Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

gerosΘα σας πω μια ιστορία που έφτασε στα αφτιά μου από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ήταν κάποτε τρία αδέρφια. Ζούσαν άτυχα στον τόπο τους. Δεν είχαν δουλειά μήτε και προκοπή. Έτσι, αποφάσισαν να πάνε στα ξένα μήπως και δούνε την μοίρα τους να αλλάζει.

Ξεκίνησαν λοιπόν το άγνωστο ταξίδι τους και καθώς περπατούσαν, βρήκαν μια βρύση μέσα στην ερημιά. Όπως ήταν εξαντλημένοι και αδύναμοι αποφάσισαν να καθίσουν για λίγο εκεί, να ξαποστάσουν. Μαγείρεψαν και την ώρα που έτρωγαν αντίκρισαν έναν γέρο να τους πλησιάζει, κουτσαίνοντας και κρατώντας μια μαγκούρα. Σαν έφτασε κοντά τους, τους χαιρέτησε καλόκαρδα!

Γεια χαρά σας παλικάρια!

Καλή σου ώρα και σε σένα γέροντα…

…του αποκρίθηκαν εκείνοι ενώ ο μικρότερος αδερφός έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του το πρόσφερε λέγοντάς του:

Κόπιασε παππούλη να φας λίγο ψωμί μαζί μας.

Ο γέρος που δεν αρνήθηκε, πήρε το ψωμί και κάθισε δίπλα τους. Δάγκωσε λίγο ψωμί κι ενώ μασούσε, γύρισε και είπε προς τον μεγαλύτερο αδερφό…

Πες μου παλικάρι μου, τί θα επιθυμούσες περισσότερο στον κόσμο αυτό;

Εκείνη την στιγμή, πάνω από τα κεφάλια τους, πετούσε ένα σμήνος από αμέτρητα κοράκια που έκανε τον ουρανό να μαυρίσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το σμήνος, απάντησε στον γέρο χωρίς να το σκεφτεί…

Θα ήθελα, όλα αυτά τα κοράκια που πετούν από πάνω μας, να γινόντουσαν πρόβατα και να ήτανε δικά μου!

Πολύ ωραία… Και δεν μου λες; Αν ερχόταν κανένας φτωχός, πεινασμένος και διψασμένος, θα του πρόσφερες λίγο γάλα;

Τον ξαναρώτησε ο γέρος και το παλικάρι αμέσως του αποκρίθηκε…

Μόνο γάλα; Θα του πρόσφερα ό,τι τραβούσε η όρεξή του… και γάλα και τυρί και μυτζήθρα!

Ο γέρος τότε, χτύπησε τη μαγκούρα του στο χώμα και με μιας τα κοράκια πέσανε στη γη και γίνανε πρόβατα κι άσπρισε ο τόπος γύρω τους από τα τόσα ζωντανά!

provata

Αυτό ήταν. Το παλικάρι, αποφάσισε τότε να εγκατασταθεί εκεί. Μάζεψε τα πρόβατα και με την βοήθεια των άλλων χτίσανε κι ένα μαντρί και η ζωή του θα κυλούσε έτσι από εδώ και στο εξής.

Αμέσως μετά, τα άλλα δυο αδέρφια κίνησαν να συνεχίσουνε το ταξίδι τους και μιας κι ο γέρος δεν είχε που να πάει, τους ακολούθησε. Μετά από ώρες περπάτημα, βρέθηκαν μπροστά σε μια όαση. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι ο γέρος ρώτησε τον δεύτερο αδερφό:

Εσύ, παλικάρι μου, τι θα επιθυμούσες περισσότερο να έχεις;

Γέροντα, βλέπεις όλα αυτά τα πουρνάρια εδώ μπροστά μας; Αν αυτά, αντί για πουρνάρια ήταν ελιές θα ήμουν ευτυχισμένος!

Πολύ ωραία. Και δεν μου λες… Κι αν κανένας φτωχός χτυπούσε την πόρτα σου για βοήθεια, θα του έδινες λίγο λαδάκι να έχει να ρίχνει στο φαγητό του;

Και το ρωτάς; Και βέβαια θα του έδινα…elies

Χτύπησε και πάλι ο γέρος τη μαγκούρα καταγής και αμέσως τα πουρνάρια μεταμορφώθηκαν σε ελαιόδεντρα κι από τα κλαδιά τους κρέμονταν αμέτρητες ελιές. Ο δεύτερος αδερφός το πήρε κι αυτός απόφαση κι έμεινε σε εκείνον τον τόπο. Μάζευε τις ελιές και άλλες τις έκανε λάδι ενώ άλλες τις ετοίμαζε για φαγητό. Και με το πέρασμα το χρόνου άρχισε να πουλάει τα αγαθά του, σε άλλα χωριά και πόλεις.

Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός και μαζί με το γέρο ξεκίνησαν και πάλι το ταξίδι τους. Περπάτησαν αρκετά μέχρι που έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Βρήκαν μια βρύση και αποφάσισαν να κάτσουν λίγο να ξαποστάσουν, να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο γέρος ρώτησε του μικρού αδερφού:

Εσύ μικρέ μου, με τί θα ήσουν ευχαριστημένος;

Εγώ καλέ μου γέροντα, θα ήθελα αυτή η βρύση να τρέχει συνέχεια με μέλι.

Κι αν φτωχοί άνθρωποι σου χτυπήσουν την πόρτα και σου ζητήσουν μέλι, θα τους δώσεις;

Και βέβαια γέροντα! Θέλει και ρώτημα;

Χτύπησε ξανά ο γέρος την μαγκούρα στο έδαφος και η βρύση έπαψε να τρέχει με νερό και ξαφνικά μέλι άρχισε να στάζει. Λίγο στην αρχή κι ύστερα περισσότερο. Και ο νέος αποφάσισε να μείνει εκεί και να πουλάει μέλι στους περαστικούς μα και στους εμπόρους. Κι όποτε κάποιος φτωχός του ζητούσε λίγο μέλι για να γλυκάνει την όρεξή του μα και για να πάρει δύναμη, αυτός δεν του έλεγε όχι.

Μετά κι από αυτό, ο γέρος σηκώθηκε και έφυγε μόνος τους, κουτσαίνοντας και βαστώντας την μαγκούρα του.

meli

Πέρασε αρκετός καιρός κι ο μικρότερος αδερφός θέλησε να δει τα αδέρφια του. Αφού άφησε στην θέση του έναν υπηρέτη, κίνησε να πάει να τους βρει. Μόλις έφτασε όμως στο μέρος που ο αδερφός του είχε τις ελιές, αντί για ελαιόδεντρα είδε τον κάμπο γεμάτο με πουρνάρια, όπως ακριβώς όταν τον αντίκρισαν για πρώτη φορά. Κι όταν αναζήτησε τον μεγαλύτερο αδερφό του που είχε γίνει βοσκός, αντί για τα πρόβατα, είδε και πάλι αμέτρητα κοράκια να πετάνε στον ουρανό.

Σαστισμένος όπως καθότανε και χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, εμφανίστηκε μπροστά του ο γέρος. Με καλόκαρδη φωνή γύρισε και του είπε…

Μην απορείς… Τα αδέρφια σου δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Δεν βοήθησαν τους φτωχούς που τους ζήτησαν βοήθεια και έτσι ό,τι καλό τους δόθηκε το έχασαν. Σε αντίθεση με εσένα όμως που έχεις μεγάλη και καλοσυνάτη καρδιά, βοηθώντας όποιον έχει ανάγκη, συνεχίζεις να έχεις το δώρο που σου δόθηκε. Να έχεις την ευχή μου κι έτσι να συνεχίζεις την ζωή σου.

Κι ο γέρος χάθηκε πριν ο μικρότερος αδερφός προλάβει να πει οτιδήποτε…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι μετάφραση του The First Christmas Tree του Eugene Field, που δημοσιεύτηκε στη συλλογή παραμυθιών «Christmas Tales and Christmas Verse» (1912) και βρίσκεται στη Wikisource, the free online library.

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Μια φορά και έναν καιρό, το δάσος ήταν σε μεγάλη αναταραχή. Από νωρίς το απόγευμα, οι σοφοί γερο-κέδροι κουνούσαν τα κεφάλια τους ανήσυχοι και μιλούσαν για παράξενα πράγματα. Είχαν ζήσει στο δάσος πολλά, πολλά χρόνια· αλλά ποτέ δεν είχαν δει τόσο εντυπωσιακές εικόνες, σαν αυτές που έβλεπαν τώρα στον ουρανό, επάνω στους λόφους και στο κοντινό χωριό.

«Σας παρακαλούμε, πείτε και σ’ εμάς τι βλέπετε» είπε ένα μικρό κλήμα· «εμείς που δεν είμαστε τόσο ψηλά όσο εσείς, δε μπορούμε να δούμε αυτά τα θαυμαστά πράγματα. Περιγράψτε τα και σ’ εμάς, για να μάθουμε κι εμείς».

«Έχω ενθουσιαστεί τόσο πολύ», είπε ο ένας κέδρος, «που δε μπορώ να μιλήσω. Όλος ο ουρανός φαίνεται σα να έχει πάρει φωτιά, και τα αστέρια φαίνονται να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα· άγγελοι κατεβαίνουν από τον ουρανό στη γη και πηγαίνουν στο χωριό ή μιλούν με τους βοσκούς επάνω στους λόφους».

Το κλήμα άκουγε εντυπωσιασμένο, χωρίς να μιλάει. Τέτοια πράγματα δεν είχαν συμβεί ποτέ ξανά και έτρεμε από τη χαρά του. Ο πιο κοντινός του γείτονας ήταν ένα μικροσκοπικό δεντράκι, τόσο μικρό που πολύ δύσκολα μπορούσε να το δει κάποιος· έστω κι έτσι όμως ήταν ένα πολύ όμορφο δεντράκι και τα κλήματα, οι φτέρες, τα βρύα και οι άλλοι ταπεινοί κάτοικοι του δάσους το αγαπούσαν πολύ.

«Πόσο θα ήθελα να δω τους αγγέλους!» αναστέναξε το δεντράκι, «και πόσο θα ήθελα να δω τα αστέρια να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα! Πρέπει να είναι πολύ όμορφα.»

Καθώς το κλήμα και το δεντράκι έλεγαν αυτά τα λόγια, οι κέδροι παρακολουθούσαν με αυξημένο ενδιαφέρον τις υπέροχες σκηνές επάνω και πέρα από τα όρια του δάσους. Τώρα νόμιζαν ότι άκουσαν μουσική, και δε λάθεψαν, επειδή σύντομα όλη η ατμόσφαιρα γέμισε με τις πιο γλυκιές μουσικές που ακούστηκαν ποτέ επάνω στη γη.

«Τι όμορφη μουσική!» φώναξε το δεντράκι. «Αναρωτιέμαι από πού να έρχεται.»

«Οι άγγελοι τραγουδάνε» είπε ένας κέδρος, «επειδή μόνο οι άγγελοι μπορούν να φτιάξουν τόσο όμορφη μουσική».

«Αλλά και τα αστέρια τραγουδάνε» είπε ένας άλλος κέδρος. «Ναι, και οι βοσκοί στους λόφους άρχισαν κι αυτοί και πραγματικά, τι παράξενα λαμπρό τραγούδι είναι αυτό!»

Τα δέντρα άκουγαν το τραγούδι, αλλά δεν καταλάβαιναν τι έλεγε· φαινόταν σαν ύμνος, και έλεγε για ένα Παιδί που γεννήθηκε· αλλά δεν καταλάβαιναν περισσότερα. Το παράξενο και λαμπρό τραγούδι συνέχισε όλη τη νύχτα· και όλη αυτή τη νύχτα οι άγγελοι πήγαιναν και ερχόταν και οι βοσκοί μιλούσαν με τους αγγέλους και τα αστέρια χόρευαν και τραγουδούσαν ψηλά στον ουρανό. Και είχε σχεδόν ξημερώσει, όταν οι κέδροι φώναξαν: «Έρχονται στο δάσος! Οι άγγελοι έρχονται στο δάσος!»

Και, πολύ γρήγορα, βγήκαν αληθινοί. Το κλήμα και το δεντράκι φοβήθηκαν πολύ και παρακάλεσαν τα πιο παλιά και πιο δυνατά δέντρα να τα προστατεύσουν. Αλλά οι κέδροι φοβόταν και οι ίδιοι και δεν πρόσεχαν τις φωνούλες του ταπεινού κλήματος και του μικρού δέντρου. Οι άγγελοι έφτασαν στο δάσος, τραγουδώντας τον ίδιο λαμπρό ύμνο για το Παιδί, και τα αστέρια τραγουδούσαν σε αρμονία μαζί τους, μέχρι που κάθε σπιθαμή του δάσους γέμισε με αυτό το θαυμαστό τραγούδι. Δεν υπήρχε τίποτε στην εμφάνιση των αγγέλων για να φοβηθεί κανείς· ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά και είχαν στέμματα επάνω στα ξανθά τους κεφάλια και άρπες στα χέρια τους· και τα όμορφα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν αγάπη, ελπίδα, φιλανθρωπία, συμπόνια και χαρά και η παρουσία τους στο δάσος έμοιαζε να το γεμίζει με θεϊκή ειρήνη. Οι άγγελοι έφτασαν έτσι μέχρι εκεί που ήταν το μικρό δεντράκι και μαζεύτηκαν τριγύρω του, το ακούμπησαν με τα χέρια τους και φίλησαν τα κλαδιά του και τραγούδησαν ακόμη πιο γλυκά από πριν. Και το τραγούδι τους ήταν για το Παιδί, το Παιδί, το Παιδί που γεννήθηκε. Τότε και τα αστέρια κατέβηκαν από τους ουρανούς και χόρεψαν και κρεμάστηκαν από τα κλαδιά του δέντρου και τραγούδησαν και αυτά το ίδιο τραγούδι — το τραγούδι για το Παιδί. Και όλα τα άλλα δέντρα και τα κλήματα, οι φτέρες και τα βρύα παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα· επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα και γιατί το δεντράκι άξιζε αυτών των τιμών.

Ο άγγελος και το δέντροΌταν ήρθε το πρωί οι άγγελοι έφυγαν από το δάσος — όλοι εκτός από έναν άγγελο που παρέμεινε πίσω και στεκόταν κοντά στο δεντράκι. Τότε τον ρώτησε ένας κέδρος: «Γιατί έμεινες μαζί μας, άγιε άγγελε;» Και ο άγγελος αποκρίθηκε: «έμεινα για να προσέχω αυτό το δεντράκι, επειδή είναι ευλογημένο και δεν πρέπει τίποτε να το βλάψει».

Το μικρό δεντράκι ένιωσε ανακούφιση με αυτή τη δήλωση και σήκωσε ψηλά το κεφάλι του, με πιο πολλή σιγουριά από πριν. Και πώς αναπτύχθηκε και μεγάλωσε, δυνάμωσε και ομόρφυνε! Οι κέδροι έλεγαν πως δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ο ήλιος έριχνε γενναιόδωρα τις πιο καλές του ακτίνες επάνω στο δεντράκι, ο ουρανός άπλωνε την πιο γλυκιά δροσιά γύρω του και οι άνεμοι έπνεαν απαλά και τραγουδούσαν τα πιο όμορφα τραγούδια τους όταν έφταναν κοντά του. Ποτέ δεν το απείλησε κίνδυνος· επειδή ο άγγελος δεν κοιμόταν — όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα ο άγγελος παρακολουθούσε το δεντράκι και το προστάτευε από όλα τα κακά. Μερικές φορές τα δέντρα συζητούσαν με τον άγγελο· φυσικά δεν καταλάβαιναν πολλά από όσα τους έλεγε, επειδή μιλούσε συνέχεια για το Παιδί που έμελλε να γίνει ο Κύριος· και πάντα, όταν τα έλεγε αυτά, χάιδευε το δεντράκι, τα κλαδιά του και τα φύλλα του και τα δρόσιζε με τα δάκρυά του. Και ήταν όλα τόσο παράξενα που κανένας στο δάσος δεν καταλάβαινε.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια, με τον άγγελο να φροντίζει το μικρό δέντρο. Μερικές φορές, κάποια ζώα το πλησίαζαν με σκοπό να καταβροχθίσουν τα τρυφερά του φύλλα· άλλες φορές πλησίαζαν ξυλοκόποι με σκοπό να το κόψουν· κι άλλες φορές η ζεστή ανάσα του ξηρού αέρα που ερχόταν από το νοτιά απειλούσε το δάσος και τα πράσινα φύλλα: ο άγγελος όμως τα κρατούσε μακρυά από το δεντράκι. Κι έτσι, μεγάλωσε και δεν ήταν πια ένα δεντράκι, αλλά η περηφάνια και η δόξα του δάσους.

Μια μέρα, το δέντρο άκουσε κάποιον που ερχόταν από το δάσος. Μέχρι τώρα, όταν πλησίαζαν άνθρωποι, ο άγγελος ήταν κοντά του. Τώρα όμως στεκόταν μακρυά, κάτω από τους κέδρους.

«Αγαπημένε άγγελε» φώναξε το δέντρο, «δεν ακούς τα βήματα αυτού που πλησιάζει; Γιατί έφυγες;»

«Μη φοβάσαι» είπε ο άγγελος, «επειδή αυτός που έρχεται είναι ο Κύριος».

Ο Κύριος ήρθε στο δέντρο και το ακούμπησε. Έβαλε τα χέρια Του στο λείο κορμό του και στα κλαδιά του και το δέντρο ανατρίχιασε από μία παράξενη αίσθηση απόλαυσης. Μετά έσκυψε και φίλησε το δέντρο και, γυρνώντας προς τα πίσω, έφυγε.

Πολλές φορές μετά από αυτό, ο Κύριος ξαναήρθε στο δάσος και όταν ερχόταν, πάντα έφτανε μέχρι εκεί που βρισκόταν το δέντρο. Ξεκουράστηκε πολλές φορές από κάτω του, απόλαυσε τον ίσκιο του φυλλώματός του και άκουσε τη μουσική του ανέμου, καθώς φυσούσε ανάμεσα στα κλαδιά του. Πολλές φορές κοιμήθηκε εκεί, με το δέντρο να Τον παρακολουθεί και το δάσος να μένει ακίνητο και σιωπηλό. Και ο άγγελος παρέμενε εκεί κοντά σαν πιστός φρουρός.

Κάποτε ήρθαν και άλλοι άνθρωποι μαζί με τον Κύριο στο δάσος και κάθησαν μαζί Του στον ίσκιο του δέντρου και συζήτησαν για πράγματα που το δέντρο δεν καταλάβαινε· μόνο άκουγε για αγάπη, φιλανθρωπία και πραότητα και έβλεπε ότι ο Κύριος ήταν αγαπητός και σεβαστός στους άλλους. Τους άκουσε να λένε για την καλωσύνη Του και την ταπεινότητά Του, πως θεράπευε τους αρρώστους και ανάσταινε τους νεκρούς και ευλογούσε όλους όπου πήγαινε. Και το δέντρο αγάπησε τον Κύριο για την ομορφιά και την καλωσύνη Του· και χαιρόταν όταν ήταν στο δάσος. Και τα άλλα δέντρα χαιρόταν, επειδή κι αυτά αγαπούσαν τον Κύριο. Και ο άγγελος ήταν πάντα εκεί κοντά.

Ο Κύριος ήρθε μία νύχτα μόνος στο δάσος με το πρόσωπο χλωμό από την αγωνία και υγρό από τα δάκρυα και γονάτισε και προσευχήθηκε. Το δέντρο Τον άκουσε και το δάσος έμεινε ακίνητο, όπως όταν έρχεται ο θάνατος. Και όταν ήρθε το πρωί, ο άγγελος είχε φύγει.

Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο δάσος. Από παντού ακουγόταν φωνές και ήχοι σπαθιών και τσεκουριών. Εμφανίστηκαν ξένοι άνθρωποι που φώναζαν, έβριζαν και απειλούσαν και το δέντρο τρόμαξε. Φώναξε τον άγγελο, αλλά αυτός δεν ήρθε.

«Όχι», φώναξε το κλήμα, «ήρθαν να καταστρέψουν το δέντρο, την περηφάνια και τη χαρά του δάσους!»

Το δάσος ταράχτηκε, αλλά μάταια. Οι ξένοι άνθρωποι χτυπούσαν τα τσεκούρια τους με δύναμη και το δέντρο έπεσε στο έδαφος. Έκοψαν και τα όμορφα κλαδιά του και τα πέταξαν τριγύρω και το μαλακό του φύλλωμα το πήραν οι άνεμοι.

«Με σκοτώνουν!» φώναξε το δέντρο, «γιατί δεν είναι εδώ ο άγγελος να με προστατέψει;»

Αλλά κανένας δεν άκουσε τις φωνές του, κανένας εκτός από τα άλλα δέντρα του δάσους που έκλαιγαν. Τότε οι άνδρες έσυραν το γυμνό δέντρο μακρυά από το δάσος και τα άλλα δέντρα δεν το ξαναείδαν.

Αλλά ο βραδινός άνεμος που φύσηξε από την πόλη του μεγάλου βασιλιά εκείνο το βράδυ τους είπε πως ένας σταυρός σηκώθηκε σε ένα λόφο — το δέντρο, πάνω στο οποίο βρισκόταν το σώμα του νεκρού Κυρίου.

1884.

Μετάφραση: Απόστολος Τσομπανόπουλος
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Συμφωνία με έναν καλικάντζαρο.

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας –

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν τηλέφωνα και οι άνθρωποι μιλούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένας έμπορος με την γυναίκα του και το μικρό του γιο. Δεν είχαν πολλά λεφτά, αλλά δεν τους έλειπε και τίποτα.

Ο πατέρας, γυρνούσε τις πόλεις και πουλούσε υφάσματα. Έλειπε για πολύ καιρό…πολλές φορές, ακόμα και μήνες. Δεν είχαν αυτοκίνητα τότε. Είχε ένα κάρο κι ένα μουλάρι που το τραβούσε. Είχε καλά υφάσματα, ακριβά μα και φτηνά και όλα τους ήταν άριστης ποιότητας.

Σ’ ένα ταξίδι του, εκεί που περνούσε μέσα από ένα δάσος, του όρμηξαν άγριοι ληστές και του έκλεψαν τα πάντα. Το κάρο με το μουλάρι, τα υφάσματα και όλα του τα χρήματα. Ο έμπορος ήταν τώρα πολύ απελπισμένος. Δεν του είχε μείνει τίποτα ούτε και για να επιστρέψει σπίτι του. Το ταξίδι για την επιστροφή θα κρατούσε μέρες και χωρίς χρήματα δεν θα άντεχε. Η στεναχώρια του ήταν διπλή, μιας και οι μέρες ήταν γιορτινές και κοντοζύγωνε κι η πρωτοχρονιά. Καθισμένος σε ένα δέντρο, έκλεγε για την μαύρη του την τύχη και σκεφτότανε να βρει λύση, όταν ξαφνικά, σαν από το πουθενά, εμφανίστηκε μπροστά του, ένας καλικάντζαρος. Ψηλός, άχαρος, με νύχια κοφτερά και το μόνο που φορούσε ήταν μια πράσινη βράκα.

20131202-PeteinosXanthis-2

– Τι έχειθ και κλαιθ άνθγωπέ μου; (Τι έχεις και κλαις άνθρωπέ μου;)

Τον ρώτησε ο καλικάντζαρος που ήταν και τσεβδός, ενώ δεν μπορούσε να κρύψει και την χαρά του για την στεναχώρια του εμπόρου. Εξάλλου, με αυτά χαίρονται τα ζιζάνια. Προκαλώντας ζημιές και προβλήματα στους ανθρώπους.

Ο έμπορος τα έχασε προς στιγμή μιας και δεν είχε ξαναδεί ποτέ του καλικάντζαρο, σίγουρα όμως δεν τον φοβήθηκε αφού έτσι όπως ήταν, μόνο γέλια σου προκαλούσε. Παρόλα αυτά, με στενάχωρη φωνή του απάντησε…

       Έτσι όπως περνούσα από εδώ, μου στήσανε ενέδρα κάτι ληστές, μου όρμησαν και μου έκλεψαν τα πάντα. Μέχρι και το δώρο που είχα πάρει για τον γιο μου. Και τώρα δεν έχω ούτε ένα νόμισμα στην τσέπη για να γυρίσω πίσω.

       Κι είναι λόγοθ αυτόθ για να κλαιθ; Μην θκαθ, κι εγώ θα θε βοηθήθω. (Κι είναι λόγος αυτός για να κλαις; Μην σκας, κι εγώ θα σε βοηθήσω.)

Και λέγοντας τα λόγια αυτά, βάζει το χέρι του βαθιά μέσα από την βράκα και βγάζει ένα πουγκί και του το προσφέρει.

       Ογίθτε. Εδώ μέθα, έχει αγκετά νομίθματα για να γυγίθεις θπίτι θου. (Ορίστε. Εδώ μέθα, έχει αρκετά νομίσματα για να γυρίσεις σπίτι σου.)

       Ναι αλλά, εγώ πως θα στο ξεπληρώσω; Τώρα που με κλέψανε δεν έχω τίποτα.

       Φαίνεθαι τίμιοθ άνθγωποθ. Λοιπόν, άκου την θυμφωνία που θα κάνουμε. Μόλιθ γυγίθεις θπίτι θου τώγα, το πγώτο πλάθμα που θα θε υποδεχτεί, θα μου το δώθεις αντάλλαγμα όταν θα έγθω να θε βγω θε δέκα χγόνια. (Φαίνεσαι τίμιος άνθρωπος. Λοιπόν, άκου την συμφωνία που θα κάνουμε. Μόλις γυρίσεις σπίτι σου τώρα, το πρώτο πλάσμα που θα σε υποδεχτεί, θα μου το δώσεις αντάλλαγμα όταν θα έρθω να σε βρω σε δέκα χρόνια.)

Ο έμπορος, αφού το σκέφτηκε μια στιγμή, απάντησε με χαμόγελο…

       Εντάξει λοιπόν. Σε δέκα χρόνια από τώρα, θα σου δώσω σε αντάλλαγμα το πρώτο πλάσμα που θα με υποδεχτεί μόλις γυρίσω σπίτι μου.

Δώσανε τα χέρια για να κλείσουν τη συμφωνία – έτσι κάνανε τότε –κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο έμπορος, ήταν χαρούμενος γιατί ξεγέλασε τον καλικάντζαρο κι αυτό γιατί κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι του, το πρώτο πλάσμα που τον υποδέχονταν ήταν ο σκύλος του γείτονα. Έτσι, ο έμπορος ήταν σίγουρος πως ο σκύλος θα τον υποδεχτεί και τώρα, οπότε σε δέκα χρόνια που θα τον επισκεφτεί ο καλικάντζαρος, αυτόν θα πρέπει να πάρει – αν ζει βέβαια μέχρι τότε, αφού είναι και γέρικο.

Οι μέρες πέρασαν κι ο έμπορος έφτασε στην πόλη του την επόμενη μέρα της πρωτοχρονιάς. Σε όλα τα σπίτια είχαν στρώσει γιορτινό τραπέζι κι απολάμβαναν ζεστή σούπα, νόστιμη κότα και για γλυκό βασιλόπιτα που είχαν κόψει το προηγούμενο βράδυ. Μόνο το σπίτι του έμπορου δεν είχε γιορτινό κλίμα, λόγω της απουσίας του. Ο μικρός γιος του, ήταν συνέχεια κολλημένος στο τζάμι του παραθύρου ελπίζοντας να δει τον πατέρα του να ξεπροβάλει από το στενό. Κι όντως, τον είδε να ξεπροβάλει και να κοντοζυγώνει προς το σπίτι. Από την μεγάλη του χαρά που είχε να τον δει περισσότερο καιρό από άλλες φορές, βγήκε έξω τρέχοντας και φωνάζοντας «μπαμπά».

Ο έμπορος, ενώ χάρηκε στην αρχή και τον αγκάλιασε σφιχτά φιλώντας τον, στην συνέχεια πάγωσε γιατί θυμήθηκε την συμφωνία που είχε κάνει με τον καλικάντζαρο. Τότε γύρισε και κοίταξε στο σπίτι του γείτονα ψάχνοντας να βρει τον γέρικο σκύλο που συνήθως τον υποδέχονταν. Τελικά, τον είδε να κάθεται έξω από το σπιτάκι του και να απολαμβάνει ένα λαχταριστό μεγάλο κόκαλο. Μπήκανε στο σπίτι κι ήταν όλοι χαρούμενοι, εκτός από τον μπαμπά που συνέχεια έφερνε στο μυαλό του την υπόσχεση που είχε δώσει στον καλικάντζαρο. Σε δέκα χρόνια από τώρα, θα έπρεπε να του δώσει τον μονάκριβο γιο του.

Τα χρόνια περνούσαν και ο γιος μεγάλωνε. Ο πατέρας ήταν πάντα προβληματισμένος αλλά δεν έλεγε σε κανέναν το μυστικό του, παρά μόνο λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν τα δέκα χρόνια κι εμφανιστεί ο καλικάντζαρος. Ένα μεσημέρι, έπιασε τον γιο του και του τα είπε όλα.

       Άκουσε αγόρι μου…πριν δέκα χρόνια, εκεί που περνούσα από ένα δάσος, ληστές μου είχαν στήσει ενέδρα και με λήστεψαν ότι είχα. Τότε, εμφανίστηκε από το πουθενά ένας καλικάντζαρος….

Το αγόρι άκουγε τον πατέρα του και δεν πίστευε στα αφτιά του.

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ημέρα που περίμεναν και την άφιξη του καλικάντζαρου, όλη η οικογένεια πήγε από το πρωί στην εκκλησία. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, πατέρας και γιος έπιασαν τον παπά και του τα είπαν όλα. Ο παπάς, θύμωσε με τον πατέρα που είχε κάνει τη συμφωνία με τον καλικάντζαρο.

       Ποτέ δεν κάνουμε συμφωνίες με καλικάντζαρους, δαιμόνια και ξωτικά. Είναι κάτι που σίγουρα δεν θα μας βγει σε καλό.

…είπε χαρακτηριστικά κι αφού στη συνέχεια συμβουλεύτηκε τα βιβλία του, διάβασε στο παιδί μια ευχή. Τέλος, σε ένα χρυσό μπουκαλάκι, έβαλε μέσα λίγο αγιασμό και τους το έδωσε με σκοπό να καταφέρουν τον καλικάντζαρο να πιει από αυτό.

Γυρνώντας στο σπίτι, βρήκαν στην αυλή του σπιτιού τους τον καλικάντζαρο να τους περιμένει.

       Έμπογα, που είθαι; Ελπίδω να μην ξέχαθες την υπόθχεθή θου! (Έμπορα, που είσαι; Ελπίζω να μην ξέχασες την υπόσχεσή σου!)

…μα μόλις το παιδί πλησίασε τον καλικάντζαρο, αυτός κατάλαβε ότι το παιδί ήταν διαβασμένο από τον παπά και είπε με πονηριά:

       Αυτόθ είναι ο γιοθ θου; Δεν νομίδω ότι μου κάνει. Δεν θα τον χρειαθτώ. Άλλακθα γνώμη. Τελικά θα πάρω εθένα μαδί μου. (Αυτός είναι ο γιος σου; Δεν νομίζω ότι μου κάνει. Δεν θα τον χρειαστώ. Άλλαξα γνώμη. Τελικά θα πάρω εσένα μαζί μου).

       Μα ο πατέρας μου είναι μεγάλος σε ηλικία και δεν θα μπορεί να σας ακολουθεί τόσο εύκολα όπου πάτε.

…είπε το αγόρι που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη. Μα ο έμπορας που ήταν κι αυτός πονηρός, δεν τα έχασε και απάντησε αμέσως.

       Μην φοβάσαι αγόρι μου. Έχω μαζί μου το φίλτρο που σου δίνει τις δυνάμεις που χρειάζεσαι. Άλλοτε σε κάνει τόσο δυνατό που να μπορείς να σηκώσεις με το ένα σου χέρι ένα πελώριο βράχο, κι άλλοτε σε κάνει αόρατο ώστε ακόμα και τα πιο εκπαιδευμένα κυνηγόσκυλα δεν καταφέρνουν να σε μυρίσουν και να σε εντοπίσουν.

…και λέγοντας τα λόγια αυτά, έβγαλε από την τσέπη του το χρυσό μπουκαλάκι με τον αγιασμό που τους είχε δώσει ο παπάς. Ο καλικάντζαρος θόλωσε από την επιθυμία του να γίνει δυνατός κι αόρατος κι άρπαξε απότομα το μπουκαλάκι.

       Αυτό θα πγέπει να το δοκιμάθω… (Αυτό θα πρέπει να το δοκιμάσω)

…είπε ο καλικάντζαρος και έβαλε το μπουκαλάκι στο στόμα του πίνοντας δυο γουλιές. Στη στιγμή, άρχισε να ζαλίζεται και να νιώθει ένα έντονο κάψιμο. Χωρίς να ξέρει τι να κάνει, άρχισε να τρέχει προς το δάσος μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους. Πατέρας και γιος μπήκαν στο σπίτι με ανακούφιση. Δεν ήταν βέβαια απόλυτα σίγουροι για το αν είχαν νικήσει τον καλικάντζαρο. Παρά μόνο την επόμενη μέρα, όταν ο έμπορος πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα, βρήκε στα χόρτα καταγής πεσμένο το χρυσό μπουκαλάκι. Τότε μόνο σιγουρεύτηκε ότι ο καλικάντζαρος είχε εξαφανιστεί για πάντα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Το ψυχοπονιάρικο παιδί!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια νέα γυναίκα χήρα, χωρίς περιουσία. Είχε όμως ένα σπουδαίο αγοράκι. Αυτό την έκανε πολύ χαρούμενη και ευτυχισμένη. Το μεγάλωνε με όλα του τα καλά, χωρίς να του λείψει τίποτα. Ήτανε πολύ καλή μοδίστρα και όλες οι κυρίες της πόλης σε αυτήν ράβανε τα φορέματά τους. Ένα πρωί, το αγοράκι ξεκίνησε για το σχολείο όπως κάθε μέρα. Στο δρόμο, συνάντησε δυο μεγάλα αγόρια, που είχανε ένα δεμένο σκυλάκι και το τραβούσαν με τη βία.

Πού το πάτε έτσι τραβώντας το σκυλάκι;

ρώτησε το παιδί.

Να το πετάξουμε στη ρεματιά…

boy dogαποκρίθηκαν τα παιδιά.

Κρίμα είναι, τι σας έκανε;

Τίποτα. Μα δεν μπορούμε να το ταΐζουμε και εχθές έφαγε τις κότες της γειτόνισσας.

Δεν το λυπάστε;

Το λυπόμαστε, μα δεν έχουμε άλλη λύση.

Αν σας δώσω μια δραχμή που έχω, μου το δίνετε;

Σου το δίνουμε.

Τα δύο παιδιά πήρανε τη δραχμή και φύγανε. Το αγοράκι το μεσημέρι επέστρεψε στο σπίτι με το σκυλάκι. Το σκυλάκι τον ακολουθούσε χαρούμενο.

Τι το κουβάλησες εδώ το σκυλί; Καλά, καλά δεν έχουμε εμείς να φάμε, τώρα θέλεις να ταΐζουμε και το σκύλο;

είπε η μάνα του.

Καλή μου μανούλα, ας το κρατήσουμε. Θα το ταΐζω από το δικό μου φαΐ. Αν το διώξουμε θα πεθάνει από την πείνα…

είπε ικετευτετικά το αγόρι.

Τέλος πάντων! Κράτησέ το αλλά κοίταξε μη μου κουβαλήσεις τίποτα άλλο!

Εντάξει, σε ευχαριστώ πολύ…

…είπε το αγοράκι.

boy frogΤην άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο συνάντησε πάλι τα ίδια παιδιά. Τώρα εκείνα κρατούσαν ένα βατραχάκι και πηγαίνανε να το σκοτώσουν. Το αγοράκι που το λυπήθηκε, έδωσε άλλη μια δραχμή και το πήρε και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί το έβαλε σε μια μικρή στερνούλα με νερό. Όταν το βατραχάκι μεγάλωσε είπε στο αγοράκι.

Σε ευχαριστώ για όλα. Τώρα που μεγάλωσα θα σε παρακαλούσα να με πας πέρα στο βάλτο να βρούμε τη μάνα μου.

Γιατί, δε περνάς καλά εδώ που γίναμε και φίλοι;

Μου αρέσει, μα τα βατράχια δε ζούνε με τους ανθρώπους. Ζούνε μέσα στους βάλτους, στα ποτάμια και στις λίμνες. Αλλιώς πεθαίνουν από την στεναχώρια τους.

Όπως θέλεις, μα πώς θα γνωρίσουμε τη μάνα σου;

Πήγαινέ με εσύ και θα δεις.

Το απόγευμα, το αγοράκι πήρε το βατραχάκι και το πήγε στο βάλτο. Εκεί το βατραχάκι ανέβηκε σε μία πέτρα και άρχιζε να φωνάζει. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα καλάμια παρουσιάστηκε μια μεγάλη βατραχίνα.

Εσύ είσαι παιδάκι μου; Πού ήσουνα τόσο καιρό; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι κακό.

Εγώ είμαι μανούλα και τη ζωή μου τη χρωστάω στο φίλο μου που με έφερε εδώ. Είναι πολύ καλό παιδί και για να ξεπληρώσουμε το καλό που μου έκανε, δώσε του την σφυριχτρούλα που ξέρεις.

Η βατραχομάνα έβγαλε από την τσέπη της μια μικρή σφυρίχτρα και την έδωσε στο αγοράκι.

Για το καλό που έκανες στο παιδί μου σου τη χαρίζω. Να ξέρεις είναι μαγική. Όταν θέλεις κάτι, θα σφυράς σιγανά και θα λες από μέσα σου τρεις φορές αυτό που θέλεις και θα γίνεται αμέσως.

Η βατραχομάνα πήρε το παιδί της και εξαφανίστηκε. Το παιδάκι έφυγε για το σπίτι του και σε όλο το δρόμο συλλογιόταν.

Είναι δυνατό να έχει τόση δύναμη; Δεν το πιστεύω αλλά ας δοκιμάσω. Έβγαλε λοιπόν τη σφυρίχτρα, σφύριξε τρεις φορές σιγανά και είπε:

Θέλω ένα σκύλο, μεγάλο και…

Δεν πρόφτασε να τελειώσει και ένας όμορφος σγουρόμαλλος σκύλαρος βρισκότανε μπροστά του.

Τώρα μάλιστα!

Φώναξε ενθουσιασμένο το αγοράκι!

Με σένα και τη μαγική σφυρίχτρα μου δε φοβάμαι τίποτα. Πάμε να γνωρίσουμε τον κόσμο…

…είπε και ξεκίνησαν. Περπατούσαν μέρες ολόκληρες και δεν τους ένοιαζε. Όταν ήθελαν φαΐ ή μέρος να κοιμηθούν, η σφυρίχτρα έκανε το θαύμα της. Τελικά φτάσανε σε μια μεγάλη πολιτεία. Το αγοράκι αφού τα είδε όλα πήρε την απόφαση του. Γύρισε στο σπίτι του, πήρε την μητέρα του, την έφερε στην πολιτεία και εκεί άνοιξαν ένα μαγαζί που είχε από όλα. Βοηθούσε τους φτωχούς και ποτέ δεν τους έπαιρνε χρήματα. Το μαγαζί του με τη βοήθεια της σφυριχτρούλας του, πάντα ήταν γεμάτο. Έτσι ζήσανε όλοι καλά … κι εμείς καλύτερα…!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Η θεία φτώχεια

Λαϊκό παραμύθι από την Πορτογαλία –

pearΖούσε κάποτε μια γριούλα τόσο φτωχή, που τη φώναζαν θεία Φτώχια. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες και οι αρρώστιες βασάνιζαν το γερασμένο κορμί της. Ζούσε σε μια μικρή καλύβα, χτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με κλαδιά. Μοναδική της περιουσία ήταν μια γέρικη αχλαδιά που είχε φυτρώσει μπροστά στην πόρτα της. Όμως ποτέ δεν την είδε φορτωμένη την αχλάδια, γιατί τα παιδιά του χωριού τα έκοβαν μόλις ωρίμαζαν. Έτσι η θεία Φτώχια, που ποτέ δεν προλάβαινε να δει τα παιδιά και να τα σταματήσει, έμενε νηστική, χωρίς να χαρεί τους καρπούς του δέντρου της. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, που ο άνεμος λυσσομανούσε και το κρύο ήταν τσουχτερό, χτύπησε την πόρτα της γριούλας ένας φτωχός γυρολόγος, απ’ αυτούς που γυρνούσαν τα χωριά και τις πόλεις της Πορτογαλίας. Ήταν πεινασμένος και παγωμένος και ζήτησε από τη θεία Φτώχια να του βρει ένα μέρος να περάσει το βράδυ του μέχρι το άλλο πρωί. Εκείνη τότε τον καλοδέχτηκε, του έδωσε να φάει το μοναδικό ξεροκόμματο που της είχε απομείνει και τον σκέπασε με τη μοναδική μπαλωμένη κουβέρτα της. Ο γυρολόγος κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ και σαν ξύπνησε, χαράματα, ετοιμάστηκε να φύγει. Η γριούλα σηκώθηκε να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος την ευχαρίστησε και φεύγοντας της είπε:

Έχεις τόση καλή καρδιά! Πες μου, τι θα ήθελες πιο πολύ στον κόσμο να’ αποκτήσεις;

Η θεία Φτώχια, χωρίς να πολυσκεφτεί, του είπε:

Θα ή‘θελα να μην μπορεί να κατέβει κανείς από την αχλαδιά μου, αν δεν τον προστάξω.

Από τότε τα παιδιά του χωριού δεν ξαναενόχλησαν τη θεία Φτώχια και η γέρικη αχλαδιά γέμισε με ζουμερά αχλάδια. Έτσι η γριούλα είχε πάντα αχλάδια στο τραπέζι της. Έφτιαχνε με’ αυτά γλυκά, μαρμελάδες και άρχισε να τα πουλά στους περαστικούς. Η ζωή της είχε αρχίσει να’ αλλάζει, μέχρι που ένα πρωί χτύπησε την πόρτα της ένας ξένος. Ήταν κι αυτός γυρολόγος, αλλά πολύ διαφορετικός από κείνον που είχε φιλοξενήσει το χειμωνιάτικο εκείνο βράδυ. Ήταν άσχημος και με άγριο βλέμμα. Η θεία Φτώχια τον ρώτησε σιγά τι ζητούσε. Εκείνος της απάντησε:

Είμαι ο θάνατος και ήρθα να σε πάρω μαζί μου.

Φοβισμένη η γριούλα του ζήτησε να την αφήσει λίγο καιρό ακόμα να ζήσει. Εκείνος όμως της είπε:

Είμαι βιαστικός και δεν μπορώ άλλο να περιμένω.

Απελπισμένη η θεία Φτώχια του ζήτησε μια τελευταία χάρη. Τον ρώτησε αν μπορούσε να κόψει το τελευταίο αχλάδι που είχε μείνει πάνω στο δέντρο της. Εκείνος δέχτηκε, και τότε τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει και να σκαρφαλώσει πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, γιατί αυτή ήταν ηλικιωμένη και αδύναμη και δεν μπορούσε. Ο θάνατος ικανοποίησε την τελευταία επιθυμία της θείας Φτώχιας και ανέβηκε στο ψηλότερο κλαδί της αχλαδιάς. Τότε η θεία Φτώχια φώναξε μ’ όλη της τη δύναμη:

Μείνε εκεί πάνω και να κατέβεις όταν εγώ το προστάξω!

Έτσι και έγινε. Ο θάνατος έμεινε για πολύ καιρό στην αχλαδιά και οι άνθρωποι ησύχασαν γιατί δεν τον έβλεπαν πια να τους χτυπά την πόρτα. Ήταν όμως απογοητευμένος και έψαχνε να βρει τρόπους να κατέβει από το δέντρο. Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει μια συμφωνία με τη θεία Φτώχια:

Εγώ θα σου χαρίσω τη ζωή κι εσύ θα προστάξεις να κατέβω από το δέντρο.

Έτσι κι έγινε. Η θεία Φτώχια ποτέ δεν πέθανε και συνεχίζει να ζει πάντα ανάμεσά μας.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Γιατί οι γάτες κυνηγούν τα ποντίκια;

Ελεύθερη μετάφραση από τα Φλαμάνικα (Ολλανδικά): Δήμητρα Μπουρουτζόγλου –

Πηγή: Θησαυρός Φλαμανδικής διήγησης, μέρος 4°, Victor de Meyere, Αμβέρσα/Santpoort, 1933, σελ. 16. (Το παραμύθι αυτό έχει διηγηθεί 70χρονη κυρία το 1905, από την περιοχή Wuustwezel.)

Μια φορά κι έναν καιρό, αποφάσισαν η γάτα και ο ποντικός να συγκατοικήσουν. Βρήκαν κάποιο σπίτι, αγόρασαν έπιπλα και έστησαν το νοικοκυριό τους. Τα χρόνια εκείνα, τα ζώα ήταν προνοητικά και συλλέγαν την τροφή τους για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ακόμη και η γάτα με τον ποντικό κάνανε την οικονομία τους και αποταμιεύανε τροφή όσο μπορούσανε, για να περάσουν ένα καλό χειμώνα. Μετά από λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να εξοικονομίσουν ένα κουτί λίπος, αλλά δεν ήξεραν πού ακριβώς έπρεπε να το φυλάξουν. Τελικά, ο ποντικός πρότεινε να το κρύψουν μέσα στην εκκλησία.

Αφού πέρασε λίγος καιρός, ένα πρωινό, σηκώθηκε η γάτα από το κρεβάτι και είπε του ποντικού ότι επρόκειτο να πάει στην πόλη για να επισκεφτεί την αδελφή της, που γέννησε ένα γατάκι. Όταν γύρισε πίσω στο σπίτι, ο ποντικός της έκανε τις εξής ερωτήσεις:

Γεια σου φίλη μου, τι κάνει η μάνα με το παιδί;

Πολύ καλά!

Τι όνομα έχει το νεογέννητο;

Μόλις άρχισε!

Τι παράξενο όνομα ! Δεν το’χω ξανακούσει..!!

Αυτό το όνομα συνηθίζεται να δίνεται στις γάτες!

… αποκρίθηκε το πονηρό τετράποδο και λίγες βδομάδες αργότερα, ξαναπήγε στην πόλη. Αυτή τη φορά ήθελε να δει την άλλη αδελφή της που γέννησε κι αυτή. Το βράδυ επέστρεψε σπίτι και όταν ο ποντικός τη ρώτησε πώς ονομάζεται το νεογέννητο γατάκι, αυτή απάντησε: «Μισοφαγωμένο».

 Τι όμορφο όνομα!

… ψέλλισε ο ποντικός χωρίς να σκεφτεί κάτι παραπάνω…

Οι μέρες περνούσαν, η μια πίσω από την άλλη, ώσπου ήρθε πάλι η στιγμή που η γάτα ξανάφυγε στην πόλη, λέγοντας πάντα την ίδια δικαιολογία, πως μια από τις αδελφές της γέννησε.

Ο ποντικός ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν η γάτα γύρισε σπίτι και του διηγήθηκε πως το νέο γατάκι ονομάστηκε «Αποτελειωμένο». Το ποντίκι κούνησε το κεφάλι του για το παράξενο όνομα που άκουσε πάλι και σώπασε. Είχε πια συνηθίσει στο άκουσμα τέτοιων περίεργων, γατίσιων ονομάτων.

Τους επόμενους μήνες, η γάτα δεν ξανακατέβηκε στην πόλη. Δεν προέκυψε πραγματικά καμία νέα γέννα! Ο χειμώνας ήρθε. Παχύ χιόνι σκέπαζε τη φύση και η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γάτα δε μιλούσε καθόλου, το ποντίκι όμως άρχισε ν’ανησυχεί για την κατάσταση. Έκανε τότε λόγο για το κουτί λίπος που είχανε αποταμιεύσει για τις κρύες μέρες του χειμώνα και είπε πως ήρθε η στιγμή να το χρησιμοποιήσουνε.

Πώς σου φαίνεται γάτα ν’ανοίξουμε το κουτί με το λίπος που αποταμιεύσαμε και να το μοιραστούμε;

Ποιο κουτί;

… ρώτησε η γάτα.

Εκείνο που κρύψαμε στην εκκλησία.

Α,ναι…έλα μαζί μου να το πάρουμε

cat-mouse

… απάντησε η γάτα. Όταν έφτασαν στην εκκλησία, το ποντίκι βρήκε το κουτί άδειο και ένιωσε ότι η γάτα το ξεγέλασε. Τώρα κατάλαβε το νόημα των ονομάτων «Μόλις άρχισε», «Μισοφαγωμένο» και « Αποτελειωμένο». Το ποντίκι θύμωσε και κατηγόρησε τη γάτα για κλοπή. Εξάλλου το μισό κουτί λίπος ανήκε σ’ αυτό. Η γάτα όμως δε σήκωσε την προσβολή. Άρπαξε το ποντίκι και το δάγκωσε από το κεφάλι. Για να αποκρύψει δε, το εκδικητικό φονικό, έφαγε το ποντίκι ολόκληρο, όπως ήταν, με πέτσα και μουστάκια.  Όμως το κρέας του ποντικού της άρεσε τόσο πολύ, που από τότε και μέχρι σήμερα κυνηγά τους ποντικούς ασταμάτητα και χωρίς έλεος!!

Waarom de katten op muizen jagen

Op een dag besloten de kat en de muis te gaan samenwonen. Ze zochten een huisje, kochten meubels en trokken er in. In die tijd waren de dieren nogal vooruitziend. Ook de kat en de muis spaarden wat ze sparen konden, met het oog op de komende winter. Na een paar weken hadden ze al een pot vet achter de hand. Waar zouden ze die opbergen? De muis stelde voor de pot vet in de kerk te verstoppen. Dat gebeurde.

Een poosje daarna zei de kat bij het opstaan dat hij naar de stad moest om zijn zuster op te zoeken die een kindje had gekregen. Toen hij ‘s avonds terugkwam, stond de muis in de deur en zei: «Dag vriend, alles goed met moeder en kind?» – «Het kon niet beter.» – «En hoe heet het kleintje?» – «Pas-begonnen,» antwoordde de kat. «Wat een vreemde naam, die heb ik nog nooit gehoord.» – «Maar onder het kattenvolk is die naam toch in gebruik,» besloot de kat.

Een paar weken later moest de kat opnieuw naar de stad. Nu had een van zijn andere zusters een kleintje gebaard. Tegen de avond was de kat weer terug en op de vraag van de muis antwoordde hij dat de kleine ‘Half-op’ heette. «Wat een leuke namen,» mompelde de muis, zonder er verder over na te denken.

Dagen gingen voorbij, tot de kat opnieuw een dag naar de stad moest. Weer was een van zijn zusters bevallen. De muis lag al in bed toen de kat thuiskwam en vertelde dat het kind ‘Heel-op’ heette. De muis knikte bij het horen van die naam, maar zweeg. Ze was gewend geraakt aan vreemde namen.

In de maanden die volgden, hoefde de kat niet meer naar de stad. Er waren ook geen blijde gebeurtenissen meer in zijn familie. De winter kwam. Er viel een dik pak sneeuw en het vroor dat het kraakte. Eten werd met de dag schaarser en de nood kwam aan de man. Omdat de kat erover bleef zwijgen, bracht de muis het gesprek op de pot vet die zij hadden gespaard. «Wat vind je, zullen we onze spaarpot aanspreken?» – «Spaarpot?» herhaalde de kat kortaf. «Je weet wel, de pot vet die we in de kerk hebben verstopt.» – «O ja,» antwoordde de kat onverschillig. «Kom op, we gaan hem halen.»

De muis stond raar te kijken toen ze de pot leeg vond. Nu begreep ze ook de namen van de kindertjes waarvoor de kat steeds naar de stad moest: Pas-begonnen, Half-op en Heel-op. De muis werd kwaad en verweet de kat zijn hebberigheid en diefachtigheid. Want de pot vet was voor de helft toch ook van haar!

De kat liet zich niet de les lezen. Hij ontstak in drift, greep de muis en beet het arme beest de kop af. Om die wrede dood uit te wissen, at hij de muis met huid en haar op. Het muizevlees smaakte hem zo goed dat hij sindsdien op de muizenjacht ging. En dat doen de katten tot op de dag van vandaag.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η γριά κατσίκα που ξεγέλασε το λιοντάρι.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Στα χρόνια τα παλιά, που τα ζώα είχαν κι αυτά μιλιά που ήταν κατανοητή σε εμάς τους ανθρώπους, μια κατσίκα ζούσε κοντά σε ένα πυκνό δάσος. Είχε γεράσει και αδυνατούσε να ακολουθεί συνέχεια το κοπάδι της. Πάντα έμενε πίσω και προχωρούσε μοναχή.

goat final

Μια μέρα, ο βοσκός που είχε βγάλει το κοπάδι για βοσκή, έγειρε στην σκιά ενός δέντρου για να ξαποστάσει. Εκεί όμως, τον πήρε ο ύπνος και καθώς ήταν κουρασμένος, ξύπνησε αργά το μεσημέρι. Όταν συνειδητοποίησε την ώρα που είχε περάσει, μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τα κατσίκια του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μα η γριά κατσίκα, δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό κι έτσι την βρήκε το σκοτάδι μέσα στο δάσος. Μη ξέροντας προς τα που να πάει, αποφάσισε να βρει ένας ασφαλές μέρος για να περάσει το βράδυ της χωρίς να κινδυνεύσει από τα άγρια ζώα.

Όπως περπατούσε, αντίκρισε μια σπηλιά σε έναν βράχο που τον έκρυβε ένας λόφος. Κίνησε προς τα εκεί μα όταν έφτασε, ανακάλυψε πως ήταν η φωλιά ενός τεράστιου και άγριου λιονταριού. Τα έχασε και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν γύριζε την πλάτη της προσπαθώντας να φύγει το λιοντάρι θα την ορμούσε στα σίγουρα και θα την έτρωγε. Τότε, αποφάσισε να ρισκάρει και να λειτουργήσει με πονηριά.

Το λιοντάρι από την άλλη, μόλις την είδε να μπαίνει στην φωλιά του, απόρησε για το θάρρος της. Κανένα άλλο ζώο δεν τολμούσε να πλησιάσει την σπηλιά. Όλα φοβόντουσαν το λιοντάρι. Έτσι, την ρώτησε απορημένος…

Ποια είσαι εσύ που δεν με φοβάσαι και μπαίνεις με αυτό το θράσος στην σπηλιά μου;

Είμαι η βασίλισσα των κατσικιών. Χρόνια ολόκληρα τώρα, εξουσιάζω τη φυλή μας. Επειδή όμως τα χρόνια περνάνε, πρέπει να πραγματοποιήσω την υπόσχεση που είχα δώσει την μέρα που με χρίσανε βασίλισσα.

Και τι υπόσχεση είχες δώσει;

…ρώτησε το λιοντάρι που δεν πίστευε στα ματιά του.

Όταν έγινα βασίλισσα, υποσχέθηκα ότι πριν πεθάνω πρέπει να φάω πενήντα τίγρεις, τριάντα ελέφαντες και δέκα λιοντάρια. Μέχρι τώρα έφαγα τις τίγρεις και τους ελέφαντες. Μόλις ξεκίνησα να ψάχνω για λιοντάρια κι ευτυχώς που βρήκα εσένα. Θα είσαι το πρώτο μου λιοντάρι.

Το λιοντάρι μόλις άκουσε την τρελή υπόσχεση της κατσίκας τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Έτσι καθώς έτρεχε, συνάντησε στον δρόμο ένα τσακάλι. Το τσακάλι τα έχασε που είδε το λιοντάρι τόσο φοβισμένο να τρέχει και το ρώτησε τι συμβαίνει. «Το και το»…το λιοντάρι, εξήγησε στο τσακάλι την όλη ιστορία κι όταν τέλειωσε, το τσακάλι έβαλε τα γέλια.

Χα,χα,χα…πρώτη μου φορά ακούω κάτι τέτοιο. Είμαι σίγουρος πως κάτι βρομάει εδώ. Πάμε να μου δείξεις αυτή τη βασίλισσα των κατσικιών.

Λιοντάρι και τσακάλι, επιστρέφουν μαζί στην σπηλιά, ενώ η κατσίκα βρισκόταν ακόμα εκεί. Με το που πέρασαν την σπηλιά και στάθηκαν απέναντί της, η κατσίκα ψύχραιμη, πλησίασε προς το μέρος τους και με αυστηρή φωνή αποκρίθηκε προς το τσακάλι.

Τι πράγματα είναι αυτά τσακάλι; Εγώ σε διέταξα να ψάξεις και να μου φέρεις δέκα λιοντάρια κι εσύ μου φέρνεις μόνο ένα. Με απογοητεύεις. Θα με αναγκάσεις να φάω κι εσένα.

Το λιοντάρι, μόλις άκουσε τα λόγια της κατσίκας, πίστεψε ότι το τσακάλι τον κορόιδεψε και ότι τον οδήγησε σε παγίδα κι όρμησε πάνω του να τον κατασπαράξει. Εκείνη την ώρα η κατσίκα βγήκε από την σπηλιά κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με όση αντοχή είχε, ενώ το τσακάλι και το λιοντάρι πολεμούσε το ένα το άλλο.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η μεγάλη τύχη!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ιαπωνία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

lazyΠριν χρόνια, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα ακριβώς, κοντά σε μια παράλια ακτή, υπήρχε ένα μικρό χωριουδάκι. Σε αυτό ζούσε ένας σχετικά νέος άνθρωπος που όμως ήταν τρομερά τεμπέλης. Δεν έκανε τίποτα όλη την μέρα. Έτρωγε από τα έτοιμα που του είχαν αφήσει κληρονομιά οι δικοί του. Αλλά κι αυτά θα τελείωναν κάποια στιγμή. Έτσι, όλη την μέρα, σκεφτότανε τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ώστε να βγάζει χρήματα, χωρίς όμως να κουράζεται.

Μια μέρα, εκεί που καθότανε στην πλατεία του χωριού του, άκουσε κάποιους να λένε πως υπάρχει ένα νησί του οποίου οι κάτοικοι είναι μονόφθαλμοι.

 Αυτή είναι η ευκαιρία που έψαχνα…

 …σκέφτηκε αμέσως ο τεμπέλης φίλος μας…

Θα πάω εκεί και θα πιάσω έναν από τους μονόφθαλμους ανθρώπους. Θα τον φέρω εδώ και θα τον γυρίζω σε πανηγύρια και αγορές σε όλη την χώρα. Είναι ένα μοναδικό θέαμα που σίγουρα όλοι θα πληρώνουν για να το δούνε. Αυτό θα με κάνει πάμπλουτο για όλη μου τη ζωή.

Η ιδέα αυτή είχε καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό του και την επεξεργάζονταν συνέχεια. Ώσπου μια μέρα το πήρε απόφαση. Πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και ναύλωσε καράβι και πλήρωμα. Πήρε και προμήθειες γιατί το νησί ήταν αρκετά μακριά. Σε όλο το ταξίδι έκανε όνειρα για τη στιγμή που θα καταφέρει να γίνει ένας από τους πιο πλούσιους άντρες της χώρας ή και του κόσμου.

islandΜετά από αρκετές μέρες ταξιδιού, έφτασαν τελικά στο περιβόητο νησί. Ο τεμπέλης, κατέβηκε μόνος του και κατευθύνθηκε προς το χωριό. Ξαφνικά, σε ένα χωράφι, αντίκρισε τρεις από αυτούς να οργώνουνε. Ήταν ακριβώς σαν όλους τους ανθρώπους με την διαφορά ότι αντί για δυο μάτια, αυτοί είχαν μόνο ένα στο κέντρο του μετώπου τους.

Έτριψε με ευχαρίστηση τα χέρια του ενώ σκεφτότανε με ποιο τρόπο θα παραπλανήσει έναν από αυτούς να τον ακολουθήσει στο καράβι. Την ίδια στιγμή, τον αντίκρισαν κι αυτοί έκπληκτοι. Ήταν η πρώτη φορά γι’ αυτούς που έβλεπαν έναν άνθρωπο που να έχει δυο μάτια.

Πω-πω…κοίτα αυτόν τον άνθρωπο…έχει δυο μάτια!

Είπε ο ένας μονόφθαλμος στους άλλους δυο και συνέχισε…

Να η ευκαρία να γλιτώσουμε απ’ όλη την κουραστική δουλειά του χωραφιού. Πάμε να τον πιάσουμε και θα τον γυρνάμε σε όλο το νησί. Ο κόσμος θα μας πληρώνει αρκετά καλά για ένα τόσο περίεργο θέαμα και σύντομα θα γίνουμε πλούσιοι.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, οι τρεις μονόφθαλμοι, άρπαξαν τον τεμπέλη φίλο μας και άρχισαν να τον γυρίζουν στις αγορές και τα πανηγύρια δείχνοντας τον σαν θέαμα και βγάζοντας αρκετά χρήματα.

Όσο για εσάς, αν έχετε κάποια παρόμοια ιδέα, καλό θα ήταν να την ξεχάσετε και να στραφείτε αλλού για την μεγάλη τύχη.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το κοράκι και το φίδι.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας!

crow2Κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν, σε ένα δέντρο, που βρίσκονταν κοντά σε μια λίμνη, είχαν στήσει την φωλιά τους ένα ζευγάρι κορακιών. Δεν είχαν αποκτήσει παιδιά, αν και πολλές φορές είχε γεννήσει αβγά η κορακίνα. Ο λόγος ήταν ένα τεράστιο φίδι που είχε κι αυτό την φωλιά του στην κουφάλα του ίδιου δέντρου.

Τα κοράκια είχαν απογοητευτεί που δεν μπορούσαν να δούνε απογόνους και μια μέρα, η κοράκινα δεν άντεξε και είπε στους άντρα της…

Δεν είναι κατάσταση αυτή. Αυτό το φίδι μας τρώει συνέχεια τα αβγά μας. Την επόμενη φορά να ξέρεις, ότι θα του ορμήσω και θα του βγάλω τα μάτια.

Ξεχνάς κάτι καλή μου. Το φίδι, έχει δυο κοφτερά δόντια και δηλητήριο ικανό για να σκοτώσει και τους δυο μας. Δεν σκέφτεσαι λογικά. Άσε, κι εγώ έχω κάτι καλύτερο κατά νου…

…κι ο κόρακας, εξήγησε στην γυναίκα του το σχέδιό του.

snake2

Πέρασαν κάποιες μέρες, κι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, ακούστηκε ποδοβολητό αλόγων από μακριά να πλησιάζει προς την λίμνη. Ήταν ο γιος του βασιλιά που με την συνοδεία του επέστρεφε από το κυνήγι. Συνήθιζε, πριν φτάσει στο παλάτι, να σταματάει στην λίμνη και να λούζεται. Έτσι κι εκείνη την μέρα. Έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε στα καταγάλανα νερά της.

Τότε, το κοράκι πέταξε από τη φωλιά του και πλησίασε τον βράχο που είχε αφήσει τα ρούχα του ο πρίγκιπας. Άρπαξε με το ράμφος του την χρυσή ζώνη και κράζοντας ώστε να τον ακούσουνε, πέταξε χαμηλά προς το δέντρο.

Ει, το κοράκι άρπαξε την ζώνη του πρίγκιπα…

Γρήγορα κυνηγήστε το…

…ακούστηκαν διάφορες φωνές από την συνοδεία του και αμέσως οι καλύτεροι άντρες του, άρπαξαν τα τόξα και τα σπαθιά και όρμησαν στο κυνήγι.

Το κοράκι δεν χρειάστηκε να πετάξει και πολύ μακριά. Μόλις έφτασε στο δέντρο του, άφησε τη ζώνη από το ράμφος του να πέσει μπροστά στην κουφάλα. Το φίδι, ξύπνησε από το θόρυβο και βγήκε για να δει τι συμβαίνει, μα ακριβώς εκείνη την στιγμή έφτασαν κι οι άντρες του πρίγκιπα. Το φίδι αγρίεψε θεωρώντας ότι το κυνηγάνε και όρμησε να τους τσιμπήσει, μα αυτοί το πρόλαβαν και με τα βέλη τους το χτύπησαν πρώτοι, καταφέρνοντας να το σκοτώσουν.

Το άδοξο τέλος του φιδιού, ήταν η ένδοξη αρχή σε μια νέα ζωή για τα κοράκια, που από εκείνη την μέρα και για πολλά χρόνια έπειτα, έκαναν αρκετά αβγά, από τα οποία ξεπήδησαν μικρά κοράκια…πολλοί απόγονοι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο Ναστραντίν Χότζας σώζει το φεγγάρι!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Τουρκία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

ναστραντιν χοτζαςΈνα όμορφο χειμωνιάτικο βράδυ, ο Ναστραντίν Χότζας καθότανε μαζί με την γυναίκα του μπροστά στο τζάκι στο σπίτι τους και συζητούσανε. Παράλληλα, ψήνανε κάστανα και τρώγανε. Κάποια στιγμή διψάσανε και ο Ναστραντίν βγήκε στον κήπο για να φέρει νερό από το πηγάδι. Μόλις όμως έριξε τον κουβά, πρόσεξε στον πάτο του πηγαδιού και είδε…το φεγγάρι.

Αμάν, συμφορά. Το φεγγάρι έπεσε και παγιδεύτηκε στο πηγάδι μου…

…φώναξε τρομαγμένος ο Ναστραντίν, ο οποίος δεν φημίζεται και τόσο για την εξυπνάδα του. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό που έβλεπε ήταν η αντανάκλασή του. Έτσι, έτρεξε γρήγορα στην αποθήκη του και βρήκε ένα τσιγκέλι που είχε για να κρεμάει τα εργαλεία του. Γυρίζει στο πηγάδι και με το σκοινί από τον κουβά, δένει το τσιγκέλι και το ρίχνει στο πηγάδι. Αρχίζει να τραβάει γρήγορα-γρήγορα μα το τσιγκέλι ήρθε πάνω άδειο. Ο Ναστραντίν ρίχνει ακόμα πιο βαθιά το σχοινί με το τσιγκέλι και το τραβάει για άλλη μια φορά επάνω, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Την τρίτη φορά, ο Ναστραντίν έριξε όλο το σχοινί μέσα και αυτήν την φορά το τσιγκέλι σκάλωσε στον πάτο του πηγαδιού. Προσπαθεί να τραβήξει ο Ναστραντίν, μα του είναι αδύνατον. Προσπαθεί ξανά, μα δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα.

Πω-πω…τι βαρύ που είναι το φεγγάρι…

…μονολογεί και τώρα βάζει όλη του τη δύναμη. Με το που τραβάει όμως απότομα, χάνει την ισορροπία του και πέφτει στον πάτο του πηγαδιού και προσγειώνεται ανάσκελα. Κι όπως κοιτάει προς τα πάνω, βλέπει να δεσπόζει στον καθαρό ουρανό, λαμπερό και όμορφο το φεγγάρι.

Ουφ…μπορεί να κουράστηκα και να παγιδεύτηκα εγώ, αλλά τουλάχιστον έσωσα το φεγγάρι…

Σκέφτηκε φωναχτά ο Ναστραντίν, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βγει, πλέον αυτός έξω από το πηγάδι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.