Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Γιατί η γάτα κοιμάται μέσα στο σπίτι;

Μια ιστορία από την Ιρλανδία, που λέγεται «Ο σκύλος και η γάτα», μας εξηγεί πώς οι γάτες κέρδισαν το δικαίωμα να κοιμούνται μέσα στα σπίτια.

Κάποτε, μας λέει το παραμύθι, ένας σκύλος και μια γάτα μάλωναν συνέχεια, επειδή η γάτα κοιμόταν το βράδυ δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι, ό,τι καιρό κι αν είχε. Ο αγρότης που τους είχε στο σπίτι του, επειδή είχε βαρεθεί τους καυγάδες τους και τη γκρίνια του σκύλου, τους είπε μια μέρα:

Λοιπόν, θα το ρυθμίσουμε αυτό το θέμα τώρα και για πάντα. Ανεβείτε και οι δύο στο κάρο.

Όταν ανέβηκαν και οι δύο, τους οδήγησε σε ένα μέρος, κάμποσα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, τους κατέβασε κάτω και τους είπε ότι όποιος από τους δύο έβρισκε πρώτος το σπίτι του και έμπαινε μέσα, αυτός θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι και ο άλλος θα κοιμόταν έξω και θα σταματούσε να παραπονιέται για πάντα. Συμφώνησαν και τα δύο ζώα και ο αγρότης έφυγε με το κάρο.

Ο σκύλος, που ήταν πιο μεγαλόσωμος από τη γάτα, άρχισε αμέσως να τρέχει στο δρόμο προς το σπίτι, κυνήγησε κι ένα λαγό που είδε κοντά σε ένα γεφυράκι, αλλά κουράστηκε και σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο. Αφού κοίταξε πίσω του και δεν είδε να έρχεται η γάτα, ξύθηκε και ξάπλωσε να πάρει ένα υπνάκο να ξεκουραστεί. Όταν ξύπνησε μετά από ώρα, η γάτα δε φαινόταν πουθενά. Ήταν όμως ακόμη αρκετά μακριά από το σπίτι του αγρότη και φοβούμενος ότι η γάτα μπορεί να τον είχε προσπεράσει, άρχισε και πάλι να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ήταν όμως μία πολύ ζεστή μέρα, πράγμα παράξενο για την Ιρλανδία, και είχαν αρχίσει να δημιουργούνται φουσκάλες από τον ιδρώτα, αριστερά και δεξιά στα χείλια του. Έφτανε σε ένα σταυροδρόμι, όταν τον είδε ένας άνθρωπος που, όταν είδε να έρχεται κατά πάνω του ένας μεγαλόσωμος σκύλος που έβγαζε αφρούς από το στόμα του, νόμισε ότι είναι λυσσασμένος, φοβήθηκε και άρχισε να τον χτυπάει με το μπαστούνι του. Ο σκύλος για να προστατευθεί, άρπαξε την άκρη του μπαστουνιού με τα δόντια του. Από τη μία ο άνθρωπος, που φοβόταν, τραβούσε το μπαστούνι και από την άλλη ο σκύλος που το είχε δαγκώσει, άρχισαν να γυρνούν γύρω γύρω και να σηκώνουν σκόνη στη μέση του δρόμου.

Η γάτα στο τζάκι

Η γάτα στο τζάκι – ζωγραφιά του Πέτρου

Καθώς μάλωναν, ο σκύλος πρόσεξε με την άκρη του ματιού του ένα κάρο που περνούσε από εκεί και είδε στο πίσω μέρος του να κάθεται η γάτα. Μέχρι όμως να ξεφύγει από τον καυγά και να τρέξει προς το σπίτι του αγρότη, η γάτα είχε προλάβει και είχε στρογγυλοκαθίσει μπροστά στην είσοδο και, από τότε, η γάτα τα βράδια κοιμάται δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι — και δε μπορεί ούτε να παραπονεθεί πια.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο δερβίσης και το ραφτάκι

Ο αφηγητής Ανάργυρος Τσαλόγλου (1915-2003)  κατάγεται από την Κενάταλα Καππαδοκίας και έζησε στην Κομοτηνή.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!

dervisΚάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια ήταν δυο φίλοι έμποροι. Συνεργαζόταν αρμονικά και κέρδιζαν πολλά λεφτά. Κάποια μέρα, ο ένας από τους εμπόρους πέθανε και άφησε πίσω του ένα παιδί ορφανό. Η χήρα γυναίκα του πηγαίνει στο παλιό συνεταίρο του άνδρα της και του λέει:

– Εφτός Μπέη, το παιδί μου μεγάλωσε αρκετά. Βρες του μια καλή δουλειά να μάθει μια τέχνη και να βγάζει το ψωμί του.

– Πολύ ευχαρίστως, απαντάει ο Εφτός μπέης.

Έτσι το ορφανό αγόρι έμαθε κοντά σε έναν πολύ ξακουστό ράφτη, που είχε για πελάτες σπουδαίους και σημαντικούς ανθρώπους. Μια μέρα έρχεται στο ραφτάδικο ένας δερβίσης και λέει στον πρωτοράφτη:

– Μάστορά μου θέλω να μου κάνεις ένα καλπάκι (δηλαδή κάλυμμα κεφαλής-σκούφο) που να μην έχει καμιά ραφή πάνω του. Πουθενά να μη φαίνεται ούτε μια βελονιά ή ραφή.

– Αυτό δεν γίνεται λέει ο πρωτοράφτης. Λάθος πόρτα χτύπησες πατριώτη. Αυτό που ζητάς αλλού να το βρεις! Εδώ είμαστε για να δουλεύουμε και όχι για να λέμε παραμύθια!

Ο Δερβίσης όμως, όπως και ο πρωτοράφτης, επέμενε. Το ραφτάκι πήρε τον λόγο και είπε:

– Μάστορα μη στεναχωριέσαι. Άσε τη δουλειά σε μένα!

Ο μάστορας σκέφτηκε λίγο και για να ξεφορτωθεί τον δερβίση, λέει:

– Αφού επιμένεις πολύ, θα το προσπαθήσω.

Το μαστοράκι ήταν έξυπνο. Έκανε ένα καλπάκι ακριβώς στα μέτρα του πελάτη. Το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να δει ούτε ραφή ούτε βελονιά. Μετά από λίγες μέρες έρχεται ο δερβίσης, παρατηρεί προσεχτικά από μέσα και από έξω το καλπάκι και θαύμασε την τέχνη του:

– Μπράβο στον χρυσοχέρη δημιουργό! Έτσι ακριβώς το ήθελα, λέει χαρούμενος.

Πλήρωσε περισσότερα από όσα κόστιζε, φόρεσε το καλπάκι του και έφυγε για την Αραβία.

Στην πόλη που δούλευε ο ράφτης υπήρχε βασιλιάς και κάθε χρόνο την ίδια μέρα γινόταν ένα παράξενο βασιλικό έθιμο. Η βασιλοπούλα χωρίς ρούχα ανέβαινε στο βασιλικό αμάξι και τριγύριζε τους μεγάλους δρόμους της πόλης. Πολλοί οργανοπαίχτες με διάφορα όργανα τη συνόδευαν. Όποιος γύριζε να κοιτάξει την βασιλοπούλα σκοτώνονταν αμέσως. Στους δρόμους της πόλης απαγορευόταν η κυκλοφορία και έπρεπε να είναι κλειστά οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών. Καμιά ψυχή στον δρόμο δεν επιτρεπόταν να αντικρίσει την γυμνή βασιλοπούλα. Την ημέρα εκείνη το ραφτάκι βρέθηκε μέσα στο μαγαζί που ήταν στο δρόμο εκείνο, από το οποίο θα περνούσε το βασιλικό αμάξι. Στην κλειστή πόρτα του μαγαζιού προς τον δρόμο υπήρχε μια μικρή τρύπα, όπου το ραφτάκι έριξε μια ματιά στη βασιλοπούλα και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Μέσα του φώλιασε τόσο δυνατός καημός που άρχιζε να τον βασανίζει.

Μέρα με τη μέρα το παιδί αδυνάτιζε, χλώμιαζε, έχανε τη δεξιοτεχνία του στη δουλειά, καθώς έγινε αφηρημένος και απρόσεχτος. Το αφεντικό το παρατήρησε και άρχισε να ψάχνει την αιτία. Πηγαίνει κρυφά στη μητέρα του και τη ρωτάει τι βασανίζει τον γιο της. Εκείνη δε γνώριζε την απάντηση, αλλά η υγεία του παιδιού χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και χρειαζόταν πλέον βοήθεια. Πέρασαν πολλοί γιατροί, εφαρμόστηκαν πολλές ιατρικές συμβουλές και φάρμακα, αλλά κανένα αποτέλεσμα. Πήγαινε σιγά σιγά προς τον τάφο.

Εκείνον τον καιρό γύριζε ο δερβίσης από την Αραβία και πηγαίνει στο ραφτάδικο να πει πόσο μεγάλη εντύπωση προξένησε το καλπάκι στους δερβίσηδες της χώρας εκείνης και να συγχαρεί ακόμα μια φορά τον άξιο τεχνίτη. Ο δερβίσης μαθαίνοντας τα άσχημα νέα για το ραφτάκι, τρέχει στο σπίτι του παιδιού και βλέπει την μάνα του. Λέει κρυφά στο παιδί:

– Εγώ θα σε γιατρέψω, αλλά θέλω αντί για πληρωμή να μου δώσεις τη μάνα σου για γυναίκα μου.

Το παιδί φανερώνει την επιθυμία του δερβίση στη μάνα του και εκείνη δέχεται να τον πάρει άντρα της.  Αφού έκλεισε αυτό το ζήτημα, ο δερβίσης βάζει το παιδί να καθίσει κάτω, παίρνει ένα αναμμένο κάρβουνο και το γυροφέρνει τρεις φορές γύρω από το κεφάλι του, λέγοντας μερικά λόγια που δεν τα καταλάβαιναν. Έπειτα λέει στον μικρό:

– Τώρα πήγαινε στο παλάτι και μπες στο δωμάτιο της βασιλοπούλας. Να τη φιλήσεις  χωρίς να φοβάσαι.

Ο δερβίσης στην Αραβία είχε γίνει μάγος και έκανε το παιδί αόρατο. Το ραφτάκι έκανε ότι του είπε ο δερβίσης, ενώ η βασιλοπούλα κοιμόταν. Η βασιλοπούλα ένιωθε το φιλί, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Βάζει τις φωνές, έρχονται οι γονείς της και άλλοι παλατιανοί να δούνε τι συμβαίνει και η βασιλοπούλα τους εξήγησε τι ένιωσε. Μετά από λίγες μέρες, ο δερβίσης έκανε πάλι τα μαγικά του και έστειλε το παιδί στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετά από αυτό κάλεσε στο παλάτι όλους τους σοφούς του τόπου για να βρούνε μια εξήγηση στο φαινόμενο. Πέρασαν πολλοί και διάφοροι, αναμέσα από τους οποίους και ένας άλλος δερβίσης από την Αραβία που γνώριζε από τέτοιες καταστάσεις. Βάζει στο στο δωμάτιο της κοπέλας ένα μαγκάλι με κάρβουνα και συμβουλεύει την κοπέλα μόλις νιώσει πάλι την ενόχληση να βάλει φωτιά στα κάρβουνα και να φωνάξει βοήθεια.

Πέρασαν λίγες μέρες και ο δερβίσης έστειλε το παιδί για τρίτη φορά. Αυτή η φορά όμως αντιμετωπίστηκε διαφορετικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του άλλου δερβίση. Έτρεξαν όλοι οι παλατιανοί, κι ο βασιλιάς μαζί και βλέπουν ένα παλικάρι να στέκεται μπροστά τους. Το πάραπτωμα ήταν μεγάλο και ο βασιλιάς διατάζει να τιμωρηθεί το παιδί με κρεμάλα. Καθώς οι εκτελεστές οδηγούσαν το παιδί στην κρεμάλα, ο μάγος με την τέχνη του κάνει το παιδί αόρατο και καταφέρνει να το φυγαδεύσει. Στην θέση του έβαλε κάποιον άλλο που δεν είχε ιδέα. Βλέπει αυτός ο άλλος που τον πηγαίνανε και φωνάζει:

– Που με πάτε; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Δεν έκανα τίποτα κακό, είμαι αθώος.

Οι άνθρωποι του βασιλιά συνειδητοποίησαν πως είχαν στα χέρια τους έναν άλλο άνθρωπο και τον άφησαν να φύγει. Ο βασιλιάς στέλνει τους άντρες του να πάνε στο σπίτι του παιδιού να φέρουνε τον θετό του πατέρα. Ο δερβίσης όμως αρνήθηκε να τους ακολουθήσει στο παλάτι. Τότε τον πιάνουν με την βία από τα χέρια, τα οποία όμως ξεκολλούσαν από το υπόλοιπο σώμα και ο δερβίσης έμενε στον ίδιο τόπο. Τό ίδιο έγινε με τα πόδια του.

– Βρε παιδιά, πέστε μου τι θέλετε από μένα; ρωτάει.

– Σε θέλει ο βασιλιάς να έρθεις μαζί μας στο παλάτι, του απαντάνε.

– Εγώ δεν έρχομαι μαζί σας!

Αμέσως σφυρίζει και παρουσιάζονται τόσο όμορφα κορίτσια, όσοι και οι στρατιώτες του βασιλιά.

– Πάρτε αυτά τα κορίτσια και αφήστε με στην ησυχία μου.

Οι στρατιώτες παίρνουν ο καθένας από ένα κορίτσι, άλλα όσο να φτάσουν στο παλάτι μετατράπηκαν σε σκυλιά και σκύλες. Ο βασιλιάς γνώρισε τους ανθρώπους του από τα διαμάντια που φορούσαν ακόμα στις ζώνες του.

Ο βασιλιάς αποφάσισε να πάει ο ίδιος με τον υπασπιστή του στο σπίτι του δερβίση, το οποίο είχε σε όλο το δάπεδο στρωμένα χαλιά, έμοιαζε με παλάτι. Ο δεβίσης καλοδέχτηκε τους επισκέπτες του και για να τους τιμήσει, ετοίμασε ένα τραπέζι πλούσιο από θαυμάσια φαγητά. Το σπίτι είχε μεγάλη αυλή που ο δερβίσης την μεταμόρφωσε σε λίμνη και μέσα έβαλε ένα μεγάλο χρυσαφένιο καίκι. Μετά το φαγητό προσκάλεσε τους επισκέπτες να κάνουν μια βόλτα με το καίκι μέσα στην λίμνη. Οι επισκέπτες ανέβηκαν, άλλα όσο περνούσε η ώρα η λίμνη γινότανε μεγαλύτερη ώσπου έγινε μια θάλασσα ατέλειωτη και το καίκι έγινε βαπόρι. Το βαπόρι ταξίδεψε αρκετά μερόνυχτα και σταμάτησε σε ένα μικρό λιμάνι. Εκεί οι επισκέπτες κατέβηκαν, αλλά μετατράπηκαν αμέσως σε απλούς άνθρωπους, χωρίς αξιώματα, ωραία φορέματα και χρήματα. Ανάγκαστηκε ο βασιλιάς να δουλέψει σαν εργάτης σε ένα μαγειρείο και ο υπασπιστής σαν γουρουνοβοσκός. Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο βρέθηκαν τυχαία στο ίδιο λιμάνι και αντίκρισαν το καράβι που τους είχε φέρει. Το βλέπει ο υπασπιστής και λέει στον βασιλιά:

– Έλα να γυρίσουμε στον τόπο απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Το καράβι ξεκίνησε και όσο περνούσε η ώρα γινότανε μικρότερο, όπως και η θάλασσα γινόταν μικρότερη. Όταν έφτασαν το καράβι είχε γίνει καίκι και η θάλασσα η μικρή λίμνη του δερβίση. Οι δυο άντρες είχαν πάρει πίσω τα αξιώματά τους. Τους βλέπει ο δερβίσης και τρέχει να τους προυπαντήσει:

– Μεγαλειώτατε πού είχατε πάει και αργήσατε; Ετοιμάσαμε να σας προσφέρουμε τον απογευματινό καφέ, αλλά κρύωσε.

– Μας τιμώρησες αρκετά, λέει θυμωμένος ο βασιλιάς. Υποφέραμε και πεινάσαμε εκεί που πήγαμε. Βρέθηκα στην ανάγκη να δουλέψω εργάτης και ο υπασπιστής μου γουρουνοβοσκός. Σου αξίζει μεγάλη τιμωρία.

– Αυτά που είδατε και πάθατε μεγαλειότατε δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που έχετε να πάθετε ακόμα. Για να γλυτώσετε, αυτή την στιγμή ζητώ να δώσετε το χέρι της κόρη σας στον θετό μου γιο, ο οποίος έχει γίνει ο καλύτερος ράφτης του κόσμου. Αγαπάει πάρα πολύ την βασιλοπούλα και δεν μπορεί να ζήσει μακριά της.

Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει το θέλημα του δερβίση και δέχτηκε να κάνει γαμπρό του το ραφτάκι. Έδωσε διαταγή να ετοιμαστού οι χαρές για τον γάμο που κράτησαν μέρες.

Ήμουν κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό στο γάμο με ένα κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

music-gaidarosΜια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γεωργός και είχε ένα γάιδαρο. Τα χρόνια πέρασαν όμως και ο γάιδαρος γέρασε. Ο γεωργός δεν τον ήθελε πια. Τον πήρε λοιπόν μία μέρα και πήγε και τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί δίχως νερό και φαγητό για να ψοφήσει. Για καλή του τύχη, έτυχε να περνάει από εκεί ένας κυνηγός. Ο κυνηγός αυτός είχε μαζί του ένα σκύλο τον οποίο και ήθελε να ξεφορτωθεί. Βλέπετε ο σκύλος είχε κι αυτός γεράσει και δεν έβλεπε καλά. Ήταν τόσο γέρος που κάθε φορά που πήγαινε με το αφεντικό του για κυνήγι δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα λαγό! Ο σκύλος παραξενεύτηκε που είδε τον γάιδαρο εκεί. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Τι κάνεις καημένε γάιδαρε εδώ;

Δε βλέπεις πως γέρασα; Με έδεσε εδώ το αφεντικό μου για να ψοφήσω.

Και μένα μ’ έδιωξε ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πια τους λαγούς στο κυνήγι.music-skylos

Ο γάιδαρος προβληματίστηκε… έδειξε να σκέφτεται πολύ… όταν μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό!

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του γαϊδάρου. Ήθελε μία μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός.

Έρχομαι!

…απάντησε ο σκύλος και βοήθησε τον γάιδαρο να κόψει το σχοινί που ήταν δεμένος και φύγαν.

Έξω από ένα χωριό και καθώς περπατούσαν, συνάντησαν στο δρόμο τους μια γάτα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι και ήταν πολύ λυπημένη. Έκλαιγε και με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τη γάτα:

music-gataΓιατί κλαις συντέκνισσα;

Γιατί κλαίω; Δε βλέπεις πως γέρασα; Δε βλέπω να πιάσω ούτε ένα ποντικό και γι’ αυτό η κυρά μου με έδιωξε από το σπιτικό της.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε η γάτα και μπήκε στη συντροφιά των δύο ζώων.

Εκεί που περπατούσαν, κάποια στιγμή ο σκύλος κουράστηκε και είπε στο γάιδαρο:

Δε μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.

Ανέβα στη ράχη μου και θα σε κουβαλήσω εγώ.

…απάντησε ο γάιδαρος. Ο γάιδαρος ανέβασε στη ράχη του πρώτα το σκύλο και έπειτα ανέβασε τη γάτα και συνέχισαν καβάλα στο γάιδαρο το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησα, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Πάνω σε μια κολόνα καθόταν ένας πετεινός και λαλούσε. Φαινόταν ανήσυχος και λυπημένος. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τον πετεινό:

Τι έχεις καημένε πετεινέ και λαλείς έτσι;music-kokoras

Που να στα λέω. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου στο σπίτι και θα με σφάξει.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε ο πετεινός και πήδηξε κι αυτός πάνω στο γάιδαρο.

Η συντροφιά των ζώων είχε πια μεγαλώσει και τα τέσσερα ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, ανέβηκαν βουνά και περπάτησαν πεδιάδες, ώσπου κάποια στιγμή νύχτωσε και το σκοτάδι τους βρήκε μέσα σ’ ένα μεγάλο δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά, ώστε να περάσουμε το βράδυ μας εκεί.

Έτσι κι έγινε. Με τη βοήθεια των ζώων, η γάτα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και αφού κοίταξε καλά μέσα στο δάσος, είδε ένα φως. Εκεί βρισκόταν μία καλύβα και μέσα στην καλύβα καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Μόλις τα ζώα πλησίασαν την καλύβα, κοίταξαν μέσα από το παράθυρο. Ήταν η στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν ένα μεγάλο καζάνι με φαΐ από τη φωτιά. Του γαϊδάρου του ήρθε τότε μια ιδέα! Σκέφτηκε να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια για πάντα από το καλύβι.

Έβαλαν λοιπόν σιγά σιγά τα κεφάλια τους μέσα από το παράθυρο και, εκεί που δεν το περίμεναν οι κλέφτες, τα τέσσερα ζώα άρχισαν να φωνάζουν δυνατά! Ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει: γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος να γαβγίζει: γάου-γάου-γάου, η γάτα να νιαουρίζει: νιάου-νιάου-νιάου και ο πετεινός να λαλεί: κι-κι-ρί-κου! Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα ‘χασαν. Νόμισαν πως κακοί δαίμονες και ξωτικά τους είχαν ανακαλύψει και το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν όλοι εξαφανιστεί!

Ο γάιδαρος με την παρέα του δεν έχασαν χρόνο. Μπήκαν μέσα στο καλύβι, κάθισαν στο τραπέζι και έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι! Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε ολόκληρος στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, η γάτα κούρνιασε στο τζάκι και ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί που βρισκόταν μπροστά στο καλύβι.

Όταν νύχτωσε και ενώ οι ήρωες της ιστορίας μας κοιμήθηκαν του καλού καιρού, σε μία άκρη του δάσους ο αρχηγός των κλεφτών τους μάζεψε και τους είπε:

Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

Εγώ!

…απάντησε ένας.

Άντε λοιπόν, γρήγορα, να πας να δεις.

Έτσι κι έγινε. Ο κλέφτης έτρεξε αμέσως προς την καλύβα, πλησίασε και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Κανένα από τα τρία ζώα δεν τον άκουσε. Μπήκε λοιπόν μέσα και κρατώντας στα χέρια του ένα λυχνάρι, άρχισε να ψάχνει για φωτιά. Κοίταξε δεξιά… κοίταξε αριστερά… και τι να δει; Κάτι γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Γυάλιζε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τη σπίθα της φωτιάς που σιγοκαίει.

Ακόμα να σβήσει η φωτιά…

…σκέφτηκε ο κλέφτης και πλησίασε να ανάψει τη λάμπα του. Αλλά αντί για φωτιά έπιασε… τα μάτια της γάτας! Μέσα στην τρομάρα της η γάτα ξύπνησε και τον άρπαξε από τα μούτρα! Πήγε να βγει έξω και πάτησε… τον σκύλο. Πετάχτηκε ο σκύλος και τον άρπαξε από τα ποδάρια! Βγήκε έξω και για κακή του τύχη έπεσε… πάνω στο γάιδαρο, ο οποίος τον άρχισε στις κλωτσιές! Ο πετεινός, που ξύπνησε κι αυτός, άρχισε να φωνάζει επάνω στο κλαρί κι-κι-ρί-κου πιάστε τον, κι-κι-ρί-κου πιάστε τον! Κι έτσι ο κλέφτης έφυγε άρον άρον τρομαγμένος και γύρισε πίσω στην υπόλοιπη συμμορία. Όταν γύρισε πίσω, οι κλέφτες τον ρώτησαν τι έκανε.

Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Πάω να δω στο τζάκι ν’ ανάψω φωτιά και μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια! Πάω να βγω έξω και μ’ αρπάζει μια άλλη απ’ τα ποδάρια! Βγαίνω έξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω! Άρχισαν τότε να φωνάζουν όλες μαζί δυνατά: «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μη πατήσουν ποτέ ξανά στο καλύβι. Να φανταστείτε πως σταμάτησαν ακόμα και να κλέβουν! Όσο για την ιστορία των ζώων μας… μία μέρα κατάφεραν να φτάσουν στην πόλη και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί μουσικοί!

Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα και ο πετεινός, τρώγανε και πίνανε και μας δε μας δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η χωρίστρα της γυναίκας

Οι τρεις Μοίρες (Κλωθώ, Λάχεσις, Άτροπος)

Οι τρεις Μοίρες (Κλωθώ, Λάχεσις, Άτροπος)

Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν στις Μοίρες και πώς αυτές είναι που ορίζουν την τύχη του ανθρώπου. Οι Μοίρες ήταν τρεις αδερφές, που εξωτερικά μοιάζαν με συνηθισμένες γυναίκες, μόνο που ήταν αθάνατες και κατοικούσαν στην άκρη του κόσμου. Το παλάτι που ζούσαν ήταν θεόρατο και χτισμένο καταμεσής ενός όμορφου κήπου, σαν τον παράδεισο. Το παλάτι τους αυτό όμως, δεν το χαίρονταν πολύ μιας και τον περισσότερο καιρό ταξίδευαν. Γύριζαν όλη τη γη και μοίραιναν τα νεογέννητα παιδιά. Τα μοίραιναν την τρίτη μέρα, πράγμα που το ήξεραν όλοι κι έτσι ετοίμαζαν το μωρό, συγύριζαν το σπίτι και τις περίμεναν. Όταν πήγαιναν στο σπίτι, ήταν πάντα ντυμένες στα ολόλευκα και στολισμένες με στεφάνια χρυσά, βραχιόλια διαμαντένια, γιορντάνια μαργαριταρένια και πέπλα από μετάξι.

Λέγεται ότι καθώς πήγαιναν να μοιράνουν το παιδί κρατούσαν τρία πράγματα. Η μεγαλύτερη αδερφή κρατούσε ένα μαχαίρι, η μεσαία ένα αδράχτι και η τρίτη η μικρότερη ρόκα με λινάρι. Πάνω από το κρεβατάκι του μωρού μαζεύονταν, έγνεθε η μία με τη ρόκα και η άλλη με το αδράχτι τύλιγε την κλωστή. Κάθε τυλιξιά κι ένας χρόνος προστίθενταν στη ζωή του παιδιού. Και καθώς γνέθουν και τυλίγουν, μοιράζουν στο παιδί τα χαρίσματά του και την τύχη του. Όταν τελειώσουν με το μοίρασμα, τότε η μεγαλύτερη με το ψαλίδι κόβει την κλωστή.

Υπάρχουν όμως, και φορές που πριν τελειώσουν οι μοίρες το μοίρασμα, σπάει η κλωστή από μόνη της. Τότε το μοίρασμα σταματάει και όσες τυλιξιές έχει προλάβει να κάνει το αδράχτι, τόσα θα είναι και τα χρόνια του παιδιού. Και θα γίνουν τόσα πράγματα στη ζωή του, όσα πρόλαβαν οι Μοίρες να μοιράνουν.

Κάποτε γεννήθηκε ένα αγοράκι και στις τρεις μέρες έφτασαν στο σπίτι του οι Μοίρες για να το μοιράνουν.

Όταν μεγαλώσει, γίνει άντρας σωστός και βρει γυναίκα για να παντρευτεί, εκείνη την ίδια μέρα του γάμου του, θα περάσει ένα ποτάμι κι εκεί μέσα θα πέσει και θα πνιγεί.

Αυτά έγραψαν οι Μοίρες. Το παιδί όμως ήταν τυχερό μέσα στην ατυχία του, γιατί το ριζικό του,το άκουσαν ο Άι-Γιώργης και ο Άι-Δημήτρης. Το λυπήθηκαν κι αποφάσισαν να του παρασταθούν και να μην δεχτούν αυτό που του ‘δωσαν οι Μοίρες.

Αυτό είναι μεγάλη αδικία…

…είπαν και οι δύο.

Έτσι είναι γραμμένο…

…απάντησαν οι Μοίρες.

Κάτι πρέπει να γίνει. Αν κάποιος θελήσει και του χαρίσει χρόνια από τη δική του τη ζωή, θα μπορέσει το παιδί να ζήσει;

Οι Μοίρες το σκέφτηκαν μια στιγμή και είπαν:

Άμα βρεθεί τέτοιος άνθρωπος, ναι το παιδί θα ζήσει.

Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια, το αγοράκι μεγάλωσε κι ήρθε η ώρα του να παντρευτεί. Ο γάμος του έγινε σε άλλο χωριό και καθώς επέστρεφαν στο σπίτι το παλικάρι, η γυναίκα του και τα γονικά του, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ποτάμι. Τότε ο Άι-Γιώργης και ο Άι-Δημήτρης κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί το ριζικό του παιδιού. Έτσι ξεπέζεψαν από τα άλογά τους, πλησίασαν τον πατέρα και του είπαν:

Η Μοίρα του παιδιού σου λέει πώς τώρα που θα περάσει το ποτάμι θα πνιγεί. Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει αυτό είναι να βρεθεί ένας άνθρωπος να του δώσει κάποια χρόνια από τα δικά του. Δίνεις εσύ, που είσαι και ο πατέρας του, λίγα χρόνια από τα δικά σου;

Δεν μπορώ να δώσω εγώ! Έχω κι άλλα παιδιά να νοιαστώ και τόσο βιος να φέρω βόλτα. Δε δίνω.

Οι Άγιοι τότε στράφηκαν στη μάνα.

Δεν μπορώ γιατί έχω να φτιάξω προικιά να προικίσω τις θυγατέρες μου. Έχω να τους παρασταθώ στο γάμο τους, να τις συμβουλέψω. Δε δίνω.

Τέλος, οι Άγιοι γυρνούν και στη γυναίκα του και τη ρωτούν:

Δίνεις στον άντρα σου λίγα χρόνια από τα δικά σου;

Τότε εκείνη με μια κίνηση ξέμπλεξε τα μαλλιά της, έπιασε τα μισά στη χούφτα της και είπε:

Τόσα του δίνω. Τα μισά μου χρόνια!

Θαύμασαν όλοι την γυναίκα που με την αγάπη της νίκησε ακόμα και το γραφτό της Μοίρας, κι είχανε να το λένε για χρόνια. Από τότε λέγεται έμεινε κι οι γυναίκες έχουν χωρίστρα στο κεφάλι.

 

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το μαντήλι της νεράιδας

Κάποτε, στα μέρη της Θήβας ζούσε ένα παλικάρι. Ήταν πραματευτής και με το άλογο και το ντουφέκι του γυρνούσε όλα τα χωριά χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν.

Ένα μεσημέρι καθώς περνούσε από ένα μέρος που είχε χίλιες βρύσες, Βρυσάκια το λέγανε, άκουσε γέλια και τραγούδια. Πάει κοντά και τι να δει; Νεράιδες που χόρευαν και τραγουδούσαν. Αμέσως μόλις τον κατάλαβαν πήγαν κοντά του κι όταν είδαν άντρα κι όμορφο αποφάσισαν να τον τυραννήσουν λιγάκι.

Βάστα το καπίστρι…

…του είπε η μία

Κράτα το άλογο!

…του παρήγγειλε η άλλη

Κατέβα να χορέψουμε!

fairy…του είπε εκείνη που ήταν πιο κοντά του. Εκείνος καθώς ήταν άφοβος, κατέβηκε μεμιάς από το άλογό του, χωρίς όμως ποτέ να αφήνει το ντουφέκι απ’ το πλευρό του. Κι έτσι τον έβαλαν μπροστά οι νεράιδες κι άρχισαν το χορό. Εκείνος καθώς χόρευε παρατηρούσε μία – μία όλες τις κοπέλες. Έψαχνε να βρει την πιο όμορφη απ’ όλες και σαν την βρήκε και την ξεχώρισε από τις υπόλοιπες, πήρε το μαντήλι της και το έχωσε όλο μες την κάννη του όπλου του. Σαν τελείωσε κάποτε ο χορός όλες οι νεράιδες έφυγαν. Όλες εκτός από την πιο όμορφη, που δεν μπορούσε να φύγει μιας και δεν είχε το μαντήλι της. Έτσι, τι να έκανε; Ακολούθησε τον πραματευτή και πήγανε μαζί μέχρι τα Πολιτικά, το χωριό δηλαδή που βρισκόταν το σπίτι του.

Η γιαγιά του πραματευτή σαν γνώρισε την κοπέλα που επρόκειτο να παντρευτεί ο εγγονός της απόρησε με την τόση ομορφιά της. Την λυπήθηκε όμως έτσι ολομόναχη που ήταν. Γι’ αυτό τη μέρα του γάμου τους, έβγαλε ένα σπασμένο κέρατο μέσα από το μπαούλο, που ήταν γεμάτο λίρες.

Να ‘χεις κάτι κοπέλα μου, για μια ώρα ανάγκης!

Παντρεύτηκαν λοιπόν πραματευτής και νεράιδα και ζούσαν σε ένα σπιτάκι στα ριζά του πύργου. Έκαναν και δύο παιδιά που ομορφότερά τους δεν υπήρχαν. Εκείνη κάθε τόσο τον παρακάλαγε:

Δωσ’ μου το μαντήλι…

Όχι,

…έλεγε πάντα αυτός, και το ‘χε καλά κρυμμένο για να μην το βρει η νεράιδα και το πάρει.

Ο πραματευτής την κρατούσε πάντα κλεισμένη μέσα στο σπίτι, μην την δει κανείς και χάσει τα μυαλά του από την τόση ομορφιά της. Όπου και να τους καλούσαν, σε γάμους, πανηγύρια και χαρές δεν πήγαιναν πουθενά.

Μόνο τα βράδια, με το φεγγάρι έβγαινε η νεράιδα. Ανέβαινε και καθότανε στο παράθυρο του πύργου και χτένιζε τα μαλλιά της, που έφταναν ως το πάτωμα, μ’ ένα ασημένιο χτενάκι.

Με τα πολλά, τους κάλεσαν για ακόμη μια φορά σε ένα γάμο. Αυτή τη φορά τόσο που τον παρακάλεσε η καημένη η νεράιδα, ο πραματευτής το πήρε απόφαση να πάνε.

Τόσα χρόνια είμαστε μαζί κι εξάλλου έχουμε και δυο παιδιά. Πώς θα μου φύγει;

Σκέφτηκε ο πραματευτής. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια, η ομορφιά της νεράιδας δεν άλλαξε καθόλου. Όσο έλαμπε ο ήλιος άλλο τόσο έλαμπε κι η νεράιδα!

Πάμε,

…της λέει ο πραματευτής σαν ήρθε η μέρα.

Θα μου δώσεις το μαντήλι μου; Αλλιώς δεν χορεύω!

Θα σου το δώσω. Κάνε λίγη υπομονή. Θα σ’ το δώσω αλλά στα μισά του γάμου, όχι τώρα.

Ντύθηκε, στολίστηκε κι έφεξε ο τόπος.

Στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος και ντουνιάς και χορεύανε. Σαν πέρασε μπροστά η γυναίκα του πραματευτή όλοι θαμπώσανε.

Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω ένα γύρο,

…του κάνει εκείνη στα κρυφά κι εκείνος της το δίνει.

Το ρίχνει η νεράιδα στο κεφάλι της κι άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη κι αυτή έφυγε στα ουράνια! Με τα μάτια του ο πραματευτής δεν την ξανάδε ποτέ.

Μόνο κάθε βράδυ σαν γύριζε σπίτι του έβλεπε φαΐ στα πιάτα, όλα να ‘ναι συγυρισμένα και τα παιδιά του καθαρά και χτενισμένα. Και μέσα στο μπαούλο της βρήκαν ένα σπασμένο κέρατο γεμάτο περισσότερες λίρες από πρώτα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 5 Σχόλια

Τα σιδερένια παπούτσια

Η Αριλιά Σπάρταλη άκουσε το παραμύθι από την γιαγιά της (1902-1994) που καταγόταν από το Μεγαρίσι Ανατ. Θράκης και έζησε στην Πέρνη Καβάλας.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!

fsdfΜια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός πατέρας που είχε ένα κοριτσάκι και έμενε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος. Το κοριτσάκι ήταν όμορφο και έξυπνο και όσο μεγάλωνωνε τόσο πιο όμορφο γινότανε. Όταν το κορίτσι έγινε δεκαπέντε χρονών, ο πατέρας αρρώστησε βαριά. Έψαξαν και ρώτησαν όποιον γνώριζαν, ποιος ή τι θα μπορούσε να τον γιατρέψει. Έμαθαν ότι για να γίνει καλά, έπρεπε να πάρει φάρμακο από μια μάγισσα που κατοικούσε σε ένα μακρινό βουνό και ήξερε να κάνει πολλά και χρήσιμα πράγματα. Η μάγισσα αυτή έβοσκε μόνη τα πρόβατά της κι όποιος κατάφερνε να την συναντήσει δύσκολά γλύτωνε από τα μάγια. Το σπίτι της ήταν κρυμμένο μέσα στο δάσος. Το δάσος είχε πολλά μονοπάτια και διασταυρώσεις για να μπερδέυονται  και να χάνονται οι άνθρώποι.  Παρά όλους αυτούς τους κινδύνους, το κορίτσι αποφάσισε να πάει στο μακρινό βουνό να φέρει το φάρμακο. Ήξερε όμως πως για να φτάσει στην μάγισσα έπρεπε να έχει σιδερένια παπούτσια.

Πού θα βρω σιδερένια παπούτσια πατέρα;

Ο πατέρας γνώριζε σχετικά και συμβούλευσε το παιδί του:

Πάρε δυο κομμάτια βουβαλίσιο δέρμα και χτυπά τα πολλές φορές να τα κάνεις σκληρά σαν σίδερο. Μετά κόψ’ τα στα μέτρα των ποδιών σου και ραψ’ τα με ένα σπάγγο από ξεραμένα γατίσια έντερα.

Το κορίτσι ντύνεται καλά, φοράει τα παπούτσια και ξεκινάει. Προχωρούσε, προχωρούσε και βρέθηκε μπροστά από δύο μονοπάτια, αλλά έπρεπε να διαλέξει ένα από τα δύο. Εκεί που σκεφτόνταν βλέπει μπροστά της έναν σκαντζόχοιρο που πήγαινε τσικ-τσικ. Τον ακολουθεί μέχρι που κατέβηκαν παρέα το πρώτο βουνό. Τώρα, βρέθηκε μπροστά από τρία μονοπάτια που έπρεπε να διαλέξει και έκατσε να σκεφτεί. Βλέπει τότε έναν κότσυφα που προχωρούσε πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Τον ακολουθεί και ανεβαίνουν στο δεύτερο βουνό. Τότε βρίσκεται μπροστά σπό τέσσερα μονοπάτια. Εδώ πια η δυσκολία ήταν μεγάλη και προβληματίστηκε πολύ. Κοίταζε γύρω γύρω να βρει κάποιο σημάδι και βλέπει στο ένα μονοπάτι κοπριές από πρόβατα και μαλλιά σκαλωμένα στα κατωκλάδια των θάμνων.

Από εδώ θα πάω…

…λέει στον εαυτό της και προχωράει θαρρετά. Όσο ζύγωνε κοντά στο σπίτι, τόσο τα τριβόλια κάτω από τα πόδια της ακούγονταν πιο δυνατά. Έσπαγαν, ράγιζαν και τσακίζονταν, αλλά τα σιδερένια παπούτσια ήταν γερά και άντεχαν στα αγκαθωτά τσιμπήματα. Η όμορφη κόρη περνάει την αυλή και χτυπάει την πόρτα του σπιτιού.

Αν είσαι φίλος, έλα μέσα, αν δεν είσαι φύγε!

…ακούγεται από μέσα μια φωνή.

Φίλη είμαι και ζητώ φάρμακο για τον πατέρα μου που είναι άρρωστος.

…απαντάει το κορίτσι. Ανοίγει την πόρτα ο γιος της μάγισσας, ο Αγγίτης. Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας και από εκείνη την στιγμή την ερωτεύτηκε. Η μάγισσα λέει στο κορίτσι:

Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα. Αφού κατάφερες να φτάσεις έως εδώ, θα αποκτήσεις αυτό που επιθυμείς. Να ξέρεις, εγώ διάβασα τα μερομήνια κι έμαθα πως ο πατέρας σου είναι άρρωστος. Για να ετοιμάσω και να σου παραδώσω το φάρμακο, πρέπει να κάνεις τρεις δουλειές εδώ. Πρώτα – πρώτα θα κάνεις ομελέτα να φάμε, χωρίς να σπάσεις τα αυγά που θα σου δώσω. Μετά θα πλύνεις τα πιάτα, χωρίς να ξοδέψεις το νερό που θα σου δώσω και το τρίτο θα είναι να σκουπίσεις τα σκουπισμένα και τα ασκούπιστα.

Η κοπέλα που άκουσε αυτά τα λόγια, έμεινε στην αρχή απορημένη και στεναχωρεμένη. Μετά από λίγο σκέφτηκε όμως  πώς θα λύσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Στο μεταξύ, η μάγισσα έφερε μπροστά της, τα αυγά για την ομελέτα, το νερό για το καθάρισμα και την σκούπα για το σκούπισμα.

Εδώ είναι όλα τα πράγματα που χρειάζεσαι. Κάνε με την σειρά τις δουλειές που σου είπα κι εγώ θα δω αν τα έκανες όλα καλά.

…είπε η μάγισσα. Η κοπέλα που ήταν έξυπνη άρχισε πρώτα με την ομελέτα. Βγαίνει έξω από σπίτι, πηγαίνει ως το κοτέτσι, παίρνει άλλα αυγά και τα τηγανίζει. Έτσι η ομελέτα έγινε χωρίς να σπάσουν τα αυγά που της έδωσε η μάγισσα. Μετά στρώνει το τραπέζι και φωνάζει την μάγισσα να ελέγξει αν τα έκανε σωστά. Η μάγισσα έρχεται βλέπει το τραπέζι στρωμένο, τα αυγά άσπαστα, όπως τα είχε αφήσει και την ομελέτα έτοιμη. Κατάλαβε τι είχε γίνει, αλλά η κοπέλα ήταν εντάξει γιατί έκανε ακριβώς ότι της είχε ζητηθεί. Κάθισαν στο τραπέζι και έφαγαν.

Τώρα η κοπέλα έπρεπε να πλύνει τα πιάτα χωρίς να χρησιμοποιήσει το νερό. Βγαίνει έξω από το σπίτι με έναν κουβά που βρήκε στο χέρι και πηγαίνει προς το πηγάδι. Βγάζει νερό, γεμίζει δυο στάμνες και τις φέρνει σπίτι. Πλένει καθαρά και όμορφα όλα τα πιάτα και φωνάζει την μάγισσα.

Έλα να δεις κυρά. Έκανα την δουλειά που είπες!

Έρχεται η μάγισσα και τα βλέπει όλα εντάξει. Τα πιάτα πλυμένα και οι στάμνες γεμάτες νερό. Η δουλειά είχε γίνει κανονικά και δεν είπε τίποτα. Τώρα ήρθε η ώρα για την τελευταία δοκιμασία. Το κορίτσι σκεφτόταν τι να κάνει και δεν μπορούσε να βρει λύση. Έρχεται κρυφά ο Αγγίτης και της λέει κρυφά το μυστικό, γιατί από την πρώτη ματιά είχε καρδιοχτυπήσει για την κοπέλα.

Θα σκουπίσεις όλο το σπίτι και θα μαζέψεις τα σκουπίδια στις γωνιές να σκεπαστούν με τις σκούπες. Έτσι το σπίτι θα είναι σκουπισμένο και ασκούπιστο, της είπε ο Αγγίτης.

Η κόρη έκανε όπως συμβούλευσε το αγόρι και ολοκλήρωσε την δουλειά. Έρχεται η μάγισσα να τα ελέγξει. Όλα είχαν γίνει σωστά και όπως τα είχε ζητήσει. Κατάλαβε όμως πως ο Αγγίτης είχε βοηθήσει την κοπέλα και λέει:

Και του μάγου θυγατέρα Αγγίτης ορμήνευσε

όσο είδα εγώ τον Αγγίτη

κι ο Αγγίτης είδε εμένα.

Τόσο να τον χαρείς εσύ, τόσο να τον κερδίσεις.

Τώρα η μάγισσα δεν μπόρεσε να το αποφύγει και ετοίμασε το φάρμακο να το δώσει στην κοπέλα. Εκείνη την στιγμή έρχεται ο Αγγίτης και λέει:

Μάνα εγώ αγάπησα αυτή την κόρη. Θέλω να την παρω γυναίκα μου και ζητάω την ευχή σου.

Ναι, αλλά ρωτά πρώτα την κοπέλα!

Τότε το παιδί ρωτάει την κόρη:

Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;

Εγώ θέλω, αλλά να αποφασίσει ο πατέρας μου. Θα πάω να του δώσω το γιατρικό, να γίνει καλά και μετά θα τον ρωτήσω αν δέχεται να σε πάρω για άντρα μου.

Τα πράγματα έγιναν έτσι. Η κοπέλα πήγε το φάρμακο, ο πατέρας έγινε καλά και μετά έγινε ο γάμος που κράτησε μια βδομάδα.

Με καλέσαν να πάω να χορέψω και να φάω. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα._

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η Θοδώρα

Κρητικό παραμύθι δοσμένο το 1983 από τη Σκέυω Ν. Παχάκη-Δημογέροντα, ετών 73. Το είχε μάθει στα παιδικά της χρόνια από την γιαγιά της.

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη. Δώσ’ τσ’ ανέμης να γυρίσει, παραμύθι να κινήσει. Καλησπέρα στην αφεδιάς σας!

παλατιΜια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο βασιλιάδες που είχαν γειτονικά βασίλεια. Ο ένας είχε  πλούσιο βασίλειο και πολλούς στρατιώτες. Είχενε κι έναν γιο που το όνομά του ήταν φημισμένο σε όλα τα βασίλεια για την καλοσύνη, την ανδρεία και για πολλά ακόμα χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε μικρότερο βασίλειο, λίγες δυνάμεις και τρεις θυγατέρες.

Κάποτε ο πλούσιος βασιλιάς αποφάσισε να ενώσει τα δύο βασίλεια για να γίνει ακόμη δυνατότερος. Μπορούσε με ευκολία να το καταφέρει. Έτσι κάποια μέρα έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρού βασιλείου και του ζητούσε να του παραδώσει το βασίλειο του με το καλό, χωρίς αντίσταση και έτσι θα γινόταν άρχοντας με πολλές εξουσίες. Αντίθετα αν το αρνιότανε θα του κήρυττε πόλεμο και θα τον κατακτούσε. Ακόμη θα έκανε αυτόν και την οικογένειά του σκλάβους.

Το μήνυμα τάραξε τόσο πολύ τον βασιλιά που σηκώθηκε από τον χρυσό θρόνο που καθότανε και έπεσε σαν κουρέλι στον μπρούτζινο, καθώς αναλογιζόταν το πρόβλημά του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τρεις θρόνους. Έναν χρυσό που σε αυτόν καθότανε όταν ήταν χαρούμενος, έναν ασημένιο που καθότανε όταν ήταν σε ήρεμη κατάσταση και έναν μπρούτζινο που καθότανε όταν είχε δύσκολες υποθέσεις.

Σε λίγη ώρα κατέβηκε η μεγάλη του κόρη να τον καλημερίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα κι αυτή και οι αδερφές της. Μόλις τον είδε καθισμένο στην μπρούτζινη καρέκλα, τον ρώτησε ανήσυχη:

Πατέρα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, τι έχεις και κάθεσαι στην καρέκλα της στεναχώριας;

Αχ κόρη μου, πρωτογονάτη, αγαπημένη. Μεγάλη και δύσκολη στιγμή για το βασίλειο μας τούτη που μας βρήκε. Πολύ σοβαρό μαντάτο πήρα σήμερα από τον γειτονικό μας βασιλιά: ή να του παραδώσουμε το βασίλειό μας και να μας αφήσει να ζήσουμε σαν άρχοντες ή θα μας κηρύξει πόλεμο, να μας κάνει όλους σκλάβους.

Ε για τούτο το πράμα στεναχωριέσαι πατέρα; Θέλει καθόλου σκέψη; Όπως ξέρουμε καλά αυτός είναι πολύ δυνατότερός μας και θα πάρει το βασίλειό μας με τον πόλεμο. Καλύτερα λοιπόν να του το παραδώσεις και δεν πειράζει που δεν θα είσαι βασιλιάς. Θα είσαι ο πρώτος άρχοντας κι εμείς αρχοντοπούλες. Ίσα είναι αυτό από το να γίνουμε σκλάβοι; Δεν χρειάζεται μου φαίνεται σκέψη. Να του μηνύσεις πως θα του παραδώσεις το βασίλειό μας χωρίς πολέμους.

Όχι κόρη μου. Αυτό δεν θα το κάμω ποτέ. Θα πουλήσω όλους τους θησαυρούς μου και του παλατιού, ακόμα και των εκκλησιών. Θα συγκεντρώσω όλα τα χρήματα του βασιλείου μου και θα κάνω δυνατό στρατό και πολεμοφόδια να αντισταθώ στον εχθρό μας. Πρέπει όλοι να πολεμάμε για την πατρίδα μας…

Τι είναι αυτά που λες πατέρα; Εμένα και τις αδερφές μου δεν μας σκέφτεσαι καθόλου; Αντί να φροντίσεις να ετοιμάσεις την καλύτερη προίκα για μας και πρώτα πρώτα για μένα, που είμαι η μεγαλύτερη, να βρεις κάποιο βασιλόπουλο να με παντρέψεις, λογαριάζεις να μας κάνεις όλους σκλάβους του διπλανού βασιλείου;

Αυτά κι άλλα πολλά έλεγε η βασιλοπούλα στον πατέρα της προσπαθώντας να τον πείσει να κάνει το θέλημά της. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη, έφυγε με θυμούς και κλάματα. Σε λίγο κατέβηκε η δεύτερη κόρη, η οποία αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο στο άκουσμα του κακού μαντάτου:

Καλό είναι και το αρχοντιλίκι πατέρα. Έτσι κι αλλιώς το βασίλειό μας δεν πρόκειται να το γλιτώσεις. Απέφυγε λοιπόν αυτό τον πόλεμο που θα καταστρέψει κι εμάς και τον τόπο μας, για να μην γίνουμε φτωχοί και σκλάβοι.

Ο πατέρας της απάντησε με τον τρόπο που απάντησε και νωρίτερα στην μεγάλη του κόρη και η μεσαία έφυγε με κλάματα και μοιρολόγια. Βρήκε την μεγάλη της αδερφή και παρηγορούσαν η μία την άλλη.

Ύστερα από λίγο κατεβαίνει και η μικρή κόρη και όταν τον ρώτησε για την αιτία της λύπης του, της είπε:

Αχ κόρη μου, πως θα σου το πω και σένα, που θα στενοχωρεθείς και θα σε δω να κλαις και να παρακαλείς, σαν τις αδερφές σου  για κάτι που δεν μπορώ, όσο κι αν σας αγαπώ, να σας κάνω το χατίρι.

Τι είναι αυτό πατέρα μου; Πες μου σε παρακαλώ, γιατί με κάνεις να αγωνιώ…

Ο πατέρας της εξήγησε το πρόβλημα και αυτή απευθείας απάντησε:

Φτάνει πατέρα. Δεν πρόκειται να παραδώσουμε ποτέ την πατρίδα.

Και βέβαια παιδί μου, θα πολεμήσουμε, αφού χρησιμοποιήσουμε όλους τους θησαυρούς για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις και θα απαντήσουμε στον κακό μας γείτονα να έρθει, αν μπορεί, να πάρει την χώρα μας με πόλεμο.

Μα γιατί να ανοιχτούμε, πατέρα, σε πόλεμο που τόσα κακά φέρνει στον τόπο και τους ανθρώπους; Να του ζητήσεις να μονομαχήσουμε κι όποιος βγει νικητής παίρνει το βασίλειο του άλλου.

Ναι κόρη μου, καλύτερος τρόπος είναι αυτός, αλλά εγώ δεν έχω γιο να του ζητήσω μονομαχία…

Έχεις εμένα την Θοδώρα σου πατέρα μου. Εγώ θα ντυθώ άντρας και θα μονομαχήσω με τον γιο του βασιλιά. Έχω ελπίδα και πίστη ότι θα τον νικήσω και θα υπερασπιστώ επάξια την τιμή μας. Από τούτη την στιγμή με λένε Θοδωρή.

Αδύνατο, γενναία και αγαπημένη μου βασιλοπούλα. Δεν θα σε αφήσω ποτέ να κινδυνεύσεις τόσο. Θα κάνουμε πόλεμο, δεν μας μένει άλλος δρόμος.

Μετά όμως, από μεγάλη της επιμονή έπεισε τον πατέρα της να την αφήσει. Έστειλε λοιπόν μήνυμα του γειτονικού βασιλιά να προτιμήσει να μονομαχήσουν οι γιοι τους για να μην υποβληθούν στις θυσίες και τα κακά του πολέμου. Ο άλλος βασιλιάς δέχτηκε με μεγάλη χαρά, γιατί πίστευε ότι ο γιος του είναι ασύγκριτα δυνατός.

Η Θοδώρα ντύθηκε ανδρικά και ζήτησε την ευχή του πατέρα της λίγο πριν τον αγώνα. Εκείνος με δάκρυα στα μάτια έδωσε μέσα από την καρδιά του την ευχή στην γενναία βασιλοπούλα. Ο Θοδωρής ετοιμάστηκε μαζί με όλους, τον βασιλιά, την συνοδεία, τις σάλπιγγες  για τον μεγάλο αγώνα. Αμέσως ξεπήδησε μπροστά της ένα σκυλάκι, με ανθρώπινη λαλιά που κανείς άλλος εκτός από αυτήν δεν το έβλεπαν ή το άκουγαν. Το σκυλάκι λοιπόν μονομαχιαανέβηκε μαζί με τον Θοδωρή στο άλογο και μαζί με την συνοδεία φτάσανε στον τόπο της μονομαχίας. Εκεί περίμεναν παραταγμένοι ο άλλος βασιλιάς με τον γιο του και την ακολουθία του. Όλοι πήραν ορισμένη θέση και οι δυο νέοι χαιρετίστηκαν στον χώρο. Κάποια στιγμή δόθηκε το σύνθημα κι άρχισαν την μονομαχία. Και τα δυο βασιλόπουλα ήταν γενναία και πολύ γυμνασμένα και έτσι πότε υπερτερούσε ο ένας και πότε ο άλλος. Όλοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ο Θοδωρής ήταν πιο επιθετικός, γιατί πλάι του, μπροστά του και γύρω του έτρεχε το σκυλάκι και τον ενθάρρυνε. Κάποια στιγμή η Θοδώρα πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, όσο μπορούσε πιο ελαφρά. Το αίμα άρχισε να τρέχει και να ποτίζει τα ιδρωμένα ρούχα του. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά σύντομα λύγισε κι έπεσε κάτω. Πέταξε η Θοδώρα το σπαθί της κι έτρεξε κοντά του. Του μίλησε με λόγια ενθαρρυντικά και περιποιήθηκε την πληγή του. Ωστόσο η μάχη είχε κριθεί.

Απογοητευμένος ο πλούσιος βασιλιάς πήγε με τον πληγωμένο και ταπεινωμένο γιο, και τους ανθρώπους του προς το παλάτι τους. Λίγα μέτρα πιο κάτω ακολουθούσαν η Θοδώρα με την δική της συνοδεία για να παραλάβει το βασίλειο του νικημένου βασιλιά.

Η Θοδώρα επέτρεψε την παραμονή του βασιλόπουλο στο παλάτι του, όσο κι να χρειαστεί, μέχρι να γίνει καλά και παρακολουθούσε με αγωνία την υγεία του. Όλοι αναγνώρισαν στον Θοδωρή την ευγένεια και την γενναιοδωρία του, παρόλο που ήταν εχθρός. Μάλιστα η Θοδώρα και το βασιλόπουλο συνδεθήκαν με μια δυνατή φιλία. Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και ο αποχωρισμός κάθε φορά τους προκαλούσε λύπη. Για την Θοδώρα ήταν προφανές ότι αγαπούσε το βασιλόπουλο, αλλά για εκείνον αποτελούσε μυστήριο που έτρεφε τόσο όμορφα αισθήματα για ένα άτομο που γνώρισε υπό τόσο άσχημες συνθήκες. Κάποια μέρα το υποψιάστηκε και είπε στον πατέρα του:

Πατέρα, το βασιλόπουλο που φιλοξενούμε τόσες μέρες και δεν βιάζεται να παραλάβει αυτό που κέρδισε ή να φύγει δεν είναι άντρας, αλλά γυναίκα. Κάθε μέρα το καταλαβαίνω καλύτερα.

Πάψε βασιλόπουλο. Μην λες ανοησίες. Μεγάλο λάθος έχεις κάνει γιε μου. Μην το ξαναπείς και σε ακούσει η Δωδεκάδα μας και προσβληθούμε περισσότερο.

Κι όμως πατέρα, Θοδωρή θωριά δεν έχει. Κοπελιάς ανάβλεμμα ‘χει.

Τι να σου πω τώρα; Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Τώρα που μπορείς να περπατήσεις, πάνε να του δείξεις τους θησαυρούς του παλατιού μας. Να του πεις ότι είναι ελεύθερος να πάρει όποιον θέλει. Αν διαλέξει κόσμημα και διαμαντικά είναι γυναίκα, όπως υποψιάζεσαι. Αν πάρει όπλα είναι άντρας και τα άλλα είναι της φαντασίας σου.

Το σκυλάκι, η ευχή του πατέρα της Θοδώρας, που τριγύριζε αόρατο κοντά τους, έτρεξε και τα είπε στην Θοδώρα. Έτσι λοιπόν, εκείνη αδιαφόρησε επιδεικτικά για τα χρυσαφικά και τα πολύτιμα πετράδια, αλλά κοίταζε, έπιανε και δοκίμαζε τα όπλα. Ως αναμνηστικό, επομένως, για τις μέρες της φιλίας τους διάλεξε ένα ωραίο σπαθί με χρυσή λαβή. Αφού το βασιλόπουλο διηγήθηκε αυτά στον πατέρα του, εκείνος του είπε:

Είδες που έκανες μεγάλο λάθος και φαντάστηκες ότι είναι γυναίκα; Η ομορφιά και η λεπτότητα, καθώς και η ευγένειά του σε παραπλάνησαν.

Κι όμως πατέρα, εγώ έχω πάλι τις αμφιβολίες μου…

Πάρε τον να κοιμηθείτε ένα βράδυ μαζί στο δωμάτιό σου και τότε πια δεν θα σου μείνει καμιά αμφιβολία.

Καλά λες. Απόψε κιόλας θα του προσφέρω την φιλοξενία μου.

Το σκυλάκι άκουσε πάλι την συζήτηση και έτρεξε να τα πει στην Θοδώρα, η οποία ανησύχησε πολύ. Το σκυλάκι την βοήθησε λέγοντας:

Μην στεναχωριέσαι Θοδώρα. Μπορώ να πάρω την μορφή σου και να ξαπλώσω εγώ για σένα με το βασιλόπουλο.

Έτσι κι έγινε. Το ίδιο βράδυ όμως η Θοδώρα δεν άντεξε να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι, αλλά αποφάσισε να φύγει. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε:

«Θοδώρα μπήκα στη σειρά, Θοδώρα την εβγήκα

και φάσκελα του βασιλιά, μα κερδισμένη βγήκα».

Το πρωί το βασιλόπουλο συναντήθηκε με τον πατέρα του και του είπε ότι είναι άντρας ο Θοδωρής, αλλά πάλι δεν μπορούσε να του ξεκολλήσει η ιδέα από το μυαλό. Σηκώθηκε να βρει τον Θοδωρή, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά και τον ζήτησε στην κάμαρά του. Εκεί μέσα, πάνω στο τραπεζάκι  είδε το γράμμα που άφησε η Θοδώρα και το διάβασε. Το έσφιξε πάνω στην καρδιά του και αμέσως πήδηξε στο άσπρο του άλογο. Έτρεχε σαν αστραπή στους κάμπους και τα λαγκάδια για να φτάσει στο παλάτι του πατέρα της Θοδώρας.

Χάρηκαν όλοι στο παλάτι το αντάμωμα των δύο νέων. Έγιναν γάμοι και γλέντια και στις δύο πολιτείες που διήρκησαν πολλές μέρες. Πήρε το βασιλόπουλο τη Θοδώρα στο βασίλειό του κι έμεινε ο κάθε βασιλιάς στον τόπο του και περάσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο λύκος, η αλεπού κι ο γάιδαρος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

donkeyΖούσε μια φορά σε ένα λιβάδι ένας γάιδαρος παχύς και καλοθρεμμένος. Εκεί που έβοσκε μια μέρα τον είδε μια αλεπού και τον ορέχτηκε τόσο πολύ που όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτόταν πώς θα γίνει να τον φάει. Πονηρή καθώς ήταν δεν άργησε να βρει μια λύση και πάει το λοιπόν γρήγορα-γρήγορα στο λύκο:

Που ‘σαι, λύκο; Έλα να δεις πράμα που σου έχω για φάγωμα! Έλα να δεις ένα γάιδαρο!

Όντως ο λύκος ακολουθεί την αλεπού, που τον πάει στο λιβάδι που έβοσκε ο γάιδαρος. Μόλις τον αντίκρισε ο λύκος άρχισαν να του τρέχουν τα σάλια έτσι πεινασμένος που ήταν. Τότε η αλεπού δεν χάνει ευκαιρία και του λέει:

Ξέρεις τι νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε, λύκο;

Τι; Εσύ είσαι έξυπνη όλο και κάτι θα σκέφτηκες.

Να αγοράσουμε μια βάρκα και να τη φορτώσουμε με ελιές. Τότε θα πάρουμε το γάιδαρο τάχα μου για ναύτη, μα μόλις ανοιχτούμε στο πέλαγος θα τον φάμε! Λοιπόν, λύκο, τράβα εσύ να βρεις μια βάρκα και άσε πάνω μου το γάιδαρο. Πάω να του πω την ιδέα μας και θα συμφωνήσει σίγουρα.

Παίρνει δρόμο ο λύκος λοιπόν, και μέχρι να βραδιάσει βρήκε βάρκα, βρήκε κι ελιές και τη φόρτωσε όπως ακριβώς τον πρόσταξε η αλεπού να κάνει. Στο μεταξύ εκείνη, είχε πάει κι είχε πάρει τον γάιδαρο και κατέβαιναν παρέα στο γιαλό να συναντήσουν το λύκο. Μόλις βρέθηκαν όλοι μαζί, ανέβηκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν. Κατά μεσής του πελάγους λέει η αλεπού:

Εμείς τώρα ταξιδεύουμε, μα ποιος ξέρει αν θα φτάσουμε ζωντανοί … Θάλασσα είναι αυτή κι έχει πνίξει πολλούς. Για καλό και για κακό εγώ λέω να εξομολογηθούμε μεταξύ μας.

Γίνεται λοιπόν πρώτα ο λύκος παπάς και πιάνει να εξομολογήσει την αλεπού:

Τι αμαρτίες έκανες κυρά- αλεπού;

Έκλεψα κάμποσες κότες, άλλες μοναχά τις έπνιξα και τις παράτησα. Κι έφαγα και κάτι αγριμέλια, λαγούς μα και κουνέλια. Αυτές είναι οι αμαρτίες μου, τέτοια πράγματα έπνιξα και έφαγα.

Μα αυτά δεν είναι τίποτα, κυρά αλεπού! Σκουλήκια της γης είναι! Κάνε τώρα τη δουλειά σου εσύ, έλα κι εξομολόγησε κι εμένα.

Λοιπόν, τι αμαρτίες έχεις κάνει, λύκο μου;

Έφαγα μερικά προβατάκια… Τι μερικά δηλαδή, κάμποσα.. Κοπάδια ολόκληρα για να λέμε την αλήθεια! Και κάμποσα κατσίκια, μα και γελάδες!

Ε αυτά είναι μικρά πράγματα! Σκουλήκια της γης! Σχωρεμένος!

Και μόλις τελειώσαν μεταξύ τους, γυρνάει ο λύκος και λέει στον γάιδαρο:

Έλα κι εσύ κυρ-γάιδαρε να μας πεις τις αμαρτίες σου να σε εξομολογήσουμε.

Εγώ μια φορά, θυμάμαι με είχανε φορτώσει με κάτι τελάρα μαρούλια. Έτσι όπως ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος, λιμπίστηκα ένα μαρουλόφυλλο και το ‘κοψα και το έφαγα.

Ααααα! κυρ γάιδαρε!

είπανε κι οι δυο μαζί!

Έφαγες το μαρουλόφυλλο έτσι;  Χωρίς λάδι, χωρίς ξύδι; Μα πώς και δεν πνιγήκαμε σε τούτο το ταξίδι;

Η αμαρτία σου είναι μεγάλη και πρέπει να σε φάμε!

Βρε αμάν!!!

Όχι πρέπει να σε φάμε!

Ο γάιδαρος τα έχασε για λίγο μα μετά αποκρίθηκε:

Καλά… Μόνο κάντε μου μια χάρη τελευταία. Ο πατέρας μου σαν πέθανε πριν χρόνια μ’ άφηκε μια γραφή και την έχω εδώ, στο πέταλο του ποδαριού μου. Έλα κυρ – λύκε διάβασέ τη μου, να μάθω τι γράφει και μετά μπορείτε να με φάτε.

Σηκώνει ο γάιδαρος τότε το πισινό του το ποδάρι, σκύβει ο λύκος για να δει, μα του πατάει ο γάιδαρος μια κλωτσιά που τον έστειλε με μιας στον πάτο της θάλασσας. Σαν το είδε αυτό η αλεπού τρόμαξε τόσο που πήδηξε από τη βάρκα για να γλυτώσει μα πνίγηκε κι αυτή. Έτσι λοιπόν, ο γάιδαρος γλύτωσε και του έμεινε και η βάρκα με τις ελιές!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λέν’ στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Το μαγεμένο δάσος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Πριν πολλά πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια γυναίκα με την κόρη της, την Άννα. Η Άννα ήταν καλό και υπάκουο κορίτσι. Αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Καθέ πρωί πριν πάει στο σχολείο, έδινε ένα φιλάκι στην μαμά της και έπαιρνε τα βιβλία της στο χέρι.  Κάθε φορά, στο δρόμο για το σχολείο, συναντούσε έναν φίλο της κούνελο. Της έλεγε:

Άννα, υπάρχει ένα μαγεμένο δάσος. Σε αυτό ζει μια νεράιδα που μεταμορφώνει σε πέτρινα αγάλματα τους κυνηγούς και τα παιδιά. Πρόσεχε μην περάσεις από εκεί!

forest

Ένα μεσημέρι, καθώς γύρισε από το σχολείο, είδε την μαμά της ξαπλωμένη στο κρεββάτι. Ήταν χλωμή και φαινόταν ταλαιπωρημένη . Η Άννα την ρώτησε:

Τι έχεις μανούλα;

Είμαι άρρωστη, κορούλα μου. Πήγαινε σε παρακαλώ να φέρεις τον γιατρό.

Η Άννα πήγε στο σπίτι του γιατρού να τον ζητήσει. Την πόρτα του άνοιξε η γυναίκα του, η οποία της είπε:

Έχει πάει στο διπλανό χωριό να επισκεφτεί έναν άρρωστο. Επειδή ξεκίνησε αργά, μου είπε ότι θα κοιμηθεί εκεί και θα γυρίσει αύριο. Αν είναι επείγον, πήγαινε να τον βρεις.

Ο πιο σύντομος δρόμος, όμως, περνούσε μέσα από το μαγεμένο δάσος. Στο δρόμο, ανάμεσα στα δέντρα συνάντησε ένα ελαφάκι.

Πού πας;

…τη ρώτησε το ελαφάκι.

Η μανούλα μου είναι άρρωστη και πάω να βρω τον γιατρό.

…του είπε η Άννα.

Ε κοριτσάκι σταμάτα! Μην προχωρείς, γιατί το δάσος είναι μαγεμένο. Αν σε βρει η νεράιδα θα σε κάνει κι εσένα άγαλμα.

…της είπε ένα δέντρο.

Πρέπει να πάω γρήγορα να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Μην προχωρείς άλλο στο μαγεμένο δάσος…

της είπαν δυο κουνελάκια.

…γύρισε πίσω στο χωριό σου. Η νεράιδα θα σε κάνει άγαλμα.

Πρέπει να φέρω αμέσως τον γιατρό.

…είπε το κοριτσάκι και τα προσπέρασε τρέχοντας.

Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά της η νεράιδα του δάσους. Ήταν όμορφη, ξανθιά με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ροζ φόρεμα.

Δεν επιτρέπεται να μπαίνεις στο δάσος μου…

…είπε στην Άννα.

Με λένε Άννα. Πηγαίνω να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Ω… μα τι καλό κορίτσι που είσαι…

…είπε η νεράιδα με ένα ζεστό χαμόγελο.

Δεν είσαι σαν τους κυνηγούς και τα κακά παιδιά που μπαίνουν στο δάσος μου για να σκοτώσουν τα ζωά και τα πουλιά.

Τσίου, τσίου, είπε ένα πουλάκι. Η Αννούλα μας προσέχει και είναι η καλύτερή μας φιλή!

Πήγαινε στην μανούλα σου Αννούλα μου. Η μαμά σου έγινε καλά και σου ετοιμάζει να φας κάτι νόστιμο. Και να πεις τους ανθρώπους ότι δεν πειράζω αυτούς που αγαπούν τα ζώα και τα πουλιά!

Λέγοντας αυτά πήρε την Άννα από το χέρι για να την οδηγήσει έξω από το δάσος. Τους ακολούθησαν χαρούμενα ζωά και πουλιά. Η Αννούλα την ευχαρίστησε και την παρακάλεσε να λυπηθεί όλους εκείνους που μεταμόρφωσε σε αγάλματα. Της ζήτησε να τους ζωντανέψει ξανά. Η καλή νεράιδα πραγματοποίησε την επιθυμία της Άννας και όλοι μαζί τώρα, κυνηγοί και παιδιά, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, γύρισαν στο χωριό. Κι έδωσαν υπόσχεση πως δεν θα έκαναν ποτέ κακό στα ζώα και τα πουλιά.

Μανούλα, έγινες καλά;

…ρώτησε η Άννα μόλις έφτασε σπίτι.

Ναι κορούλα μου. Έλα σου ετοίμασα φαγητό.

Ω.. τι καλή που είναι η νεράιδα του δάσους! Δεν θα την ξεχάσω ποτέ και θα την αγαπώ, όσο αγαπώ κι εσένα!

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 4 Σχόλια

Το παραμύθι του πιο δυνατού

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γεωργός  με μια όμορφη κόρη που την φώναζαν Μαργαρίτα. Είχε και έναν βοηθό για τις δουλειες που τον έλεγαν Δημητρό.

Η κόρη μου έχει μεγαλώσει αρκετά κι έφτασε η ώρα να την παντρέψω. Ο πιο δυνατός νέος σε όλη την χώρα ταιριάζει στο πλάι της.

…είπε μια μέρα ο γεωργός.

Ο Δημητρός ήταν κρυφά ερωτευμένος με την κόρη του αφεντικού του και δίσταζε να του μιλήσει.  Φοβόταν ότι ο πατέρας της θα του το αρνιόταν. Έτσι ο γεωργός άρχισε να ψάχνει τον πιο δυνατό και στην σκέψη του ήρθε αμέσως ο βασιλιάς της χώρας. Δεν έχασε καιρό, πήρε την κόρη του και ξεκίνησαν για το παλάτι. Συνάντησαν τον βασιλιά έξω από το παλάτι, στον καταπράσινο κήπο του. Πλησιάσαν δειλά και τον ρώτησαν αν ήταν ο πιο δυνατός. Ο βασιλιάς απάντησε γελώντας:

Δεν είμαι εγώ ο πιο δυνατός.  Λάθος κάνεις κύριε μου! Κοίτα, κάθομαι στον ίσκιο για να μην με κάψει ο ήλιος. Κατά την γνώμη μου, δυνατότερος είναι ο ήλιος. Σε αυτόν ταιριάζει η όμορφη κόρη σου!

Ο γεωργός χάρηκε πολύ που βρήκε τον πιο δυνατό, ανέβηκε στην κορυφή ενός πύργου και φώναξε:

Ήλιε, παντρέψου την κόρη μου. Εσύ είσαι ο πιο δυνατός σε αυτό τον κόσμο.

Χα… χα!…

…ακούστηκε μια φωνή και ένα μάυρο σύννεφο σκέπασε τον ήλιο.

Εγώ είμαι πιο δυνατό από τον ήλιο!

Έχεις δίκιο. Σε σένα ανήκει η κόρη μου, γιατί κατάφερες και νίκησες τον ήλιο.

του είπε ο γεωργός.

Εεεεε,…

…ακούστηκε μια πολύ δυνατή φωνή.

…Ώστε το σύννεφο καμαρώνει για την δύναμή του, ε; Τώρα θα δει τι θα πάθει από μένα, τον δυνατό  Άνεμο!

Έτσι και έγινε! Με το φύσημά του, το σύννεφο εξαφανίστηκε και ο γεωργός έδωσε τον λόγο του στον άνεμο ότι θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα. Η  Μαργαρίτα, όμως αγαπούσε τον Δημητρό και δίσταζε επίσης να το πει στον πατέρα της.  Άρχισε να μελαγχολεί και να κλαίει που θα παντρευόταν τον άνεμο.

Έλα κορίτσι μου να παντρευτείς τον άνεμο!

…της είπε ο πατέρας της. Στον δρόμο συνάντησαν ένα βουνό που εμπόδιζε τον άνεμο να προχωρήσει.

Χμμμ…

…του είπε το βουνό.

Γιατί σταμάτησες και δεν με σπρώχνεις; Δεν μπορείς, ε; Ε, βέβαια αφού είσαι πιο αδύναμος από μένα. Φύγε λοιπόν και άσε σε μένα το κορίτσι!

Έξοχα, βουνό!  Εσύ θα γίνεις ο γαμπρός μου!

…είπε με θαυμασμό ο γεωργός.

Κάνεις λάθος άνθρωπέ μου. Υπάρχει κάποιος που με ξεπερνά σε δύναμη και θα έρθει μια μέρα που θα με νικήσει.

…του απάντησε το περήφανο και γέρικο βουνό.

Μιλάς σοβαρά; Ποιος μπορεί να καταφέρει να σε νικήσει;

…είπε προβληματισμένος ο γεωργός.

Αν θέλεις να τον δεις, πήγαινε στην πίσω πλαγιά μου.

…του απάντησε το βουνό κι ο γεωργός πήρε την Μαργαρίτα και ξεκίνησαν να πάνε εκεί που τους συμβούλευσε το βουνό. Εκεί αντίκρισαν κάτι απρόσμενο: ο Δημητρός έσπαζε τους βράχους με έναν κασμά.

Δημητρό, μόνο εσύ μπορείς να καταφέρεις να νικήσεις τον ήλιο!

…του είπε με χαρά ο γεωργός.

Εσύ είσαι ο πιο δυνατός και γι’ αυτό εσύ θα πάρεις την κόρη μου!

Τελικά η Μαργαρίτα παντρέυτηκε μετά από λίγες μέρες τον Δημητρό.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.