Ελληνικά παραμύθια

Ο ψεύτης και ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

Πηγή: «Παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα από τις εκδόσεις «Κέδρος». Το παραμύθι καταγράφηκε από τον κύριο Ευαγγέλου Ηλία.

Στα παλιά χρόνια ζούσε στον κάμπο ένας γεωργός, που αγαπούσε πολύ τη γη του και την περιποιόταν λες και ήταν μοναχοπαίδι του. Κάθε πρωί λοιπόν έπαιρνε το γάιδαρο του, τον φόρτωνε με το αλέτρι, τα λουριά και τα υνιά, έβαζε κι ένα ντορβά με το κολατσιό του και πήγαινε στο χωράφι του για να δουλέψει. Εκεί όργωνε όλη μέρα και όταν σουρούπωνε, φόρτωνε πάλι το γάιδαρο του και επέστρεφε στο χωριό.

Μια μέρα που εκεί που ετοιμάζονταν να επιστρέψουν γυρνάει ο γάιδαρος και λέει στον γεωργό.

Βρε αφεντικό γιατί με φορτώνεις πρωί και βράδυ και με παιδεύεις; Και δεν παιδεύεις μόνο εμένα αλλά κι εσένα σου βγαίνει η πίστη να με φορτώνεις και να με ξεφορτώνεις.

Τι να κάνω βρε γαϊδαράκο μου! Το χωράφι χρειάζεται φροντίδα. Αν δεν το φροντίσουμε εγώ κι εσύ ποιος θα το κάνει;

Είπα εγώ να μην το φροντίσουμε; Άλλο λέω εγώ. Αντί να κουβαλάς πέρα δώθε όλα αυτά τα μαραφέτια, να τα αφήνεις στο χωράφι και να με καβαλάς. Κι εσύ κι εγώ κερδισμένοι θα βγούμε.

Σαν τ’ άκουγε αυτά ο γεωργός έξυνε το κούτελο του. Ξαφνικά λέει:

Σαν καλά να το σκέφτηκες γάιδαρε μου. Μα εμένα άλλο με προβληματίζει. Αν μου κλέψουν τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πώς θα οργώνω εγώ μετά;

Άντε καλέ αφεντικό, που να βρεθούν τώρα κλέφτες … πάει ξεπαστρεύτηκαν αυτοί.

Ο γεωργός το σκεφτόταν όλη νύχτα και αποφάσισε ότι η πρόταση του γαιδάρου του ήταν σωστή και λογική. Έτσι το απόβραδο, σαν έφτασε η ώρα να επιστρέψουν στο χωριό, άφησε σε μια άκρη του χωραφιού τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πήδησε στη ράχη του ζώου του και γύρισαν και οι δύο πιο ξεκούραστα στο χωριό.

Πέρασαν δύο μέρες κι όλα πήγαιναν ρολόι. Την τρίτη μέρα όμως πάει ο γεωργός στο χωράφι, μα τί να δει! Άφαντα τα λουριά, οπότε δε μπορούσε να ζέψει το γάιδαρο του στο αλέτρι.

Απαπαπαπα! Κακό που έπαθα…

…είπε ο γεωργός που τώρα άρχισε να τα βάζει με το γάιδαρο του.

Μην σκας αφεντικό, εγώ θα σε ξεκαμπίσω. Ξέρω τον κλέφτη.

…είπε ο γάιδαρος και μετά του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Ο γεωργός κάθισε τότε στην σκιά ενός δέντρου να ξαποστάσει δήθεν, κι ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει σαν βουρλισμένος. Ανήσυχος τάχα ο γεωργός σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να χουγιάζει.

Βρε κακό που με βρήκε!!! Χάνω το γάιδαρο μου. Βρε κακό που με βρήκε!…

Αφού ο γάιδαρος ξεσήκωσε όλο το χωριό με τις αγριοφωνάρες του και τις ζουρλαμάρες του, πέφτει χάμω σα να ήταν ψόφιος.

Πάει ο γάιδαρος, μου έμεινε μόνο το σαμάρι.

…θρηνούσε απαρηγόρητος και τράβαγε τα μαλλιά του ο γεωργός. Τον παρατάει λοιπόν εκεί και τρέχει στο χωριό να ζητήσει βοήθεια.

Σε λίγη ώρα, να σου και φαίνονται ένα τσούρμο από αλεπούδες στην άκρη της ρεματιάς.

Ψόφησε ο γάιδαρος;

Ρώτησε η πιο μεγάλη που δεν έβλεπε καλά.

Ουουου! Τώρα… να ήταν κι άλλος!

…είπε η πιο μικρή που ήταν μπροστά μπροστά. Αμέσως δόθηκε το σύνθημα.

Άιντε τι κάθεστε! Πάμε να τον φάμε.

Μαζεύτηκαν όλες οι αλεπούδες ολόγυρα από το γάιδαρο και άρχισαν να τον τραβολογάν. Η μια τον άρπαξε από το ένα ποδάρι, η άλλη από την ουρά και η τρίτη, η πιο μικρή τον τράβαγε από τα αυτιά. Ο γάιδαρος ούτε που κουνιόταν.

Μωρέ καλοταϊσμένο που τον έχει ο γεωργός και είναι τόσο βαρύς!

Αναστέναξε η πιο μεγάλη.

Ας κάτσουμε να τον φάμε εδώ.

…είπε η πιο μικρή που πεινούσε πολύ. Η πιο λογική από τις αλεπούδες της απάντησε τότε:

Και τι θα κάνουμε αν μας προλάβουν ο γεωργός και οι χωριανοί; Τι λες καλέ;

Ε! τότε μια λύση υπάρχει! Να τον τραβήξουμε κατά τη φωλιά μας, στη ρεματιά, και να τον φάμε με την ησυχία μας.

…είπε η μεγάλη που ήταν και αρχηγίνα τους. Τότε η πιο μικρή θυμήθηκε τα λουριά που ‘χανε κλέψει τις προάλλες -γιατί, αν δεν το καταλάβατε, οι αλεπούδες ήταν οι κλέφτρες.

Τρέχα και φέρτα.

…πρόσταξε η αρχηγίνα. Τρέχει η αλεπουδίτσα και φέρνει τα λουριά. Τα παίρνουν οι αλεπούδες, δένονται αυτές από τη μια μεριά, δένουν και το γάιδαρο από την άλλη και αρχίζουν να τον σέρνουν. Τότε ο πονηρός ο γάιδαρος που έκανε τον ψόφιο κοριό, πετάγεται επάνω, βγάζει ένα δυνατό γκάρισμα και το βάζει στα πόδια. Έτσι όμως όπως τον είχαν δέσει οι αλεπούδες με τα σκοινιά και ήταν κι αυτές δεμένες από την άλλη άκρη, ήταν πια του χεριού του. Τις έσυρε ως το χωριό και τις παρέδωσε στο αφεντικό του.

μια του κλέφτηΟρίστε αφεντικό, οι κλέφτρες. Πάρτες και δως τες να καταλάβουν πως ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

…είπε ο γάιδαρος και τράβηξε ευχαριστημένος για το παχνί του.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Πώς σκορπίσανε τα ψέματα

Κάποτε, πολύ παλιά, τα ψέματα ήταν όλα μαζεμένα σε μια περιοχή στα Καλάβρυτα, στο Σοποτό.

Ήταν όλα κλεισμένα σ’ ένα βαθύ λάκκο.

Μια φορά όμως, ανέβηκαν κάποιοι κάτοικοι του Σοποτού σε μια κορυφή κι άλλοι κάμποσοι ανέβηκαν στην άλλη κορυφή κι αρχίσανε και λέγανε πολλά ψέματα μεταξύ τους.

Τότε, φύσηξε ένας δυνατός αέρας που πήρε τα ψέματα και τα σκόρπισε σε όλον τον κόσμο!

Τα Καλάβρυτα Ν. Αχαϊας

Τα Καλάβρυτα Ν. Αχαϊας

Πηγή: «Το τεσσεροφύλλι» από τις εκδόσεις «Κέδρος» (Ελληνικές λαϊκές παραδόσεις διαλεγμένες από τη Ζωή Βαλάση και ζωγραφισμένες από τη Λεμονιά Αμαραντίδου)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο γεωπόνος, η γαϊδούρα και το βόδι

Μύθος του Αισώπου!

Ένας γεωπόνος είχε ένα μικρό χωράφι και μια μέρα θέλοντας να τελειώνει πιο γρήγορα, μαζί με το βόδι έζεψε και τη γαϊδούρα του για να το οργώσουν. Ζορίστηκαν τα ζώα, περισσότερο από άλλες φορές, αν και για την γαϊδούρα ήταν η πρώτη της. Αφού τελείωσαν, γύρισε και είπε στο βόδι.

Τώρα ποιος θα κουβαλήσει τα σύνεργα του γεωπόνου πίσω στο σπίτι;

Και το βόδι της απάντησε…γεωπόνος, γάιδαρος, βόδι

Αυτός που τα κουβαλάει πάντα…δηλαδή εσύ!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γεωργός και σκύλοι

Μύθος του Αισώπου!

Γεωργός και σκύλοιΈνας γεωργός, έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο αγρόκτημά του. Εκεί που δούλευε, τον έπιασε ξαφνική μπόρα και κλείστηκε στο καλύβι που είχε εκεί πέρα. Μα ο καιρός χειροτέρεψε και δεν μπορούσε να φύγει να γυρίσει στο σπίτι του, ούτε καν για να αναζητήσει τροφή. Έτσι αναγκάστηκε να σφάξει τα πρόβατα που είχε για να τραφεί. Πέρασαν οι μέρες κι ο καιρός δεν έλεγε να καλυτερέψει. Αντίθετα χειροτέρεψε κι ο γεωργός αναγκάστηκε να σφάξει και τα κατσίκια. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε κι ο γεωργός αδυνατώντας να φύγει έσφαξε και το βόδι που είχε εκεί για να τον βοηθάει στο όργωμα του χωραφιού.

Τα σκυλιά βλέποντας όλα αυτά που έγιναν, είπαν μεταξύ τους:

Αν δεν σταματήσει η βροχή θα πρέπει να φύγουμε όπως και να έχει, γιατί αν το αφεντικό μας δεν λυπήθηκε το βόδι που τον βοηθάει με τόσο κόπο, εμάς γιατί να μας λυπηθεί;

Η διήγηση αυτή μας δείχνει ότι πρέπει να προσέχουμε από τους ανθρώπους που δεν διστάζουν να βλάψουν τους δικούς τους ανθρώπους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Γάτα και Αφροδίτη

Μύθος του Αισώπου!

Έργο του Arthur Rackham (1867-1939) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γάτα και Αφροδίτη"

Έργο του Arthur Rackham (1867-1939) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γάτα και Αφροδίτη»

Μια γάτα ερωτεύτηκε κάποτε έναν νέο και όμορφο άνδρα. Μη ξέροντας τί να κάνει, προσευχήθηκε στη Θεά Αφροδίτη και της ζήτησε να την μεταμορφώσει σε γυναίκα για να μπορεί να είναι μαζί του. Η Θεά Αφροδίτη την λυπήθηκε και τελικά την μεταμόρφωσε σε μια όμορφη κοπέλα. Δεν άργησε η στιγμή που οι δύο νέοι συναντήθηκαν, γνωρίστηκαν και αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Πήγαν λοιπόν στο σπίτι του άνδρα.

Η Θεά Αφροδίτη, θέλησε να δοκιμάσει την γάτα. Θέλησε να δει αν αλλάζοντας το σώμα της, άλλαξε και η συμπεριφορά της. Έτσι, εκεί που κάθονταν νέος και νέα στο δωμάτιο του σπιτιού, η Αφροδίτη έριξε ένα ποντίκι στην μέση του δωματίου. Η νέα μόλις είδε το ποντίκι, ξέχασε τα πάντα -ότι δηλαδή πλέον είναι άνθρωπος κι ότι έχει αλλάξει η ζωή της – και άρχισε να κυνηγάει το ποντίκι με σκοπό να το πιάσει και να το φάει.

Η Αφροδίτη εξοργίστηκε με την συμπεριφορά αυτή και την έκανε και πάλι γάτα.

Έτσι και οι άνθρωποι. Αυτός που είναι κακός, ό,τι κι αν αλλάξει επάνω του, πάλι κακός θα παραμείνει! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο κεραμοποιός, ο γάιδαρος κι ο γαϊδουρολάτης

Μύθος του Αισώπου!

Ένας κεραμοποιός είχε το εργαστήριό του μέσα στην αγορά. Είχε λατρεία με τα πουλιά και γι’ αυτό τα περισσότερα έργα του ήταν πήλινα πουλιά. Μια μέρα έτυχε να περνάει από τον δρόμο εκείνο, ένα γαϊδούρι με τον γαϊδουρολάτη του. Ο γαϊδουρολάτης είχε πιάσει κουβέντα με κάποιον κι έχασε τον έλεγχο του γαϊδουριού του, το οποίο έσκυψε το κεφάλι του μέσα από την πόρτα του εργαστηρίου και με μία άχαρη κίνηση έριξε τον πάγκο με τα πήλινα εκθέματα, σπάζοντάς τα. γάιδαρος

Ο κεραμοποιός, οδήγησε τον γαϊδουρολάτη στα δικαστήρια για να βρει το δίκιο του. Την ημέρα της δίκης, περιμένοντας να εκδικαστεί η υπόθεση, διάφοροι περαστικοί που γνώριζαν τον γαϊδουρολάτη, τον ρωτούσαν για ποιό λόγο δικάζεται κι εκείνος απαντούσε:

Για σκύψιμο γαϊδάρου!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Βοσκός (και το χαμένο μοσχάρι)

Μύθος του Αισώπου!

ο βοσκόςΚάποτε, ένας βοσκός είχε βγάλει το κοπάδι με τους ταύρους στην εξοχή. Μετά από ώρα, συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί ένα μοσχάρι. Άρχισε να ψάχνει από εδώ, έπειτα από εκεί, μα πουθενά δεν μπορούσε να βρει το ζωντανό. Τότε, έτρεξε και προσευχήθηκε στον Δία, κάνοντάς του τάμα να θυσιάσει ένα κατσίκι σε περίπτωση που βρει τον κλέφτη. Στη συνέχεια, έφυγε και πάλι για να ψάξει το μοσχάρι μέχρι που βρέθηκε σε ένα δάσος. Κάτι μουγκανητά άκουσε πίσω από κάτι θάμνους κι έτρεξε προς τα εκεί. Ήταν όντως το μοσχάρι του, αλλά βρισκότανε στα δόντια ενός άγριου λιονταριού το οποίο κοίταξε τον βοσκό με την διαπεραστική του ματιά. Τότε ο βοσκός ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε στον Δία:

Αφέντη Δία, πριν ώρα που προσευχόμουνα σε εσένα, υποσχέθηκα να σου προσφέρω θυσία ένα κατσίκι αν με βοηθήσεις να βρω τον κλέφτη που πήρε το μοσχάρι μου. Τώρα σου προσφέρω ένα μοσχάρι, αν με γλιτώσεις εμένα από τα δόντια του κλέφτη.

Πολλές φορές οι άνθρωποι παρακαλάμε απεγνωσμένα να βρούμε κάτι. Όταν τελικά το βρίσκουμε, ευχόμαστε να μην το είχαμε ζητήσει ποτέ.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Βόδια και κάρο

Μύθος του Αισώπου!

Έργο του Fulvio Bianconi το 1946, εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Βόδια και κάρο"

Έργο του Fulvio Bianconi το 1946, εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Βόδια και κάρο»

Ένα ζευγάρι βόδια, έσερναν κάποτε ένα κάρο. Ο άξονας που έδενε το κάρο με τα βόδια, έτριζε συνέχεια, οπότε κάποια στιγμή, τα βόδια γύρισαν και του είπαν:

Εμείς τραβάμε όλο το ζόρι και το φορτίο…εσύ τί παραπονιέσαι;

Με την διήγηση αυτή, μας δείχνει ότι και κάποιοι άνθρωποι, ενώ άλλοι κουράζονται, άλλοι προσποιούνται ότι κουράζονται.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά

Μύθος του Αισώπου!

Χαρακτικό του Randolph Caldecott (1846-86) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά"

Χαρακτικό του Randolph Caldecott (1846-86) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά»

Οι βάτραχοι ήταν στεναχωρημένοι πολύ γιατί δεν είχαν κάποιον για βασιλιά. Έτσι, έστειλαν απεσταλμένους στον Δία και του ζήτησαν να ορίσει κάποιον. Ο Δίας, είδε την βλακεία τους και τους έριξε στη λίμνη ένα ξύλο. Στην αρχή φοβήθηκαν και κρύφτηκαν στο βυθό της λίμνης. Με το πέρασμα του χρόνου όμως και βλέποντας ότι το ξύλο έμενε ακίνητο, άρχισαν να ξεθαρρεύουν μέχρι που του πήραν τον αέρα, ώσπου στο τέλος ανέβηκαν και επάνω του. Δεν τους άρεσε όμως γιατί το ξύλο ήταν πολύ νωθρό, έτσι στείλανε και πάλι απεσταλμένους στον Δία ζητώντας να τους αλλάξει τον βασιλιά. Ο Δίας ενοχλημένος τους έστειλε ένα χέλι. Μα ούτε με το χέλι έμειναν ευχαριστημένοι γιατί το θεώρησαν ανόητο κι έτσι πήγαν για τρίτη φορά στον Δία. Ο Δίας αγανακτισμένος τους έστειλε ένα νερόφιδο, το οποίο άρχισε να κυνηγάει, να πιάνει και να τρώει ένα-ένα τα βατράχια.

Τελικά, καμιά φορά, ίσως είναι προτιμότερο να έχεις για αρχηγό κάποιον αδρανή αλλά άκακο, παρά κάποιον δραστήριο και κακό.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Τυφλοπόντικας

Μύθος του Αισώπου!

Τυφλοπόντικας

Τυφλοπόντικας

Ένας μικρός τυφλοπόντικας γύρισε κάποτε και είπε στην μητέρα του ότι βλέπει. Αυτή, βγήκε από την φωλιά τους και μετά από λίγο επέστρεψε κρατώντας έναν κόκκο λιβανωτού¹ τον οποίο και του τον έδωσε ρωτώντας τον, τί είναι αυτό;

Ο μικρός τυφλοπόντικας απάντησε τότε:

Είναι ένα χαλίκι.

Κι η μητέρα του, του είπε:

Καλό μου, εσύ, όχι απλά δεν βλέπεις, αλλά έχεις πρόβλημα και με την όσφρηση!

¹Λιβανωτό: Ρητινώδης αρωματική ουσία (λιβάνι), η οποία χρησιμοποιείται ως θυμίαμα (Πηγή: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας – Γ. Μπαμπινιώτη).

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.