Posts Tagged With: Χριστούγεννα

Οι Παραμυθάδες στο Ζυγός

Το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου η Ομάδα Μελέτης, Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού «Οι Παραμυθάδες» βρέθηκαν στο Δημοτικό Διαμέρισμα του Ζυγός όπου, στο πλαίσιο των Χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων, παρουσίασαν στους μικρούς φίλους το παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι». Παρά το κρύο, η προσέλευση ήταν ικανοποιητική και το παραμύθι μας, κατάφερε να ζεστάνει τις καρδιές και τις ψυχές μας. Την ίδια στιγμή, το τρενάκι «ταξίδευε» τα παιδιά στους δρόμους του χωριού, ενώ λίγο αργότερα ο Αη Βασίλης έκανε την εμφάνισή του και δέχτηκε προσωπικά τα γράμματα των παιδιών προς αυτόν.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι καλικάντζαροι

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.

Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.

Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.

…είπε η μάνα!

– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.

– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.

– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.

– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.

Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.

Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.

Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:

Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.

– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.

– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.

Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.

– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.

– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.

– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!

Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:

Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!

Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:

Θέε μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.

Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.

Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.

Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!

– Τι έπαθες κόρη μου;

– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.

Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:

Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.

– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!

– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;

…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:

Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;

– Όχι δεν τα πήρε.

– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.

– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;

…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.

– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!

…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.

– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!

…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:

– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.

– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.

…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.

Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;

Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το Πνεύμα των Χριστουγέννων

Το Φάντασμα του Μάρλεϋ επισκέπτεται τον Σκρουτζ

     Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ᾿ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρουτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δε ζέσταιναν αρκετά. Όχι πως έλειπαν του Σκρουτζ τα χρήματα για ν᾿ αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρουτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπομπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!»
«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ὁ Σκρουτζ.
«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αύριο το μεσημέρι» είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του.

     Αλλά ο Σκρουτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δε γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως, η απάντηση του Σκρουτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπομπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν᾿ ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρουτζ και Μάρλεϋ;» ρώτησε ο πρώτος.
«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϋ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρουτζ.
«Τα συλλυπητήριά μου», είπε ο δεύτερος.
«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;»

     Ο γερο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μια πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δύο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

     Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρουτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπομπ Κράτσιτ, ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δε θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρουτζ με δυσφορία. Ο Μπομπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρουτζ», τραύλισε ο καημένος ο Μπομπ.
«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρουτζ.
«Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!»

     Ο Μπομπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρει κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρουτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μία γειτονική ταβέρνα. Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϋ.

     Ο Σκρουτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ᾿ ένα απόκοσμο φως. Ο Σκρουτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να το εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϋ να τον κοιτάζει!… Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρουτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα. Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τη ρόμπα και τις παντόφλες του και κάθισε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ᾿ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία.

     Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρουτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζὰκ Μάρλεϋ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;»

     Το φάντασμα του Μάρλεϋ κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρουτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά:

«Τζάκ, πες μου, τι θέλεις;»
«Βλέπεις αυτές τις βαριές αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε τους κρίκος αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα ή πράξη της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρουτζ!»

     Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα. Θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!…»

     Και με τα λόγια αυτά, ο Μάρλεϋ ξανάφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρουτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος

     Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ. Νόμισε πως το ρολόι είχε σταματήσει. Θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δύο. Το ρολόι όμως εκείνη τη στιγμή χτύπησε μία ακριβώς. Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρουτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.

«Μη φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω»

     Πήρε τον Σκρουτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο. Ο Σκρουτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.

«Μα, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρουτζ.
«Ε, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.
«Θα μπορούσα να τον βρω με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.
«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.

     Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ᾿ αλογάκια τους. Ο Σκρουτζ τούς θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!

«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δε μας βλέπουν».

     Ο Σκρουτζ χάρηκε πολύ που ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι᾿ αυτόν. Σε λίγο, οι δύο ταξιδιώτες έφτασαν σ᾿ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ᾿ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, που σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.

Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλί Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσόνας Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρουτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθισε, τότε, σ᾿ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.

«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.

     Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρουτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν και πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.

«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!»
«Στο σπίτι, Φάννυ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρουτζ.
«Ναι, ζήτησα από τον πατέρα να σ᾿ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.
«Είναι πολύ γλυκιά, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα.
«Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!»
«Ναι…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρουτζ.

     Βγήκαν απ’ το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ᾿ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρουτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε:

«Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!»

     Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.

«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!… Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!…» φώναξε μ᾿ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.

     Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρουτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.

«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «να ετοιμάσουμε τη γιορτή!»

     Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρουτζ ν᾿ ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο, άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ. Σύντομα, η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πια αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευόμενων πριν πάνε στα κρεβάτια τους, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρουτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα, το Πνεύμα και ο Σκρουτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή που τους ετοίμασε.

«Και του κόστισε μόνο τρείς ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο που άξιζε τον κόπο!»
«Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!»

     Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.

«Τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι που σε τάραξε;»
«Όχι, τίποτα… Να, θα ήθελα μόνο να έχω πει κάτι στον κλητήρα μου».

     Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρουτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε, η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:

«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!»
«Μα, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρουτζ.
«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία που διάλεξες»

     Και με τα λόγια αυτά, η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρουτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις»

     Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρουτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.

«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γέρο-Σκρουτζ με φωνή σπασμένη.

     Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, που μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο, η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν᾿ απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρουτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος

     Όταν ξύπνησε ο Σκρουτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ᾿ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δει τι συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα έως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά – γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας, μ᾿ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!»

     Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ᾿ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρουτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα από το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου»
«Τότε, πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

     Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν. Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπὸμπ Κράτσιτ, και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δύο αγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τι καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό.

     Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τιμ. Τον απόθεσε προσεκτικά, στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι. Κάθισαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δύο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τιμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρουτζ, «ο μικρός Τιμ θα… ζήσει ακόμη για πολύ;»
«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τι σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;»

     Ο Σκρουτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος. Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του.

«Ο θείος Σκρούτζ μας θεωρεί τρελούς που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.
«Τι απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της.

     Αλλά ο Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος:

«Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά που ο θείος έχασε μια ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ᾿ όλο που δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.

     Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρουτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρουτζ, που τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δει ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν.

«Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.

     Και οδήγησε τον Σκρουτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρουτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους που, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια που ζητιάνευαν φαγητό απ’ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα. Ο Σκρουτζ, τρομοκρατημένος απ’ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

     Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρουτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μια τεράστια μαύρη κάπα και μια κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρουτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«Θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν᾿ αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω»

     Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρουτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρουτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρουτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρουτζ στάθηκαν ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους.

«Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος.
«Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος.
«Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος.
«Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!»

     Ο Σκρουτζ ένιωσε οίκτο γι’ αυτόν που μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρουτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…»

     Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας. Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρουτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δύο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ᾿ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρουτζ.

«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα.
«Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.
«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε»

     Ο Σκρουτζ παρακολούθησε αηδιασμένος την κουβέντα τους.

«Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος»

     Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρουτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…»

     Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω, στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ.
«Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά»
«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι»

     Εκείνη τη στιγμή ο Μπὸμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε:

«Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση της υπομονής και της ευγένειάς του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!»
«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά.
«Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπὸμπ «πολύ ευτυχισμένος!»

     Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρουτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρουτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; Θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον»

     Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρουτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρουτζ.

     Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρουτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρουτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του.

Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρουτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομα του:

«ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ»
«Μα τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!»
«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»

     Πάνω στην αγωνία του ο Σκρουτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρουτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ᾿ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ᾿ όλη την πόλη.

Το Ευτυχισμένο Τέλος

     Ο Σκρουτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο.

«Τι μέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απέξω.
«Σήμερα;», απόρησε παραξενεμένο το παιδί. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!»
«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρουτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!»
«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πες του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά»

     Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, που κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.

«Θα τη στείλω στον Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρουτζ, «χωρίς να μάθει ποιος του τη δώρισε»

     Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρουτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρουτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα. Ο Σκρουτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρουτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ξανακούσει πιο ευχάριστα λόγια.

Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δύο κυρίους που την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;»

     Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρουτζ του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος.

«Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρουτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!»
«Μη με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρουτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου η ευχαρίστηση!»

     Στο τέλος, ο Σκρουτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.

«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι. Θα σας δείξω…»
«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρουτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι»

     Άνοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.

«Φρεντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;»
«Ποιος είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρουτζ γυρνώντας το κεφάλι του.
«Ο θείος σου, ο Σκρουτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι που με κάλεσες!»

     Ο Φρεντ και η γυναίκα του χάρηκαύθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ΄ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά που ένιωθε μέσα του ο Σκρουτζ.

Την επομένη, ο Σκρουτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, που ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπομπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν από τις δέκα. Κάθισε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρουτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.ν πολύ που τελικά ο Σκρουτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολο

«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρουτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τι σημαίνει πάλι αυτό;»
«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπομπ Κράτσιτ, «δεν πρόκειται να ξαναργήσω»
«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρουτζ.

     Ο Μπομπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.

«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρουτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου… αυξήσω το μισθό σου!»

     Κατάπληκτος ο Μπομπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρουτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια.
«Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένεια σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες»

     Ο Σκρουτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τιμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, που ο Σκρουτζ το φρόντιζε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί, βέβαια, τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρουτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά:

«Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!»

     Ο Σκρουτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens)
εκδόσεις άγκυρα
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το καλάθι με τα χρυσά φλουριά

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας γέρος, ο μπαρμπα-Σπύρος. Ήταν άνθρωπος θεοσεβούμενος και καλόκαρδος. Πάντα ήταν χαμογελαστός κι ευγενικός και τον αγαπούσαν όλοι στο χωριό.

Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στη βρύση με τα πλατάνια. Λίγο πιο πέρα ήταν το δάσος, όπου ο μπαρμπα-Σπύρος πήγαινε να κόψει ξύλα.

Ζούσε πολύ καιρό μόνος του. Παιδιά δεν είχε και η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Περνούσε την ώρα του σκαλίζοντας το ξύλο κι έφτιαχνε όμορφα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό έφτιαχνε ένα ξυλόγλυπτο εικονοστάσι για την εκκλησία.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγε στο βουνό για να βρει ξύλο από αγριαχλαδιά. Άργησε όμως να βρει το κομμάτι που ήθελε και έτσι νύχτωσε. Ξαφνικά μια φοβερή ομίχλη σκέπασε όλο το βουνό και ξέσπασε δυνατή μπόρα. Άρχισε να πηγαίνει προς το σπίτι του, φοβισμένος πως δε θα τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή είδε μέσα στο δάσος ένα μικρό φως. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και σε λίγο έφτασε έξω από ένα μικρό σπιτάκι. Πλησίασε το παράθυρο και είδε μέσα μια γριά να κάθεται κοντά στο τζάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και η γριά του άνοιξε. Ήταν μια ψηλή και λεπτή γυναίκα, ίσαμε ογδόντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι λυτά και έπεφταν πίσω στην πλάτη της.

Ο μπαρμπα-Σπύρος την καλησπέρισε και εκείνη τον έβαλε να καθίσει κοντά στο αναμμένο τζάκι και του πρόσφερε και λίγο τσάι για να ζεσταθεί.

Αφού συνήλθε από το κρύο ο μπαρμπα-Σπύρος τη ρώτησε από που είναι και γιατί μένει μόνη της μέσα στο δάσος κι εκείνη άρχισε να του λέει την ιστορία της:

– Με λένε κυρά-Καλή. Μένω εδώ μόνη μου γύρω στα πενήντα χρόνια. Δε με ξέρει κανένας και δε ξέρω κανέναν. Δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα μου σε περαστικό. Απόψε έκανα όμως μια εξαίρεση, γιατί χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου την χαμένη μου αδερφή, που μου είπε να δεχτώ τον ξένο που θα μου χτυπούσε την πόρτα απόψε.

– Είναι πολλά χρόνια που έχεις χάσει την αδερφή σου κυρά-Καλή;

ρώτησε ο μπαρμπα-Σπύρος κι εκείνη του απάντησε:

– Την χάσαμε πριν τριάντα χρόνια, τα Χριστούγεννα. Ο παππούς μου είχε βρει πριν λίγες μέρες μέσα σε μια σπηλιά στο απέναντι βουνό, την Τρύπα του Αράπη όπως την λένε, ένα παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.

Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχουν δυο μεγάλοι βράχοι, κολλητά ο ένας στον άλλον. Κάθε Χριστούγεννα οι δυο αυτοί βράχοι ανοίγουν για ένα λεπτό. Μέσα από το άνοιγμα τους ξεπροβάλλει ένα χέρι, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο, πότε με φαρμακερά φίδια και πότε με χρυσά φλουριά.

Αν βρεθεί κάποιος εκεί, μπορεί να πάρει το καλάθι, κι αν είναι τυχερός θα είναι γεμάτο με φλουριά, αλλιώς θα είναι αυτό με τα φίδια.

Αν δε βρεθεί κανείς εκεί, για να πάρει το καλάθι, το χέρι αποτραβιέται και οι βράχοι κλείνουν, για να ανοίξουν πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η αδερφή μου έφυγε κρυφά και πήγε στη σπηλιά, ήταν όμως δυστυχώς άτυχη. 

Ο μπαρμπα-Σπύρος σαν άκουσε αυτή την παράξενη ιστορία. το σκέφτηκε για λίγο και είπε στην κυρά-Καλή:

– Θέλεις να δοκιμάσουμε μαζί της τύχη μας;

– Φοβάμαι!Κι αν είμαστε άτυχοι;

του απάντησε εκείνη.

– Μη φοβάσαι. Να δεις που θα πάνε όλα καλά!Έχε λίγη πίστη. Την παραμονή των Χριστουγέννων θα με οδηγήσεις στην τρύπα του Αράπη.

Η γριά δέχτηκε. Έστρωσε στον μπαρμπα-Σπύρο να κοιμηθεί και όταν ξημέρωσε ο μπαρμπα-Σπύρος πήγε σπίτι του. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και έφτιαξε έναν μικρό σταυρό και τον έδεσε στο λαιμό του να τον φυλάει.

Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει ξεκίνησε για το σπίτι της κυρά-Καλής, ώστε να προλάβουν να φτάσουν στη σπηλιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνο το βράδυ στο βουνό. Ο αέρας δε φυσούσε πια με ορμή. Μόνο λίγο χιόνι έπεφτε απαλά και στόλιζε γύρω τα δέντρα.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφτασαν στη σπηλιά. Μπήκαν μέσα και πλησίασαν προσεκτικά τους δυο βράχους. Σταμάτησαν και τους κοίταζαν με ανησυχία. Η καρδιά τους από την αγωνία χτυπούσε πολύ γρήγορα κι όσο περνούσε η ώρα η αγωνία τους μεγάλωνε.

Ο μπαρμπα-Σπύρος στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα των βράχων και η κυρά-Καλή φώτιζε μπροστά του με το λαδοφάναρο.

Στις δώδεκα ακριβώς, οι δυο βράχοι άνοιξαν απότομα κι ένα χέρι φάνηκε να βγαίνει από το άνοιγμα, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι.

Ο μπαρμπα-Σπύρος σταυροκοπήθηκε βιαστικά και σήκωσε τα χέρια του να πιάσει το καλάθι. Όταν το πλησίασε κοντά του, μια λάμψη θάμπωσε τα μάτια του. Το καλάθι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!

Η κυρά-Καλή αγκάλιασε τον μπαρμπα-Σπύρο και οι δυο τους άρχισαν να κλαιν από συγκίνηση.

Το χέρι τραβήχτηκε προς τα μέσα και οι βράχοι έκλεισαν.

Οι δυο γέροι πήραν το καλάθι και γεμάτοι χαρά ξεκίνησαν για το σπίτι της κυρά-Καλής.

Από εκείνη την μέρα συνέχισαν να μένουν μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, βοηθώντας και όποιον είχε ανάγκη.

Πηγή: Τα ωραιότερα παραμύθια για τα Χριστούγεννα  και την  Πρωτοχρονιά

Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:

Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για δέρμα. Πω πω, τι θα κάνω;

Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και τράβηξε στεναχωρημένος για τον πάγκο του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα υπέροχο ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο μικρές και ταχτικές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.

Ακόμη αναρωτιόταν ποιος μπορεί να τα είχε φτιάξει, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα είχε πληρωθεί ποτέ του ο παπουτσής! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερο δέρμα και φαγητό για την οικογένεια του.

Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο δέρμα. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την προηγούμενη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.

Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:

– Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο μικρές ραφές;

Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν πατήσει ξανά στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι έκοψε περισσότερα κομμάτια.

Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και τέσσερα, γίνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε γνωστός σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.

Παράλληλα όμως τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που του έφτιαχνε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν αυτοί οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα γρήγορο τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και αμέσως μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες. Ύστερα τράβηξαν προς τον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες του μάστορα. Πριν ξημερώσει, τρία πανέμορφα ζευγάρια παπούτσια ήταν έτοιμα πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία τους, τακτοποίησαν και έφυγαν όπως ακριβώς είχαν έρθει.

Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του  παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έκοψε κι έραψε δυο ζευγάρια μπότες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα  με εδέσματα.  Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά τρύπωσαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. Έπειτα φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν τα κεράσματα κι εξαφανίστηκαν σαν αστραπή.

Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Είχαν καταλάβει πως ο παπουτσής και η γυναίκα του, τους είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.

Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο γνωστό πια, που είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο ταχτικές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν το πρόσεχε. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους είχαν βοηθήσει.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.