Ξένα παραμύθια

Το μαγεμένο δάσος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Πριν πολλά πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια γυναίκα με την κόρη της, την Άννα. Η Άννα ήταν καλό και υπάκουο κορίτσι. Αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Καθέ πρωί πριν πάει στο σχολείο, έδινε ένα φιλάκι στην μαμά της και έπαιρνε τα βιβλία της στο χέρι.  Κάθε φορά, στο δρόμο για το σχολείο, συναντούσε έναν φίλο της κούνελο. Της έλεγε:

Άννα, υπάρχει ένα μαγεμένο δάσος. Σε αυτό ζει μια νεράιδα που μεταμορφώνει σε πέτρινα αγάλματα τους κυνηγούς και τα παιδιά. Πρόσεχε μην περάσεις από εκεί!

forest

Ένα μεσημέρι, καθώς γύρισε από το σχολείο, είδε την μαμά της ξαπλωμένη στο κρεββάτι. Ήταν χλωμή και φαινόταν ταλαιπωρημένη . Η Άννα την ρώτησε:

Τι έχεις μανούλα;

Είμαι άρρωστη, κορούλα μου. Πήγαινε σε παρακαλώ να φέρεις τον γιατρό.

Η Άννα πήγε στο σπίτι του γιατρού να τον ζητήσει. Την πόρτα του άνοιξε η γυναίκα του, η οποία της είπε:

Έχει πάει στο διπλανό χωριό να επισκεφτεί έναν άρρωστο. Επειδή ξεκίνησε αργά, μου είπε ότι θα κοιμηθεί εκεί και θα γυρίσει αύριο. Αν είναι επείγον, πήγαινε να τον βρεις.

Ο πιο σύντομος δρόμος, όμως, περνούσε μέσα από το μαγεμένο δάσος. Στο δρόμο, ανάμεσα στα δέντρα συνάντησε ένα ελαφάκι.

Πού πας;

…τη ρώτησε το ελαφάκι.

Η μανούλα μου είναι άρρωστη και πάω να βρω τον γιατρό.

…του είπε η Άννα.

Ε κοριτσάκι σταμάτα! Μην προχωρείς, γιατί το δάσος είναι μαγεμένο. Αν σε βρει η νεράιδα θα σε κάνει κι εσένα άγαλμα.

…της είπε ένα δέντρο.

Πρέπει να πάω γρήγορα να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Μην προχωρείς άλλο στο μαγεμένο δάσος…

της είπαν δυο κουνελάκια.

…γύρισε πίσω στο χωριό σου. Η νεράιδα θα σε κάνει άγαλμα.

Πρέπει να φέρω αμέσως τον γιατρό.

…είπε το κοριτσάκι και τα προσπέρασε τρέχοντας.

Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά της η νεράιδα του δάσους. Ήταν όμορφη, ξανθιά με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ροζ φόρεμα.

Δεν επιτρέπεται να μπαίνεις στο δάσος μου…

…είπε στην Άννα.

Με λένε Άννα. Πηγαίνω να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Ω… μα τι καλό κορίτσι που είσαι…

…είπε η νεράιδα με ένα ζεστό χαμόγελο.

Δεν είσαι σαν τους κυνηγούς και τα κακά παιδιά που μπαίνουν στο δάσος μου για να σκοτώσουν τα ζωά και τα πουλιά.

Τσίου, τσίου, είπε ένα πουλάκι. Η Αννούλα μας προσέχει και είναι η καλύτερή μας φιλή!

Πήγαινε στην μανούλα σου Αννούλα μου. Η μαμά σου έγινε καλά και σου ετοιμάζει να φας κάτι νόστιμο. Και να πεις τους ανθρώπους ότι δεν πειράζω αυτούς που αγαπούν τα ζώα και τα πουλιά!

Λέγοντας αυτά πήρε την Άννα από το χέρι για να την οδηγήσει έξω από το δάσος. Τους ακολούθησαν χαρούμενα ζωά και πουλιά. Η Αννούλα την ευχαρίστησε και την παρακάλεσε να λυπηθεί όλους εκείνους που μεταμόρφωσε σε αγάλματα. Της ζήτησε να τους ζωντανέψει ξανά. Η καλή νεράιδα πραγματοποίησε την επιθυμία της Άννας και όλοι μαζί τώρα, κυνηγοί και παιδιά, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, γύρισαν στο χωριό. Κι έδωσαν υπόσχεση πως δεν θα έκαναν ποτέ κακό στα ζώα και τα πουλιά.

Μανούλα, έγινες καλά;

…ρώτησε η Άννα μόλις έφτασε σπίτι.

Ναι κορούλα μου. Έλα σου ετοίμασα φαγητό.

Ω.. τι καλή που είναι η νεράιδα του δάσους! Δεν θα την ξεχάσω ποτέ και θα την αγαπώ, όσο αγαπώ κι εσένα!

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 4 Σχόλια

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι μετάφραση του The First Christmas Tree του Eugene Field, που δημοσιεύτηκε στη συλλογή παραμυθιών «Christmas Tales and Christmas Verse» (1912) και βρίσκεται στη Wikisource, the free online library.

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο

Μια φορά και έναν καιρό, το δάσος ήταν σε μεγάλη αναταραχή. Από νωρίς το απόγευμα, οι σοφοί γερο-κέδροι κουνούσαν τα κεφάλια τους ανήσυχοι και μιλούσαν για παράξενα πράγματα. Είχαν ζήσει στο δάσος πολλά, πολλά χρόνια· αλλά ποτέ δεν είχαν δει τόσο εντυπωσιακές εικόνες, σαν αυτές που έβλεπαν τώρα στον ουρανό, επάνω στους λόφους και στο κοντινό χωριό.

«Σας παρακαλούμε, πείτε και σ’ εμάς τι βλέπετε» είπε ένα μικρό κλήμα· «εμείς που δεν είμαστε τόσο ψηλά όσο εσείς, δε μπορούμε να δούμε αυτά τα θαυμαστά πράγματα. Περιγράψτε τα και σ’ εμάς, για να μάθουμε κι εμείς».

«Έχω ενθουσιαστεί τόσο πολύ», είπε ο ένας κέδρος, «που δε μπορώ να μιλήσω. Όλος ο ουρανός φαίνεται σα να έχει πάρει φωτιά, και τα αστέρια φαίνονται να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα· άγγελοι κατεβαίνουν από τον ουρανό στη γη και πηγαίνουν στο χωριό ή μιλούν με τους βοσκούς επάνω στους λόφους».

Το κλήμα άκουγε εντυπωσιασμένο, χωρίς να μιλάει. Τέτοια πράγματα δεν είχαν συμβεί ποτέ ξανά και έτρεμε από τη χαρά του. Ο πιο κοντινός του γείτονας ήταν ένα μικροσκοπικό δεντράκι, τόσο μικρό που πολύ δύσκολα μπορούσε να το δει κάποιος· έστω κι έτσι όμως ήταν ένα πολύ όμορφο δεντράκι και τα κλήματα, οι φτέρες, τα βρύα και οι άλλοι ταπεινοί κάτοικοι του δάσους το αγαπούσαν πολύ.

«Πόσο θα ήθελα να δω τους αγγέλους!» αναστέναξε το δεντράκι, «και πόσο θα ήθελα να δω τα αστέρια να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα! Πρέπει να είναι πολύ όμορφα.»

Καθώς το κλήμα και το δεντράκι έλεγαν αυτά τα λόγια, οι κέδροι παρακολουθούσαν με αυξημένο ενδιαφέρον τις υπέροχες σκηνές επάνω και πέρα από τα όρια του δάσους. Τώρα νόμιζαν ότι άκουσαν μουσική, και δε λάθεψαν, επειδή σύντομα όλη η ατμόσφαιρα γέμισε με τις πιο γλυκιές μουσικές που ακούστηκαν ποτέ επάνω στη γη.

«Τι όμορφη μουσική!» φώναξε το δεντράκι. «Αναρωτιέμαι από πού να έρχεται.»

«Οι άγγελοι τραγουδάνε» είπε ένας κέδρος, «επειδή μόνο οι άγγελοι μπορούν να φτιάξουν τόσο όμορφη μουσική».

«Αλλά και τα αστέρια τραγουδάνε» είπε ένας άλλος κέδρος. «Ναι, και οι βοσκοί στους λόφους άρχισαν κι αυτοί και πραγματικά, τι παράξενα λαμπρό τραγούδι είναι αυτό!»

Τα δέντρα άκουγαν το τραγούδι, αλλά δεν καταλάβαιναν τι έλεγε· φαινόταν σαν ύμνος, και έλεγε για ένα Παιδί που γεννήθηκε· αλλά δεν καταλάβαιναν περισσότερα. Το παράξενο και λαμπρό τραγούδι συνέχισε όλη τη νύχτα· και όλη αυτή τη νύχτα οι άγγελοι πήγαιναν και ερχόταν και οι βοσκοί μιλούσαν με τους αγγέλους και τα αστέρια χόρευαν και τραγουδούσαν ψηλά στον ουρανό. Και είχε σχεδόν ξημερώσει, όταν οι κέδροι φώναξαν: «Έρχονται στο δάσος! Οι άγγελοι έρχονται στο δάσος!»

Και, πολύ γρήγορα, βγήκαν αληθινοί. Το κλήμα και το δεντράκι φοβήθηκαν πολύ και παρακάλεσαν τα πιο παλιά και πιο δυνατά δέντρα να τα προστατεύσουν. Αλλά οι κέδροι φοβόταν και οι ίδιοι και δεν πρόσεχαν τις φωνούλες του ταπεινού κλήματος και του μικρού δέντρου. Οι άγγελοι έφτασαν στο δάσος, τραγουδώντας τον ίδιο λαμπρό ύμνο για το Παιδί, και τα αστέρια τραγουδούσαν σε αρμονία μαζί τους, μέχρι που κάθε σπιθαμή του δάσους γέμισε με αυτό το θαυμαστό τραγούδι. Δεν υπήρχε τίποτε στην εμφάνιση των αγγέλων για να φοβηθεί κανείς· ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά και είχαν στέμματα επάνω στα ξανθά τους κεφάλια και άρπες στα χέρια τους· και τα όμορφα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν αγάπη, ελπίδα, φιλανθρωπία, συμπόνια και χαρά και η παρουσία τους στο δάσος έμοιαζε να το γεμίζει με θεϊκή ειρήνη. Οι άγγελοι έφτασαν έτσι μέχρι εκεί που ήταν το μικρό δεντράκι και μαζεύτηκαν τριγύρω του, το ακούμπησαν με τα χέρια τους και φίλησαν τα κλαδιά του και τραγούδησαν ακόμη πιο γλυκά από πριν. Και το τραγούδι τους ήταν για το Παιδί, το Παιδί, το Παιδί που γεννήθηκε. Τότε και τα αστέρια κατέβηκαν από τους ουρανούς και χόρεψαν και κρεμάστηκαν από τα κλαδιά του δέντρου και τραγούδησαν και αυτά το ίδιο τραγούδι — το τραγούδι για το Παιδί. Και όλα τα άλλα δέντρα και τα κλήματα, οι φτέρες και τα βρύα παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα· επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα και γιατί το δεντράκι άξιζε αυτών των τιμών.

Ο άγγελος και το δέντροΌταν ήρθε το πρωί οι άγγελοι έφυγαν από το δάσος — όλοι εκτός από έναν άγγελο που παρέμεινε πίσω και στεκόταν κοντά στο δεντράκι. Τότε τον ρώτησε ένας κέδρος: «Γιατί έμεινες μαζί μας, άγιε άγγελε;» Και ο άγγελος αποκρίθηκε: «έμεινα για να προσέχω αυτό το δεντράκι, επειδή είναι ευλογημένο και δεν πρέπει τίποτε να το βλάψει».

Το μικρό δεντράκι ένιωσε ανακούφιση με αυτή τη δήλωση και σήκωσε ψηλά το κεφάλι του, με πιο πολλή σιγουριά από πριν. Και πώς αναπτύχθηκε και μεγάλωσε, δυνάμωσε και ομόρφυνε! Οι κέδροι έλεγαν πως δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ο ήλιος έριχνε γενναιόδωρα τις πιο καλές του ακτίνες επάνω στο δεντράκι, ο ουρανός άπλωνε την πιο γλυκιά δροσιά γύρω του και οι άνεμοι έπνεαν απαλά και τραγουδούσαν τα πιο όμορφα τραγούδια τους όταν έφταναν κοντά του. Ποτέ δεν το απείλησε κίνδυνος· επειδή ο άγγελος δεν κοιμόταν — όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα ο άγγελος παρακολουθούσε το δεντράκι και το προστάτευε από όλα τα κακά. Μερικές φορές τα δέντρα συζητούσαν με τον άγγελο· φυσικά δεν καταλάβαιναν πολλά από όσα τους έλεγε, επειδή μιλούσε συνέχεια για το Παιδί που έμελλε να γίνει ο Κύριος· και πάντα, όταν τα έλεγε αυτά, χάιδευε το δεντράκι, τα κλαδιά του και τα φύλλα του και τα δρόσιζε με τα δάκρυά του. Και ήταν όλα τόσο παράξενα που κανένας στο δάσος δεν καταλάβαινε.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια, με τον άγγελο να φροντίζει το μικρό δέντρο. Μερικές φορές, κάποια ζώα το πλησίαζαν με σκοπό να καταβροχθίσουν τα τρυφερά του φύλλα· άλλες φορές πλησίαζαν ξυλοκόποι με σκοπό να το κόψουν· κι άλλες φορές η ζεστή ανάσα του ξηρού αέρα που ερχόταν από το νοτιά απειλούσε το δάσος και τα πράσινα φύλλα: ο άγγελος όμως τα κρατούσε μακρυά από το δεντράκι. Κι έτσι, μεγάλωσε και δεν ήταν πια ένα δεντράκι, αλλά η περηφάνια και η δόξα του δάσους.

Μια μέρα, το δέντρο άκουσε κάποιον που ερχόταν από το δάσος. Μέχρι τώρα, όταν πλησίαζαν άνθρωποι, ο άγγελος ήταν κοντά του. Τώρα όμως στεκόταν μακρυά, κάτω από τους κέδρους.

«Αγαπημένε άγγελε» φώναξε το δέντρο, «δεν ακούς τα βήματα αυτού που πλησιάζει; Γιατί έφυγες;»

«Μη φοβάσαι» είπε ο άγγελος, «επειδή αυτός που έρχεται είναι ο Κύριος».

Ο Κύριος ήρθε στο δέντρο και το ακούμπησε. Έβαλε τα χέρια Του στο λείο κορμό του και στα κλαδιά του και το δέντρο ανατρίχιασε από μία παράξενη αίσθηση απόλαυσης. Μετά έσκυψε και φίλησε το δέντρο και, γυρνώντας προς τα πίσω, έφυγε.

Πολλές φορές μετά από αυτό, ο Κύριος ξαναήρθε στο δάσος και όταν ερχόταν, πάντα έφτανε μέχρι εκεί που βρισκόταν το δέντρο. Ξεκουράστηκε πολλές φορές από κάτω του, απόλαυσε τον ίσκιο του φυλλώματός του και άκουσε τη μουσική του ανέμου, καθώς φυσούσε ανάμεσα στα κλαδιά του. Πολλές φορές κοιμήθηκε εκεί, με το δέντρο να Τον παρακολουθεί και το δάσος να μένει ακίνητο και σιωπηλό. Και ο άγγελος παρέμενε εκεί κοντά σαν πιστός φρουρός.

Κάποτε ήρθαν και άλλοι άνθρωποι μαζί με τον Κύριο στο δάσος και κάθησαν μαζί Του στον ίσκιο του δέντρου και συζήτησαν για πράγματα που το δέντρο δεν καταλάβαινε· μόνο άκουγε για αγάπη, φιλανθρωπία και πραότητα και έβλεπε ότι ο Κύριος ήταν αγαπητός και σεβαστός στους άλλους. Τους άκουσε να λένε για την καλωσύνη Του και την ταπεινότητά Του, πως θεράπευε τους αρρώστους και ανάσταινε τους νεκρούς και ευλογούσε όλους όπου πήγαινε. Και το δέντρο αγάπησε τον Κύριο για την ομορφιά και την καλωσύνη Του· και χαιρόταν όταν ήταν στο δάσος. Και τα άλλα δέντρα χαιρόταν, επειδή κι αυτά αγαπούσαν τον Κύριο. Και ο άγγελος ήταν πάντα εκεί κοντά.

Ο Κύριος ήρθε μία νύχτα μόνος στο δάσος με το πρόσωπο χλωμό από την αγωνία και υγρό από τα δάκρυα και γονάτισε και προσευχήθηκε. Το δέντρο Τον άκουσε και το δάσος έμεινε ακίνητο, όπως όταν έρχεται ο θάνατος. Και όταν ήρθε το πρωί, ο άγγελος είχε φύγει.

Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο δάσος. Από παντού ακουγόταν φωνές και ήχοι σπαθιών και τσεκουριών. Εμφανίστηκαν ξένοι άνθρωποι που φώναζαν, έβριζαν και απειλούσαν και το δέντρο τρόμαξε. Φώναξε τον άγγελο, αλλά αυτός δεν ήρθε.

«Όχι», φώναξε το κλήμα, «ήρθαν να καταστρέψουν το δέντρο, την περηφάνια και τη χαρά του δάσους!»

Το δάσος ταράχτηκε, αλλά μάταια. Οι ξένοι άνθρωποι χτυπούσαν τα τσεκούρια τους με δύναμη και το δέντρο έπεσε στο έδαφος. Έκοψαν και τα όμορφα κλαδιά του και τα πέταξαν τριγύρω και το μαλακό του φύλλωμα το πήραν οι άνεμοι.

«Με σκοτώνουν!» φώναξε το δέντρο, «γιατί δεν είναι εδώ ο άγγελος να με προστατέψει;»

Αλλά κανένας δεν άκουσε τις φωνές του, κανένας εκτός από τα άλλα δέντρα του δάσους που έκλαιγαν. Τότε οι άνδρες έσυραν το γυμνό δέντρο μακρυά από το δάσος και τα άλλα δέντρα δεν το ξαναείδαν.

Αλλά ο βραδινός άνεμος που φύσηξε από την πόλη του μεγάλου βασιλιά εκείνο το βράδυ τους είπε πως ένας σταυρός σηκώθηκε σε ένα λόφο — το δέντρο, πάνω στο οποίο βρισκόταν το σώμα του νεκρού Κυρίου.

1884.

Μετάφραση: Απόστολος Τσομπανόπουλος
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η θεία φτώχεια

Λαϊκό παραμύθι από την Πορτογαλία –

pearΖούσε κάποτε μια γριούλα τόσο φτωχή, που τη φώναζαν θεία Φτώχια. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες και οι αρρώστιες βασάνιζαν το γερασμένο κορμί της. Ζούσε σε μια μικρή καλύβα, χτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με κλαδιά. Μοναδική της περιουσία ήταν μια γέρικη αχλαδιά που είχε φυτρώσει μπροστά στην πόρτα της. Όμως ποτέ δεν την είδε φορτωμένη την αχλάδια, γιατί τα παιδιά του χωριού τα έκοβαν μόλις ωρίμαζαν. Έτσι η θεία Φτώχια, που ποτέ δεν προλάβαινε να δει τα παιδιά και να τα σταματήσει, έμενε νηστική, χωρίς να χαρεί τους καρπούς του δέντρου της. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, που ο άνεμος λυσσομανούσε και το κρύο ήταν τσουχτερό, χτύπησε την πόρτα της γριούλας ένας φτωχός γυρολόγος, απ’ αυτούς που γυρνούσαν τα χωριά και τις πόλεις της Πορτογαλίας. Ήταν πεινασμένος και παγωμένος και ζήτησε από τη θεία Φτώχια να του βρει ένα μέρος να περάσει το βράδυ του μέχρι το άλλο πρωί. Εκείνη τότε τον καλοδέχτηκε, του έδωσε να φάει το μοναδικό ξεροκόμματο που της είχε απομείνει και τον σκέπασε με τη μοναδική μπαλωμένη κουβέρτα της. Ο γυρολόγος κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ και σαν ξύπνησε, χαράματα, ετοιμάστηκε να φύγει. Η γριούλα σηκώθηκε να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος την ευχαρίστησε και φεύγοντας της είπε:

Έχεις τόση καλή καρδιά! Πες μου, τι θα ήθελες πιο πολύ στον κόσμο να’ αποκτήσεις;

Η θεία Φτώχια, χωρίς να πολυσκεφτεί, του είπε:

Θα ή‘θελα να μην μπορεί να κατέβει κανείς από την αχλαδιά μου, αν δεν τον προστάξω.

Από τότε τα παιδιά του χωριού δεν ξαναενόχλησαν τη θεία Φτώχια και η γέρικη αχλαδιά γέμισε με ζουμερά αχλάδια. Έτσι η γριούλα είχε πάντα αχλάδια στο τραπέζι της. Έφτιαχνε με’ αυτά γλυκά, μαρμελάδες και άρχισε να τα πουλά στους περαστικούς. Η ζωή της είχε αρχίσει να’ αλλάζει, μέχρι που ένα πρωί χτύπησε την πόρτα της ένας ξένος. Ήταν κι αυτός γυρολόγος, αλλά πολύ διαφορετικός από κείνον που είχε φιλοξενήσει το χειμωνιάτικο εκείνο βράδυ. Ήταν άσχημος και με άγριο βλέμμα. Η θεία Φτώχια τον ρώτησε σιγά τι ζητούσε. Εκείνος της απάντησε:

Είμαι ο θάνατος και ήρθα να σε πάρω μαζί μου.

Φοβισμένη η γριούλα του ζήτησε να την αφήσει λίγο καιρό ακόμα να ζήσει. Εκείνος όμως της είπε:

Είμαι βιαστικός και δεν μπορώ άλλο να περιμένω.

Απελπισμένη η θεία Φτώχια του ζήτησε μια τελευταία χάρη. Τον ρώτησε αν μπορούσε να κόψει το τελευταίο αχλάδι που είχε μείνει πάνω στο δέντρο της. Εκείνος δέχτηκε, και τότε τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει και να σκαρφαλώσει πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, γιατί αυτή ήταν ηλικιωμένη και αδύναμη και δεν μπορούσε. Ο θάνατος ικανοποίησε την τελευταία επιθυμία της θείας Φτώχιας και ανέβηκε στο ψηλότερο κλαδί της αχλαδιάς. Τότε η θεία Φτώχια φώναξε μ’ όλη της τη δύναμη:

Μείνε εκεί πάνω και να κατέβεις όταν εγώ το προστάξω!

Έτσι και έγινε. Ο θάνατος έμεινε για πολύ καιρό στην αχλαδιά και οι άνθρωποι ησύχασαν γιατί δεν τον έβλεπαν πια να τους χτυπά την πόρτα. Ήταν όμως απογοητευμένος και έψαχνε να βρει τρόπους να κατέβει από το δέντρο. Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει μια συμφωνία με τη θεία Φτώχια:

Εγώ θα σου χαρίσω τη ζωή κι εσύ θα προστάξεις να κατέβω από το δέντρο.

Έτσι κι έγινε. Η θεία Φτώχια ποτέ δεν πέθανε και συνεχίζει να ζει πάντα ανάμεσά μας.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Γιατί οι γάτες κυνηγούν τα ποντίκια;

Ελεύθερη μετάφραση από τα Φλαμάνικα (Ολλανδικά): Δήμητρα Μπουρουτζόγλου –

Πηγή: Θησαυρός Φλαμανδικής διήγησης, μέρος 4°, Victor de Meyere, Αμβέρσα/Santpoort, 1933, σελ. 16. (Το παραμύθι αυτό έχει διηγηθεί 70χρονη κυρία το 1905, από την περιοχή Wuustwezel.)

Μια φορά κι έναν καιρό, αποφάσισαν η γάτα και ο ποντικός να συγκατοικήσουν. Βρήκαν κάποιο σπίτι, αγόρασαν έπιπλα και έστησαν το νοικοκυριό τους. Τα χρόνια εκείνα, τα ζώα ήταν προνοητικά και συλλέγαν την τροφή τους για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ακόμη και η γάτα με τον ποντικό κάνανε την οικονομία τους και αποταμιεύανε τροφή όσο μπορούσανε, για να περάσουν ένα καλό χειμώνα. Μετά από λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να εξοικονομίσουν ένα κουτί λίπος, αλλά δεν ήξεραν πού ακριβώς έπρεπε να το φυλάξουν. Τελικά, ο ποντικός πρότεινε να το κρύψουν μέσα στην εκκλησία.

Αφού πέρασε λίγος καιρός, ένα πρωινό, σηκώθηκε η γάτα από το κρεβάτι και είπε του ποντικού ότι επρόκειτο να πάει στην πόλη για να επισκεφτεί την αδελφή της, που γέννησε ένα γατάκι. Όταν γύρισε πίσω στο σπίτι, ο ποντικός της έκανε τις εξής ερωτήσεις:

Γεια σου φίλη μου, τι κάνει η μάνα με το παιδί;

Πολύ καλά!

Τι όνομα έχει το νεογέννητο;

Μόλις άρχισε!

Τι παράξενο όνομα ! Δεν το’χω ξανακούσει..!!

Αυτό το όνομα συνηθίζεται να δίνεται στις γάτες!

… αποκρίθηκε το πονηρό τετράποδο και λίγες βδομάδες αργότερα, ξαναπήγε στην πόλη. Αυτή τη φορά ήθελε να δει την άλλη αδελφή της που γέννησε κι αυτή. Το βράδυ επέστρεψε σπίτι και όταν ο ποντικός τη ρώτησε πώς ονομάζεται το νεογέννητο γατάκι, αυτή απάντησε: «Μισοφαγωμένο».

 Τι όμορφο όνομα!

… ψέλλισε ο ποντικός χωρίς να σκεφτεί κάτι παραπάνω…

Οι μέρες περνούσαν, η μια πίσω από την άλλη, ώσπου ήρθε πάλι η στιγμή που η γάτα ξανάφυγε στην πόλη, λέγοντας πάντα την ίδια δικαιολογία, πως μια από τις αδελφές της γέννησε.

Ο ποντικός ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν η γάτα γύρισε σπίτι και του διηγήθηκε πως το νέο γατάκι ονομάστηκε «Αποτελειωμένο». Το ποντίκι κούνησε το κεφάλι του για το παράξενο όνομα που άκουσε πάλι και σώπασε. Είχε πια συνηθίσει στο άκουσμα τέτοιων περίεργων, γατίσιων ονομάτων.

Τους επόμενους μήνες, η γάτα δεν ξανακατέβηκε στην πόλη. Δεν προέκυψε πραγματικά καμία νέα γέννα! Ο χειμώνας ήρθε. Παχύ χιόνι σκέπαζε τη φύση και η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γάτα δε μιλούσε καθόλου, το ποντίκι όμως άρχισε ν’ανησυχεί για την κατάσταση. Έκανε τότε λόγο για το κουτί λίπος που είχανε αποταμιεύσει για τις κρύες μέρες του χειμώνα και είπε πως ήρθε η στιγμή να το χρησιμοποιήσουνε.

Πώς σου φαίνεται γάτα ν’ανοίξουμε το κουτί με το λίπος που αποταμιεύσαμε και να το μοιραστούμε;

Ποιο κουτί;

… ρώτησε η γάτα.

Εκείνο που κρύψαμε στην εκκλησία.

Α,ναι…έλα μαζί μου να το πάρουμε

cat-mouse

… απάντησε η γάτα. Όταν έφτασαν στην εκκλησία, το ποντίκι βρήκε το κουτί άδειο και ένιωσε ότι η γάτα το ξεγέλασε. Τώρα κατάλαβε το νόημα των ονομάτων «Μόλις άρχισε», «Μισοφαγωμένο» και « Αποτελειωμένο». Το ποντίκι θύμωσε και κατηγόρησε τη γάτα για κλοπή. Εξάλλου το μισό κουτί λίπος ανήκε σ’ αυτό. Η γάτα όμως δε σήκωσε την προσβολή. Άρπαξε το ποντίκι και το δάγκωσε από το κεφάλι. Για να αποκρύψει δε, το εκδικητικό φονικό, έφαγε το ποντίκι ολόκληρο, όπως ήταν, με πέτσα και μουστάκια.  Όμως το κρέας του ποντικού της άρεσε τόσο πολύ, που από τότε και μέχρι σήμερα κυνηγά τους ποντικούς ασταμάτητα και χωρίς έλεος!!

Waarom de katten op muizen jagen

Op een dag besloten de kat en de muis te gaan samenwonen. Ze zochten een huisje, kochten meubels en trokken er in. In die tijd waren de dieren nogal vooruitziend. Ook de kat en de muis spaarden wat ze sparen konden, met het oog op de komende winter. Na een paar weken hadden ze al een pot vet achter de hand. Waar zouden ze die opbergen? De muis stelde voor de pot vet in de kerk te verstoppen. Dat gebeurde.

Een poosje daarna zei de kat bij het opstaan dat hij naar de stad moest om zijn zuster op te zoeken die een kindje had gekregen. Toen hij ‘s avonds terugkwam, stond de muis in de deur en zei: «Dag vriend, alles goed met moeder en kind?» – «Het kon niet beter.» – «En hoe heet het kleintje?» – «Pas-begonnen,» antwoordde de kat. «Wat een vreemde naam, die heb ik nog nooit gehoord.» – «Maar onder het kattenvolk is die naam toch in gebruik,» besloot de kat.

Een paar weken later moest de kat opnieuw naar de stad. Nu had een van zijn andere zusters een kleintje gebaard. Tegen de avond was de kat weer terug en op de vraag van de muis antwoordde hij dat de kleine ‘Half-op’ heette. «Wat een leuke namen,» mompelde de muis, zonder er verder over na te denken.

Dagen gingen voorbij, tot de kat opnieuw een dag naar de stad moest. Weer was een van zijn zusters bevallen. De muis lag al in bed toen de kat thuiskwam en vertelde dat het kind ‘Heel-op’ heette. De muis knikte bij het horen van die naam, maar zweeg. Ze was gewend geraakt aan vreemde namen.

In de maanden die volgden, hoefde de kat niet meer naar de stad. Er waren ook geen blijde gebeurtenissen meer in zijn familie. De winter kwam. Er viel een dik pak sneeuw en het vroor dat het kraakte. Eten werd met de dag schaarser en de nood kwam aan de man. Omdat de kat erover bleef zwijgen, bracht de muis het gesprek op de pot vet die zij hadden gespaard. «Wat vind je, zullen we onze spaarpot aanspreken?» – «Spaarpot?» herhaalde de kat kortaf. «Je weet wel, de pot vet die we in de kerk hebben verstopt.» – «O ja,» antwoordde de kat onverschillig. «Kom op, we gaan hem halen.»

De muis stond raar te kijken toen ze de pot leeg vond. Nu begreep ze ook de namen van de kindertjes waarvoor de kat steeds naar de stad moest: Pas-begonnen, Half-op en Heel-op. De muis werd kwaad en verweet de kat zijn hebberigheid en diefachtigheid. Want de pot vet was voor de helft toch ook van haar!

De kat liet zich niet de les lezen. Hij ontstak in drift, greep de muis en beet het arme beest de kop af. Om die wrede dood uit te wissen, at hij de muis met huid en haar op. Het muizevlees smaakte hem zo goed dat hij sindsdien op de muizenjacht ging. En dat doen de katten tot op de dag van vandaag.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η γριά κατσίκα που ξεγέλασε το λιοντάρι.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Στα χρόνια τα παλιά, που τα ζώα είχαν κι αυτά μιλιά που ήταν κατανοητή σε εμάς τους ανθρώπους, μια κατσίκα ζούσε κοντά σε ένα πυκνό δάσος. Είχε γεράσει και αδυνατούσε να ακολουθεί συνέχεια το κοπάδι της. Πάντα έμενε πίσω και προχωρούσε μοναχή.

goat final

Μια μέρα, ο βοσκός που είχε βγάλει το κοπάδι για βοσκή, έγειρε στην σκιά ενός δέντρου για να ξαποστάσει. Εκεί όμως, τον πήρε ο ύπνος και καθώς ήταν κουρασμένος, ξύπνησε αργά το μεσημέρι. Όταν συνειδητοποίησε την ώρα που είχε περάσει, μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τα κατσίκια του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μα η γριά κατσίκα, δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό κι έτσι την βρήκε το σκοτάδι μέσα στο δάσος. Μη ξέροντας προς τα που να πάει, αποφάσισε να βρει ένας ασφαλές μέρος για να περάσει το βράδυ της χωρίς να κινδυνεύσει από τα άγρια ζώα.

Όπως περπατούσε, αντίκρισε μια σπηλιά σε έναν βράχο που τον έκρυβε ένας λόφος. Κίνησε προς τα εκεί μα όταν έφτασε, ανακάλυψε πως ήταν η φωλιά ενός τεράστιου και άγριου λιονταριού. Τα έχασε και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν γύριζε την πλάτη της προσπαθώντας να φύγει το λιοντάρι θα την ορμούσε στα σίγουρα και θα την έτρωγε. Τότε, αποφάσισε να ρισκάρει και να λειτουργήσει με πονηριά.

Το λιοντάρι από την άλλη, μόλις την είδε να μπαίνει στην φωλιά του, απόρησε για το θάρρος της. Κανένα άλλο ζώο δεν τολμούσε να πλησιάσει την σπηλιά. Όλα φοβόντουσαν το λιοντάρι. Έτσι, την ρώτησε απορημένος…

Ποια είσαι εσύ που δεν με φοβάσαι και μπαίνεις με αυτό το θράσος στην σπηλιά μου;

Είμαι η βασίλισσα των κατσικιών. Χρόνια ολόκληρα τώρα, εξουσιάζω τη φυλή μας. Επειδή όμως τα χρόνια περνάνε, πρέπει να πραγματοποιήσω την υπόσχεση που είχα δώσει την μέρα που με χρίσανε βασίλισσα.

Και τι υπόσχεση είχες δώσει;

…ρώτησε το λιοντάρι που δεν πίστευε στα ματιά του.

Όταν έγινα βασίλισσα, υποσχέθηκα ότι πριν πεθάνω πρέπει να φάω πενήντα τίγρεις, τριάντα ελέφαντες και δέκα λιοντάρια. Μέχρι τώρα έφαγα τις τίγρεις και τους ελέφαντες. Μόλις ξεκίνησα να ψάχνω για λιοντάρια κι ευτυχώς που βρήκα εσένα. Θα είσαι το πρώτο μου λιοντάρι.

Το λιοντάρι μόλις άκουσε την τρελή υπόσχεση της κατσίκας τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Έτσι καθώς έτρεχε, συνάντησε στον δρόμο ένα τσακάλι. Το τσακάλι τα έχασε που είδε το λιοντάρι τόσο φοβισμένο να τρέχει και το ρώτησε τι συμβαίνει. «Το και το»…το λιοντάρι, εξήγησε στο τσακάλι την όλη ιστορία κι όταν τέλειωσε, το τσακάλι έβαλε τα γέλια.

Χα,χα,χα…πρώτη μου φορά ακούω κάτι τέτοιο. Είμαι σίγουρος πως κάτι βρομάει εδώ. Πάμε να μου δείξεις αυτή τη βασίλισσα των κατσικιών.

Λιοντάρι και τσακάλι, επιστρέφουν μαζί στην σπηλιά, ενώ η κατσίκα βρισκόταν ακόμα εκεί. Με το που πέρασαν την σπηλιά και στάθηκαν απέναντί της, η κατσίκα ψύχραιμη, πλησίασε προς το μέρος τους και με αυστηρή φωνή αποκρίθηκε προς το τσακάλι.

Τι πράγματα είναι αυτά τσακάλι; Εγώ σε διέταξα να ψάξεις και να μου φέρεις δέκα λιοντάρια κι εσύ μου φέρνεις μόνο ένα. Με απογοητεύεις. Θα με αναγκάσεις να φάω κι εσένα.

Το λιοντάρι, μόλις άκουσε τα λόγια της κατσίκας, πίστεψε ότι το τσακάλι τον κορόιδεψε και ότι τον οδήγησε σε παγίδα κι όρμησε πάνω του να τον κατασπαράξει. Εκείνη την ώρα η κατσίκα βγήκε από την σπηλιά κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με όση αντοχή είχε, ενώ το τσακάλι και το λιοντάρι πολεμούσε το ένα το άλλο.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η μεγάλη τύχη!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ιαπωνία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

lazyΠριν χρόνια, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα ακριβώς, κοντά σε μια παράλια ακτή, υπήρχε ένα μικρό χωριουδάκι. Σε αυτό ζούσε ένας σχετικά νέος άνθρωπος που όμως ήταν τρομερά τεμπέλης. Δεν έκανε τίποτα όλη την μέρα. Έτρωγε από τα έτοιμα που του είχαν αφήσει κληρονομιά οι δικοί του. Αλλά κι αυτά θα τελείωναν κάποια στιγμή. Έτσι, όλη την μέρα, σκεφτότανε τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ώστε να βγάζει χρήματα, χωρίς όμως να κουράζεται.

Μια μέρα, εκεί που καθότανε στην πλατεία του χωριού του, άκουσε κάποιους να λένε πως υπάρχει ένα νησί του οποίου οι κάτοικοι είναι μονόφθαλμοι.

 Αυτή είναι η ευκαιρία που έψαχνα…

 …σκέφτηκε αμέσως ο τεμπέλης φίλος μας…

Θα πάω εκεί και θα πιάσω έναν από τους μονόφθαλμους ανθρώπους. Θα τον φέρω εδώ και θα τον γυρίζω σε πανηγύρια και αγορές σε όλη την χώρα. Είναι ένα μοναδικό θέαμα που σίγουρα όλοι θα πληρώνουν για να το δούνε. Αυτό θα με κάνει πάμπλουτο για όλη μου τη ζωή.

Η ιδέα αυτή είχε καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό του και την επεξεργάζονταν συνέχεια. Ώσπου μια μέρα το πήρε απόφαση. Πούλησε όλα του τα υπάρχοντα και ναύλωσε καράβι και πλήρωμα. Πήρε και προμήθειες γιατί το νησί ήταν αρκετά μακριά. Σε όλο το ταξίδι έκανε όνειρα για τη στιγμή που θα καταφέρει να γίνει ένας από τους πιο πλούσιους άντρες της χώρας ή και του κόσμου.

islandΜετά από αρκετές μέρες ταξιδιού, έφτασαν τελικά στο περιβόητο νησί. Ο τεμπέλης, κατέβηκε μόνος του και κατευθύνθηκε προς το χωριό. Ξαφνικά, σε ένα χωράφι, αντίκρισε τρεις από αυτούς να οργώνουνε. Ήταν ακριβώς σαν όλους τους ανθρώπους με την διαφορά ότι αντί για δυο μάτια, αυτοί είχαν μόνο ένα στο κέντρο του μετώπου τους.

Έτριψε με ευχαρίστηση τα χέρια του ενώ σκεφτότανε με ποιο τρόπο θα παραπλανήσει έναν από αυτούς να τον ακολουθήσει στο καράβι. Την ίδια στιγμή, τον αντίκρισαν κι αυτοί έκπληκτοι. Ήταν η πρώτη φορά γι’ αυτούς που έβλεπαν έναν άνθρωπο που να έχει δυο μάτια.

Πω-πω…κοίτα αυτόν τον άνθρωπο…έχει δυο μάτια!

Είπε ο ένας μονόφθαλμος στους άλλους δυο και συνέχισε…

Να η ευκαρία να γλιτώσουμε απ’ όλη την κουραστική δουλειά του χωραφιού. Πάμε να τον πιάσουμε και θα τον γυρνάμε σε όλο το νησί. Ο κόσμος θα μας πληρώνει αρκετά καλά για ένα τόσο περίεργο θέαμα και σύντομα θα γίνουμε πλούσιοι.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, οι τρεις μονόφθαλμοι, άρπαξαν τον τεμπέλη φίλο μας και άρχισαν να τον γυρίζουν στις αγορές και τα πανηγύρια δείχνοντας τον σαν θέαμα και βγάζοντας αρκετά χρήματα.

Όσο για εσάς, αν έχετε κάποια παρόμοια ιδέα, καλό θα ήταν να την ξεχάσετε και να στραφείτε αλλού για την μεγάλη τύχη.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το κοράκι και το φίδι.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας!

crow2Κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν, σε ένα δέντρο, που βρίσκονταν κοντά σε μια λίμνη, είχαν στήσει την φωλιά τους ένα ζευγάρι κορακιών. Δεν είχαν αποκτήσει παιδιά, αν και πολλές φορές είχε γεννήσει αβγά η κορακίνα. Ο λόγος ήταν ένα τεράστιο φίδι που είχε κι αυτό την φωλιά του στην κουφάλα του ίδιου δέντρου.

Τα κοράκια είχαν απογοητευτεί που δεν μπορούσαν να δούνε απογόνους και μια μέρα, η κοράκινα δεν άντεξε και είπε στους άντρα της…

Δεν είναι κατάσταση αυτή. Αυτό το φίδι μας τρώει συνέχεια τα αβγά μας. Την επόμενη φορά να ξέρεις, ότι θα του ορμήσω και θα του βγάλω τα μάτια.

Ξεχνάς κάτι καλή μου. Το φίδι, έχει δυο κοφτερά δόντια και δηλητήριο ικανό για να σκοτώσει και τους δυο μας. Δεν σκέφτεσαι λογικά. Άσε, κι εγώ έχω κάτι καλύτερο κατά νου…

…κι ο κόρακας, εξήγησε στην γυναίκα του το σχέδιό του.

snake2

Πέρασαν κάποιες μέρες, κι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, ακούστηκε ποδοβολητό αλόγων από μακριά να πλησιάζει προς την λίμνη. Ήταν ο γιος του βασιλιά που με την συνοδεία του επέστρεφε από το κυνήγι. Συνήθιζε, πριν φτάσει στο παλάτι, να σταματάει στην λίμνη και να λούζεται. Έτσι κι εκείνη την μέρα. Έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε στα καταγάλανα νερά της.

Τότε, το κοράκι πέταξε από τη φωλιά του και πλησίασε τον βράχο που είχε αφήσει τα ρούχα του ο πρίγκιπας. Άρπαξε με το ράμφος του την χρυσή ζώνη και κράζοντας ώστε να τον ακούσουνε, πέταξε χαμηλά προς το δέντρο.

Ει, το κοράκι άρπαξε την ζώνη του πρίγκιπα…

Γρήγορα κυνηγήστε το…

…ακούστηκαν διάφορες φωνές από την συνοδεία του και αμέσως οι καλύτεροι άντρες του, άρπαξαν τα τόξα και τα σπαθιά και όρμησαν στο κυνήγι.

Το κοράκι δεν χρειάστηκε να πετάξει και πολύ μακριά. Μόλις έφτασε στο δέντρο του, άφησε τη ζώνη από το ράμφος του να πέσει μπροστά στην κουφάλα. Το φίδι, ξύπνησε από το θόρυβο και βγήκε για να δει τι συμβαίνει, μα ακριβώς εκείνη την στιγμή έφτασαν κι οι άντρες του πρίγκιπα. Το φίδι αγρίεψε θεωρώντας ότι το κυνηγάνε και όρμησε να τους τσιμπήσει, μα αυτοί το πρόλαβαν και με τα βέλη τους το χτύπησαν πρώτοι, καταφέρνοντας να το σκοτώσουν.

Το άδοξο τέλος του φιδιού, ήταν η ένδοξη αρχή σε μια νέα ζωή για τα κοράκια, που από εκείνη την μέρα και για πολλά χρόνια έπειτα, έκαναν αρκετά αβγά, από τα οποία ξεπήδησαν μικρά κοράκια…πολλοί απόγονοι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο Ναστραντίν Χότζας σώζει το φεγγάρι!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Τουρκία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

ναστραντιν χοτζαςΈνα όμορφο χειμωνιάτικο βράδυ, ο Ναστραντίν Χότζας καθότανε μαζί με την γυναίκα του μπροστά στο τζάκι στο σπίτι τους και συζητούσανε. Παράλληλα, ψήνανε κάστανα και τρώγανε. Κάποια στιγμή διψάσανε και ο Ναστραντίν βγήκε στον κήπο για να φέρει νερό από το πηγάδι. Μόλις όμως έριξε τον κουβά, πρόσεξε στον πάτο του πηγαδιού και είδε…το φεγγάρι.

Αμάν, συμφορά. Το φεγγάρι έπεσε και παγιδεύτηκε στο πηγάδι μου…

…φώναξε τρομαγμένος ο Ναστραντίν, ο οποίος δεν φημίζεται και τόσο για την εξυπνάδα του. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό που έβλεπε ήταν η αντανάκλασή του. Έτσι, έτρεξε γρήγορα στην αποθήκη του και βρήκε ένα τσιγκέλι που είχε για να κρεμάει τα εργαλεία του. Γυρίζει στο πηγάδι και με το σκοινί από τον κουβά, δένει το τσιγκέλι και το ρίχνει στο πηγάδι. Αρχίζει να τραβάει γρήγορα-γρήγορα μα το τσιγκέλι ήρθε πάνω άδειο. Ο Ναστραντίν ρίχνει ακόμα πιο βαθιά το σχοινί με το τσιγκέλι και το τραβάει για άλλη μια φορά επάνω, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Την τρίτη φορά, ο Ναστραντίν έριξε όλο το σχοινί μέσα και αυτήν την φορά το τσιγκέλι σκάλωσε στον πάτο του πηγαδιού. Προσπαθεί να τραβήξει ο Ναστραντίν, μα του είναι αδύνατον. Προσπαθεί ξανά, μα δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα.

Πω-πω…τι βαρύ που είναι το φεγγάρι…

…μονολογεί και τώρα βάζει όλη του τη δύναμη. Με το που τραβάει όμως απότομα, χάνει την ισορροπία του και πέφτει στον πάτο του πηγαδιού και προσγειώνεται ανάσκελα. Κι όπως κοιτάει προς τα πάνω, βλέπει να δεσπόζει στον καθαρό ουρανό, λαμπερό και όμορφο το φεγγάρι.

Ουφ…μπορεί να κουράστηκα και να παγιδεύτηκα εγώ, αλλά τουλάχιστον έσωσα το φεγγάρι…

Σκέφτηκε φωναχτά ο Ναστραντίν, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βγει, πλέον αυτός έξω από το πηγάδι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σερβία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό μιας μικρής πολιτείας, ζούσε μονάχος του ένας φτωχός χωρικός. Έτρωγε από αυτά που φύτευε στον μικρό του κήπο κι από τα λίγα ζώα που είχε στο μαντρί του. Δεύτερα ρούχα δεν είχε να φορέσει όπως και παπούτσια, αν και αυτά ήταν τρύπια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ένα πρωί, την ώρα που άναβε το τζάκι για να ζεστάνει την καλύβα του και να βράσει λίγο νερό για να ετοιμάσει λίγο ρύζι για το μεσημέρι, άρχισε να μονολογεί.

Δεν πάει άλλο με αυτήν την κατάσταση. Η φτώχια μου δεν περιγράφεται. Ως πότε θα ζω έτσι; Πρέπει να κάνω κάτι για να αλλάξω την μοίρα μου.

ΧωρικόςΚι αφού το καλοσκέφτηκε και το επεξεργάστηκε στο μυαλό του, αποφάσισε να ξεκινήσει να βρει την τύχη του αλλού. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει απ’ το χωριό του και με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να λάμπει στην άκρη του μονοπατιού. Πλησίασε κοντά και έκπληκτος παρατήρησε πως ήταν πεσμένα στο έδαφος πέντε χρυσά νομίσματα. Κοίταξε ολόγυρα του μη τυχόν και τον βλέπει κάνεις, έπειτα έσκυψε και τα μάζεψε με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.

«Ωραία αρχή έκανα. Αν συνεχίσω έτσι, πολύ σύντομα θα χρειαστώ θησαυροφυλάκιο για να τα φυλάω» σκέφτηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Περπάτησε αρκετή ώρα ώσπου έφτασε στην διπλανή πόλη. Μια πόλη, εμπορική, με αρκετό κόσμο και κίνηση στους δρόμους και τα μαγαζιά. Ο χωρικός, κουρασμένος από το περπάτημα, μπήκε σε ένα καφενείο και ζήτησε ένα καφέ και ένα ποτήρι νερό. Ο καφετζής, αφού τον κοίταξε καλά-καλά, από πάνω μέχρι κάτω, του είπε με απότομο ύφος:

Εσύ μπορεί να θες να πιεις καφέ…έχεις όμως λεφτά να μου τον πληρώσεις; Τέτοιος κουρελιάρης που είσαι δεν σε βλέπω να σου περισσεύουν. Άδειαζέ μου την γωνιά καλύτερα.

Ο χωρικός δεν είπε τίποτα, παρά μόνο, έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό νόμισμα και το πέταξε επιδεκτικά πάνω στο τραπέζι του καφενείου. Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια του γιατί χρυσά νομίσματα, κυκλοφορούσαν σπάνια και τα είχαν οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι κι οι βασιλιάδες. Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Θα έλεγε κανείς πως κατάπιε την γλώσσα του. Τελικά, αφού ξερόβηξε είπε του χωρικού:

Ναι, αλλά δεν έχω ρέστα…

Χαλάλι σου τα ρέστα. Κράτα τα γιατί η παρουσία μου ασχημαίνει το μαγαζί σου.

…του απάντησε ο χωρικός χαμογελώντας. Ο καφετζής έκπληκτος μα και γοητευμένος πλέον, αποχώρησε προς τα πίσω, πηγαίνοντας στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τον καφέ. Όση ώρα έβραζε τον καφέ σκεφτότανε, τι μπορεί να είναι ο χωρικός στην πραγματικότητα. Απορούσε, πως είναι δυνατόν, ένας που φοράει τέτοια κουρέλια για ρούχα, να έχει στην κατοχή του ένα –ίσως και περισσότερα- χρυσά νομίσματα. Κι ενώ έκανε διάφορες σκέψεις, τελικά κατέληξε…

Να δεις που είναι γιος του βασιλιά και έχει μασκαρευτεί σε κουρελιάρη ζητιάνο για να δει εμάς τους υπηκόους του, τι σόι άνθρωποι είμαστε. Αυτό είναι…το βρήκα!

Αφού σέρβιρε τον καφέ, πήγε παραπέρα και κάθισε με τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου, λέγοντάς τους την όλη ιστορία καθώς και την άποψή του για το ποιος πιστεύει ότι είναι στην πραγματικότητα ο χωρικός. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ότι σίγουρα πρέπει να είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Ο χωρικός, μόλις ήπιε τον καφέ του, φώναξε τον καφετζή και τον ρώτησε.

Πες μου καλέ μου άνθρωπε, ποιος είναι ο πλουσιότερος άντρας της πόλης σας;

Στην πόλη μας, πλουσιότερος άντρας είναι ο ιδιοκτήτης των θερμών λουτρών.

Πολύ ωραία. Τότε, θα πάω μια βόλτα μέχρι τα λουτρά. Κάνε μου μια χαρη όμως σε παρακαλώ. Μετά το μεσημέρι, στείλε μου ένα καφέ, πες του κουρέα να έρθει από εκεί για να με κουρέψει και να με ξυρίσει και στον ταβερνιάρη πες του να μου φέρει ένα περιποιημένο γεύμα μαζί με κρασί.

Ο καφετζής όχι απλά δεν αρνήθηκε στην παράξενη επιθυμία του χωρικού, αντίθετα, του απάντησε ότι ήταν μεγάλη του χαρά να τον εξυπηρετήσει. Ο χωρικός, χωρίς να καθυστερεί, ξεκίνησε για τα λουτρά κι όταν έφτασε εκεί και προσπάθησε να μπει, ένας ψηλός και εύσωμος άντρας τον εμπόδισε. Ήταν ο ιδιοκτήτης των λουτρών, ο οποίος μόλις είδε τον χωρικό με τα παλιά, φθαρμένα και βρόμικα ρούχα, του είπε με αυστηρή φωνή.

Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Φύγε.Λουτρά

Μα θέλω να κάνω μπάνιο…

…του απάντησε ψύχραιμα ο χωρικός και επιχείρησε για άλλη μια φορά να μπει μέσα. Μα και πάλι ο ιδιοκτήτης τον εμπόδισε μπαίνοντας μπροστά του και με ακόμα πιο αυστηρό ύφος του είπε…

Οι φτωχοί και κουρελιάρηδες κάνουν μπάνιο στο ποτάμι κι όχι στα λουτρά μου. Ξεκουμπίσου λοιπόν.

…και μπήκε στα λουτρά κλείνοντας την πόρτα με ορμή και χωρίς να δώσει άλλο σημασία στον χωρικό, ο οποίος όχι απλά δεν έφυγε, αλλά ξάπλωσε στα σκαλοπάτια και απολάμβανε τον ήλιο που τον χτυπούσε με τις ζεστές ακτίνες του. Πέρασαν κάποιες ώρες και ο χωρικός δεν είχε κουνηθεί ρούπι από εκεί. Ίσως και να κοιμήθηκε κιόλας κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο φύλακας των λουτρών. Μόλις αντίκρισε τον χωρικό να είναι ξαπλωμένος στα σκαλοπάτια τα έχασε προς στιγμή και αμέσως του έβαλε τις φωνές.

Απαγορεύεται οι ζητιάνοι να κάθονται εδώ. Τσακίσου και φύγε γρήγορα από εδώ…

…δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και από το βάθος του δρόμου, εμφανίστηκαν να πλησιάζουν ο καφετζής κρατώντας έναν καφέ στο χέρι του, ο εστιάτορας με έναν μεγάλο δίσκο με λογής-λογής καλούδια και εκλεκτό κρασί και πίσω τους ακολουθούσε ο κουρέας με ένα βαλιτσάκι που είχε μέσα τα σύνεργα της δουλειάς του. Αφού φτάσανε μπροστά, υποκλίθηκαν στον φτωχό χωρικό και ο καθένας του πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Ο φύλακας τα έχασε, δεν πίστευε στα μάτια του.  Ο καφετζής, τον πήρε παραπέρα και κάτι του ψιθύρισε στο αφτί. Προφανώς θα του είπε ότι ο κουρελιάρης χωρικός που στέκονταν μπροστά τους, είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος. Ο φύλακας γύρισε προς τον χωρικό και του ζήτησε να μπει μέσα στα λουτρά ενώ ο ίδιος έτρεξε στον ιδιοκτήτη και του είπε τα πάντα με το νι και με το σίγμα.

Πω-πω…τι έπαθα ο άμοιρος; Αν όντως ο κουρελιάρης χωρικός είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος κι εγώ του μίλησα τόσο απότομα και σκληρά, τότε με περιμένει βαριά τιμωρία. Μέχρι και το κεφάλι μου μπορεί να μου πάρει…

…μονολογούσε συνέχεια ο ιδιοκτήτης των λουτρών κλεισμένος στο δωμάτιο του. Ο φύλακας, βλέποντάς τον τόσο ανήσυχο, του πρότεινε τότε, να προσφέρει στον χωρικό χρήματα για να τον καλοκαρδίσει και να κερδίσει την συμπάθειά του. Έτσι κι έγινε. Ο ιδιοκτήτης, έτρεξε στο χρηματοκιβώτιό του και γέμισε ένα σακί με χρυσά φλουριά και το πήγε ο ίδιος στον χωρικό, ο οποίος μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του, είχε φάει κι έπινε τον καφέ του ενώ ο κουρέας τον κούρευε. Αφού του πρόσφερε το σακί με τα νομίσματα, ο χωρικός χαιρέτησε και ευχαρίστησε τους πάντες και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του. Φτάνοντας στο σημείο που είχε βρει αρχικά τα νομίσματα, ο χωρικός έβγαλε από το σακί του πέντε από αυτά και τα άφησε στο ίδιο σημείο ακριβώς.

Όλοι οι χωριανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους από την εξέλιξη του συγχωριανού τους. Απορούσαν κι αναρωτιόντουσαν για το που βρήκε τα χρήματα κι από την μια μέρα στην άλλη άλλαξε έτσι.

Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Τα πάντα ξεκίνησαν από πέντε χρυσά νομίσματα που βρήκα βγαίνοντας από το χωριό.

Απαντούσε σε όλους ο χωρικός. Πολλοί συγχωριανοί του αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, μα απ’ ότι ξέρω, κάνεις από αυτούς δεν βρήκε χρυσά νομίσματα βγαίνοντας από το χωριό…εσείς βρήκατε;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γιατί ο σκύλος ζει με τον άνθρωπο!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σιβηρία… (Για να ακούσεις το παραμύθι, πάνε στο τέλος της σελίδας)

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που οι πάγοι καταλάμβαναν ακόμα περισσότερο έκταση, ο σκύλος ζούσε μοναχός του. Με τα χρόνια να περνάνε, άρχισε να βαριέται και να έχει την ανάγκη για παρέα. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι ώστε να βρει άλλα ζωντανά και να ζήσει μαζί τους. Μετά από μέρες, συνάντησε ένα λαγό…

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λαγός!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λαγός και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λαγός φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας λύκος, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος το καλοσκέφτηκε και παρατήρησε ότι ο λαγός είναι φοβιτσιάρης. Έτσι, το επόμενο κιόλας πρωί, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει το λαγό και να αναζητήσει κάποιον άλλον για παρέα που δεν θα είναι τόσο φοβιτσιάρης. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν λύκο.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λύκος!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λύκος και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λύκος φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει καμία αρκούδα, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος παραξενεύτηκε γιατί θεωρούσε ότι ο λύκος θα ήταν ατρόμητος. Αντί αυτού όμως, κι αυτός φοβότανε. Έτσι, το άλλο πρωί ο σκύλος εγκατέλειψε και τον λύκο και συνέχισε να ψάχνει την κατάλληλη παρέα. Κάποια στιγμή συναντησε μια αρκούδα.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι αρκούδα!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, η αρκούδα και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι η αρκούδα φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας άνθρωπος, να έρθει και να μας σκοτώσει.

Κι η αρκούδα είναι φοβιτσιάρα σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι το άλλο πρωί, εγκατέλειψε και την αρκούδα συνεχίζοντας το ταξίδι του. Ώσπου κάποια στιγμή, συνάντησε μπροστά του τον άνθρωπο.

Άνθρωπε θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι, αμέ…γιατί όχι!

siberia

Κι άρχισαν να μένουν μαζί ο σκύλος με τον άνθρωπο. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Το πρώτο βράδυ, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά και τότε ο άνθρωπος σηκώθηκε, τον πλησίασε και του είπε…

Μπράβο σκύλε, έτσι να γαβγίζεις…δυνατά. Αν περνάει κανένας λύκος ή καμιά αρκούδα, θα φοβηθεί από το γάβγισμά σου και θα φύγει.

Ο άνθρωπος δεν φοβάται…σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι από τότε ζούνε αχώριστοι μαζί, κάτω από την ίδια στέγη!

 

Άκουσε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.