Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γεωργός και είχε ένα γάιδαρο. Τα χρόνια πέρασαν όμως και ο γάιδαρος γέρασε. Ο γεωργός δεν τον ήθελε πια. Τον πήρε λοιπόν μία μέρα και πήγε και τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί δίχως νερό και φαγητό για να ψοφήσει. Για καλή του τύχη, έτυχε να περνάει από εκεί ένας κυνηγός. Ο κυνηγός αυτός είχε μαζί του ένα σκύλο τον οποίο και ήθελε να ξεφορτωθεί. Βλέπετε ο σκύλος είχε κι αυτός γεράσει και δεν έβλεπε καλά. Ήταν τόσο γέρος που κάθε φορά που πήγαινε με το αφεντικό του για κυνήγι δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα λαγό! Ο σκύλος παραξενεύτηκε που είδε τον γάιδαρο εκεί. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:
Τι κάνεις καημένε γάιδαρε εδώ;
Δε βλέπεις πως γέρασα; Με έδεσε εδώ το αφεντικό μου για να ψοφήσω.
Και μένα μ’ έδιωξε ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πια τους λαγούς στο κυνήγι.
Ο γάιδαρος προβληματίστηκε… έδειξε να σκέφτεται πολύ… όταν μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό!
Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;
Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του γαϊδάρου. Ήθελε μία μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός.
Έρχομαι!
…απάντησε ο σκύλος και βοήθησε τον γάιδαρο να κόψει το σχοινί που ήταν δεμένος και φύγαν.
Έξω από ένα χωριό και καθώς περπατούσαν, συνάντησαν στο δρόμο τους μια γάτα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι και ήταν πολύ λυπημένη. Έκλαιγε και με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τη γάτα:
Γιατί κλαις συντέκνισσα;
Γιατί κλαίω; Δε βλέπεις πως γέρασα; Δε βλέπω να πιάσω ούτε ένα ποντικό και γι’ αυτό η κυρά μου με έδιωξε από το σπιτικό της.
Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;
Έρχομαι!
…απάντησε η γάτα και μπήκε στη συντροφιά των δύο ζώων.
Εκεί που περπατούσαν, κάποια στιγμή ο σκύλος κουράστηκε και είπε στο γάιδαρο:
Δε μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.
Ανέβα στη ράχη μου και θα σε κουβαλήσω εγώ.
…απάντησε ο γάιδαρος. Ο γάιδαρος ανέβασε στη ράχη του πρώτα το σκύλο και έπειτα ανέβασε τη γάτα και συνέχισαν καβάλα στο γάιδαρο το ταξίδι τους.
Περπάτησαν και περπάτησα, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Πάνω σε μια κολόνα καθόταν ένας πετεινός και λαλούσε. Φαινόταν ανήσυχος και λυπημένος. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τον πετεινό:
Τι έχεις καημένε πετεινέ και λαλείς έτσι;
Που να στα λέω. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου στο σπίτι και θα με σφάξει.
Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;
Έρχομαι!
…απάντησε ο πετεινός και πήδηξε κι αυτός πάνω στο γάιδαρο.
Η συντροφιά των ζώων είχε πια μεγαλώσει και τα τέσσερα ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, ανέβηκαν βουνά και περπάτησαν πεδιάδες, ώσπου κάποια στιγμή νύχτωσε και το σκοτάδι τους βρήκε μέσα σ’ ένα μεγάλο δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:
Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά, ώστε να περάσουμε το βράδυ μας εκεί.
Έτσι κι έγινε. Με τη βοήθεια των ζώων, η γάτα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και αφού κοίταξε καλά μέσα στο δάσος, είδε ένα φως. Εκεί βρισκόταν μία καλύβα και μέσα στην καλύβα καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Μόλις τα ζώα πλησίασαν την καλύβα, κοίταξαν μέσα από το παράθυρο. Ήταν η στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν ένα μεγάλο καζάνι με φαΐ από τη φωτιά. Του γαϊδάρου του ήρθε τότε μια ιδέα! Σκέφτηκε να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια για πάντα από το καλύβι.
Έβαλαν λοιπόν σιγά σιγά τα κεφάλια τους μέσα από το παράθυρο και, εκεί που δεν το περίμεναν οι κλέφτες, τα τέσσερα ζώα άρχισαν να φωνάζουν δυνατά! Ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει: γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος να γαβγίζει: γάου-γάου-γάου, η γάτα να νιαουρίζει: νιάου-νιάου-νιάου και ο πετεινός να λαλεί: κι-κι-ρί-κου! Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα ‘χασαν. Νόμισαν πως κακοί δαίμονες και ξωτικά τους είχαν ανακαλύψει και το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν όλοι εξαφανιστεί!
Ο γάιδαρος με την παρέα του δεν έχασαν χρόνο. Μπήκαν μέσα στο καλύβι, κάθισαν στο τραπέζι και έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι! Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε ολόκληρος στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, η γάτα κούρνιασε στο τζάκι και ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί που βρισκόταν μπροστά στο καλύβι.
Όταν νύχτωσε και ενώ οι ήρωες της ιστορίας μας κοιμήθηκαν του καλού καιρού, σε μία άκρη του δάσους ο αρχηγός των κλεφτών τους μάζεψε και τους είπε:
Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;
Εγώ!
…απάντησε ένας.
Άντε λοιπόν, γρήγορα, να πας να δεις.
Έτσι κι έγινε. Ο κλέφτης έτρεξε αμέσως προς την καλύβα, πλησίασε και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Κανένα από τα τρία ζώα δεν τον άκουσε. Μπήκε λοιπόν μέσα και κρατώντας στα χέρια του ένα λυχνάρι, άρχισε να ψάχνει για φωτιά. Κοίταξε δεξιά… κοίταξε αριστερά… και τι να δει; Κάτι γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Γυάλιζε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τη σπίθα της φωτιάς που σιγοκαίει.
Ακόμα να σβήσει η φωτιά…
…σκέφτηκε ο κλέφτης και πλησίασε να ανάψει τη λάμπα του. Αλλά αντί για φωτιά έπιασε… τα μάτια της γάτας! Μέσα στην τρομάρα της η γάτα ξύπνησε και τον άρπαξε από τα μούτρα! Πήγε να βγει έξω και πάτησε… τον σκύλο. Πετάχτηκε ο σκύλος και τον άρπαξε από τα ποδάρια! Βγήκε έξω και για κακή του τύχη έπεσε… πάνω στο γάιδαρο, ο οποίος τον άρχισε στις κλωτσιές! Ο πετεινός, που ξύπνησε κι αυτός, άρχισε να φωνάζει επάνω στο κλαρί κι-κι-ρί-κου πιάστε τον, κι-κι-ρί-κου πιάστε τον! Κι έτσι ο κλέφτης έφυγε άρον άρον τρομαγμένος και γύρισε πίσω στην υπόλοιπη συμμορία. Όταν γύρισε πίσω, οι κλέφτες τον ρώτησαν τι έκανε.
Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Πάω να δω στο τζάκι ν’ ανάψω φωτιά και μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια! Πάω να βγω έξω και μ’ αρπάζει μια άλλη απ’ τα ποδάρια! Βγαίνω έξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω! Άρχισαν τότε να φωνάζουν όλες μαζί δυνατά: «πιάστε τον, πιάστε τον»!
Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μη πατήσουν ποτέ ξανά στο καλύβι. Να φανταστείτε πως σταμάτησαν ακόμα και να κλέβουν! Όσο για την ιστορία των ζώων μας… μία μέρα κατάφεραν να φτάσουν στην πόλη και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί μουσικοί!
Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα και ο πετεινός, τρώγανε και πίνανε και μας δε μας δίνανε.
Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Γιατί κλαις συντέκνισσα;


…του είπε εκείνη που ήταν πιο κοντά του. Εκείνος καθώς ήταν άφοβος, κατέβηκε μεμιάς από το άλογό του, χωρίς όμως ποτέ να αφήνει το ντουφέκι απ’ το πλευρό του. Κι έτσι τον έβαλαν μπροστά οι νεράιδες κι άρχισαν το χορό. Εκείνος καθώς χόρευε παρατηρούσε μία – μία όλες τις κοπέλες. Έψαχνε να βρει την πιο όμορφη απ’ όλες και σαν την βρήκε και την ξεχώρισε από τις υπόλοιπες, πήρε το μαντήλι της και το έχωσε όλο μες την κάννη του όπλου του. Σαν τελείωσε κάποτε ο χορός όλες οι νεράιδες έφυγαν. Όλες εκτός από την πιο όμορφη, που δεν μπορούσε να φύγει μιας και δεν είχε το μαντήλι της. Έτσι, τι να έκανε; Ακολούθησε τον πραματευτή και πήγανε μαζί μέχρι τα Πολιτικά, το χωριό δηλαδή που βρισκόταν το σπίτι του.
Κάποτε, κάποιος είχε κατασκευάσει ένα ξύλινο άγαλμα του Θεού Ερμή και το πήγε στην αγορά για να το πουλήσει. Δεν υπήρχε όμως ενδιαφέρον από τον κόσμο κι έτσι ο αγαλματοπωλητής σκαρφίστηκε το εξής…άρχισε να φωνάζει ότι το άγαλμα είναι ένας Θεός που σε όποιον τον έχει, του φέρνει καλοτυχία και χρήματα. Τότε τον πλησίασε κάποιος περαστικός και του είπε:
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός πατέρας που είχε ένα κοριτσάκι και έμενε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος. Το κοριτσάκι ήταν όμορφο και έξυπνο και όσο μεγάλωνωνε τόσο πιο όμορφο γινότανε. Όταν το κορίτσι έγινε δεκαπέντε χρονών, ο πατέρας αρρώστησε βαριά. Έψαξαν και ρώτησαν όποιον γνώριζαν, ποιος ή τι θα μπορούσε να τον γιατρέψει. Έμαθαν ότι για να γίνει καλά, έπρεπε να πάρει φάρμακο από μια μάγισσα που κατοικούσε σε ένα μακρινό βουνό και ήξερε να κάνει πολλά και χρήσιμα πράγματα. Η μάγισσα αυτή έβοσκε μόνη τα πρόβατά της κι όποιος κατάφερνε να την συναντήσει δύσκολά γλύτωνε από τα μάγια. Το σπίτι της ήταν κρυμμένο μέσα στο δάσος. Το δάσος είχε πολλά μονοπάτια και διασταυρώσεις για να μπερδέυονται και να χάνονται οι άνθρώποι. Παρά όλους αυτούς τους κινδύνους, το κορίτσι αποφάσισε να πάει στο μακρινό βουνό να φέρει το φάρμακο. Ήξερε όμως πως για να φτάσει στην μάγισσα έπρεπε να έχει σιδερένια παπούτσια.
Κάποτε, τα κακά κυνήγησαν τα καλά επειδή, δήθεν, τα καλά ήταν αδύναμα. Αυτά, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, ανέβηκαν στον ουρανό. Εκεί, συνάντησαν τον Δία και τον ρώτησαν πώς μπορούνε να συνυπάρχουνε με τους ανθρώπους. Ο Δίας τους απάντησε ότι δεν πρέπει να πηγαίνουν όλα μαζί στους ανθρώπους, αλλά το καθένα χωριστά. Έτσι, ενώ τα κακά πηγαίνουν μαζεμένα στους ανθρώπους -μιας και είναι κοντά τους -, τα καλά πηγαίνουν πιο αργά και ένα-ένα καθώς κατεβαίνουν από τον ουρανό.
– Μύθος του Αισώπου –
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο βασιλιάδες που είχαν γειτονικά βασίλεια. Ο ένας είχε πλούσιο βασίλειο και πολλούς στρατιώτες. Είχενε κι έναν γιο που το όνομά του ήταν φημισμένο σε όλα τα βασίλεια για την καλοσύνη, την ανδρεία και για πολλά ακόμα χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε μικρότερο βασίλειο, λίγες δυνάμεις και τρεις θυγατέρες.
ανέβηκε μαζί με τον Θοδωρή στο άλογο και μαζί με την συνοδεία φτάσανε στον τόπο της μονομαχίας. Εκεί περίμεναν παραταγμένοι ο άλλος βασιλιάς με τον γιο του και την ακολουθία του. Όλοι πήραν ορισμένη θέση και οι δυο νέοι χαιρετίστηκαν στον χώρο. Κάποια στιγμή δόθηκε το σύνθημα κι άρχισαν την μονομαχία. Και τα δυο βασιλόπουλα ήταν γενναία και πολύ γυμνασμένα και έτσι πότε υπερτερούσε ο ένας και πότε ο άλλος. Όλοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ο Θοδωρής ήταν πιο επιθετικός, γιατί πλάι του, μπροστά του και γύρω του έτρεχε το σκυλάκι και τον ενθάρρυνε. Κάποια στιγμή η Θοδώρα πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, όσο μπορούσε πιο ελαφρά. Το αίμα άρχισε να τρέχει και να ποτίζει τα ιδρωμένα ρούχα του. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά σύντομα λύγισε κι έπεσε κάτω. Πέταξε η Θοδώρα το σπαθί της κι έτρεξε κοντά του. Του μίλησε με λόγια ενθαρρυντικά και περιποιήθηκε την πληγή του. Ωστόσο η μάχη είχε κριθεί.
Ο ήλιος συμφώνησε και τότε ψάξανε να βρούνε έναν άνθρωπο. Σε έναν έρημο κάμπο, έτυχε να περνάει κάποιος περπατώντας ολομόναχος. Τότε, άρχισε ο άνεμος να φυσάει δυνατά προσπαθώντας να τον γδύσει. Μα ο άνθρωπος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και καμπούριασε για να προφυλαχτεί. Ο άνεμος φύσηξε πιο δυνατά κι ο άνθρωπος κούμπωσε περισσότερο το πανωφόρι του. Ο άνεμος φύσηξε ακόμα πιο δυνατά κι ο άνθρωπος έβγαλε μια κουβέρτα από το σακί που κουβαλούσε και τυλίχτηκε με αυτήν για να προστατευτεί από τον άνεμο. Όσο περισσότερο και πιο δυνατά φυσούσε ο άνεμος, τόσο πιο πολύ έσφιγγε την κουβέρτα πάνω του ο άνθρωπος, μέχρι που ο άνεμος βαρέθηκε να προσπαθεί και σταμάτησε. Γύρισε στον ήλιο και του είπε:
Ο ήλιος πρόβαλε στον ουρανό στέλνοντας τις πρώτες ακτίνες του στον κάμπο. Ο άνθρωπος μόλις τον είδε, έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε μέσα στο σακί του συνεχίζοντας τον δρόμο του. Στη συνέχεια, ο ήλιος δυνάμωσε την λάμψη του κι ο άνθρωπος ξεκούμπωσε το ρούχο του. Δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την λάμψη του κι ο άνθρωπος άρχισε να ζεσταίνεται και να ιδρώνει κι έτσι έβγαλε το πανωφόρι του. Κι όσο δυνάμωνε την λάμψη του ο ήλιος, ο άνθρωπος έβγαζε κι από ένα ρούχο μέχρι που στο τέλος έμεινε γυμνός ψάχνοντας να βρει ένα δέντρο για να καθίσει στην σκιά του. Μιας και δεν βρήκε όμως, πήγε και έπεσε στο ποτάμι που υπήρχε εκεί δίπλα κι έμεινε στο νερό μέχρι που ο ήλιος λιγόστεψε την λάμψη του.
Ζούσε μια φορά σε ένα λιβάδι ένας γάιδαρος παχύς και καλοθρεμμένος. Εκεί που έβοσκε μια μέρα τον είδε μια αλεπού και τον ορέχτηκε τόσο πολύ που όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτόταν πώς θα γίνει να τον φάει. Πονηρή καθώς ήταν δεν άργησε να βρει μια λύση και πάει το λοιπόν γρήγορα-γρήγορα στο λύκο: