Το έθιμο της «χάσκας».

Το έθιμο της «Χάσκας» πραγματοποιείται την Κυριακή της Τυρινής, πριν ξεκινήσει η νηστεία της Σαρακοστής.
Το μεγαλύτερο άτομο της οικογένειας δένει την άκρη μίας κλωστής ή κορδέλας σε ένα ραβδάκι και στην άλλη άκρη ένα καθαρισμένο, βραστό αυγό.
Η οικογένεια κάνει έναν κύκλο και το αυγό αιωρείται από στόμα σε στόμα μέχρι κάποιος να καταφέρει να το αρπάξει, δαγκάνοντάς το χωρίς όμως την βοήθεια των χεριών του. Το γέλιο είναι σίγουρο γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να αρπάξεις ένα αυγό που πότε γλιστράει στο μάγουλο, πότε χτυπάει στο κούτελο.
Η σημασία του εθίμου είναι ότι, για όσους θα ακολουθήσουν την νηστεία της Σαρακοστής, το στόμα θα «κλείσει» με ένα αυγό και με ένα αυγό, το κόκκινο αυγό της Ανάστασης, θα «ανοίξει» πάλι μιας και το διάστημα που μεσολαβεί καταλύει μόνο λάδι.

Επίσης, σε ορισμένες περιοχές, την ίδια μέρα, πριν ή μετά το έθιμο της χάσκας, ζητάνε συγχώρεση ο ένας από τον άλλον προκειμένου η νηστεία της Σαρακοστής να τους βρει και καθαρούς στις ψυχές.

Καλή Σαρακοστή, λοιπόν !

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Ήθη και έθιμα, Λαογραφία | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Πώς ο φτωχός Τζιουφά πλήρωσε τα χρέη του!

– Λαικό παραμύθι από την Ιταλία –

Απόδοση-Διασκευή: Χρήστος Π. Τσίρκας –

Σε ένα χωριό κάπου στην νότια Ιταλία, που δεν έχει και πολύ σημασία το όνομά του, ζούσε ένας κουρελής και φτωχός άντρας που τον έλεγαν Τζιουφά. Ολημερίς γυρνούσε από εδώ κι από εκεί ζητώντας να κάνει κανένα μεροκάματο για να κατεφέρει να κερδίσει ένα πιάτο φαϊ. Παρόλη την φτώχια του, ο Τζιουφά δεν έχανε το χαμόγελο και το κέφι του. Μια μέρα όμως σκέφτηκε πως θα έπρεπε να αγοράσει καινούργια ρούχα. Θεώρησε πως έτσι ίσως να αλλάξει και η τύχη του. Ίσως ο κόσμος να τον αντιμετώπιζε διαφορετικά μιας και πολλοί πίστευαν ότι «το ρούχο κάνει τον άνθρωπο».

Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε λοιπόν στην αγορά και πήρε καινούργιο παντελόνι και σακάκι, άσπρο λινό πουκάμισο, βαμβακερά εσώρουχα, δερμάτινα παπούτσια, ρολόι με αλυσίδα κι ένα υπέροχο κόκκινο καπέλο. Μα δεν πλήρωσε, παρά μόνο έλεγε στους εμπόρους…

Αύριο θα έρθω να σας πληρώσω. Περιμένω να πάρω κάποια χρήματα που μου χρωστάνε!

Κι οι έμποροι τον πίστεψαν και του έδωσαν τα πράγματα έτσι.

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Ο Τζιουφά γύρισε σπίτι του καμαρωτός και υπερήφανος για τη νέα του εμφάνιση. Συχνά πυκνά κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη και τον θαύμαζε. Σαν νύχτωσε όμως και έπεσε να κοιμηθεί, άρχισε να σκέφτεται και να προβληματίζεται για την επόμενη μέρα. Δεν περίμενε χρήματα από πουθενά. Ψέματα είχε πει στους εμπόρους και τώρα βασανιζότανε να βρει λύση στο πρόβλημά του.

Πώς θα τους πληρώσω αύριο όλους αυτούς; Δεν έχω δεκάρα τσακιστή!

Πριν όμως κλείσει τα μάτια και κοιμηθεί, μια ιδέα του κατέβηκε στο μυαλό και την έβαλε μπρος την άλλη μέρα το πρωί. Η ιδέα που σκέφτηκε ο Τζιουφά ήταν να παραστήσει τον πεθαμένο ώστε όταν θα έρθουν οι έμποροι για να πληρωθούν, να τον δούνε νεκρό και να φύγουν πίσω χαρίζοντάς του τα χρέη.

Ξάπλωσε λοιπόν στο κρεβάτι, έβαλε στο στήθος του έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό, σταύρωσε και τα χέρια του και περίμενε προσποιούμενος τον πεθαμένο.

Κατά το μεσημεράκι εμφανίστηκαν κι οι έμποροι που είχαν δώσει τα ρούχα, τα παπούτσια και τα εσώρουχα στον Τζιουφά με την προϋπόθεση να πληρωθούν την επόμενη μέρα. Όταν τον είδαν πεθαμένο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, αρχικά τον λυπήθηκαν. Έπειτα άρχισαν να βρίζουν την τύχη τους γιατί χάσανε τα χρήματα τους.

Τί ήθελα και στα έδωσα βερεσέ τα ρούχα; Πάνε τα χρήματά μου…

…μονολόγησε ο ράφτης και συμφώνησε μαζί του κι ο παπουτσής κι ο πραματευτής κι ο καπελάς! Μα στο τέλος επειδή δεν θέλανε να πάει στον άλλο κόσμο ο Τζιουφά κουβαλώντας τις κατάρες τους, του χάρισαν το χρέος.

Χαλάλι σου βρε Τζιουφά! Καλό, στερνό ταξίδι να έχεις.

Του ευχήθηκαν και οι τέσσερις και ύστερα τον πήραν σηκωτό και τον πήγαν στην εκκλησία προκειμένου να μείνει τη νύχτα εκεί, όπως συνηθίζεται. Τον εναπόθεσαν στο κέντρο του ναού κι έφυγαν.

Ο Τζιουφά που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη, άρχισε τώρα να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα γλιτώσει.

Κατά τα μεσάνυχτα εισέβαλλε στην εκκλησία μια συμμορία ληστών. Είχαν ληστέψει αρκετά μαγαζιά και μπήκαν εκεί για να μοιραστούν τη λεία τους. Χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου, μοίρασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν μα στο τέλος, περίσεψε ένα χρυσό νόμισμα. Αυτό ποιος θα το έπαιρνε; Τότε άρχισε η γκρίνια μεταξύ τους. Ο αρχηγός της συμμορίας βλέποντας το φέρετρο με τον Τζιουφά, γύρισε και είπε στους υπόλοιπους…

Λοιπόν, όποιος καταφέρει να πυροβολήσει από απόσταση δέκα ποδιών και να πετύχει την μύτη του πεθαμένου, θα πάρει και το χρυσό νόμισμα που περισσεύει.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και στήθηκαν στη σειρά με τα πιστόλια τους έτοιμα να πυροβολήσουν.

Σαν το άκουσε ο Τζιουφά, ένιωσε εκατοντάδες τσιμπήματα στην καρδιά του. Ένιωσε την γη να χάνεται από κάτω του. Μα γρήγορα συνήλθε και με αλλαγμένη την φωνή του χωρίς όμως να κουνάει το στόμα του, είπε τα εξής λόγια:

Πνεύματα του κάτω κόσμου, καλά και κακά. Ελάτε να βοηθήσετε τον πεθαμένο που κάποιοι θέλουν να βεβηλώσουν!

Οι ληστές τα έχασαν. Άρχισαν να κοιτάζουν γύρω τους για να καταλάβουν από που έρχονταν η φωνή μα δεν μπορούσαν. Τρόμαξαν τόσο πολύ που το έβαλαν στα πόδια ξεχνώντας και αφήνοντας εκεί, ό,τι είχαν κλέψει.

Ο Τζιουφά, σηκώθηκε και έβαλε σε σακιά όλα τα χρήματα αφήνοντας μόνο -επίτηδες- καταγής το χρυσό νόμισμα από το οποίο ξεκίνησε η διαφωνία των ληστών. Γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος και το επόμενο πρωί πήγε από τους εμπόρους και τους ξόφλησε με το παραπάνω όσα τους χρωστούσε!

Πηγή: Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο 3 των εκδόσεων «Gutenberg»

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Στις παιδικές βιβλιοθήκες θριάμβευσε η «αλήθεια»!

Άλλος ένας μήνας κοντεύει να μας αποχαιρετήσει κι άλλη μια επίσκεψη στις παιδικές βιβλιοθήκες του δήμου Καβάλας πραγματοποιήθηκε με επιτυχία. Για τον μήνα Φεβρουάριο το θέμα μας ήταν η «Αλήθεια» και είχαμε αρκετά να πούμε για αυτήν.

Η επόμενή μας συνάντηση τον Μάρτιο θα αφορά την «Πίστη-Εμπιστοσύνη» αλλά δεν έχει οριστεί ακόμα ημερομηνία!

Στον Άγιο Λουκά

Της παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας, Ζωής Τσαπανίδου

Στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά η ομάδα των παραμυθάδων μαζί με τους μικρούς μας φίλους και τους συνοδούς τους, περάσαμε ένα υπέροχο απόγευμα!
Πολλά αθώα ματάκια μας περίμεναν έτοιμα να παίξουν και να ταξιδέψουν με τα όμορφα παραμύθια μας που σήμερα είχαν ως θέμα την αλήθεια. Μπορεί τα παραμύθια να γεννιούνται, να τρέφονται και να μεγαλώνουν από τα ψέματα και τη φαντασία, όμως αγαπούν, επαινούν και διδάσκουν την αλήθεια!
Την εκδήλωση μας ξεκίνησε η ψυχολόγος Χρύσα-Μαρία Ταβανλή, που με τον επιστημονικό δικό της τρόπο και με ένα υπέροχο παιχνίδι μας έφερε σε μια πρώτη επαφή με την «αλήθεια» ως αξία.

Στη συνέχεια την σκυτάλη πήραμε εμείς, με τον Τάσο να μας μιλάει για τον «Γιάννη τον Αλήθεια», η Ζωή, για τον «ξυλοκόπο και τον Ερμή». Άκουσαν από την Γεσθημανή τα «σοφά λόγια του βασιλιά» και έραψαν με τη Μαρία «τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα». Κι ήταν όλα αυτά αλήθεια; «Και όμως είναι αλήθεια» όπως μας είπε η Αδελαΐς μέσα από το δικό της παραμύθι.

Στην εκδήλωση πήραν μέρος οι παραμυθάδες: Τάσος Καπατζιάς, Γεσθημανή Κούφτα, Μαρία Μπουγά, Αδελαΐδα Ράπτη και Ζωή Τσαπανίδου.

«Καθρέφτη καθρεφτάκι μου…. πες μου μιαν αλήθεια!»

Της Χρύσας-Μαρίας Ταβανλή – Ψυχολόγος

Η μέρα έφτασε και πάλι… το καθιερωμένο πια ραντεβού μας στη βιβλιοθήκη του Αγ. Λουκά είναι γεγονός και η παρέα πιστή σε αυτό το ραντεβού άρχισε να καταφθάνει! Η Φωτεινή, ο Κωνσταντίνος και η μικρή Εύα ήταν εκεί από νωρίς αλλά τα καρεκλάκια δεν άργησαν να γεμίσουν με τη Χριστιάνα, την Ιουλιέτα, τον Πάρη , την Ιωάννα αλλά και τον Μίμη με την παρέα του και φυσικά την Αθηνά!

Σήμερα θα μιλήσουμε για την αλήθεια…. Και θα ορκιστούμε να πούμε μόνο την ΑΛΗΘΕΙΑ!!! Πόσο συχνά λέμε αλήθεια λοιπόν; Πόσο θάρρος χρειάζεται για να την πούμε ειδικά όταν λέγοντας την πρέπει να έρθουμε αντιμέτωποι με τις ευθύνες μας; Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας στους οποίους δε μπορούμε να πούμε ψέματα; Οι απαντήσεις πολλές και ποικίλες αλλά σίγουρα ομόφωνα η μαμά και η δασκάλα μας είναι οι άνθρωποι που μας διαβάζουν σαν ανοιχτό βιβλίο… και εκεί τα ψέματα είναι απαγορευμένα! Πόσο εύκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα; Υπάρχουν σημάδια που μπορούν να μας βοηθήσουν; Ο μόνος τρόπος για να το διαπιστώσουμε στην πράξη είναι να παίξουμε… μικροί, μεγάλοι σαν μια ομάδα! «Αλήθεια ή Ψέμα λοιπόν;».

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ 1Χρειάστηκαν 2 γύροι παιχνιδιού και αρκετή ώρα για να καταλάβουμε ότι η διάκριση ανάμεσα στα δύο δεν είναι εύκολη. Αποφασίσαμε λοιπόν οτι είναι προτιμότερο οι ίδιοι να επιλέγουμε την αλήθεια στην καθημερινότητα μας αλλά και σχέσεις που βασίζονται στην ειλικρίνεια και τον σεβασμό. Η αλήθεια είναι αρετή και η κατάκτηση της αρετής είναι ένας αγώνας διαρκής και κοπιαστικός, μια συνεχής μάχη με τον ίδιο μας τον εαυτό …και όπως πολύ χαρακτηριστικά μας τόνισε η Αδελαϊς, που μοιράστηκε μαζί μας λίγη από τη σοφία της ζωής της, «όποιος καταφέρει να λέει αλήθειες στον εαυτό του…. δεν θα πει ποτέ ψέματα στους άλλους!» Ευχαριστούμε Αδελαϊδα!

Και όταν τελείωσαν τα παραμύθια ήρθε η ώρα για κατασκευές…! Στόχος μας η κατασκευή ενός καθρέφτη. Ενός μαγικού καθρέφτη που έχει την ιδιότητα να λέει πάντα την αλήθεια. Κόκκινοι, κίτρινοι, πράσινοι , άσπροι, μωβ με στολίδια ή μη, ζωγραφισμένοι ή όχι, όλοι έγιναν υπέροχοι! Και το κυριότερο…. είπαμε μια αλήθεια στον εαυτό μας… για πρώτη φορά…. και μας άρεσε! Καλή αρχή λοιπόν!

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

                                                             Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς

Στα δικά μας παιδιά αρέσουν ΠΟΛΥ τα παραμύθια… και μέσα από αυτά σήμερα είπαμε την αλήθεια… και θα πούμε και άλλα πολλά!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στον Τίμιο Σταυρό

Του παραμυθο-ανταποκριτή μας, Χρήστου Π. Τσίρκα

Στην παιδική βιβλιοθήκη του Τιμίου Σταυρού γνωρίσαμε την αλήθεια αφού προηγουμένως «πνιγήκαμε» στα ψέματα. Λίγο μετά τις 5 το απόγευμα ξεκίνησε η προσέλευση των παιδιών και μόνα τους ξεκίνησαν το παιχνίδι με τα παραμυθοζάρια. Φτιάξαμε κανά δυο φανταστικές ιστορίες με αυτά περιμένοντας να περάσει η ώρα για να αρχίσει η εκδήλωση. Αλλά το παιχνίδι, μας μέθυσε και γρήγορα περάσαμε σε καινούργιο. Τα παιδιά γίνανε ταβερνιάρηδες και σερβιτόροι και εξυπηρετούσανε όσους επιθυμούσαν να φάνε από τα πεντανόστιμα πιάτα τους με τις πλαστελινογαστρονομικές δημιουργίες.

Για να ξεκουραστούμε αποφασίσαμε να κάτσουμε γύρω από το τραπέζι μιας και η ώρα της εκδήλωσης πλησίαζε. Μικροί και μεγάλοι συμφωνήσαμε να παραχωρήσουμε το «ακαδημαϊκό τέταρτο»…αλλά τί είναι αυτό; Είναι σαν το «βάλε μου ένα τέταρτο τυρί» ή «στις δύο και τέταρτο θα φάμε πίτσα»; Η φιλοσοφική συζήτηση που ακολούθησε αποτέλεσε εργαλείο μελέτης για την ψυχολόγο της παρέας μας την Νέλλη Γεωργιάδου η οποία και αποφάσισε να δώσει τέλος στην παράνοιά μας.

Από την πλευρά της και ως ψυχολόγος μας μίλησε για την αλήθεια προσπαθώντας να την μεταδώσει ως αξία στα παιδιά αλλά και να την «υπενθυμίσει» σε εμάς τους μεγάλους κι όταν η προσέγγισή της τελείωσε, άρχισαν τα παραμύθια. «Ο Γιάννης ο Αλήθειας», «Το πάθημα της πονηρής αλεπούς» και «η μαγική φλογέρα».

Κι ύστερα, είπαμε να κατασκευάσουμε έναν μαγικό καθρέφτη…έναν παραμορφωτικό, ή μήπως «μαραμορφωτικό» όπως τον αποκάλεσαν τα παιδιά!

Το απόγευμά μας ήταν υπέροχα δημιουργικό και έκλεισε με μια έκπληξη στην καλή μας Μέλη που λίγες μέρες πριν είχε τα γενέθλιά της. Έτσι, εκτός από εμάς που ήδη βρισκόμασταν εκεί, εμφανίστηκε και η «βάρδια» του Αγίου Λουκά μαζί με φίλους και γνωστούς κρατώντας μια τούρτα και τραγουδώντας…«Να ζήσεις Μέλη και χρόνια πολλά…»!

Έκπληξη για τα γενέθλια της παραμυθούς μας, Μέλης Μίχα!

Έκπληξη για τα γενέθλια της παραμυθούς μας, Μέλης Μίχα!

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Μίχα Μέλη, Τσίρκας Π. Χρήστος, Τσίρμπα Κατερίνα και Τσιφλίδου Αρετή.

 Για ποια αλήθεια μιλάμε;

Της Νέλλης Γεωργιάδου – Ψυχολόγος

-Τι είναι η αλήθεια;
-…εεε, η αλήθεια είναι η αλήθεια!

Πως να περιγράψεις μια έννοια που θεωρείς τόσο κοινή και δεδομένη; Μόλις σκεφτείς λίγο παραπάνω θα απαντήσεις: «η πραγματικότητα». Ποια πραγματικότητα όμως; Η δική σου, η δική μου, του άλλου; Η αλήθεια συνδέεται άμεσα με την αντίληψη και είναι υποκειμενική. Έχει να κάνει με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο και τα ερεθίσματα που συναντάμε. Όταν πολλές υποκειμενικές αλήθειες συμπίπτουν τότε ανακαλύπτουμε την αντικειμενική αλήθεια.

Τι την κάνει τόσο βασική αυτή την αξία; Το γεγονός ότι δομεί το κοινωνικό μας σύστημα και βρίσκεται στα θεμέλια όλων των σχέσεων. Έτσι όταν είναι παρούσα «χτίζει» ενώ όταν απουσιάζει «γκρεμίζει».

Γιατί όμως να απουσιάζει; Όποιον και να ρωτήσεις αν προτιμάει να χτίσει ή να γκρεμίσει θα σου απαντήσει το πρώτο. Συχνά στη ζωή όμως συναντάμε αλήθειες δύσκολες που μπορεί να φέρουν συνέπειες, αλήθειες σκληρές που πονάνε και μπορεί να πληγώσουν και τότε το ψέμα μπορεί να φαντάζει λύση. Χρειάζεται δύναμη και θάρρος για να επιλέξεις την αξία από την απαξία.

Την Τετάρτη συναντηθήκαμε ακόμη μια φορά με τους μικρούς μας φίλους και εξετάσαμε όσο πιο απλά και διαδραστικά τα χαρακτηριστικά αυτής της αξίας χρησιμοποιώντας στοχευμένες ερωτήσεις, παραδείγματα και καταιγισμό ιδεών. Ανυπομονούμε για την επόμενη συνάντηση!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Βιβλίο: Παραμύθια απ’ όλες τις χώρες (Το ελαφόπαιδο κι η όμορφη Γελένα και άλλα παραμύθια)

%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%cf%80-%cf%8c%ce%bb%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%b9%cf%82-%cf%87%cf%8e%cf%81%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%bb%ce%b1%cf%86%cf%8c%cf%80%ce%b1Το βιβλίο «Παραμύθια απ’ όλες τις χώρες (Το ελαφόπαιδο κι η όμορφη Γελένα και άλλα παραμύθια)» είναι μια σκληρόδετη συλλογή παραμυθιών των εκδόσεων «Άγκυρα». Η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου είναι ότι εμπεριέχει δύο τόμους παραμυθιών από 64 σελίδες ο καθένας.

Περιεχόμενα:

Πρώτο βιβλίο:

  1. Το ελαφόπαιδο κι η όμορφη Γελένα
  2. Ο καστανόγκριζος
  3. Η βατραχίνα – τσαρίνα
  4. Μια παράξενη δίκη
  5. Γιατί ο ασβός κι η αλεπού ζούνε σε τρύπες
  6. Ο γέρος βάτραχος κι ο νέος βάτραχος
  7. Ο Μπορολντόι κι ο γενναίος γιος του

Δεύτερο βιβλίο:

  1. Η μαγική μυλόπετρα
  2. Στον καθένα η πληρωμή του
  3. Ο Φίλιπκα
  4. Πώς ο Βασίλι νίκησε το δράκο
  5. Ο λύκος, ο σκύλος κι η γάτα
  6. Η ζηλιάρα κουκουβάγια
  7. Ο Βασιλικός και η Ιλάνα η αδελφή του Ήλιου
  8. Ο Αλντάρ Κοζ κι ο Σιγκάι Μπέι
Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Οι έξι φίλοι

Απόδοση: Ζωή Τσαπανίδου

%ce%bf%ce%b9-%ce%ad%ce%be%ce%b9-%cf%86%ce%af%ce%bb%ce%bf%ce%b9Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γενναίος στρατιώτης. Ο βασιλιάς για να τον ξεκουράσει από τις σκληρές μάχες όπου συμμετείχε τον έβαλε να φυλάει τις όχθες ενός ποταμού, έτσι ώστε να μην περνάνε εχθροί στο βασίλειό του. Όμως φαίνεται πως τον ξέχασε εκεί γιατί δεν έστειλε ποτέ κάποιον αντικαταστάτη. Έτσι πέρασαν βδομάδες, μήνες, έγινε χρόνος και κανένα μήνυμα!

Τότε ο στρατιώτης αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη του. Έπρεπε όμως να περάσει το ποτάμι. Το ποτάμι ήταν πολύ βαθύ. Γέφυρες δεν υπήρχαν και έψαχνε τρόπο να λύσει το πρόβλημά του. Έτσι λοιπόν όπως πηγαινοερχόταν στην όχθη, τον πλησίασε ένας πολύ ψηλός άντρας με τεράστια χέρια.

Γεια σου φίλε μου. Θέλεις να περάσεις απέναντι;

…του λέει!

Ναι… όμως το ποτάμι είναι πολύ βαθύ και δεν μπορώ.

Μη στεναχωριέσαι θα σε βοηθήσω εγώ.

Και αμέσως αρπάζει ένα πολύ μεγάλο ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό, το ξεριζώνει σαν να ήταν θάμνος και το τοποθετεί στις δυο όχθες του ποταμού.

Να η γέφυρά σου για να περάσεις!

…του είπε κι ο στρατιώτης εντυπωσιασμένος του απάντησε:

Σ’ ευχαριστώ πολύ φίλε μου, έχεις φοβερή δύναμη. Μήπως θέλεις να έρθεις μαζί μου; Εμείς οι δυο θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Ο μεγαλόσωμος άντρας δέχτηκε κι έτσι πέρασαν και οι δυο τους το ποτάμι και συνέχισαν την πορεία τους για την πόλη. Αφού βάδισαν αρκετά συνάντησαν κάποιον κυνηγό που ετοιμαζόταν να πυροβολήσει!

Γεια σου φίλε μου τι κάνεις;

Θα σκοτώσω την αράχνη που είναι πάνω στο δέντρο χωρίς να σκίσω το δίχτυ της.

…και πριν ολοκληρώσει την φράση του, πυροβολεί και σκοτώνει την αράχνη χωρίς να σκιστεί ο ιστός της! Ενθουσιάστηκε ο στρατιώτης και του λέει:

Είσαι σπουδαίος κυνηγός θέλεις να έρθεις μαζί μας;

«Βεβαίως» απάντησε κι ο κυνηγός και έτσι ξεκίνησαν και οι τρεις για την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έξι ανεμόμυλους. Παρατήρησαν ότι αν και δεν φυσούσε καθόλου αέρας, τα φτερά τους γυρνούσαν πολύ γρήγορα. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά και κάπου σε ένα δέντρο επάνω είδαν έναν άνδρα να φυσάει με δύναμη.

Τι κάνεις φίλε εδώ;

Φυσάω για να γυρίζουν τα φτερά των ανεμόμυλων.

Μα έχεις τόση δύναμη;

Βεβαίως και έχω. Που να δείτε όταν φτερνιστώ τι γίνεται! Μπορώ να γκρεμίσω ολόκληρο σπίτι!

Θα σου προτείνω κάτι…

…του λέει ο στρατιώτης…

Θέλεις να έρθεις μαζί μας; Θα κάνουμε μεγάλα πράγματα μαζί.

Με τα χαράς!

απάντησε ο άνδρας και μπήκε κι αυτός στην παρέα. Έτσι και οι τέσσερις συνέχισαν να βαδίζουν προς την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έναν άνδρα με δεμένα πόδια.

Φίλε μου τι έπαθες; Ποιος σου έδεσε τα πόδια;

Κανείς φίλοι μου μόνος μου τα έδεσα.

Μα γιατί;

Γιατί όταν τα έχω λυμένα τρέχω σαν τον άνεμο και δεν μπορώ να απολαύσω τις ομορφιές της φύσης.

Θέλεις φίλε μου να μας ακολουθήσεις; Έχεις κι εσύ, μαγικές ικανότητες!

Τιμή μου μεγάλη!

Απάντησε κι αυτός και ξεκίνησε μαζί με τους άλλους τέσσερις για την πόλη. Φθάνοντας λίγο έξω από τα τείχη της πόλης συναντούν έναν άνδρα που φορούσε πολύ στραβά το καπέλο του. Παραξενεύτηκε ο στρατιώτης και τον ρώτησε:

Φίλε μήπως έχεις μαγικές ικανότητες κι εσύ;

Αν έχω λέει;

Και τι μπορείς να κάνεις;

Λοιπόν φίλε, αν κατεβάσω το καπέλο προς το δεξί αυτί μου, θα παγώσουν όλα γύρω μου.

Έλα φίλε μου μαζί μας και θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Πολύ ευχαρίστως!

…είπε κι αυτός και ακολούθησε τους άλλους πέντε. Έτσι οι έξι φίλοι έφθασαν στην είσοδο της πόλης. Μόλις μπήκαν μέσα τι να δουν… μια τεράστια ανακοίνωση από τον βασιλιά που έλεγε:

«Όποιος τρέξει με την βασιλοπούλα και την νικήσει θα την παντρευτεί!»

Παρουσιάζεται λοιπόν ο στρατιώτης στον βασιλιά και τον ρωτά:

Μπορεί να πάρει μέρος στον διαγωνισμό κάποιος από τους φίλους μου;

Βεβαίως γιατί όχι;

Τότε ο στρατιώτης έβαλε να τρέξει ο φίλος του που έτρεχε σαν τον άνεμο. Την άλλη μέρα το πρωί θα ξεκινούσε ο διαγωνισμός. Η διαδικασία ήταν η εξής: Η αφετηρία ήταν έξω από τα τείχη. Θα ξεκινούσαν από εκεί και θα έτρεχαν μέχρι σε μια απομακρυσμένη πηγή. Εκεί, θα γέμιζαν ένα κανάτι νερό και θα επέστρεφαν στην αφετηρία. Ετοιμάστηκαν λοιπόν και μόλις έδωσαν το σύνθημα ξεκίνησαν. Ο άνδρας που έτρεχε σαν τον άνεμο έφθασε στην πηγή γέμισε το κανάτι του και έφθασε στα μισά του γυρισμού ενώ η βασιλοπούλα ακόμα πήγαινε, γι’ αυτό κάθισε να ξεκουραστεί, εκεί όμως τον πήρε ο ύπνος. Η βασιλοπούλα όταν τον συνάντησε στον γυρισμό της και τον είδε να κοιμάται έδωσε μια κλοτσιά στο κανάτι του και έχυσε το νερό.

Ο φίλος του όμως ο κυνηγός που έβλεπε την σκηνή θέλησε να βοηθήσει τον φίλο του και ευθύς αμέσως πυροβολεί και η σφαίρα περνά ξυστά από τον φίλο του και τον ξυπνά. Σηκώνεται, βλέπει άδειο το κανάτι του το αρπάζει τρέχει σαν τον άνεμο, το γεμίζει και φθάνει στην αφετηρία και περιμένει να έρθει η βασιλοπούλα. Σε λίγο φθάνει η βασιλοπούλα καταϊδρωμένη και χαιρετά τον νικητή που τώρα έπρεπε να παντρευτεί.

Έλα όμως που ο βασιλιάς δεν ήθελε καθόλου τον άνδρα αυτόν για γαμπρό του! Σκεφτόταν λοιπόν με ποιο τρόπο να ακυρώσει τον γάμο. Έτσι σκέφτηκε το εξής: Φώναξε τους έξι φίλους του για να τους κάνει δήθεν τραπέζ. Τους έκλεισε μέσα σε ένα δωμάτιο με ποτά φαγητά και μουσική και τους κλείδωσε. Μετά άναψε φούρνους γύρω από το δωμάτιο έτσι ώστε να ανάψουν οι τοίχοι και να σκάσουν από την ζέστη οι έξι φίλοι. Πραγματικά κάποια στιγμή άρχισαν να ιδρώνουν και ύστερα να καίγονται από την ζέστη. Τότε ο φίλος με το καπέλο, τους λέει:

Μην στεναχωριέστε φίλοι μου!

…και αμέσως κατεβάζει το καπέλο του προς το δεξί αυτί και η ατμόσφαιρα έγινε δροσερή και άρχισαν οι φίλοι να τρώνε, να πίνουν και να χορεύουν. Λίγες ώρες μετά έρχεται ο βασιλιάς ανοίγει την πόρτα και αντί να δει νεκρούς τους φίλους, τους είδε να διασκεδάζουν. Τον έπιασε πανικός. Γυρίζει στον μέλλοντα γαμπρό του και του λέει:

Αν σου δώσω ένα σακί χρυσάφι θα ακυρώσεις τον γάμο;

Ναι αλλά με έναν όρο. Το σακί για το χρυσάφι θα το διαλέξω εγώ.

Του απάντησε ο άντρας κι ο βασιλιάς συμφώνησε μαζί του. Έτσι ο φίλος διάλεξε το μεγαλύτερο σακί και γέμιζε, γέμιζε, γέμιζε μέχρι που έγινε ασήκωτο. Τότε ο στρατιώτης λέει στον δυνατότερο της παρέας, αυτόν που είχε ξεριζώσει το δέντρο, να σηκώσει το σακί και να φύγουν. Κι αυτός το σήκωσε σαν να σηκώνει μια πετρούλα από τη γη. Έτσι ξεκίνησαν για την πόλη.

Ο βασιλιάς τρελάθηκε κι άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει:

Εγώ ήμουν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο και τώρα είμαι ο πιο φτωχός!

Φωνάζει τους αξιωματικούς του και τους διατάζει να πάνε να βρουν τους έξι φίλους να τους σκοτώσουν και να πάρουν πίσω το χρυσάφι του. Οι αξιωματικοί με τα πιο γρήγορα άλογά τους, προλαβαίνουν πράγματι τους φίλους και τους φωνάζουν:

Σταματήστε! Δώστε μας πίσω το χρυσάφι αλλιώς θα πεθάνετε!

Τότε ο φίλος που φυσούσε δυνατά γύρισε προς τους άλλους πέντε και τους είπε:

Μη φοβάστε παιδιά τώρα θα δείτε!

Παίρνει μια βαθιά αναπνοή και φυσάει! Και άλογα και αναβάτες έγιναν φτερά στον άνεμο και χάθηκαν. Έτσι οι έξι φίλοι μπήκαν στην πόλη τους χαρούμενοι, μοιράστηκαν το χρυσάφι και έζησαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Βιβλίο: Ελληνικά παραμύθια με ανεξιχνίαστες γριές.

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%b5-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%be%ce%b9%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%82Το βιβλίο «Ελληνικά παραμύθια με ανεξιχνίαστες γριές» έχει επιμεληθεί η Αγνή Στρουμπούλη και κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2002 από τις εκδόσεις «Απόπειρα» και περιέχει 30 παραμύθια από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

.Περιεχόμενα:

  1. Το τσικαλάκι  (Μάνη)
  2. Η αλεπού  (Μάνη)
  3. Το λευκό τριαντάφυλλο  (Μεσσηνία)
  4. Τ’ αντερουλάκια  (Νάξος)
  5. Το ξυλαράκι  (Σύρος)
  6. Ο πετεινός με τα ξύλενα  (Πάτμος)
  7. Η κουκιά  (Πάτμος)
  8. Οι παπαρούνες  (Τήνος)
  9. Η σταχτού  (Κύπρος)
  10. Η έξυπνη γριά  (Κάρπαθος)
  11. Ο γέρος κι η γριά  (Κάρπαθος)
  12. Ο Χρουσοκουμπής  (Κάρπαθος)
  13. Η αρκούδα  (Ροδόπη)
  14. Ο Ύπνος  (Θράκη)
  15. Οι πισσοβρασμένοι  (Σκύρος)
  16. Ο Τσουγκρούτ  (Τσιγγάνικο)
  17. Οι δώδεκα μήνες  (Κύθνος)
  18. Το χρυσό κουτί  (Νάξος)
  19. Το δαχτυλιδάκι  (Μύκονος)
  20. Η γριά δρακόντισσα  (Χίος)
  21. Το Μιτσοκωλάι  (Χίος)
  22. Η νύφη που έγινε αρκούδα  (Καπέσοβο)
  23. Η ψαροκεφαλή  (Ζάκυνθος)
  24. Η Γδυμνοπουκαμισάκι  (Ζάκυνθος)
  25. Ο Κωλοβελόνης και η Κυρά-μάνα  (Σύνθεση από τις παραδόσεις)
  26. Ο καημός  (Σκιάθος)
  27. Η κουρούνα  (Σκιάθος)
  28. Της Λάμιας η θυγατέρα  (Σκιάθος)
  29. Της θάλασσας η θυγατέρα  (Σκιάθος)
  30. Το φίδι που έγινε άνθρωπος  (Κασσάνδρα Χαλκιδικής)
Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Η ευτυχία του ψαρά.

-Λαϊκό παραμύθι από την Αρμενία –

Μετάφραση από τα αγγλικά και απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Ένας βασιλιάς περπατούσε στις όχθες μιας λίμνης. Κοίταξε προς τη λίμνη και είδε έναν άντρα. Έναν ψαρά με μακριά γκρι μαλλιά και μακριά γκρι γενειάδα. Ο ψαράς αυτός έριχνε τα δίχτυα του στο νερό, τα τραβούσε και ό,τι ψάρια έπιανε τα ξανάριχνε πίσω. Μετά ξανάριχνε τα δίχτυα του, τα ξανατραβούσε και ξανάριχνε πίσω στο νερό ο,τι ψάρια έπιανε. Γυρνάει τότε ο βασιλιάς στον σύμβουλό του και του λέει:

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Αυτός εκεί, δεν ψαρεύει! Τι κάνει; Θέλω να μιλήσω σ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Έτσι ο σύμβουλος πλησίασε και φώναξε:

Ε, Εσύ! Ναι εσύ! Ο βασιλιάς θέλει να σου μιλήσει.

Ο ψαράς μάζεψε τα δίχτυα του, τα έριξε μέσα στη βάρκα κι έκανε κουπί για να βγει έξω στην στεριά. Πλησίασε και υποκλίθηκε μπροστά στο βασιλιά.

Μεγαλειότατε μου! Στις διαταγές σας!

Τι κάνεις; Πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό και δεν ψαρεύεις.

Α! Μεγαλειότατε έχω μια ιστορία να σας διηγηθώ αν θέλετε να ακούσετε.

Λέγε… μου αρέσουν οι ιστορίες!

…απάντησε ο βασιλιάς. Έκατσε λοιπόν με το σύμβουλό του και ο γέρος άρχισε την ιστορία του…

Μεγαλειότατε! Ήμουν νέος, δυνατός, γεμάτος ζωή και ψάρευα σ΄αυτήν εδώ τη λίμνη. Κάθε μέρα έριχνα τα δίχτυα μου και πουλούσα τα ψάρια μου στην αγορά και πήγαινα ψάρια και στη μητέρα μου να τα μαγειρέψει. Κάθε βράδυ μου έλεγε: «Θα πεθάνω και δεν θα δω εγγόνια! Δε θα παντρευτείς;» Μα εγώ, δεν ήμουν έτοιμος να παντρευτώ!
Μου άρεσε η ζωή μου. Μου άρεσε να παίζω τάβλι στο καφενείο με τους φίλους μου, να πίνω ζεστό γλυκό καφέ, να πίνω κρασί από ρόδι και να βλέπω τις γυναίκες να περπατούν στο παζάρι. Μου άρεσαν όλα αυτά!
Όμως μια μέρα, έριξα τα δίχτυα μου και τραβώντας τα νόμισα ότι ήταν ό,τι μεγαλύτερο είχα πιάσει στη ζωή μου. Αλλά δεν ήταν! Ήταν ένα κουτί. Ένα ξύλινο κουτί, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή αλυσίδα με ένα χρυσό κλειδί. Πήρα το κλειδί, το έβαλα στην κλειδαριά και άνοιξα το κουτί μεγαλειότατε!

Και τί είχε μέσα;

ρώτησε με περιέργεια ο βασιλιάς διακόπτοντας την ιστορία. Κι ο γέρος συνέχισε…

Μέσα σ’ αυτό το κουτί ήταν μια γυναίκα, τόσο όμορφη, που μου κόπηκε η ανάσα. Χάθηκα! Με κοίταξε στα μάτια και ήμουν δικός της για πάντα! Άνοιξε το στόμα της και με χαιρέτησε. Την χαιρέτησα κι εγώ και χαμογέλασε, έλαμψε ο τόπος! Τα μαλλιά της, μαύρα σαν τον νυχτερινό ουρανό, το δέρμα της απαλό σαν πανσέληνος! Τη ρώτησα, «Ποια είσαι;» και μου απάντησε «Είμαι η γυναίκα σου αν με θες». Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά Μεγαλειότατε. Την έβγαλα από το κουτί και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου στη βάρκα και βγήκα στην στεριά. Έσερνα το κουτί από το ένα χέρι και από το άλλο την κρατούσα και την οδήγησα στο σπίτι που έμενα με την μητέρα μου. Στάθηκα στην πόρτα. Η μητέρα μου την κοίταξε και με ρώτησε: «Αυτή είναι; Αυτή που θα παντρευτείς και θα με κάνει γιαγιά;». «Ναι» της απάντησα.
Τότε η μητέρα μου βγήκε στους δρόμους μες στην χαρά και προσκάλεσε όλον τον κόσμο στον γάμο μας και ήταν θαυμάσια! Η γυναίκα μου ήταν τόσο όμορφη!
Ένιωθα όμως ότι δεν της ταίριαζε ένας ψαράς κι έτσι έμαθα μια νέα τέχνη. Έγινα χρυσοχόος. Ένας εξαιρετικός χρυσοχόος και σύντομα έπαιρνα παραγγελίες από πλουσίους, μεγάλους και τρανούς. Γρήγορα έφτιαξα ένα εργαστήριο. Έφτιαχνα κοσμήματα και κάθε πέτρα που έβαζα, την αφιέρωνα στην όμορφη γυναίκα μου. Κάθε δαχτυλίδι, κάθε περιδέραιο, κάθε ζευγάρι σκουλαρίκια, κάθε βραχιόλι, όλα ήταν προς τιμήν της γυναίκας μου. Κι έπειτα, πήγαινα σπίτι κι έβρισκα τη γυναίκα μου να κάθεται με την μητέρα μου και να γελάνε, να τραγουδάνε, να μιλάνε. Η μητέρα μου ύφαινε και η γυναίκα μου καμιά φορά μαγείρευε. Δεν είχαμε ακόμη παιδιά, αλλά ήμουν ευτυχισμένος,

Ο βασιλιάς αλλά κι ο σύμβουλός του, είχαν αφοσιωθεί στην αφήγηση του γέρου…

Μια μέρα ήμουν στο εργαστήρι μου κι έφτιαχνα ένα πολύ δύσκολο περιδέραιο κι ο αέρας έφερε ένα άρωμα κάτω από την πόρτα, τόσο δυνατό, τόσο έντονο! Και η πόρτα άνοιξε και τρεις γυναίκες με πέπλο στο πρόσωπο μπήκαν μέσα. Κάνανε ένα βήμα από την πόρτα και μίλησαν με μια φωνή: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Τι ερώτηση είναι αυτή! Φυσικά και είμαι ευτυχισμένος! Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, τις απάντησα, μα αυτές πίσω από το πέπλο τους, μου είπαν γελώντας: «Είσαι ευτυχισμένος;»
Και μ’ ένα βήμα γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο κι έφυγαν. Έκλεισαν την πόρτα αφήνοντας στην ατμόσφαιρα το άρωμα τους και την ερώτηση να αιωρείται. Ήμουν μπερδεμένος.

…είπε ο γέρος στο βασιλιά και συνέχισε…

Γιατί διάλεξαν εμένα; Γιατί μου έκαναν αυτή την ερώτηση; Επέστρεψα στην εργασία μου, όμως δε μπορούσα να τη τελειώσω. Η ερώτηση μου τρυπούσε το μυαλό. Έτσι αποφάσισα να παρατήσω το περιδέραιο, να κλείσω το μαγαζί και να επιστρέψω στο σπίτι για να επιβεβαιώσω την ευτυχία μου. Πήγα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να υφαίνει, τη γυναίκα μου να μαγειρεύει και να τραγουδάνε. Φυσικά! Αυτή ήταν μια εικόνα ευτυχίας. Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η καρδιά! Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η αγάπη! Κι εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Και πήρα τη γυναίκα μου από το χέρι, την ανέβασα από το πέτρινα σκαλάκια στην κρεβατοκάμαρα μας να επιβεβαιώσουμε την ευτυχία μας.
Την επόμενη μέρα πήγα ξανά στο εργαστήριο μου και με το μισό μυαλό δούλευα ενώ το άλλο μισό τις περίμενε να έρθουν. Και ήρθαν! Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο, έκαναν ένα βήμα και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Αυτή την φορά ήμουν λίγο απογοητευμένος από την ερώτηση. Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Είμαι ευτυχισμένος! Είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η γυναίκα μου είναι ευτυχισμένη, η μητέρα μου είναι ευτυχισμένη … κι εκείνες γέλασαν! «Είσαι ευτυχισμένος;» μου είπαν ξανά και γύρισαν κι έφυγαν αφήνοντας την ερώτηση και το άρωμα πίσω τους.
Κι εγώ δε μπορούσα να συνεχίσω τη δουλειά μου, έφυγα από το μαγαζί και περπατούσα, περπατούσα σε δρόμους που δε γνώριζα τόσο καλά. Έφτασα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Περπάτησα μέχρι που έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι. Απέφευγα να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά έπρεπε. Όταν στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας, η μητέρα μου με κοίταξε με δυσαρεστημένο βλέμμα. Τη ρώτησα: «Που είναι;». «Είναι πάνω στο κρεβάτι και κλαίει μ αναφιλητά γιατί δεν ήρθες για φαγητό.» μου απάντησε. Ζήτησα συγνώμη και πήγα πάνω. Την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και το ήξερα…»

Ο βασιλιάς κεντρισμένος από την ιστορία πετάχτηκε και ρώτησε τον γέρο…

Τί ήξερες;

Ο γέρος πικραμένος συνέχισε την αφήγηση…

Το ήξερα ότι έπρεπε να είχα έρθει. Ήξερα ότι έπρεπε να χωθώ στο κρεβάτι, να την πάρω αγκαλιά και την παρηγορήσω, αλλά δε μπορούσα. Γιατί η ερώτηση μου τρυπούσε το πίσω μέρος του μυαλού μου. Ξάπλωσα δίπλα της, την άκουγα να κλαίει σιγανά, γύρισα την πλάτη μου και προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αυτές ήταν εκεί, μέσα στο μυαλό μου, οι τρεις γυναίκες με το βέλο. Το πρωί καθώς ο κόκορας λαλούσε, αντί να αντικρύσω τη γυναίκα μου, πήδησα από το κρεβάτι, έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο μου, είπα την προσευχή μου κι έφυγα για το εργαστήρι μου και περίμενα. Δεν πήρα τα εργαλεία μου, περίμενα. Έκατσα και περίμενα, γιατί ήξερα ότι θα ερχόντουσαν. Όντως, σε λίγο, αυτό το άρωμα γέμισε και πάλι τον χώρο. Μετά η πόρτα άνοιξε και μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο. Στάθηκαν και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;» Δεν άντεξα άλλο και με φωνή της απάντησα, «Όχι δεν είμαι! Δεν είμαι ευτυχισμένος! Τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου δείξετε την ευτυχία;»
Τότε αυτές μου ζήτησαν να τις ακολουθήσω προκειμένου να μου δείξουνε την ευτυχία!

Και; Τις ακολούθησες;

Πετάχτηκε γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς!

Τις ακολούθησα. Τις ακολούθησα από το μαγαζί μου σε δρόμους που ήξερα όλη μου τη ζωή, μέχρι που έφτασα σε δρόμους που δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου. Με πήγανε σε μια πόρτα, σε μια δρύινη πόρτα με ένα δρύινο ρόπτρο όπου το σχήμα του ήταν μια γυναίκα με πέπλο. Μια απ΄αυτές πήρε το κλειδί, ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε κι εκεί αντίκρισα μια αυλή πλημμυρισμένη φως και τραπέζια στρωμένα με νόστιμα φαγητά και κρασιά. Μια απ’ αυτές έφερε νερό να πλύνει το πρόσωπο μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Η άλλη μου έφερε κρασί από ρόδι και η άλλη μου έφερε μια πιατέλα με φαγητά και με τάιζαν. Αυτή που μου είχε πλύνει το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, έφερε ένα μουσικό όργανο και άρχισε να παίζει μια μεθυστική μουσική. Τότε οι άλλες δύο σταμάτησαν να με ταΐζουν κι άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν, χόρευαν, χόρευαν και όταν τελείωσε η μουσική και ο χορός τους, σηκώθηκαν και έριξαν τα πέπλα τους.
Μεγαλειότατε!!! Νόμιζα ότι η γυναίκα μου ήταν όμορφη, όμως αυτές οι τρεις γυναίκες… Αχ! Και μίλησαν με μια φωνή και είπαν. «Μπορείς να μ’ έχεις, διάλεξε.» Τότε σκέφτηκα ποια να διαλέξω; Αφού και οι τρεις είναι εξίσου όμορφες και τότε η μία απ’ αυτές έβγαλε το ένα πόδι μπροστά για να διαλέξω αυτήν.
«Εσένα! Διαλέγω εσένα!» φώναξα και τότε ξαναέβαλαν το πέπλο τους και απάντησαν με μια φωνή: «Μπορείς να μ’ έχεις! Εάν πας σπίτι, βάλεις τη γυναίκα σου στο κουτί και τη ρίξεις πίσω στη λίμνη».

Ο βασιλιάς έβγαλε έναν ήχο δυσάρεστης έκπληξης μα δεν είπε τίποτα άλλο…

Μεγαλειότατε! Δεν χρειάστηκε να μου το πουν δεύτερη φορά. Σηκώθηκα, έσπρωξα την πόρτα κι έτρεξα στους δρόμους που δεν ήξερα μέχρι που έφτασα στο σπίτι μου. Ανέβηκα τρία-τρία τα πέτρινα σκαλιά, όρμησα μέσα και η μητέρα μου με ρώτησε τρομαγμένη τι συνέβη. Δεν της απάντησα παρά μόνο ρώτησα να μάθω που ήταν η γυναίκα μου. «Είναι στην ταράτσα γιατί;» Δεν της έδωσα καμιά εξήγηση. Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι την ταράτσα. Η γυναίκα μου πατούσε κάτι ελιές κι έβγαζε λάδι. Με κοίταξε και ρώτησε τι συμβαίνει.
«Σταμάτα ό,τι κάνεις. Σταμάτα ό,τι κάνεις κι έλα μαζί μου.» Ήταν τόσο όμορφη! Σηκώθηκε και με ακολούθησε κάτω στην κρεβατοκάμαρα μας. Είχαμε φτιάξει ένα τραπέζι από το κουτί που είχα βρει. Έριξα στο πάτωμα ό,τι είχε πάνω το τραπέζι και πήρα από το ένα χέρι το κουτί και από το άλλο τη γυναίκα μου.
«Πάμε!» της είπα. «Πού πάμε;» μου απάντησε αυτή κι εγώ απότομα της ζήτησα να μην ρωτάει τίποτα.
Την οδήγησα κάτω με το κουτί στο ένα χέρι κάνοντας θόρυβο στα πέτρινα σκαλιά και τότε η μητέρα μου με ρώτησε, «Πού πάτε; Πού πας τη νύφη μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;». Το ίδιο είπα και στην μάνα μου: «Μη ρωτάς τίποτε.» και οδήγησα τη γυναίκα μου στον δρόμο σέρνοντας πίσω το κουτί. Κι αυτή με παρακαλούσε: «Μην το κάνεις αυτό! Είναι επειδή δεν έχουμε παιδιά; Κάνε υπομονή, θα κάνουμε παιδιά». «Αυτό δεν έχει σχέση με τα παιδιά» της απάντησα κι αυτή επέμενε να ρίχνει τα λόγια της σαν σαϊτες στην καρδιά μου… «Τι έκανα; Σε δυσαρέστησα;».
Μα δεν μπορούσα να μιλήσω, ούτε καν να την κοιτάξω στα μάτια. Περάσαμε δρόμους, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτήν εδώ τη λίμνη και βρήκα την παλιά μου ψαρόβαρκα. Άνοιξα το σεντούκι και της είπα να μπει μέσα. Έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε να μην το κάνω. Με παρακαλούσε, μα εγώ τη διέταξα να μπει μέσα! Υποτάχτηκε και μπήκε στο κουτί! Έκλεισα το καπάκι, πήρα το κλειδί από τη χρυσή αλυσίδα, το έβαλα στην κλειδαριά και … κλικ, την κλείδωσα! Ξαναέβαλα το χρυσό κλειδί στην χρυσή κλειδαριά, σήκωσα το κουτί και το έβαλα στη βάρκα. Πήδησα μέσα κι έκανα κουπί μέχρι τη μέση αυτής εδώ της λίμνης κι έσπρωξα το κουτί έξω από τη βάρκα. Και καθώς το έβλεπα να βυθίζεται, ένιωσα όλη την ευθύνη της ερώτησης να φεύγει από τους ώμους μου. Όλη η ευθύνη για ευτυχία έφυγε από τους ώμους μου και μετά επέστρεψα στην ακτή κι έτρεξα να βρω το σπίτι. Το σπίτι με τη δρύινη πόρτα και το δρύινο ρόπτρο με το πρόσωπο της γυναίκας με το πέπλο στην είσοδο. Μα δε μπορούσα να το βρω.

Κι ο βασιλιάς πάλι έκπληκτος τον διέκοψε λέγοντας…

Μήπως δεν έψαξες καλά;

Έψαξα. Έψαξα, καλά. Ρώτησα τους ανθρώπους, αλλά κανένας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο σπίτι! Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα ώσπου τελικά τα πόδια μου με οδήγησαν στο μόνο μέρος που θα μπορούσα να μείνω…το σπίτι μου. Η μητέρα μου περίμενε στο κατώφλι και μου είπε: «Λοιπόν, πού είναι η νύφη μου; Τι της έκανες;». Της τα είπα όλα. Με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου της τα είπα όλα.
«Είσαι ένας ανόητος, ανόητος είσαι! Μα δε χάθηκαν όλα. Πάνε πίσω, ρίξε τα δίχτυα σου και φέρε πίσω τη νύφη μου. Θέλω να γίνω γιαγιά. Θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς, να βλέπω την αγάπη σας. Θέλω να την ακούω να τραγουδάει. Φέρε τη νύφη μου στο σπίτι!»
Έτσι μεγαλειότατε έτρεξα πίσω στη λίμνη, πήδησα στη βάρκα μου, έκανα κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, έριξα τα δίχτυα μου, μα μόνο ψάρια έβγαλα. Τα ξαναέριξα, και ξανά μόνο ψάρια έπιανα και ξανά και ξανά και ξανά. Μα έβγαζα μόνο ψάρια, εκείνη τη μέρα. Ήρθα όμως και την επόμενη μέρα, και την μεθεπόμενη και την μεθεπόμενη… Κι ερχόμουν κάθε μέρα και προσπαθούσα και προσπαθούσα μέχρι να βρω τη γυναίκα μου. Θα τη βρω…!
Μα τώρα…

…είπε ο γέρος κάνοντας υπόκλιση στο βασιλιά..

Ακούσατε την ιστορία μου μεγαλειότατε. Τώρα όμως επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο έργο μου. Πρέπει να βρω τη γυναίκα μου. Μπορεί να τα καταφέρω σήμερα!

Και ο γέρος υποκλίθηκε άλλη μια φορά στο βασιλιά, προχώρησε στη βάρκα του, μπήκε μέσα, έκανε κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, ξεδίπλωσε τα δίχτυα του, τα έριξε στο νερό, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό. Έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό, έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Βιβλίο: Παραμύθια ΑΝΤΕΡΣΕΝ – Η μικρή Νεράϊδα και άλλα παραμύθια

Παραμύθια ΑΝΤΕΡΣΕΝ - Η μικρή νεράϊδα και άλλα παραμύθιαΤο βιβλίο «Παραμύθια ΑΝΤΕΡΣΕΝ – Η μικρή Νεράϊδα και άλλα παραμύθια» είναι μια σκληρόδετη συλλογή παραμυθιών των εκδόσεων «Άγκυρα». Η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου είναι ότι εμπεριέχει δύο τόμους παραμυθιών από 64 σελίδες ο καθένας. Επίσης, ενώ το πρώτο παραμύθι έχει τον τίτλο «Η μικρή νεράϊδα», η λέξη νεράϊδα δεν αναφέρεται πουθενά μέσα στο κείμενο. Αντί αυτής, την αποκαλεί συνέχεια η μικρή σειρήνα.

Επίσης, το παραμύθι «η συμφωνία της φιλίας» εξελίσσεται στην Ελλάδα, με φόντο τον Παρνασό, μια ιστορία που -καθόλου απίθανο- να είναι και πραγματική.

Πιο συγκεκριμένα, τα παραμύθια είναι τα ακόλουθα:

Στο πρώτο βιβλίο:

  1. Η Μικρή νεράϊδα
  2. Ο Ματοκλειστής
  3. Η νεράϊδα των ρόδων
  4. Οι πελαργοί
  5. Η μαργαρίτα

Στο δεύτερο βιβλίο:

  1. Το παιδί κι ο μπρούτζινος κάπρος
  2. Η συμφωνία της φιλίας
  3. Ο μεγάλος Κλάους κι ο μικρός Κλάους
  4. Το έλατο
  5. Η καινούργια στολή του βασιλιά
Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Με αγάπη για τα παραμύθια!

Σε εξέλιξη βρίσκεται μια δημοσκόπησή μας με τίτλο «Όταν ήμουν παιδί…» και η οποία περιλαμβάνει πέντε ερωτήσεις. Για να δούμε όμως τις μέχρι τώρα απαντήσεις από τις 40 συμμετοχές.

Πιο συγκεκριμένα:

Στην πρώτη ερώτηση, «…μου λέγανε παραμύθια στο σπίτι;», 35 άτομα απάντησαν θετικά και μόλις 5 αρνητικά.

Στην δεύτερη ερώτηση, «…μου αρέσανε τα παραμύθια;» και οι 40 απάντησαν θετικά. (Πρώτο συμπέρασμα: Οι 5 από τους συμμετέχοντες, δεν είχαν την χαρά να ακούσουν κάποιο παραμύθι από τα αγαπημένα τους πρόσωπα).

Στην τρίτη ερώτηση, «…μέναμε με τον παππού και την γιαγιά;», οι 23 από τους ερωτηθέντες απάντησαν ότι έμεναν μαζί με τον παππού και την γιαγιά, ενώ οι 17 απάντησαν αρνητικά.

Στην τέταρτη ερώτηση, «…θυμάμαι κανένα παραμύθι;», μόνο οι 7 δεν θυμούνται παραμύθι/α από την παιδικη τους ηλικία, εννώ οι 33 κάτι θυμούνται (ελπίζουμε να μας στείλετε ηλεκτρονικά κάποιο από αυτά).

Στην πέμπτη και τελευταία ερώτηση, «…έχω πει ποτέ μου παραμύθι;», οι 37 είχαν την χαρά να αφηγηθούν παραμύθι, ενώ μόνο 3 δεν το τόλμησαν (ελπίζουμε να σας δούμε στην ομάδα μας είτε τους μεν, είτε τους δε).

Για όσους δεν έχουν πάρει μέρος στην δημοσκόπησή μας, πατήστε εδώ για να την συμπληρώσετε.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.