Μια φορά κι έναν καιρό βρέθηκε σε μια ερημική ακτή ένας ναυαγός. Τον ξέβρασε εκεί το κύμα και κουρασμένος όπως ήταν αποκοιμήθηκε. Μετά από ώρα, αφού ξύπνησε και είδε που βρίσκεται άρχισε να κατηγορεί και να θυμώνει με την θάλασσα, λέγοντάς της ότι δελεάζει τον κόσμο με την ομορφιά της, την γαλήνη της και την λαμπροσύνη της. Και όταν δεχτεί τους ανθρώπους στα καταγάλανα νερά της τότε αλλάζει όψη και αρχίζει να αγριεύει και να τους καταστρέφει. Ακούγοντας όλα αυτά η θάλασσα, στεναχωρημένη, εμφανίζεται μπροστά του με την μορφή όμορφης γυναίκας και του απαντάει:
Δεν πρέπει να κατηγορείς εμένα φίλε μου, γιατί κανονικά είμαι ήρεμη όπως είναι και η γη που πατάς. Οι άνεμοι φταίνε που ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση πέφτουν πάνω μου δημιουργώντας τεράστια κύματα με αποτέλεσμα να γίνομαι άγρια και επικίνδυνη…χωρίς όμως να το θέλω.
Έτσι κι εμείς λοιπόν, όταν κάποιος μας αδικήσει πρέπει να κατηγορήσουμε αυτόν που πραγματικά ευθύνεται και όχι κάποιον ο οποίος είναι υποταγμένος σε αυτόν που θέλει να μας αδικήσει.





Κάποτε, κάποιος είχε κατασκευάσει ένα ξύλινο άγαλμα του Θεού Ερμή και το πήγε στην αγορά για να το πουλήσει. Δεν υπήρχε όμως ενδιαφέρον από τον κόσμο κι έτσι ο αγαλματοπωλητής σκαρφίστηκε το εξής…άρχισε να φωνάζει ότι το άγαλμα είναι ένας Θεός που σε όποιον τον έχει, του φέρνει καλοτυχία και χρήματα. Τότε τον πλησίασε κάποιος περαστικός και του είπε:
Κάποτε, τα κακά κυνήγησαν τα καλά επειδή, δήθεν, τα καλά ήταν αδύναμα. Αυτά, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, ανέβηκαν στον ουρανό. Εκεί, συνάντησαν τον Δία και τον ρώτησαν πώς μπορούνε να συνυπάρχουνε με τους ανθρώπους. Ο Δίας τους απάντησε ότι δεν πρέπει να πηγαίνουν όλα μαζί στους ανθρώπους, αλλά το καθένα χωριστά. Έτσι, ενώ τα κακά πηγαίνουν μαζεμένα στους ανθρώπους -μιας και είναι κοντά τους -, τα καλά πηγαίνουν πιο αργά και ένα-ένα καθώς κατεβαίνουν από τον ουρανό.
– Μύθος του Αισώπου –
Ο ήλιος συμφώνησε και τότε ψάξανε να βρούνε έναν άνθρωπο. Σε έναν έρημο κάμπο, έτυχε να περνάει κάποιος περπατώντας ολομόναχος. Τότε, άρχισε ο άνεμος να φυσάει δυνατά προσπαθώντας να τον γδύσει. Μα ο άνθρωπος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και καμπούριασε για να προφυλαχτεί. Ο άνεμος φύσηξε πιο δυνατά κι ο άνθρωπος κούμπωσε περισσότερο το πανωφόρι του. Ο άνεμος φύσηξε ακόμα πιο δυνατά κι ο άνθρωπος έβγαλε μια κουβέρτα από το σακί που κουβαλούσε και τυλίχτηκε με αυτήν για να προστατευτεί από τον άνεμο. Όσο περισσότερο και πιο δυνατά φυσούσε ο άνεμος, τόσο πιο πολύ έσφιγγε την κουβέρτα πάνω του ο άνθρωπος, μέχρι που ο άνεμος βαρέθηκε να προσπαθεί και σταμάτησε. Γύρισε στον ήλιο και του είπε:
Ο ήλιος πρόβαλε στον ουρανό στέλνοντας τις πρώτες ακτίνες του στον κάμπο. Ο άνθρωπος μόλις τον είδε, έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε μέσα στο σακί του συνεχίζοντας τον δρόμο του. Στη συνέχεια, ο ήλιος δυνάμωσε την λάμψη του κι ο άνθρωπος ξεκούμπωσε το ρούχο του. Δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την λάμψη του κι ο άνθρωπος άρχισε να ζεσταίνεται και να ιδρώνει κι έτσι έβγαλε το πανωφόρι του. Κι όσο δυνάμωνε την λάμψη του ο ήλιος, ο άνθρωπος έβγαζε κι από ένα ρούχο μέχρι που στο τέλος έμεινε γυμνός ψάχνοντας να βρει ένα δέντρο για να καθίσει στην σκιά του. Μιας και δεν βρήκε όμως, πήγε και έπεσε στο ποτάμι που υπήρχε εκεί δίπλα κι έμεινε στο νερό μέχρι που ο ήλιος λιγόστεψε την λάμψη του.