Παραμύθια για μάτια

Παραμύθια σε κείμενα

Ο Μαγεμένος Πύργος

Παραμύθι των αδερφών Γκριμ. Επιμέλεια: Μέλη Μίχα

       Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Όταν οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του βασιλιά μεγάλωσαν, αποφάσισαν να φύγουν μακριά. Σε μία χώρα όπου θα έκαναν μεγάλα και σπουδαία κατορθώματα και θα γίνονταν μεγάλοι και τρανοί βασιλιάδες σαν τον πατέρα τους. Ταξίδεψαν πολύ καιρό και γνώρισαν πολλές χώρες, αλλά δεν κατάφεραν να κάνουν απολύτως τίποτα. Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει ήταν να γυρίσουν ξανά στην πατρίδα τους, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελαν με τίποτα να φανταστούν. Ο μικρότερος γιος του βασιλιά, που το όνομά του ήταν Γουίτλινγκ, είχε μείνει πίσω με τον πατέρα του. Ο καιρός περνούσε και τα αδέρφια του Γουίτλινγκ δε γύριζαν. Έτσι αποφάσισε να πάει εκείνος και να τα βρει.

         Μέρες ολόκληρες ταξίδευε με κόπους και περιπέτειες ώσπου κάποια στιγμή τους βρήκε. Όταν τους είπε πως αυτός θα έκανε σπουδαία πράγματα στη ζωή του και θα είχε μεγάλες επιτυχίες, εκείνοι τον θεώρησαν αφελή και γέλασαν μαζί του κοροϊδευτικά. Θεωρούσαν τον εαυτό τους περισσότερο έξυπνο.

       Ωστόσο, οι τρεις αδερφοί ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι της επιστροφής.  Στο δρόμο που πορεύονταν, ξαφνικά, βρήκαν πάνω στο δρόμο τους μία μυρμηγκοφωλιά. Η φωλιά ήταν γεμάτη μυρμήγκια που δούλευαν σκληρά, κουβαλώντας αμέτρητους σπόρους. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις σκανταλιές, θέλησαν να χαλάσουν τη μυρμηγκοφωλιά. Θα τρόμαζαν τα μυρμήγκια και θα γελούσαν βλέποντάς τα να τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να σώσουν τα αυγά τους. Όταν το κατάλαβε αυτό ο Γουίτλινγκ και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε:

Αφήστε ήσυχα τα μυρμήγκια. Τι κακό σας έκαναν αυτά τα μικρά πλάσματα του Θεού; Τόσο σκληρόκαρδοι είστε;

         Έτσι συνέχισαν την πορεία τους. Ύστερα από πολύ ώρα ο δρόμος τους έβγαλε σε μία λίμνη. Μέσα στα γαλάζια της νερά κολυμπούσαν πολύχρωμες και καμαρωτές πάπιες. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις κουτοπονηριές, θέλησαν να πιάσουν δύο από αυτές. Θα τις μαγείρευαν και έπειτα θα έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι. Όταν το κατάλαβε ο Γουίτλινγκ και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε ξανά λέγοντας:

Αφήστε ήσυχες τις πάπιες. Κι αυτά μικρά πλάσματα του Θεού είναι. Δεν ντρέπεστε λιγάκι;

      Έτσι, συνέχισαν να περπατούν. Ώρες ολόκληρες περπατούσαν, ώσπου κάποια στιγμή κουράστηκαν και κάθισαν κάτω από τη σκιά ενός μεγάλου δέντρου για να ξαποστάσουν. Για μια στιγμή και καθώς σήκωσαν τα μάτια τους ψηλά, είδαν να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους μία μεγάλη μελισσοφωλιά. Χιλιάδες μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω από το μέλι που ξεχείλιζε και κυλούσε πάνω στον κορμό του δέντρου. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις ζαβολιές, θέλησαν και πάλι να κάνουν κάτι πολύ πονηρό. Θα άναβαν φωτιά στη ρίζα του δέντρου και έτσι θα σκόρπιζαν τις μέλισσες από τη μελισσοφωλιά πνίγοντάς τες με καπνό. Ύστερα θα σκαρφάλωναν ψηλά στο κλαδί και θα άρπαζαν όλο το μέλι δίχως κίνδυνο. Μόλις όμως ο Γουίτλινγκ το κατάλαβε και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε για τρίτη φορά λέγοντας αγανακτισμένος:

Αφήστε ήσυχες τις μέλισσες. Τι κακό σας έκαναν τα φτωχά αυτά πλάσματα; Θέλουν κι αυτά να ζήσουν.

      Αφού ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, οι τρεις αδερφοί συνέχισαν το δρόμο τους ξεκούραστοι. Εκεί που περπατούσαν, ο δρόμος, τους έβγαλε μπροστά σε ένα μεγάλο πύργο. Στάθηκαν εμπρός του, όμως πρόσεξαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί σε αυτόν.

ο μαγεμένος πύργος

Ο πύργος ήταν μαγεμένος και όλα μέσα του είχαν μετατραπεί σε πέτρα. Ακόμη και οι στάβλοι που υπήρχαν τριγύρω του, είχαν μέσα τους πέτρινα άλογα. Άνοιξαν την πόρτα του πύργου και μπήκαν μέσα. Πέρασαν από πολλά δωμάτια, μα ήταν όλα άδεια. Στο βάθος ενός μεγάλου διαδρόμου υπήρχε μία μυστηριώδης πόρτα που στη μέση της είχε ένα μικρό άνοιγμα. Έκαναν να την ανοίξουν μα η πόρτα ήταν τριπλά κλειδωμένη. Τα τρία αδέρφια έσκυψαν και έβαλαν τα κεφάλια τους στο μικρό άνοιγμα. Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν, καθισμένος σε ένα τραπέζι, ένας γκριζομάλλης ανθρωπάκος.

       Του μίλησαν, όμως εκείνος δεν τους άκουσε. Του ξαναμίλησαν, μα και πάλι δεν έδωσε απάντηση. Την τρίτη φορά σηκώθηκε, πλησίασε την πόρτα, ξεκλείδωσε και βγήκε έξω. Χωρίς να βγάλει λέξη από το στόμα του, πήρε τα τρία αδέρφια και τα οδήγησε σε μία μεγάλη αίθουσα. Μέσα της υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι πλούσια στρωμένο με όλων των ειδών τα φαγητά και τα ποτά. Αφού έφαγαν και ήπιαν, τους οδήγησε στα υπνοδωμάτιά τους.

         Την επόμενη μέρα το πρωί, ο γκριζομάλλης ανθρωπάκος πήρε τον μεγαλύτερο αδερφό και τον οδήγησε κοντά σ’ ένα πέτρινο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ήταν χαραγμένες τρεις οδηγίες. Αν κάποιος κατάφερνε να πραγματοποιήσει με επιτυχία και τις τρεις αυτές οδηγίες, ο μαγεμένος πύργος θα ελευθερωνόταν από τα μάγια.

       Σύμφωνα με την πρώτη οδηγία, μέσα στο δάσος κάτω από τα αγριόχορτα, βρίσκονταν σκορπισμένα τα χίλια μαργαριτάρια της βασίλισσας. Αυτός που θα αποφάσιζε να τα μαζέψει, θα έπρεπε να τα μαζέψει όλα και πριν ο ήλιος δύσει και πέσει το σκοτάδι. Αν μέχρι τη δύση του ηλίου έλειπε έστω και ένα μαργαριτάρι, τότε τα μάγια θα έπιαναν και θα μεταμορφωνόταν ο ίδιος του σε πέτρα.

        Ο μεγαλύτερος αδερφός πήρε αμέσως την απόφαση να μαζέψει όλα τα μαργαριτάρια. Όλη την ημέρα έψαχνε μέσα στα αγριόχορτα, αλλά μέχρι τη δύση του ήλιου είχε καταφέρει να μαζέψει μόνο εκατό μαργαριτάρια. Στενοχωρημένος γύρισε πίσω στον πύργο και μόλις μπήκε μέσα δίχως όλα τα μαργαριτάρια, μεταμορφώθηκε σε πέτρα.

        Ο δεύτερος αδερφός, όταν το είδε αυτό, θέλησε κι αυτός να προσπαθήσει. Βγήκε την επόμενη μέρα στο δάσος και άρχισε και αυτός να ψάχνει για μαργαριτάρια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ έψαχνε, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να μαζέψει μόνο διακόσια μαργαριτάρια. Έτσι η κατάρα τον μεταμόρφωσε κι αυτόν σε πέτρα.

         Ο Γουίτλινγκ βλέποντας όλο αυτό το κακό που συνέβαινε, πήγε αποφασισμένος την επόμενη μέρα να ψάξει στα αγριόχορτα. Όμως δυστυχώς όσο κι αν αυτός προσπαθούσε, η δουλειά του δεν προχωρούσε και γρήγορα απογοητεύθηκε και αποφάσισε να τα παρατήσει. Βαθιά λυπημένος κάθισε πάνω σε μία πέτρα και άρχισε να κλαίει για τη μοίρα που τον περίμενε.

       Καθώς δεν υπήρχε καμία σωτηρία, σαν από θαύμα εμφανίστηκε μπροστά στα πόδια του μια ολόκληρη στρατιά από μυρμήγκια. Δεν άργησε να καταλάβει πως ήταν εκείνα τα μυρμήγκια που κάποτε ο ίδιος του, τους είχε σώσει τη ζωή. Είχαν έρθει για να του ανταποδώσουν το καλό που τους είχε κάνει. Τα μυρμήγκια έπιασαν αμέσως δουλειά και μέσα σε λίγη ώρα κατάφεραν να μαζέψουν και τα χίλια μαργαριτάρια της βασίλισσας. Έτσι, ο Γουίτλινγκ γύρισε πίσω στον πύργο πανευτυχής και έχοντας πραγματοποιήσει την πρώτη οδηγία.

        Η δεύτερη οδηγία που ήταν χαραγμένη στο πέτρινο τραπέζι μιλούσε για ένα κλειδί. Μέσα στη λίμνη, κοντά στον πύργο, υπήρχε το κλειδί που άνοιγε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας που κοιμόταν η μικρότερη βασιλοπούλα. Ο Γουίτλινγκ δεν έχασε ευκαιρία. Πλησίασε στη λίμνη και μόλις τον είδαν οι πάπιες τον αναγνώρισαν. Ήταν οι πάπιες που τους είχε σώσει τη ζωή. Τον χαιρέτησαν και βούτηξαν βαθιά στα γαλάζια νερά και του έφεραν αμέσως το κλειδί που ζητούσε. Έτσι κατάφερε να πραγματοποιήσει και τη δεύτερη οδηγία.

    Η τρίτη και τελευταία οδηγία ήταν και η δυσκολότερη. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα κοιμόντουσαν τρεις βασιλοπούλες. Ο Γουίτλινγκ έπρεπε να βρει ποια από αυτές ήταν η πιο μικρή και πιο όμορφη. Όμως κανείς δε μπορούσε να την αναγνωρίσει. Γιατί και οι τρεις βασιλοπούλες, βυθισμένες σε βαθύ ύπνο, έμοιαζαν καταπληκτικά μεταξύ τους. Μόνο από ένα πράγμα μπορούσε να μαντέψει. Πριν να κοιμηθούν, η μεγαλύτερη βασιλοπούλα είχε φάει ένα κομμάτι ζάχαρη, η μεσαία λίγο σιρόπι και η μικρότερη ένα κουταλάκι μέλι. Έπρεπε λοιπόν να ανακαλύψει ποια από τις τρεις είχε φάει το κουταλάκι με το μέλι.

      Ο Γουίτλινγκ κοίταξε τις τρεις βασιλοπούλες, όμως όσο καλά κι αν τις κοιτούσε, δεν ήξερε ποια από τις τρεις έπρεπε να διαλέξει. Όμως η τύχη του και η καλή του ψυχή δεν τον άφησαν αβοήθητο. Ξαφνικά πέταξε στο δωμάτιο μία μέλισσα. Ήταν η βασίλισσα της μελισσοφωλιάς που ο Γουίτλινγκ είχε σώσει από τις πονηριές των αδερφών του. Η βασίλισσα έκανε μερικούς κύκλους πάνω από τα κεφάλια των τριών κοριτσιών, πλησίασε τα χείλη τους και με μεγάλη σιγουριά προσγειώθηκε στο μέτωπο της μικρότερης βασιλοπούλας. Τότε το βασιλόπουλο κατάλαβε ποια κοπέλα έπρεπε να επιλέξει.

       Πλησίασε τη μικρή βασιλοπούλα, την άγγιξε και τότε ευθύς τα μάγια λύθηκαν! Ο μαγεμένος πύργος άρχισε και πάλι να παίρνει ζωή. Βασιλιάδες και βασίλισσες, υπηρέτες και αυλικοί, όλοι ξύπνησαν από τον πέτρινο ύπνο τους και μεμιάς όλα ξαναζωντάνεψαν.

       Χωρίς να χάσουν χρόνο, ο Γουίτλινγκ παντρεύτηκε τη μικρότερη και πιο όμορφη από τις τρεις βασιλοπούλες και, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, πήρε ο ίδιος του το θρόνο και έγινε μεγάλος και τρανός βασιλιάς. Όσο για τους δύο μεγαλύτερους αδερφούς του, η μοίρα τους πάντρεψε με τις δύο αδερφές της μικρής βασιλοπούλας και από τότε έζησαν και βασίλεψαν στο παλάτι όλοι τους ειρηνικά και ευτυχισμένοι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η χαμένη βασιλοπούλα

kivep_dialexta01

Από την συλλογή παραμυθιών του Παύλου Μπαλογιάννη «Διαλεχτά παραμύθια – Η σκλαβωμένη βασιλοπούλα»

Κάποτε στα παλιά χρόνια, τότε που υπήρχαν παλάτια και βασιλοπούλες, ζούσε σ’ ένα δάσος ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του. Παρόλο που ήταν φτωχοί δε διαμαρτύρονταν και ήταν πολύ αγαπημένοι. Ένα παράπονο είχαν μονάχα: δεν είχαν αποκτήσει ένα παιδάκι. Γι αυτό, κάθε μέρα παρακαλούσανε το Θεό να τους χαρίσει ένα παιδάκι και ας ήταν το πιο άσχημο στον κόσμο. Στο τέλος ο Θεός τους λυπήθηκε κι έδωσε και σ’ αυτούς ένα πολύ όμορφο, χαριτωμένο αγοράκι. Η χαρά του ξυλοκόπου και της γυναίκας του δεν περιγραφόταν.

Μια μέρα, ο ξυλοκόπος μάζεψε όλες τις οικονομίες που είχε, πουλώντας χρόνια και χρόνια τα ξύλα που έκοβε από το δάσος και πήγε στην πολιτεία να ψωνίσει. Το βραδάκι γύρισε πίσω στο φτωχικό του ο καλός άνθρωπος, φέρνοντας όλα όσα είχε αγοράσει. Ανάμεσα στ’ άλλα, έφερε και στο μικρό του γιο ένα σταυρό που πάνω του έγραφε: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου»

Την άλλη μέρα, ο ξυλοκόπος ξύπνησε με το χάραμα και είπε στη γυναίκα του:

Γυναίκα, σήμερα έχω πολλή δουλειά, αν θέλεις έλα να με βοηθήσεις δυο-τρεις ώρες να κόψουμε μερικά δέντρα. Θα πάμε με το ξημέρωμα όσο ο γιος μας θα κοιμάται ήσυχα στην κούνια του. Ώσπου να ξυπνήσει, εσύ θα έχεις γυρίσει και πάλι κοντά του, ενώ εγώ θα συνεχίσω μόνος τη δουλειά μου.

Έτσι κι έγινε. Πήγανε βαθιά στο δάσος και οι δύο μαζί και άρχισαν να κόβουν κάτι γέρικα ξερά δέντρα ώσπου να πάρει καλά η μέρα. Την ώρα όμως που αυτοί έλειπαν, το παιδάκι τους ξύπνησε στην κούνια του και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει σπαρακτικά, που δεν έβλεπε κανέναν κοντά του. Τόσο πολύ φώναζε κι έκλαιγε, που ξύπνησε τ’ αγρίμια του δάσους που κοιμούνται τη μέρα και το βράδυ βγαίνουν και κυνηγάνε την τροφή τους. Μαζί με τα άλλα αγρίμια, ξύπνησε και μια λυπημένη αρκούδα, που της είχανε πάρει πριν λίγες μέρες το αρκουδάκι της κάτι ξένοι κυνηγοί, όταν οι ίδια είχε βγει έξω για να βρει τροφή γι αυτήν και το μικρό της. Η αρκούδα με το κουτό της μυαλό, νόμισε πώς το παιδί έκλαιγε έτσι, γιατί είχε χάσει κι αυτό τους γονείς του, όπως το αρκουδάκι της. Μια και δυο λοιπόν, παίρνει φόρα, σπάει την ετοιμόρροπη πόρτα του καλυβιού, μπαίνει μέσα, πηγαίνει στην κούνια, παίρνει απαλά-απαλά με τα δόντια της, απ’ τις φορεσιές του το μικρό παιδάκι του ξυλοκόπου και το πάει στην σπηλιά της, που ήτανε βαθειά μέσα στο δάσος και κανένας δεν την έβρισκε.

Εκεί τάισε με το γάλα της το μικρό αγοράκι και το μεγάλωσε σιγά – σιγά. Πέρασαν πολλοί μήνες από τότε και αρκετά χρόνια, ώσπου το μωρό του ξυλοκόπου, ζώντας μέσα στην σπηλιά της αρκούδας, έγινε ολόκληρο παλικαράκι. Τότε όμως και η αρκούδα η κακομοίρα, που είχε στο μεταξύ γεράσει πολύ, άφησε ένα πρωί τον μάταιο τούτο κόσμο. Και το παιδί έμεινε ολομόναχο και απροστάτευτο. Μόνο του τώρα το παιδί, γυρνούσε όλη μέρα μέσα στο δάσος για να βρει τροφή και το βράδυ σαν έβγαιναν τα αγρίμια και τα θηρία για το κυνήγι τους, κρυβόταν βαθειά στην σπηλιά της αρκούδας, που την τρύπα της δεν την έβρισκε κανένας.

Τα χρόνια εκείνα, στην πολιτεία βασίλευε ένας καλός βασιλιάς που είχε μια μονάκριβη κόρη. Την βασιλοπούλα του αυτή, ο βασιλιάς την αγαπούσε τόσο πολύ, που την άφηνε και έκανε ότι ήθελε. Μια μέρα, η βασιλοπούλα πήγε στους στάβλους του πατέρα της, διάλεξε το πιο ατίθασο άλογο, καβάλησε πάνω του και καλπάζοντας άγρια, χάθηκε στα γειτονικά βουνά και τις εξοχές. Κατά το μεσημέρι έφτασε και στο μέρος που ζούσε το παιδί του ξυλοκόπου. Προχώρησε βαθειά στην καρδιά του δάσους. Σε μια στιγμή, το άλογο κουράστηκε που έτρεχε τόσες ώρες και στάθηκε για λίγο. Και ….τσάφ!!! πετάχτηκε ένα μεγάλο φίδι και δάγκωσε το άλογο στο πίσω του πόδι. Τρόμαξε το άλογο το ατίθασο τότε, κάνει άγριες κινήσεις και κλωτσώντας δεξιά κι αριστερά, μπροστά και πίσω, ρίχνει από τη ράχη του την βασιλοπούλα κι ύστερα το βάζει στα πόδια και πηγαίνει πίσω στο στάβλο του παλατιού.

Έτσι η βασιλοπούλα, που είχε χτυπήσει κιόλας, όπως έπεσε από το άλογο, βρέθηκε καταμόναχη στη μέση ενός απέραντου δάσους που ήταν γεμάτο αγρίμια. Άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει βοήθεια μήπως και βρισκόταν κανένας κατά τύχη εκεί κοντά και τη βοηθήσει. Για καλή της τύχη, άκουσε τις φωνές της ο μόνος άνθρωπος που καθόταν στο δάσος εκείνο, δηλαδή το παιδί του ξυλοκόπου. Έτρεξε κοντά της και την πήρε στην σπηλιά του όπου και περιποιήθηκε τις πληγές της και την έβαλε να ξαπλώσει σ’ ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα.

Σα γύρισε το άλογο στους βασιλικούς στάβλους μόνο του, χωρίς τη βασιλοπούλα, κατατρόμαξε όλο το παλάτι μα πιο πολύ απ’ όλους ο βασιλιάς. Νόμιζε ότι την βασιλοπούλα την είχαν κλέψει ληστές. Αμέσως μάζεψε ο βασιλιά τους στρατιώτες του, καβάλησαν τα άλογα τους και με οδηγό το ατίθασο άλογο ξεκίνησαν να πάνε στο μέρος όπου είχε ρίξει τη βασιλοπούλα. Όταν έφθασαν εκεί, οι στρατιώτες του βασιλιά περικύκλωσαν την περιοχή, άναψαν τους δαυλούς τους -γιατί στο μεταξύ είχε νυχτώσει- και άρχισαν να ψάχνουν όλες τις σπηλιές για να βρουν το λημέρι των ληστών, που είχαν πάρει -όπως νόμιζαν- τη βασιλοπούλα. Ψάχνοντας έφθασαν και στη σπηλιά της αρκούδας. Μπήκαν μέσα και μόλις αντίκρισαν την βασιλοπούλα, αμέσως ειδοποίησαν τον βασιλιά, που ήρθε χαρούμενος να δει την μονάκριβή του κόρη. Σαν είδε στην είσοδο της σπηλιά τον πατέρα της η βασιλοπούλα, έπεσε στην αγκαλιά του, τον φίλησε και του είπε:

Αυτό το παιδί εκεί πατέρα, μου έσωσε τη ζωή. Χωρίς αυτόν, θα με είχαν φάει τα αγρίμια του δάσους.

Αμέσως τότε ο βασιλιάς ευχαρίστησε το παιδί και το πήρε μαζί του στο παλάτι για να παίζει με την κόρη του, που της είχε σώσει τη ζωή. Εκεί το έμαθε γράμματα και το μόρφωσε σπουδαία γιατί το παιδί εκείνο ήταν πανέξυπνο και τετραπέρατο.

Μια μέρα όπως πλενότανε, το παιδί είχε αφήσει έξω από το λουτρό, μαζί με τη φορεσιά του και τον χρυσό σταυρό που του είχε δώσει ο πατέρας του ο ξυλοκόπος όταν ήτανε στην κούνια του. Έτυχε να περνάει τότε από κει και ο βασιλιάς. Είδε τον όμορφο εκείνο χρυσό σταυρό του παιδιού και από περιέργεια τον έπιασε στα χέρια του για να το δει καλύτερα: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου». Παραξενεμένος ο βασιλιάς είδε στην πλάτη του παιδιού ένα σημάδι σε σχήμα τριαντάφυλλου. Κάθισε και σκέφτηκε τότε…

«Για να γράφει έτσι ο σταυρός, πάει να πει ότι τον χάρισε στο παιδί, είτε ο πατέρας του, είτε η μητέρα του! Ακόμη, αυτό το σημάδι στην πλάτη του πολύ πιθανό να το έχει και ένας από τους γονείς του.»

Έβγαλε τότε κήρυκες σ’ όλη τη χώρα, που γύριζαν να βρουν τον άνθρωπο με το τριαντάφυλλο στην πλάτη. Το άκουσαν όλοι οι υπήκοοι ακόμη και ο ξυλοκόπος με τη γυναίκα του που είχανε χαμένο χρόνια και χρόνια το παιδί τους και ήταν απαρηγόρητοι. Και επειδή ο ξυλοκόπος είχε γεννηθεί κι αυτός, όπως και ο γιος του με ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη του, παρουσιάστηκε αμέσως στο παλάτι. Ο βασιλιάς τότε του έδειξε το χρυσό σταυρό του παιδιού του και τον ρώτησε σχετικά με το παιδί του.

Τον σταυρό αυτόν τον χάρισες στο παιδί σου όταν ήτανε στην κούνια του; Μήπως έχεις κι εσύ ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη σου;

Ναι!

…είπε συγκινημένος ο ξυλοκόπος. Αμέσως τότε, ο βασιλιάς παρουσίασε στον φτωχό ξυλοκόπο το γιο του. Πατέρας και γιος φιληθήκαν και αγκαλιαστήκαν κλαίγοντας. Έπειτα, ο βασιλιάς είπε:

Το παιδί σου το μόρφωσα και το σπούδασα. Είναι πολύ έξυπνο και τετραπέρατο. Έναν τέτοιο άνθρωπο θέλω να δώσω στην κόρη μου για άντρα της. Την Κυριακή αν θέλετε κι εσείς να γίνουν οι γάμοι των παιδιών μας.

Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν με χορούς και με τραγούδια τα δύο παιδιά κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η αχάριστη οικογένεια

Το παραμύθι αυτό είναι μια παραλλαγή του «ο ψαράς και το χρυσόψαρο»

Τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα ανδρόγυνο που ζούσε μέσα σε μια κανάτα γεμάτη ξύδι. Φυσικά δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένοι και κάθε μέρα μαλώνανε. Ένα πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Βαρέθηκα τόσο καιρό κλεισμένη εδώ μέσα. Δεν είναι ζωή αυτή πια, θα γίνουμε κι οι δυο μας τουρσί.

Δεν είναι δικό μου το λάθος, δικό σου είναι.

…της απάντησε ο άντρας κι έτσι, από κουβέντα σε κουβέντα, άρχισαν έναν τρικούβερτο καυγά κι ο τσακωμός τους βάσταξε πολλή ώρα. Ένα χρυσό πουλάκι που περνούσε από κει άκουσε τον καυγά τους και τους ρώτησε γιατί μαλώνανε.

Τι να ‘χουμε, δεν βλέπεις; Γίναμε τουρσί εδώ μέσα στην κανάτα με το ξύδι. Θέλουμε κι εμείς να ζήσουμε όπως όλος ο κόσμος σ’ ένα σπιτάκι.

Απάντησε η γυναίκα! Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο και τους είπε:

Το σπιτάκι αυτό είναι δικό σας τώρα. Να ζήσετε ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Κι αν καμιά φορά με χρειαστείτε χτυπήστε τρεις φορές τα χέρια σας και πέστε αυτό το τραγουδάκι. Εγώ μόλις το ακούσω θα πετάξω αμέσως κοντά σας.

το πουλάκι τους μετέφερε σε ένα όμορφο καλύβι

Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο

Αφού τους σφύριξε ένα όμορφο τραγουδάκι, πέταξε και χάθηκε. Το ανδρόγυνο ζούσε πολύ χαρούμενο και αγαπημένο. Χαιρόταν το όμορφο σπιτάκι τους με το λουλουδιασμένο κήπο τους. Όμως λίγο κράτησε η ευτυχία τους. Βλέποντας γύρω τους τα αγροκτήματα με στάβλους και ζώα ζήλευαν και το σπιτάκι τους δεν τους ικανοποιούσε πια! Ένα πρωί τραγούδησαν το τραγουδάκι που τους είχε πει το χρυσό πουλί και χτύπησαν τρεις φορές τα χέρια τους. Το πουλάκι εμφανίστηκε αμέσως και τους ρώτησε τι ήθελαν.

Καλό μας πουλί, το σπιτάκι μας είναι πολύ μικρό Πόσο πιο καλά θα ήμασταν αν είχαμε κι εμείς ένα μεγάλο αγρόκτημα, με στάβλους και ζώα, με χωράφια και δέντρα…

Το πουλάκι τους κοίταξε απορημένο με τα μικρά του παράξενα ματάκια, μα δεν είπε τίποτε. Τους πήρε και τους πήγε σ’ ένα αγρόκτημα που είχε όλα όσα είχαν επιθυμήσει κι ακόμα δεκάδες υπηρέτες και πολλές άλλες ανέσεις. Το ανδρόγυνο ήταν τώρα τρελό από τη χαρά του. Χόρευαν, τραγουδούσαν, μα για λίγο καιρό. Γιατί καθώς κατέβαιναν στην γειτονική πόλη κι έβλεπαν εκεί τα ωραία μεγάλα σπίτια και τους καλοντυμένους ανθρώπους ζήλευαν πάλι και το αγρόκτημα τους φαινόταν κόλαση μπροστά στη ζωή της μεγάλης πολιτείας. Έτσι, άρχισαν να θέλουν πάλι αλλαγή και μια μέρα λέει η γυναίκα στον άντρα της:

Είδες κι εσύ τι ωραία είναι στην πόλη! Εκεί δουλεύουν μόνο οι άντρες κι όχι πολύ. Οι γυναίκες δεν εργάζονται, φορούν όμορφα φορέματα και καλοπερνούν. Γιατί να μην πάμε κι εμείς στην πόλη; Βαρέθηκα πια εδώ. Να φωνάξεις το πουλί.

Φώναξε το εσύ…

…είπε ο άντρας βαριεστημένος. Το φώναξε λοιπόν με το γνωστό τρόπο, και του πουλάκι παρουσιάστηκε.

Τι θέλετε πάλι από μένα;

Βαρεθήκαμε, τη ζωή του χωριού. Θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι της πόλης, να καθόμαστε σ’ ένα όμορφο σπίτι και να φοράμε ρούχα κομψά.

…είπε η γυναίκα και το πουλάκι χωρίς να τους πει πάλι τίποτε τους πήγε στο ωραιότερο σπίτι της πόλης. Ήταν μεγάλο και άνετο. Στις ντουλάπες τους βρήκαν πολυτελή και κομψά ρούχα. Μα η χαρά τους δεν κράτησε και πάλι στο νέο αυτό σπίτι. Αυτή την φορά επιθυμούσαν να γίνουν ευγενείς και να μένουν σε μεγαλόπρεπα παλάτια, να έχουν υπηρέτες και άλογα και να φορούν πολυτελή ρούχα. Έτσι η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Φώναξε το πουλί!

Γιατί δεν το φωνάζεις του λόγου σου;

…της απάντησε εκείνος. Επιτέλους η γυναίκα του τον κατάφερε και ο άντρας τραγούδησε τον γνωστό σκοπό, χτύπησε και τα χέρια του τρεις φορές. Σαν ήρθε το χρυσό πουλί και τους ρώτησε τι ήθελαν, τους κοίταξε παραξενεμένο και τους είπε αυστηρά:

Μα του λόγου σας είστε αχάριστοι άνθρωποι! Με τίποτε δε μπορείτε να ευχαριστηθείτε. Θα σας κάνω ευγενείς, όπως μου ζητήσατε, μα και πάλι είμαι βέβαιο, πως δε θα μείνετε ευχαριστημένοι. Προσέξτε όμως. Μόνο αυτό σας λέω!

Αμέσως τους χάρισε ένα υπέροχο παλάτι, με αμάξια και άλογα, με εκατοντάδες υπηρέτες και υπηρέτριες και με όλα τα καλά που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος. Έτσι έγιναν ευγενείς κι όλη την μέρα πήγαιναν περίπατο, ή ξάπλωναν στις αναπαυτικές πολυθρόνες του σπιτιού τους και διάβαζαν χωρίς να κάνουν τίποτε. Μια μέρα κατεβήκαν στην πρωτεύουσα που θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Εκεί είδαν το βασιλιά και τη βασίλισσα με τις χρυσοκέντητες στολές τους να κάθονται σε μια ολόχρυση άμαξα. Ολόγυρα τους πήγαιναν αυλικοί και στρατιώτες και ο κόσμος συγκεντρωμένος στα πεζοδρόμια τους ζητωκραύγασαν και τους χαιρετούσαν με μαντήλια που τα ανέμιζαν στον αέρα. Η γυναίκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

Όταν γύρισε με τον άντρα της στο σπίτι, χτύπησε τρεις φορές τα χέρια της, τραγούδησε και το τραγουδάκι και αμέσως εμφανίστηκε το πουλί. Και οι δύο μαζί με μια φωνή ζήτησαν να γίνουν βασιλιάδες.

Το πουλάκι τους ξαναμάλωσε αλλά και πάλι τους έκανε αυτό που του ζήτησαν. Έτσι έγιναν βασιλιάδες και βασίλευαν σε όλη την χώρα. Γύρω τους είχαν υπουργούς και αυλικούς και έκαναν μεγάλες γιορτές και χορούς. Το βασίλειό τους έγινε σύντομα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα του κόσμου. Μετά από καιρό όμως αφού χόρτασαν τη βασιλική ζωή και δεν είχαν κάτι περισσότερο να επιθυμήσουν, άρχισαν και πάλι να βαριούνται.

Πρέπει να αποκτήσουμε μεγαλύτερη δόξα. Ας γίνουμε αυτοκράτορες.

…είπε μια μέρα η γυναίκα στον άντρα της.

Όχι αυτό δεν είναι αρκετό. Καλυτέρα να γίνουμε Θεοί.

Απάντησε ο άντρας και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, σηκώθηκε ένας φοβερός αέρας σε όλη τη χώρα. Ξαφνικά κοίταξαν από το παράθυρο τους και τι να δουν! Ένα πελώριο μαύρο πουλί, με μάτια που έλαμπαν σαν φωτιές στεκόταν εκεί και με μια βροντερή φωνή που έκανε τα πάντα να τρέμουν του είπε:

Θα ξαναπάτε πίσω στην κανάτα με το ξύδι και θα γίνεται τουρσί για τη μεγάλη αχαριστία σας.

Και την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα σε μια στενή κανάτα με ξύδι, ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μπορούν να κουνηθούν. Και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το πάθημα της πονηρής αλεπούς

Το παραμύθι αναρτήθηκε από τον Τάσο Καπατζιά!

το πάθημα της πονηρής αλεπούςΠριν πολλά χρόνια, τότε που ακόμα τα ζώα μπορούσαν και μιλούσαν με τους ανθρώπους, σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια αλεπού. Μια αλεπού που πίστευε ότι ήταν η πιο πονηρή και έξυπνη αλεπού που υπάρχει. Συνέχεια καυχιόνταν ότι με την πονηράδα της ξεγελούσε τους ανθρώπους και τα περνούσε μια χαρά. Βέβαια πολλοί δε την πίστευαν και ποιο πολύ ένας καλός της φίλος, ο λύκος που την ήξερε καλά. Μια μέρα λοιπόν της είπε:

Ωραία τα λες αλεπού αλλά για να σε πιστέψω ότι λες αλήθεια θέλω να μου το αποδείξεις. Έτσι μόνο θα σε πιστέψω, τι θα κάνεις για πες μου;

Η αλεπού αφού σκέφτηκε λίγο, του απάντησε:

Για να μη νομίζεις ότι λέω ψέματα, κι εγώ με ένα αγκάθι θα σου φέρω ένα παιδί, αύριο τέτοια ώρα να είσαι εδώ και θα δεις!

…αυτά είπε η αλεπού και έφυγε για να κάνει αυτό που είπε. Χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ένα αγκάθι το βάζει ανάμεσα στα δάχτυλα του ποδιού της και πλησιάζει μια γριά κάνοντας πως πονούσε πάρα πολύ. Η γριά μόλις την είδε προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Έτσι, έβγαλε το αγκάθι από το πόδι της αλεπούς. Η αλεπού αφού την ευχαρίστησε συνέχισε το δρόμο της. Μετά από λίγο επέστρεψε και ζήτησε το αγκάθι που της έβγαλε, τάχα για ενθύμιο, αλλά η γριά το είχε πετάξει και ήταν αδύνατο να το βρει. Η αλεπού άρχισε να κλαίει. Μάλιστα, έκλαιγε τόσο πολύ που η γριά την λυπήθηκε και τελικά της έδωσε μια κότα για να την παρηγορήσει. Η αλεπού σταμάτησε κατευθείαν το κλάμα και συνέχισε το δρόμο της. Μετά από λίγο πλησίασε έναν χωρικό και του ζήτησε να της φυλάξει για λίγο την κότα της για να τελειώσει μια δουλειά που είχε. Ο χωρικός δέχτηκε και την έβαλε μαζί με τα κουνέλια του. Η αλεπού μπήκε κρυφά και έφαγε την κότα αφήνοντας μόνο τα πούπουλα.

Μετά από λίγη ώρα γύρισε και ζήτησε την κότα της. Ο χωρικός πήγε να της την φέρει αλλά είδε μόνο τα πούπουλα. Μόλις το είπε στην αλεπού εκείνη άρχισε να κλαίει. Ο χωρικός την λυπήθηκε πολύ και της έδωσε την κουνέλα του για να την τιμωρήσει η αλεπού. Εκείνη μεμιάς σταμάτησε το κλάμα και συνέχισε το δρόμο της. Βράδιασε και η αλεπού πλησίασε έναν άλλο χωρικό και ζήτησε να της κρατήσει την κουνέλα μέχρι το πρωί. Ο χωρικός δέχτηκε και την έβαλε μαζί με τις κατσίκες του. Η αλεπού πάλι κρυφά πήγε και έφαγε την κουνέλα αφήνοντας μόνο το πετσί της και εξαφανίστηκε. Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και ζήτησε την κουνέλα της αλλά ο χωρικός βρήκε μόνο το πετσί της. Η αλεπού έβαλε πάλι τα κλάματα και ο χωρικός επειδή την λυπήθηκε της έδωσε την κατσικούλα για να την τιμωρήσει. Η αλεπού και πάλι σταμάτησε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο της.

Η ώρα περνούσε και η πονηρή αλεπού έπρεπε να τελειώνει, δηλαδή να βρει το μωρό για να αποδείξει στο λύκο την εξυπνάδα της. Εκεί που περπατούσε άκουσε κλάματα μωρού και σκέφτηκε ότι εκεί έπρεπε να πάει για να πετύχει αυτό που ξεκίνησε. Χωρίς να χάσει καιρό πήγε και ζήτησε από τον νοικοκύρη να της φυλάξει για κάνα δυο ώρες την κατσικούλα της. Ο νοικοκύρης δέχτηκε και την έδεσε στο κρεβάτι του μωρού. Η αλεπού πάλι κρυφά μπαίνει στο δωμάτιο και τρώει την κατσικούλα αφήνοντας μόνο την προβιά της.

Μετά από δυο ώρες εμφανίστηκε και ζήτησε την κατσικούλα της. Ο νοικοκύρης όμως βρήκε μόνο την προβιά της. Αυτή τη φορά τα κλάματα της αλεπούς ήταν τόσο δυνατά που ακούγονταν σε όλο το χωριό. Ο νοικοκύρης την λυπήθηκε και της είπε να της δώσει μια άλλη κατσίκα. Αυτή τη φορά η αλεπού δε δέχτηκε και ζήτησε να της δώσει το μωρό του να το τιμωρήσει. Αυτό δε το δέχτηκε ο άνθρωπος και πήγαν στο πρόεδρο του χωριού να βρει μια λύση. Ο πρόεδρος του χωριού ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος που γνώριζε καλά την πονηρή αλεπού τα κατάλαβε όλα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήρε το μέρος της αλεπούς και η απόφαση που πήρε ήταν ότι έπρεπε να τιμωρηθεί το μωρό. Παίρνει λοιπόν ένα μεγάλο τσουβάλι και το δίνει στον νοικοκύρη για να βάλει μέσα το μωρό του και να το δώσει στην αλεπού.

Η αλήθεια ήταν πως κρυφά του είπε να βάλει μέσα τον ποιο άγριο σκύλο που είχε για να πάρει ένα καλό μάθημα η αλεπού. Αυτό έγινε. Πήγε σπίτι του και έβαλε μέσα τον ποιο άγριο σκύλο που είχε και τον παρέδωσε στην αλεπού κάνοντας μάλιστα το λυπημένο που θα έχανε το μωρό του. Η αλεπού χαρούμενη πάει και το δείχνει στο σκύλο με ενθουσιασμό για το ότι τα κατάφερε για άλλη μία φορά. Ο λύκος πείστηκε και έφυγε για το σπίτι του. Μόλις η αλεπού άνοιξε το τσουβάλι αντί για μωρό από μέσα πετάχτηκε ο σκύλος και ακόμα η αλεπού τρέχει για να μην την κάνει κομματάκια. Το μόνο που πέτυχε ήταν να φύγει ο λύκος και να μη δει το ρεζιλίκι της!

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια…

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η πονηρή Μαργαρίτα

Παραμύθι των αδελφών Γκριμ.

Απόδοση: Αδελαϊδα Ράπτη!

Κάποτε, σε μια μικρή και όμορφη πολιτεία, ζούσε μια στρουμπουλή και όμορφη μαγείρισσα που την έλεγαν Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα αγαπούσε πολύ το φαγητό και φορούσε πάντα κόκκινα μποτάκια! Όταν πήγαινε στην αγορά κοίταζε αν και οι άλλοι έβλεπαν και καμάρωναν τα όμορφα παπούτσια της! Πριν ξεκινήσει να μαγειρεύει έπινε πάντα ένα ποτηράκι κόκκινο γλυκό κρασί. Πίστευε ότι έτσι, τα φαγητά που ετοίμαζε για το αφεντικό της θα είχαν σίγουρη επιτυχία! Και φυσικά τσιμπολογούσε από όλους τους μεζέδες, ενώ για να δικαιολογήσει τον εαυτό της, έλεγε:

Μια καλή μαγείρισσα πρέπει να ξέρει αν το φαγητό της έγινε νόστιμο.

Ενα πρωί της είπε το αφεντικό της:

Απόψε θα έχουμε έναν σπουδαίο επισκέπτη. Θέλω να ετοιμάσεις δύο κοτόπουλα και να τα κάνεις όσο πιο νόστιμα μπορείς.

Η Μαργαρίτα δεν έχασε καιρό. Έσφαξε δυο κοτόπουλα, τα μάδησε, τα τσουρούφλισε, τα πασπάλισε με αλατοπίπερο, μπαχαρικά και μπόλικο λεμονάκι, τα πέρασε στην σούβλα και τα έβαλε να ψήνονται σιγά – σιγά.

Η πονηρή Μαργαρίτα

Τα κοτόπουλα άρχισαν να ροδοκοκκινίζουν μα ο επισκέπτης δεν έλεγε να φανεί. Λέει λοιπόν στο αφεντικό της:

Αφεντικό, τα κοτόπουλα θα είναι σε λίγο έτοιμα και ο επισκέπτης ακόμα να φανεί. Είναι κρίμα να μην τα φάει κανείς.

Δίκιο έχεις, Μαργαρίτα. Θα βγω έξω να πάω να τον φέρω!

…είπε το αφεντικό κι έφυγε. Η Μαργαρίτα γύρισε στην κουζίνα και όταν τα κοτόπουλα έγιναν τα κατέβασε από την φωτιά να μην καούνε.

Ουφ…

…αναστέναξε!

…τόση ώρα μέσα στην ζέστη κουράστηκα και δίψασα. Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσει το αφεντικό μου! Δεν πάω στο κελάρι να πιω ένα ποτηράκι κρασί;

Κατέβηκε λοιπόν στο κελάρι και ήπιε μονορούφι ένα ποτηράκι κρασί. Πήγε να φύγει αλλά σκέφτηκε να βάλει άλλο ένα. Πριν το πιει κι αυτό το σήκωσε ψηλά και είπε χαμογελώντας:

Μαργαρίτα, είσαι η καλύτερη μαγείρισσα της πολιτείας. Στην υγειά σου!

Μόλις μπήκε στην κουζίνα οι μυρωδιές από τα κοτόπουλα της άνοιξαν την όρεξη.

Αχ…δεν είναι κρίμα να μην φάω κι εγώ η καψερή έναν μεζέ;

…μονολόγησε. ‘Ετρεξε τότε στο παράθυρο να δει αν ερχόταν το αφεντικό της μα δεν είδε κανέναν. Γύρισε κοντά στο τραπέζι, άπλωσε το χέρι, έκοψε την μιά φτερούγα και λαίμαργα την έφαγε αμέσως. Μα εκείνη την στιγμή σκέφτηκε:

Kαλά θα κάνω να φάω και την άλλη γιατί ο κύρης μου θα προσέξει ότι κάτι λείπει από το ένα κοτόπουλο.

Έτσι, έφαγε και την άλλη και ξαναέβαλε τα κοτόπουλα στα κάρβουνα να μην κρυώσουν. Πήγε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε πάλι στον δρόμο…μα ψυχή δεν φαινότανε.

Ποιος ξέρει…μπορεί να μην έρθουν. Μπορεί να βρήκανε καμιά παρέα και να πήγανε αλλού. Τι να κάνω τώρα; Δεν είναι σωστό να αφήσω τα κοτόπουλα να καούν. ‘Αντε, Μαργαρίτα, πιες άλλο ένα ποτηράκι κρασί και αποτελείωσε το κοτόπουλο που ξεκίνησες. Αμαρτία είναι να καεί στα κάρβουνα!

Κατέβηκε πάλι στο κελάρι, ήπιε δύο ποτηράκια κρασί. Ανέβηκε στην κουζίνα και με όρεξη μεγάλη έφαγε και όλο το υπόλοιπο κοτόπουλο. Κάθισε σε μια καρέκλα και περίμενε μα το αφεντικό της δεν έλεγε να γυρίσει. Η Μαργαρίτα κοίταζε και ξανακοίταζε και το δεύτερο κοτόπουλο.

Αααα… μα δεν πάει άλλο. Το σωστό και το δίκιο είναι εκεί που πήγε το ένα κοτόπουλο να πάει και το άλλο!

Χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκοκκάλισε και το δεύτερο κοτόπουλο. Εκείνη την στιγμή γύρισε ο κύρης της φωνάζοντας από την πόρτα:

Μαργαρίτα, όλα έτοιμα; Έρχεται ο επισκέπτης μας!

Μάλιστα, κύριε, μάλιστα. Έτοιμα είναι όλα.

…απάντησε χωρίς να διστάσει καθόλου. Το αφεντικό της πήγε στην τραπεζαρία και άρχισε να κόβει το ψωμί και να το μοιράζει πάνω στο καλοστρωμένο τραπέζι. Στο μεταξύ έφτασε κι ο επισκέπτης. Η Μαργαρίτα τον είδε από το παράθυρο και έτρεξε να του ανοίξει πριν εκείνος χτυπήσει την πόρτα. Έσκυψε προς το μέρος του τάχα φοβισμένη και του ψιθύρισε:

Φύγε να γλυτώσεις. Το αφεντικό μου θύμωσε που άργησες και αν βρεθείς μπροστά του θα σου κόψει και τα δύο αφτιά.

Εκείνος κατατρομαγμένος έτρεξε και βγήκε γρήγορα έξω από την αυλή. Τρέχει η Μαργαρίτα στο αφεντικό της και του λέει:

Καλέ αφέντη, τρελός είναι ο επισκέπτης μας;

Γιατί Μαργαρίτα; Τι έγινε;

Αχ κύρη μου! Καθώς ερχόμουν να σερβίρω στο τραπέζι τα δύο κοτόπουλα, εκείνος μπήκε από την ανοιχτή πόρτα, τα είδε, τα άρπαξε και έφυγε τρέχοντας!

Ωραίος φίλος ! Ας άφηνε τουλάχιστον το ένα για να φάω κι εγώ που τον περίμενα τόσες ώρες και πεινάω.

…είπε το αφεντικό θυμωμένα κι έτρεξε ξωπίσω από τον φίλο του, αλλά από την βιασύνη του κρατούσε και το μαχαίρι στο χέρι. Έτρεχε ξωπίσω του λοιπόν και του φώναζε:

Έλα, πίσω…στάσου…μόνο το ένα! Μόνο το ένα!

Ο αφέντης εννοούσε το ένα κοτόπουλο, αλλά ο φίλος του, νόμιζε ότι ήθελε να του κόψει μόνο το ένα αφτί και έτρεξε ακόμα πιο γρήγορα να γλυτώσει. Την άλλη μέρα, οι δύο φίλοι συναντήθηκαν τυχαία στην αγορά και το αφεντικό της Μαργαρίτας είπε με παράπονο στον φίλο του:

Μα τι έπαθες και άρπαξες τα κοτόπουλα και έφυγες; Και καλά…ας έπαιρνες το ένα αν πεινούσες τόσο πολύ κι ας μου άφηνες το άλλο να χορτάσω κι εγώ ο καημένος!

Κοτόπουλα; Για ποια κοτόπουλα μου μιλάς ανθρωπέ μου;

Αυτά που θα τρώγαμε παρέα εχθές το βράδυ. Μα γι’ αυτό δεν έτρεχες εχθές που σε κυνηγούσα;

…απάντησε το αφεντικό ξαφνιασμένος. Ο φίλος του τότε, του διηγήθηκε τί του είπε η πονηρή Μαργαρίτα, δικαιολογώντας την γρήγορη τρεχάλα του! Τότε, το αφεντικό κατάλαβε τι έγιναν τα κοτόπουλα. Γύρισε στο σπίτι, κλείδωσε την κουτοπόνηρη μαγείρισσα στο δωμάτιό της με ξερό ψωμί και νερό για δέκα μέρες για να χωνέψει για τα καλά τα κοτόπουλα που του έφαγε κρυφά!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο ψεύτης και ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

Πηγή: «Παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα από τις εκδόσεις «Κέδρος». Το παραμύθι καταγράφηκε από τον κύριο Ευαγγέλου Ηλία.

Στα παλιά χρόνια ζούσε στον κάμπο ένας γεωργός, που αγαπούσε πολύ τη γη του και την περιποιόταν λες και ήταν μοναχοπαίδι του. Κάθε πρωί λοιπόν έπαιρνε το γάιδαρο του, τον φόρτωνε με το αλέτρι, τα λουριά και τα υνιά, έβαζε κι ένα ντορβά με το κολατσιό του και πήγαινε στο χωράφι του για να δουλέψει. Εκεί όργωνε όλη μέρα και όταν σουρούπωνε, φόρτωνε πάλι το γάιδαρο του και επέστρεφε στο χωριό.

Μια μέρα που εκεί που ετοιμάζονταν να επιστρέψουν γυρνάει ο γάιδαρος και λέει στον γεωργό.

Βρε αφεντικό γιατί με φορτώνεις πρωί και βράδυ και με παιδεύεις; Και δεν παιδεύεις μόνο εμένα αλλά κι εσένα σου βγαίνει η πίστη να με φορτώνεις και να με ξεφορτώνεις.

Τι να κάνω βρε γαϊδαράκο μου! Το χωράφι χρειάζεται φροντίδα. Αν δεν το φροντίσουμε εγώ κι εσύ ποιος θα το κάνει;

Είπα εγώ να μην το φροντίσουμε; Άλλο λέω εγώ. Αντί να κουβαλάς πέρα δώθε όλα αυτά τα μαραφέτια, να τα αφήνεις στο χωράφι και να με καβαλάς. Κι εσύ κι εγώ κερδισμένοι θα βγούμε.

Σαν τ’ άκουγε αυτά ο γεωργός έξυνε το κούτελο του. Ξαφνικά λέει:

Σαν καλά να το σκέφτηκες γάιδαρε μου. Μα εμένα άλλο με προβληματίζει. Αν μου κλέψουν τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πώς θα οργώνω εγώ μετά;

Άντε καλέ αφεντικό, που να βρεθούν τώρα κλέφτες … πάει ξεπαστρεύτηκαν αυτοί.

Ο γεωργός το σκεφτόταν όλη νύχτα και αποφάσισε ότι η πρόταση του γαιδάρου του ήταν σωστή και λογική. Έτσι το απόβραδο, σαν έφτασε η ώρα να επιστρέψουν στο χωριό, άφησε σε μια άκρη του χωραφιού τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πήδησε στη ράχη του ζώου του και γύρισαν και οι δύο πιο ξεκούραστα στο χωριό.

Πέρασαν δύο μέρες κι όλα πήγαιναν ρολόι. Την τρίτη μέρα όμως πάει ο γεωργός στο χωράφι, μα τί να δει! Άφαντα τα λουριά, οπότε δε μπορούσε να ζέψει το γάιδαρο του στο αλέτρι.

Απαπαπαπα! Κακό που έπαθα…

…είπε ο γεωργός που τώρα άρχισε να τα βάζει με το γάιδαρο του.

Μην σκας αφεντικό, εγώ θα σε ξεκαμπίσω. Ξέρω τον κλέφτη.

…είπε ο γάιδαρος και μετά του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Ο γεωργός κάθισε τότε στην σκιά ενός δέντρου να ξαποστάσει δήθεν, κι ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει σαν βουρλισμένος. Ανήσυχος τάχα ο γεωργός σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να χουγιάζει.

Βρε κακό που με βρήκε!!! Χάνω το γάιδαρο μου. Βρε κακό που με βρήκε!…

Αφού ο γάιδαρος ξεσήκωσε όλο το χωριό με τις αγριοφωνάρες του και τις ζουρλαμάρες του, πέφτει χάμω σα να ήταν ψόφιος.

Πάει ο γάιδαρος, μου έμεινε μόνο το σαμάρι.

…θρηνούσε απαρηγόρητος και τράβαγε τα μαλλιά του ο γεωργός. Τον παρατάει λοιπόν εκεί και τρέχει στο χωριό να ζητήσει βοήθεια.

Σε λίγη ώρα, να σου και φαίνονται ένα τσούρμο από αλεπούδες στην άκρη της ρεματιάς.

Ψόφησε ο γάιδαρος;

Ρώτησε η πιο μεγάλη που δεν έβλεπε καλά.

Ουουου! Τώρα… να ήταν κι άλλος!

…είπε η πιο μικρή που ήταν μπροστά μπροστά. Αμέσως δόθηκε το σύνθημα.

Άιντε τι κάθεστε! Πάμε να τον φάμε.

Μαζεύτηκαν όλες οι αλεπούδες ολόγυρα από το γάιδαρο και άρχισαν να τον τραβολογάν. Η μια τον άρπαξε από το ένα ποδάρι, η άλλη από την ουρά και η τρίτη, η πιο μικρή τον τράβαγε από τα αυτιά. Ο γάιδαρος ούτε που κουνιόταν.

Μωρέ καλοταϊσμένο που τον έχει ο γεωργός και είναι τόσο βαρύς!

Αναστέναξε η πιο μεγάλη.

Ας κάτσουμε να τον φάμε εδώ.

…είπε η πιο μικρή που πεινούσε πολύ. Η πιο λογική από τις αλεπούδες της απάντησε τότε:

Και τι θα κάνουμε αν μας προλάβουν ο γεωργός και οι χωριανοί; Τι λες καλέ;

Ε! τότε μια λύση υπάρχει! Να τον τραβήξουμε κατά τη φωλιά μας, στη ρεματιά, και να τον φάμε με την ησυχία μας.

…είπε η μεγάλη που ήταν και αρχηγίνα τους. Τότε η πιο μικρή θυμήθηκε τα λουριά που ‘χανε κλέψει τις προάλλες -γιατί, αν δεν το καταλάβατε, οι αλεπούδες ήταν οι κλέφτρες.

Τρέχα και φέρτα.

…πρόσταξε η αρχηγίνα. Τρέχει η αλεπουδίτσα και φέρνει τα λουριά. Τα παίρνουν οι αλεπούδες, δένονται αυτές από τη μια μεριά, δένουν και το γάιδαρο από την άλλη και αρχίζουν να τον σέρνουν. Τότε ο πονηρός ο γάιδαρος που έκανε τον ψόφιο κοριό, πετάγεται επάνω, βγάζει ένα δυνατό γκάρισμα και το βάζει στα πόδια. Έτσι όμως όπως τον είχαν δέσει οι αλεπούδες με τα σκοινιά και ήταν κι αυτές δεμένες από την άλλη άκρη, ήταν πια του χεριού του. Τις έσυρε ως το χωριό και τις παρέδωσε στο αφεντικό του.

μια του κλέφτηΟρίστε αφεντικό, οι κλέφτρες. Πάρτες και δως τες να καταλάβουν πως ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

…είπε ο γάιδαρος και τράβηξε ευχαριστημένος για το παχνί του.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Νεσρεντίν Χότζας κι ο δανειστής του

Nasreddin

Ο Νεσρεντίν Χότζας. Έργο του 17ου αιώνα.

Ο Νεσρεντίν Χότζας, χρωστούσε κάποτε χρήματα σε έναν συγχωριανό του. Δεν είχε να του τα δώσει. Παρόλα αυτά, ο δανειστής του, συχνά πυκνά τον επισκεπτόταν και του ζητούσε τα δανεικά, αλλά πάντα έπαιρνε την ίδια απάντηση:

Σήμερα βρήκες να έρθεις για τα χρήματα; Δεν έχω. Έλα κάποια άλλη μέρα.

Μια μέρα δεν άντεξε και είπε στον Νεσρεντίν:

Χότζα μου, εσύ που είσαι τόσο σοφός, δεν νομίζεις ότι είναι άδικο να με ταλαιπωρείς έτσι; Κάθε φορά που έρχομαι, μου λες ότι δεν ήρθα την σωστή μέρα και να έρθω κάποια άλλη μέρα. Έρχομαι την άλλη μέρα μα και πάλι τα ίδια μου λες. Είναι δύσκολο να μου ορίσεις μια συγκεκριμένη μέρα για να μην ταλαιπωριέμαι κι εγώ;

Αυτό είναι όλο. Πολύ εύκολο. Ευχαρίστως!

Ωραία…και ποια μέρα μου ορίζεις;

Την Δευτέρα. Είναι καλά την Δευτέρα;

Μια χαρά είναι. Πολύ καλά.

Ωραία λοιπόν…θα έρχεσαι κάθε Δευτέρα!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η μαϊμού και η κούκλα από πίσσα

Λαϊκό παραμύθι της Βραζιλίας, μεταφρασμένο από το μέλος των Παραμυθάδων και κάτοικο του Sao Paulo (Σάο Πάολο), Αναστάσιο Καμπουράκη!

monkeyΉταν κάποτε μια μαϊμού που πουλούσε χυλό. Για τον λόγο αυτό, κάθε μέρα κατέβαινε στην πόλη και  φώναζε:

Ποιος θέλει χυλό; Έχω καλό χυλό, ωραίο και ζεστό!

Εκεί ζούσε κι ένα κορίτσι το οποίο κάθε μέρα, αγόραζε από την μαϊμού μια κούπα χυλό. Η μαϊμού, πάντα την πείραζε και της έκανε αστεία και χαζομάρες, όμως στο κορίτσι δεν του άρεσε αυτή η συμπεριφορά και δεν δεχότανε τα πειράγματά της.

Φύγε…εσύ είσαι χρήσιμη μόνο για να πουλάς χυλό…

… της είπε μια μέρα κι η μαϊμού θύμωσε με το κορίτσι και σκέφτηκε: Θα μου το πληρώσει αυτό…θα της δείξω εγώ.

Την επόμενη μέρα, η μαϊμού γέμισε μια κατσαρόλα με βρωμερά σκουπίδια κι αποφάγια. Την σκέπασε καλά με μια λευκή πετσέτα και πήγε στο σπίτι της κοπέλας για να της προσφέρει δήθεν χυλό. Το κορίτσι της άνοιξε την πόρτα και έφερε μια κούπα για να την γεμίσει με χυλό. Αντί αυτού όμως, είδε να γεμίζει με σκουπίδια, ενώ ότι δεν χώρεσε στην κούπα, η μαϊμού της το έριξε στο κεφάλι της. Της φάνηκε τόσο αστείο και έξυπνο αυτό που έκανε, που άρχισε να χοροπηδάει γύρω της και να γελάει δυνατά, ενώ φεύγωντας της φώναξε:

Δεν ήθελες να παίξεις μαζί μου ε; Τώρα μείνε με τα σκουπίδια και την βρωμιά.

Το κορίτσι έγινε έξαλλο και πήγε να πλυθεί για να καθαριστεί. Αυτή η μαϊμού θα μου το πληρώσει, σκέφτηκε, τώρα θα την εκδικηθώ.

Χωρίς να χάσει χρόνο, το κορίτσι ζήτησε από έναν κουκλοποιό να κάνει μια κούκλα με πίσσα που όμως εξωτερικά να είναι λαμπερή και όμορφη σαν ένα πραγματικό κορίτσι. Μετά από λίγες ημέρες η μαϊμού περνούσε μπροστά από το σπίτι του κοριτσιού. Έξω στην πόρτα είδε την κούκλα που στεκότανε και νόμισε ότι ήταν ένα αληθινό κορίτσι και άρχισε να της μιλάει κάνοντας κομπιλεμέντα  και φιλοφρονήσεις. Φυσικά η κούκλα δεν της απάντησε. Αυτό, εξόργισε την μαϊμού η οποία έξαλλη της φώναξε:

Να μην είσαι τόσο περήφανη κοπέλα και να μιλάς όταν σου μιλάνε, αλλιώς θα σου δώσω ένα χαστούκι!

Φυσικά, η κούκλα έμενε ακίνητη κι αυτό φούντωσε τη μαϊμού, που της επιτέθηκε και την χαστούκισε. Μα το χέρι της κόλησε πάνω στην κούκλα.

Αν δεν αφήσεις το χέρι μου θα σου δώσω κι άλλο χαστούκι!

Φώναξε ξανά η μαϊμού προς την κούκλα κι επειδή αυτή δεν αντέδρασε, την χτύπησε και με το άλλο της χέρι το οποίο κόλησε κι αυτό. Ακόμα πιο θυμωμένη φώναξε και πάλι:

Αν δεν αφήσεις τα χέρια μου θα σου δώσω δύο κλωτσιές!

Κι επειδή η κούκλα έμεινε ακίνητη, την κλότσησε και με τα δυο της πόδια τα οποία έμειναν κι αυτά κολημένα πάνω της. Τέλος κόλησε και το κεφάλι της αφού και με αυτό προσπάθησε να την χτυπήσει. Τότε το κορίτσι φώναξε τους φίλους της για να πιάσουν τη μαϊμού και να της δώσουν ένα γερό μάθημα για να μην κάνει τέτοιες ανοησίες.

Τί τα θες όμως; Η μαϊμού δεν πήρε το μάθημά της, διότι μετά από μερικές ημέρες ήταν και πάλι πίσω στους δρόμους πουλώντας χυλό και κάνοντας τα ίδια και χειρότερα από πριν. Εξάλλου, αυτός είναι ο ρόλος της μαϊμούς. Να κάνει γελοιότητες!

Ψέματα η Αλήθεια έτσι λεν τα Παραμύθια!!!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το βασιλόπουλο κυνηγός

Αφηγητής είναι ο Αθανάσιος Παχαταρίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1916 και κατάγεται από την Σκόπη – Αγυρνάς Καισάρειας.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!!

castle in forestΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε έναν γιο. Ο βασιλιάς αρρώστησε και μετά από λίγο πέθανε αφήνοντας πίσω του μια χήρα και ένα ορφανό. Το βασιλόπουλο αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Έβγαινε με το τουφέκι και τα σκυλιά του, χτυπούσε τις περισσότερες  φορές λαγούς, πέρδικες, αγριόχηνες και αγριογούρουνα. Σχεδόν πάντα υπήρχε στο παλάτι φαγητό από τα θηράματά του που μαγείρευε η μητέρα του. 

Μια μέρα που βγήκε για κυνήγι στο βουνό ακούει τα σκυλιά του να γαβγίζουν διαφορετικά από τις άλλες φορές. Από το γάβγισμά τους υπέθεσε ότι δεν κυνηγάνε κάποιο ζώο. Κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο και περίμενε να δει τι συμβαίνει. Ξαφνικά βλέπει έναν καβαλάρη σε άλογο να κρατάει σφιχτά μια κοπέλα στα χέρια του. Το κορίτσι φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεναχωρεμένο και έτσι συμπέρανε ότι την είχε κλέψει. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο, το βασιλόπουλο πυροβολάει στον αέρα. Ο καβαλάρης αφήνει το κορίτσι από τα χέρια του και συνεχίζει με το άλογό του. Πηγαίνει το βασιλόπουλο κοντά στο κορίτσι και το ρωτάει:

– Πες μου κοπέλα μου ποια είσαι και από πού; Πες μου να χαρείς πνεύμα ή ζωντανή ύπαρξη είσαι;

– Ούτε πνεύμα είμαι, ούτε πετούμενο. Είμαι η θυγατέρα του βασιλιά που κυβερνάει στον πέρα κάμπο, απαντάει η κοπέλα.

– Κόρη του άρχοντα και βασιλιά. Περίμενε δέκα λεπτά εδώ που είσαι. Εγώ θα χτυπήσω γρήγορα έναν λαγό και θα σε πάω στον πατέρα σου.

Έφυγε το βασιλόπουλο και πήγε να κυνηγήσει. Το κορίτσι κάθισε κάτω από έναν ίσκιο και περίμενε. Δεν πρόλαβε να πάρει πέντε ανάσες και βλέπει εκείνον που την είχε αρπάξει να έρχεται καταπάνω της. Το κορίτσι φοβήθηκε πολύ και σκεφτόταν με αγωνία τι να κάνει όταν ξαφνικά έπεσε μια αστραπή από τον συννεφιασμένο ουρανό που έριξε κάτω, τυφλωμένο τον άνδρα. Αυτός άρχισε να κλαίει και να τσιρίζει από τον πόνο. Φώναξε τρεις φορές ένα γυναικείο όνομα. Τότε κατεβαίνει ένα σύννεφο από τον ουρανό και φέρνει μαζί μια όμορφη κοπέλα, ντυμένη στα λευκά, που στέκεται κοντά του. Γονατίζει, φιλάει το πληγωμένο παλικάρι μια φορά στο μέτωπο και οοπ… αυτό στάθηκε όρθιο στα πόδια του. Στο μέρος που έπεσε η αστραπή, σχηματίστηκε ένας λάκκος και το χώμα του ήταν κατάμαυρο σαν κάρβουνο. Σκύβει η ασπροντυμένη κοπέλα, παίρνει λίγο χώμα και το τινάζει στα μάτια του παλικαριού. Εκείνος αμέσως ανοίγει τα μάτια του και πήρε βαθιά ανάσα.

– Εγώ σε θέλω για δικό μου, του λέει η κοπέλα που κατέβηκε από τον ουρανό.

– Εσύ γεννήθηκες για μένα, λέει το παλικάρι.

Σιγά σιγά πυκνώνει το σύννεφο, τους παίρνει και τους δυο και μαζί χάθηκαν στον ουρανό. Το κορίτσι που παρατηρούσε την όλη σκηνή, σκύβει, παίρνει λίγο από το καρβουνισμένο χώμα, το βάζει σε ένα μαντήλι και το κρύβει στον κόρφο της. Μετά από λίγο έρχεται το βασιλόπουλο κρατώντας δυο λαγούς, έναν στο ένα χέρι κι έναν στο άλλο. Αντί να είναι χαρούμενος όμως, ήταν σκεπτικός. Η κοπέλα που το πρόσεξε, τον ρώτησε:

– Τι έχεις παλικάρι και είσαι στεναχωρεμένος;

Το βασιλόπουλο κάθισε λίγο πλάι της και έδειξε ότι ήθελε να αποφύγει την απάντηση. Αφήνει απλώς τους δυο λαγούς που κρατούσε στο χώμα. Μόλις οι λαγοί πάτησαν στο χώμα, άρχισαν να παίζουν λαγίσια παιχνίδια κοντά τους, χωρίς να απομακρύνονται.

– Βλέπεις, λέει το παλικάρι. Έτσι έπαιζαν και όταν τους έβαλα στο στόχαστρο με το τουφέκι μου. Έλαμψε μια αστραπή και ακούστηκε ένας κρότος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λαγοί να έρθουν και να σταθούν μπροστά στα πόδια μου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Δεν θα τους σκοτώσω, ας απολαύσουν την ζωή τους!

Το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα παίρνουν τον δρόμο για το παλάτι, όπου βασίλευε ο πατέρας της κοπέλας. Ο βασιλιάς, σαν τους είδε, χάρηκε πολύ και πρότεινε να φιλοξενήσει το γενναίο άνθρωπο που έφερε την κόρη του. Καθώς μιλούσε μαζί του κατάλαβε ότι του αρέσει το κυνήγι και του λέει:

– Όσες μέρες θα μείνεις εδώ σου δίνω την άδεια να πηγαίνεις για κυνήγι στα δασωμένα βουνά της χώρας μου, όπου υπάρχουν πολλά άγρια ζώα.

Την επόμενη μέρα, πρωί – πρωί, το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βουνό. Όμως χάθηκε στα πυκνά δάση και έψαχνε να βρει ένα μονοπάτι να γυρίσει πίσω.  Άλλά όσο περισσότερο έψαχνε, τόσο περισότερο χανόταν. Κάποια στιγμή βλέπει μια μεγάλη πόρτα που φαινόταν να κλείνει κάποια σπηλιά μέσα στο βουνό. Έτσι όπως ήταν κουρασμένος και πεινασμένος δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα και εκείνη σιγά σιγά άνοιξε. Μπαίνει μέσα και βλέπει πως βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο παλάτι που τα παράθυρά του ήταν σαν φεγγίτες. Είχε σαράντα μεγάλα δωμάτια, από τα οποία μόνο το ένα από αυτά ήταν κλειδωμένο. Το παλάτι είχε μέσα όλα τα καλά για να ζήσει ένας άνθρωπος. Έφαγε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

Την άλλη μέρα το πρωί που σηκώθηκε άρχισε πάλι να ψάχνει δρόμο για να γυρίσει στο παλάτι του. Μέσα στην ανησυχία και την αγωνία βλέπει δυο λαγούς να χοροπηδάνε γύρω του. Με τα αυτιά, τα μπροστινά τους πόδια και τα μουστάκια τους, οι λαγοί έκαναν διάφορες κινήσεις σαν κάτι να ήθελαν να πουν. Μετά άρχισαν να πηγαίνουν πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Το παλικάρι ακουλούθησε αρκετές ώρες το μονοπάτι πίσω από τους λαγούς. Όταν άρχισε να βραδιάζει συνάντησε μέρη γνωστά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από τότε που έφυγε, καθώς η μητέρα του έιχε παντρευτεί άλλον άνδρα, ο οποίος εξουσίαζε το παλάτι. Μάλιστα η μητέρα του τον πλησιάζει και του λεει:

-Όπως βλέπεις παιδί μου αυτό το παλάτι δεν μας χωράει και τους δύο τώρα που παντρέυτηκα. Πρέπει ή εσύ να φύγεις ή εγώ, διάλεξε!

Το παλικάρι αποφάσισε να γυρίσει στο παλάτι με τα σαράντα δωμάτια. Παίρνει μαζί του λίγα τρόφιμα και ένα τουφέκι. Ανέβαίνει στο άλογό του και πηγαίνει προς το μεγάλο σπίτι που είχε βρει στο δάσος. Μετά από λίγες μέρες φτάνει στον προορισμό του. Βρίσκει όμως την μεγάλη πόρτα κλειστή. Την χτυπάει δυνατά με το πόδι του και η πόρτα άνοιξε. Μπαίνει μέσα και τακτοποιεί τα πράγματά του. Μετά τακτοποιεί και το άλογό του και ξαπλώνει να κοιμηθεί. Όμως θόρυβος και φωνές από έξω τον ξύπνησαν κάποια στιγμή. Ήταν σαράντα δράκοι που είχαν επιστρέψει για να κοιμηθούν σπίτι τους. Μόλις είδαν την μεγάλη πόρτα ανοιχτή κατάλαβαν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει και τους έπιασε φόβος. Κι αυτό γιατί η πόρτα ήταν τόσο βαριά που για να την ανοίξουν προσπαθούσαν κάθε φορά τρεις δράκοι μαζί. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να ελέγξει τι συμβαίνει και αποφάσισαν να βάλουν κλήρο. Ο κλήρος έπεσε στον κουτσό, πιο δειλό και πιο ηλικιωμένο δράκο. Άρχισε να ψάχνει ο κουτσός δράκος ένα ένα τα δωμάτια. Οι υπόλοιποι δράκοι εντωμεταξύ, επειδή άργησαν να ακούσουν νέα από τον φίλο τους που είχε πάει να ψάξει για τον άνθρωπο φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο και το έβαλαν στα πόδια. Έφυγαν για πάντα σε άλλα μακρινά λημέρια. Ο κουτσός δράκος μόλις αντίκρισε το βασιλόπουλο στο τελευταίο δωμάτιο, έπεσε στα γόνατά του και τον παρακαλούσε:

– Αφέντη λυπήσου τα χρόνια και την αναπηρία μου. Όσο θα βγαίνει ο ήλιος εγώ θα είμαι για σένα δούλος και εργάτης σε όλες τις δουλειές σου.

Το βασιλόπουλο εμπιστεύτηκε τον δράκο και συμφώνησε στην πρότασή του. Πήγαινε για κυνήγι στο βουνό και πάντα όταν επέστρεφε, έφερνε κάτι για φαγητό. Ο κουτσόδρακος έμενε στο δρακόσπιτο, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε και φύλαγε το σπίτι. Υπήρχαν μέρες που το βασιλόπουλο έφερνε τρία και ίσως και πέντε γουρουνόπουλα σκοτωμένα. Ο κουτσοδράκος απορούσε πως το παλικάρι έβρισκε τόση δύναμη να κουβαλήσει τα θηράματά του. Τα έφερνε τραγουδώντας, χωρίς σταγόνα ιδρώτα σαν να ήταν τα γουρούνια πετροπέρδικες. Όταν έπαιρναν το γέυμα τους, το βασιλόπουλο έτρωγε μια μερίδα φαγητό, ενώ ο κουτσοδράκος ένα γουρουνόπουλο ολόκληρο. Μάλιστα κάποια στιγμή που έτρωγαν δείπνο το βασιλόπουλο εκμυστηρεύτηκε στον δράκο που και πότε γεννήθηκε.

Το δρακόσπιτο είχε ένα μυστικό: σε ένα ακρινό δωμάτιο βρισκόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι το οποίο είχαν αιχμαλωτίσει κάποτε οι δράκοι. Επείδη το κορίτσι είχε μείνει για καιρό στην απομόνωση, είχε ξεχάσει τους σωστούς τρόπους συμπεριφοράς και φερόταν σαν αγρίμι. Ο κουτσοδράκος είχε μόνο το κλειδί του δωματίου και όποτε ήθελε της πήγαινε νερό και τροφή. Αυτό όμως που χαιρόταν περισσότερο ήταν να την χτενίζει μια φορά την βδομάδα μετά το μπάνιο. Ο δράκος ετοίμαζε το ζεστό νερό, τα σαπούνια, τα αρώματά της και έβγαινε έξω. Όταν μετά από ώρα το κορίτσι τελείωνε το μπάνιο και ντυνόταν, ξεκλείδωνε ο δράκος και χτενίζε το κορίτσι με μια χρυσή χτένα που είχε πάνω διαμαντόπετρες. Τα μαλλιά που κολλούσαν στην χτένα, τα μάζευε ο δράκος και τα άφηνε στον ήλιο να γίνουν χρυσαφένια. Έπειτα τα έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του. Κάποια στιγμή βλέπει το παλικάρι τα απλωμένα μαλλιά που είχαν μάκρος δυο πήχες και ρωτάει τον δράκο:

– Τι είναι αυτά γεροδράκο;

– Είναι μετάξι που βγαίνει από τις μουριές, στην κοντινή μας ρεματιά.

Μια μέρα που το βασιλόπουλο βρίσκει μια όμορφη γυναικεία φορεσιά απλωμένη στον φράχτη ρωτάει τον δράκο τι είναι κι εκείνος απαντάει:

– Το βρήκα κρυμμένο στο σεντούκι της μάνας μου, το έπλυνα και το άπλωσα για να στεγνώσει.

Κάποιες νύχτες, όπως κοιμόταν το παλικάρι, άκουγε μια γλυκειά γυναικεία φωνή να τραγουδάει με παράπονο. Πηγαίνει στο δράκο να τον ρωτήσει, αλλά ο δράκος του απαντούσε συνεχώς:

– Αααα… παιδί μου! Νεός είσαι και στον ύπνο σου γλυκοτράγουδα θα ακούς.

Κάποια νύχτα που ακούστηκε πάλι το τραγούδι, πηγαίνει ο νέος και λέει στον δράκο:

– Θέλω να μου δώσεις το κλειδί του δωματίου που είναι κλειδωμένο!

Παίρνει ο δράκος τα σαράντα κλειδιά, αλλά ενώ προσπαθούσαν, η πόρτα δήθεν δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Κάποια στιγμή το παλικάρι νύσταξε και πήγε να κοιμηθεί γιατί την άλλη μέρα νωρίς το πρωί θα πήγαινε για κυνήγι σε μακρινό βουνό. Έτσι το βασιλόπουλο όταν ξημέρωσε, ξεκίνησε.

Ο δράκος έλεγε ψέμματα, γιατί φοβόταν την υπερβολική δύναμη του παλικαριού-κυνηγού. Ηθελε να μάθει από που το παλικάρι αντλούσε την δύναμη και το παλικάρι ήθελε να μάθει από που ο δράκος έβρισκε τις γυναικείες τρίχες και τα φορέματα. Ο δράκος εκμεταλεύτηκε την απουσία του παλικαριού στο κυνήγι, ντύθηκε ζητιάνος και ξεκινάει να πάει στον τόπο που γεννήθηκε το βασιλόπουλο. Βρίσκει την μαμή που τον γέννησε, της δίνει δυο χούφτες χρυσές λίρες και μαθαίνει ότι αν κοπούν οι τρεις χρυσαφένιες τρίχες που έχει στο κεφάλι, χάνει την περίσσια δύναμή του.

Ο δράκος γύρισε το βράδυ σπίτι σκεπτόμενος τι να κάνει και του ήρθε η εξής ιδέα: θα έβαζε στο υπνοδωματιό του μια ανθοδέσμη, στην οποία ένα από τα λουλούδια είχε μια οσμή που προκαλούσε υπνηλία για τρεις μέρες. Έτσι και έκανε. Βλέπει την ανθοδέσμη το παλικάρι και ρωτάει:

– Πώς κι έτσι γεροδράκε στόλισες το δωμάτιό μου;

– Να κοιμηθείς ελαφρά λεβέντη μου και να μην βλέπεις εφιάλτες.

Ξάπλωσε το βασιλόπουλο και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ο δράκος ξεκλειδώνει την κοπέλα, της δίνει ένα ψαλίδι και την οδήγει στο δωμάτιο του παλικαριού. Εκεί της ζητάει να του κόψει τις χρυσαφένιες τρίχες. Όταν κόπηκε η τελευταία τρίχα, το παιδί έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό που κουνήθηκε ολόκληρο το δρακόσπιτο. Μετά διέταξε την κοπέλα να τον χτενίσει με την χρυσαφένια χτένα της. Κατά την διάρκεια που τον χτένιζε τον  αναγνώρισε. Ήταν εκείνος που την είχε σώσει από την απαγωγή και την είχε πάει σώα στον πατέρα της. Ο κουτσοδράκος ντυμένος παλικάρι την έκλεψε και την φυλάκισε σπίτι του. Στην συνέχεια, ο δράκος κλειδώνει την κοπέλα στο δωμάτιό της, παίρνει ένα καυτό σίδερο και τυφλώνει τα μάτια του νέου. Δεν πάτησε όμως καλά το σίδερο κι έτσι το ένα μάτι μπορούσε να βλέπει λίγο. Μετά τον φορτώνεται στην πλάτη και τον πηγαίνει σε μακρινά βουνά να τον φάνε οι λύκοι και τα τσακάλια.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το φυλακισμένο κορίτσι δεν ξανάφησε τον δράκο να την χτενίσει. Σταμάτησε να τραγουδάει κι έκλαιγε μερικές φορές. Κάποια στιγμή, εκεί στα άγρια βουνά το αγόρι ξύπνησε με έναν έντονο πόνο στα μάτια. Τα έτριψε και μπόρεσε να δει λίγο από το ένα μάτι. Σηκώθηκε να περπατήσει, αλλά σκόνταψε σε ένα ζώο. Κοιτάζει καλά και διακρίνει έναν ξαπλωμένο λύκο. Δοκιμάζει να περπατήσει από την άλλη πλευρά και διακρίνει έναν άλλο ξαπλωμένο λύκο και παρα πέρα δυο μεγάλες αρκούδες. Τα άγρια ζώα του βουνού πήγαν να τον φάνε, αλλά καθώς τον πλησίαζαν μύριζαν την μυρωδιά που είχε πάρει το παλικάρι από τα λουλούδια του γεροδράκου και κοιμόταν βαριά. Με δυσκολία κατάφερε να προσπεράσει τα άγρια ζώα και προχώρησε λίγο πιο πέρα. Κάποια στιγμή νιώθει κάτι πολύ απαλό στα πόδια του, κοιτάζει και διακρίνει τους δυο λαγούς που παλιότερα τους είχε χαρίσει την ζωή. Μπαίνει μπροστά του ο ένας λαγός και πίσω του ο άλλος και τον έβαλαν σε ένα ανοιχτό μέρος που είχε μια πηγή νερού. Πίνει να ξεδιψάσει, σηκώνεται να περπατήσει αλλά πέφτει από την πείνα και την κούραση. Όταν ξύπνησε είχε δίπλα του μερικά αγριόμηλα και γλυκά σύκα από τους λαγούς. Το παλικάρι έφαγε και πήρε δυνάμεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως που βρίσκεται και που πηγαίνει. Οι λαγοί τον οδηγούν σιγά – σιγά σε μια μικρή σπηλιά στην ρίζα ενός δέντρου. Εκεί μπορούσε να προστατευτεί από το κρύο και την βροχή. Σε μια άκρη της σπηλιάς είχε σωρό λαγίσιο μαλλί που το έκαναν στρώμα να κοιμάται το βασιλόπουλο. Καθε μέρα οι λαγοί του προσέφεραν αγριόμηλα, σύκα και καρύδια του βουνού. Άρχισε να δυναμώνει, αλλά με τα μάτια διέκρινε λίγες σκιές.

Ο λαγός και η λαγουδίνα μπορεί να μην είχαν ανθρώπινη λιαλιά, αλλά ένιωθαν την δυστυχία του νέου. Επειδή ήταν οι βασιλιάδες των λαγών εκείνης της χώρας, αποφασίζουν να στείλουν διάγγελμα στους υπηκόοους τους που έλεγε:

Λαγοί της χώρας μας. Σας παραγγέλνουμε να συγκεντρωθείτε όλοι κοντά στον ξεροπόταμο. Θα πάμε την νύχτα να βοήθησουμε έναν άνθρωπο που έσωσε κάποτε την ζωή μας. Ελάτε όλοι να εργαστούμε για το καλό.

Όλοι οι λαγοί της χώρας που το άκουσαν, υπάκουσαν και μέσα σε μια νύχτα έσκαψαν κάτω από το θεμέλια του δρακόσπιτου ένα λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης από τον δράκο κοπέλας. Ενώ κοιμόταν το κορίτσι, λύνουν προσεχτικά, για να μην την ξυπνήσουν, την ζώνη που φορούσε και παίρνουν το μαντήλι μέσα στο οποίο είχε φυλαγμένο το καρβουνόχωμα της αστραπής. Τρέχουν και το παραδίνουν στην λαγουδίνα που είχε μείνει στο πλάι του παλικαριού. Με την ουρά της άλειψε το καρβουνόχωμα στα μάτια του κοιμισμένου παλικαριού.

Το πρωί που ξύπνησε το βασιλόπουλο, κοίταξε γύρω του και νόμιζε πως βλέπει όνειρο. Τα λαγουδάκια χοροπηδούσαν από την χαρά. Αφού γιατρεύτηκε άρχισε να σκέφτεται πως θα γυρίσει στον τόπο του. Ήθελε αλλά φοβόταν να πάει στο δρακόσπιτο, γιατί είχε χάσει τις δυνάμεις του. Κάποια μέρα οδηγείται από τους λαγούς, αφού περπατούσαν μέρες, εκεί που ήθελαν. Αλλά ήταν νύχτα με φεγγάρι όταν έφτασαν. Ο ένας λαγός φεύγει από κοντά του και μπαίνει στο λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης. Αρπάζει την χτένα και την παραδίδει στο βασιλόπουλο. Μόλις την αγγίζει το παλικάρι αναστενάζει τόσο δυνατά που κουνήθηκε η γη από κάτω. Η διαμαντόχτενα είχε τρεις τρίχες της κοπέλας που έγιναν χρυσαφένιες και φύτρωσαν στο κεφάλι του βασιλόπουλου. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε το γλυκό τραγούδι της κοπέλας που άκουγε τις νύχτες πριν πάθει κακό. Ήτανε η φωνή της φυλακισμένης κόρης. Στάθηκε το παλικάρι λίγο έξω από το δωμάτιό της και είπε:

Μίλα φεγγάρι να χαρείς τόσο καλό που είσαι

ποια πόρτα πρέπει να διαβώ να βρω αυτό που θέλω

να βρω αγάπης πάπλωμα να ζεσταθώ λιγάκι.

Να βρω και την καλίτσα μου με το χρυσό το χτένι

όπου κλεισμένη φυλακή χρόνια με περιμένει.

Πηγαίνει στην μεγάλη πόρτα, δίνει μια κλωτσιά και την ανοίγει. Βρίσκει τον κουτσόδρακο, τον πιάνει από το αυτί και τον διατάζει να ανοίξει την απαγορευμένη πόρτα. Ο δράκος μόλις άνοιξε έπεσε κάτω και πέθανε από τον φόβο. Η κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του παλικαριού χαρούμενη. Πήγαν στο παλάτι του πατέρα της και έκαναν χαρές που κράτησαν σαράντα μερόνυχτα.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό με το κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Μια παραμονή πρωτοχρονιάς, πριν πολλά χρόνια. Στους δρόμους της πόλης οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν πολύ ζεστά ντυμένοι. Το κρύο ήταν ανυπόφορο, ενώ το χιόνι που έπεφτε πυκνό, άρχισε να ντύνει στα λευκά τις στέγες των σπιτιών και τα πεζοδρόμια. Ένα κοριτσάκι – ήταν, δεν ήταν δώδεκα χρονών – περιφερόταν στους δρόμους χωρίς παλτό, σκουφί και τελείως ξυπόλυτη. Όταν βγήκε από το σπίτι, φορούσε παντόφλες, αλλά επειδή ήταν μεγαλύτερο νούμερο από αυτό που φορούσε, τις βγήκανε από τα πόδια στην προσπάθειά της να αποφύγει τις άμαξες που έτρεχαν γρήγορα. Όταν τις έψαξε, η μία παντόφλα είχε πατηθεί τόσο πολύ που ήταν αδύνατον να φορεθεί ξανά. Την άλλη που ήταν σε καλύτερη κατάσταση, την άρπαξε από τα χέρια της ένα μεγαλύτερο παιδί που άρχισε να τρέχει μακριά της κοροϊδεύοντάς την.

Αυτή την παντόφλα, θα την κάνω κούνια για το μωρό που θα κάνουμε με την γυναίκα μου!

Γι’ αυτό γυρνούσε στους δρόμους ξυπόλητη και σύντομα, τα ποδαράκια της είχαν μελανιάσει. Στην ποδιά της, είχε αρκετά κουτιά σπίρτα που προσπαθούσε να τα πουλήσει στους περαστικούς. Εκείνο το βράδυ όμως, κανείς δεν αγόραζε σπίρτα από αυτήν. Όλοι την προσπερνούσαν βιαστικά για να πάνε να διασκεδάσουν με φίλους, αλλάζοντας τον χρόνο με ανθρώπους που αγαπούνε. Ούτε ένας άνθρωπος δεν βρέθηκε να της δώσει μια δεκάρα για ένα κουτί σπίρτα.

Το κοριτσάκι άρχισε να κρυώνει ακόμα περισσότερο και να πεινάει αφάνταστα. Το χιόνι τώρα είχε αλλάξει τελείως την όψη της πόλης. Τα σπίτια ήταν όμορφα στολισμένα κι από τα παράθυρα έβλεπες τον κόσμο να περνάει όμορφα. Σε κάποια σπίτια ήταν καθισμένοι γύρω από το τζάκι, κάτι λέγανε και γελούσανε. Σε άλλα σπίτια χορεύανε ή παίζανε. Αλλού, είχανε καθίσει στο τραπέζι, τρώγανε και πίνανε. Από τις καμινάδες των σπιτιών, εκτός από τον καπνό της φωτιάς, έβγαινε και η μυρωδιά των νόστιμων φαγητών που ετοιμάζανε. Μυρωδιές από κρέατα, σούπες λαχταριστές, αλλά και γλυκά.

Το κοριτσάκι, βρήκε μια γωνιά ανάμεσα σε δύο σπίτια, που ο αέρας δεν φυσούσε τόσο πολύ και κούρνιασε να ξαποστάσει. Έχωσε τα ποδαράκια της κάτω από του φουστάνι της, μα και πάλι κρύωνε. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να γυρίσει στο σπίτι της, αλλά από την άλλη, δεν είχε πουλήσει ούτε σπίρτο κι ο πατέρας της θα την έδερνε γι’ αυτό. Εξάλλου και στο σπίτι δεν είχε ζέστη. Χωρίς θέρμανση και με την στέγη τρύπια σε αρκετά σημεία, δεν διέφερε και πολύ από τους δρόμους που ήδη βρισκότανε.

Τώρα, άρχισαν να παγώνουν και τα ακροδάχτυλά του. Αν άναβα ένα σπίρτο να ζεστάνω τουλάχιστον τα δάχτυλά μου, σκέφτηκε το κοριτσάκι. Με δυσκολία κατάφερε να ανοίξει ένα κουτί και να βγάλει ένα σπίρτο. Τσσσαααφ… Η φλόγα φώτισε τη σκοτεινή γωνιά που καθότανε το κοριτσάκι, το οποίο κρατούσε τώρα το σπίρτο όπως κρατάει κανείς ένα κερί. Μια θέρμη χτύπησε το πρόσωπό της και φαντάστηκε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια μαντεμένια σόμπα με καλογυαλισμένα χερούλια. Τέντωσε τότε τα ποδαράκια της για να τα ζεστάνει στην σόμπα, μα… η σόμπα εξαφανίστηκε. Το κοριτσάκι σα να ξύπνησε από όνειρο κοίταξε γύρω της και είδε ότι βρισκόταν έξω στο κρύο με το χιόνι να παγώνει τα πόδια της, ενώ στο χέρι της κρατούσε ένα καμένο σπίρτο. Δίχως να χάσει ώρα, άναψε και δεύτερο σπίρτο και φώτισε αμέσως τον τοίχο του σπιτιού που ακουμπούσε το κοριτσάκι. Ξαφνικά ο τοίχος άρχισε να εξαφανίζεται, να γίνεται διάφανος, έτσι που να μπορείς να δεις μέσα από αυτόν. Φαινόντουσαν τα πάντα. Το τραπέζι είχε φορέσει τα καλά του. Ένα λευκό κεντημένο τραπεζομάντιλο με χρυσή κλωστή και γιορτινά σχέδια. Όμορφα πορσελάνινα πιάτα και κρυστάλλινα ποτήρια. Ασημένια μαχαιροπήρουνα και στην μέση του τραπεζιού τα πιάτα με τις σαλάτες, τα τυριά και στο κέντρο-κέντρο μια γεμιστή γαλοπούλα με δαμάσκηνα και κάστανα. Το κοριτσάκι, έκανε να απλώσει το χέρι του μα δεν μπορούσε και τότε κάτι ακόμα πιο παράξενο συνέβη. Η γαλοπούλα πετάχτηκε από το τραπέζι και βρέθηκε μπροστά στα πόδια της. Μα εκείνη τη στιγμή, το σπίρτο έσβησε και πάλι και όπως μαγικά εμφανίστηκαν, έτσι χάθηκαν κι από μπροστά της.

Το κοριτσάκι άναψε και τρίτο σπίρτο και τότε μεταφέρθηκε αλλού. Βρέθηκε να κάθεται κάτω από ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, πολύ πιο μεγάλο και πιο όμορφο από αυτό που είχε δει το ίδιο απόγευμα σε ένα εμπορικό κέντρο που είχε περάσει. Στολισμένο με χιλιάδες κεράκια και στολίδια έμοιαζε να φτάνει ίσαμε τον ουρανό. Το κοριτσάκι άπλωσε και πάλι το χέρι του, αυτή τη φορά για να αγγίξει το δέντρο και τα σπίρτα της πέσανε από την ποδιά της. Τα αναμμένα κεράκια άρχισαν να αιωρούνται και να ταξιδεύουν προς τον ουρανό. Ψηλά, πολύ ψηλά. Μέχρι που στο τέλος γίνανε αστέρια. Τότε, ένα από αυτά έχασε ύψος κι άρχισε να πέφτει.

Ωχ… κάποιος, κάπου, πεθαίνει αυτή τη στιγμή.

…μονολόγησε το κοριτσάκι. Έτσι του είχε μάθει η γιαγιά του. «Όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχή, αφήνει ένα σώμα και φεύγει ψηλά στον ουρανό να συναντήσει τον Θεό» της είχε πει κάποτε, η γιαγιά της, το μόνο άτομο που την είχε αγαπήσει πραγματικά.

Το κοριτσάκι, άναψε κι άλλο σπίρτο και τότε είδε μπροστά του, την γιαγιά της. Λουσμένη σε ένα εκτυφλωτικό φως, την κοιτούσε με τα ζεστά και υγρά μάτια της και της χαμογελούσε.

Γιαγιά μου…καλή μου γιαγιάκα, μην με αφήνεις μόνη εδώ. Πάρε με σε παρακαλώ μαζί σου. Πάρε με γρήγορα πριν σβήσει το σπίρτο μου και χαθείς κι εσύ όπως χάθηκε η σόμπα, η γαλοπούλα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Το σπίρτο ήταν έτοιμο να σβήσει και το κοριτσάκι ήθελε τόσο πολύ να κρατήσει κι άλλο μπροστά της την εικόνα αυτή…δηλαδή την γιαγιά της που της χαμογελούσε με αγάπη και τρυφερότητα. Γρήγορα-γρήγορα, άρπαξε με την χούφτα της μπόλικα σπίρτα και τα ακούμπησε στο αναμμένο. Φρρρρσσσσττττ! άναψαν όλα μαζί και σαν να έγινε η νύχτα μέρα. Τώρα, η γιαγιά της φάνταζε ακόμα πιο λαμπερή και καλοσυνάτη. Άνοιξε την αγκαλιά της, έκλεισε μέσα της το κοριτσάκι κι άρχισαν να ανεβαίνουν -σαν τα κεράκια πριν- κι αυτές προς τον ουρανό. Ψηλά…κι ακόμα πιο ψηλά. Κι όσο ανέβαιναν, τόσο πλησίαζαν σε μια λάμψη, ένα φως γαλήνιο, Θεϊκό. Μια δεύτερη αγκαλιά ήρθε τώρα και τις οδήγησε σ’ ένα τόπο που ούτε πόνος, μα ούτε πείνα δεν υπάρχουν κι εκεί βρίσκονται όλα όσα αγαπήσαμε και τα χάσαμε κάποια στιγμή.

Ζωγραφιά της Όλγας Κακουλίδου.

Ζωγραφιά της Όλγας Κακουλίδου.

Η μέρα διαδέχτηκε τη νύχτα κι όταν κόσμος βγήκε και πάλι στους δρόμους της πόλης, ανάμεσα στα δύο σπίτια, αντίκρισε το κοριτσάκι να έχει τα μάτια του κλειστά, στο χέρι τους κάμποσα σπίρτα καμένα και στο πρόσωπό του ένα γλυκό χαμόγελο.

Το καημένο, δεν άντεξε το κρύο…

Προσπαθούσε να ζεσταθεί… βλέπεις τα σπίρτα που κρατάει στο χέρι του;

…σχολίαζαν οι περαστικοί μεταξύ τους, μα κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να φανταστεί τα οράματα που είδε το προηγούμενο βράδυ το κοριτσάκι.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.