Οι Παραμυθάδες, συμμετείχαμε στην 3η Συνάντηση Παιδικών-Χορευτικών Τμημάτων που πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου στην Καβάλα από την Ομάδα Έκφρασης Πολιτισμού «Ιχνηλάτες».
Η Μαρία Χαριζάνη, μέλος της Ομάδας μας, αφηγήθηκε το παραμύθι από την Μακεδονία, «Ένας άλυτος γρίφος».
(Για να ακούσεις το παραμύθι, πάνε στο τέλος της σελίδας)
– Η φίλη μας Κρήτη Ισαακίδου πήρε το παραμύθι «Ρουμπελστίλτσχεν» και το διασκεύασε θέλοντας να μας δώσει μια ραδιοφωνική θεατρική απόδοση του παραμυθιού η οποία και θα αναρτηθεί σύντομα. Γα την ώρα, απολαύστε το κείμενο…
Αφηγητής: Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά-πολλά χρόνια, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας φτωχός μυλωνάς με την όμορφη κόρη του. Ο μυλωνάς ήταν καλός άνθρωπος μα ήταν λιγάκι καυχησιάρης! Όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν, όλο καυχιόταν και φούσκωνε σαν παγώνι γεμάτος περηφάνια!
Mυλωνάς: Φτιάχνω το καλύτερο αλεύρι στο βασίλειο! Έχω την πιο όμορφη και ικανή κόρη στον κόσμο! Ναι….ναι…σίγουρα σας λέω. Ο μύλος μου αλέθει πιο γρήγορα απ’ όλους τους μύλους της γης!
Αφηγητής: Μια μέρα έτυχε λοιπόν, να συναντήσει τον βασιλιά. Θέλοντας να τον εντυπωσιάσει και να παινέψει την κόρη του, φώναξε:
Μυλωνάς: Εεει βασιλιά! Η κόρη μου μπορεί να γνέσει το άχυρο σε χρυσό!
Βασιλιάς: Αυτό θα μου άρεσε πολύ! Λοιπόν μυλωνά, αν η κόρη σου είναι τόσο ικανή όπως λες, να την φέρεις αύριο στο παλάτι. Θα την βάλω να περάσει μια δοκιμασία κι αν μου λες αλήθεια θα σε ανταμείψω!
Αφηγητής: Έτσι κι έγινε! Την επόμενη μέρα ο μυλωνάς πήγε την κόρη του στο παλάτι. Ο βασιλιάς οδήγησε την κοπέλα σ’ ένα δωμάτιο που ήταν γεμάτο μ’ άχυρο! Της έδωσε έναν τροχό που γυρνούσε κι έναν κύλινδρο και της είπε:
Βασιλιάς: Ορίστε. Μια ανέμη και μία σβίγα! Ο πατέρας σου μου είπε ότι μπορείς να γνέθεις από άχυρο, χρυσό! Σε διατάζω λοιπόν να κάνεις το άχυρο, χρυσάφι! Αν δεν τα καταφέρεις μέχρι αύριο το πρωί, τότε θα πρέπει να πεθανείς και θα ήταν κρίμα! Βάλε τα δυνατά σου!
Αφηγητής: Αυτά είπε και την κλείδωσε στο δωμάτιο. Η καημένη η κοπέλα άρχισε να κλαίει γιατί φυσικά δεν ήξερε πως να κάνει το άχυρο, χρυσάφι!
Κορίτσι: Τι θα κάνω τώρα; Πως έμπλεξα έτσι;
Αφηγητής: Πέρασε αρκετή ώρα κι η κοπέλα έκλαιγε συνεχώς ωσπού ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος. Μαγικός θα έλεγα… και ΦΑΑΑΑΠ, παρουσιάστηκε μπροστά της ένα ξώτικο! Ένα κοντούλι ξωτικό με τεράστια πράσινα μάτια, κοντή μύτουλα, κόκκινα μαλλιά και ροζ αφτιά! Τα δάχτυλα των χεριών του ήταν κι αυτά κοντά! Μα τι παράξενος μικρούλης; Φορούσε περίεργα πράσινα ρούχα και τα παπούτσια του ήταν χρυσά, μυτερά κι αστεία! Πλήσιασε την κοπέλα και της είπε:
Ξωτικό: Άκουσα το κλάμα σου κι ήρθα ως εδώ. – Πες μου το πρόβλημά σου, λύση θα βρούμε στο λεπτό!
Κορίτσι: Ο βασιλιάς με διέταξε να κάνω το άχυρο, χρυσό αλλά εγώ δεν ξέρω πως γίνεται αυτό! Θα με σκοτώσει όταν καταλάβει πως ο πατέρας μου απλά καυχιόταν. Το άχυρο, χρυσάφι να γνέσω, δε μπορώ! Κανένας δε μπορεί να με βοηθήσει πια!
Ξωτικό: Εγώ μπορώ! Τι μου δίνεις να στο φτιάξω μ’ έναν τρόπο μαγικό; Μπλε διαμάντια ή ασήμι; Κάτι σε χρυσαφικό;
Κορίτσι: Σου δίνωω… Το κολιέ μου!
Ξωτικό: Δέχτηκα δωράκι φίνο και τη συμφωνία κλείνω!
Αφηγητής: Το ξωτικό πήρε το κολιέ, κάθησε μπροστά στην ανέμη και φρρρρρ….φρρρρρ….φρρρρ…. την τράβηξε 1, 2, 3 φορές ώσπου γέμισε το πρώτο κουβάρι στο λεπτό! Έφτιαξε δεύτερο και τρίτο κουβάρι κι έτσι συνέχισε ως το πρωί! Όταν ξημέρωσε η επόμενη μέρα έλαμπε όλο το δώματιο πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο που φώτιζε έξω γιατί όλο το άχυρο είχε πια γίνει χρυσό! Ξαφνικά άκουσαν τα βιαστικά βήματα του βασιλιά που δεν έβλεπε την ώρα να αποκτήσει κι άλλο χρυσάφι!
Ο βασιλιάς μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο και το ξωτικό αμέσως εξαφανίστηκε!
Βασιλιάς: Τα κατάφερες βλέπω! Μπράβο…μπράβο! Για να δούμε, τι άλλο μπορείς να κάνεις;
Αφηγητής: Είπε κι οδήγησε την κοπέλα σε ένα πολύ μεγαλύτερο δωμάτιο που ήταν κι αυτό γεμάτο μ’ άχυρο!
Βασιλιάς: Αν αγαπάς την ζωή σου, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις! Φεύγω τώρα! Ραντεβού στο ίδιο μέρος το πρωί! Μπουαχαχα… μήπως και να’ θελες που θα μπορούσες να πας;
Αφηγητής: Έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε κι έφυγε χαρούμενος! Η κοπέλα έμεινε μόνη κι απελπισμένη.
Κορίτσι: Αυτό το μαρτύριο δεν θα τελειώσει ποτέ! Τι θα κάνω πάλι; Μακάρι να ήταν εδώ το ξωτιιι….!
Αφηγητής: Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της κι ακούστηκε ο μαγικός ήχος….Φααπ και να το και το ξωτικο! Εμφανίστηκε αμέσως!
Ξωτικό: Άκουσα να με φωνάζουν! Χαχαχαχαχαχα. – Άραγε ποιος με καλεί; Λες να κλείσω συμφωνία; Αχ μ’ αρέσει αυτό πολύ!
Κορίτσι: Εγώ σε καλώ καλό μου ξωτικό! Χρειάζομαι πάλι τα μαγικά σου αλλιώς δεν γλιτώνω σίγουρα! Θα με βοηθήσεις;
Ξωτικό: Μόνο εγώ μπορώ να κάνω τη δουλειά σου στο λεπτό! Τι δωράκι θα μου δώσεις; Πέρλες; Λίρες; Παγωτό;
Κορίτσι: Να, αυτό το δαχτυλίδι που φοράω!
Ξωτικό: Μικρούλι το δωράκι σου, δουλειά όμως δεν αφήνω! – Το δαχτυλίδι δέχομαι, την συμφωνία κλείνω!
Αφηγητής: Έγνεθε το ξωτικό μ’ έναν τρόπο μαγικό. Γυρνούσε την ανέμη και φρρρ…φρρρ…φρρρ, γέμισε η αίθουσα χρυσάφι! Η νύχτα έδωσε την θέση της στη μέρα και να σου πάλι ο βασιλιάς με τα βιαστικά του βήματα! Καπ…καπ…καπ…! Τέντωσε τα αφτιά του το ξωτικό κι εξαφανίστηκε στη στιγμή!
Ο βασιλιάς ξεκλείδωσε μπήκε στο δωμάτιο και γούρλωσε τα μάτια του!
Βασιλιάς: Εντυπωσιακό! Όχι…όχι πρέπει να το παραδεχτώ. Μ’ έκανες πολύ χαρούμενο! Μπράβο!
Αφηγητής: Η απληστία του όμως όλο και μεγάλωνε και φαινόταν πως δεν έχει ικανοποιηθεί ακόμα! Oδήγησε ξανά την κοπέλα σε ένα άλλο δώματιο τεράστιο με άχυρο που έφτανε ως το ταβάνι και είπε:
Βασιλιάς: Μη φοβάσαι! Είναι η τελευταία δοκιμασία που περνάς! Αν όμως τα καταφέρεις και πάλι, θα σε παντρευτώ και θα γίνεις βασίλισσα!
Αφηγητής: Άφησε την κοπέλα μόνη ο βασιλιάς και σκέφτηκε: Δεν πειράζει που είναι κόρη μυλωνά! Θα την παντρευτώ! Άλλωστε είναι πανέμορφη και πιο πλούσια γυναίκα δεν πρόκειται ποτέ να βρω σ’ ολόκληρο το βασίλειο!
Το κορίτσι αναρωτιόταν, πως θα τα καταφέρει πάλι! Που να είναι άραγε το καλό μου ξωτικό;
Είπε κι αμέσως ήρθε ο πονηρός μικρούλης!
Ξωτικό: Η τρίτη και φαρμακερή φορά που με φωνάζεις! Θα έχεις λόγο σοβαρό! Πες μου τι διατάζεις;
Κορίτσι: Το άχυρο αν γνέσεις καλό μου ξωτικό, βασίλισσα θα γίνω και θα σου δώσω ότι ποθεί η καρδιά σου! Αλλά τώρα δεν μου έχει απομείνει τίποτα! Δεν έχω άλλο δαχτυλίδι, ούτε κολιέ!
Ξωτικό: Θα βρούμε κάτι! Συμφωνία σίγουρα θα γίνει! Βασίλισσα θα γίνεις κι υπόσχεση μου δίνεις! Θα περάσει ένας χρόνος. θα ξανάρθω να μου δώσεις, το πρωτότοκο παιδί σου, τη δουλειά μου να πληρώσεις!
Αφηγητής: Ποιος ξέρει τι θα συμβεί σ’ έναν χρόνο, σκέφτηκε το κορίτσι!
Κορίτσι: Δέχομαι τη συμφωνία!
Ξωτικό: Η συμφωνία έκλεισε. Θυμήσου ένα μόνο. – Τα ξαναλέμε σύντομα, περίπου σ’ έναν χρόνο!
Αφηγητής: Το ξωτικό σήκωσε τα μανίκια του και στρώθηκε στη δουλειά και στα μαγικά του! Ήρθε η ανατολή του ηλίου και να τος πάλι ο βασιλιάς βιαστικός και χαρούμενος. Ξεκλείδωσε την πόρτα κι έμεινε έκπληκτος γιατί τόσο χρυσάφι δεν είχε ξαναδεί σ’ ολόκληρη τη ζωή του! Ήταν ικανοποιημένος αυτήν τη φορά! Κράτησε την υπόσχεση του. Παντρεύτηκε την κόρη του μυλωνά και την έκανε βασίλισσα!
Η ζωή τους κυλούσε όμορφα κι ήταν ευτυχισμένοι! Πέρασε έτσι ένας χρόνος κι είχαν μόλις αποκτήσει το πρώτο τους παιδάκι κι η βασίλισσα ούτε που θυμόταν το ξωτικό και την συμφωνία τους! Ένα σκοτεινό βράδυ χωρίς φεγγάρι, καθώς έβαζε το μωρό στην κούνια του, η βασίλισσα άκουσε τον μαγικό ήχο κι είδε μια λάμψη μαγική! Ήταν το ξωτικό που είχε έρθει για να πληρωθεί για την συμφωνία τους.
Ξωτικό: Ήρθα για να πληρωθώ. Χρέος έχεις, δεν ξεχνώ!
Βασίλισσα: Θα σου δώσω ότι θες, ότι ζητάς! Θα σου δώσω όλα μου τα πλούτη. Όλα τα πλούτη του βασιλείου, αλλά σε παρακαλώ μην πάρεις το παιδί μου! Δε μπορούμε να αλλάξουμε τη συμφωνία;
Αφηγητής: Στην σκέψη ότι θα έχανε το παιδί της η βασιλισσα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ! Η καρδιά του ξωτικού μαλάκωσε κάπως και λυπήθηκε την βασίλισσα!
Ξωτικό: Η συμφωνία αλλάζει, αυτό η καρδιά προστάζει. – Τρεις μέρες έχεις για να βρεις, το πως με λεν να ψάξεις. – Αλλιώς θα πάρω το παιδί, για πάντα θα το χάσεις.
Αφηγητής: Όλη νύχτα η βασίλισσα στριφογύριζε στο κρεβάτι της. Σκεφτόταν κι έγραφε όλα τα περίεργα ονόματα που είχε ακούσει στη ζωή της. Έστειλε αμέσως όλους του ιππότες και τους αγγελιοφόρους του βασιλιά στα πέρατα του βασιλείου να μάθουν τα πιο σπάνια και παράξενα ονόματα που υπήρχαν.
Το πρωί της επόμενης μέρας την περίμενε το ξωτικό!
Ξωτικό: Πως με λέν άμα θα βρεις, απ΄το χρέος θ’ απαλλαγείς!
Βασίλισσα: Μήπως σε λένε Χρόντγκερ;
Ξωτικό : Δεν με λένε έτσι!
Βασίλισσα: Ούρλιχ; Γιον; Μελχιόρ;
Ξωτικό: Δε με λένε έτσι! (τραγουδιστά) Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή!
Αφηγητής: Διέταξε τούτη τη φορά η βασίλισσα να μάθουν όλα τα ονόματα των ανθρώπων που βρίσκονταν στη γειτονιά! Έτρεχαν οι ιππότες σαν τρελοί χτυπούσαν όλες τις πόρτες των σπιτιών της γειτονιάς, ρωτούσαν κι έγραφαν. Ώσπου ήρθε η γλυκιά αυγή και μαζί της ήρθε και το πονηρό ξωτικό μας!
Βασίλισσα: Να δεις… θα το βρω σήμερα! Μήπως σε λένε Χάινζ; Μπάλζερ; Μούτονκαλφ;
Ξωτικό: Δε με λένε έτσι! Δε με λένε έτσι! – Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή. Αν όνομα σωστό δεν δώσεις, τότε θα πρέπει να πληρώσεις!
Αφηγητής: Σαν ήρθε η νύχτα η σκοτεινή, όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι! Ιππότες, αγγελιοφόροι, υπηρέτες, ρωτούσαν παντού! Στις γειτονιές, σ’ όλα τα χωριά, σε κοντινά και μακρινά βασίλεια! Παντού! Η βασίλισσα ήταν απελπισμένη ωσπού λίγο πριν χαράξει, ένας ιππότης επέστρεψε και της είπε:
Ιππότης: Βασίλισσα μου, πήγα στο απέναντι βασίλειο μα δε μπόρεσα να βρω άλλα ονόματα. Καθώς επέστρεφα και περιπλανιόμουν στο δάσος είδα μια μικρή φωτιά έξω απο ένα μικρό σπίτακι. Πλησίασα κι είδα κάτι πολύ περίεργο! Ένα ξωτικό χοροπηδούσε γύρω απ’ την φωτιά και τραγουδούσε:
Όλη η γη αναρωτιέται…
Πως το λεν το ξωτικό…
Ρούμπελ…Ρούμπελ…
Πως μ’ αρέσει!
Τ’ όνομα μου μαγικό!
Αφηγητής: Καινούργια μέρα χάραξε. Το πονηρό ξωτικό μας ήρθε ξανά κι η βασίλισσα τον ρώτησε:
Βασίλισσα: Σε λένε Γκλέν;
Ξωτικό: Δε με λένε έτσι!
Βασίλισσα: Τότε, σε λένε Κλάους!
Ξωτικό: Δε με λένε έτσι!
Βασίλισσα: Μήπως σε λένε… Ρούμπελ;
Ξωτικό: Ο διάβολος ήρθε και στο είπε! Ο διάβολος ήρθε και στο είπε!
Αφηγητής: Φώναξε ο Ρούμπελ. Έσκασε απ’ το κακό του. Έκανε ΠΑΤ…. κι εξαφανίστηκε! Δεν τον ξανάδε ποτέ κανείς από τότε! Εξαφανίστηκε τόσο περίεργα, όσο περίεργα εμφανίστηκε στην αρχή. ΜΑΓΙΚΑ!
Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια!
Άκουσε το παραμύθι πατώντας αναπαραγωγή στο ακόλουθο αρχείο
– Παραμύθι από την Σκύρο, από το βιβλίο της Νίκης Πέρδικα «η Σκύρος» –
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα που είχε τέσσερα κορίτσια. Δούλευε ολομόναχη προκειμένου να τα μεγαλώσει. Τα χρήματα όμως που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και το μόνο που κάλυπταν ήταν ίσα-ίσα το ψωμί τους. Τα παιδιά γύριζαν γυμνά και ξυπόλητα αφού ποτέ δεν της περίσσευαν χρήματα για να τους πάρει ρούχα. Μόνο αν βρισκόταν καμιά καλή γυναίκα και της έδινε κανένα ρούχο παλιό, το ξανάφτιαχνε λίγο και το ‘δινε της μεγάλης κόρης. Μετά το ξανάκοβε για να το φορέσουν η δεύτερη και στην συνέχεια η τρίτη. Για το τελευταίο, το μικρό, δεν έμενε ποτέ τίποτε. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε με ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι και ξυπόλητο.
Μια χρονιά, όμως, ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια! Έτρεμε η μικρούλα και δεν μπορούσε να σταθεί από το κρύο. Είπε λοιπόν της μάνας της:
Μάνα, εγώ θα φύγω! Θα πάω να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι να φορέσω γιατί, αν απομείνω εδώ, θα πεθάνω! Δεν αντέχω άλλο μοναχά με το πουκαμισάκι!
Στεναχωρήθηκε η μάνα, στεναχωρήθηκε και το παιδί που είπε αυτά τα λόγια αλλά υπέφερε το κακόμοιρο από το κρύο. Έφυγε το κορίτσι και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ήθελε όμως, οπωσδήποτε να βρει λίγο ύφασμα, να το πάει στην μανούλα του, να του φτιάξει ένα ζεστό ρουχαλάκι. Καθώς προχωρούσε βρήκε ένα πουλάκι, πεσμένο κάτω από το δέντρο. Ήταν μικρό με ελάχιστα πούπουλα. Είχε πέσει από την φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε την δύναμη να πετάξει για να ανέβει στο δέντρο και θα πέθαινε. Το κορίτσι το πήρε στα χέρια του, το ζέστανε μέσα στις παλάμες του κι όταν είδε έναν άντρα που ερχότανε προς το μέρος του, του ζήτησε να το βάλει πίσω στην φωλιά του.
Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να το βάλετε στην φωλιά του;
Έτσι,με την καλή καρδιά του κοριτσιού, το πουλάκι γλύτωσε.
Το μικρό κορίτσι συνέχισε την πορεία του και έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος στένευε και έπρεπε να περάσει ανάμεσα από κάποια κλαδιά. Του τράβηξε όμως την προσοχή μια αράχνη που έπλεκε τον ιστό της. Πέρασε αρκετή ώρα χαζεύοντάς την. Πήγαινε πάνω κάτω, μπρος πίσω και ξανά. Σκέφτηκε λίγο το κορίτσι και είπε:
Κρίμα δεν είναι να της χαλάσω το πανάκι που το πλέκει τόση ώρα; Ας πάω από την άλλη μεριά να μην στεναχωρήσω και την αράχνη!
Σπολλάτι (ευχαριστώ)! Το καλό που μου έκανες πώς να στο ξεπληρώσω; Πού πας, παιδί μου, έτσι γδυτό και ξυπόλητο;
…ρώτησε η αράχνη.
Πάω να βρω ένα πανάκι, να το πάω της μάνας μου να μου φτιάξει κι εμένα κανένα ρουχαλάκι γιατί κρυώνω!
…είπε το κορίτσι.
Πήγαινε αλλά όταν θα γυρνάς πέρασε από εδώ, να μου πεις τι έγινε και να δω μήπως μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.
Φεύγει το κορίτσι και προχωράει πιο πέρα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει από έναν βάτο, μπλέχτηκε το πουκαμισάκι του στα αγκάθια του και στην προσπάθειά του να το ξεμπλέξει, κόπηκε και κουρελιάστηκε πια εντελώς. Έμεινε τελείως γυμνό, απελπισμένο και το έπιασαν τα κλάματα. Αν το άκουγες θα πονούσε η καρδιά σου και θα σπάραζε. Το άκουσε ένα προβατάκι που έβοσκε λίγο πιο πέρα και πήγε κοντά του.
Τι έχεις, παιδάκι μου, και κλαις; Σε έδειρε κανείς;
Αχ, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένο. Προσπάθησα να περάσω τον βάτο και μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου, έμεινα χωρίς κανένα ρούχο!
…απάντησε το κορίτσι.
Γιατί το έκανες αυτό το κακό του παιδιού, τι θα γίνει τώρα το καημένο;
…ρώτησε το πρόβατο τον βάτο.
Δεν το έκανα επίτηδες. Όμως ένας τρόπος υπάρχει για να διορθώσω το κακό που έγινε. Έλα κοντά στα αγκάθια μου, δώσε μου εσύ το μαλλί σου κι εγώ θα το ξάνω. Να το πάει το κοριτσάκι στη μάνα του, να του κάνει μάλλινα ρουχαλάκια, να μην κρυώνει.
…είπε ο βάτος στο πρόβατο. Έτσι κι έγινε. Πήγε το αρνί κοντά στον βάτο και τρίφτηκε πάνω στα αγκάθια του. Τα αγκάθια γέμισαν μαλλί και το κοριτσάκι το μάζεψε.
Ευχαριστώ πολύ. Τρέχω στην μανούλα μου να μου το γνέσει, να το υφάνει, να μου το ράψει και να το φορέσω στην εκκλησία, που θα πάω να μεταλάβω πριν τα Χριστούγεννα.
…είπε το κορίτσι και καθώς η μικρούλα έτρεχε να γυρίσει πίσω, σκέφτηκε πως η μητέρα της, με τόσες δουλειές, μάλλον δεν θα προλάβαινε μέχρι τα Χριστούγεννα να της τα φτιάξει. Στεναχωρεμένη με αυτήν την σκέψη, έφτασε κάτω από το δέντρο που είχε βρει το πεσμένο πουλάκι. Μπροστά της εμφανίστηκε η μητέρα του πουλιού.
Καλό μου κορίτσι, πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες; Που έσωσες το παιδί μου; Μα, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;
Και το κοριτσάκι είπε όλη την ιστορία από την αρχή και τότε το πουλί του είπε:
Εγώ θα σου το γνέσω!
Τσίμπησε με το ράμφος του το μαλλί κι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι που το ‘φτιαξε κλωστή και το ‘κανε κουβάρι.
Ορίστε, τώρα τρέξε στην μανούλα σου να σου το φτιάξει.
Πετούσε από την χαρά της η μικρούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι. Καθώς περνούσε από το σημείο που είχε δει την αράχνη, την χαιρέτησε και της είπε κι εκείνης την ιστορία.
Βρήκα τι θα κάνω εγώ για σένα, που είσαι τόσο καλό παιδί και δεν μου χάλασες το πανάκι μου. Δώσε μου το νήμα και θα στο υφάνω εγώ!
Έτσι κι έγινε. Το πήρε η αράχνη και έφτιαξε ένα όμορφο πανί. Πανευτυχής η μικρούλα, γύρισε στην μάνα της και εκείνη της έραψε ένα πανέμορφο φόρεμα. Με αυτό πήγε στην εκκλησία να μεταλάβει και όλοι την καμαρώνανε μέσα στο ζεστό και όμορφο φουστανάκι της.
Τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής ή αλλιώς το μοιρολόι της Παναγίας, αναφέρονται στην σταύρωση του Χριστού και έχουν θρηνητικό ύφος.
Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, κορίτσια που ψέλνουν το μοιρολόι της Παναγίας, γυρνάνε τα σπίτια κρατώντας στεφάνια με λουλούδια τα οποία αμέσως μετά τα τοποθετούν είτε στον επιτάφειο είτε στον τάφο συντοπίτη τους που πέθανε πρόσφατα.
Υπάρχουν πολλές παραλλαγές και εκδοχές ανάλογα με την περιοχή. Μια από αυτές είναι η ακόλουθη!
Το μοιρολόι της Παναγίας
Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερον έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν τον Χριστό, τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, να μην το λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της.
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού υπ’ αρχαγγέλου στόμα
σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον Υιό σου πιάσανε και στον φονιά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραννάνε.
-Χαλκιά, χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.
Συ, φαραέ, που τα ’φτιασες, πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυό στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυό στα χέρια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του
να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά πλησίασε και τα δεξιά κοιτάζει, κανένα δε γνωρίζει.
Κοιτά και δεξιότερα, βλέπει τον Αη Γιάννη:
-Αη Γιάννη, Αη Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστά του Υιού μου,
μην είδες τον Υιόκα μου τον διδάσκαλό σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω
Δεν έχω χέρι, πάλαμο για να σου τον εδείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είναι ο γιόκα σου και ο διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά του μίλησε, η Παναγιά του λέει:
-Δε μου μιλείς παιδάκι μου, δε μου μιλείς παιδί μου;
Η παράδοση λέει πως υπήρχε ένα δέντρο που ξυπνούσε πάντα πρώτο από τον βαρύ χειμώνα. Στολίζονταν με άσπρα, ευωδιαστά άνθη και περίμενε να ξυπνήσουν και τα υπόλοιπα λουλούδια και δέντρα της φύσης για να το θαυμάσουν. Έτσι γινόταν πάντα ώσπου ήρθε μια χρονιά που όλα άλλαξαν.
Εκείνο το πρωινό ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από μαύρα σύννεφα. Όλα τα φυτά είχαν σκυμμένα τα κεφαλάκια και τα κλαδιά τους. Όσο και να περίμενε το δέντρο μας τον θαυμασμό τους, κανείς δεν του έδινε σημασία. Γεμάτο απορία ρώτησε τους φίλους του που ήταν κοντά του τι συμβαίνει. Εκείνοι τότε του είπαν ότι ο Χριστός ήταν επάνω στον Σταυρό και πέθαινε.
Το δέντρο συγκλονίστηκε. Και ένιωσε μεγάλη ντροπή που ενώ ο Δημιουργός του υπέφερε, αυτό σκεφτόταν μόνο τα κάλλη και την ομορφιά του. Και τόσο πόνεσε η ξύλινη καρδούλα του που έβγαλε ένα χρώμα και αλλαξαν όλα τα λουλούδια του και από λευκά έγιναν μωβ Από τότε ανθίζει κάθε Πάσχα γι αυτό και το λένε Πασχαλιά.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε μια καλή γυναίκα, την παντρεύτηκε και έκαναν ένα όμορφο, καλό και έξυπνο παιδάκι. Το παλάτι ήταν καταμεσής σε ένα όμορφο δάσος και όλα τα παράθυρά του ήταν μεγάλα, να μπαίνει μέσα στις σάλες και στα δωμάτια το φως κι ο ήλιος και να μαλακώνει τις ψυχές.
Αρκετά μακριά από το παλάτι ήταν ένας μεγάλος λάκκος. Εκεί οι υπηρέτες έριχναν τα αποφάγια. Πήγαινε και ένας γέρος φτωχός, κουρελής και πεινασμένος κι έψαχνε να φάει.
Μια μέρα, το βασιλόπουλο με την δασκάλα του, κάνοντας τον περίπατό τους, χάθηκαν και βρέθηκαν να περνάνε από εκείνο το μέρος. Το παιδί ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που είδε την παράξενη μορφή του γέρου που δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το κατάλαβε εκείνος και του είπε χαμογελώντας:
Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα πλούτια και παλάτια
Τώρα είμαι ένας γέρος, δίχως τόπο, δίχως μέρος
Σε καλύβι δεν χωράω, στ΄άχρηστα ψάχνω να φάω
Πέρασε η ζωή ποτάμι κι έμεινα ένα καλάμι.
Και μετά άρχισε να του λέει ένα παραμύθι:
Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ, αρχοντόπουλο με γνώση… ξύπναγε πριν ξημερώσει…
Και το βασιλόπουλο άρχισε να ταξιδεύει με το νου σε μέρη μαγικά, με νεράιδες στα δάση, πουλιά με ανθρώπινη λαλιά, μυλωνάδες και νερόμυλους. Μα η ώρα περνούσε και η παιδονόμος του το τράβηξε να γυρίσουν στο παλάτι πριν ο γερο-παραμυθάς τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε μόλις άνοιξε τα ματάκια του την επόμενη μέρα ήταν να πάει πάλι κοντά στον γέρο. Κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στο παλάτι το παραμύθι πάλι δεν είχε τελειώσει. Μα η δασκάλα φοβόταν να μην αργήσουν. Λέει τότε ο γέρος στο παιδί:
Mπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν!
Ρώτησε το παιδί την παιδονόμο του να μάθει τι σήμαιναν αυτά τα λόγια κι εκείνη του εξήγησε:
Ζητάει να του δίνεις μέλι κι εκείνος θα σου δίνει παραμύθι.
Πάει το παιδί στον πατέρα του και λέει:
Πατέρα, θέλω να μου φέρεις μέλι να δυναμώνω. Μα να φέρεις πολύ για να κρατήσει μέρες πολλές.
Παραγγέλνει ο πατέρας και φέρνουν πέντε βαρέλια μέλι. Την άλλη μέρα το πρωί, παίρνει το βασιλόπουλο όσο μέλι μπορούσε να σηκώσει με τα χεράκια του και πάει πάλι στον γέρο-παραμυθά. Και οι μέρες περνούσαν… μα το παραμύθι δεν τελείωνε. Τελείωσε όμως το μέλι. Μια και δυο το παιδί πάει πάλι στον πατέρα.
Πατέρα μου, το μέλι τελείωσε και σου ζητώ να μου φέρεις κι άλλο.
Ο βασιλιάς απόρησε. Πώς είναι δυνατόν να τελείωσε τόσο γρήγορα το μέλι. Υποψιάστηκε ότι κάποιος έκλεβε το μέλι του παιδιού του. Παραγγέλνει καινούριο αλλά βάζει ανθρώπους του να παρακολουθούν. Και η αλήθεια φανερώθηκε. Το μέλι του παιδιού του πήγαινε στον ζητιάνο. Φωνάζει τότε το παιδί κοντά του.
Παιδί μου,εγώ σου φέρνω το πιο καλό μέλι του τόπου, το πιο γλυκό και δυναμωτικό, κι εσύ πας και το δίνεις στον ζητιάνο;
Αχ πατέρα, το μέλι είναι γλυκό μα το παραμύθι είναι πιο γλυκό. Κι εγώ μέλι δεν θέλω. Παραμύθι θέλω.
Όσο και να προσπάθησε ο πατέρας το παιδί γνώμη δεν άλλαζε. Δίνει διαταγή να φέρουν μπροστά του τον ζητιάνο:
Εσύ λοιπόν είσαι που κλέβεις το μέλι μου;
Α, βασιλιά μου, εγώ το μέλι τ’ αγαπώ. Μα δεν το κλέβω, το αγοράζω.
Το αγοράζεις; Δεν λες καλύτερα ότι κορόιδεψες το παιδί μου και το έκαμες να κλέβει την περιουσία μου;
Άρχοντα μου, να με σχωρνάς! Εγώ νόμιζα πως είχες γνώση της υπόθεσης. Μα σαν μου λες αυτά, σου υπόσχομαι πως από τώρα σταματάω το παραμύθι και άλλο δεν συνεχίζω.
Ακούει το παιδί τα λόγια του γέρου το πιάνουν τα κλάματα. Κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πικράθηκε ο βασιλιάς με τον πόνο του παιδιού, δεν άντεχε η καρδιά του. Λέει τότε στον γέρο:
Κάτσε, βρε γέρο, να ακούσω τι είναι αυτά που λες του παιδιού μου και να κρίνω κι εγώ μονάχος μου!
Κάθεται ο βασιλιάς, κάθεται κι ο γέρος. Πιάνει το παραμύθι, όχι από την αρχή μα από εκεί που τ’ άφησε του παιδιού. Κι όμως ο βασιλιάς απορροφήθηκε. Σε λίγο ήρθε κι έκατσε δίπλα του και η βασίλισσα. Κι αποξεχάστηκε κι αυτή. Και μετά ήρθαν και οι σύμβουλοι του βασιλιά. Όλοι άκουγαν μαγεμένοι και ξέχασαν και τις δουλειές τους. Έρχεται κάποια στιγμή το βασιλόπουλο, τραβάει τον γέρο από το μανίκι:
Παππού, σταμάτα τώρα. Ήρθε η ώρα να φας το μέλι σου.
Απλώνει ο βασιλιάς το χέρι και λέει:
Άσε παιδί μου τον γέρο να τελειώσει το παραμύθι του και μετά ας φάει ό,τι θέλει.
Μα ο γέρος έκαμε υπακοή στο παιδί και σταμάτησε το παραμύθι. Δίνει τότε διαταγή ο βασιλιάς να πάρουν τον γέρο, να τον λούσουν, να τον ντύσουν,να του δώσουν να φάει ό,τι ζητήσει και μια κάμαρα να μένει.
Ο γέρος θα μείνει στο παλάτι μέχρι να τελειώσει το παραμύθι!
Μα ο γερο-παραμυθάς ζήτησε να κάνουν μια συμφωνία. Και τι λέτε να ήταν αυτή;
Μπαλ σεντέν, μασάλ μπεντέν !
«Δίνε μου μέλι, να σου δίνω παραμύθι». Έτσι κι έγινε. Κι ο γέρος έμεινε στο παλάτι. Και το παραμύθι δεν τέλειωνε ποτέ… ούτε και την μέρα που άφησε την τελευταία του αναπνοή. Μα τότε ήρθαν παραμυθάδες κατοπινοί και πήραν το παραμύθι και συνέχιζαν να το ταξιδεύουν για πολλά, πολλά χρόνια.
Γι αυτό, αν δείτε κάποιον να διηγήται παραμύθια και γύρω του οι άνθρωποι να ξεχνούν τις δουλειές τους, καθήστε να ακούσετε… ίσως να είναι αυτό του γέρου-παραμυθά. Καλού κακού να έχετε μαζί σας και μέλι. Γιατί μπορεί κι εκείνος να σας πει:
Σαν σήμερα, 2 Απριλίου, το 1805 γενιέται ο δανός παραμυθάς Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν. Το 1996, Η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (IBBY) καθιερώνει την μέρα αυτή ως Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου.
Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας, και οι Παιδικοί Σταθμοί πραγματοποίησαν στις 27 και 28 Μαρτίου, εορταστικό διήμερο με δράσεις για τα παιδιά και το παιδικό βιβλίο. Οι Παραμυθάδες συμμετείχαμε με την δημιουργία του ακόλουθου οπτικοακουστικού αρχείου το οποίο και προβλήθηκε στις συγκεκριμένες δράσεις.
Στο αρχείο που ακολουθεί, ακούγονται οι φωνές των Χρήστου Π. Τσίρκα και Θεοδώρας Βαβαλέσκου, μέλη της ομάδας μας.
Στα πολύ παλιά τα χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένα γαϊδουράκι. Το γαϊδουράκι αυτό είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένο από την ζωή του. Είχε μία μανούλα που το αγαπούσε και το φρόντιζε και ένα αφεντικό που του έδινε μπόλικη τροφή και δεν του έβαζε ποτέ βαρύ φορτίο στις πλάτες του. Ούτε καν ο ίδιος δεν το είχε καβαλικέψει. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου χαρούμενο και όλο γκρίνιαζε στην μανούλα του:
Ουφ, τι αδικία! Γιατί να μην είμαι ένα ωραίο άλογο; Γιατί να είμαι τόσο άσχημο και να έχω τόσο μεγάλα αυτιά;
Μα εκείνη το μάλωνε:
Είναι ντροπή να θέλουμε να είμαστε κάτι διαφορετικό. Ο καλός Θεός τα έπλασε όλα με σοφία και όλα για κάποιον λόγο υπάρχουν σ΄ αυτόν τον κόσμο.
Μα εκείνο ήταν πάντα κατσουφιασμένο.
Μια μέρα το αφεντικό του του έβαλε χαλινάρι και ξεκίνησε για την αγορά. Στον δρόμο όμως τους πλησίασαν μερικοί άνθρωποι και κάτι συζήτησαν με το αφεντικό. Εκείνος τότε έδωσε το χαλινάρι σε έναν από τους άντρες και το γαϊδουράκι οδηγήθηκε μπροστά σε έναν αδύνατο άνθρωπο, με πολύ γλυκό πρόσωπο και με μάτια που, όταν σε κοίταζαν, νόμιζες ότι έφταναν μέχρι τα βάθη της καρδιάς σου. Αφού χάιδεψε την μουσούδα του, ανέβηκε απαλά στην ράχη του και όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πολιτεία. Όσο προχωρούσαν τόσο περισσότερος κόσμος τους ακολουθούσε. Κι όταν έφτασαν πια στην πολιτεία, ήρθαν να τους προϋπαντήσουν παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα κλαδιά από φοίνικες, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι άνθρωποι που στηριζόταν σε μπαστούνια. Σκόρπιζαν στον δρόμο λουλούδια και φώναζαν:
Αλληλούια, αλληλούια! Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου!
Και το γαϊδουράκι προχωρούσε, όλο και προχωρούσε με τον Κύριο στην ράχη του. Και σε κάθε του βήμα αισθανόταν την καρδιά του να γεμίζει αγαλλίαση. Ένιωθε πιο σπουδαίο από όλα τα άλογα του κόσμου. Σκεφτόταν ότι η μανούλα του είχε δίκιο όταν του έλεγε ότι το κάθε πλάσμα της γης έχει τον δικό του ξεχωριστό και μοναδικό ρόλο. Καταλάβαινε ότι, αυτό, που μέχρι εκείνη την ημέρα δεν κουβάλησε τίποτε στην πλάτη του, τώρα κουβαλούσε ό,τι πιο ιερό υπήρχε πάνω στην γη!
Και όταν η πομπή σταμάτησε, ο Κύριος κατέβηκε από την ράχη του, το κοίταξε με καλοσύνη και το χάιδεψε απαλά. Κι εκείνο έσκυψε το κεφάλι γιατί κατάλαβε πως μπροστά του είχε τον Δημιουργό του!
Μετάφραση από τα γερμανικά: Βασιλική Ισαακίδου – Εικονογράφηση: Κρήτη Ισαακίδου
Ήταν κάποτε ένας μυλωνάς που ήτανε φτωχός. Όμως είχε μια όμορφη κόρη. Κάπου συνάντησε τον βασιλιά, πιάσανε κουβέντα και του είπε:
Έγω έχω μια κόρη που ξέρει την τέχνη…να μεταμορφώνει το άχυρο σε χρυσό.
Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως την κόρη του μυλωνά να έρθει κοντά του και την διέταξε:
Ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο με άχυρο μέσα σε μια νύχτα να το μετατρέψεις σε χρυσό κι αν δε μπορείς να το κάνεις… θα πρέπει να πεθάνεις.
Έτσι την έκλεισαν μέσα στο δωμάτιο. Εκεί καθόταν κι έκλαιγε επειδή δεν έβρισκε λύση για να σώσει την ζωή της. Πως θα κατάφερνε το άχυρο να το κάνει χρυσό; Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά ενα μικρό ανθρωπάκι που της είπε:
Τι θα μου δώσεις για να κάνω όλο αυτό το άχυρο χρυσό;
Η κοπέλα είχε ένα περιδέραιο που το έδωσε στο ανθρωπάκι και το ανθρωπάκι έκανε αυτό που υποσχέθηκε. Το επόμενο πρωί βρήκε ο βασιλιάς… όλο το δωμάτιο γεμάτο με χρυσό. Όμως η καρδιά του έγινε ακόμα πιο άπληστη κι έτσι άφησε την κόρη του μυλωνά σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο μ’ άχυρο να το μετατρέψει κι αυτό σε χρυσό.
Τότε το ανθρωπάκι ξανάρθε. Η κοπέλα του έδωσε το δαχτυλίδι που φορούσε στο χέρι της κι όλα γίνανε αμέσως και πάλι χρυσάφι. Ο βασιλιάς όμως την κλείδωσε και τρίτη φορά τη νύχτα, σ’ ένα τρίτο δωμάτιο που ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ τα άλλα δύο και πιο γεμάτο μ’ άχυρο και της είπε:
Αν τα καταφέρεις κι αυτήν τη φορά θα γίνεις σύζυγος μου.
Τότε τη νύχτα ήρθε ξανά το ανθρωπάκι και της είπε:
Εντάξει θα το κάνω άλλη μια φορά, αλλα θα πρέπει να μου υποσχεθείς οτι θα μου δώσεις το πρώτο παιδί που θ’αποκτήσεις με τον βασιλιά.
Το υποσχέθηκε η κοπέλα, επειδή βρισκόταν σε ανάγκη κι όταν ο βασιλιάς ήρθε, είδε τόσο πολύ χρυσάφι που έκανε την κόρη του μυλωνά…γυναίκα του.
Πέρασε λίγος καιρός, η βασίλισσα γέννησε κι εμφανίστηκε το ανθρωπάκι μπροστά της, απαιτώντας να κρατήσει την υπόσχεση της. Η βασίλισσα παρακαλούσε το ανθρωπάκι να μην της πάρει το παιδί και του πρόσφερε όλα τα πλούτη του βασιλείου, μάταια όμως. Τελικά μετά από πολλά παρακάλια της είπε:
Σε 3 μέρες θα’ ρθω πάλι για να πάρω το παιδί. Αν όμως βρεις τ’ όνομά μου, μπορείς να κρατήσεις το παιδί σου!
Στη συνέχεια η βασίλισσα προσπαθούσε τις πρώτες δύο μέρες να βρει το όνομα. Δεν μπορούσε όμως να το βρει. Δε μπορούσε πια να σκεφτεί άλλα ονόματα κι ήταν λυπημένη! Την 3η μέρα όμως επέστρεψε ο βασιλιάς απ’ το κυνήγι και της είπε ότι προχθές που πήγε για κυνήγι, βαθιά μέσα στο δάσος είδε ένα μικρό σπιτάκι. Μπροστά απ’ το σπιτάκι είδε ένα γελοίο ανθρωπάκι να πηδάει απ’ το ένα πόδι στο άλλο, γύρω-γύρω απ΄την φωτιά και να τσιρίζει:
Σήμερα φουρνίζω…αύριο βράδυ βράζω….
Μεθαύριο θα πάω να πάρω…της βασίλισσας το παιδί!
Αχ τι καλά που κανείς δεν ξέρει
πως με λένε Ρούμπελστιλτσχεν!
Όταν το άκουσε αυτό η βασίλισσα έγινε πολυ χαρούμενη. Ήρθε το επικίνδυνο ανθρωπάκι και την ρώτησε:
Βασίλισσα μου, πως με λένε;
Κι αυτή του απάντησε:
Μήπως σε λένε Κόνρατ;
Όχι!
Μήπως σε λένε Χάινριχ;
Όχι!
Μήπως σε λένε Ρούμπελστιλσχεν;
Αυτό στο είπε ο διάβολος…
…τσίριξε το ανθρωπάκι θυμωμένα,έφυγε τρέχοντας και δεν γύρισε πίσω ποτέ ξανά.
Το βιβλίο «Το βασίλειο των νάνων» ανήκει στην σειρά «Πλειάδες» των Εκδόσεων «Ρέκου». Η διασκευή και επιμέλεια είναι του Θεοχάρη Προβατάκη και περιέχει τα 17 ακόλουθα παραμύθια:
να δώσω αίμα! 14 Ιουνίου 2026
Η 14η Ιουνίου καθορίστηκε ως Παγκόσμια Ημέρα του Εθελοντή Αιμοδότη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Εθελοντών Αιμοδοτών και τον Διεθνή Οργανισμό Μετάγγισης Αίματος. Το να προσφέρω μια φιάλη αίμα, είναι σίγουρα το πιο ανέξοδο, μα το πιο ανεκτίμητο δώρο!
να σέβομαι τους πρόσφυγες 20 Ιουνίου 2026
Η 20η Ιουνίου γιορτάζεται ως Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Με ένα βάρος στην ψυχή κι ένα δάκρυ για όσους αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες!