιά της, ενώ στην πραγματικότητα οφειλόταν στα πούπουλα των άλλων. Ο αετός τότε έστειλε να φωνάξουνε την νυχτερίδα.

Νυχτερίδα μου, όλα τα πουλιά μου κάνουνε παράπονα για σένα. Λένε πως κορδώνεσαι για τα φτερά, που στην πραγματικότητα είναι δικά τους και δεν μιλάς πια σε κανέναν από καθαρή ξιπασιά. Είναι αλήθεια;

Το λένε από ζήλια γιατί είμαι πολύ πιο ωραία από αυτά. Κοίταξέ με και βγάλε συμπέρασμα και μόνος σου.

…απάντησε η νυχτερίδα ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τα φτερά της. Ήταν πράγματι υπέροχη.

Εντάξει…

…είπε ο αετός και συνέχισε λέγοντας…

Τώρα, κάθε πουλί θα πάρει πίσω το πούπουλο που σου χάρισε. Αν στα αλήθεια είσαι όμορφη, τότε δεν τα έχεις ανάγκη όλα αυτά τα πούπουλα.

Τα πουλιά ρίχτηκαν στην νυχτερίδα και καθένα άρπαξε το πούπουλο που της είχε δώσει, μέχρι που στο τέλος η νυχτερίδα έμεινε γυμνή όπως και πριν. Η ντροπή της ήταν τόσο μεγάλη που πέταξε μακριά. Κι από τότε πετάει μόνο τη νύχτα!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο της Δράμας


Native American fairytale from South America

Once upon a time, during autumn a bat was flying from branch to branch making a lot of noise, because she was cold. The king of the birds, the Eagle heard her and told her:

“Why are you making so much noise?”

“Because I am cold” she answered

“But all the other birds are quiet!!” the king said

“They are quiet because they are not so cold…they have feathers! I don’t have not even one feather!!” she cried

The eagle decided to call all the birds in front of him and asked them to give the bat one feather each.  When the bat put on all the feathers,  she became a really wonderful bird. Each feather had a different colour and the spectacle was amazing. The bat thought that she was the best in the forest! She decided not to talk to the other birds and she was all day admiring her beauty.

The birds complaint to the eagle about the her: “ If it wasn’t for us, she would still be naked and cold!!! And now she doesn’t even look at us!!! She is soooo arrogant!”

Then the eagle called the  bat. “My dear bat”, he said, “All the birds made complaints about you. They say  that you care only about your new feathers, you don’t talk to them and you have become really arrogant. Is it true?”

“They are jealous! Because I am more beautiful than them. Look at me!!” she answered and opened her wonderful feathers.

“OK”, the eagle said , “Now, every bird will take back the feather that gave you. If you are really beautiful,  you don’t need their feathers!”

The birds took all the feathers back and the bat remained naked as she used to be. She was so ashamed of her new look that she flew away ….and since then she flies only at night!

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

Ο Άνεμος / The Wind

Read the english version.

Ινδιάνικο παραμύθι.

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Indian_lovers_cloudΈτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

Δείτε την αφήγηση από την εμφάνιση στο 1ο Λύκειο Δράμας…


Many years ago, I don’t remember how many exactly, far away, there was an Indian tribe. The chief of the tribe had a beautiful, young daughter. Everybody admired her, but nobody had touched her. One day, while he was sitting outside his tent, he was visited by the Wind.

“Great chief, I love your daughter and she loves me too. Will you give her to me?”

“No”, the chief said without second word. The next day the beautiful daughter tried to talk to her father. “Father, I love the Wind. Will you let me go to his tent and become his wife?”

“No”, the chief answered strictly.

And with these words, he grabbed his daughter and led her in a dense forest with black firs , so that he could hide her from the Wind.

“The Wind would find her, if I hid her in a forest with pines, but he will never find her in such a dense black forest”, he thought.

But the Wind had already become invisible and he could hear each and every word the chief was saying. So, when the next night came, the Wind started running around the forest, until he found a small gap, from which he could penetrate through the trees. He searched a lot and finally he managed to find the young lady and took her away from the forest. However, they didn’t return back to the tents as they were afraid that the Indians would take the girl and they would lead her to her father.

So they travelled to the North, where they found a lovely area to live in. The same night he took her in his arms and he made her, his wife. The days were passing and  the happy couple was enjoying  life, without thinking that the chief could ever find them. But the girl’s father was searching for them like crazy and finally he found them.

The Wind hid his wife and he became invisible. The chief started destroying everything with his guns and without knowing it he hit the Wind so hard, that he fainted. When the Wind came around he found out that his wife was missing and he started looking for her like crazy. Finally he saw her in a canoe with her father.

“Come with me…” he shouted desperately. The girl was scared and her face became white like the snow. She could hear her beloved calling her, but she couldn’t see him. The Wind had forgotten how to transform and he was still invisible. The Wind was so mad at the chief that he blew towards the canoe.

“Let it overturn! I can bring my love safe back to land” the Wind thought.

The canoe overturned and the chief with his daughter fell into the water.

“Come on my dear, grab my hand”, the Wind shouted!

 

But the girl couldn’t see him. So she started sinking until she reached the bottom of the lake. She drowned and her father drowned with her. The Wind was so sad that his wife lost her life because of him and he started getting angry

“The Wind is blowing stronger and sadder than ever….”

…the Indians were saying while they were trying to protect themselves in their tents. The Great Spirit felt sorry for the girl that lost her life and the next day he took her up to the stars and gave her a house on the moon. He girl still leaves there but her face is still totally white, as it was the day she fell into the river. At night, in the moonlight, she looks for the Wind but she doesn’t know that he is invisible. The Wind, on the other hand, doesn’t know that his wife lives on the moon, and he wanders in the forests trying to find her. But he never thinks of looking up…. to the moon……

 

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Το Πνεύμα των Χριστουγέννων

Το Φάντασμα του Μάρλεϋ επισκέπτεται τον Σκρουτζ

     Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ᾿ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρουτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δε ζέσταιναν αρκετά. Όχι πως έλειπαν του Σκρουτζ τα χρήματα για ν᾿ αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρουτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπομπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!»
«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ὁ Σκρουτζ.
«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αύριο το μεσημέρι» είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του.

     Αλλά ο Σκρουτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως, η απάντηση του Σκρουτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπομπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν᾿ ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρουτζ και Μάρλεϋ;» ρώτησε ο πρώτος.
«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϋ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρουτζ.
«Τα συλλυπητήριά μου», είπε ο δεύτερος.
«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;»

     Ο γερο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μια πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δύο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

     Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρουτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπομπ Κράτσιτ, ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δε θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρουτζ με δυσφορία. Ο Μπομπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρουτζ», τραύλισε ο καημένος ο Μπομπ.
«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρουτζ.
«Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!»

     Ο Μπομπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρει κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρουτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μία γειτονική ταβέρνα. Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϋ.

     Ο Σκρουτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ᾿ ένα απόκοσμο φως. Ο Σκρουτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να το εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϋ να τον κοιτάζει!… Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρουτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα. Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τη ρόμπα και τις παντόφλες του και κάθισε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ᾿ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία.

     Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρουτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζὰκ Μάρλεϋ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;»

     Το φάντασμα του Μάρλεϋ κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρουτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά:

«Τζάκ, πες μου, τι θέλεις;»
«Βλέπεις αυτές τις βαριές αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε τους κρίκος αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα ή πράξη της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρουτζ!»

     Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα. Θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!…»

     Και με τα λόγια αυτά, ο Μάρλεϋ ξανάφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρουτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος

     Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ. Νόμισε πως το ρολόι είχε σταματήσει. Θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δύο. Το ρολόι όμως εκείνη τη στιγμή χτύπησε μία ακριβώς. Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρουτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.

«Μη φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω»

     Πήρε τον Σκρουτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο. Ο Σκρουτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.

«Μα, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρουτζ.
«Ε, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.
«Θα μπορούσα να τον βρω με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.
«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.

     Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ᾿ αλογάκια τους. Ο Σκρουτζ τούς θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!

«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δε μας βλέπουν».

     Ο Σκρουτζ χάρηκε πολύ που ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι᾿ αυτόν. Σε λίγο, οι δύο ταξιδιώτες έφτασαν σ᾿ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ᾿ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, που σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.

Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλί Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσόνας Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρουτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθισε, τότε, σ᾿ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.

«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.

     Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρουτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν και πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.

«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!»
«Στο σπίτι, Φάννυ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρουτζ.
«Ναι, ζήτησα από τον πατέρα να σ᾿ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.
«Είναι πολύ γλυκιά, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα.
«Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!»
«Ναι…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρουτζ.

     Βγήκαν απ’ το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ᾿ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρουτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε:

«Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!»

     Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.

«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!… Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!…» φώναξε μ᾿ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.

     Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρουτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.

«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «να ετοιμάσουμε τη γιορτή!»

     Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρουτζ ν᾿ ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο, άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ. Σύντομα, η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πια αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευόμενων πριν πάνε στα κρεβάτια τους, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρουτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα, το Πνεύμα και ο Σκρουτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή που τους ετοίμασε.

«Και του κόστισε μόνο τρείς ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο που άξιζε τον κόπο!»
«Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!»

     Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.

«Τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι που σε τάραξε;»
«Όχι, τίποτα… Να, θα ήθελα μόνο να έχω πει κάτι στον κλητήρα μου».

     Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρουτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε, η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:

«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!»
«Μα, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ.
«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία που διάλεξες»

     Και με τα λόγια αυτά, η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρουτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις»

     Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρουτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.

«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γέρο-Σκρουτζ με φωνή σπασμένη.

     Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, που μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο, η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν᾿ απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρουτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος

     Όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ᾿ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δει τι συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα έως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά – γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας, μ᾿ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!»

     Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ᾿ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρουτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα από το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου»
«Τότε, πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

     Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν. Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπὸμπ Κράτσιτ, και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δύο αγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τι καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό.

     Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τιμ. Τον απόθεσε προσεκτικά, στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι. Κάθισαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δύο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τιμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρουτζ, «ο μικρός Τιμ θα… ζήσει ακόμη για πολύ;»
«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τι σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;»

     Ο Σκρουτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος. Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του.

«Ο θείος Σκρούτζ μας θεωρεί τρελούς που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.
«Τι απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της.

     Αλλά ο Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος:

«Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά που ο θείος έχασε μια ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ᾿ όλο που δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.

     Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρουτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρουτζ, που τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δει ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν.

«Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.

     Και οδήγησε τον Σκρουτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρουτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους που, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια που ζητιάνευαν φαγητό απ’ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα. Ο Σκρουτζ, τρομοκρατημένος απ’ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

     Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρουτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μια τεράστια μαύρη κάπα και μια κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρουτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«Θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν᾿ αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω»

     Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρουτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρουτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρουτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρουτζ στάθηκαν ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους.

«Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος.
«Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος.
«Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος.
«Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!»

     Ο Σκρουτζ ένιωσε οίκτο γι’ αυτόν που μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρουτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…»

     Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας. Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρουτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δύο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ᾿ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρουτζ.

«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα.
«Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.
«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε»

     Ο Σκρουτζ παρακολούθησε αηδιασμένος την κουβέντα τους.

«Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος»

     Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρουτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…»

     Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω, στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ.
«Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά»
«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι»

     Εκείνη τη στιγμή ο Μπὸμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε:

«Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση της υπομονής και της ευγένειάς του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!»
«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά.
«Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπὸμπ «πολύ ευτυχισμένος!»

     Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρουτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρουτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; Θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον»

     Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρουτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρουτζ.

     Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρουτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρουτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του.

Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρουτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομα του:

«ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ»
«Μα τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!»
«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»

     Πάνω στην αγωνία του ο Σκρουτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρουτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ᾿ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ᾿ όλη την πόλη.

Το Ευτυχισμένο Τέλος

     Ο Σκρουτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο.

«Τι μέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απέξω.
«Σήμερα;», απόρησε παραξενεμένο το παιδί. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!»
«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρουτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!»
«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πες του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά»

     Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, που κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.

«Θα τη στείλω στον Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρουτζ, «χωρίς να μάθει ποιος του τη δώρισε»

     Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρουτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρουτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα. Ο Σκρουτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρουτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ξανακούσει πιο ευχάριστα λόγια.

Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δύο κυρίους που την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;»

     Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρουτζ του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος.

«Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρουτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!»
«Μη με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρουτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου η ευχαρίστηση!»

     Στο τέλος, ο Σκρουτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.

«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι. Θα σας δείξω…»
«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρουτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι»

     Άνοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.

«Φρεντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;»
«Ποιος είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρουτζ γυρνώντας το κεφάλι του.
«Ο θείος σου, ο Σκρουτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που με κάλεσες!»

     Ο Φρεντ και η γυναίκα του χάρηκαύθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ΄ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά που ένιωθε μέσα του ο Σκρουτζ.

Την επομένη, ο Σκρουτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, που ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπομπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν από τις δέκα. Κάθισε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρουτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.ν πολύ που τελικά ο Σκρουτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολο

«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρουτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τι σημαίνει πάλι αυτό;»
«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπομπ Κράτσιτ, «δεν πρόκειται να ξαναργήσω»
«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρουτζ.

     Ο Μπομπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.

«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρουτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου… αυξήσω το μισθό σου!»

     Κατάπληκτος ο Μπομπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρουτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια.
«Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένεια σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες»

     Ο Σκρουτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τιμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, που ο Σκρουτζ το φρόντιζε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί, βέβαια, τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρουτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά:

«Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!»

     Ο Σκρουτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens)
εκδόσεις άγκυρα
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:

Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για δέρμα. Πω πω, τι θα κάνω;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και τράβηξε στεναχωρημένος για τον πάγκο του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο μικρές και ταχτικές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.

Ακόμη αναρωτιόταν ποιος μπορεί να τα είχε φτιάξει, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα είχε πληρωθεί ποτέ του ο παπουτσής! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερο δέρμα και φαγητό για την οικογένεια του.

Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο δέρμα. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την προηγούμενη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.

Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:

– Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο μικρές ραφές;

Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν πατήσει ξανά στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι έκοψε περισσότερα κομμάτια.

Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και τέσσερα, γίνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε γνωστός σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.

Παράλληλα όμως τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που του έφτιαχνε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν αυτοί οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα γρήγορο τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και αμέσως μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες. Ύστερα τράβηξαν προς τον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες του μάστορα. Πριν ξημερώσει, τρία πανέμορφα ζευγάρια παπούτσια ήταν έτοιμα πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία τους, τακτοποίησαν και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει.

Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του  παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έκοψε κι έραψε δυο ζευγάρια μπότες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα  με εδέσματα.  Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά τρύπωσαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. Έπειτα φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν τα κεράσματα κι εξαφανίστηκαν σαν αστραπή.

Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Είχαν καταλάβει πως ο παπουτσής και η γυναίκα του, τους είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.

Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο γνωστό πια, που είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο ταχτικές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν το πρόσεχε. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους είχαν βοηθήσει.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας

Μύθος από τη Γαλλία –

Η Αντέλ ήταν μια νέα βοσκοπούλα, όμορφη και ντροπαλή. Κοκκίνιζε κάθε φορά που συναντούσε ένα ωραίο αγόρι, που της έκανε τα γλυκά μάτια. Πολλές φορές είχε ακούσει να λένε ιστορίες για βοσκοπούλες που τις ζήτησαν σε γάμο πρίγκιπες ή βασιλιάδες. Βέβαια έκανε πως δεν το πίστευε, όμως κάθε φορά που περνούσε κάποιος άγνωστος καλοντυμένος καβαλάρης, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Αλλά κανένας δεν την πρόσεξε ποτέ, παρά μόνο της φώναζαν:

– Γρήγορα, κάνε στην άκρη το κοπάδι σου να περάσω! Βιάζομαι!

Η Αντέλ έβαζε τα ζώα στη σειρά, κατά μήκος του δρόμου και ο καβαλάρης περνούσε καλπάζοντας σε ένα σύννεφο σκόνης που πετούσε στον αέρα, όπως πετάνε τα όνειρα που κάνουν όλες οι βοσκοπούλες.

Και η ζωή της κοπέλας κυλούσε μονότονα, φροντίζοντας τις χήνες, τα γουρούνια, τις κατσίκες και τα πρόβατα της.

Ένα πρωί όμως, εκεί που φυλούσε το κοπάδι της στο λιβάδι, που είναι ακριβώς μετά την γωνία του δάσους, άκουσε βογκητά. Έρχονταν από τους πυκνούς βάτους που περιτριγύριζαν το δάσος.

Η Αντέλ, που είχε καλή καρδιά, έτρεξε, επειδή κατάλαβε πως κάποιος είχε πληγωθεί. Πράγματι, μόλις έκανε μερικά βήματα, παραμερίζοντας με το μπαστούνι της τους θάμνους, βρήκε έναν λύκο ξαπλωμένο, που έγλυφε μια πληγή στο πόδι του.

Τι έπαθες φτωχέ μου λύκε;

– Είναι περίεργο. Αν και έχω συνηθίσει να τρέχω μέσα στο δάσος, πάτησα ένα μαύρο αγκάθι, που μπήκε στο πόδι μου και με πονάει φριχτά. Αν μπορούσες να το βγάλεις, χωρίς να με πονέσεις, θα σου ήμουν ευγνώμων.

– Δεν είσαι και πολύ θαρραλέος για λύκος. Για ένα μαύρο αγκάθι στο πόδι παραπονιέσαι και βογκάς, σαν να σε πλήγωσε βαριά κάποιος κυνηγός.

– Είναι επειδή δεν είμαι ένας λύκος σαν…

Σταμάτησε ξαφνικά και η Αντέλ τον ρώτησε:

– Τι πήγες να πεις; Ότι δεν είσαι λύκος σαν όλους τους άλλους;

Ο λύκος έμοιαζε σκεφτικός κι ενώ η βοσκοπούλα έσκυψε για να τραβήξει το αγκάθι, αυτός πρόσθεσε:

– Ας πούμε ότι δεν είμαι ακριβώς σαν τους άλλους λύκους. Αλλά μη πιστέψεις πως ήρθα μέχρι την άκρη του δάσους με κακό σκοπό. Ξέρεις, είμαι ένας λύκος που του αρέσουν μόνο τα άγρια ζώα. Δε με ενδιαφέρουν τα πρόβατα. Το μαλλί, μου ερεθίζει το λαιμό. Α! Με πονάς!

– Μη φωνάζεις γκρινιάρη, τελείωσε!

…του είπε η κοπέλα, ενώ τραβούσε το μαύρο αγκάθι που ήταν μεγάλο σαν το δάχτυλο της.

Τώρα είμαι καλύτερα. Είσαι γενναία κοπέλα. Θα πω σε όλους τους φίλους μου, πως τα πρόβατα δεν είναι τροφή για λύκους. Και να δεις που θα με ακούσουν. Δε θα ξαναπειράξουν τα ζώα σου.

Ο λύκος της έγλυψε τα χέρια για να την ευχαριστήσει και έπειτα, κουτσαίνοντας λίγο, χάθηκε ανάμεσα στις μεγάλες βελανιδιές. Όταν ξαναγύρισε στο λιβάδι, η βοσκοπούλα είδε με τρόμο, ότι είχε εξαφανιστεί ολόκληρο το κοπάδι της. Έψαξε, φώναξε, γύρισε όλη την πεδιάδα, αλλά κανένα ίχνος από τα ζώα της.

Η καημένη η κοπέλα πήγε να ρίξει μια ματιά στη στάνη μα τίποτα. Επειδή όμως δε τολμούσε να γυρίσει στο αφεντικό της, έφυγε και πήγε να κρυφτεί μέσα στο δάσος. Αναρωτιόταν μήπως αυτός ο τόσο συμπαθητικός λύκος, την απασχόλησε επίτηδες, για να μπορέσουν οι συνεργάτες του να πάρουν τα πρόβατα της.

Αν και ήξερε πολύ καλά όλα τα μυστικά του δάσους και του βουνού, όταν έπεσε η νύχτα, η Αντέλ άρχισε να τρέμει.

Είχε στηριχθεί σε μια βελανιδιά, με την πλάτη κολλημένη στον χοντρό φλοιό και τα πόδια στηριγμένα σε μια τεράστια ρίζα. Κρατούσε την ανάσα της, άκουγε κάθε φύσημα του ανέμου, κάθε τρίξιμο, κάθε θόρυβο με αγωνία που συνεχώς μεγάλωνε. Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι ακούγεται μέτρα μακριά.

– Δεν είναι δυνατόν ο λύκος που βοήθησα να με πρόδωσε! Αν τουλάχιστον ερχόταν, θα φοβόμουν λιγότερο. Η φωνή του ήταν τόσο ζεστή και τα μαύρα μάτια του, τόσο όμορφα..Μακάρι να έρθει!

…σκεφτόταν η κοπέλα.

Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο από κλαδιά, πολύ κοντά της. Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, όταν μια φωνή της είπε:

Μη φοβάσαι όμορφη βοσκοπούλα, είμαι ο Φρεντερίκ, ο πρίγκηπας του βουνού.

– Μα έχεις την ίδια φωνή με έναν λύκο που βοήθησα το πρωί!

Ο νέος χαμογέλασε και είπε:

– Άσε με να σου πω την ιστορία μου όμορφη βοσκοπούλα και θα καταλάβεις.

Κάθισε δίπλα στην Αντέλ και άρχισε:

Μια μέρα ελευθέρωσα ένα ελάφι που είχε πιαστεί σε μια παγίδα. Την παγίδα όμως την είχε στήσει ο Σιπριέν-Ρουζ, ο κακός γίγαντας που μένει στη μεγάλη σπηλιά ψηλά στο βουνό.

– Ναι, έχω ακούσει να μιλάνε για αυτόν. Πρέπει να είναι πολύ κακός.

…απάντησε η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας συνέχισε:

– Για να με τιμωρήσει λοιπόν, με καταράστηκε. Με μεταμόρφωσε σε λύκο και γίνομαι πρίγκηπας πια μόνο τη νύχτα. Εμένα βοήθησες το πρωί. Θα είμαι για πάντα έτσι, εκτός κι αν καταφέρω να δώσω στον γίγαντα ένα φουστάνι φτιαγμένο από μαλλιά πριγκίπισσας.

Η Αντέλ σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Αν με παντρευόσουν θα ήμουν πριγκίπισσα;

– Κατάλαβα, θα μου έδινες τα μαλλιά σου και θα τελείωνε η υπόθεση. Μόνο που δε θα βρούμε κανέναν να μας παντρέψει μες στη νύχτα. Και το πρωί θα ξαναγίνω λύκος. Σίγουρα θέλεις να παντρευτείς έναν λύκο;

– Δε θα με πείραζε. Είσαι πολύ καλός λύκος. Και πίστεψε με αυτό θα παραξένευε πολύ κόσμο.

Ο Φρεντερίκ κουράστηκε πολύ, για να δώσει στην Αντέλ να καταλάβει ότι δεν είναι σωστό, κι ότι κανείς δε πρέπει να παντρεύεται για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Και την ρώτησε:

Δε θα προτιμούσες να παντρευτείς έναν πρίγκηπα;

– Ξέρεις, δεν πιστεύω ότι οι πρίγκιπες παντρεύονται τις βοσκοπούλες. Μου το έλεγαν από μικρή, αλλά ποτέ δε το πίστεψα.

– Να λοιπόν, που έχεις άδικο. Γιατί αν μπορέσεις να μου βρεις μαλλιά πριγκίπισσας, θα σε παντρευτώ ευχαρίστως.

Η Αντέλ δέχτηκε και πήγε να δουλέψει ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας άλλης πριγκίπισσας που της είχε πει ο Φρεντερίκ. Η πριγκίπισσα είχε μακριά ξανθά μαλλιά και κάθε πρωί, όταν την χτένιζε η Αντέλ, έβαζε στην άκρη λίγα μαλλιά, που τα ύφαινε το βράδυ στο δωμάτιο της.

Της πήρε πάνω από έναν χρόνο μέχρι να καταφέρει να φτιάξει το φουστάνι για τη γυναίκα του γίγαντα. Αλλά τι είναι ένας χρόνος υπομονής, μπροστά σε μια ζωή γεμάτη ευτυχία;

Ο Φρεντερίκ περίμενε κι όταν ο γίγαντας πήρε το φουστάνι, ο λύκος έγινα πάλι πρίγκηπας και παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα.

Και από εκείνη την ημέρα όλες οι φτωχές κοπέλες ελπίζουν και περιμένουν να φτάσει ο όμορφος πρίγκηπας.

Μόνο που ξεχνάνε ότι όλοι οι λύκοι δεν είναι πρίγκιπες.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι άνθρωποι των βυθών

Μύθος από τη Βραζιλία – 

Πολύ κοντά στη θάλασσα, ο Μιγκέλ ζούσε φτωχικά γιατί δεν ήταν ψαράς και το μόνο που είχε ήταν μερικά μέτρα γης όπου καλλιεργούσε κουκιά. Κουραζόταν πολύ με το άγονο έδαφος κι η συγκομιδή του δεν ήταν ποτέ αρκετή. Ωστόσο ρίχνοντας μπόλικη κοπριά που μάζευε από το δρόμο, κατάφερε να πλουτίσει τη γη τόσο, που μια βροχερή χρονιά, η συγκομιδή δε θα ήταν πολύ πλούσια. Κάθε μέρα παρακολουθούσε την ωριμότητα τους και περίμενε ανυπόμονα την εποχή της συγκομιδής.

Κι η εποχή αυτή είχε φτάσει, όταν κάποιο πρωί ανακάλυψε πως τα μισά κουκιά του είχαν εξαφανιστεί τη νύχτα. Έξαλλος, όταν βράδιασε, πήρε ένα ρόπαλο και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και σκόρπιζε στη γη τόσο φως, που νόμιζες πως ήταν μέρα. Ο καιρός ήταν καλός και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το μούγκρισμα των κυμάτων στη γειτονική ακτή. Παλεύοντας με τον ύπνο, ο Μιγκέλ περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα είδε μια γυναίκα με ένα μακρύ άσπρο φόρεμα να μπαίνει στο χωράφι του και να μαζεύει τα κουκιά. Ο χωρικός έτρεξε να την προλάβει. Μόλις όμως τον είδε η γυναίκα, άρχισε να τρέχει προς την ακτή, αλλά το μακρύ της φόρεμα την εμπόδιζε και έπεσε στην άμμο. Εκεί τη σταμάτησε ο Μιγκέλ. Έγινε μια σύντομη πάλη, αλλά ο άντρας ήταν τόσο δυνατός κι η γυναίκα νικήθηκε γρήγορα.

Ο Μιγκέλ είδε τότε πως ήταν νέα και όμορφη.

– Ποια είσαι;

…την ρώτησε.

– Δε θα το μάθεις.

…του απάντησε σκληρά εκείνη.

– Δεν είσαι από εδώ. Δε σ’ έχω ξαναδεί.

Η γυναίκα δεν του απάτησε κι ο Μιγκέλ, κοιτάζοντας το κοφίνι της, είδε πως ήταν πλεγμένο από λεπτά φύκια.

– Από που είσαι λοιπόν κι έχεις κοφίνι από φύκια;

Η κοπέλα δίστασε λίγο και βλέποντας πως ο χωρικός δε θα την άφηνε, του είπε:

– Με λένε Κοντσίτα και ανήκω στο λαό, που ζει στα βάθη των θαλασσών.

Ο Μιγκέλ είχε ακούσει για αυτό το μυστηριώδη λαό, αλλά ποτέ δεν είχε πιστέψει πως υπήρχε. Αναστατωμένος, θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η μητέρα του.

«Οι κοπέλες του βυθού έχουν μάτια σαν τα φύκια και τα χείλη τους έχουν τη γεύση της αλμύρας.»

Αναγκάζοντας την κοπέλα να στρέψει το βλέμμα της προς τη σελήνη, είδε πως τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Τη φίλησε. Τα χείλη της ήταν αλμυρά. Ο Μιγκέλ της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι η Κοντσίτα δέχτηκε να τον παντρευτεί, αφού εκείνος της υποσχέθηκε πως δε θα καταριόταν ποτέ τους ανθρώπους του βυθού.

Η κοπέλα του χάρισε τρία όμορφα παιδιά κι ο χωρικός ήταν ευτυχισμένος. Ωστόσο η ευτυχία του Μιγκέλ δεν ήταν τέλεια, γιατί η γυναίκα του σκεφτόταν περισσότερο τον εαυτό της από τα παιδιά της. Δεν ήξερε να μαγειρεύει κι ούτε έπλενε και συγύριζε το σπίτι. Ο φτωχός χωρικός έπρεπε να ασχολείται με το σπίτι και να δουλεύει και στο χωράφι του.

Ζούσαν μαζί πέντε χρόνια, όταν κάποια μέρα ο Μιγκέλ, που ήταν πολύ κουρασμένος, άφησε το θυμό του να ξεσπάσει και φώναξε:

– Δεν είσαι ούτε καλή μητέρα, ούτε καλή σύζυγος. Δεν ξέρω πως ανατράφηκες, μα δεν είδα καμιά κοπέλα του τόπου μου να είναι τόσο αμελής και τεμπέλα σαν εσένα.

– Δε μ’ ενδιαφέρουν οι κοπέλες του τόπου σου. Για μένα οι μόνοι άνθρωποι που αξίζουν είναι εκείνοι που ζουν στο βυθό.

…του απάντησε η Κοντσίτα.

Τυφλωμένος από το θυμό του, ο Μιγκέλ την πλησίασε λέγοντας:

– Και εγώ αδιαφορώ για τους ανθρώπους του βυθού! Καταραμένοι να’ ναι!

Η Κοντσίτα, ακούγοντας τα λόγια του Μιγκέλ, έφυγε από το σπίτι. Ο Μιγκέλ νόμισε για μια στιγμή, πως θα πήγαινε να κρυφτεί σε καμιά γωνιά. Όταν όμως είδε τα παιδιά του να την ακολουθούν, άρχισε να ανησυχεί. Κι η ανησυχία του έγινε έκπληξη, όταν το τραπέζι, ο μπουφές, τα κρεβάτια και όλα τα έπιπλα του σπιτιού άρχισαν να πηγαίνουν πίσω από την Κοντσίτα.

Ο καημένος προσπάθησε να κρατήσει τουλάχιστον τον γάιδαρο του, που έφευγε κι αυτός, και τότε το ίδιο το σπίτι τραντάχτηκε και άρχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα.

Ο Μιγκέλ ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και αναγκάστηκε να στηριχτεί σε ένα δέντρο για να μην πέσει. Και από εκεί έβλεπε την οικογένεια του κι όλο του το βιος να χάνονται στα κύματα.

Έμεινε μόνος, χωρίς τίποτα. Ακόμη και τα εργαλεία του χάθηκαν κι ένας γείτονας του χάρισε τον κασμά του για να σκάψει το χωράφι του. Γιατί ήταν άξιος και ξανάρχισε πάλι τη δουλειά του. Κουραζόταν πολύ κι η συγκομιδή δεν ήταν πάντα ικανοποιητική, αλλά ποτέ πια κανείς δε βγήκε από τον ωκεανό να κλέψει τα κουκιά του.

Ο μύθος «Οι άνθρωποι των βυθών» μας έρχεται από την Βραζιλία

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.