Author Archives: Χρήστος Τσίρκας

Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σερβία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό μιας μικρής πολιτείας, ζούσε μονάχος του ένας φτωχός χωρικός. Έτρωγε από αυτά που φύτευε στον μικρό του κήπο κι από τα λίγα ζώα που είχε στο μαντρί του. Δεύτερα ρούχα δεν είχε να φορέσει όπως και παπούτσια, αν και αυτά ήταν τρύπια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ένα πρωί, την ώρα που άναβε το τζάκι για να ζεστάνει την καλύβα του και να βράσει λίγο νερό για να ετοιμάσει λίγο ρύζι για το μεσημέρι, άρχισε να μονολογεί.

Δεν πάει άλλο με αυτήν την κατάσταση. Η φτώχια μου δεν περιγράφεται. Ως πότε θα ζω έτσι; Πρέπει να κάνω κάτι για να αλλάξω την μοίρα μου.

ΧωρικόςΚι αφού το καλοσκέφτηκε και το επεξεργάστηκε στο μυαλό του, αποφάσισε να ξεκινήσει να βρει την τύχη του αλλού. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει απ’ το χωριό του και με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να λάμπει στην άκρη του μονοπατιού. Πλησίασε κοντά και έκπληκτος παρατήρησε πως ήταν πεσμένα στο έδαφος πέντε χρυσά νομίσματα. Κοίταξε ολόγυρα του μη τυχόν και τον βλέπει κάνεις, έπειτα έσκυψε και τα μάζεψε με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.

«Ωραία αρχή έκανα. Αν συνεχίσω έτσι, πολύ σύντομα θα χρειαστώ θησαυροφυλάκιο για να τα φυλάω» σκέφτηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Περπάτησε αρκετή ώρα ώσπου έφτασε στην διπλανή πόλη. Μια πόλη, εμπορική, με αρκετό κόσμο και κίνηση στους δρόμους και τα μαγαζιά. Ο χωρικός, κουρασμένος από το περπάτημα, μπήκε σε ένα καφενείο και ζήτησε ένα καφέ και ένα ποτήρι νερό. Ο καφετζής, αφού τον κοίταξε καλά-καλά, από πάνω μέχρι κάτω, του είπε με απότομο ύφος:

Εσύ μπορεί να θες να πιεις καφέ…έχεις όμως λεφτά να μου τον πληρώσεις; Τέτοιος κουρελιάρης που είσαι δεν σε βλέπω να σου περισσεύουν. Άδειαζέ μου την γωνιά καλύτερα.

Ο χωρικός δεν είπε τίποτα, παρά μόνο, έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό νόμισμα και το πέταξε επιδεκτικά πάνω στο τραπέζι του καφενείου. Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια του γιατί χρυσά νομίσματα, κυκλοφορούσαν σπάνια και τα είχαν οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι κι οι βασιλιάδες. Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Θα έλεγε κανείς πως κατάπιε την γλώσσα του. Τελικά, αφού ξερόβηξε είπε του χωρικού:

Ναι, αλλά δεν έχω ρέστα…

Χαλάλι σου τα ρέστα. Κράτα τα γιατί η παρουσία μου ασχημαίνει το μαγαζί σου.

…του απάντησε ο χωρικός χαμογελώντας. Ο καφετζής έκπληκτος μα και γοητευμένος πλέον, αποχώρησε προς τα πίσω, πηγαίνοντας στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τον καφέ. Όση ώρα έβραζε τον καφέ σκεφτότανε, τι μπορεί να είναι ο χωρικός στην πραγματικότητα. Απορούσε, πως είναι δυνατόν, ένας που φοράει τέτοια κουρέλια για ρούχα, να έχει στην κατοχή του ένα –ίσως και περισσότερα- χρυσά νομίσματα. Κι ενώ έκανε διάφορες σκέψεις, τελικά κατέληξε…

Να δεις που είναι γιος του βασιλιά και έχει μασκαρευτεί σε κουρελιάρη ζητιάνο για να δει εμάς τους υπηκόους του, τι σόι άνθρωποι είμαστε. Αυτό είναι…το βρήκα!

Αφού σέρβιρε τον καφέ, πήγε παραπέρα και κάθισε με τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου, λέγοντάς τους την όλη ιστορία καθώς και την άποψή του για το ποιος πιστεύει ότι είναι στην πραγματικότητα ο χωρικός. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ότι σίγουρα πρέπει να είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Ο χωρικός, μόλις ήπιε τον καφέ του, φώναξε τον καφετζή και τον ρώτησε.

Πες μου καλέ μου άνθρωπε, ποιος είναι ο πλουσιότερος άντρας της πόλης σας;

Στην πόλη μας, πλουσιότερος άντρας είναι ο ιδιοκτήτης των θερμών λουτρών.

Πολύ ωραία. Τότε, θα πάω μια βόλτα μέχρι τα λουτρά. Κάνε μου μια χαρη όμως σε παρακαλώ. Μετά το μεσημέρι, στείλε μου ένα καφέ, πες του κουρέα να έρθει από εκεί για να με κουρέψει και να με ξυρίσει και στον ταβερνιάρη πες του να μου φέρει ένα περιποιημένο γεύμα μαζί με κρασί.

Ο καφετζής όχι απλά δεν αρνήθηκε στην παράξενη επιθυμία του χωρικού, αντίθετα, του απάντησε ότι ήταν μεγάλη του χαρά να τον εξυπηρετήσει. Ο χωρικός, χωρίς να καθυστερεί, ξεκίνησε για τα λουτρά κι όταν έφτασε εκεί και προσπάθησε να μπει, ένας ψηλός και εύσωμος άντρας τον εμπόδισε. Ήταν ο ιδιοκτήτης των λουτρών, ο οποίος μόλις είδε τον χωρικό με τα παλιά, φθαρμένα και βρόμικα ρούχα, του είπε με αυστηρή φωνή.

Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Φύγε.Λουτρά

Μα θέλω να κάνω μπάνιο…

…του απάντησε ψύχραιμα ο χωρικός και επιχείρησε για άλλη μια φορά να μπει μέσα. Μα και πάλι ο ιδιοκτήτης τον εμπόδισε μπαίνοντας μπροστά του και με ακόμα πιο αυστηρό ύφος του είπε…

Οι φτωχοί και κουρελιάρηδες κάνουν μπάνιο στο ποτάμι κι όχι στα λουτρά μου. Ξεκουμπίσου λοιπόν.

…και μπήκε στα λουτρά κλείνοντας την πόρτα με ορμή και χωρίς να δώσει άλλο σημασία στον χωρικό, ο οποίος όχι απλά δεν έφυγε, αλλά ξάπλωσε στα σκαλοπάτια και απολάμβανε τον ήλιο που τον χτυπούσε με τις ζεστές ακτίνες του. Πέρασαν κάποιες ώρες και ο χωρικός δεν είχε κουνηθεί ρούπι από εκεί. Ίσως και να κοιμήθηκε κιόλας κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο φύλακας των λουτρών. Μόλις αντίκρισε τον χωρικό να είναι ξαπλωμένος στα σκαλοπάτια τα έχασε προς στιγμή και αμέσως του έβαλε τις φωνές.

Απαγορεύεται οι ζητιάνοι να κάθονται εδώ. Τσακίσου και φύγε γρήγορα από εδώ…

…δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και από το βάθος του δρόμου, εμφανίστηκαν να πλησιάζουν ο καφετζής κρατώντας έναν καφέ στο χέρι του, ο εστιάτορας με έναν μεγάλο δίσκο με λογής-λογής καλούδια και εκλεκτό κρασί και πίσω τους ακολουθούσε ο κουρέας με ένα βαλιτσάκι που είχε μέσα τα σύνεργα της δουλειάς του. Αφού φτάσανε μπροστά, υποκλίθηκαν στον φτωχό χωρικό και ο καθένας του πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Ο φύλακας τα έχασε, δεν πίστευε στα μάτια του.  Ο καφετζής, τον πήρε παραπέρα και κάτι του ψιθύρισε στο αφτί. Προφανώς θα του είπε ότι ο κουρελιάρης χωρικός που στέκονταν μπροστά τους, είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος. Ο φύλακας γύρισε προς τον χωρικό και του ζήτησε να μπει μέσα στα λουτρά ενώ ο ίδιος έτρεξε στον ιδιοκτήτη και του είπε τα πάντα με το νι και με το σίγμα.

Πω-πω…τι έπαθα ο άμοιρος; Αν όντως ο κουρελιάρης χωρικός είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος κι εγώ του μίλησα τόσο απότομα και σκληρά, τότε με περιμένει βαριά τιμωρία. Μέχρι και το κεφάλι μου μπορεί να μου πάρει…

…μονολογούσε συνέχεια ο ιδιοκτήτης των λουτρών κλεισμένος στο δωμάτιο του. Ο φύλακας, βλέποντάς τον τόσο ανήσυχο, του πρότεινε τότε, να προσφέρει στον χωρικό χρήματα για να τον καλοκαρδίσει και να κερδίσει την συμπάθειά του. Έτσι κι έγινε. Ο ιδιοκτήτης, έτρεξε στο χρηματοκιβώτιό του και γέμισε ένα σακί με χρυσά φλουριά και το πήγε ο ίδιος στον χωρικό, ο οποίος μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του, είχε φάει κι έπινε τον καφέ του ενώ ο κουρέας τον κούρευε. Αφού του πρόσφερε το σακί με τα νομίσματα, ο χωρικός χαιρέτησε και ευχαρίστησε τους πάντες και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του. Φτάνοντας στο σημείο που είχε βρει αρχικά τα νομίσματα, ο χωρικός έβγαλε από το σακί του πέντε από αυτά και τα άφησε στο ίδιο σημείο ακριβώς.

Όλοι οι χωριανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους από την εξέλιξη του συγχωριανού τους. Απορούσαν κι αναρωτιόντουσαν για το που βρήκε τα χρήματα κι από την μια μέρα στην άλλη άλλαξε έτσι.

Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Τα πάντα ξεκίνησαν από πέντε χρυσά νομίσματα που βρήκα βγαίνοντας από το χωριό.

Απαντούσε σε όλους ο χωρικός. Πολλοί συγχωριανοί του αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, μα απ’ ότι ξέρω, κάνεις από αυτούς δεν βρήκε χρυσά νομίσματα βγαίνοντας από το χωριό…εσείς βρήκατε;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Του τα έβγαλε στη φόρα!

delalisΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «Του τα έβγαλε στη φόρα». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Τελευταία ενημέρωση 19/10/2013:

Οι σχολιασμοί των φίλων μας είναι σύμφωνοι με αυτά που γνωρίζουμε κι εμείς…

πιο συγκεκριμένα, ο Απόστολος μας λέει «Δεν το έχω ψάξει, αναρωτιέμαι όμως αν η «φόρα» προέρχεται από το φόρουμ, την αγορά δηλαδή. «Αγορά» με την πιο παραδοσιακή, αρχαία αν θέλετε, έννοια, τον τόπο των δημοσίων συζητήσεων».

…ενώ ο Τάσος μας γράφει «Στη Βυζαντινή εποχή οι κήρυκες έκαναν εκτός των άλλων και μια δουλειά πολύ περίεργη……
Όταν ένας πολίτης κατηγορούσε για κλοπή κάποιον ή για φόνο χωρίς να έχει στοιχεία αποδεικτικά, ο κήρυκας αναλάμβανε να κατηγορήσει δημόσια αυτόν που παρανόμησε, παίρνοντας την ευθύνη πάνω του.
 Ανέβαινε σε ένα ψηλό μέρος και φώναζε:
 «…Επειδή όμως δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά εναντίον του, για να τον παραδώσουμε στο δικαστήριο, όσοι γνωρίζουν κάτι σχετικό με την υπόθεση, να ‘ρθουν να μας το πουν. Αυτοί που δεν τολμούν να παρουσιαστούν μπροστά μας, να τον καταγγείλουν, θα είναι καταραμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Το κορμί τους να βγάλει τις πληγές του Φαραώ και τα παιδιά τους, όπως και τα παιδιά των παιδιών τους, θα διψούν και δε θα βρίσκουν νερό…»
 Μετά από τέτοιες κατάρες, οι κήρυκες είχαν καταντήσει ο τρόμος και ο φόβος του κόσμου. Σαν αποτέλεσμα όλου αυτού ήταν όποιος ήξερε για τον ένοχο κάτι να το λέει δημόσια, δηλαδή να «του τα βγάζει στη φόρα» όπως κατάντησε να λέγεται τότε.
 Με αυτό τον τρόπο θα έμενε μακριά από τις κατάρες και θα είχε τη συνείδηση του ήσυχη…»

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: , | 2 Σχόλια

Μαθήματα εκμάθησης bendir (μπεντίρ) και daff (νταφ).

Το χαρακτηριστικό με το νταφ είναι τα δαχτυλίδια στην εσωτερική του πλευρά που δίνουν μια άλλη διάσταση.

Το χαρακτηριστικό με το νταφ είναι τα δαχτυλίδια στην εσωτερική του πλευρά που δίνουν μια άλλη διάσταση.

Στο πλαίσιο ανέλιξης της τεχνικής αφήγησης των παραμυθιών από την ομάδα των Παραμυθάδων, πρόκειται να πραγματοποιηθεί άμεσα σεμινάριο εκμάθησης κρουστών οργάνων. Σκοπός του σεμιναρίου είναι να αποκτήσουμε μια επαφή με τα συγκεκριμένα όργανα τα οποία θα μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε συνοδευτικά στην διάρκεια της αφήγησης.

Το σεμινάριο που θα είναι μία φορά την εβδομάδα θα διαρκέσει μέχρις ότου οι συμμετέχοντες φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ενώ το κόστος του θα εξαρτηθεί από το ενδιαφέρον των συμμετεχόντων. Για δηλώσεις συμμετοχής απευθυνθείτε στο info@paramythades.org και για περισσότερες πληροφορίες ή διευκρινίσεις στο 6946 816535 και 6948 352915 (Χρήστος Τσίρκας).

bendir

 

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά!

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που ακόμα οι άνθρωποι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές, και τις καρδιές τους ορθάνοιχτες, ένας θαλασσοδαρμένος καπετάνιος, κάτοικος ενός μικρού και απόμερου νησιού, ζούσε απολαμβάνοντας την ζωή του. Μοναδική του περιουσία, ήταν το καράβι του. Καράβι γέρικο μα και γερό, που πέρασε με τα χρόνια από τον παππού του στον πατέρα του και τέλος σ’ αυτόν. Μ’ αυτό το καράβι ταξίδευε και γυρνούσε τα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα κι έτσι έβγαζε χρήματα με τα οποία βοηθούσε τους φίλους του και τους αγαπημένους του συγγενείς μιας και ήταν μόνος…χωρίς οικογένεια.

Ήτανε χειμώνας, Νοέμβρης μήνας κι ο καπετάνιος είχε μπαρκάρει για ένα ακόμα ταξίδι. Αργά το μεσημέρι έδεσε σε κάποιο λιμάνι. Αφού ξεφόρτωσε και τακτοποίησε τα οικονομικά, έψαξε να βρει κάποιο εστιατόριο να φάει. Στο μοναδικό που συνάντησε εκεί κοντά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν άδειο, δίχως κόσμο κι ο εστιάτορας συγύριζε τα τραπέζια.

Καλησπέρα εστιάτορα. Τι καλό έχεις να φάω;

…ρώτησε ο καπετάνιος βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο του και στρώνοντας τα γκρίζα του μαλλιά.

Τέτοια ώρα που ήρθες καπετάνιε, δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Όλα τα φαγητά, μου τελείωσαν. Λυπάμαι.

…απάντησε ο εστιάτορας και συνέχισε να συγυρίζει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Ο καπετάνιος γύρισε να φύγει μα μόλις έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον εστιάτορα και του παρακάλεσε:

Πεινάω πολύ και μου είναι δύσκολο να τρέχω για να βρω κάτι να φάω. Θα σου ήμουν υπόχρεος αν φρόντιζες εσύ για αυτό. Δεν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις. Κάνε μου κάτι απλό και γρήγορο.

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε τώρα πολύ ζεστή και οικεία κι ο εστιάτορας αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, του απάντησε με εξίσου καλοσυνάτη φωνή…

Για στάσου…νομίζω ότι πίσω στην αποθήκη πρέπει να έχω κάτι βραστά αβγά που μου φέρανε χθες από το διπλανό χωριό. Ελπίζω με αυτά να βολευτείς.

Μια χαρά είναι κι αυτά. Κόψε και λίγη ντοματούλα, λίγο τυράκι και πιάσε μια κανάτα κόκκινο κρασί.

Ο εστιάτορας έφυγε πίσω στην αποθήκη της κουζίνας κι ο καπετάνιος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα ώστε να βλέπει τον κόσμο που περνούσε πάνω-κάτω στο δρόμο. Έβγαλε το τσιμπούκι του από την τσέπη, το γέμισε με λίγο καπνό από το σακουλάκι που φύλαγε στον κόρφο του και το άναψε. Δεν πρόλαβε να τραβήξει δυο ρουφηξιές κι ο εστιάτορας γύρισε από πίσω, με ένα πιάτο που όμως, είχε μόνο τέσσερα καθαρισμένα αβγά και λίγο ψωμί. Μαζί έφερε και μια κανάτα κόκκινο μυρωδάτο κρασί.

4 αβγά

Λυπάμαι, αλλά τελικά ντομάτα και τυρί δεν έχει…κι αυτά μου τελείωσαν.

Ανακοίνωσε ο εστιάτορας στον καπετάνιο που δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ τελικά. Με το που ξεκίνησε να τρώει, ένας από του ναύτες του καραβιού μπούκαρε στο μαγαζί αλαφιασμένος.

Καπετάνιε μου, πρέπει να έρθεις αμέσως στο καράβι. Έβγαλε φουρτούνα απρόσμενα. Δυνατή…τόσο δυνατή που ταρακούνησε το καράβι μας, σα να ήταν καρυδότσουφλο. Έκοψε τα παλαμάρια και τώρα κινδυνεύει να βυθιστεί.

Με το που άκουσε ο καπετάνιος το άσχημο νέο, παράτησε σύξυλος τα πάντα και πετάχτηκε ευθύς. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε στο δρόμο τρέχοντας. Μα πάνω στην βιασύνη του, ξέχασε να πληρώσει τον εστιάτορα. Έφτασε στο λιμάνι και αντίκρισε το καράβι του να πλέει έρμαιο δίχως να μπορεί κάνεις να το κουμαντάρει. Βουτάει στα κρύα νερά και γρήγορα-γρήγορα κολυμπάει προς αυτό. Ανεβαίνει πάνω του κι αφού δεν έχει πια σκοινιά για να το δέσει στην προκυμαία και μιας η δουλειά του είχε τελειώσει εκεί, αποφάσισε να φύγει για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασαν κάποια χρόνια…τέσσερα-πέντε θαρρώ κι ο καπετάνιος βρέθηκε ξανά σ’ εκείνο το λιμάνι… μ’ άλλο φορτίο αυτή τη φορά. Μόλις όμως πάτησε το πόδι του στην στεριά, θυμήθηκε την ιστορία που είχε ζήσει εκεί και το χρέος που είχε αφήσει στον εστιάτορα. Ο καπετάνιος ήταν τίμιος άνθρωπος και δεν ήθελε να χρωστάει πουθενά και σε κανέναν και μια και δυο κίνησε για το εστιατόριο για να ξοφλήσει. Όταν πέρασε την πόρτα, ο εστιάτορας συγύριζε και πάλι, όπως τότε. Γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο και δεν άργησε να τον θυμηθεί.

Φίλε μου, σου ζητώ συγνώμη που τότε έφυγα άρον-άρον και χωρίς να σε πληρώσω, μα ήταν ανάγκη μεγάλη και στην σκοτούρα που είχα δεν μπόρεσα να σκεφτώ κι εσένα. Πες μου όμως τώρα τι σου χρωστώ για να σε ξεπληρώσω.

Δεν πειράζει καπετάνιο μου. Άνθρωποι είμαστε κι ανθρώπινα αυτά που μας συμβαίνουν. Το είχα ξεχάσει το χρέος σου…μιας και ήρθες όμως, μισό λεπτό να σου πω πόσα μου χρωστάς.

Ο εστιάτορας έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι τράβηξε από το αφτί του. Έκατσε σε μια καρέκλα και άρχισε να κάνει κάτι υπολογισμούς. Υπολόγιζε…υπολόγιζε…έγραφε…γυρνούσε σελίδα στο μπλοκάκι και ξαναέγραφε…και κάποια στιγμή σηκώθηκε και πλησιάζοντας τον καπετάνιο του είπε:

Καπετάνιε, πριν πέντε χρόνια περίπου, έφαγες στο μαγαζί μου τέσσερα βραστά αβγά. Αν αντί για σένα, τα είχα δώσει σε μια κότα να τα κλωσήσει, θα μου έδινε τέσσερα κοτόπουλα ίσως και κανέναν κόκορα. Με την σειρά τους οι κότες, θα μου γεννούσαν άλλα αβγά κι από αυτά τα αβγά θα έβγαιναν άλλες κότες κι άλλα κοκόρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, τα χρήματα που πρέπει να μου δώσεις είναι τόσα που ακόμα και το καράβι σου να πουλήσεις, δεν με ξοφλάς…θα πρέπει να βάλεις κι άλλα χρήματα από πάνω.

Ο καπετάνιος δεν πίστευε στα αφτιά του με αυτά που άκουγε. Νόμισε ότι ο εστιάτορας του έκανε αστείο. Μα όχι, δεν ήταν αστείο. Ο εστιάτορας σοβαρολογούσε και θεώρησε πως ο υπολογισμός για τον λογαριασμό που έκανε, ήταν δίκαιος και σωστός.

Έτσι έχουν τα πράγματα καπετάνιε μου και είτε μου τα πληρώνεις με το καλό ή τρέχουμε στα δικαστήρια να βρούμε το δίκιο μας.

Ο εστιάτορας ήταν αμετάπειστος και δεν σήκωνε κουβέντα. Από την άλλη ο καπετάνιος πείσμωσε και αρνιότανε να πληρώσει γιατί θεώρησε παράλογα όλα αυτά που λογάριασε ο εστιάτορας.

Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν…

…του αποκρίθηκε ο καπετάνιος κι έφυγε από το μαγαζί θυμωμένος κι εξοργισμένος. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκε σε απόγνωση γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Κινδύνευε να χάσει το καράβι και το βιος του αν ο δικαστής συμφωνούσε με τα λόγια του εστιάτορα. Θα μπορούσε βέβαια να σαλπάρει και ποτέ του ξανά να μην πατήσει το πόδι του σ’ εκείνο το λιμάνι. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και δεν ήθελε οι άλλοι να του λερώσουνε το όνομα αποκαλώντας τον απατεώνα.

Ένα βράδυ, ο καπετάνιος περνούσε την ώρα του σε ένα καπηλειό, πίνοντας κρασί και προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιδράσει. Σε ένα διπλανό τραπέζι καθότανε ένας γεράκος μ’ ένα μυτερό και γκρίζο μούσι. Με μαύρα κοκάλινα γυαλιά στα μάτια κι ένα καφέ σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε ένα φθαρμένο γκρι σακάκι, δίχως κουμπιά και στους αγκώνες του ήταν ραμμένα μπαλώματα. Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγες πως είναι κάποιος κακομοίρης…κάποιος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και τον κέρασε ένα κανάτι κρασί κι ο γεράκος τον ευχαρίστησε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι του. Εκεί και πάνω στην κουβέντα ο καπετάνιος του είπε όλη την ιστορία και όλο του τον καημό. Κι ενώ τα κανάτια με το κρασί πηγαίναν κι έρχονταν στο τραπέζι, ο γεράκος κάποια στιγμή είπε του καπετάνιου…

Μην σκας καπετάνιε κι εγώ, έχω την λύση στο πρόβλημα σου. Ούτε το βιος σου να χάσεις, μα μήτε το καράβι σου. Εμένα που με βλέπεις κατέχω την δικηγορική κι εγώ θα έρθω στον δικαστή να σε υπερασπιστώ. Εσύ να κοιτάς την υγειά σου κι όλα τα άλλα άστα σε μένα.

Κι αφού ήπιε και το τελευταίο ποτήρι κρασί, ο γεράκος σηκώθηκε, φόρεσε την σκούφια του, χαιρέτισε τον καπετάνιο κι έφυγε από το καπηλειό δίνοντας ραντεβού μαζί του, την ημέρα της δίκης.

Οι μέρες κύλησαν γοργά κι έφτασε η στιγμή που καπετάνιος κι εστιάτορας θα έπρεπε να σταθούν απέναντι από τον δικαστή κι αυτός με την σειρά του να αποφασίσει ποιος από τους δυο είχε δίκιο. Η ώρα της δίκης πλησίαζε μα ο γεράκος που θα υπερασπιζότανε τον καπετάνιο δεν έλεγε να φανεί. Ο καπετάνιος άρχισε να ανησυχεί και να μονολογεί συνέχεια…

Μα τι βλακεία μου…πως εμπιστεύτηκα την τύχη μου σε ένα γέρο-μεθύστακα. Τώρα θα τα χάσω όλα και θα φταίω εγώ γι’ αυτό.

Λίγο πριν το μεσημέρι κι ενώ ο δικαστής κόντευε να τελειώσει με τις υπόλοιπες υποθέσεις, να ‘σου κι εμφανίζεται ανέμελος και τραγουδώντας ο γεράκος. Φρεσκοξυρισμένος και με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο στο χέρι, πέρασε την πόρτα του δικαστηρίου σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλοι αντιδράσανε και πρώτος-πρώτος ο δικαστής που τον επέκρινε λέγοντάς του ότι άργησε αδικαιολόγητα.

Όχι κι αδικαιολόγητα…

…απάντησε ο γεράκος, παίρνοντας τώρα ένα λυπημένο ύφος και καμπουριάζοντας. Σήκωσε δειλά τα μάτια προς τον δικαστή και του είπε:

Για όλα φταίει η γυναίκα μου κύριε δικαστή. Εχθές το πρωί, είχα αγοράσει πέντε κιλά κουκιά κι η γυναίκα μου τα έβρασε όλα. Φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε το βράδυ, φάγαμε και σήμερα το πρωί, αλλά πέντε κιλά είναι πάρα πολλά και δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. Θα χαλούσαν αν τα αφήναμε. Τότε όμως σκέφτηκα, για να μην πάνε χαμένα, να τα φυτέψω σ’ ένα χωράφι που έχω. Αυτά με την σειρά τους, μόλις θα ερχότανε η άνοιξη, θα μου δίνανε τόσα κουκιά καινούργια που θα χρειαζόμουνα μια αποθήκη ολάκερη για να τα βάλω. Επίσης θα έπρεπε να βρω κι άλλα χωράφια για να φυτέψω τα καινούργια και μετά κι άλλες αποθήκες. Όπως καταλαβαίνετε, χωρίς να το θέλω, άνοιξα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σήμερα κιόλας. Γι’ αυτό και άργησα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο γεράκος και γέλια ξέσπασαν σε όλη την αίθουσα του δικαστηρίου. Πρώτος και καλύτερος γέλασε ο εστιάτορας που γύρισε στη συνέχεια και του είπε:

Βρε μπας και τα ήπιες πρωί-πρωί; Τι κάθεσαι και μας αραδιάζεις και μας λες; Είναι δυνατόν να φυτέψεις βραστά κουκιά και να περιμένεις από αυτά να βγάλουνε καρπούς και να σου δώσουνε κι άλλα κουκιά; Βρες καλύτερα άλλη δικαιολογία.

Και πάλι ξέσπασαν όλοι σε γέλια, μα τότε, ο γεράκος αντί να μαζευτεί και να το βουλώσει, στύλωσε το κορμί του, γυάλισε το μάτι του, χαμογέλασε κι απάντησε στον εστιάτορα:

Εσύ το λες αυτό εστιάτορα; Εσύ που σέρνεις τον καπετάνιο στο δικαστήριο ζητώντας του μια περιουσία, που λες, ότι κοστίζουν τέσσερα βραστά αβγά που αν δεν τα έτρωγε ο καπετάνιος, θα τα έδινες σε μια κότα να τα κλωσήσει κι αυτά θα έβγαζαν κοτόπουλα και κοκόρια που στην συνέχεια θα γεννούσαν άλλα αβγά, άλλα κοτόπουλα και κοκόρια και πάει λέγοντας! Αφού λοιπόν από ένα βραστό αβγό μπορεί να γεννηθεί μια κότα, γιατί κι από ένα βραστό κουκί να μην μπορεί να βγει ένα άλλο κουκί;

Όλοι πάγωσαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η σιωπή κράτησε για λίγα λεπτά και μόνο ο δικαστής την έσπασε λέγοντας.

Την πήρα την απόφασή μου. Ο καπετάνιος έφαγε τέσσερα βραστά αβγά. Από πέντε δραχμές το ένα, μας κάνουν είκοσι δραχμές. Έφαγε και λίγο ψωμί και ήπιε μια καράφα κρασί, άλλες δώδεκα δραχμές, οπότε έχουμε τριάντα δύο δραχμές. Ας δώσει και οχτώ δραχμές για τους τόκους, δηλαδή στο σύνολο σαράντα δραχμές. Αυτό είναι το χρέος του καπετάνιου απέναντι στον εστιάτορα.

Ο καπετάνιος πετάχτηκε από την χαρά του ευχαριστώντας τον δικαστή για την απόφασή του, ενώ από την χαρά του άρχισε να φιλάει τον έξυπνο γεράκο. Γύρισε στην συνέχεια προς τον εστιάτορα που συνοφρυωμένος πλέον κοιτούσε γύρω του και του είπε:

Ορίστε οι σαράντα δραχμές σου και πάρε ακόμα χίλιες δραχμές για να κερνάς όλο τον επόμενο χρόνο τον φίλο μου τον δικηγόρο, όσο κρασί σου ζητάει.

Και λέγοντας αυτά, καπετάνιος και γεράκος, φύγανε αγκαλιασμένοι προς την προκυμαία που είχε το καράβι του ο καπετάνιος κι εκεί αποχαιρετίστηκαν δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλον να ανταμώσουν σύντομα…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Σε εκδήλωση του Φιλοζωϊκού Σωματείου «Αίσωπος».

ΦΙΛΟΖΩΙΚΟΣ2Το περασμένο Σάββατο 5 του Οκτώβρη, η ομάδα των παραμυθάδων προσκλήθηκε να πλαισιώσει την εκδήλωση του φιλοζωικού συλλόγου «Αίσωπος» που πραγματοποιήθηκε στον πεζόδρομο μπροστά από την τράπεζα Ελλάδος. Αν και δεν υπήρξε ιδιαίτερη προσέλευση παιδιών, κάναμε φιλίες με έναν πανέμορφο σκύλο που με υπομονή δέχτηκε τα χάδια και τα πειράγματά μας και μας έκανε την τιμή να φωτογραφηθεί μαζί με τους μικρούς και μεγάλους παραμυθάδες που βρεθήκαμε εκεί.

 ΦΙΛΟΖΩΙΚΟΣ1

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Χειμωνιάτικες μπλούζες των Παραμυθάδων!

Μιας και το κρύο μπήκε για τα καλά στις μέρες μας, ξεκινάμε τις παραγγελίες μας για τις χειμερινές μπλούζες των μελών και φίλων της ομάδας. Μέχρι 15 Οκτωβρίου θα περιμένουμε να δηλώσετε όσοι θέλετε να παραγγείλετε την μπλούζα είτε με αποστολή στο e-mail: info@paramythades.org, είτε αφήνοντας εδώ την πρόθεσή σας γράφοντας το όνομά σας και το μέγεθος.
Καλό χειμώνα να έχουμε…

μπλούζα μπροστάΜπλούζα πίσω

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Σε παιδιά του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων»

Νωρίς σήμερα το απόγευμα, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Διδυμαίος Απόλλων» πραγματοποίησε τον ετήσιο αγιασμό στην αίθουσά του που βρίσκεται στο χωριό Γέροντας του νομού Καβάλας. Εκεί παραβρέθηκε το μέλος των Παραμυθάδων Χρήστος Τσίρκας, καλεσμένος του συλλόγου για μια πρώτη επαφή των παιδιών με τον κόσμο του παραμυθιού.

Αρχικά, έγινε μια αναφορά στην ιστορία των παραμυθιών και τον μέγα μυθοποιό και μυθοπλάστη όλων των εποχών, Αίσωπο. Ακολούθησαν οι μύθοι του «Ο ποντικός του αγρού και ο ποντικός της πόλης» και «ο ψεύτης βοσκός». Στην συνέχεια ακούστηκε το παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», για να ολοκληρώσουμε το σύντομο ταξίδι με ένα ινδιάνικο παραμύθι και συγκεκριμένα την «νυχτερίδα».

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την δραματοποίηση αρχικά του παραμυθιού «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», και στη συνέχεια του «ψεύτη βοσκού» που παρουσιάστηκε εξ’ ολοκλήρου από τα παιδιά (προετοιμασία, συντονισμός και εκτέλεση).

Καλή σχολική χρονιά στα παιδιά αλλά και καλή επιτυχία στις δράσεις του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Σκότωσε την κότα με τα χρυσά αβγά.

kotaΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «Σκότωσε την κότα με τα χρυσά αβγά.». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Προέλευση (τελευταία ενημέρωση 13 Οκτωβρίου 2013):

Συμφωνούμε σε γενικές γραμμές με τις απόψεις των φίλων που άφησαν τα σχόλιά τους κάτω από το άρθρο. Δηλαδή:

Ο Τάσος από τους Αντιφιλίππους μας λέει ότι «τη φράση αυτή τη λέμε για τους άπληστους και αχόρταγους ανθρώπους. Την συναντούμε σε έναν μύθο του Αισώπου. Ο μύθος λέει πως ζούσε κάποτε ένας άντρας που είχε μια διαφορετική κότα από τις άλλες. Αυτή η κότα γεννούσε χρυσά αυγά. Μια μέρα από την απληστία του τη σκότωσε για να πάρει όλο το χρυσό που είχε μέσα της. Τότε λοιπόν είδε ότι η κότα δεν είχε χρυσό μέσα της και ότι ήταν όπως οι άλλες. Έτσι θέλοντας τα πολλά έχασε και τα λίγα.»

Η Γιούλη Κρ. μας γράφει: » Φράση που συναντούμε σε έναν από τους μύθους του Αισώπου και χρησιμοποιείται για ανθρώπους άπληστους και αχόρταγους. Ο μύθος αναφέρει πως κάποτε ζούσε ένας άντρας που είχε μια κότα διαφορετική από τις άλλες. Η κότα αυτή γεννούσε χρυσά αυγά. Μια μέρα, κυριευμένος από απληστία και ανυπομονησία, τη σκότωσε για να πάρει όλο το χρυσό που είχε μέσα της μαζεμένο. Τότε όμως είδε ότι η κότα του ήταν όπως και όλες οι άλλες. Έτσι, επιδιώκοντας τα πολλά, έχασε τελικά και τα λίγα».

Κι ο άλλος Τάσος από την Βραζιλία λέει πως: «Η φράση χρησιμοποιείται για τους άπληστους και τους αχόρταγους. Αποδίδεται στον Αίσωπο ο οποίος αναφέρει, σε έναν από τους μύθους του, για τον άπληστο ιδιοκτήτη μιας κότας πού γεννούσε χρυσά αυγά. Όταν την σκότωσε για να πάρει όλο το χρυσό μαζεμένο, είδε ότι η κότα ήταν φυσιολογική όπως όλες οι άλλες. Έτσι πηγαίνοντας για τα πολλά έχασε και τα λίγα.

Ο μύθος 
ήταν κάποτε ένας φτωχός αγρότης και μια μέρα ανακάλυψε στο κοτέτσι του ένα αστραφτερό χρυσό αυγό. Στην αρχή νόμιζε ότι πρόκειται για φάρσα, αλλά καθώς πήγαινε να πετάξει το αυγό το ξανασκέφτηκε και το έδωσε να το εκτιμήσουν. Αποδείχτηκε ότι το αυγό είναι από καθαρό χρυσάφι! Ο γεωργός δεν μπορούσε να πιστέψει την καλή του τύχη. Την επόμενη βρίσκει δεύτερο χρυσό αυγό, δυσκολεύοντας να πιστέψει την τύχη του. Κάθε πρωί ξυπνούσε κι έτρεχε στο κοτέτσι για να βρει το επόμενο χρυσό αυγό. Έτσι απόκτησε γρήγορα μυθώδη πλούτη και ζούσε όπως φανταζόταν στα όνειρά του. Μαζί με τα πλούτη απέκτησε την απληστία και την ανυπομονησία. Ο γεωργός δε μπορούσε να περιμένει μέρα μέρα να παίρνει το χρυσό αυγό και μια μέρα αποφάσισε να σφάξει την κότα και να τα πάρει μονομιάς. Δυστυχώς γι αυτόν, δεν υπήρχαν χρυσά αυγά μέσα της και τότε κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τρόπος να βρει άλλα πλέον. Ο γεωργός σκότωσε την κότα που τα γεννούσε!…»

 

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,,, | 3 Σχόλια

Ένα…παραμυθένιο διαδικτυακό παιχνίδι από τους Παραμυθάδες.

Η Λυδία Ελιόγλου γράφει στο φύλλο της εφημερίδας «Εβδόμη» την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου…

201310-paramythizo-elioglou

Categories: Έγραψαν για εμάς | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το σήμα της ειρήνης με χρώματα παιδιών!

Την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου επισκεφτήκαμε την Παιδική Βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά στην Καβάλα στο πλαίσιο των μηνιαίων επισκέψεών μας. Το θέμα μας ήταν η ειρήνη κι αφού αφηγηθήκαμε το παραμύθι «Όταν οι καμπάνες σταμάτησαν τον πόλεμο» του Cianni Rodari, αλλά και την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, στη συνέχεια ζητήσαμε από τα παιδιά να χρωματίσουν το σήμα της ειρήνης με την δική τους φαντασία. Ιδού τα αποτελέσματα…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Categories: Ζωγραφιές παιδιών | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.