Ήταν κάποτε μια αλογόμυγα που κατοικούσε στην ουρά ενός αλόγου. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της και μια μέρα διηγήθηκε σε δυο άλλες αλογόμυγες, ένα μεγάλο κατόρθωμα που είχε κάνει.
– Εμένα που με βλέπετε, έχω κάνει ένα κατόρθωμα που καμιά από εσάς δε μπορεί να το κάνει. Μια μέρα δυο άλογα τραβούσαν ένα αμάξι με ανθρώπους που ταξίδευαν. Μα στην ανηφόρα τα άλογα κουράστηκαν και σταμάτησαν να προχωρούν. Εγώ είχα ξαπλώσει στη χαίτη του ενός αλόγου, όταν άκουσα τον αμαξά να μαστιγώνει το άλογο και να τους φωνάζει «Άντε! Χοπ! Χοπ»! Μα τα άλογα δε κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κι ο αμαξάς είπε τότε στους επιβάτες να κατεβούν για να ελαφρώσει το αμάξι και συνέχισε να φωνάζει! Αλλά πού να κουνηθούν εκείνα! Και τότε ξέρετε τι έκανα;
…καυχιόνταν η αλογόμυγα.
– Τι;
…ρώτησαν με περιέργεια οι άλλες δυο.
– Αρπάζω τα χαλινάρια και τα τραβώ με όλη μου τη δύναμη και φώναζα στα άλογα να κουνηθούν! Και τότε, τα άλογα ξεκίνησαν. Αν δεν ήμουν εγώ, δε θα μπορούσαν να βγάλουν την ανηφόρα. Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το κατόρθωμα μου;
– Μπράβο! Μα πως τα κατάφερες;
…ρώτησαν οι δυο φίλες της.
– Με τη δύναμη μου! Είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα στον κόσμο!
…απάντησε εκείνη.
Οι αλογόμυγες την κοίταζαν και την ξανακοίταζαν με θαυμασμό! Βλέπετε ήταν πολύ κουτές για να καταλάβουν ότι τα άλογα είχαν ξεκινήσει από τις φωνές του αμαξά και όχι από τη δύναμη της αλογόμυγας.
Αλλά, όταν κάποιος είναι περήφανος, νομίζει ότι μπορεί να κάνει θαύματα!
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού μια χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καημό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.
– Τι κατάρα είναι αυτή! Σέρνω κάθε μέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ να ‘μουν κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πως ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά.
Μια μέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της, την λυπήθηκαν και την ρώτησαν:
– Θέλεις αλήθεια να πετάξεις κυρά Χελώνα;
– Αν θέλω; Αυτό είναι το μεγάλο μου όνειρο. Ας πετάξω μια φορά κι ας πεθάνω, που λέει ο λόγος! Αλλά πως;
…απάντησε και αναρωτήθηκε.
– Υπάρχει ένας τρόπος. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδερφή μου θα πιάσουμε με τα ράμφη μας τις δυο άκρες και θα σε πάρουμε μαζί μας!
…της πρότεινε η μια πάπια.
Η χελώνα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες με τα ράμφη τους, άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας μαζί τους την χελώνα.
Το πόσο χαιρόταν η χελώνα δε λέγεται! Επιτέλους είχε πραγματοποιήσει το όνειρο της! Για μια στιγμή μάλιστα πίστεψε ότι θα μπορούσε να πετάξει και μόνη της! Και τότε, άφησε η κουτή το ξύλο που κρατούσε με τα δόντια της και έπεσε στο χώμα και τραυματίστηκε.
Από εκείνη τη μέρα κατάλαβε ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένη με τη μορφή που της έδωσε η φύση και να μη ζηλεύει τα άλλα ζώα.
Μια φορά κι έναν καιρό το λιοντάρι, ο βασιλιάς των ζώων, αρρώστησε βαριά. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί.
Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε κι η σειρά του λύκου.
– Βασιλιά μου, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα, είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήρθε ούτε στο κάλεσμα σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει αν πεθάνεις.
Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε συμπαθούσε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!
– Ώστε έτσι! Να την βρείτε αμέσως και να την φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!
…φώναξε θυμωμένο το λιοντάρι. Ο λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έρθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι όμως, πέταξε γρήγορα, βρήκε την αλεπού και της είπε:
– Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.
– Σε ευχαριστώ καλό μου πουλάκι. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλιτώσω!
…είπε η αλεπού. Mάζεψε μερικά αγριόχορτα και τράβηξε προς τη σπηλιά του λιονταριού.Όταν την είδε το λιοντάρι άφρισε από το κακό του και της φώναξε:
– Έλα εδώ! Πού ήσουν; Δεν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά μου;
– Ναι, βασιλιά μου. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, για αυτό πριν έρθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.
…απάντησε η αλεπού.
– Ώστε για αυτό άργησες; Καλά έκανες! Θα γίνω καλά αν πάρω αυτά τα βότανα;
– Ναι, βασιλιά μου! Μόνο που χρειάζεται να τα ανακατέψεις με κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.
– Με τι;
…ρώτησε το λιοντάρι.
– Να τα βράσεις μαζί με μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια εσύ ξέρεις που θα τη βρεις.
– Και βέβαια ξέρω! Θα κόψω τη γλώσσα του λύκου!
Το είπε και το έκανε αμέσως. Έτσι η πονηρή αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.
Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης του Δωδεκαημέρου –
(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…
Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με τις δύο κόρες της. Την Μεγαλύτερη, την έλεγαν Μάρμπω και ήταν άσχημη. Η μικρότερη όμως, ήταν πανέμορφη και την φώναζαν Κάλλω. Όλος ο κόσμος μιλούσε για τα κάλλη της, κι απ’ όπου περνούσε σχολιάζανε την ομορφιά της. Η Μάρμπω, τα γνώριζε όλα αυτά και την ζήλευε. Για το λόγο αυτό, είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω ακόμα κι αν της το ζητούσε η μητέρα της.
Άντε βρε Μάρμπω… άντε κόρη μου, πετάξου ίσαμε την αγορά…
Όχι, δεν πάω εγώ. Στείλε την προκομένη σου, την Κάλλω…
απαντούσε η Μάρμπω κι η Κάλλω που δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μητέρα της, έτρεχε αμέσω όπου της ζητούσαν. Κι όχι απλά πήγαινε, αλλά κατάφερνε και τις δουλειές καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί εκτός από όμορφη, ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες στο όμορφο χωριό ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Την παραμονή της μεγάλης γιορτής, η μάνα των δύο κοριτσιών, κοιτάζοντας στο ντουλάπι της κουζίνας την κασέλα που είχανε το αλεύρι, είδε πως το αλεύρι είχε τελειώσει.
Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο; Άντε Μάρμπω κόρη μου, εσύ που είσαι και η μεγαλύτερη, σύρε στον μύλο…
…μα πριν προλάβει η μάνα να ολοκληρώσει την φράση της, η Μάρμπω απάντησε με πείσμα…
Όχι, δεν πάω…να πάει η Κάλλω.
Θα πάω εγώ μάνα…
Κι έτσι έγινε. Η μικρή Κάλλω, φόρτωσε στο γαιδουράκι της δυο σακιά με σιτάρι και ξεκίνησε για τον νερόμυλο. Μα ο νερόμυλος, ήτανε μακριά και το ταξίδι μεγάλο. Όταν έφτασε επιτέλους, η Κάλλω αντίκρισε κάτι που δεν το περίμενε. Κόσμος πολύς είχε φτάσει πριν από αυτήν στο μύλο και περίμενε να αλέσει τα γεννήματά τους. Μεγάλη η ουρά που είχαν σχηματίσει, μα δεν γινότανε αλλιώς. Η Κάλλω, ξεφόρτωσε το στάρι από το γαϊδουράκι της και περίμενε υπομονετικά την σειρά της. Οι ώρες όμως περνούσαν κι όσο να αλέσουν οι άλλοι, ο ήλιος είχε βασιλέψει και γρήγορα νύχτωσε. Ο μυλωνάς, πήρε το σιτάρι της και το έριξε στο καρίκι του μύλου, ενώ αυτός πήγε στην κάμαρά του για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Κάλλω έμεινε μόνη και καθισμένη πάνω σε κάτι σακιά, περίμενε να γίνει το αλεύρι της. Ήταν μισοσκότεινα και το μοναδικό φως που έφεγγε ήταν από ένα μικρό λαδοφάναρο. Φοβότανε πολύ και γι’ αυτό είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά. Κατά τα μεσάνυχτα όμως, κι ενώ όλα ήταν ήσυχα, ξαφνικά άκουσε κάτι πατημασιές από την εξωτερική πόρτα του μύλου. Γυρίζει τρομαγμένη και τι να δει! Γύρω στους δέκα καλικάντζαρους να έχουν τρυπώσει στο μύλο και να την πλησιάζουν. Πάγωσε από την τρομάρα της, αλλά από την άλλη δεν θέλησε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τον μυλωνά. Ανασηκώθηκε λοιπόν στα σακιά και περίμενε να δει τι θα γίνει. Οι καλικάντζαροι, την είχαν περικυκλώσει κι άρχισαν να της λένε …
Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!
Αρχικά η Κάλλω φοβήθηκε και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν θα κατάφερνε τίποτα γιατί σίγουρα θα την πιάνανε. Τότε μια ιδέα της ήρθε στο μυαλό κι αφού κοντοστάθηκε τους είπε ψύχραιμη πλέον…
Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!
Και πως τρώγεται η Κάλλω;
…ρώτησαν με περιέργεια οι καλικάνρζαροι.
Με αυτό το παλιοφόρεμα θα με φάτε; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργιο και όμορφο φόρεμα.
Καινούργιο και όμορφο φόρεμα; Πάμε γρήγορα να της φέρουμε…
απάντησαν οι καλικάντζαροι και σκόρπισαν τριγύρω ψάχνοντας, ενώ ταυτόχρονα μουρμούριζαν «φόρεμα», «φόρεμα», για να μην ξεχάσουν τι ψάχνουν. Χαμός επικράτησε στο νερόμυλο. Κι επειδή καλικάντζαροι είναι αυτοί και όλα τα καταφέρνουν, χώθηκαν από εδώ, στριμώχτηκαν από εκεί, κάποιοι άλλοι εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν στο άψε-σβήσε…τελικά δεν άργησαν να εμφανιστούν και πάλι μπροστά της κρατώντας ένα πολύ όμορφο φόρεμα. Η Κάλλω το πήρε και το φόρεσε μα οι καλικάντζαροι και πάλι την περιτριγύρισαν απειλητικά λέγοντας…
Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!
Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!
Και πως τρώγεται η Κάλλω;
Ξυπόλητη θα με φάτε χρονιάρα μέρα; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργια και όμορφα παπούτσια.
Καινούργια και όμορφα παπούτσια;
Οι καλικάντζαροι σκόρπισαν και πάλι. «Παπούτσια», «παπούτσια», «παπούτσια» μουρμούριζαν και…χαθήκαν από εδώ, βρεθήκαν από εκεί, χωθήκανε σε χαραμάδες και πάλι δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά της με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια.
Τώρα όμως, ήρθε η ώρα σου Κάλλω. Θα σε φάμε!
Μα όχι έτσι…θέλω και παλτό!
«Παλτό», παλτό», «παλτό», μουρμούρισαν και ξανά-μανά τα ίδια και να σου μπροστά της το παλτό. Κι όσο έφερναν οι καλικάντζαροι, όλο και περισσότερα ζητούσε στην συνέχεια η Κάλλω που είχε το σχέδιο της. Ζήτησε γάντια, γούνα, κάλτσες. Ζήτησε τσατσάρα, καθρεφτάκι, βελόνια και κλωστές, πούδρες και τσιμπιδάκια, κι ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε πως της έρχοταν στο μυαλό. Με τούτο και με εκείνο, οι ώρες πέρασαν και δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε από έξω ο κόκορας να χαιρετίζει το ξημέρωμα. Κι οι καλικάντζαροι σαν το άκουσαν, το δίχως άλλο εξαφανίστηκαν γιατί όπως όλοι ξέρουμε, τις σκανταλιές τους τις κάνουνε μόνο τα βράδυα και με το πρώτο φως της μέρας τρέχουν να κρυφτούνε στις φωλιές τους.
Πάνω στην ώρα ξύπνησε κι ο μυλωνάς κι αφού το σιτάρι είχε αλεστεί, φόρτωσαν στο γαϊδουράκι το αλεύρι καθώς κι όλα αυτά που είχαν κουβαλήσει οι καλικάντζαροι κι η Κάλλω πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Η μάνα της είχε ανησυχήσει και γι’ αυτό όταν την είδε να έρχεται, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Κι όταν είδαν ότι εκτός από αλεύρι είχε φέρει και χίλια δυο ακόμα πραματάκια, απόρησαν και την ρώτησαν…
Που τα βρήκες όλα αυτά κόρη μου;
Μου τα έφεραν ψες το βράδυ οι καλικάντζαροι στον μύλο…
τους απάντησε η Κάλλω. Η Μάρμπω δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή, μα σίγουρα ζήλεψε πολύ. Έβαλε με το νου της να πάει κι αυτή στον μύλο να βρει τους καλικάντζαρους και να τους ζητήσει φορέματα, παπούτσια και άλλα πολλά. Αλλά πως θα πήγαινε αφού το αλεύρι θα τους έφτανε για καιρό και οι καλικάντζαροι φεύγουνε από τον δικό μας κόσμο όταν τα Φώτα ο παππάς αγιάζει με την αγιαστούρα. Έτσι λοιπόν, άρχισε κρυφά, όταν δεν την έβλεπε κανείς, να παίρνει αλεύρι από την κασέλα και να το σκορπάει πότε στον ανέμο και πότε να το ρίχνει στο ρέμμα και το αλεύρι τελικά σώθηκε με την πρώτη μέρα του νέου έτους. Πάει η μάνα στην κασέλα να πάρει αλεύρι για να κάνει την βασιλόπιτα και κουλούρια, μα την βρήκε άδεια.
Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο;
Πάω εγώ…
απάντησε η Κάλλω μα πετάχτηκε από την άκρη η Μάρμπω και είπε πείσμα…
Τώρα θα πάω εγώ!
Φορτώνει λοιπόν το σιτάρι στο γαϊδουράκι, κι άρχισε το ταξίδι για τον μύλο, χωρίς να βιάζεται για να φτάσει αργά ώστε να χρειαστεί να περάσει το βράδυ της εκεί. Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ η Μάρμπω περίμενε καρτερικά στον νερόμυλο μόνη της, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι οι οποίοι την περικύκλωσαν και άρχισαν να της λένε…
Θα σε φάμε Μάρμπω, θα σε φάμε.
Η Μάρμπω τρόμαξε πολύ και φοβήθηκε. Νόμισε ότι θα της φέρουν φορέματα και παπούτσια, μα αντί για αυτά, αυτοί όρμησαν πάνω της. Η Μάρμπω έβαλε τις φωνές και ξύπνησε ο μυλωνάς, αλλά μέχρι να ανάψει το φανάρι του και να βγει από την κάμαρά του, οι καλικάντζαροι με τα νύχια τους κατάφεραν και της γρατζούνισαν το πρόσωπο και τα χέρια. Έτσι, γύρισε στο χωριό πληγωμένη και λυπημένη, μα η Κάλλω την λυπήθηκε και της έδωσε κάποια από τα δικά της δώρα. Κι από ότι μάθαμε πολλά χρόνια μετά, κι οι δυό τους παντρεύτηκαν, κάνανε οικογένεια, και ζήσανε ευτυχισμένα και με αγάπη.
Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!
Ακούστε το παραμύθι…
Το παραμύθι αφηγείται η Μαίρη Γεωργαλή. Η Μαίρη Γεωργαλή είναι φιλόλογος στο 2ο Λύκειο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.
– Τι λόγο έχουμε να μαλώνουμε αδιάκοπα; Μοιάζουμε τόσο, που μπορούμε θαυμάσια να μονιάσουμε πια σαν αδέρφια. Στο μόνο που διαφέρουμε είναι στη γνώμη. Σ’ εμάς αρέσει η ελεύθερη ζωή, ενώ εσείς είστε δούλοι των ανθρώπων. Κάθεστε να σας δέρνουν και να σας δένουν με το λουρί και σεις τους φυλάτε τα πρόβατα και τους γλείφετε τα χέρια. Ύστερα αυτοί, για το ευχαριστώ, σας πετούν τα κόκκαλα που δεν μπορούνε να φάνε οι ίδιοι. Αν λοιπόν θελήσετε ν’ αλλάξετε γνώμη, παραδώστε μας τα κοπάδια. Θα τα ‘χουμε συντροφικά και θα τρώμε ώσπου να χορτάσουμε.
Οι σκύλοι παραδέχτηκαν πως όλ’ αυτά ήταν πολύ σωστά. Παρέδωσαν λοιπόν τη στάνη στους λύκους και περίμεναν. Οι λύκοι όμως, όταν βρέθηκαν στη στάνη, σκότωσαν πρώτα τα σκυλιά ώστε να τρώνε τα πρόβατα ανεμπόδιστοι.
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε ένα βασίλειο ένας πολύ καλόκαρδος βασιλιάς με τη γυναίκα βασίλισσα του και την κόρη τους, την Πούλια, που ήταν όμορφη και γλυκιά. Κάποια μέρα η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Η Πούλια έκλαψε πάρα πολύ για τη μητέρα της κι ο βασιλιάς ήταν κι αυτός απαρηγόρητος.
Ο χρόνος πέρασε, κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η νέα του γυναίκα όμως, αν και ήταν όμορφη, ήταν κακιά και ζήλευε πάρα πολύ την Πούλια, και συνέχεια την μάλωνε. Ύστερα από μερικά χρόνια, η νέα βασίλισσα απέκτησε κι αυτή ένα αγόρι, που το ονόμασε Αυγερινό, και τον υπεραγαπούσε. Ο Αυγερινός ήταν καλόκαρδος και υπερασπιζόταν πάντα την Πούλια.
Μια μέρα η κακιά βασίλισσα αποφάσισε να σκοτώσει την Πούλια, για να πάρει το βασίλειο ο γιος της. Ένα πουλάκι όμως, την άκουσε που μιλούσε μόνη της και έτρεξε να προλάβει τα κακά νέα στα παιδιά. Η Πούλια στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και άρχισε να κλαίει. Το πουλάκι όμως τη συμβούλεψε, πως αν έκανε ότι της έλεγε, δε θα πάθαινε κανένα κακό. Της είπε λοιπόν:
– Την ώρα που θα σε λούζει η βασίλισσα και θα σου δένει με κορδέλες τα μαλλιά, ο Αυγερινός θα έρθει και θα τις πάρει. Τότε εσύ θα τον κυνηγήσεις τάχα να τις πάρεις πίσω. Όταν η βασίλισσα τρέξει από πίσω σας, φρόντισε να έχεις στα χέρια σου μια χτένα, ένα κομμάτι σαπούνι και λίγο αλάτι και θα τα ρίξεις με τη σειρά πίσω σου, καθώς θα τρέχεις.
Όταν λοιπόν η βασίλισσα έλουζε την Πούλια, ο Αυγερινός πήρε τις κορδέλες της κι εκείνη άρχισε να τρέχει πίσω του. Η βασίλισσα έτρεξε κι αυτή πίσω τους, φωνάζοντας τους να γυρίσουν κι ότι θα της έπαιρνε καινούργιες κορδέλες. Τα δυο αδέλφια όμως, συνέχισαν να τρέχουν πιασμένα χέρι χέρι.
Αρχικά έριξαν πίσω τους τη χτένα κι έγινε ένα μεγάλο δάσος, γεμάτο με τσουκνίδες και αγκάθια. Η βασίλισσα όμως, κατάφερε να το περάσει. Έπειτα έριξαν πίσω τους το σαπούνι κι έγιναν μεγάλα βράχια. Η βασίλισσα κατάφερε να τα περάσει κι αυτά. Τέλος έριξαν το αλάτι, κι έγινε μια θάλασσα βαθιά κι απέραντη, κι η βασίλισσα έμεινε στην άκρη να κοιτάζει την Πούλια να φεύγει μακριά με τον αγαπημένο της Αυγερινό.
Τα δυο αδέλφια κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν κι ο Αυγερινός διψασμένος, έσκυψε να πιει νερό από μια λακκούβα, που είχε κάνει η πατημασιά ενός πρόβατου.
– Μην πιεις από εδώ, γιατί θα γίνεις κι εσύ πρόβατο!
…του είπε η Πούλια. Ο Αυγερινός όμως, διψούσε πάρα πολύ. Δεν την άκουσε λοιπόν, κι έσκυψε να πιει. Τότε μεταμορφώθηκε σε αρνί.
Η Πούλια λοιπόν πήρε το αρνί της, προχώρησε παρακάτω και κάποια στιγμή έφτασε σε ένα άγνωστο βασίλειο. Ήταν μόνη της και πολύ φοβισμένη κι έτσι ανέβηκε σε ένα δέντρο. Εκείνη τη στιγμή όμως περνούσε το πριγκηπόπουλο, που την είδε και την παρακάλεσε να κατέβει, αλλά η Πούλια δεν κατέβαινε με τίποτα. Ο πρίγκηπας γύρισε στο παλάτι και παρακάλεσε τη σοφή μάγισσα του παλατιού να τον βοηθήσει.
Η μάγισσα του ζήτησε να της φέρει μια σκάφη, ένα κόσκινο, ένα σακί αλεύρι κι ένα γουρούνι. Τα πήρε και πήγε στο δάσος, προσποιούμενη μια τυφλή γριά. Κάθισε κάτω από το δέντρο, όπου είχε ανεβεί η Πούλια, έβαλε τη σκάφη ανάποδα, πήρε το κόσκινο κι αυτό ανάποδα και έκανε πως κοσκίνιζε το αλεύρι. Το αλεύρι όμως, έπεφτε κάτω και το έτρωγε το γουρούνι. Η Πούλια το πρόσεξε αυτό και της φώναξε:
– Αλλιώς γιαγιά το κόσκινο, αλλιώς και τη σκάφη, για να μη σου τρώει το αλεύρι το γουρούνι!
Η γριά έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε τα ίδια. Η Πούλια της ξαναφώναξε. Όταν είδε ότι η γριά δεν την άκουγε κατέβηκε από το δέντρο, για να τη βοηθήσει. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο πρίγκηπας, που είχε κρυφτεί, την άρπαξε και την πήρε μαζί του στο παλάτι.
Ο πρίγκηπας ζήτησε από την Πούλια να τον παντρευτεί κι εκείνη δέχτηκε. Στήθηκε λοιπόν μεγάλο γλέντι, αλλά στο τραπέζι σερβιρίστηκε το αρνί που είχε μαζί της η Πούλια. Όταν το κατάλαβε η Πούλια, μάζεψε τα κόκαλα του και τα έθαψε στον κήπο του παλατιού. Σε εκείνο το σημείο φύτρωσε μια ψηλή ροδιά, που αγκάλιασε με το φύλλωμα της την Πούλια.
– Από κακιά μάνα έπεσες σε κακά πεθερικά αδελφούλα μου. Έλα να φύγουμε μαζί, να μένουμε από δω και πέρα στον ουρανό!
…της είπε.
Την άρπαξε λοιπόν με τα κλαδιά της και άρχισε να ψηλώνει και να ψηλώνει η ροδιά, ώσπου έφτασε στα σύννεφα.
Και από τότε τα δυο αδέλφια, η Πούλια κι ο Αυγερινός, ζουν μαζί με τα άλλα αστέρια στον ουρανό, όπου δε μπορεί να τους πειράξει κανείς.
Κάποτε μια αλεπού για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσε να βγει έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα γλύτωνε από την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί.
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος, μια αρσενική κατσίκα δηλαδή. Βλέποντας ο τράγος την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
– Είναι το νερό καλό κυρά αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιω γιατί διψάω πολύ;
Η πονηρή αλεπού χωρίς να σκεφτεί πολύ, του απάντησε:
– Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιεις να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.
Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφθεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και την ρώτησε αν ήξερε κάποιο τρόπο για να βγουν από το πηγάδι. Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:
– Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω τον λαιμό σου και εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι, θα τραβήξω έξω κι εσένα και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.
Ο τράγος, βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού, δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον, σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι. Μην τηρώντας όμως την υπόσχεση της, άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε που την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεση της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:
– Κυρ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιο τρόπο θα έβγαινες από εκεί.
Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όρισε στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Σ’ όλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια. Σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά πλασμένα από το Δία και τότε θ’ αρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει. Αφού έπλασε όλα τα ζώα, ο Δίας στην συνέχεια έπλασε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το μυαλό.
– Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω;
…ρώτησε ο άνθρωπος.
– Σαράντα!
…του απαντάει ο Δίας.
Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη και όλα ήτανε όμορφα γύρω του. Τις νύχτες όμως έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα όπως τα άλλα ζώα για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών. Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το μυαλό που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.
Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος όμως είχε το σπίτι του κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε. Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου. Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του.
– Ποιος είναι;
Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος.
– Εγώ είμαι… το άλογο. Πάρε με μαζί σου άνθρωπε γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω.
…ακούστηκε μια φωνή από έξω!
– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω;
– Σου χαρίζω!
Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει. Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.
– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω!
…τον παρακάλεσε.
– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.
…είπε ο άνθρωπος.
– Μ’ όλη μου την καρδιά
…απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά. Το τρίτο βράδυ ήρθε κι ο σκύλος τουρτουρίζοντας.
– Πάρε με άνθρωπε στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω.
– Εσύ για δουλειά δεν κάνεις. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου όταν θα λείπω. Φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.
…αποκρίθηκε ο άνθρωπος.
– Σου τα χαρίζω!
Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.
Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.
Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και στα τελευταία δέκα χρόνια που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό. Γι’ αυτό από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.
Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.
Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από την φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για το μυρμήγκι. Εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.
Από την άλλη μεριά το τζιτζίκι, ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από την φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυκτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, την μισή μέρα αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημεράκι.
Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα τον δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στην γη.
Το μυρμήγκι έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, όπως είπαμε, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στον γείτονα του, το μυρμήγκι, και του είπε:
– Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.
– Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες;
…ρώτησε το μυρμήγκι.
– Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.
– Ε! Ας το σκεφτόσουνα αυτό τότε.
…είπε το μυρμήγκι και γύρισε να δει κάτι αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.
Το πουλί γερανός σε πίνακα του John Gould (1804-81)
Κάποτε η αλεπού κάλεσε τον γερανό για φαγητό. Θέλοντας να τον κοροϊδέψει, σέρβιρε τον χυλό πάνω σε πέτρες. Γι’ αυτήν ήταν εύκολο να φάει με την γλώσσα της. Όχι όμως και για τον γερανό, που το ράμφος του τον δυσκόλευε.
Την επόμενη μέρα, ο γερανός αποφάσισε να ανταποδώσει το γεύμα στην αλεπού. Έτσι την κάλεσε και σέρβιρε το φαγητό μέσα σε στάμνες με λεπτό και μακρύ στόμιο. Αυτός έτρωγε εύκολα χάρη στο μακρύ του ράμφος, μα η αλεπού παιδευότανε να βρει τρόπο για να φάει.
Σχετικά με το δίδαγμα του μύθου, όπως υπάρχει στο αρχαίο κείμενο («Αισώπειοι μύθοι» σε μετάφραση και σχόλια του Θόδωρου Γ. Μαυρόπουλου – Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ) «…σ’ ένα συμπόσιο οι φιλόσοφοι, χωμένοι σε λεπτά και διαλεκτικά προβλήματα, δυσκολεύουν τους άλλους που δεν μπορούν να τους παρακολουθήσουν και εκείνοι πάλι τους γυρίζουν σε κάποιες ωδές, σε ανόητες διηγήσεις και σε λόγους βάναυσους και χοντρούς· κι έτσι χάνεται ο σκοπός της συμποσιακής συμμετοχής και προσβάλλεται ο Διόνυσος.
Διασκευή για τα παιδιά από την Νατάσα Βιολιτζή υπό τον τίτλο «Η αλεπού και ο πελαργός»
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα όμορφο χωριό ζούσε ένας πελαργός με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους. Έξω από το χωριό ζούσε μια πονηρή αλεπού με κοκκινωπή γούνα και φουντωτή ουρά. Μια μέρα, ο πελαργός και η αλεπού έτυχε να συναντηθούν στο δάσος.
– Καλημέρα Κύριε Πελαργέ! Πώς από δω;
…τον ρώτησε η αλεπού.
– Ήρθα εδώ στο δάσος για να μαζέψω τροφή για τα παιδιά μου
…της απάντησε ο πελαργός.
– Ααα.. Μια και ήρθες στη γειτονιά μου, θα έρθεις να σου κάνω το τραπέζι;
Ο πελαργός παραξενεύτηκε με την πρόταση της αλεπούς, αλλά στο τέλος δέχτηκε. Πήγε λοιπόν στο σπίτι της, κάθισε στο τραπέζι και η αλεπού τον σέρβιρε μια ζεστή και αχνιστή σούπα σε ρηχό όμως, πιάτο. Τότε κατάλαβε ο πελαργός, πως η αλεπού ήθελε να γελάσει μαζί του, αφού με το μακρύ του ράμφος ήταν αδύνατο να φάει τη σούπα σε ρηχό πιάτο.
Ζωγραφιάς της φίλης μας Εύης εμπνευσμένη από τον μύθο «Η αλεπού και ο πελαργός»
Έκανε λοιπόν πως έτρωγε και αφού τελείωσε και η αλεπού, την ευχαρίστησε και της είπε:
– Ήταν πολύ νόστιμη η σούπα. Για να σου ανταποδώσω την φιλοξενία, θέλεις να έρθεις αύριο στο δικό μου σπίτι να φάμε μαζί;
Η αλεπού δέχτηκε την πρόταση του και ο πελαργός ξεκίνησε για το σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι η αλεπού τον κορόιδεψε και ότι θα έπρεπε να πάρει το μάθημά της.
Την επόμενη μέρα, ο πελαργός εξήγησε στη γυναίκα του τί του έκανε η αλεπού. Έτσι, της ζήτησε να ετοιμάσει ένα πολύ ωραίο δείπνο και να το σερβίρει σε γυάλες με ψηλό λαιμό. Όταν πλησίαζε η ώρα, η αλεπού, κουνιστή και λυγιστή, κουνώντας την φουντωτή ουρά της με καμάρι, ξεκίνησε για το σπίτι του πελαργού. Χτύπησε την πόρτα και η οικογένεια την υποδέχτηκε με χαμόγελο.
– Τι ωραία που μυρίζει! Μου τρέχουν τα σάλια! σχολίασε η αλεπού.
Κάθισε στο τραπέζι, κι ο πελαργός με τη γυναίκα του έφεραν τις γυάλες. Ο πελαργός έχωσε αμέσως το ράμφος του μέσα στον ψηλό λαιμό της γυάλας και άρχισε να τρώει το φαγητό του με μεγάλη όρεξη. Η αλεπού προσπάθησε να χώσει τη μουσούδα της, αλλά άδικος κόπος. Ούτε μια μπουκιά δεν κατάφερε να φάει.
Αφού τελείωσε το φαγητό του ο πελαργός, σηκώθηκαν από το τραπέζι και η αλεπού προχώρησε μουτρωμένη και νηστική, αλλά χωρίς να πει λέξη. Καληνύχτισε την οικογένεια και έφυγε για το σπίτι της. Στο δρόμο σκεφτόταν συνεχώς, πως αν μαθευόταν το πάθημά της, τα άλλα ζώα δε θα την είχαν πια σε υπόληψη. Και τότε κατάλαβε η αλεπού ότι το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.
να δώσω αίμα! 14 Ιουνίου 2026
Η 14η Ιουνίου καθορίστηκε ως Παγκόσμια Ημέρα του Εθελοντή Αιμοδότη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο, την Παγκόσμια Ομοσπονδία Εθελοντών Αιμοδοτών και τον Διεθνή Οργανισμό Μετάγγισης Αίματος. Το να προσφέρω μια φιάλη αίμα, είναι σίγουρα το πιο ανέξοδο, μα το πιο ανεκτίμητο δώρο!
να σέβομαι τους πρόσφυγες 20 Ιουνίου 2026
Η 20η Ιουνίου γιορτάζεται ως Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Με ένα βάρος στην ψυχή κι ένα δάκρυ για όσους αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες!