Posts Tagged With: σκύλος

Το μουλάρι που μιλούσε

Μύθευμα από την Αμερική και συγκεκριμένα από τη Νότια Καρολίνα – (Πηγή: «Παραμύθια από την άγρια δύση» των εκδόσεων «Απόπειρα») –

Ένας αγρότης είχε μια φάρμα λίγο έξω από το χωριό του κάπου στη Νότια Καρολίνα. Είχε ένα μουλάρι που το φόρτωνε κι έκανε όλες τις δουλειές. Ο αγρότης όμως ήταν θρήσκος άνθρωπος και την Κυριακή δεν δούλευε. Έμενε με την οικογένειά του και τιμούσαν τον Θεό για τα αγαθά που τους πρόσφερε. Μια Κυριακή όμως χρειάστηκε να πάει σε μια κηδεία κι ο αγρότης ζήτησε από τον γιο του να πάει να σελώσει το μουλάρι.

Το μουλάρι με το που είδε τον γιο να πιάνει το σαμάρι, γύρισε και του είπε:

Τί, θα δουλέψω κυριακάτικα;

Ο γιος του αγρότη τρόμαξε μόλις άκουσε το μουλάρι να μιλάει, πέταξε το σαμάρι καταγής και έτρεξε στον πατέρα του.

Μπαμπά, δεν θα το πιστέψεις, αλλά το μουλάρι μου μίλησε!

Ο αγρότης θύμωσε με τον γιο του γιατί θεώρησε ότι βαριότανε να τον βοηθήσει και τον έστειλε στο δωμάτιο του. Έπειτα, πήγε ο ίδιος να σελώσει το μουλάρι το οποίο μόλις τον είδε του είπε:

Το φαγητό μου; Που είναι το φαγητό μου;

Ο αγρότης τα έχασε. Τρόμαξε και πέταξε κι αυτός το σαμάρι καταγής.

Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει…

είπε με τρεμάμενη φωνή κι ο σκύλος που βρισκότανε από πίσω του, του απάντησε…

Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!

Ο αγρότης τα έχασε και έτρεξε στην κουζίνα που βρισκότανε η γυναίκα του.

Γυναίκα, δεν θα το πιστέψεις αλλά πριν λίγο μου μίλησε το μουλάρι.

Τί; Μα πως είναι δυνατόν;

Κι όταν απόρησα λέγοντας «Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει», άκουσα τον σκύλο να μου λέει «Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!»

Αυτό είναι πρωτάκουστο!

Απάντησε η γυναίκα του μα τότε ακούστηκε η γάτα που καθότανε ήρεμη δίπλα στην πόρτα…

Μα καλά, γιατί είναι πρωτάκουστο; Πρωτή φορά ακούτε σκύλο να μιλάει;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γεωργός και σκύλοι

Μύθος του Αισώπου!

Γεωργός και σκύλοιΈνας γεωργός, έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο αγρόκτημά του. Εκεί που δούλευε, τον έπιασε ξαφνική μπόρα και κλείστηκε στο καλύβι που είχε εκεί πέρα. Μα ο καιρός χειροτέρεψε και δεν μπορούσε να φύγει να γυρίσει στο σπίτι του, ούτε καν για να αναζητήσει τροφή. Έτσι αναγκάστηκε να σφάξει τα πρόβατα που είχε για να τραφεί. Πέρασαν οι μέρες κι ο καιρός δεν έλεγε να καλυτερέψει. Αντίθετα χειροτέρεψε κι ο γεωργός αναγκάστηκε να σφάξει και τα κατσίκια. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε κι ο γεωργός αδυνατώντας να φύγει έσφαξε και το βόδι που είχε εκεί για να τον βοηθάει στο όργωμα του χωραφιού.

Τα σκυλιά βλέποντας όλα αυτά που έγιναν, είπαν μεταξύ τους:

Αν δεν σταματήσει η βροχή θα πρέπει να φύγουμε όπως και να έχει, γιατί αν το αφεντικό μας δεν λυπήθηκε το βόδι που τον βοηθάει με τόσο κόπο, εμάς γιατί να μας λυπηθεί;

Η διήγηση αυτή μας δείχνει ότι πρέπει να προσέχουμε από τους ανθρώπους που δεν διστάζουν να βλάψουν τους δικούς τους ανθρώπους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Γιατί η γάτα κοιμάται μέσα στο σπίτι;

Μια ιστορία από την Ιρλανδία, που λέγεται «Ο σκύλος και η γάτα», μας εξηγεί πώς οι γάτες κέρδισαν το δικαίωμα να κοιμούνται μέσα στα σπίτια.

Κάποτε, μας λέει το παραμύθι, ένας σκύλος και μια γάτα μάλωναν συνέχεια, επειδή η γάτα κοιμόταν το βράδυ δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι, ό,τι καιρό κι αν είχε. Ο αγρότης που τους είχε στο σπίτι του, επειδή είχε βαρεθεί τους καυγάδες τους και τη γκρίνια του σκύλου, τους είπε μια μέρα:

Λοιπόν, θα το ρυθμίσουμε αυτό το θέμα τώρα και για πάντα. Ανεβείτε και οι δύο στο κάρο.

Όταν ανέβηκαν και οι δύο, τους οδήγησε σε ένα μέρος, κάμποσα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, τους κατέβασε κάτω και τους είπε ότι όποιος από τους δύο έβρισκε πρώτος το σπίτι του και έμπαινε μέσα, αυτός θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι και ο άλλος θα κοιμόταν έξω και θα σταματούσε να παραπονιέται για πάντα. Συμφώνησαν και τα δύο ζώα και ο αγρότης έφυγε με το κάρο.

Ο σκύλος, που ήταν πιο μεγαλόσωμος από τη γάτα, άρχισε αμέσως να τρέχει στο δρόμο προς το σπίτι, κυνήγησε κι ένα λαγό που είδε κοντά σε ένα γεφυράκι, αλλά κουράστηκε και σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο. Αφού κοίταξε πίσω του και δεν είδε να έρχεται η γάτα, ξύθηκε και ξάπλωσε να πάρει ένα υπνάκο να ξεκουραστεί. Όταν ξύπνησε μετά από ώρα, η γάτα δε φαινόταν πουθενά. Ήταν όμως ακόμη αρκετά μακριά από το σπίτι του αγρότη και φοβούμενος ότι η γάτα μπορεί να τον είχε προσπεράσει, άρχισε και πάλι να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ήταν όμως μία πολύ ζεστή μέρα, πράγμα παράξενο για την Ιρλανδία, και είχαν αρχίσει να δημιουργούνται φουσκάλες από τον ιδρώτα, αριστερά και δεξιά στα χείλια του. Έφτανε σε ένα σταυροδρόμι, όταν τον είδε ένας άνθρωπος που, όταν είδε να έρχεται κατά πάνω του ένας μεγαλόσωμος σκύλος που έβγαζε αφρούς από το στόμα του, νόμισε ότι είναι λυσσασμένος, φοβήθηκε και άρχισε να τον χτυπάει με το μπαστούνι του. Ο σκύλος για να προστατευθεί, άρπαξε την άκρη του μπαστουνιού με τα δόντια του. Από τη μία ο άνθρωπος, που φοβόταν, τραβούσε το μπαστούνι και από την άλλη ο σκύλος που το είχε δαγκώσει, άρχισαν να γυρνούν γύρω γύρω και να σηκώνουν σκόνη στη μέση του δρόμου.

Η γάτα στο τζάκι

Η γάτα στο τζάκι – ζωγραφιά του Πέτρου

Καθώς μάλωναν, ο σκύλος πρόσεξε με την άκρη του ματιού του ένα κάρο που περνούσε από εκεί και είδε στο πίσω μέρος του να κάθεται η γάτα. Μέχρι όμως να ξεφύγει από τον καυγά και να τρέξει προς το σπίτι του αγρότη, η γάτα είχε προλάβει και είχε στρογγυλοκαθίσει μπροστά στην είσοδο και, από τότε, η γάτα τα βράδια κοιμάται δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι — και δε μπορεί ούτε να παραπονεθεί πια.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

music-gaidarosΜια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γεωργός και είχε ένα γάιδαρο. Τα χρόνια πέρασαν όμως και ο γάιδαρος γέρασε. Ο γεωργός δεν τον ήθελε πια. Τον πήρε λοιπόν μία μέρα και πήγε και τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί δίχως νερό και φαγητό για να ψοφήσει. Για καλή του τύχη, έτυχε να περνάει από εκεί ένας κυνηγός. Ο κυνηγός αυτός είχε μαζί του ένα σκύλο τον οποίο και ήθελε να ξεφορτωθεί. Βλέπετε ο σκύλος είχε κι αυτός γεράσει και δεν έβλεπε καλά. Ήταν τόσο γέρος που κάθε φορά που πήγαινε με το αφεντικό του για κυνήγι δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα λαγό! Ο σκύλος παραξενεύτηκε που είδε τον γάιδαρο εκεί. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Τι κάνεις καημένε γάιδαρε εδώ;

Δε βλέπεις πως γέρασα; Με έδεσε εδώ το αφεντικό μου για να ψοφήσω.

Και μένα μ’ έδιωξε ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πια τους λαγούς στο κυνήγι.music-skylos

Ο γάιδαρος προβληματίστηκε… έδειξε να σκέφτεται πολύ… όταν μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό!

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του γαϊδάρου. Ήθελε μία μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός.

Έρχομαι!

…απάντησε ο σκύλος και βοήθησε τον γάιδαρο να κόψει το σχοινί που ήταν δεμένος και φύγαν.

Έξω από ένα χωριό και καθώς περπατούσαν, συνάντησαν στο δρόμο τους μια γάτα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι και ήταν πολύ λυπημένη. Έκλαιγε και με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τη γάτα:

music-gataΓιατί κλαις συντέκνισσα;

Γιατί κλαίω; Δε βλέπεις πως γέρασα; Δε βλέπω να πιάσω ούτε ένα ποντικό και γι’ αυτό η κυρά μου με έδιωξε από το σπιτικό της.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε η γάτα και μπήκε στη συντροφιά των δύο ζώων.

Εκεί που περπατούσαν, κάποια στιγμή ο σκύλος κουράστηκε και είπε στο γάιδαρο:

Δε μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.

Ανέβα στη ράχη μου και θα σε κουβαλήσω εγώ.

…απάντησε ο γάιδαρος. Ο γάιδαρος ανέβασε στη ράχη του πρώτα το σκύλο και έπειτα ανέβασε τη γάτα και συνέχισαν καβάλα στο γάιδαρο το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησα, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Πάνω σε μια κολόνα καθόταν ένας πετεινός και λαλούσε. Φαινόταν ανήσυχος και λυπημένος. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τον πετεινό:

Τι έχεις καημένε πετεινέ και λαλείς έτσι;music-kokoras

Που να στα λέω. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου στο σπίτι και θα με σφάξει.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε ο πετεινός και πήδηξε κι αυτός πάνω στο γάιδαρο.

Η συντροφιά των ζώων είχε πια μεγαλώσει και τα τέσσερα ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, ανέβηκαν βουνά και περπάτησαν πεδιάδες, ώσπου κάποια στιγμή νύχτωσε και το σκοτάδι τους βρήκε μέσα σ’ ένα μεγάλο δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά, ώστε να περάσουμε το βράδυ μας εκεί.

Έτσι κι έγινε. Με τη βοήθεια των ζώων, η γάτα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και αφού κοίταξε καλά μέσα στο δάσος, είδε ένα φως. Εκεί βρισκόταν μία καλύβα και μέσα στην καλύβα καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Μόλις τα ζώα πλησίασαν την καλύβα, κοίταξαν μέσα από το παράθυρο. Ήταν η στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν ένα μεγάλο καζάνι με φαΐ από τη φωτιά. Του γαϊδάρου του ήρθε τότε μια ιδέα! Σκέφτηκε να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια για πάντα από το καλύβι.

Έβαλαν λοιπόν σιγά σιγά τα κεφάλια τους μέσα από το παράθυρο και, εκεί που δεν το περίμεναν οι κλέφτες, τα τέσσερα ζώα άρχισαν να φωνάζουν δυνατά! Ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει: γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος να γαβγίζει: γάου-γάου-γάου, η γάτα να νιαουρίζει: νιάου-νιάου-νιάου και ο πετεινός να λαλεί: κι-κι-ρί-κου! Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα ‘χασαν. Νόμισαν πως κακοί δαίμονες και ξωτικά τους είχαν ανακαλύψει και το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν όλοι εξαφανιστεί!

Ο γάιδαρος με την παρέα του δεν έχασαν χρόνο. Μπήκαν μέσα στο καλύβι, κάθισαν στο τραπέζι και έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι! Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε ολόκληρος στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, η γάτα κούρνιασε στο τζάκι και ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί που βρισκόταν μπροστά στο καλύβι.

Όταν νύχτωσε και ενώ οι ήρωες της ιστορίας μας κοιμήθηκαν του καλού καιρού, σε μία άκρη του δάσους ο αρχηγός των κλεφτών τους μάζεψε και τους είπε:

Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

Εγώ!

…απάντησε ένας.

Άντε λοιπόν, γρήγορα, να πας να δεις.

Έτσι κι έγινε. Ο κλέφτης έτρεξε αμέσως προς την καλύβα, πλησίασε και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Κανένα από τα τρία ζώα δεν τον άκουσε. Μπήκε λοιπόν μέσα και κρατώντας στα χέρια του ένα λυχνάρι, άρχισε να ψάχνει για φωτιά. Κοίταξε δεξιά… κοίταξε αριστερά… και τι να δει; Κάτι γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Γυάλιζε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τη σπίθα της φωτιάς που σιγοκαίει.

Ακόμα να σβήσει η φωτιά…

…σκέφτηκε ο κλέφτης και πλησίασε να ανάψει τη λάμπα του. Αλλά αντί για φωτιά έπιασε… τα μάτια της γάτας! Μέσα στην τρομάρα της η γάτα ξύπνησε και τον άρπαξε από τα μούτρα! Πήγε να βγει έξω και πάτησε… τον σκύλο. Πετάχτηκε ο σκύλος και τον άρπαξε από τα ποδάρια! Βγήκε έξω και για κακή του τύχη έπεσε… πάνω στο γάιδαρο, ο οποίος τον άρχισε στις κλωτσιές! Ο πετεινός, που ξύπνησε κι αυτός, άρχισε να φωνάζει επάνω στο κλαρί κι-κι-ρί-κου πιάστε τον, κι-κι-ρί-κου πιάστε τον! Κι έτσι ο κλέφτης έφυγε άρον άρον τρομαγμένος και γύρισε πίσω στην υπόλοιπη συμμορία. Όταν γύρισε πίσω, οι κλέφτες τον ρώτησαν τι έκανε.

Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Πάω να δω στο τζάκι ν’ ανάψω φωτιά και μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια! Πάω να βγω έξω και μ’ αρπάζει μια άλλη απ’ τα ποδάρια! Βγαίνω έξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω! Άρχισαν τότε να φωνάζουν όλες μαζί δυνατά: «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μη πατήσουν ποτέ ξανά στο καλύβι. Να φανταστείτε πως σταμάτησαν ακόμα και να κλέβουν! Όσο για την ιστορία των ζώων μας… μία μέρα κατάφεραν να φτάσουν στην πόλη και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί μουσικοί!

Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα και ο πετεινός, τρώγανε και πίνανε και μας δε μας δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το ψυχοπονιάρικο παιδί!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια νέα γυναίκα χήρα, χωρίς περιουσία. Είχε όμως ένα σπουδαίο αγοράκι. Αυτό την έκανε πολύ χαρούμενη και ευτυχισμένη. Το μεγάλωνε με όλα του τα καλά, χωρίς να του λείψει τίποτα. Ήτανε πολύ καλή μοδίστρα και όλες οι κυρίες της πόλης σε αυτήν ράβανε τα φορέματά τους. Ένα πρωί, το αγοράκι ξεκίνησε για το σχολείο όπως κάθε μέρα. Στο δρόμο, συνάντησε δυο μεγάλα αγόρια, που είχανε ένα δεμένο σκυλάκι και το τραβούσαν με τη βία.

Πού το πάτε έτσι τραβώντας το σκυλάκι;

ρώτησε το παιδί.

Να το πετάξουμε στη ρεματιά…

boy dogαποκρίθηκαν τα παιδιά.

Κρίμα είναι, τι σας έκανε;

Τίποτα. Μα δεν μπορούμε να το ταΐζουμε και εχθές έφαγε τις κότες της γειτόνισσας.

Δεν το λυπάστε;

Το λυπόμαστε, μα δεν έχουμε άλλη λύση.

Αν σας δώσω μια δραχμή που έχω, μου το δίνετε;

Σου το δίνουμε.

Τα δύο παιδιά πήρανε τη δραχμή και φύγανε. Το αγοράκι το μεσημέρι επέστρεψε στο σπίτι με το σκυλάκι. Το σκυλάκι τον ακολουθούσε χαρούμενο.

Τι το κουβάλησες εδώ το σκυλί; Καλά, καλά δεν έχουμε εμείς να φάμε, τώρα θέλεις να ταΐζουμε και το σκύλο;

είπε η μάνα του.

Καλή μου μανούλα, ας το κρατήσουμε. Θα το ταΐζω από το δικό μου φαΐ. Αν το διώξουμε θα πεθάνει από την πείνα…

είπε ικετευτετικά το αγόρι.

Τέλος πάντων! Κράτησέ το αλλά κοίταξε μη μου κουβαλήσεις τίποτα άλλο!

Εντάξει, σε ευχαριστώ πολύ…

…είπε το αγοράκι.

boy frogΤην άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο συνάντησε πάλι τα ίδια παιδιά. Τώρα εκείνα κρατούσαν ένα βατραχάκι και πηγαίνανε να το σκοτώσουν. Το αγοράκι που το λυπήθηκε, έδωσε άλλη μια δραχμή και το πήρε και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί το έβαλε σε μια μικρή στερνούλα με νερό. Όταν το βατραχάκι μεγάλωσε είπε στο αγοράκι.

Σε ευχαριστώ για όλα. Τώρα που μεγάλωσα θα σε παρακαλούσα να με πας πέρα στο βάλτο να βρούμε τη μάνα μου.

Γιατί, δε περνάς καλά εδώ που γίναμε και φίλοι;

Μου αρέσει, μα τα βατράχια δε ζούνε με τους ανθρώπους. Ζούνε μέσα στους βάλτους, στα ποτάμια και στις λίμνες. Αλλιώς πεθαίνουν από την στεναχώρια τους.

Όπως θέλεις, μα πώς θα γνωρίσουμε τη μάνα σου;

Πήγαινέ με εσύ και θα δεις.

Το απόγευμα, το αγοράκι πήρε το βατραχάκι και το πήγε στο βάλτο. Εκεί το βατραχάκι ανέβηκε σε μία πέτρα και άρχιζε να φωνάζει. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα καλάμια παρουσιάστηκε μια μεγάλη βατραχίνα.

Εσύ είσαι παιδάκι μου; Πού ήσουνα τόσο καιρό; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι κακό.

Εγώ είμαι μανούλα και τη ζωή μου τη χρωστάω στο φίλο μου που με έφερε εδώ. Είναι πολύ καλό παιδί και για να ξεπληρώσουμε το καλό που μου έκανε, δώσε του την σφυριχτρούλα που ξέρεις.

Η βατραχομάνα έβγαλε από την τσέπη της μια μικρή σφυρίχτρα και την έδωσε στο αγοράκι.

Για το καλό που έκανες στο παιδί μου σου τη χαρίζω. Να ξέρεις είναι μαγική. Όταν θέλεις κάτι, θα σφυράς σιγανά και θα λες από μέσα σου τρεις φορές αυτό που θέλεις και θα γίνεται αμέσως.

Η βατραχομάνα πήρε το παιδί της και εξαφανίστηκε. Το παιδάκι έφυγε για το σπίτι του και σε όλο το δρόμο συλλογιόταν.

Είναι δυνατό να έχει τόση δύναμη; Δεν το πιστεύω αλλά ας δοκιμάσω. Έβγαλε λοιπόν τη σφυρίχτρα, σφύριξε τρεις φορές σιγανά και είπε:

Θέλω ένα σκύλο, μεγάλο και…

Δεν πρόφτασε να τελειώσει και ένας όμορφος σγουρόμαλλος σκύλαρος βρισκότανε μπροστά του.

Τώρα μάλιστα!

Φώναξε ενθουσιασμένο το αγοράκι!

Με σένα και τη μαγική σφυρίχτρα μου δε φοβάμαι τίποτα. Πάμε να γνωρίσουμε τον κόσμο…

…είπε και ξεκίνησαν. Περπατούσαν μέρες ολόκληρες και δεν τους ένοιαζε. Όταν ήθελαν φαΐ ή μέρος να κοιμηθούν, η σφυρίχτρα έκανε το θαύμα της. Τελικά φτάσανε σε μια μεγάλη πολιτεία. Το αγοράκι αφού τα είδε όλα πήρε την απόφαση του. Γύρισε στο σπίτι του, πήρε την μητέρα του, την έφερε στην πολιτεία και εκεί άνοιξαν ένα μαγαζί που είχε από όλα. Βοηθούσε τους φτωχούς και ποτέ δεν τους έπαιρνε χρήματα. Το μαγαζί του με τη βοήθεια της σφυριχτρούλας του, πάντα ήταν γεμάτο. Έτσι ζήσανε όλοι καλά … κι εμείς καλύτερα…!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Γιατί ο σκύλος ζει με τον άνθρωπο!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σιβηρία…

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που οι πάγοι καταλάμβαναν ακόμα περισσότερο έκταση, ο σκύλος ζούσε μοναχός του. Με τα χρόνια να περνάνε, άρχισε να βαριέται και να έχει την ανάγκη για παρέα. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι ώστε να βρει άλλα ζωντανά και να ζήσει μαζί τους. Μετά από μέρες, συνάντησε ένα λαγό…

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λαγός!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λαγός και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λαγός φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας λύκος, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος το καλοσκέφτηκε και παρατήρησε ότι ο λαγός είναι φοβιτσιάρης. Έτσι, το επόμενο κιόλας πρωί, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει το λαγό και να αναζητήσει κάποιον άλλον για παρέα που δεν θα είναι τόσο φοβιτσιάρης. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν λύκο.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λύκος!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λύκος και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λύκος φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει καμία αρκούδα, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος παραξενεύτηκε γιατί θεωρούσε ότι ο λύκος θα ήταν ατρόμητος. Αντί αυτού όμως, κι αυτός φοβότανε. Έτσι, το άλλο πρωί ο σκύλος εγκατέλειψε και τον λύκο και συνέχισε να ψάχνει την κατάλληλη παρέα. Κάποια στιγμή συναντησε μια αρκούδα.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι αρκούδα!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, η αρκούδα και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι η αρκούδα φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας άνθρωπος, να έρθει και να μας σκοτώσει.

Κι η αρκούδα είναι φοβιτσιάρα σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι το άλλο πρωί, εγκατέλειψε και την αρκούδα συνεχίζοντας το ταξίδι του. Ώσπου κάποια στιγμή, συνάντησε μπροστά του τον άνθρωπο.

Άνθρωπε θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι, αμέ…γιατί όχι!

siberia

Κι άρχισαν να μένουν μαζί ο σκύλος με τον άνθρωπο. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Το πρώτο βράδυ, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά και τότε ο άνθρωπος σηκώθηκε, τον πλησίασε και του είπε…

Μπράβο σκύλε, έτσι να γαβγίζεις…δυνατά. Αν περνάει κανένας λύκος ή καμιά αρκούδα, θα φοβηθεί από το γάβγισμά σου και θα φύγει.

Ο άνθρωπος δεν φοβάται…σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι από τότε ζούνε αχώριστοι μαζί, κάτω από την ίδια στέγη!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Ο σκύλος και ο λύκος

Μύθος του Αισώπου –

Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.

Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

Γεια σου ξάδερφε!

…του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.

– Γεια σου!

…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

– Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;

…τον ρώτησε ο λύκος.

– Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω.

…αποκρίθηκε ο σκύλος. Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

– Ώστε τρως πολύ, ε;

…τον ρώτησε.

Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.

…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

Και τι τρως, αν επιτρέπεται;

– Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..

– Και κάθε πότε τρως;

– Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;

– Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου.

…απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι;

…ρώτησε ο λύκος.

Είναι ένα πέτσινο λουρί.

– Και γιατί το φοράς;

– Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.

– Την αλυσίδα;

…ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.

 

…είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το άλογο, το βόδι, ο σκύλος και ο άνθρωπος

Μύθος του Αισώπου – 

Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όρισε στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Σ’ όλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια. Σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά πλασμένα από το Δία και τότε θ’ αρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει. Αφού έπλασε όλα τα ζώα, ο Δίας στην συνέχεια έπλασε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το μυαλό.

– Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; 

…ρώτησε ο άνθρωπος.

– Σαράντα!

…του απαντάει ο Δίας.

Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη και όλα ήτανε όμορφα γύρω του. Τις νύχτες όμως έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα όπως τα άλλα ζώα για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών. Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το μυαλό που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.

Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος όμως είχε το σπίτι του κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε. Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου. Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του.

– Ποιος είναι;

Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος.

– Εγώ είμαι… το άλογο. Πάρε με μαζί σου άνθρωπε γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω.

…ακούστηκε μια φωνή από έξω!

– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω;

– Σου χαρίζω!

Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει. Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.

– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω!

…τον παρακάλεσε.

– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…είπε ο άνθρωπος.

– Μ’ όλη μου την καρδιά

…απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά. Το τρίτο βράδυ ήρθε κι ο σκύλος τουρτουρίζοντας.

– Πάρε με άνθρωπε στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω. 

– Εσύ για δουλειά δεν κάνεις. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου όταν θα λείπω. Φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…αποκρίθηκε ο άνθρωπος.

– Σου τα χαρίζω!

Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.

Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.

Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και στα τελευταία δέκα χρόνια που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό. Γι’ αυτό από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: