Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Η κατάντια ενός φτωχού χωρικού.

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σερβία –

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό μιας μικρής πολιτείας, ζούσε μονάχος του ένας φτωχός χωρικός. Έτρωγε από αυτά που φύτευε στον μικρό του κήπο κι από τα λίγα ζώα που είχε στο μαντρί του. Δεύτερα ρούχα δεν είχε να φορέσει όπως και παπούτσια, αν και αυτά ήταν τρύπια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ένα πρωί, την ώρα που άναβε το τζάκι για να ζεστάνει την καλύβα του και να βράσει λίγο νερό για να ετοιμάσει λίγο ρύζι για το μεσημέρι, άρχισε να μονολογεί.

Δεν πάει άλλο με αυτήν την κατάσταση. Η φτώχια μου δεν περιγράφεται. Ως πότε θα ζω έτσι; Πρέπει να κάνω κάτι για να αλλάξω την μοίρα μου.

ΧωρικόςΚι αφού το καλοσκέφτηκε και το επεξεργάστηκε στο μυαλό του, αποφάσισε να ξεκινήσει να βρει την τύχη του αλλού. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει απ’ το χωριό του και με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να λάμπει στην άκρη του μονοπατιού. Πλησίασε κοντά και έκπληκτος παρατήρησε πως ήταν πεσμένα στο έδαφος πέντε χρυσά νομίσματα. Κοίταξε ολόγυρα του μη τυχόν και τον βλέπει κάνεις, έπειτα έσκυψε και τα μάζεψε με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.

«Ωραία αρχή έκανα. Αν συνεχίσω έτσι, πολύ σύντομα θα χρειαστώ θησαυροφυλάκιο για να τα φυλάω» σκέφτηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Περπάτησε αρκετή ώρα ώσπου έφτασε στην διπλανή πόλη. Μια πόλη, εμπορική, με αρκετό κόσμο και κίνηση στους δρόμους και τα μαγαζιά. Ο χωρικός, κουρασμένος από το περπάτημα, μπήκε σε ένα καφενείο και ζήτησε ένα καφέ και ένα ποτήρι νερό. Ο καφετζής, αφού τον κοίταξε καλά-καλά, από πάνω μέχρι κάτω, του είπε με απότομο ύφος:

Εσύ μπορεί να θες να πιεις καφέ…έχεις όμως λεφτά να μου τον πληρώσεις; Τέτοιος κουρελιάρης που είσαι δεν σε βλέπω να σου περισσεύουν. Άδειαζέ μου την γωνιά καλύτερα.

Ο χωρικός δεν είπε τίποτα, παρά μόνο, έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό νόμισμα και το πέταξε επιδεκτικά πάνω στο τραπέζι του καφενείου. Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια του γιατί χρυσά νομίσματα, κυκλοφορούσαν σπάνια και τα είχαν οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι κι οι βασιλιάδες. Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Θα έλεγε κανείς πως κατάπιε την γλώσσα του. Τελικά, αφού ξερόβηξε είπε του χωρικού:

Ναι, αλλά δεν έχω ρέστα…

Χαλάλι σου τα ρέστα. Κράτα τα γιατί η παρουσία μου ασχημαίνει το μαγαζί σου.

…του απάντησε ο χωρικός χαμογελώντας. Ο καφετζής έκπληκτος μα και γοητευμένος πλέον, αποχώρησε προς τα πίσω, πηγαίνοντας στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τον καφέ. Όση ώρα έβραζε τον καφέ σκεφτότανε, τι μπορεί να είναι ο χωρικός στην πραγματικότητα. Απορούσε, πως είναι δυνατόν, ένας που φοράει τέτοια κουρέλια για ρούχα, να έχει στην κατοχή του ένα –ίσως και περισσότερα- χρυσά νομίσματα. Κι ενώ έκανε διάφορες σκέψεις, τελικά κατέληξε…

Να δεις που είναι γιος του βασιλιά και έχει μασκαρευτεί σε κουρελιάρη ζητιάνο για να δει εμάς τους υπηκόους του, τι σόι άνθρωποι είμαστε. Αυτό είναι…το βρήκα!

Αφού σέρβιρε τον καφέ, πήγε παραπέρα και κάθισε με τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου, λέγοντάς τους την όλη ιστορία καθώς και την άποψή του για το ποιος πιστεύει ότι είναι στην πραγματικότητα ο χωρικός. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του, ότι σίγουρα πρέπει να είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Ο χωρικός, μόλις ήπιε τον καφέ του, φώναξε τον καφετζή και τον ρώτησε.

Πες μου καλέ μου άνθρωπε, ποιος είναι ο πλουσιότερος άντρας της πόλης σας;

Στην πόλη μας, πλουσιότερος άντρας είναι ο ιδιοκτήτης των θερμών λουτρών.

Πολύ ωραία. Τότε, θα πάω μια βόλτα μέχρι τα λουτρά. Κάνε μου μια χαρη όμως σε παρακαλώ. Μετά το μεσημέρι, στείλε μου ένα καφέ, πες του κουρέα να έρθει από εκεί για να με κουρέψει και να με ξυρίσει και στον ταβερνιάρη πες του να μου φέρει ένα περιποιημένο γεύμα μαζί με κρασί.

Ο καφετζής όχι απλά δεν αρνήθηκε στην παράξενη επιθυμία του χωρικού, αντίθετα, του απάντησε ότι ήταν μεγάλη του χαρά να τον εξυπηρετήσει. Ο χωρικός, χωρίς να καθυστερεί, ξεκίνησε για τα λουτρά κι όταν έφτασε εκεί και προσπάθησε να μπει, ένας ψηλός και εύσωμος άντρας τον εμπόδισε. Ήταν ο ιδιοκτήτης των λουτρών, ο οποίος μόλις είδε τον χωρικό με τα παλιά, φθαρμένα και βρόμικα ρούχα, του είπε με αυστηρή φωνή.

Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ. Φύγε.Λουτρά

Μα θέλω να κάνω μπάνιο…

…του απάντησε ψύχραιμα ο χωρικός και επιχείρησε για άλλη μια φορά να μπει μέσα. Μα και πάλι ο ιδιοκτήτης τον εμπόδισε μπαίνοντας μπροστά του και με ακόμα πιο αυστηρό ύφος του είπε…

Οι φτωχοί και κουρελιάρηδες κάνουν μπάνιο στο ποτάμι κι όχι στα λουτρά μου. Ξεκουμπίσου λοιπόν.

…και μπήκε στα λουτρά κλείνοντας την πόρτα με ορμή και χωρίς να δώσει άλλο σημασία στον χωρικό, ο οποίος όχι απλά δεν έφυγε, αλλά ξάπλωσε στα σκαλοπάτια και απολάμβανε τον ήλιο που τον χτυπούσε με τις ζεστές ακτίνες του. Πέρασαν κάποιες ώρες και ο χωρικός δεν είχε κουνηθεί ρούπι από εκεί. Ίσως και να κοιμήθηκε κιόλας κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο φύλακας των λουτρών. Μόλις αντίκρισε τον χωρικό να είναι ξαπλωμένος στα σκαλοπάτια τα έχασε προς στιγμή και αμέσως του έβαλε τις φωνές.

Απαγορεύεται οι ζητιάνοι να κάθονται εδώ. Τσακίσου και φύγε γρήγορα από εδώ…

…δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του και από το βάθος του δρόμου, εμφανίστηκαν να πλησιάζουν ο καφετζής κρατώντας έναν καφέ στο χέρι του, ο εστιάτορας με έναν μεγάλο δίσκο με λογής-λογής καλούδια και εκλεκτό κρασί και πίσω τους ακολουθούσε ο κουρέας με ένα βαλιτσάκι που είχε μέσα τα σύνεργα της δουλειάς του. Αφού φτάσανε μπροστά, υποκλίθηκαν στον φτωχό χωρικό και ο καθένας του πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Ο φύλακας τα έχασε, δεν πίστευε στα μάτια του.  Ο καφετζής, τον πήρε παραπέρα και κάτι του ψιθύρισε στο αφτί. Προφανώς θα του είπε ότι ο κουρελιάρης χωρικός που στέκονταν μπροστά τους, είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος. Ο φύλακας γύρισε προς τον χωρικό και του ζήτησε να μπει μέσα στα λουτρά ενώ ο ίδιος έτρεξε στον ιδιοκτήτη και του είπε τα πάντα με το νι και με το σίγμα.

Πω-πω…τι έπαθα ο άμοιρος; Αν όντως ο κουρελιάρης χωρικός είναι ο γιος του βασιλιά μεταμφιεσμένος κι εγώ του μίλησα τόσο απότομα και σκληρά, τότε με περιμένει βαριά τιμωρία. Μέχρι και το κεφάλι μου μπορεί να μου πάρει…

…μονολογούσε συνέχεια ο ιδιοκτήτης των λουτρών κλεισμένος στο δωμάτιο του. Ο φύλακας, βλέποντάς τον τόσο ανήσυχο, του πρότεινε τότε, να προσφέρει στον χωρικό χρήματα για να τον καλοκαρδίσει και να κερδίσει την συμπάθειά του. Έτσι κι έγινε. Ο ιδιοκτήτης, έτρεξε στο χρηματοκιβώτιό του και γέμισε ένα σακί με χρυσά φλουριά και το πήγε ο ίδιος στον χωρικό, ο οποίος μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του, είχε φάει κι έπινε τον καφέ του ενώ ο κουρέας τον κούρευε. Αφού του πρόσφερε το σακί με τα νομίσματα, ο χωρικός χαιρέτησε και ευχαρίστησε τους πάντες και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι του. Φτάνοντας στο σημείο που είχε βρει αρχικά τα νομίσματα, ο χωρικός έβγαλε από το σακί του πέντε από αυτά και τα άφησε στο ίδιο σημείο ακριβώς.

Όλοι οι χωριανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους από την εξέλιξη του συγχωριανού τους. Απορούσαν κι αναρωτιόντουσαν για το που βρήκε τα χρήματα κι από την μια μέρα στην άλλη άλλαξε έτσι.

Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Τα πάντα ξεκίνησαν από πέντε χρυσά νομίσματα που βρήκα βγαίνοντας από το χωριό.

Απαντούσε σε όλους ο χωρικός. Πολλοί συγχωριανοί του αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, μα απ’ ότι ξέρω, κάνεις από αυτούς δεν βρήκε χρυσά νομίσματα βγαίνοντας από το χωριό…εσείς βρήκατε;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

δυο αδερφιαΜια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας ήταν πολύ έξυπνος, ενώ ο άλλος ήταν κουτός!
Ένα πρωί λέει ο έξυπνος στον κουτό:

Αδερφέ μου, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα.

…κι ο κουτός αδερφός χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, απάντησε:

Να το μοιράσουμε, αγαπημένε μου αδερφέ!

Έτσι, την επόμενη κιόλας μέρα, ο έξυπνος αδερφός μοίρασε το κτήμα διαλέγοντας πρώτος αυτός. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό. Το μισό είχε την ωραιότερη θέα, ενώ το άλλο μισό ήταν παλιοχώραφο γεμάτο τσουκνίδες και άλλα άγρια χόρτα. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε του καημένου αδερφού του το άλλο μισό. Ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό χωράφι κι αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά για να παραπονεθεί. Ο βασιλιάς, αφού τον άκουσε προσεκτικά και στην συνέχεια ζήτησε από τον αξιωματικό του να πάει και να φέρει τον αδερφό του προκειμένου να τους τα συμβιβάσει. Άδικος κόπος όμως. Κανείς τους δεν άκουγε τίποτα αφού και οι δύο ήθελαν το καλό χωράφι.

Οι μέρες περνούσαν και ο βασιλιάς, που ήταν γνωστός σε όλο το βασίλειο για την σοφία του, βρήκε τρόπο να γίνει η μοιρασιά του χωραφιού δίκαιη και για τα δύο αδέρφια. ‘Ετσι λοιπόν, αφού εμφανίστηκαν μπροστά του τα δύο αδέρφια τους είπε:

Το  κτήμα θα μοιραστεί έτσι, ώστε και οι δύο θα πάρετε και από το καλό και από το κακό χωράφι.

Μα αυτοί και πάλι πείσμωσαν! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα γρίφο κι όποιος τον εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Αφού τα δύο αδέρφια συμφώνησαν, άκουσαν με προσοχή τον βασιλιά να τους λέει:

Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράμα του κόσμου. Σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε.

Τα δύο αδέρφια γύρισαν σπίτι προβληματισμένα και σκεφτικά. Για την ακρίβεια, ο έξυπνος ήταν αυτός που σκεφτότανε περισσότερο. Ο κουτός δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Στεναχωριώτανε και αναστέναζε συνέχεια. Την στεναχώρια και τη λύπη του, δεν μπόρεσε να την κρύψει από την μονάκριβη κόρη του, η οποία δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο έτσι και τον ρώτησε:

Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;

…κι ο κουτός αδερφός και πατέρας της, της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Η κόρη του στο τέλος τον καθυσήχασε λέγοντάς του:
Μη στενοχωριέσαι, μπαμπά μου και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Ο κουτός αδερφός χάρηκε πάρα πολύ. Οι μέρες περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτά την κόρη του κι εκείνη του λέει:
Θα πεις, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους.

Τα δυο αδέρφια πήγανε λοιπόν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά. Πρώτος πήρε το λόγο ο έξυπνος αδερφός και είπε πως το γρηγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

…τότε είναι το άλογο.

…επάνελαβε ξαφνιασμένος ο έξυπνος αδερφός, για να πάρει την ίδια αρνητική απάντηση από τον βασιλιά, ο οποίος έστρεψε το βλέμμα του στον κουτό αδερφό και τον ρώτησε:

Για πες μας εσύ τώρα!

Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, αυτός μπορεί να ταξιδεύει όπου θέλει.

Πολύ σωστά, το βρήκες.

…απάντησε ο βασιλιάς και συνέχισε λέγοντας:

Θα σας πω όμως ακόμα έναν γρίφο. Ποιό είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμο;

Τα δύο αδέρφια γύρισαν και πάλι στα σπίτια τους προβληματισμένα. Ο έξυπνος άρχισε να σκέφτεται διάφορα ενώ ο κουτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην μονάκριβη κόρη του. Έτσι, όταν αυτή γύρισε από την αγορά, ο κουτός της είπε και πάλι τί είχε συμβεί στο παλάτι και για το νέο γρίφο που τους έβαλε ο βασιλιάς. Η κόρη του, τον καθησύχασε λέγοντας πως την μέρα που θα πήγαινε στον βασιλιά, θα του είχε την απάντηση.
Αφού κύλησαν οι μέρες και ήρθε η όγδοη, λίγο πριν ξεκινήσει για το παλάτι ο κουτός αδερφός, φώναξε την κόρη του και της ζήτησε την απάντηση. Η κόρη του, του την είπε και λίγη ώρα αργότερα, εμφανίστηκαν τα δύο αδέρφια για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά.

Πρώτος πήρε το λόγο και πάλι ο έξυπνος, λέγοντας πως το βαρύτερο πράγμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι (είδος σκληρού ορυκτού).

Όχι…

…του λέει ο βασιλιάς.

…τότε το σίδερο…

…λέει ξανά ο έξυπνος για να τον κόψει και πάλι ο βασιλιάς και να δώσει τον λόγο στον κουτό αδερφό.

Το βαρύτερο πράγμα του κόσμου πολυχρονεμένε μας βασιλιά, είναι η φωτιά.

Και γιατί;

…τον ρώτησε απορημένος ο βασιλιάς.

Πολύ απλά, γιατί δε μπορούμε να τη σηκώσουμε.

Σωστά, αυτό είναι…

…απάντησε ο βασιλιάς, ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει την όλη διαδικασία.

Θα σας βάλω όμως άλλον έναν γρίφο και θα έρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου.

Τα δύο αδέρφια φύγανε και πάλι για τα σπίτια τους και ο έξυπνος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και σκέψη, ενώ ο κουτός περίμενε την κόρη του να γυρίσει από την αγορά για να της τα πει. Έτσι κι έγινε. Οι οχτώ μέρες πέρασαν γρήγορα κι ο έξυπνος αδερφός ξεκίνησε για το παλάτι. Το ίδιο έκανε κι ο κουτός, αφού πρώτα άκουσε την απάντηση από την κόρη του. Τα δύο αδέρφια, στέκονταν για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά κι ο έξυπνος πήρε και πάλι τον λόγο πρώτος λέγοντας:

Το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

Το ψωμί μήπως;

…πετάχτηκε και δεύτερη φορά ο έξυπνος αδερφός.

Όχι…

…του απάντησε και πάλι ο βασιλιάς στρέφοντας το κεφάλι του προς τον κουτό περιμένοντας την απάντησή του.

Το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη.

Ναι. Βρήκες και τους τρεις γρίφους που σας έβαλα, οπότε το καλό χωράφι ανήκει σε σένα.

…απάντησε ο βασιλιάς, αλλά ζήτησε από τον κουτό αδερφό να τον ακολουθήσει σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί, μόνοι οι δυό τους, χωρίς κανέναν να τους ακούει, ο βασιλιάς τον ρώτησε:

Μόνος σου βρήκες τις απαντήσεις στους γρίφους ή σε βοήθησε κάποιος;

Μοναχός μου, βασιλιά μου.

Δε λες αλήθεια. Το βλέπω στα μάτια σου. Θέλω να μου πεις ποιος σε βοήθησε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.

Ο κουτός αδερφός έμεινε για λίγο σκεφτικός και μετά άρχισε να εξιστορεί στον βασιλιά για την κόρη του και την βοήθεια που του έδωσε.

Να την φέρεις αύριο στο παλάτι να την γνωρίσω.

…ήταν η απάντηση του βασιλιά και επέτρεψε στον κουτό αδερφό να φύγει από το παλάτι. Έτσι, την άλλη μέρα κι όλας, πατέρας και κόρη, παίρνουν το δρόμο για το παλάτι όπως πρόσταξε κι ο βασιλιάς. Μόλις ο βασιλιάς είδε την κόρη, θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η κοπέλα έφερε αντίρηση λέγοντας πως αυτή ήτανε φτωχιά και δεν άρμοζε για γυναίκα του, μα ο βασιλιάς ήταν αμετάκλητος στην απόφασή του.

Εμένα μου αρέσεις και σε θέλω για γυναίκα μου και δεν με νοιάζει αν είσαι φτωχιά. Απλά, θα κάνουμε ένα χαρτί που θα το υπογράψεις. Το χαρτί θα λέει πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου. Αν παρακούσεις την εντολή αυτή, τότε θα πρέπει να φύγεις από το παλάτι κι εγώ για να δείξω την μεγαλοψυχία μου, θα σε αφήσω να διαλέξεις κάτι από το παλάτι για να το πάρεις μαζί σου φεύγοντας.

Συμφώνησαν λοιπόν, και η όμορφη κοπέλα υπέγραψε. Ο γάμος έγινε και ζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.
Μια μέρα, μετά από χρόνια,  καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και έβλεπε έναν νεαρό να έρχεται  με το γαϊδουράκι του φορτωμένο, μα ξαφνικά ο γάιδαρος σκόνταψε στο χαντάκι, έπεσε στη λίμνη και πέθανε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά-αριστερά, για να του δώσει  βοήθεια. Εκείνη την ώρα περνούσε ένας άλλος με το γάιδαρό του και αφού είδε οτι ο γάιδαρος στη λίμνη είχε καινούριο σαμάρι, έβγαλε από το δικό του το παλιό που είχε γδαρθεί τόσο με τα χρόνια και έβαλε το νέο που πήρε από την λίμνη.
Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του. Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:

Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του.

Κι έτσι έγινε, αφού το διέταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκανε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι αμέσως λέει:

Ανακατεύτηκες σε δουλειά που δεν ήταν δικιά σου! Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας.

Μα η όμορφη βασίλισσα που ήταν έξυπνη, του λέει:

Θα φύγω, αλλά κάνε μου την χάρη, το βράδυ να φάμε μαζί.

Ο βασιλιάς συμφώνησε με την επιθυμία της και το βράδυ δεν άργησε να έρθει. Στο τραπέζι και ενώ έτρωγαν, η βασίλισσα έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και μόλις το ήπιε κοιμήθηκε αμέσως. Αμέσως διέταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Έπειτα, διέταξε να βάλουν τον βασιλιά όπως ήταν κοιμισμένος μέσα και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της όταν την είδε, τρόμαξε και την ρώτησε:

Τι τρέχει παιδί μου;

Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να κάνει ησυχία, για να μη ξυπνήσει από τις φωνές.  Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους. Το πρωί όταν ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταξε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του και πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:

Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;

Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.

Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.

Και ποιος σου έδωσε την άδεια να με φέρεις εδώ;

Αμέσως του δείχνει το χαρτί που είχαν υπογράψει, να διαλέξει δηλαδή ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει  και του λέει:

Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα πήρα.

Ο βασιλιάς γέλασε τόσο πολύ που της είπε:

Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.

Κι έτσι, γύρισαν  πίσω στο παλάτι τους και ζήσανε όμορφα και ευτυχισμένοι τα χρόνια που ακολούθησαν.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σια A.E., 1994)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά!

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που ακόμα οι άνθρωποι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές, και τις καρδιές τους ορθάνοιχτες, ένας θαλασσοδαρμένος καπετάνιος, κάτοικος ενός μικρού και απόμερου νησιού, ζούσε απολαμβάνοντας την ζωή του. Μοναδική του περιουσία, ήταν το καράβι του. Καράβι γέρικο μα και γερό, που πέρασε με τα χρόνια από τον παππού του στον πατέρα του και τέλος σ’ αυτόν. Μ’ αυτό το καράβι ταξίδευε και γυρνούσε τα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα κι έτσι έβγαζε χρήματα με τα οποία βοηθούσε τους φίλους του και τους αγαπημένους του συγγενείς μιας και ήταν μόνος…χωρίς οικογένεια.

Ήτανε χειμώνας, Νοέμβρης μήνας κι ο καπετάνιος είχε μπαρκάρει για ένα ακόμα ταξίδι. Αργά το μεσημέρι έδεσε σε κάποιο λιμάνι. Αφού ξεφόρτωσε και τακτοποίησε τα οικονομικά, έψαξε να βρει κάποιο εστιατόριο να φάει. Στο μοναδικό που συνάντησε εκεί κοντά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν άδειο, δίχως κόσμο κι ο εστιάτορας συγύριζε τα τραπέζια.

Καλησπέρα εστιάτορα. Τι καλό έχεις να φάω;

…ρώτησε ο καπετάνιος βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο του και στρώνοντας τα γκρίζα του μαλλιά.

Τέτοια ώρα που ήρθες καπετάνιε, δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Όλα τα φαγητά, μου τελείωσαν. Λυπάμαι.

…απάντησε ο εστιάτορας και συνέχισε να συγυρίζει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Ο καπετάνιος γύρισε να φύγει μα μόλις έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον εστιάτορα και του παρακάλεσε:

Πεινάω πολύ και μου είναι δύσκολο να τρέχω για να βρω κάτι να φάω. Θα σου ήμουν υπόχρεος αν φρόντιζες εσύ για αυτό. Δεν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις. Κάνε μου κάτι απλό και γρήγορο.

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε τώρα πολύ ζεστή και οικεία κι ο εστιάτορας αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, του απάντησε με εξίσου καλοσυνάτη φωνή…

Για στάσου…νομίζω ότι πίσω στην αποθήκη πρέπει να έχω κάτι βραστά αβγά που μου φέρανε χθες από το διπλανό χωριό. Ελπίζω με αυτά να βολευτείς.

Μια χαρά είναι κι αυτά. Κόψε και λίγη ντοματούλα, λίγο τυράκι και πιάσε μια κανάτα κόκκινο κρασί.

Ο εστιάτορας έφυγε πίσω στην αποθήκη της κουζίνας κι ο καπετάνιος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα ώστε να βλέπει τον κόσμο που περνούσε πάνω-κάτω στο δρόμο. Έβγαλε το τσιμπούκι του από την τσέπη, το γέμισε με λίγο καπνό από το σακουλάκι που φύλαγε στον κόρφο του και το άναψε. Δεν πρόλαβε να τραβήξει δυο ρουφηξιές κι ο εστιάτορας γύρισε από πίσω, με ένα πιάτο που όμως, είχε μόνο τέσσερα καθαρισμένα αβγά και λίγο ψωμί. Μαζί έφερε και μια κανάτα κόκκινο μυρωδάτο κρασί.

4 αβγά

Λυπάμαι, αλλά τελικά ντομάτα και τυρί δεν έχει…κι αυτά μου τελείωσαν.

Ανακοίνωσε ο εστιάτορας στον καπετάνιο που δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ τελικά. Με το που ξεκίνησε να τρώει, ένας από του ναύτες του καραβιού μπούκαρε στο μαγαζί αλαφιασμένος.

Καπετάνιε μου, πρέπει να έρθεις αμέσως στο καράβι. Έβγαλε φουρτούνα απρόσμενα. Δυνατή…τόσο δυνατή που ταρακούνησε το καράβι μας, σα να ήταν καρυδότσουφλο. Έκοψε τα παλαμάρια και τώρα κινδυνεύει να βυθιστεί.

Με το που άκουσε ο καπετάνιος το άσχημο νέο, παράτησε σύξυλος τα πάντα και πετάχτηκε ευθύς. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε στο δρόμο τρέχοντας. Μα πάνω στην βιασύνη του, ξέχασε να πληρώσει τον εστιάτορα. Έφτασε στο λιμάνι και αντίκρισε το καράβι του να πλέει έρμαιο δίχως να μπορεί κάνεις να το κουμαντάρει. Βουτάει στα κρύα νερά και γρήγορα-γρήγορα κολυμπάει προς αυτό. Ανεβαίνει πάνω του κι αφού δεν έχει πια σκοινιά για να το δέσει στην προκυμαία και μιας η δουλειά του είχε τελειώσει εκεί, αποφάσισε να φύγει για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασαν κάποια χρόνια…τέσσερα-πέντε θαρρώ κι ο καπετάνιος βρέθηκε ξανά σ’ εκείνο το λιμάνι… μ’ άλλο φορτίο αυτή τη φορά. Μόλις όμως πάτησε το πόδι του στην στεριά, θυμήθηκε την ιστορία που είχε ζήσει εκεί και το χρέος που είχε αφήσει στον εστιάτορα. Ο καπετάνιος ήταν τίμιος άνθρωπος και δεν ήθελε να χρωστάει πουθενά και σε κανέναν και μια και δυο κίνησε για το εστιατόριο για να ξοφλήσει. Όταν πέρασε την πόρτα, ο εστιάτορας συγύριζε και πάλι, όπως τότε. Γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο και δεν άργησε να τον θυμηθεί.

Φίλε μου, σου ζητώ συγνώμη που τότε έφυγα άρον-άρον και χωρίς να σε πληρώσω, μα ήταν ανάγκη μεγάλη και στην σκοτούρα που είχα δεν μπόρεσα να σκεφτώ κι εσένα. Πες μου όμως τώρα τι σου χρωστώ για να σε ξεπληρώσω.

Δεν πειράζει καπετάνιο μου. Άνθρωποι είμαστε κι ανθρώπινα αυτά που μας συμβαίνουν. Το είχα ξεχάσει το χρέος σου…μιας και ήρθες όμως, μισό λεπτό να σου πω πόσα μου χρωστάς.

Ο εστιάτορας έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι τράβηξε από το αφτί του. Έκατσε σε μια καρέκλα και άρχισε να κάνει κάτι υπολογισμούς. Υπολόγιζε…υπολόγιζε…έγραφε…γυρνούσε σελίδα στο μπλοκάκι και ξαναέγραφε…και κάποια στιγμή σηκώθηκε και πλησιάζοντας τον καπετάνιο του είπε:

Καπετάνιε, πριν πέντε χρόνια περίπου, έφαγες στο μαγαζί μου τέσσερα βραστά αβγά. Αν αντί για σένα, τα είχα δώσει σε μια κότα να τα κλωσήσει, θα μου έδινε τέσσερα κοτόπουλα ίσως και κανέναν κόκορα. Με την σειρά τους οι κότες, θα μου γεννούσαν άλλα αβγά κι από αυτά τα αβγά θα έβγαιναν άλλες κότες κι άλλα κοκόρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, τα χρήματα που πρέπει να μου δώσεις είναι τόσα που ακόμα και το καράβι σου να πουλήσεις, δεν με ξοφλάς…θα πρέπει να βάλεις κι άλλα χρήματα από πάνω.

Ο καπετάνιος δεν πίστευε στα αφτιά του με αυτά που άκουγε. Νόμισε ότι ο εστιάτορας του έκανε αστείο. Μα όχι, δεν ήταν αστείο. Ο εστιάτορας σοβαρολογούσε και θεώρησε πως ο υπολογισμός για τον λογαριασμό που έκανε, ήταν δίκαιος και σωστός.

Έτσι έχουν τα πράγματα καπετάνιε μου και είτε μου τα πληρώνεις με το καλό ή τρέχουμε στα δικαστήρια να βρούμε το δίκιο μας.

Ο εστιάτορας ήταν αμετάπειστος και δεν σήκωνε κουβέντα. Από την άλλη ο καπετάνιος πείσμωσε και αρνιότανε να πληρώσει γιατί θεώρησε παράλογα όλα αυτά που λογάριασε ο εστιάτορας.

Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν…

…του αποκρίθηκε ο καπετάνιος κι έφυγε από το μαγαζί θυμωμένος κι εξοργισμένος. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκε σε απόγνωση γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Κινδύνευε να χάσει το καράβι και το βιος του αν ο δικαστής συμφωνούσε με τα λόγια του εστιάτορα. Θα μπορούσε βέβαια να σαλπάρει και ποτέ του ξανά να μην πατήσει το πόδι του σ’ εκείνο το λιμάνι. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και δεν ήθελε οι άλλοι να του λερώσουνε το όνομα αποκαλώντας τον απατεώνα.

Ένα βράδυ, ο καπετάνιος περνούσε την ώρα του σε ένα καπηλειό, πίνοντας κρασί και προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιδράσει. Σε ένα διπλανό τραπέζι καθότανε ένας γεράκος μ’ ένα μυτερό και γκρίζο μούσι. Με μαύρα κοκάλινα γυαλιά στα μάτια κι ένα καφέ σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε ένα φθαρμένο γκρι σακάκι, δίχως κουμπιά και στους αγκώνες του ήταν ραμμένα μπαλώματα. Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγες πως είναι κάποιος κακομοίρης…κάποιος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και τον κέρασε ένα κανάτι κρασί κι ο γεράκος τον ευχαρίστησε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι του. Εκεί και πάνω στην κουβέντα ο καπετάνιος του είπε όλη την ιστορία και όλο του τον καημό. Κι ενώ τα κανάτια με το κρασί πηγαίναν κι έρχονταν στο τραπέζι, ο γεράκος κάποια στιγμή είπε του καπετάνιου…

Μην σκας καπετάνιε κι εγώ, έχω την λύση στο πρόβλημα σου. Ούτε το βιος σου να χάσεις, μα μήτε το καράβι σου. Εμένα που με βλέπεις κατέχω την δικηγορική κι εγώ θα έρθω στον δικαστή να σε υπερασπιστώ. Εσύ να κοιτάς την υγειά σου κι όλα τα άλλα άστα σε μένα.

Κι αφού ήπιε και το τελευταίο ποτήρι κρασί, ο γεράκος σηκώθηκε, φόρεσε την σκούφια του, χαιρέτισε τον καπετάνιο κι έφυγε από το καπηλειό δίνοντας ραντεβού μαζί του, την ημέρα της δίκης.

Οι μέρες κύλησαν γοργά κι έφτασε η στιγμή που καπετάνιος κι εστιάτορας θα έπρεπε να σταθούν απέναντι από τον δικαστή κι αυτός με την σειρά του να αποφασίσει ποιος από τους δυο είχε δίκιο. Η ώρα της δίκης πλησίαζε μα ο γεράκος που θα υπερασπιζότανε τον καπετάνιο δεν έλεγε να φανεί. Ο καπετάνιος άρχισε να ανησυχεί και να μονολογεί συνέχεια…

Μα τι βλακεία μου…πως εμπιστεύτηκα την τύχη μου σε ένα γέρο-μεθύστακα. Τώρα θα τα χάσω όλα και θα φταίω εγώ γι’ αυτό.

Λίγο πριν το μεσημέρι κι ενώ ο δικαστής κόντευε να τελειώσει με τις υπόλοιπες υποθέσεις, να ‘σου κι εμφανίζεται ανέμελος και τραγουδώντας ο γεράκος. Φρεσκοξυρισμένος και με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο στο χέρι, πέρασε την πόρτα του δικαστηρίου σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλοι αντιδράσανε και πρώτος-πρώτος ο δικαστής που τον επέκρινε λέγοντάς του ότι άργησε αδικαιολόγητα.

Όχι κι αδικαιολόγητα…

…απάντησε ο γεράκος, παίρνοντας τώρα ένα λυπημένο ύφος και καμπουριάζοντας. Σήκωσε δειλά τα μάτια προς τον δικαστή και του είπε:

Για όλα φταίει η γυναίκα μου κύριε δικαστή. Εχθές το πρωί, είχα αγοράσει πέντε κιλά κουκιά κι η γυναίκα μου τα έβρασε όλα. Φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε το βράδυ, φάγαμε και σήμερα το πρωί, αλλά πέντε κιλά είναι πάρα πολλά και δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. Θα χαλούσαν αν τα αφήναμε. Τότε όμως σκέφτηκα, για να μην πάνε χαμένα, να τα φυτέψω σ’ ένα χωράφι που έχω. Αυτά με την σειρά τους, μόλις θα ερχότανε η άνοιξη, θα μου δίνανε τόσα κουκιά καινούργια που θα χρειαζόμουνα μια αποθήκη ολάκερη για να τα βάλω. Επίσης θα έπρεπε να βρω κι άλλα χωράφια για να φυτέψω τα καινούργια και μετά κι άλλες αποθήκες. Όπως καταλαβαίνετε, χωρίς να το θέλω, άνοιξα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σήμερα κιόλας. Γι’ αυτό και άργησα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο γεράκος και γέλια ξέσπασαν σε όλη την αίθουσα του δικαστηρίου. Πρώτος και καλύτερος γέλασε ο εστιάτορας που γύρισε στη συνέχεια και του είπε:

Βρε μπας και τα ήπιες πρωί-πρωί; Τι κάθεσαι και μας αραδιάζεις και μας λες; Είναι δυνατόν να φυτέψεις βραστά κουκιά και να περιμένεις από αυτά να βγάλουνε καρπούς και να σου δώσουνε κι άλλα κουκιά; Βρες καλύτερα άλλη δικαιολογία.

Και πάλι ξέσπασαν όλοι σε γέλια, μα τότε, ο γεράκος αντί να μαζευτεί και να το βουλώσει, στύλωσε το κορμί του, γυάλισε το μάτι του, χαμογέλασε κι απάντησε στον εστιάτορα:

Εσύ το λες αυτό εστιάτορα; Εσύ που σέρνεις τον καπετάνιο στο δικαστήριο ζητώντας του μια περιουσία, που λες, ότι κοστίζουν τέσσερα βραστά αβγά που αν δεν τα έτρωγε ο καπετάνιος, θα τα έδινες σε μια κότα να τα κλωσήσει κι αυτά θα έβγαζαν κοτόπουλα και κοκόρια που στην συνέχεια θα γεννούσαν άλλα αβγά, άλλα κοτόπουλα και κοκόρια και πάει λέγοντας! Αφού λοιπόν από ένα βραστό αβγό μπορεί να γεννηθεί μια κότα, γιατί κι από ένα βραστό κουκί να μην μπορεί να βγει ένα άλλο κουκί;

Όλοι πάγωσαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η σιωπή κράτησε για λίγα λεπτά και μόνο ο δικαστής την έσπασε λέγοντας.

Την πήρα την απόφασή μου. Ο καπετάνιος έφαγε τέσσερα βραστά αβγά. Από πέντε δραχμές το ένα, μας κάνουν είκοσι δραχμές. Έφαγε και λίγο ψωμί και ήπιε μια καράφα κρασί, άλλες δώδεκα δραχμές, οπότε έχουμε τριάντα δύο δραχμές. Ας δώσει και οχτώ δραχμές για τους τόκους, δηλαδή στο σύνολο σαράντα δραχμές. Αυτό είναι το χρέος του καπετάνιου απέναντι στον εστιάτορα.

Ο καπετάνιος πετάχτηκε από την χαρά του ευχαριστώντας τον δικαστή για την απόφασή του, ενώ από την χαρά του άρχισε να φιλάει τον έξυπνο γεράκο. Γύρισε στην συνέχεια προς τον εστιάτορα που συνοφρυωμένος πλέον κοιτούσε γύρω του και του είπε:

Ορίστε οι σαράντα δραχμές σου και πάρε ακόμα χίλιες δραχμές για να κερνάς όλο τον επόμενο χρόνο τον φίλο μου τον δικηγόρο, όσο κρασί σου ζητάει.

Και λέγοντας αυτά, καπετάνιος και γεράκος, φύγανε αγκαλιασμένοι προς την προκυμαία που είχε το καράβι του ο καπετάνιος κι εκεί αποχαιρετίστηκαν δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλον να ανταμώσουν σύντομα…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Γιατί ο σκύλος ζει με τον άνθρωπο!

Παραδοσιακό παραμύθι από την Σιβηρία… (Για να ακούσεις το παραμύθι, πάνε στο τέλος της σελίδας)

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που οι πάγοι καταλάμβαναν ακόμα περισσότερο έκταση, ο σκύλος ζούσε μοναχός του. Με τα χρόνια να περνάνε, άρχισε να βαριέται και να έχει την ανάγκη για παρέα. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι ώστε να βρει άλλα ζωντανά και να ζήσει μαζί τους. Μετά από μέρες, συνάντησε ένα λαγό…

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λαγός!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λαγός και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λαγός φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας λύκος, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος το καλοσκέφτηκε και παρατήρησε ότι ο λαγός είναι φοβιτσιάρης. Έτσι, το επόμενο κιόλας πρωί, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει το λαγό και να αναζητήσει κάποιον άλλον για παρέα που δεν θα είναι τόσο φοβιτσιάρης. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν λύκο.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι λύκος!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, ο λύκος και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λύκος φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει καμία αρκούδα, να έρθει και να μας φάει.

Ο σκύλος παραξενεύτηκε γιατί θεωρούσε ότι ο λύκος θα ήταν ατρόμητος. Αντί αυτού όμως, κι αυτός φοβότανε. Έτσι, το άλλο πρωί ο σκύλος εγκατέλειψε και τον λύκο και συνέχισε να ψάχνει την κατάλληλη παρέα. Κάποια στιγμή συναντησε μια αρκούδα.

Τι ζώο είσαι εσύ;

Εγώ είμαι αρκούδα!

Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι…γιατί όχι;

Κι από εκείνη την ημέρα, η αρκούδα και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι η αρκούδα φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου…

Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να να μας ακούσει κανένας άνθρωπος, να έρθει και να μας σκοτώσει.

Κι η αρκούδα είναι φοβιτσιάρα σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι το άλλο πρωί, εγκατέλειψε και την αρκούδα συνεχίζοντας το ταξίδι του. Ώσπου κάποια στιγμή, συνάντησε μπροστά του τον άνθρωπο.

Άνθρωπε θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;

Ναι, αμέ…γιατί όχι!

siberia

Κι άρχισαν να μένουν μαζί ο σκύλος με τον άνθρωπο. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Το πρώτο βράδυ, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά και τότε ο άνθρωπος σηκώθηκε, τον πλησίασε και του είπε…

Μπράβο σκύλε, έτσι να γαβγίζεις…δυνατά. Αν περνάει κανένας λύκος ή καμιά αρκούδα, θα φοβηθεί από το γάβγισμά σου και θα φύγει.

Ο άνθρωπος δεν φοβάται…σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι από τότε ζούνε αχώριστοι μαζί, κάτω από την ίδια στέγη!

 

Άκουσε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | 1 σχόλιο

Το φαντασμένο κοκοράκι!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

kokorakiΣτα παλιά τα χρόνια, τότε που τα ζώα καταλάβαιναν τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τα ζώα, υπήρχε μια κότα . Είχε αρκετά παιδιά κι ένα από αυτά που ήταν και κοκοράκι, ήταν το πιο άσχημο απ’ όλα, αλλά ταυτόχρονα ήταν πολύ υπερήφανο, φαντασμένο και πεισματάρικο. Κάθε λίγο και λιγάκι, περηφανεύονταν στα αδέρφια του ότι ήταν το ομορφότερο και το πιο έξυπνο. Τα υπόλοιπα κοκοράκια αδιαφορούσαν για το τι έλεγε ο αδερφός τους και συνέχεια το κοροϊδεύανε για την ασχήμια του. Έτσι, όταν δεν άντεχε άλλο αυτήν την συμπεριφορά, αποφάσισε να φύγει από το κοτέτσι τους και να αναζητήσει την τύχη του αλλού, εκεί όπου θα εκτιμούσαν τα χαρίσματά του.

Την επόμενη μέρα κιόλας, πριν ο ήλιος ακόμα ανατείλει, το κοκοράκι, ανέβηκε στην σκεπή του κοτετσιού και λάλησε για μια τελευταία φορά σα να ήθελε να αποχαιρετίσει τους πάντες που ήταν γύρω του. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας, τα πουλιά που κάθονταν στα δέντρα. Έπειτα κατέβηκε, μπήκε στο κοτέτσι και είπε στα αδέρφια του:

Καλά μου αδέρφια, το πήρα απόφαση. Φεύγω από το κοτέτσι για να αναζητήσω την τύχη μου. Καλή αντάμωση λοιπόν…

Τα αδέρφια του δεν έδωσαν σημασία στα λόγια του, παρά μόνο η μαμά-κότα, τα έχασε και ξαφνιασμένη του απάντησε:

Που πας παιδάκι μου; Εκεί έξω είναι άγρια τα πράματα. Θα χαθείς. Έχει άγρια ζώα και μπορεί κάποιο από αυτά, καμιά αλεπού –για παράδειγμα- να σε φάει. Ή μπορεί να πέσεις στα χέρια κανενός μάγειρα και να σε μαγειρέψει.

Μα το πεισματάρικο κοκοράκι, ούτε καν κοίταξε την μητέρα του. Ξεκίνησε και πήρε τον δρόμο για το ταξίδι του.

Περπάτησε αρκετά ώσπου κάποια στιγμή βρέθηκε στο ψηλότερο σημείο ενός λόφου. Αφού κοίταξε γύρω του, ανέβηκε σε ένα μικρό βράχο που υπήρχε, τίναξε τα φτερά του επιβλητικά και λάλησε με όλη του τη δύναμη για να το ακούσουν από ανατολή σε δύση κι από βορά σε νότο.

Κικιρίκουουουουουου!!!

Τότε, μια φωνή από εκεί δίπλα ακούστηκε να το καλεί. Το κοκοράκι κατέβηκε από τον βράχο, περπάτησε για λίγο και είδε ένα μικρό ρυάκι που περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα. Τα πεσμένα φύλλα όμως και τα ξερά κλαδιά που είχαν πέσει από τα δέντρα, του είχαν φράξει το δρόμο του και είχε λιμνάσει. Αδυνατούσε να συνεχίσει το δρόμο του για να καταλήξει σε κάποιο ποτάμι ή στην θάλασσα.

Καλέ μου φίλε, μπορείς να με βοηθήσεις σε παρακαλώ; Πάρε με το ράμφος σου αυτά τα ξερά κλαδιά και τα φύλλα που με εμποδίζουν να συνεχίσω το δρόμο μου. Είμαι λιγάκι βιαστικός γιατί πρέπει να καταλήξω στο ποτάμι.

…είπε το ρυάκι, μα το φαντασμένο κοκοράκι του απάντησε:

Καταρχήν, δεν είμαι φίλος σου, αλλά ούτε και υπηρέτης σου για να μαζέψω τα φύλλα και τα κλαδιά.

…και χωρίς να περιμένει απάντηση, έστρεψε το κεφάλι του από την άλλη μεριά και ξεκίνησε να φύγει.

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

…του φώναξε το ρυάκι, μα το κοκοράκι είχε απομακρυνθεί και δεν το άκουσε. Συνέχισε το δρόμο του καμαρωτό, ώσπου μπροστά του αντίκρισε τον αέρα που είχε πέσει στο χώμα και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Το κοκοράκι, έκανε πως δεν τον είδε και πήγε να τον προσπεράσει όταν άκουσε να του λέει:

Καλέ μου φίλε, έλα δίπλα μου και τίναξε για λίγο τα φτερά σου. Έτσι, θα καταφέρω να πάρω μια ανάσα και θα σηκωθώ.

Μα το κοκοράκι του απάντησε με τον ίδιο ψυχρό τρόπο που απάντησε και στο ρυάκι:

Καταρχήν, δεν είμαι φίλος σου, αλλά ούτε και υπηρέτης σου για να κάθομαι δίπλα σου και να ξοδεύω ενέργεια με τα φτερά μου για να ανασάνεις εσύ.

…και συνέχισε τον δρόμο χωρίς να ακούσει τον αέρα που του φώναξε αμέσως:

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

Αφού περπάτησε αρκετά, έφτασε κοντά σε μια σπηλιά όπου μπροστά της, μισό έκαιγε μια φωτιά. Χωρίς να δώσει σημασία το κοκοράκι, πήγε να την προσπεράσει, όταν την άκουσε να του λέει:

Καλέ μου φίλε, ρίξε μου λίγα ξερά κλαδιά και κανένα χοντρό ξύλο, γιατί είμαι έτοιμη να σβήσω.

Μα το κοκοράκι, απάντησε και πάλι ψυχρά:

Ούτε φίλος σου είμαι, αλλά ούτε και υπηρέτης σου. Δεν έχω καμιά διάθεση να σου ρίξω ξύλα για να μην σβήσεις.

…και συνέχισε τον δρόμο του χωρίς να ακούσει την φωτιά που του φώναξε αμέσως:

Είσαι άσχημο κοκοράκι και πολύ κακό. Θα έρθει μια μέρα όμως που θα με θυμηθείς.

Μετά από αρκετό περπάτημα και πάνω που άρχισε να βραδιάζει, ξεπρόβαλε μπροστά του μια μεγάλη πόλη. Αποφάσισε ότι εκεί έπρεπε να πάει για να βρει την τύχη του, αφού όμως πρώτα ξημερώσει. Σκαρφάλωσε λοιπόν σε ένα δέντρο και κοιμήθηκε εκεί.

Με το πρώτο φως της ημέρας, το κοκοράκι κατέβηκε από το δέντρο και τράβηξε για την πόλη. Πέρασε την μεγάλη πύλη και περπάτησε στους δρόμους της χαζεύοντας πότε αριστερά και πότε δεξιά. Σε μια πλατεία, συνάντησε έναν τεμπέλη γάτο που ξάπλωνε και λιαζότανε και τον ρώτησε:

Καλή σου μέρα γάτε μου. Μπορείς να μου πεις πού θα βρω το παλάτι του βασιλιά;

Γιατί; Του πηγαίνεις κανένα δώρο;

Λογαριασμός δικός μου είναι αυτός. Εσένα σε ρώτησα αν ξέρεις να μου πεις που είναι το παλάτι. Ξέρεις ή να ρωτήσω κάποιον άλλον;

…απάντησε το κοκοράκι με ύφος αυστηρό. Παρόλα αυτά, ο γάτος του έδειξε τον δρόμο για το παλάτι και τον συμβούλεψε να προσέχει, μιας και δεν είναι μέρος για να κυκλοφορεί ένα κοκοράκι. Το κοκοράκι δεν του έδωσε σημασία και ξεκίνησε για το παλάτι. Όταν έφτασε από έξω είδε έναν στρατιώτη που φυλούσε κρατώντας ένα όπλο και φοβήθηκε. Έψαξε να βρει άλλον τρόπο για να μπει κι όταν είδε τον φράχτη του κήπου, έδωσε μια με τα φτερά του και πήδησε ψηλά, περνώντας τον και πέφτοντας ανάμεσα σε κάτι θάμνους. Για κακή του τύχη όμως, παραδίπλα βρισκότανε ο μάγειρας του παλατιού και μάζευε λαχανικά και μυρωδικά. Όταν το είδε, το άρπαξε μεμιάς και έτρεξε στην κουζίνα.

Δείτε τι βρήκα στον κήπο μας… ένα μικρό κοκοράκι που θα γίνει ένας καλός μεζές για το μεσημέρι.

…είπε ο μάγειρας στο υπόλοιπο προσωπικό και ζήτησε να του φέρουν βραστό νερό για να το μαδήσει. Μάταια το κοκοράκι παρακαλούσε να το αφήσουν. Όταν το βάλανε στο βραστό νερό, το κοκοράκι γύρισε και είπε του νερού:

Αχ, μη σε παρακαλώ καλό μου νερό. Μην με μαδάς.

Όταν εγώ σε παρακαλούσα να με βοηθήσεις παίρνοντας τα ξερά φύλλα και τα κλαδιά, εσύ με αγνόησες. Τώρα γιατί να μην σε αγνοήσω κι εγώ;

…απάντησε το νερό και αμέσως μετά από λίγο ακούστηκε η φωνή του μάγειρα:

Εντάξει με το μάδημα. Ανάψτε τη φωτιά για να το ψήσουμε.

Το κοκοράκι τα έχασε κι άρχισε αμέσως να παρακαλάει τη φωτιά.

Αχ, μην με καις καλή μου φωτιά…σε παρακαλώ!

Γιατί να σε λυπηθώ; Εσύ με λυπήθηκε όταν με είδες έξω από την σπηλιά που σου ζητούσα να μου ρίξεις λίγα ξερόκλαδα για να μην σβήσω;

…του απάντησε η φωτιά κι από τα νεύρα της έβαλε όλη τη δύναμη της και το έκαψε τελείως. Το έκαψε τόσο, που δεν ήταν για να φαγωθεί κι ο μάγειρας το πέταξε έξω. Εκείνη τη στιγμή, άρχισε να φυσάει δυνατός αέρας και πήρε το κοκοράκι κι άρχισε το πηγαίνει πότε από εδώ και πότε από εκεί.

Αχ, μη καλέ μου αέρα. Μη με πηγαίνεις από εδώ κι από εκεί…

…παρακάλεσε και πάλι στον αέρα το κοκοράκι, μα ο αέρας του απάντησε αδιάφορα.

Εσύ με λυπήθηκες όταν με είδες πεσμένο στο χώμα;

…και με ένα δυνατό φύσημα το έστειλε μακριά και ψηλά, μέχρι που σκάλωσε στην κορφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Κι από τότε, βρίσκεται εκεί για να μας δείχνει προς τα που φυσάει ο άνεμος, γυρίζοντας άλλοτε προς το βορά, άλλοτε προς το νότο, τη δύση και την ανατολή.

kokoraki2

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η κόρη και ο γέρος

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα χωριό μακριά από δω, ένας χωρικός χρωστούσε ένα σημαντικό ποσό σ’ έναν άσχημο γέρο και έφτασε ο καιρός να τα επιστρέψει.

Ο γέρος πίεζε τον χωρικό για την πληρωμή του χρέους όχι μόνο γιατί ήταν κακός, αλλά κι επειδή ο χωρικός είχε μια πολύ όμορφη κόρη που του άρεσε πολύ. Έτσι πρότεινε στο χωρικό μια συμφωνία. Του είπε πως θα διαγράψει το χρέος του αν θα μπορούσε να παντρευτεί τη κόρη του. Ο χωρικός και η κόρη διαμαρτυρήθηκαν στην πρόταση αυτή, αλλά ο γέρος δε σήκωνε κουβέντα και είπε πως η τύχη θα έπρεπε να αποφασίσει για το αποτέλεσμα. Όλη αυτή την ώρα μιλούσαν μπροστά στο σπίτι του χωρικού, ο οποίος ήταν στρωμένος με βότσαλα, άλλα μαύρα και άλλα άσπρα.

Αφού ο γέρος σκέφτηκε για λίγο, τους είπε ότι η κόρη θα πρέπει να περάσει από μια δοκιμασία. Θα έβαζε δύο βότσαλα μέσα σε ένα πουγκί, ένα μαύρο κι ένα λευκό και η κόρη θα έπρεπε να βάλει το χέρι στο πουγκί χωρίς να κοιτάζει και να τραβήξει ένα από τα δύο. Αν έβγαζε το μαύρο, θα έπρεπε να παντρευτεί το γέρο και το χρέος του πατέρα θα σβηνόταν. Αν διάλεγε το λευκό, τότε δεν θα τον παντρευόταν και το χρέος θα διαγραφόταν. Αν αρνιόταν πάλι να διαλέξει, τότε ο πατέρας θα πήγαινε σίγουρα φυλακή εάν δεν ξεπλήρωνε το χρέος του.

Από την αφήγηση του παραμυθιού "Η κόρη και ο γέρος" σε παιδιά στη Μεσορόπη

Από την αφήγηση του παραμυθιού «Η κόρη και ο γέρος» σε παιδιά στη Μεσορόπη

Καθώς μιλούσε ο γεροκατεργάρης, έσκυψε και πήρε δύο βότσαλα από κάτω και τα έβαλε μέσα στο πουγκί. Η κόρη όμως, που είχε κοφτερή ματιά, είδε πως ο γέρος είχε πάρει δύο μαύρα βότσαλα και σηκώνοντάς τα, τα έβαλε στο πουγκί χωρίς να πει λέξη. Ο γέρος σίγουρος πως η κοπέλα θα γίνει γυναίκα του, χαμογέλασε και της ζήτησε να διαλέξει ένα βότσαλο. Η κόρη υπάκουσε τον γέρο και έβαλε το χέρι της μέσα στο πουγκί, διάλεξε ένα βότσαλο και -δήθεν αδέξια- της έπεσε στο έδαφος προτού προλάβει να δει κανείς αν ήταν μαύρο ή άσπρο αυτό που είχε πιάσει, καθώς μπερδεύτηκε με τα άλλα βότσαλα στο έδαφος.

Αχ!!! Είμαι πολύ αδέξια, αλλά δεν πειράζει. Θα ανοίξουμε το πουγκί να βγάλουμε το άλλο βότσαλο που έμεινε μέσα και έτσι θα βρούμε ποιο βότσαλο είχα πάρει.

…είπε η νεαρή κοπέλα. Ο γέρο-κατεργάρης δεν τόλμησε να φανερώσει την απάτη του. Έτσι η κοπέλα με την εξυπνάδα της γλύτωσε τον πατέρα της από τη φυλακή και τον εαυτό της από τον άσχημο γέρο.

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι διαβάζει η Κατερίνα Κουμανίδου, υπεύθυνη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός».

 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Η κυρά Καλή και οι δώδεκα μήνες!

(Άκουσε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Σε ένα μικρό χωριό, πριν πολλά-πολλά χρόνια, ζούσε μια γυναίκα η κυρά –Καλή. Ήταν χειμώνας κι έκανε κρύο. Έτσι, η κυρά-Καλή, σηκώθηκε το πρωί και πήγε στο δάσος να μαζέψει ξύλα για το τζάκι της. Εκεί που περπατούσε, ο ουρανός άστραψε και μια ξαφνική μπόρα ξέσπασε, βρίσκοντάς την αφύλαχτη. Για καλή της τύχη όμως, εκεί παραδίπλα, υπήρχε μια καλύβα που ποτέ άλλοτε δεν την είχε προσέξει. Λες κι εμφανίστηκε μαγικά εκείνη τη στιγμή. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν αμέσως και μπήκε μέσα. Στο καθιστικό, ένα μεγάλο τζάκι έκαιγε για τα καλά και μπροστά του καθότανε ένας συμπαθητικός γέρος με μια άσπρη μακριά γενειάδα. Γύρω του υπήρχαν δώδεκα όμορφα παλικάρια. Τα τρία φορούσαν γούνες, τρία είχαν στα μαλλιά τους στεφάνια από λουλούδια, τρία είχαν στεφάνια από στάχυα και τα τρία τελευταία φορούσαν στεφάνια από σταφύλια.
 Η κυρά-Καλή τα έχασε μα δεν φοβήθηκε.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά, εμπνευσμένη από το παραμύθι της προφορικής παράδοσης «Οι 12 μήνες»

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά, εμπνευσμένη από το παραμύθι της προφορικής παράδοσης «Οι 12 μήνες»

Καλώς την κυρούλα…κάτσε να ξαποστάσεις.

…της είπαν τα παλικάρια με μια φωνή!

Α! Σας ευχαριστώ καλά μου παιδιά!

…απάντησε η κυρά-Καλή κι έκατσε δίπλα στο τζάκι.

Πιάσαν την κουβέντα και κάποια στιγμή ο γέροντας τη ρώτησε:

Ποιο μήνα αγαπάς περισσότερο; Ποιος είναι ο καλύτερος απ’ όλους;

Η κυρά-Καλή, αφού το σκέφτηκε για λίγο, απάντησε με ευγενική και καλοσυνάτη φωνή :

Όλοι οι μήνες του χρόνου είναι καλοί και ευλογημένοι. Όλοι έχουν τις χάρες τους και τις ομορφιές τους. Για παράδειγμα, ο Γενάρης φέρνει τα χιόνια και τα παιδιά βγαίνουν έξω να παίξουν μαζί του και να φτιάξουν χιονάνθρωπους. Ο Φλεβάρης φέρνει την αποκριά κι όλοι μασκαρεύονται ζητώντας από τους άλλους να τους αναγνωρίσουν. Ο Μάρτης φέρνει τα χελιδόνια, προάγγελοι της  Άνοιξης και του καλοκαιριού. Ο Απρίλης την Πασχαλιά, την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και ο Μάης τα λουλούδια που κάνει όλη την πλάση να μοιάζει με πολύχρωμο πίνακα ζωγραφικής. Ο Ιούνης τα χρυσά τα στάχυα και ο Ιούλης τα θαλασσινά τα μπάνια. Αχ… κι ο Αύγουστος μας δίνει φρούτα καλοκαιρινά, δροσιστικά και απολαυστικά. Κι έπειτα ο Σεπτέμβρης φέρνει τρύγο και χαρά. Ο Οκτώβρης τις βροχές που ζητάει η γης να ξεδιψάσει κι ο Νοέμβρης τις ελιές, το πιο παρθένο αγαθό. Ε κι ο Δεκέμβρης τέλος, τι χαρά, τις μεγάλες τις γιορτές, κάλαντα και παιδικές φωνές! Γι’ αυτό σας λέω… όλοι οι μήνες είναι καλοί κι ευλογημένοι!

Ο γέροντας έκανε ένα νεύμα στα παλικάρια κι εκείνα βγήκαν από το δωμάτιο κι υστερα από λίγο γύρισαν κρατώντας ένα δεμάτι ξύλα και ένα βελούδινο πουγγί.

Κυρούλα αυτά είναι για σένα…ξύλα για το τζάκι σου και αυτό το πουγγί που θα το ανοίξεις μόνο όταν φτάσεις στο σπίτι σου και κλείσεις καλά πρώτα την πόρτα. Καλό δρόμο να ‘χεις!

Η κυρά-Καλή τους ευχαρίστησε και τους αποχαιρέτησε παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής. Όταν έφτασε στο φτωχικό της, έκλεισε την πόρτα, άνοιξε το πουγγί και τι να δει!!! Ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!
 Σε λίγο καιρό το φτωχικό της κυρά-Καλής έγινε ένα καινούριο όμορφο σπίτι. Φυτεμένο γύρω-γύρω με δέντρα, θάμνους και λουλούδια. Ζούσε ευτυχισμένη με τα παιδιά της και περνούσαν όλοι πολύ καλά. Κι επειδή ήταν καλόψυχη γυναίκα, φρόντιζε να μοιράζει τη χαρά της και τα υπόλοιπα λεφτά της σε όσους συγχωριανούς της, είχαν ανάγκη.
 Μια γειτόνισσά της βλέποντας αυτές τις αλλαγές τη ρώτησε με κακία:

Τι συμβαίνει με σένα; Πού βρήκες εσύ φτωχιά γυναίκα τόσα λεφτά; Μπας και τα κλεψες;

Η κυρά-Καλή έκατσε και της τα εξιστόρησε όλα, με το νι και με το σίγμα.
 Η γειτόνισσα ήταν πλούσια και δεν είχε ανάγκη, όμως ζήλεψε και χωρίς να χάσει καιρό ξεκίνησε την επόμενη μέρα το πρωί για το δάσος. Αφού έφτασε στην καλύβα, χτύπησε την πόρτα και της άνοιξαν τα παλικάρια.

Καλημέρα θείτσα…πέρασε να ξαποστάσεις και να σε φιλέψουμε.

Κακή, ψυχρή κι ανάποδη…

…τους απάντησε θυμωμένη και συνέχισε στο ίδιο ύφος…

Ξυλιάσανε τα χέρια μου και πάγωσαν τα πόδια μου μ΄ αυτόν το βρωμόκαιρο.

Παρόλα αυτά, έκατσε δίπλα στο τζάκι και πιάσαν την κουβέντα. Κάποια στιγμή ο γέροντας τη ρώτησε:

Για πες μου να χαρείς, ποιό μήνα αγαπάς περισσότερο; Ποιός είναι πιο καλός;

Όλοι τους είναι χάλια…πάρτον τον έναν και χτύπα τον στον άλλο! Κανέναν δεν αγαπώ. Ο Γενάρης με παγώνει με τα χιόνια και ο Φλεβάρης με ζαλίζει με τα καρναβάλια του που έρχονται όλοι στο σπίτοι και ζητάνε να βρω ποιοί είναι μασκαρεμένοι. Ο Μάρτης φέρνει χελιδόνια και κουτσουλάνε τις αυλές και ο Απρίλης μου φέρνει αλλεργία, φτερνίζομαι και γεμίζω σπυριά. Ο Μάης φέρνει τα λουλούδια, τρέχουν τα παιδιά, φωνές παντού…μου παίρνουνε τ’ αυτιά. Ο Ιούνης φέρνει δουλειές, μπελάδες, ….τρέχα να θερίσεις και τον Ιούλη ν’ αλωνίσεις…ούφ…
Ιούλης κι Αύγουστος τι ζέστη! ιδρώτας, μπάνια … άμμο παντού, καύσωνας, μύγες και κουνούπια. Σωστή φρίκη!
 Ο Σεπτέμβρης πάλι; Τρύγος, κούραση… α πα πα πα… Και τον Οκτώβρη πιο πολλές δουλειές, έρχονται οι βροχές, με τρελαίνουν οι βροντές κι οι αστραπές! Ο Νοέμβρης στρώσε- ξέστρωσε, ψάξε μάλλινα, στρώσε χαλιά και κάνε υπομονή για να αντέξεις του Δεκέμβρη το μπελά: καλικάντζαροι, γλυκά, δώρα, κάλαντα και πάει ο παράς!

Ο γέροντας έκανε ένα νεύμα στα παλικάρια και εκείνα αφού βγήκαν από το δωμάτιο, επέστρεψαν μετά από λίγο φέρνοντας στην κυρά το δεμάτι με τα ξύλα και το πουγγί.

Ορίστε! Αυτά είναι για σένα. Ξύλα για το τζάκι και αυτό το πουγγί που θα το ανοίξεις μόνο όταν φτάσεις στο σπίτι σου, μα μην ξεχάσεις πρώτα να κλείσεις καλά καλά την πόρτα!

…της είπαν τα παλικάρια κι η κυρά έφυγε γρήγορα-γρήγορα και χωρίς να χαιρετήσει κανέναν. Μόλις έφτασε στο σπίτι, πέταξε το δεμάτι με τα ξύλα έξω από την καλύβα και κρατώντας σφιχτά το πουγγί έτρεξε στο σπίτι της. Πρώτα έκλεισε και μαντάλωσε τα παραθύρια και την πόρτα και μετά αναποδογύρισε το πουγγί περιμένοντας να ξεχυθούν τα χρυσά φλουριά. Μα αυτό ήταν γεμάτο φαρμακερά φίδια που απλώθηκαν στο σπιτικό της. Έτσι πήρε ένα μάθημα για τον κακό της τρόπο και τα απαίσια λόγια της ενώ η κυρά-Καλή έζησε ευτυχισμένη κι αγαπημένοι με όλους.

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Η κυρά Καλή και οι δώδεκα μήνες!» αφηγείται η Όλγα Παλακίδου. Η Όλγα Παλακίδου είναι τελειόφοιτη στο τμήμα Βοηθών Βρεφονηπιοκόμων. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 6 Σχόλια

Ο ψαράς και το χρυσόψαρο!

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!!!

Ζωγραφιά της μικρής μας παραμυθούς Ζηνοβίας, εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο ψαράς και το χρυσόψαρο"

Ζωγραφιά της μικρής μας παραμυθούς Ζηνοβίας, εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο ψαράς και το χρυσόψαρο»

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριουδάκι όχι πολύ μακριά από εδώ, ζούσε μια όμορφη οικογένεια. Όμορφη, αλλά φτωχή. Το σπίτι τους, ήταν μια καλύβα που μετά βίας τους χωρούσε όλους. Σε δύο δωμάτια μόνο, έπρεπε να χωρέσουνε, ο μπαμπάς, η μαμά και τα 3 παιδιά τους. Ο μπαμπάς ήτανε ψαράς και προσπαθούσε να πιάνει ψάρια, να τα πουλάει στην αγορά για να μπορεί η οικογένειά του να έχει έστω και ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι τους. Παρότι ήτανε φτωχοί ήτανε πολύ χαρούμενοι. Είχανε φίλους όλους τους κατοίκους του χωριού και ήτανε πολύ καλοί και αγαπητοί άνθρωποι. Τα παιδιά τους, αν και με λιγοστά παιχνίδια παίζανε πάντα χαρούμενα και αγαπημένα στο μικρό τους κήπο και βοηθούσανε τη μητέρα τους με τις δουλειές του σπιτιού όποτε τους το ζητούσε.

Έναν χειμώνα όμως ο καιρός ήτανε πολύ ψυχρός. Για μέρες ολόκληρες έβρεχε και φυσούσε δυνατά. Ο καημένος ο πατέρας δεν μπορούσε να πάρει τη βαρκούλα του και να πάει για ψάρεμα και έτσι τα παιδιά του είχανε να φάνε τρεις μέρες. Η γυναίκα του, του έλεγε συνέχεια «να μην ανησυχεί». Πως είναι μια δοκιμασία και θα την ξεπεράσουν όπως κι άλλες φορές. Ο πατέρας όμως δεν άντεξε και το επόμενο πρωινό, πήρε τα εργαλεία του και έφυγε από το σπίτι. Έξω έβρεχε πολύ και μέχρι να φτάσει στη βαρκούλα του είχε ήδη γίνει μούσκεμα. Η θάλασσα ήτανε πολύ αγριεμένη όμως ο πατέρας σκεφτότανε συνέχεια τα παιδιά του, ότι έχουν να φάνε μέρες. Πήδηξε λοιπόν στη βάρκα και βγήκε στα ανοιχτά. Δεν μπορούσε όμως να πιάσει κανένα ψάρι γιατί είχε φοβερό αέρα και δεν μπορούσε εύκολα να ρίξει το καλάμι του.

Θεέ μου… τί δυστυχία…τα παιδιά μου θα πεθάνουν από την πείνα!!!

…μονολόγησε, μα τότε, του φάνηκε ότι τσίμπησε ένα ψάρι. Τράβηξε με δύναμη με το καλάμι του επάνω και τί να δει!! ένα μικρό χρυσόψαρο!!! Στην αρχή παραξενεύτηκε γιατί πρώτη φορά έβλεπε κάτι τέτοιο. Έπειτα δυσφόρησε γιατί ήταν πολύ μικρό και δεν θα χόρταιναν τα παιδιά του. Παρόλα αυτά, το απαγκίστρωσε και ετοιμάστηκε να το βάλει στο καλάθι του, όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή να ακούγεται από το στόμα του μικρού ψαριού, λέγοντάς του:

Ρίξε το χρυσό ψαράκι στο γιαλό και θα δεις καλό!

Ο ψαράς, τρόμαξε στην αρχή. «Αμάν το ψαράκι μιλάει, μονολόγησε. Από την άλλη, σκέφτηκε ότι δεν είχε να χάσει τίποτα και τελικά το έριξε πίσω στην θάλασσα.

Η φίλη μας Σοφία ζωγράφισε κι αυτή με θέμα το παραμύθι "Ο ψαράς και το χρυσόψαρο".

Η φίλη μας Σοφία ζωγράφισε κι αυτή με θέμα το παραμύθι «Ο ψαράς και το χρυσόψαρο».

Το χρυσόψαρο, αναδύθηκε στην επιφάνεια και κοίταξε κατάματα τον φτωχό ψαρά και του είπε με γαλήνια φωνή.

Τι καλό θέλεις να σου κάνω για το καλό που μου έκανες;

Ο ψαράς απόρησε, θεωρώντας ότι το μικρό ψάρι δεν ήταν ικανό να του προσφέρει τίποτα. Παρόλα αυτά του απάντησε…

Το μόνο που θέλω είναι να πάω στο σπίτι μου και να βρω στο τραπέζι φαγητό και τα παιδιά μου να τρώνε.

 Τότε, το μικρό χρυσόψαρο, έκανε μια σβούρα γύρω από τον εαυτό του, αφήνοντας ένα μικρό ήχο σαν σφύριγμα και μετά χάθηκε στον βυθό της θάλασσας. Ο ψαράς, γύρισε λυπημένος στο σπίτι του αφού δεν είχε καταφέρει να πιάσει τίποτα καλό για φαγητό, μα εκεί μια έκπληξη τον περίμενε. Μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε τα παιδιά του να κάθονται στο τραπέζι το οποίο ήταν γεμάτο λογής-λογής φαγητά. Ψάρια, κρέατα, πίτες, σαλάτες, σοκολάτες,  τούρτες και πολλά άλλα καλούδια. Αφού έφαγαν και χόρτασαν, το βράδυ, μόλις πέσανε για ύπνο, ο ψαράς δεν άντεξε και είπε στην γυναίκα του ό,τι είχε συμβεί στην θάλασσα με το χρυσόψαρο.

Αμάν βρε άντρα μου, κι από όλες τις ευχές, αυτή βρήκες να ζητήσεις εσύ;

…του απάντησε στεναχωρημένη η γυναίκα του.

Την επόμενη μέρα, ο καιρός καλυτέρεψε κι ο ψαράς, πήρε τα σύνεργά του και τράβηξε για την θάλασσα. Μπήκε στην βάρκα του κι ανοίχτηκε ξανά στα βαθιά. Ψάρευε για ώρες μα δίχως αποτέλεσμα. Πάνω που ετοιμαζότανε να μαζέψει την πετονιά του, κάτι ένιωσε να την τραβάει. Την τράβηξε γρήγορα επάνω και έκπληκτος αντίκρισε πάλι το μικρό χρυσόψαρο.

Ζωγραφιά του μικρού Νικόλα, εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο ψαράς και το χρυσόψαρο".

Ζωγραφιά του μικρού Νικόλα, εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο ψαράς και το χρυσόψαρο».

Ρίξε το χρυσό ψαράκι στο γιαλό και θα δεις καλό!

…ακούστηκε και πάλι από το στοματάκι του ψαριού. Ο ψαράς, χωρίς δεύτερη σκέψη, το απαγκιστρώνει και το ρίχνει ξανά στην θάλασα.

Το χρυσόψαρο, αναδύθηκε στην επιφάνεια και κοίταξε ξανά κατάματα τον φτωχό ψαρά λέγοντάς του με γαλήνια φωνή.

Τι καλό θέλεις να σου κάνω για το καλό που μου έκανες;

Ο ψαράς, προετοιμασμένος αυτήν την φορά, απάντησε αμέσως…
Θέλω ένα μεγάλο και άνετο σπίτι. Το κάθε παιδί μας, να έχει το δικό του δωμάτιο με πολλά παιχνίδια. Η κουζίνα μας να είναι γεμάτη με φαγητά. Θέλω ένα μεγάλο τζάκι να υπάρχει στο καλό δωμάτιο που θα καθόμαστε όλοι μαζί τα βράδια και θα λέμε ιστορίες. Επίσης, θέλω και μια κουνιστή πολυθρόνα για να χουζουρεύω τα πρωινά.

Τότε, το μικρό χρυσόψαρο, έκανε μια σβούρα γύρω από τον εαυτό του, αφήνοντας και πάλι ένα μικρό ήχο σαν σφύριγμα και μετά χάθηκε στον βυθό της θάλασσας. Ο ψαράς, γύρισε γρήγορα στο σπίτι του και τα έχασε όταν μπροστά του αντίκρισε, αντί για την φτωχική τους καλύβα, ένα τεράστιο σπίτι, σχεδόν σαν παλάτι, όπως ακριβώς το είχε περιγράψει στο χρυσόψαρο.

Ο καιρός περνούσε κι όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Μια μέρα όμως, λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό τους κι ενώ είχαν πέσει να ξαπλώσουν, η γυναίκα του ψαρά έδειχνε ανήσυχη.

Τι έχεις βρε γυναίκα; Δεν είσαι ευχαριστημένη με αυτά που μας συμβαίνουν;

Ευχαριστημένη είμαι άντρα μου…αλλά να…σκεφτόμουνα πόσο ωραία θα ήταν, αν αντί για το όμορφο αυτό σπίτι που έχουμε, είχες ζητήσει κάτι άλλο…

Και τι άλλο σκέφτηκες;

…ρώτησε και πάλι ο ψαράς!

Φαντάσου να του είχες ζητήσει να σε κάνει εσένα βασιλιά κι εμένα βασίλισσα!

Ζωγραφιά του Θοδωρή εμπνευσμένη από το παραμύθι "το χρυσόψαρο"

Ζωγραφιά του Θοδωρή εμπνευσμένη από το παραμύθι «το χρυσόψαρο»

…απάντησε η γυναίκα του και τα μάτια της γυάλισαν σαν να ήθελε να δακρίσει. Το επόμενο πρωί, ο ψαράς πήρε και πάλι τα σύνεργά του από την αποθήκη και τράβηξε κρυφά για την θάλασσα. Μπήκε στην βάρκα του κι άρχισε να ανοίγεται προς τα βαθιά, ευχόμενος να βρει ξανά το μικρό χρυσόψαρο. Έριξε την πετονιά του με το καλάμι και περίμενε. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερις ώρες και όντως, ένιωσε πως κάτι τσίμπησε στην πετονιά του. Την τράβηξε γρήγορα και με μεγάλη χαρά, είδε το μικρό χρυσόψαρο.

Ρίξε το χρυσό ψαράκι στο γιαλό και θα δεις καλό!

Αμέσως ο ψαράς το έριξε πίσω στην θάλασσα. Το χρυσόψαρο, αναδύθηκε στην επιφάνεια και κοίταξε ξανά κατάματα τον φτωχό ψαρά λέγοντάς του με γαλήνια φωνή.

Τι καλό θέλεις να σου κάνω για το καλό που μου έκανες;

 Θέλω να με κάνεις βασιλιά και την γυναίκα μου βασίλισσα. Να ζούμε σε ένα τεράστιο παλάτι και να έχουμε όλα τα καλά του Θεού.
…απάντησε χωρίς πολύ σκέψη ο ψαράς. Το μικρό χρυσόψαρο έμεινε ακίνητο. Χαμήλωσε τα μάτια κι εξαφανίστηκε στον βυθό της θάλασσας. Ο ψαράς άρχισε να κάνει γρήγορα κουπί για να επιστρέψει στην στεριά και έπειτα έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του γεμάτος χαρά περιμένοντας να δει το παλάτι του και την γυναίκα του βασίλισσα καθισμένη στο θρόνο και φορώντας στέμμα. Μα ξαφνικά κοκάλωσε από την τρομάρα του όταν αντί γι’ αυτό, αντίκρισε μπροστά του την παλιά καλύβα που είχαν. Την γυναίκα του και τα παιδιά του να φοράνε τα παλιά φτωχικά τους ρούχα κι όλα να είναι όπως πρώτα και σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα.

Μόνο τότε κατάλαβε το λάθος τους. Κατάλαβε πως τους κυρίευσε η απληστία κι άρχισαν να χάνουν την χαρά και την αγάπη που είχαν πρώτα κι ας μην είχαν πολλά αγαθά. Είχαν όμως, ο ένας τον άλλον. Κι αυτό ήταν αρκετό!

Η μικρή μας Σουζάνα ζωγράφισε κι αυτή το παραμύθι "το χρυσόψαρο"

Η μικρή μας Σουζάνα ζωγράφισε κι αυτή το παραμύθι «το χρυσόψαρο»

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Ο ψαράς και το χρυσόψαρο» αφηγείται η Ματίνα Δαραβάνη. Η Ματίνα Δαραβάνη είναι Κοινωνική λειτουργός – Συγγραφέας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 4 Σχόλια

Το ασημένιο κουδουνάκι

Japan-flagΠαραμύθι από την Ιαπωνία.

Στα παλιά τα χρόνια, σε ένα μικρό χωριό που βρίσκονταν κοντά στην θάλασσα, ζούσε ένας σοφός γέροντας με κάτασπρα μαλλιά και εξίσου κάτασπρο και μεγάλο μούσι. Ντυμένος με έναν πορτοκαλί χιτώνα, ξυπόλητος, απολάμβανε να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και να αγναντεύει τη θάλασσα για ώρες. Επειδή ήτανε μόνος, προκειμένου να σπάει την μονοτονία της ησυχίας, είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στην άκρη της σκεπής της βεράντας του. Έτσι, με το παραμικρό φύσημα του αγέρα, το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί μελωδικά. Κάπως έτσι περνούσε τις ώρες και τις μέρες του ο σοφός γέροντας.

41mSJyaGcDL._SL500_AA300_

Λίγο παρακάτω από το σπίτι του, ζούσε ένας φαρμακοποιός. Τα πράγματα τελευταία, δεν πήγαιναν καλά γι’ αυτόν. Οι δουλειές του πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, με αποτέλεσμα ο φαρμακοποιός να έχει πέσει σε βαθιά μελαγχολία. Έτσι, σκέφτηκε να επισκεφτεί τον σοφό γέροντα και να του ζητήσει την συμβουλή του. Όταν έφτασε στο σπίτι του, τον είδε να κάθεται γαλήνιος και ευτυχισμένος αγναντεύοντας την θάλασσα. Αρχικά απόρησε. Εκείνη την στιγμή, ένα μικρό αεράκι, έκανε το ασημένιο κουδουνάκι να ηχήσει μελωδικά και τότε όλες οι απορίες του φαρμακοποιού διαλύθηκαν. Οπλίστηκε με θάρρος και είπε στον σοφό γέροντα:

Καλέ μου γέροντα, μήπως σου είναι εύκολο, να μου δανείσεις για μια μέρα το ασημένιο κουδουνάκι σου; Αύριο, τέτοια ώρα, θα στο έχω επιστρέψει!

Ο γέροντας, χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, απάντησε:

Ναι…γιατί όχι; Μην ξεχάσεις να μου το επιστρέψεις όμως, γιατί αυτό είναι που διώχνει την μοναξιά μου και μου είναι αναγκαίο!

Ο φαρμακοποιός συμφώνησε, ευχαρίστησε τον σοφό γέροντα και υποσχέθηκε να του το επιστρέψει την επόμενη μέρα. Γύρισε αμέσως στο σπίτι του κι έβαλε το ασημένιο κουδουνάκι στον κήπο του, στο ψηλότερο σημείο ενός αναρριχώμενου φυτού. Το βραδινό αεράκι δεν άργησε να έρθει και το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί ξανά, προσφέροντας έτσι χαλάρωση και γαλήνη στον φαρμακοποιό. Ξαφνικά άρχισε να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, αισιόδοξα. Είδε την ζωή όμορφη και χωρίς να το σκεφτεί άρχισε να χορεύει.

Η μέρα πέρασε γρήγορα και έφτασε η στιγμή που έπρεπε ο φαρμακοποιός να επιστρέψει το ασημένιο κουδουνάκι…μα τίποτα. Οι ώρες περνούσαν κι ο γέροντας μάταια περίμενε να δει την εξώπορτά του να ανοίγει. Έτσι, αφού τελείωσε το μεσημεριανό φαγητό τους, ο γέροντας ζήτησε από ένα μαθητή του, τον Τσιάο, να πάει μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού, να δει τι συμβαίνει, να ζητήσει πίσω του κουδουνάκι και να το φέρει πίσω.

Ο Τσιάο, δίχως να χάσει στιγμή, ξεκίνησε για το σπίτι του φαρμακοποιού. Μόλις πέρασε την ξύλινη καγκελόπορτα της αυλής όμως, σάστισε από την όμορφη μελωδία που άκουσε, ενώ δεν πίστευε στα μάτια μόλις αντίκρισε τον φαρμακοποιό να χορεύει. Η αρχική παγωμάρα δεν άργησε να φύγει και την θέση της πήρε η … δράση. Ο Τσιάο δεν άντεξε, και υπέκυψε στον πειρασμό αρχίζοντας να χορεύει κι αυτός, ξεχνώντας τα λόγια του δασκάλου του. Τώρα χόρευαν κι οι δυο τους, ξέγνοιαστοι, χαλαροί και ευτυχισμένοι…μα οι ώρες περνούσαν κι ο σοφός γέροντας άρχισε να θυμώνει μιας και τώρα, εξαφανίστηκε κι ο μαθητής του. Τότε, φώναξε έναν άλλον μαθητή του, τον Κοτάρο. Πάνω-κάτω, τα ίδια είπε και σε αυτόν, με την διαφορά ότι αν δει στον δρόμο τον Τσιάο, να τον επιπλήξη για την ανυπακοή του.

Λίγες στιγμές αργότερα, ο Κοτάρο περνούσε την ξύλινη καγκελόπορτα του σπιτιού του φαρμακοποιού, λαχανιασμένος κι έτοιμος να βάλει τις φωνές, μα… πάγωσε όταν αντίκρισε τον φαρμακοποιό και τον Τσιάο, να χορεύουν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι υπό τους ήχους του ασημένιου κουδουνιού. Δεν άντεξε κι ενώ ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε φωνές, τελικά ξέσπασε σε γέλια και χορό, ακολουθώντας τα βήματα των άλλων δύο..και οι ώρες περνούσαν.

Ο σοφός γέροντας κόντευε να σκάσει από την περιέργειά του και την ανυπομονησία του. Έτσι, αποφάσισε να πάει ο ίδιος εκεί και να δει τί γίνεται. Ξεκίνησε από το σπίτι του όταν άρχισε ο ήλιος να δύει κι αφού έφτασε έξω από το σπίτι του φαρμακοποιού, ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα με την μαγκούρα του, όταν άκουσε γέλια, λαχανιάσματα και ήχους από το ασημένιο κουδουνάκι του. Έσπρωξε την πόρτα με την μαγκούρα του και ξαφνιάστηκε με το θέαμα που αντίκρισε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το «πως» και το «γιατί», ο φαρμακοποιός με τους δύο μαθητές του, χόρευαν και γελούσαν ευτυχισμένοι και χαλαροί. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, αλλά τελικά δεν άντεξε. Μια επιθυμία για χορό, τον έσπρωξε και πιάστηκε χέρι με χέρι με τον φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο. Τώρα, χορεύανε κι οι τέσσερις μαζί. Χαρούμενοι, χαλαροί κι ευτυχισμένοι. Κι ύστερα γίνανε, πέντε…έξι…εφτά…αφού όποιος περνούσε από το σπίτι, ακούγοντας τα γέλια και τα λαχανιάσματα μαζί με τον ήχο από το ασημένιο κουδουνάκι, έμπαινε στην αυλή κι άρχιζε κι αυτός το χορό.

πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος. Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του. Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε. Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο, ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυο μαθητές του, να χορεύουν χαρούμενα. Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει. Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί. Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό.

Και που ξέρεις…αν καμιά φορά βρεθείς στην Ιαπωνία, κι αν τύχει και περάσεις από το σπίτι του φαρμακοποιού, αφουγκράσου έξω από την πόρτα του. Αν ακούσεις γέλια, λαχανιάσματα κι ήχους από ασημένιο κουδουνάκι, μην ξαφνιαστείς και προπαντώς να μην ντραπείς…σπρώξε την πόρτα και μπες μέσα. Δώσε το χέρι σου σε κάποιον και σύρε στο χορό…!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το πιο γλυκό ψωμί

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας….

 Σε μια μακρινή χώρα υπήρχε ένας πολύ πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός είχε ό, τι επιθυμούσε η καρδιά του και όλοι έλεγαν ότι ήταν ευτυχισμένος, ώσπου εντελώς ξαφνικά αρρώστησε! Δεν είχε όρεξη να φάει τίποτα κι όλο αδυνάτιζε! Συνεχώς γκρίνιαζε και γινόταν ολοένα και πιο παράξενος. Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον εξέταζαν, μα δεν κατάφερναν να τον θεραπεύσουν.

Κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας φτωχός γέροντας, με μεγάλη άσπρη γενειάδα, που ήταν όμως σοφός και  ήξερε από γιατρικά. Έμαθε για την αρρώστια του βασιλιά και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε κι εκείνος τον ρώτησε:

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί"

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί»

Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;

Τι λες, γιατρέ μου! Όλη τη μέρα κάθομαι  στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ.

Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;

Όχι, βέβαια! Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και δε με ενδιαφέρει κανένας!

Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;

Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό, τι γυρέψω, το αποκτώ αμέσως!

  Ο γέροντας σκέφτηκε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στο βασιλιά :

Άκουσε, βασιλιά μου: Απ’ ό, τι βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Ο βασιλιάς αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του γέροντα κι έτσι από την επόμενη κιόλας μέρα έδωσε διαταγή  σ’ όλους τους φουρνάρηδες του βασιλείου του, να ζυμώσουν και να του ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Έτσι λοιπόν οι ψωμάδες όλου του βασιλείου έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά προκειμένου να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί και να ευχαριστήσουν το βασιλιά τους! Ζύμωσαν με ζάχαρη και ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά. Κανένα απ’ αυτά όμως δεν άρεσε στο βασιλιά, ο οποίος συνέχιζε να γκρινιάζει και να απορρίπτει τον ένα φούρναρη μετά τον άλλο. Αφού πέρασαν πάρα πολλές μέρες και κανένας δεν μπόρεσε να τον ικανοποιήσει, ο βασιλιάς έξω φρενών, αποφάσισε να στείλει ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!

…του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.

Γιατί, βασιλιά μου;

…τον ρώτησε ο γέροντας.

Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!

Δε σου έκαμε ε;

…είπε ο γέροντας και συνέχισε…

Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!

Ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να αγριέψει πάλι, μα είδε τον γέροντα που σκεφτόταν κάτι και περίμενε. Πράγματι, ο γέροντας ύστερα από λίγο συνέχισε λέγοντας:

Άκουσε, βασιλιά μου, αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό, τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, μπορείς να μου πάρεις το κεφάλι!

Ο βασιλιάς αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο γέροντας, αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Καθώς νύχτωσε φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα και παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που έμενε ο γέροντας, σε μια καλύβα. Μόλις ξημέρωσε, ο γέροντας έδωσε στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του είπε:

Έλα να θερίσουμε!

Ο βασιλιάς απόρησε αλλά δεν του έφερε αντίρρηση, μιας και είχε συμφωνήσει να κάνει ότι του λέει ο γέροντας για να φάει το πιο γλυκό ψωμί και να γιατρευτεί. Έτσι λοιπόν θέριζε μέσα στο λιοπύρι όλη τη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχια! Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί κι οι δυο να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του είπε:

Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!

Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερα  από τα μισά κι όλη τη μέρα τα κοπανούσε, ώσπου έκανε το στάρι σωρό κι αφού ήταν έτοιμο το βάλανε στο σακί. Και πάλι ολόκληρη τη μέρα δεν έφαγαν τίποτα, μόνο νερό ήπιαν από τη στέρνα που ήταν κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε. Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά:

Ξύπνα! Τώρα θα πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος.

Ο βασιλιάς παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος, και άμαθος σε τέτοιες ταλαιπωρίες, πήρε το σακί στην πλάτη του και ακολούθησε τον γέροντα ως την κορφή. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στο μύλο ο βασιλιάς άρχισε να πεινάει, αλλά δεν είπε τίποτα ακόμα στο γέροντα. Αλέσανε το στάρι τους και κατά το μεσημέρι ο βασιλιάς φορτώθηκε πάλι το σακί με το αλεύρι αυτή τη φορά, και γυρίσανε στην καλύβα.

Τώρα, ήρθε η ώρα να ζυμώσουμε

…του είπε ο γέροντας. Αφού τον έβαλε να ζυμώσει το αλεύρι, τον έστειλε στο δάσος να κόψει ξύλα κι αργά κατά το βράδυ βάλανε και κάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε τρία- τέσσερα καρβέλια. Ο βασιλιάς πεινούσε πλέον πάρα πολύ και περίμενε πως και πως για να ψηθούν! Όταν άρχισε όμως να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους, δεν άντεξε και είπε στο γέροντα:

Πεινάω πολύ!

Περίμενε και θα φας!

…του απάντησε εκείνος. Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Τότε ο βασιλιάς έπεσε με τα μούτρα στο φαί. Με το που κατάπιε την πρώτη μπουκιά, το πρόσωπο του φωτίστηκε από τη χαρά και φώναξε:

Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!

Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε:

Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσαι ελεύθερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις από δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη, δε θα σου λείψει.

O βασιλιάς ακολούθησε τη συμβουλή του σοφού γέροντα κι όταν επέστρεψε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του. Άρχισε μάλιστα να πηγαίνει στον κήπο και να τον περιποιείται. Έπαψε να περιμένει τα πάντα από τους άλλους. Από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξία κι έτρωγε καλά.

                                                                                                                                                                                                       Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.