Ελληνικά παραμύθια

Το παραμύθι του πιο δυνατού

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γεωργός  με μια όμορφη κόρη που την φώναζαν Μαργαρίτα. Είχε και έναν βοηθό για τις δουλειες που τον έλεγαν Δημητρό.

Η κόρη μου έχει μεγαλώσει αρκετά κι έφτασε η ώρα να την παντρέψω. Ο πιο δυνατός νέος σε όλη την χώρα ταιριάζει στο πλάι της.

…είπε μια μέρα ο γεωργός.

Ο Δημητρός ήταν κρυφά ερωτευμένος με την κόρη του αφεντικού του και δίσταζε να του μιλήσει.  Φοβόταν ότι ο πατέρας της θα του το αρνιόταν. Έτσι ο γεωργός άρχισε να ψάχνει τον πιο δυνατό και στην σκέψη του ήρθε αμέσως ο βασιλιάς της χώρας. Δεν έχασε καιρό, πήρε την κόρη του και ξεκίνησαν για το παλάτι. Συνάντησαν τον βασιλιά έξω από το παλάτι, στον καταπράσινο κήπο του. Πλησιάσαν δειλά και τον ρώτησαν αν ήταν ο πιο δυνατός. Ο βασιλιάς απάντησε γελώντας:

Δεν είμαι εγώ ο πιο δυνατός.  Λάθος κάνεις κύριε μου! Κοίτα, κάθομαι στον ίσκιο για να μην με κάψει ο ήλιος. Κατά την γνώμη μου, δυνατότερος είναι ο ήλιος. Σε αυτόν ταιριάζει η όμορφη κόρη σου!

Ο γεωργός χάρηκε πολύ που βρήκε τον πιο δυνατό, ανέβηκε στην κορυφή ενός πύργου και φώναξε:

Ήλιε, παντρέψου την κόρη μου. Εσύ είσαι ο πιο δυνατός σε αυτό τον κόσμο.

Χα… χα!…

…ακούστηκε μια φωνή και ένα μάυρο σύννεφο σκέπασε τον ήλιο.

Εγώ είμαι πιο δυνατό από τον ήλιο!

Έχεις δίκιο. Σε σένα ανήκει η κόρη μου, γιατί κατάφερες και νίκησες τον ήλιο.

του είπε ο γεωργός.

Εεεεε,…

…ακούστηκε μια πολύ δυνατή φωνή.

…Ώστε το σύννεφο καμαρώνει για την δύναμή του, ε; Τώρα θα δει τι θα πάθει από μένα, τον δυνατό  Άνεμο!

Έτσι και έγινε! Με το φύσημά του, το σύννεφο εξαφανίστηκε και ο γεωργός έδωσε τον λόγο του στον άνεμο ότι θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα. Η  Μαργαρίτα, όμως αγαπούσε τον Δημητρό και δίσταζε επίσης να το πει στον πατέρα της.  Άρχισε να μελαγχολεί και να κλαίει που θα παντρευόταν τον άνεμο.

Έλα κορίτσι μου να παντρευτείς τον άνεμο!

…της είπε ο πατέρας της. Στον δρόμο συνάντησαν ένα βουνό που εμπόδιζε τον άνεμο να προχωρήσει.

Χμμμ…

…του είπε το βουνό.

Γιατί σταμάτησες και δεν με σπρώχνεις; Δεν μπορείς, ε; Ε, βέβαια αφού είσαι πιο αδύναμος από μένα. Φύγε λοιπόν και άσε σε μένα το κορίτσι!

Έξοχα, βουνό!  Εσύ θα γίνεις ο γαμπρός μου!

…είπε με θαυμασμό ο γεωργός.

Κάνεις λάθος άνθρωπέ μου. Υπάρχει κάποιος που με ξεπερνά σε δύναμη και θα έρθει μια μέρα που θα με νικήσει.

…του απάντησε το περήφανο και γέρικο βουνό.

Μιλάς σοβαρά; Ποιος μπορεί να καταφέρει να σε νικήσει;

…είπε προβληματισμένος ο γεωργός.

Αν θέλεις να τον δεις, πήγαινε στην πίσω πλαγιά μου.

…του απάντησε το βουνό κι ο γεωργός πήρε την Μαργαρίτα και ξεκίνησαν να πάνε εκεί που τους συμβούλευσε το βουνό. Εκεί αντίκρισαν κάτι απρόσμενο: ο Δημητρός έσπαζε τους βράχους με έναν κασμά.

Δημητρό, μόνο εσύ μπορείς να καταφέρεις να νικήσεις τον ήλιο!

…του είπε με χαρά ο γεωργός.

Εσύ είσαι ο πιο δυνατός και γι’ αυτό εσύ θα πάρεις την κόρη μου!

Τελικά η Μαργαρίτα παντρέυτηκε μετά από λίγες μέρες τον Δημητρό.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Συμφωνία με έναν καλικάντζαρο.

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας –

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν τηλέφωνα και οι άνθρωποι μιλούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένας έμπορος με την γυναίκα του και το μικρό του γιο. Δεν είχαν πολλά λεφτά, αλλά δεν τους έλειπε και τίποτα.

Ο πατέρας, γυρνούσε τις πόλεις και πουλούσε υφάσματα. Έλειπε για πολύ καιρό…πολλές φορές, ακόμα και μήνες. Δεν είχαν αυτοκίνητα τότε. Είχε ένα κάρο κι ένα μουλάρι που το τραβούσε. Είχε καλά υφάσματα, ακριβά μα και φτηνά και όλα τους ήταν άριστης ποιότητας.

Σ’ ένα ταξίδι του, εκεί που περνούσε μέσα από ένα δάσος, του όρμηξαν άγριοι ληστές και του έκλεψαν τα πάντα. Το κάρο με το μουλάρι, τα υφάσματα και όλα του τα χρήματα. Ο έμπορος ήταν τώρα πολύ απελπισμένος. Δεν του είχε μείνει τίποτα ούτε και για να επιστρέψει σπίτι του. Το ταξίδι για την επιστροφή θα κρατούσε μέρες και χωρίς χρήματα δεν θα άντεχε. Η στεναχώρια του ήταν διπλή, μιας και οι μέρες ήταν γιορτινές και κοντοζύγωνε κι η πρωτοχρονιά. Καθισμένος σε ένα δέντρο, έκλεγε για την μαύρη του την τύχη και σκεφτότανε να βρει λύση, όταν ξαφνικά, σαν από το πουθενά, εμφανίστηκε μπροστά του, ένας καλικάντζαρος. Ψηλός, άχαρος, με νύχια κοφτερά και το μόνο που φορούσε ήταν μια πράσινη βράκα.

20131202-PeteinosXanthis-2

– Τι έχειθ και κλαιθ άνθγωπέ μου; (Τι έχεις και κλαις άνθρωπέ μου;)

Τον ρώτησε ο καλικάντζαρος που ήταν και τσεβδός, ενώ δεν μπορούσε να κρύψει και την χαρά του για την στεναχώρια του εμπόρου. Εξάλλου, με αυτά χαίρονται τα ζιζάνια. Προκαλώντας ζημιές και προβλήματα στους ανθρώπους.

Ο έμπορος τα έχασε προς στιγμή μιας και δεν είχε ξαναδεί ποτέ του καλικάντζαρο, σίγουρα όμως δεν τον φοβήθηκε αφού έτσι όπως ήταν, μόνο γέλια σου προκαλούσε. Παρόλα αυτά, με στενάχωρη φωνή του απάντησε…

       Έτσι όπως περνούσα από εδώ, μου στήσανε ενέδρα κάτι ληστές, μου όρμησαν και μου έκλεψαν τα πάντα. Μέχρι και το δώρο που είχα πάρει για τον γιο μου. Και τώρα δεν έχω ούτε ένα νόμισμα στην τσέπη για να γυρίσω πίσω.

       Κι είναι λόγοθ αυτόθ για να κλαιθ; Μην θκαθ, κι εγώ θα θε βοηθήθω. (Κι είναι λόγος αυτός για να κλαις; Μην σκας, κι εγώ θα σε βοηθήσω.)

Και λέγοντας τα λόγια αυτά, βάζει το χέρι του βαθιά μέσα από την βράκα και βγάζει ένα πουγκί και του το προσφέρει.

       Ογίθτε. Εδώ μέθα, έχει αγκετά νομίθματα για να γυγίθεις θπίτι θου. (Ορίστε. Εδώ μέθα, έχει αρκετά νομίσματα για να γυρίσεις σπίτι σου.)

       Ναι αλλά, εγώ πως θα στο ξεπληρώσω; Τώρα που με κλέψανε δεν έχω τίποτα.

       Φαίνεθαι τίμιοθ άνθγωποθ. Λοιπόν, άκου την θυμφωνία που θα κάνουμε. Μόλιθ γυγίθεις θπίτι θου τώγα, το πγώτο πλάθμα που θα θε υποδεχτεί, θα μου το δώθεις αντάλλαγμα όταν θα έγθω να θε βγω θε δέκα χγόνια. (Φαίνεσαι τίμιος άνθρωπος. Λοιπόν, άκου την συμφωνία που θα κάνουμε. Μόλις γυρίσεις σπίτι σου τώρα, το πρώτο πλάσμα που θα σε υποδεχτεί, θα μου το δώσεις αντάλλαγμα όταν θα έρθω να σε βρω σε δέκα χρόνια.)

Ο έμπορος, αφού το σκέφτηκε μια στιγμή, απάντησε με χαμόγελο…

       Εντάξει λοιπόν. Σε δέκα χρόνια από τώρα, θα σου δώσω σε αντάλλαγμα το πρώτο πλάσμα που θα με υποδεχτεί μόλις γυρίσω σπίτι μου.

Δώσανε τα χέρια για να κλείσουν τη συμφωνία – έτσι κάνανε τότε –κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο έμπορος, ήταν χαρούμενος γιατί ξεγέλασε τον καλικάντζαρο κι αυτό γιατί κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι του, το πρώτο πλάσμα που τον υποδέχονταν ήταν ο σκύλος του γείτονα. Έτσι, ο έμπορος ήταν σίγουρος πως ο σκύλος θα τον υποδεχτεί και τώρα, οπότε σε δέκα χρόνια που θα τον επισκεφτεί ο καλικάντζαρος, αυτόν θα πρέπει να πάρει – αν ζει βέβαια μέχρι τότε, αφού είναι και γέρικο.

Οι μέρες πέρασαν κι ο έμπορος έφτασε στην πόλη του την επόμενη μέρα της πρωτοχρονιάς. Σε όλα τα σπίτια είχαν στρώσει γιορτινό τραπέζι κι απολάμβαναν ζεστή σούπα, νόστιμη κότα και για γλυκό βασιλόπιτα που είχαν κόψει το προηγούμενο βράδυ. Μόνο το σπίτι του έμπορου δεν είχε γιορτινό κλίμα, λόγω της απουσίας του. Ο μικρός γιος του, ήταν συνέχεια κολλημένος στο τζάμι του παραθύρου ελπίζοντας να δει τον πατέρα του να ξεπροβάλει από το στενό. Κι όντως, τον είδε να ξεπροβάλει και να κοντοζυγώνει προς το σπίτι. Από την μεγάλη του χαρά που είχε να τον δει περισσότερο καιρό από άλλες φορές, βγήκε έξω τρέχοντας και φωνάζοντας «μπαμπά».

Ο έμπορος, ενώ χάρηκε στην αρχή και τον αγκάλιασε σφιχτά φιλώντας τον, στην συνέχεια πάγωσε γιατί θυμήθηκε την συμφωνία που είχε κάνει με τον καλικάντζαρο. Τότε γύρισε και κοίταξε στο σπίτι του γείτονα ψάχνοντας να βρει τον γέρικο σκύλο που συνήθως τον υποδέχονταν. Τελικά, τον είδε να κάθεται έξω από το σπιτάκι του και να απολαμβάνει ένα λαχταριστό μεγάλο κόκαλο. Μπήκανε στο σπίτι κι ήταν όλοι χαρούμενοι, εκτός από τον μπαμπά που συνέχεια έφερνε στο μυαλό του την υπόσχεση που είχε δώσει στον καλικάντζαρο. Σε δέκα χρόνια από τώρα, θα έπρεπε να του δώσει τον μονάκριβο γιο του.

Τα χρόνια περνούσαν και ο γιος μεγάλωνε. Ο πατέρας ήταν πάντα προβληματισμένος αλλά δεν έλεγε σε κανέναν το μυστικό του, παρά μόνο λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν τα δέκα χρόνια κι εμφανιστεί ο καλικάντζαρος. Ένα μεσημέρι, έπιασε τον γιο του και του τα είπε όλα.

       Άκουσε αγόρι μου…πριν δέκα χρόνια, εκεί που περνούσα από ένα δάσος, ληστές μου είχαν στήσει ενέδρα και με λήστεψαν ότι είχα. Τότε, εμφανίστηκε από το πουθενά ένας καλικάντζαρος….

Το αγόρι άκουγε τον πατέρα του και δεν πίστευε στα αφτιά του.

Την ημέρα των Χριστουγέννων, ημέρα που περίμεναν και την άφιξη του καλικάντζαρου, όλη η οικογένεια πήγε από το πρωί στην εκκλησία. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, πατέρας και γιος έπιασαν τον παπά και του τα είπαν όλα. Ο παπάς, θύμωσε με τον πατέρα που είχε κάνει τη συμφωνία με τον καλικάντζαρο.

       Ποτέ δεν κάνουμε συμφωνίες με καλικάντζαρους, δαιμόνια και ξωτικά. Είναι κάτι που σίγουρα δεν θα μας βγει σε καλό.

…είπε χαρακτηριστικά κι αφού στη συνέχεια συμβουλεύτηκε τα βιβλία του, διάβασε στο παιδί μια ευχή. Τέλος, σε ένα χρυσό μπουκαλάκι, έβαλε μέσα λίγο αγιασμό και τους το έδωσε με σκοπό να καταφέρουν τον καλικάντζαρο να πιει από αυτό.

Γυρνώντας στο σπίτι, βρήκαν στην αυλή του σπιτιού τους τον καλικάντζαρο να τους περιμένει.

       Έμπογα, που είθαι; Ελπίδω να μην ξέχαθες την υπόθχεθή θου! (Έμπορα, που είσαι; Ελπίζω να μην ξέχασες την υπόσχεσή σου!)

…μα μόλις το παιδί πλησίασε τον καλικάντζαρο, αυτός κατάλαβε ότι το παιδί ήταν διαβασμένο από τον παπά και είπε με πονηριά:

       Αυτόθ είναι ο γιοθ θου; Δεν νομίδω ότι μου κάνει. Δεν θα τον χρειαθτώ. Άλλακθα γνώμη. Τελικά θα πάρω εθένα μαδί μου. (Αυτός είναι ο γιος σου; Δεν νομίζω ότι μου κάνει. Δεν θα τον χρειαστώ. Άλλαξα γνώμη. Τελικά θα πάρω εσένα μαζί μου).

       Μα ο πατέρας μου είναι μεγάλος σε ηλικία και δεν θα μπορεί να σας ακολουθεί τόσο εύκολα όπου πάτε.

…είπε το αγόρι που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη. Μα ο έμπορας που ήταν κι αυτός πονηρός, δεν τα έχασε και απάντησε αμέσως.

       Μην φοβάσαι αγόρι μου. Έχω μαζί μου το φίλτρο που σου δίνει τις δυνάμεις που χρειάζεσαι. Άλλοτε σε κάνει τόσο δυνατό που να μπορείς να σηκώσεις με το ένα σου χέρι ένα πελώριο βράχο, κι άλλοτε σε κάνει αόρατο ώστε ακόμα και τα πιο εκπαιδευμένα κυνηγόσκυλα δεν καταφέρνουν να σε μυρίσουν και να σε εντοπίσουν.

…και λέγοντας τα λόγια αυτά, έβγαλε από την τσέπη του το χρυσό μπουκαλάκι με τον αγιασμό που τους είχε δώσει ο παπάς. Ο καλικάντζαρος θόλωσε από την επιθυμία του να γίνει δυνατός κι αόρατος κι άρπαξε απότομα το μπουκαλάκι.

       Αυτό θα πγέπει να το δοκιμάθω… (Αυτό θα πρέπει να το δοκιμάσω)

…είπε ο καλικάντζαρος και έβαλε το μπουκαλάκι στο στόμα του πίνοντας δυο γουλιές. Στη στιγμή, άρχισε να ζαλίζεται και να νιώθει ένα έντονο κάψιμο. Χωρίς να ξέρει τι να κάνει, άρχισε να τρέχει προς το δάσος μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους. Πατέρας και γιος μπήκαν στο σπίτι με ανακούφιση. Δεν ήταν βέβαια απόλυτα σίγουροι για το αν είχαν νικήσει τον καλικάντζαρο. Παρά μόνο την επόμενη μέρα, όταν ο έμπορος πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα, βρήκε στα χόρτα καταγής πεσμένο το χρυσό μπουκαλάκι. Τότε μόνο σιγουρεύτηκε ότι ο καλικάντζαρος είχε εξαφανιστεί για πάντα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

δυο αδερφιαΜια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας ήταν πολύ έξυπνος, ενώ ο άλλος ήταν κουτός!
Ένα πρωί λέει ο έξυπνος στον κουτό:

Αδερφέ μου, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα.

…κι ο κουτός αδερφός χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, απάντησε:

Να το μοιράσουμε, αγαπημένε μου αδερφέ!

Έτσι, την επόμενη κιόλας μέρα, ο έξυπνος αδερφός μοίρασε το κτήμα διαλέγοντας πρώτος αυτός. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό. Το μισό είχε την ωραιότερη θέα, ενώ το άλλο μισό ήταν παλιοχώραφο γεμάτο τσουκνίδες και άλλα άγρια χόρτα. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε του καημένου αδερφού του το άλλο μισό. Ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό χωράφι κι αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά για να παραπονεθεί. Ο βασιλιάς, αφού τον άκουσε προσεκτικά και στην συνέχεια ζήτησε από τον αξιωματικό του να πάει και να φέρει τον αδερφό του προκειμένου να τους τα συμβιβάσει. Άδικος κόπος όμως. Κανείς τους δεν άκουγε τίποτα αφού και οι δύο ήθελαν το καλό χωράφι.

Οι μέρες περνούσαν και ο βασιλιάς, που ήταν γνωστός σε όλο το βασίλειο για την σοφία του, βρήκε τρόπο να γίνει η μοιρασιά του χωραφιού δίκαιη και για τα δύο αδέρφια. ‘Ετσι λοιπόν, αφού εμφανίστηκαν μπροστά του τα δύο αδέρφια τους είπε:

Το  κτήμα θα μοιραστεί έτσι, ώστε και οι δύο θα πάρετε και από το καλό και από το κακό χωράφι.

Μα αυτοί και πάλι πείσμωσαν! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα γρίφο κι όποιος τον εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Αφού τα δύο αδέρφια συμφώνησαν, άκουσαν με προσοχή τον βασιλιά να τους λέει:

Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράμα του κόσμου. Σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε.

Τα δύο αδέρφια γύρισαν σπίτι προβληματισμένα και σκεφτικά. Για την ακρίβεια, ο έξυπνος ήταν αυτός που σκεφτότανε περισσότερο. Ο κουτός δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Στεναχωριώτανε και αναστέναζε συνέχεια. Την στεναχώρια και τη λύπη του, δεν μπόρεσε να την κρύψει από την μονάκριβη κόρη του, η οποία δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο έτσι και τον ρώτησε:

Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;

…κι ο κουτός αδερφός και πατέρας της, της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Η κόρη του στο τέλος τον καθυσήχασε λέγοντάς του:
Μη στενοχωριέσαι, μπαμπά μου και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Ο κουτός αδερφός χάρηκε πάρα πολύ. Οι μέρες περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτά την κόρη του κι εκείνη του λέει:
Θα πεις, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους.

Τα δυο αδέρφια πήγανε λοιπόν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά. Πρώτος πήρε το λόγο ο έξυπνος αδερφός και είπε πως το γρηγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

…τότε είναι το άλογο.

…επάνελαβε ξαφνιασμένος ο έξυπνος αδερφός, για να πάρει την ίδια αρνητική απάντηση από τον βασιλιά, ο οποίος έστρεψε το βλέμμα του στον κουτό αδερφό και τον ρώτησε:

Για πες μας εσύ τώρα!

Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, αυτός μπορεί να ταξιδεύει όπου θέλει.

Πολύ σωστά, το βρήκες.

…απάντησε ο βασιλιάς και συνέχισε λέγοντας:

Θα σας πω όμως ακόμα έναν γρίφο. Ποιό είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμο;

Τα δύο αδέρφια γύρισαν και πάλι στα σπίτια τους προβληματισμένα. Ο έξυπνος άρχισε να σκέφτεται διάφορα ενώ ο κουτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην μονάκριβη κόρη του. Έτσι, όταν αυτή γύρισε από την αγορά, ο κουτός της είπε και πάλι τί είχε συμβεί στο παλάτι και για το νέο γρίφο που τους έβαλε ο βασιλιάς. Η κόρη του, τον καθησύχασε λέγοντας πως την μέρα που θα πήγαινε στον βασιλιά, θα του είχε την απάντηση.
Αφού κύλησαν οι μέρες και ήρθε η όγδοη, λίγο πριν ξεκινήσει για το παλάτι ο κουτός αδερφός, φώναξε την κόρη του και της ζήτησε την απάντηση. Η κόρη του, του την είπε και λίγη ώρα αργότερα, εμφανίστηκαν τα δύο αδέρφια για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά.

Πρώτος πήρε το λόγο και πάλι ο έξυπνος, λέγοντας πως το βαρύτερο πράγμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι (είδος σκληρού ορυκτού).

Όχι…

…του λέει ο βασιλιάς.

…τότε το σίδερο…

…λέει ξανά ο έξυπνος για να τον κόψει και πάλι ο βασιλιάς και να δώσει τον λόγο στον κουτό αδερφό.

Το βαρύτερο πράγμα του κόσμου πολυχρονεμένε μας βασιλιά, είναι η φωτιά.

Και γιατί;

…τον ρώτησε απορημένος ο βασιλιάς.

Πολύ απλά, γιατί δε μπορούμε να τη σηκώσουμε.

Σωστά, αυτό είναι…

…απάντησε ο βασιλιάς, ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει την όλη διαδικασία.

Θα σας βάλω όμως άλλον έναν γρίφο και θα έρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου.

Τα δύο αδέρφια φύγανε και πάλι για τα σπίτια τους και ο έξυπνος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και σκέψη, ενώ ο κουτός περίμενε την κόρη του να γυρίσει από την αγορά για να της τα πει. Έτσι κι έγινε. Οι οχτώ μέρες πέρασαν γρήγορα κι ο έξυπνος αδερφός ξεκίνησε για το παλάτι. Το ίδιο έκανε κι ο κουτός, αφού πρώτα άκουσε την απάντηση από την κόρη του. Τα δύο αδέρφια, στέκονταν για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά κι ο έξυπνος πήρε και πάλι τον λόγο πρώτος λέγοντας:

Το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

Το ψωμί μήπως;

…πετάχτηκε και δεύτερη φορά ο έξυπνος αδερφός.

Όχι…

…του απάντησε και πάλι ο βασιλιάς στρέφοντας το κεφάλι του προς τον κουτό περιμένοντας την απάντησή του.

Το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη.

Ναι. Βρήκες και τους τρεις γρίφους που σας έβαλα, οπότε το καλό χωράφι ανήκει σε σένα.

…απάντησε ο βασιλιάς, αλλά ζήτησε από τον κουτό αδερφό να τον ακολουθήσει σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί, μόνοι οι δυό τους, χωρίς κανέναν να τους ακούει, ο βασιλιάς τον ρώτησε:

Μόνος σου βρήκες τις απαντήσεις στους γρίφους ή σε βοήθησε κάποιος;

Μοναχός μου, βασιλιά μου.

Δε λες αλήθεια. Το βλέπω στα μάτια σου. Θέλω να μου πεις ποιος σε βοήθησε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.

Ο κουτός αδερφός έμεινε για λίγο σκεφτικός και μετά άρχισε να εξιστορεί στον βασιλιά για την κόρη του και την βοήθεια που του έδωσε.

Να την φέρεις αύριο στο παλάτι να την γνωρίσω.

…ήταν η απάντηση του βασιλιά και επέτρεψε στον κουτό αδερφό να φύγει από το παλάτι. Έτσι, την άλλη μέρα κι όλας, πατέρας και κόρη, παίρνουν το δρόμο για το παλάτι όπως πρόσταξε κι ο βασιλιάς. Μόλις ο βασιλιάς είδε την κόρη, θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η κοπέλα έφερε αντίρηση λέγοντας πως αυτή ήτανε φτωχιά και δεν άρμοζε για γυναίκα του, μα ο βασιλιάς ήταν αμετάκλητος στην απόφασή του.

Εμένα μου αρέσεις και σε θέλω για γυναίκα μου και δεν με νοιάζει αν είσαι φτωχιά. Απλά, θα κάνουμε ένα χαρτί που θα το υπογράψεις. Το χαρτί θα λέει πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου. Αν παρακούσεις την εντολή αυτή, τότε θα πρέπει να φύγεις από το παλάτι κι εγώ για να δείξω την μεγαλοψυχία μου, θα σε αφήσω να διαλέξεις κάτι από το παλάτι για να το πάρεις μαζί σου φεύγοντας.

Συμφώνησαν λοιπόν, και η όμορφη κοπέλα υπέγραψε. Ο γάμος έγινε και ζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.
Μια μέρα, μετά από χρόνια,  καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και έβλεπε έναν νεαρό να έρχεται  με το γαϊδουράκι του φορτωμένο, μα ξαφνικά ο γάιδαρος σκόνταψε στο χαντάκι, έπεσε στη λίμνη και πέθανε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά-αριστερά, για να του δώσει  βοήθεια. Εκείνη την ώρα περνούσε ένας άλλος με το γάιδαρό του και αφού είδε οτι ο γάιδαρος στη λίμνη είχε καινούριο σαμάρι, έβγαλε από το δικό του το παλιό που είχε γδαρθεί τόσο με τα χρόνια και έβαλε το νέο που πήρε από την λίμνη.
Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του. Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:

Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του.

Κι έτσι έγινε, αφού το διέταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκανε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι αμέσως λέει:

Ανακατεύτηκες σε δουλειά που δεν ήταν δικιά σου! Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας.

Μα η όμορφη βασίλισσα που ήταν έξυπνη, του λέει:

Θα φύγω, αλλά κάνε μου την χάρη, το βράδυ να φάμε μαζί.

Ο βασιλιάς συμφώνησε με την επιθυμία της και το βράδυ δεν άργησε να έρθει. Στο τραπέζι και ενώ έτρωγαν, η βασίλισσα έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και μόλις το ήπιε κοιμήθηκε αμέσως. Αμέσως διέταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Έπειτα, διέταξε να βάλουν τον βασιλιά όπως ήταν κοιμισμένος μέσα και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της όταν την είδε, τρόμαξε και την ρώτησε:

Τι τρέχει παιδί μου;

Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να κάνει ησυχία, για να μη ξυπνήσει από τις φωνές.  Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους. Το πρωί όταν ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταξε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του και πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:

Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;

Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.

Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.

Και ποιος σου έδωσε την άδεια να με φέρεις εδώ;

Αμέσως του δείχνει το χαρτί που είχαν υπογράψει, να διαλέξει δηλαδή ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει  και του λέει:

Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα πήρα.

Ο βασιλιάς γέλασε τόσο πολύ που της είπε:

Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.

Κι έτσι, γύρισαν  πίσω στο παλάτι τους και ζήσανε όμορφα και ευτυχισμένοι τα χρόνια που ακολούθησαν.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σια A.E., 1994)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Τα βραστά αβγά και τα βραστά κουκιά!

Απόδοση: Χρήστος Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Στα παλιά τα χρόνια, τότε που ακόμα οι άνθρωποι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές, και τις καρδιές τους ορθάνοιχτες, ένας θαλασσοδαρμένος καπετάνιος, κάτοικος ενός μικρού και απόμερου νησιού, ζούσε απολαμβάνοντας την ζωή του. Μοναδική του περιουσία, ήταν το καράβι του. Καράβι γέρικο μα και γερό, που πέρασε με τα χρόνια από τον παππού του στον πατέρα του και τέλος σ’ αυτόν. Μ’ αυτό το καράβι ταξίδευε και γυρνούσε τα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα κι έτσι έβγαζε χρήματα με τα οποία βοηθούσε τους φίλους του και τους αγαπημένους του συγγενείς μιας και ήταν μόνος…χωρίς οικογένεια.

Ήτανε χειμώνας, Νοέμβρης μήνας κι ο καπετάνιος είχε μπαρκάρει για ένα ακόμα ταξίδι. Αργά το μεσημέρι έδεσε σε κάποιο λιμάνι. Αφού ξεφόρτωσε και τακτοποίησε τα οικονομικά, έψαξε να βρει κάποιο εστιατόριο να φάει. Στο μοναδικό που συνάντησε εκεί κοντά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν άδειο, δίχως κόσμο κι ο εστιάτορας συγύριζε τα τραπέζια.

Καλησπέρα εστιάτορα. Τι καλό έχεις να φάω;

…ρώτησε ο καπετάνιος βγάζοντας ταυτόχρονα το καπέλο του και στρώνοντας τα γκρίζα του μαλλιά.

Τέτοια ώρα που ήρθες καπετάνιε, δυστυχώς δεν έχω τίποτα να σου δώσω. Όλα τα φαγητά, μου τελείωσαν. Λυπάμαι.

…απάντησε ο εστιάτορας και συνέχισε να συγυρίζει τα τραπέζια και τις καρέκλες. Ο καπετάνιος γύρισε να φύγει μα μόλις έφτασε στην πόρτα κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον εστιάτορα και του παρακάλεσε:

Πεινάω πολύ και μου είναι δύσκολο να τρέχω για να βρω κάτι να φάω. Θα σου ήμουν υπόχρεος αν φρόντιζες εσύ για αυτό. Δεν έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις. Κάνε μου κάτι απλό και γρήγορο.

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε τώρα πολύ ζεστή και οικεία κι ο εστιάτορας αφού τον κοίταξε για λίγο στα μάτια, του απάντησε με εξίσου καλοσυνάτη φωνή…

Για στάσου…νομίζω ότι πίσω στην αποθήκη πρέπει να έχω κάτι βραστά αβγά που μου φέρανε χθες από το διπλανό χωριό. Ελπίζω με αυτά να βολευτείς.

Μια χαρά είναι κι αυτά. Κόψε και λίγη ντοματούλα, λίγο τυράκι και πιάσε μια κανάτα κόκκινο κρασί.

Ο εστιάτορας έφυγε πίσω στην αποθήκη της κουζίνας κι ο καπετάνιος κάθισε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα ώστε να βλέπει τον κόσμο που περνούσε πάνω-κάτω στο δρόμο. Έβγαλε το τσιμπούκι του από την τσέπη, το γέμισε με λίγο καπνό από το σακουλάκι που φύλαγε στον κόρφο του και το άναψε. Δεν πρόλαβε να τραβήξει δυο ρουφηξιές κι ο εστιάτορας γύρισε από πίσω, με ένα πιάτο που όμως, είχε μόνο τέσσερα καθαρισμένα αβγά και λίγο ψωμί. Μαζί έφερε και μια κανάτα κόκκινο μυρωδάτο κρασί.

4 αβγά

Λυπάμαι, αλλά τελικά ντομάτα και τυρί δεν έχει…κι αυτά μου τελείωσαν.

Ανακοίνωσε ο εστιάτορας στον καπετάνιο που δεν έδειξε να ενδιαφέρεται και πολύ τελικά. Με το που ξεκίνησε να τρώει, ένας από του ναύτες του καραβιού μπούκαρε στο μαγαζί αλαφιασμένος.

Καπετάνιε μου, πρέπει να έρθεις αμέσως στο καράβι. Έβγαλε φουρτούνα απρόσμενα. Δυνατή…τόσο δυνατή που ταρακούνησε το καράβι μας, σα να ήταν καρυδότσουφλο. Έκοψε τα παλαμάρια και τώρα κινδυνεύει να βυθιστεί.

Με το που άκουσε ο καπετάνιος το άσχημο νέο, παράτησε σύξυλος τα πάντα και πετάχτηκε ευθύς. Φόρεσε το καπέλο του και βγήκε στο δρόμο τρέχοντας. Μα πάνω στην βιασύνη του, ξέχασε να πληρώσει τον εστιάτορα. Έφτασε στο λιμάνι και αντίκρισε το καράβι του να πλέει έρμαιο δίχως να μπορεί κάνεις να το κουμαντάρει. Βουτάει στα κρύα νερά και γρήγορα-γρήγορα κολυμπάει προς αυτό. Ανεβαίνει πάνω του κι αφού δεν έχει πια σκοινιά για να το δέσει στην προκυμαία και μιας η δουλειά του είχε τελειώσει εκεί, αποφάσισε να φύγει για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασαν κάποια χρόνια…τέσσερα-πέντε θαρρώ κι ο καπετάνιος βρέθηκε ξανά σ’ εκείνο το λιμάνι… μ’ άλλο φορτίο αυτή τη φορά. Μόλις όμως πάτησε το πόδι του στην στεριά, θυμήθηκε την ιστορία που είχε ζήσει εκεί και το χρέος που είχε αφήσει στον εστιάτορα. Ο καπετάνιος ήταν τίμιος άνθρωπος και δεν ήθελε να χρωστάει πουθενά και σε κανέναν και μια και δυο κίνησε για το εστιατόριο για να ξοφλήσει. Όταν πέρασε την πόρτα, ο εστιάτορας συγύριζε και πάλι, όπως τότε. Γύρισε και κοίταξε τον καπετάνιο και δεν άργησε να τον θυμηθεί.

Φίλε μου, σου ζητώ συγνώμη που τότε έφυγα άρον-άρον και χωρίς να σε πληρώσω, μα ήταν ανάγκη μεγάλη και στην σκοτούρα που είχα δεν μπόρεσα να σκεφτώ κι εσένα. Πες μου όμως τώρα τι σου χρωστώ για να σε ξεπληρώσω.

Δεν πειράζει καπετάνιο μου. Άνθρωποι είμαστε κι ανθρώπινα αυτά που μας συμβαίνουν. Το είχα ξεχάσει το χρέος σου…μιας και ήρθες όμως, μισό λεπτό να σου πω πόσα μου χρωστάς.

Ο εστιάτορας έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του ένα μπλοκάκι κι ένα μολύβι τράβηξε από το αφτί του. Έκατσε σε μια καρέκλα και άρχισε να κάνει κάτι υπολογισμούς. Υπολόγιζε…υπολόγιζε…έγραφε…γυρνούσε σελίδα στο μπλοκάκι και ξαναέγραφε…και κάποια στιγμή σηκώθηκε και πλησιάζοντας τον καπετάνιο του είπε:

Καπετάνιε, πριν πέντε χρόνια περίπου, έφαγες στο μαγαζί μου τέσσερα βραστά αβγά. Αν αντί για σένα, τα είχα δώσει σε μια κότα να τα κλωσήσει, θα μου έδινε τέσσερα κοτόπουλα ίσως και κανέναν κόκορα. Με την σειρά τους οι κότες, θα μου γεννούσαν άλλα αβγά κι από αυτά τα αβγά θα έβγαιναν άλλες κότες κι άλλα κοκόρια. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, τα χρήματα που πρέπει να μου δώσεις είναι τόσα που ακόμα και το καράβι σου να πουλήσεις, δεν με ξοφλάς…θα πρέπει να βάλεις κι άλλα χρήματα από πάνω.

Ο καπετάνιος δεν πίστευε στα αφτιά του με αυτά που άκουγε. Νόμισε ότι ο εστιάτορας του έκανε αστείο. Μα όχι, δεν ήταν αστείο. Ο εστιάτορας σοβαρολογούσε και θεώρησε πως ο υπολογισμός για τον λογαριασμό που έκανε, ήταν δίκαιος και σωστός.

Έτσι έχουν τα πράγματα καπετάνιε μου και είτε μου τα πληρώνεις με το καλό ή τρέχουμε στα δικαστήρια να βρούμε το δίκιο μας.

Ο εστιάτορας ήταν αμετάπειστος και δεν σήκωνε κουβέντα. Από την άλλη ο καπετάνιος πείσμωσε και αρνιότανε να πληρώσει γιατί θεώρησε παράλογα όλα αυτά που λογάριασε ο εστιάτορας.

Θα τα πούμε στο δικαστήριο λοιπόν…

…του αποκρίθηκε ο καπετάνιος κι έφυγε από το μαγαζί θυμωμένος κι εξοργισμένος. Παρ’ όλα αυτά βρέθηκε σε απόγνωση γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Κινδύνευε να χάσει το καράβι και το βιος του αν ο δικαστής συμφωνούσε με τα λόγια του εστιάτορα. Θα μπορούσε βέβαια να σαλπάρει και ποτέ του ξανά να μην πατήσει το πόδι του σ’ εκείνο το λιμάνι. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και δεν ήθελε οι άλλοι να του λερώσουνε το όνομα αποκαλώντας τον απατεώνα.

Ένα βράδυ, ο καπετάνιος περνούσε την ώρα του σε ένα καπηλειό, πίνοντας κρασί και προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιδράσει. Σε ένα διπλανό τραπέζι καθότανε ένας γεράκος μ’ ένα μυτερό και γκρίζο μούσι. Με μαύρα κοκάλινα γυαλιά στα μάτια κι ένα καφέ σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε ένα φθαρμένο γκρι σακάκι, δίχως κουμπιά και στους αγκώνες του ήταν ραμμένα μπαλώματα. Με μια πρώτη ματιά, θα έλεγες πως είναι κάποιος κακομοίρης…κάποιος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ο καπετάνιος τον λυπήθηκε και τον κέρασε ένα κανάτι κρασί κι ο γεράκος τον ευχαρίστησε και πήγε να καθίσει στο τραπέζι του. Εκεί και πάνω στην κουβέντα ο καπετάνιος του είπε όλη την ιστορία και όλο του τον καημό. Κι ενώ τα κανάτια με το κρασί πηγαίναν κι έρχονταν στο τραπέζι, ο γεράκος κάποια στιγμή είπε του καπετάνιου…

Μην σκας καπετάνιε κι εγώ, έχω την λύση στο πρόβλημα σου. Ούτε το βιος σου να χάσεις, μα μήτε το καράβι σου. Εμένα που με βλέπεις κατέχω την δικηγορική κι εγώ θα έρθω στον δικαστή να σε υπερασπιστώ. Εσύ να κοιτάς την υγειά σου κι όλα τα άλλα άστα σε μένα.

Κι αφού ήπιε και το τελευταίο ποτήρι κρασί, ο γεράκος σηκώθηκε, φόρεσε την σκούφια του, χαιρέτισε τον καπετάνιο κι έφυγε από το καπηλειό δίνοντας ραντεβού μαζί του, την ημέρα της δίκης.

Οι μέρες κύλησαν γοργά κι έφτασε η στιγμή που καπετάνιος κι εστιάτορας θα έπρεπε να σταθούν απέναντι από τον δικαστή κι αυτός με την σειρά του να αποφασίσει ποιος από τους δυο είχε δίκιο. Η ώρα της δίκης πλησίαζε μα ο γεράκος που θα υπερασπιζότανε τον καπετάνιο δεν έλεγε να φανεί. Ο καπετάνιος άρχισε να ανησυχεί και να μονολογεί συνέχεια…

Μα τι βλακεία μου…πως εμπιστεύτηκα την τύχη μου σε ένα γέρο-μεθύστακα. Τώρα θα τα χάσω όλα και θα φταίω εγώ γι’ αυτό.

Λίγο πριν το μεσημέρι κι ενώ ο δικαστής κόντευε να τελειώσει με τις υπόλοιπες υποθέσεις, να ‘σου κι εμφανίζεται ανέμελος και τραγουδώντας ο γεράκος. Φρεσκοξυρισμένος και με ένα κίτρινο χρυσάνθεμο στο χέρι, πέρασε την πόρτα του δικαστηρίου σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Όλοι αντιδράσανε και πρώτος-πρώτος ο δικαστής που τον επέκρινε λέγοντάς του ότι άργησε αδικαιολόγητα.

Όχι κι αδικαιολόγητα…

…απάντησε ο γεράκος, παίρνοντας τώρα ένα λυπημένο ύφος και καμπουριάζοντας. Σήκωσε δειλά τα μάτια προς τον δικαστή και του είπε:

Για όλα φταίει η γυναίκα μου κύριε δικαστή. Εχθές το πρωί, είχα αγοράσει πέντε κιλά κουκιά κι η γυναίκα μου τα έβρασε όλα. Φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε το βράδυ, φάγαμε και σήμερα το πρωί, αλλά πέντε κιλά είναι πάρα πολλά και δεν τελειώνουν έτσι εύκολα. Θα χαλούσαν αν τα αφήναμε. Τότε όμως σκέφτηκα, για να μην πάνε χαμένα, να τα φυτέψω σ’ ένα χωράφι που έχω. Αυτά με την σειρά τους, μόλις θα ερχότανε η άνοιξη, θα μου δίνανε τόσα κουκιά καινούργια που θα χρειαζόμουνα μια αποθήκη ολάκερη για να τα βάλω. Επίσης θα έπρεπε να βρω κι άλλα χωράφια για να φυτέψω τα καινούργια και μετά κι άλλες αποθήκες. Όπως καταλαβαίνετε, χωρίς να το θέλω, άνοιξα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σήμερα κιόλας. Γι’ αυτό και άργησα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο γεράκος και γέλια ξέσπασαν σε όλη την αίθουσα του δικαστηρίου. Πρώτος και καλύτερος γέλασε ο εστιάτορας που γύρισε στη συνέχεια και του είπε:

Βρε μπας και τα ήπιες πρωί-πρωί; Τι κάθεσαι και μας αραδιάζεις και μας λες; Είναι δυνατόν να φυτέψεις βραστά κουκιά και να περιμένεις από αυτά να βγάλουνε καρπούς και να σου δώσουνε κι άλλα κουκιά; Βρες καλύτερα άλλη δικαιολογία.

Και πάλι ξέσπασαν όλοι σε γέλια, μα τότε, ο γεράκος αντί να μαζευτεί και να το βουλώσει, στύλωσε το κορμί του, γυάλισε το μάτι του, χαμογέλασε κι απάντησε στον εστιάτορα:

Εσύ το λες αυτό εστιάτορα; Εσύ που σέρνεις τον καπετάνιο στο δικαστήριο ζητώντας του μια περιουσία, που λες, ότι κοστίζουν τέσσερα βραστά αβγά που αν δεν τα έτρωγε ο καπετάνιος, θα τα έδινες σε μια κότα να τα κλωσήσει κι αυτά θα έβγαζαν κοτόπουλα και κοκόρια που στην συνέχεια θα γεννούσαν άλλα αβγά, άλλα κοτόπουλα και κοκόρια και πάει λέγοντας! Αφού λοιπόν από ένα βραστό αβγό μπορεί να γεννηθεί μια κότα, γιατί κι από ένα βραστό κουκί να μην μπορεί να βγει ένα άλλο κουκί;

Όλοι πάγωσαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η σιωπή κράτησε για λίγα λεπτά και μόνο ο δικαστής την έσπασε λέγοντας.

Την πήρα την απόφασή μου. Ο καπετάνιος έφαγε τέσσερα βραστά αβγά. Από πέντε δραχμές το ένα, μας κάνουν είκοσι δραχμές. Έφαγε και λίγο ψωμί και ήπιε μια καράφα κρασί, άλλες δώδεκα δραχμές, οπότε έχουμε τριάντα δύο δραχμές. Ας δώσει και οχτώ δραχμές για τους τόκους, δηλαδή στο σύνολο σαράντα δραχμές. Αυτό είναι το χρέος του καπετάνιου απέναντι στον εστιάτορα.

Ο καπετάνιος πετάχτηκε από την χαρά του ευχαριστώντας τον δικαστή για την απόφασή του, ενώ από την χαρά του άρχισε να φιλάει τον έξυπνο γεράκο. Γύρισε στην συνέχεια προς τον εστιάτορα που συνοφρυωμένος πλέον κοιτούσε γύρω του και του είπε:

Ορίστε οι σαράντα δραχμές σου και πάρε ακόμα χίλιες δραχμές για να κερνάς όλο τον επόμενο χρόνο τον φίλο μου τον δικηγόρο, όσο κρασί σου ζητάει.

Και λέγοντας αυτά, καπετάνιος και γεράκος, φύγανε αγκαλιασμένοι προς την προκυμαία που είχε το καράβι του ο καπετάνιος κι εκεί αποχαιρετίστηκαν δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλον να ανταμώσουν σύντομα…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η κυρά Καλή και οι δώδεκα μήνες!

(Άκουσε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Σε ένα μικρό χωριό, πριν πολλά-πολλά χρόνια, ζούσε μια γυναίκα η κυρά –Καλή. Ήταν χειμώνας κι έκανε κρύο. Έτσι, η κυρά-Καλή, σηκώθηκε το πρωί και πήγε στο δάσος να μαζέψει ξύλα για το τζάκι της. Εκεί που περπατούσε, ο ουρανός άστραψε και μια ξαφνική μπόρα ξέσπασε, βρίσκοντάς την αφύλαχτη. Για καλή της τύχη όμως, εκεί παραδίπλα, υπήρχε μια καλύβα που ποτέ άλλοτε δεν την είχε προσέξει. Λες κι εμφανίστηκε μαγικά εκείνη τη στιγμή. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν αμέσως και μπήκε μέσα. Στο καθιστικό, ένα μεγάλο τζάκι έκαιγε για τα καλά και μπροστά του καθότανε ένας συμπαθητικός γέρος με μια άσπρη μακριά γενειάδα. Γύρω του υπήρχαν δώδεκα όμορφα παλικάρια. Τα τρία φορούσαν γούνες, τρία είχαν στα μαλλιά τους στεφάνια από λουλούδια, τρία είχαν στεφάνια από στάχυα και τα τρία τελευταία φορούσαν στεφάνια από σταφύλια.
 Η κυρά-Καλή τα έχασε μα δεν φοβήθηκε.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά, εμπνευσμένη από το παραμύθι της προφορικής παράδοσης «Οι 12 μήνες»

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά, εμπνευσμένη από το παραμύθι της προφορικής παράδοσης «Οι 12 μήνες»

Καλώς την κυρούλα…κάτσε να ξαποστάσεις.

…της είπαν τα παλικάρια με μια φωνή!

Α! Σας ευχαριστώ καλά μου παιδιά!

…απάντησε η κυρά-Καλή κι έκατσε δίπλα στο τζάκι.

Πιάσαν την κουβέντα και κάποια στιγμή ο γέροντας τη ρώτησε:

Ποιο μήνα αγαπάς περισσότερο; Ποιος είναι ο καλύτερος απ’ όλους;

Η κυρά-Καλή, αφού το σκέφτηκε για λίγο, απάντησε με ευγενική και καλοσυνάτη φωνή :

Όλοι οι μήνες του χρόνου είναι καλοί και ευλογημένοι. Όλοι έχουν τις χάρες τους και τις ομορφιές τους. Για παράδειγμα, ο Γενάρης φέρνει τα χιόνια και τα παιδιά βγαίνουν έξω να παίξουν μαζί του και να φτιάξουν χιονάνθρωπους. Ο Φλεβάρης φέρνει την αποκριά κι όλοι μασκαρεύονται ζητώντας από τους άλλους να τους αναγνωρίσουν. Ο Μάρτης φέρνει τα χελιδόνια, προάγγελοι της  Άνοιξης και του καλοκαιριού. Ο Απρίλης την Πασχαλιά, την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και ο Μάης τα λουλούδια που κάνει όλη την πλάση να μοιάζει με πολύχρωμο πίνακα ζωγραφικής. Ο Ιούνης τα χρυσά τα στάχυα και ο Ιούλης τα θαλασσινά τα μπάνια. Αχ… κι ο Αύγουστος μας δίνει φρούτα καλοκαιρινά, δροσιστικά και απολαυστικά. Κι έπειτα ο Σεπτέμβρης φέρνει τρύγο και χαρά. Ο Οκτώβρης τις βροχές που ζητάει η γης να ξεδιψάσει κι ο Νοέμβρης τις ελιές, το πιο παρθένο αγαθό. Ε κι ο Δεκέμβρης τέλος, τι χαρά, τις μεγάλες τις γιορτές, κάλαντα και παιδικές φωνές! Γι’ αυτό σας λέω… όλοι οι μήνες είναι καλοί κι ευλογημένοι!

Ο γέροντας έκανε ένα νεύμα στα παλικάρια κι εκείνα βγήκαν από το δωμάτιο κι υστερα από λίγο γύρισαν κρατώντας ένα δεμάτι ξύλα και ένα βελούδινο πουγγί.

Κυρούλα αυτά είναι για σένα…ξύλα για το τζάκι σου και αυτό το πουγγί που θα το ανοίξεις μόνο όταν φτάσεις στο σπίτι σου και κλείσεις καλά πρώτα την πόρτα. Καλό δρόμο να ‘χεις!

Η κυρά-Καλή τους ευχαρίστησε και τους αποχαιρέτησε παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής. Όταν έφτασε στο φτωχικό της, έκλεισε την πόρτα, άνοιξε το πουγγί και τι να δει!!! Ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!
 Σε λίγο καιρό το φτωχικό της κυρά-Καλής έγινε ένα καινούριο όμορφο σπίτι. Φυτεμένο γύρω-γύρω με δέντρα, θάμνους και λουλούδια. Ζούσε ευτυχισμένη με τα παιδιά της και περνούσαν όλοι πολύ καλά. Κι επειδή ήταν καλόψυχη γυναίκα, φρόντιζε να μοιράζει τη χαρά της και τα υπόλοιπα λεφτά της σε όσους συγχωριανούς της, είχαν ανάγκη.
 Μια γειτόνισσά της βλέποντας αυτές τις αλλαγές τη ρώτησε με κακία:

Τι συμβαίνει με σένα; Πού βρήκες εσύ φτωχιά γυναίκα τόσα λεφτά; Μπας και τα κλεψες;

Η κυρά-Καλή έκατσε και της τα εξιστόρησε όλα, με το νι και με το σίγμα.
 Η γειτόνισσα ήταν πλούσια και δεν είχε ανάγκη, όμως ζήλεψε και χωρίς να χάσει καιρό ξεκίνησε την επόμενη μέρα το πρωί για το δάσος. Αφού έφτασε στην καλύβα, χτύπησε την πόρτα και της άνοιξαν τα παλικάρια.

Καλημέρα θείτσα…πέρασε να ξαποστάσεις και να σε φιλέψουμε.

Κακή, ψυχρή κι ανάποδη…

…τους απάντησε θυμωμένη και συνέχισε στο ίδιο ύφος…

Ξυλιάσανε τα χέρια μου και πάγωσαν τα πόδια μου μ΄ αυτόν το βρωμόκαιρο.

Παρόλα αυτά, έκατσε δίπλα στο τζάκι και πιάσαν την κουβέντα. Κάποια στιγμή ο γέροντας τη ρώτησε:

Για πες μου να χαρείς, ποιό μήνα αγαπάς περισσότερο; Ποιός είναι πιο καλός;

Όλοι τους είναι χάλια…πάρτον τον έναν και χτύπα τον στον άλλο! Κανέναν δεν αγαπώ. Ο Γενάρης με παγώνει με τα χιόνια και ο Φλεβάρης με ζαλίζει με τα καρναβάλια του που έρχονται όλοι στο σπίτοι και ζητάνε να βρω ποιοί είναι μασκαρεμένοι. Ο Μάρτης φέρνει χελιδόνια και κουτσουλάνε τις αυλές και ο Απρίλης μου φέρνει αλλεργία, φτερνίζομαι και γεμίζω σπυριά. Ο Μάης φέρνει τα λουλούδια, τρέχουν τα παιδιά, φωνές παντού…μου παίρνουνε τ’ αυτιά. Ο Ιούνης φέρνει δουλειές, μπελάδες, ….τρέχα να θερίσεις και τον Ιούλη ν’ αλωνίσεις…ούφ…
Ιούλης κι Αύγουστος τι ζέστη! ιδρώτας, μπάνια … άμμο παντού, καύσωνας, μύγες και κουνούπια. Σωστή φρίκη!
 Ο Σεπτέμβρης πάλι; Τρύγος, κούραση… α πα πα πα… Και τον Οκτώβρη πιο πολλές δουλειές, έρχονται οι βροχές, με τρελαίνουν οι βροντές κι οι αστραπές! Ο Νοέμβρης στρώσε- ξέστρωσε, ψάξε μάλλινα, στρώσε χαλιά και κάνε υπομονή για να αντέξεις του Δεκέμβρη το μπελά: καλικάντζαροι, γλυκά, δώρα, κάλαντα και πάει ο παράς!

Ο γέροντας έκανε ένα νεύμα στα παλικάρια και εκείνα αφού βγήκαν από το δωμάτιο, επέστρεψαν μετά από λίγο φέρνοντας στην κυρά το δεμάτι με τα ξύλα και το πουγγί.

Ορίστε! Αυτά είναι για σένα. Ξύλα για το τζάκι και αυτό το πουγγί που θα το ανοίξεις μόνο όταν φτάσεις στο σπίτι σου, μα μην ξεχάσεις πρώτα να κλείσεις καλά καλά την πόρτα!

…της είπαν τα παλικάρια κι η κυρά έφυγε γρήγορα-γρήγορα και χωρίς να χαιρετήσει κανέναν. Μόλις έφτασε στο σπίτι, πέταξε το δεμάτι με τα ξύλα έξω από την καλύβα και κρατώντας σφιχτά το πουγγί έτρεξε στο σπίτι της. Πρώτα έκλεισε και μαντάλωσε τα παραθύρια και την πόρτα και μετά αναποδογύρισε το πουγγί περιμένοντας να ξεχυθούν τα χρυσά φλουριά. Μα αυτό ήταν γεμάτο φαρμακερά φίδια που απλώθηκαν στο σπιτικό της. Έτσι πήρε ένα μάθημα για τον κακό της τρόπο και τα απαίσια λόγια της ενώ η κυρά-Καλή έζησε ευτυχισμένη κι αγαπημένοι με όλους.

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Η κυρά Καλή και οι δώδεκα μήνες!» αφηγείται η Όλγα Παλακίδου. Η Όλγα Παλακίδου είναι τελειόφοιτη στο τμήμα Βοηθών Βρεφονηπιοκόμων. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 6 Σχόλια

Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι"

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι»

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα βασίλειο αρκετά μακριά από εδώ, ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις κόρες του. Μια μέρα, εκεί που τρώγανε το μεσημαριανό τους στην μεγάλη σάλα, ο βασιλιάς ρώτησε τις κόρες του…

Με αγαπάτε καθόλου;

Ναι, πατέρα μας!

…απάντησαν και οι τρεις με μια φωνή!

Και για να έχουμε καλό ρώτημα, πόσο με αγαπάτε;

…ρώτησε και πάλι ο βασιλιάς και στράφηκε προς την μεγάλη του κόρη.

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν το…χρυσάφι!

Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ που η μεγάλη του κόρη τον αγαπούσε σαν το χρυσάφι. Σαν κάτι τόσο πολύτιμο. Έπειτα κοίταξε την μεσαία του κόρη κι αυτή του είπε…

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν … το ασήμι!

Και πάλι ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος, μιας και το ασήμι είναι κι αυτό πολύτιμο. Τέλος κοίταξε την μικρή του κόρη, η οποία χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, του απάντησε…

Εγώ πατερούλη μου σε αγαπώ σαν το αλάτι.

Ο βασιλιάς δεν πίστευε στα αφτιά του. Άλλαξε χίλια χρώματα από τον θυμό του και έτσι ασυγκράτητος όπως ήταν άρχισε να φωνάζει:

Σαν το αλάτι; Και τι αξία έχει το αλάτι;

Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Έτσι, διέταξε τους φρουρούς του, να πάρουν την μικρή του κόρη, να την πάνε βαθιά μέσα στο δάσος και να την σκοτώσουν. Με βαριά καρδιά υπάκουσαν στην εντολή του κι έτσι, την επόμενη μέρα, βάλανε την μικρή κόρη σε μια μαύρη κλειστή άμαξα χωρίς παράθυρα και ξεκίνησαν για την καρδιά του δάσους. Μετά από αρκετές ώρες φτάσανε σε ένα σημείο που η άμαξα δεν μπορούσε να συνεχίσει. Εκεί σταμάτησαν, κατέβασαν την κόρη και την ώρα που ετοιμάζονταν να την σκοτώσουν με το σπαθί τους, η καρδιά τους δεν άντεξε για κάτι τόσο κακό. Την λυπήθηκαν και της είπαν:

Η εντολή του πατέρα σου και βασιλιά μας ήταν να σε σκοτώσουμε. Αλλά δεν μας πάει η καρδιά να διαπράξουμε τέτοιο έγκλημα. Γι’ αυτό θα σε αφήσουμε εδώ, αλλά μην γυρίσεις ποτέ στο παλάτι. Για τον πατέρα σου είσαι πια νεκρή.

Η φρουρά, επιβιβάστηκε στην άμαξα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Η μικρή κόρη έμεινε μόνη της, φοβισμένη και πολύ στεναχωρημένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν άργησε να σκοτεινιάσει και οι παράξενοι ήχοι που προκαλούνται στο δάσος τρόμαζαν την μικρή που άρχισε να κλαίει μη ξέροντας τι να κάνει. Άρχισε να περπατάει χωρίς να ξέρει που, μα για καλή της τύχη, είδε στο βάθος ένας φως να βγαίνει σε κάτι που έμοιαζε με σπίτι. Όταν πλησίασε, πρόσεξε πως ήταν ένα πανδοχείο. Χωρίς να διστάσει χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν και μπήκε. Το πανδοχείο το είχε ένα φιλήσυχο και θεοσεβούμενο ζευγάρι. Η μικρή κόρη, ζήτησε άσυλο στο πανδοχείο χωρίς όμως να τους εξηγήσει ποια ήταν και τι συνέβη. Το ζευγάρι δέχτηκε να μείνει σε αυτούς με την προϋπόθεση να κάνει κάποιες δουλειές κι αυτοί για αντάλλαγμα της πρόσφεραν ένα δωμάτιο κι ένα πιάτο φαϊ. Το ζευγάρι, είχε κι έναν γιο, λίγο μεγαλύτερο από την κόρη και τα δύο παιδιά κάνανε παρέα και παίζανε συνέχεια μαζί.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, τα δύο παιδιά ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν μεταξύ τους και τελικά παντρεύτηκαν. Οι γονείς του αγοριού είχαν γεράσει πλέον και δεν μπορούσαν να δουλεύουν πλέον το πανδοχείο. Έτσι το ανέλαβαν πλέον το νέο ζευγάρι. Η κόρη της ιστορίας μας, είχε εξελιχθεί σε μια καταπληκτική μαγείρισσα. Αφού να φανταστείτε, ότι κόσμος από πολύ μακριά, επισκέφτονταν το πανδοχείο μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν τις νοστιμιές της κόρης. Γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και ξινόμηλα. Γεμιστή γαλοπούλα με δαμάσκηνα και κάστανα, κι ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νού σας.

Ας αφήσουμε για λίγο όμως το ζευγάρι μας που ζούσε αγαπημένο στο πανδοχείο του κι ας μεταφερθούμε στο παλάτι του βασιλιά – πατέρα της. Ένα πρωί, ξύπνησε με έντονη την επιθυμία για κυνήγι. Έτσι, διέταξε να ετοιμαστούν τα καλύτερα βασιλικά κυνηγόσκυλα και οι καλύτεροι ανιχνευτές του και ξεκίνησαν για το δάσος. Κυνηγούσαν με τις ώρες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τίποτα δεν είχαν καταφέρει να πιάσουν. Για το πότε πέρασε η μέρα ούτε, που το κατάλαβαν. Τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω γιατί ήδη ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Έτσι αναζήτησαν να βρούνε κάποιο κατάλυμμα για να περάσουν το βράδυ τους. Η τύχη, τα έφερε έτσι, που βασιλιάς και ακόλουθοι βρέθηκαν μπροστά στο πανδοχείο του ζευγαριού μας.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Μπήκαν μέσα και ζήτησαν να ετοιμαστούν τα κρεβάτια κι ένα βασιλικό δείπνο με τις καλύτερες νοστιμιές. Όλοι οι υπηρέτες του πανδοχείου ξεκίνησαν τις προετοιμασίες. Στρώσανε τα βελούδινα τραπεζομάντηλα, βγάλανε τα πορσελάνινα πιάτα, τα χρυσά μαχαιροπήρουνα και ποτήρια. Τα πιο μυρωδάτα κρασιά από το κελάρι και άναψαν τα κηροπήγια με τα αρωματικά κεριά. Η κόρη, αναγνώρισε τον βασιλιά-πατέρα της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Άρχισε το σερβίρισμα στο τραπέζι με τα πιο νόστιμα φαγητά κι όλοι άρχισαν να τρώνε και να τους τρέχουνε τα σάλια. Τελευταία σερβίρισαν τον βασιλιά. Στο φαγητό του όμως, η κόρη δεν έριξε ούτε έναν κόκκο αλατιού. Με την πρώτη μπουκιά που έφαγε ο βασιλιά, μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Έφτυσε το φαγητό του στο πάτωμα κι άρχισε να φωνάζει:

Φαγητό το λέτε εσείς αυτό; Είναι μια αηδία…ανάλατο και άνοστο. Φέρτε μου γρήγορα την μαγείρισσα εδώ.

Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του η μαγείρισσα αλλά μιας και είχε γίνει γυναίκα πλέον, ο βασιλιάς δεν κατάφερε να την αναγνωρίσει…άσε που την θεωρούσε και νεκρή.

Αν εσύ είσαι μαγείρισσα, τότε εγώ είμαι ο Θεός. Τέτοιο φαγητό, δεν θα το έδινα ούτε στα σκυλιά μου.Το φαγητό σου είναι άνοστο και ανάλατο.

Η κόρη τότε σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να διστάσει του απάντησε…

Πριν πολλά χρόνια με είχες ρωτήσει πόσο σε αγαπώ κι εγώ σου απάντησα ότι σε αγαπώ σαν το αλάτι. Εσύ το θεώρησες υποτιμητικό και γι’ αυτό διέταξες να με εξορίσουν και να με σκοτώσουν.

Ο βασιλιάς σάστισε. Την κοίταξε προσεχτικά και τότε μόνο αναγνώρισε στο πρόσωπό της την μικρή του κόρη που είχε διατάξει να την σκοτώσουν. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Την φίλησε στο μέτωπο και της ζήτησε συγνώμη. Της ζήτησε επίσης, να πάρει την οικογένειά της και να γυρίσει στο παλάτι να ζήσουν όλοι τους μαζί αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι…

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια!!!

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι» αφηγείται η Δέσποινα Σωτηρέλη. Η Δέσποινα Σωτηρέλη έχει τελειώσει Συντήρηση Έργων Τέχνης. Κατάγεται από την Καβάλα αλλά ζει στο Λονδίνο και είναι μητέρα πέντε παιδιών. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 6 Σχόλια

Ο Δεκατρής ο Κουτσοδεκατρής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια που είχε δώδεκα παιδιά. Παιδιά, δηλαδή σερνικά, όχι κοπέλες, και η μάνα ήτανε πάλι αγκιστρωμένη. Τα παιδιά περίμεναν πως και πως να γεννήσει κοπέλα, για να έχουνε κι αυτά   μια αδερφούλα να παίζουνε και να την αγαπάνε. Οι μήνες πέρασαν και η μάνα εγέννησε, όμως αυτό που έκαμε δεν ήτανε κοπέλα, αλλά ένα ζαρίφικο μωρό αλλήθωρο και κουτσό όπως αποδείχτηκε αργότερα. Τα παιδιά από την στιγμή που το αντίκρισαν το μίσησαν επειδή ήτανε σερνικό αλλά κι εξαιτίας της άσχημης και ασθενικής του όψης. Ποτέ δεν το έπαιζαν κι ούτε έκαναν μαζί του παρέα. Έμενε λοιπόν στο σπίτι με τη μάνα και τη βοήθαγε στις οικιακές δουλειές, γιατί και στο σχολείο που το έστειλε, στο διπλανό χωριό , ξένο τον φωνάζανε. Η αλήθεια ήταν όμως ότι εκείνη ήθελε να έχει κοντά της το στερνοπαίδι της για να το προσέχει από τη βάρβαρη συμπεριφορά των άλλων, γιατί του είχε αδυναμία, όχι πως δεν αγαπούσε όλα τα παιδιά της αλλά να, αυτό ήταν… διαφορετικό. Πίσω από τα αλλήθωρα μάτια του το παιδί έκρυβε ένα μυαλό ξουράφι, ως αντιστάθμισμα ίσως της σωματικής του αναπηρίας, «δώρο από το θεό» όπως το έλεγε η μάνα. Σε αυτό το κοφτερό μυαλό βρήκε μαγιά η μάνα και ζύμωσε την εξυπνάδα τη μεγαλοσύνη και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Δεκατρή, έναν χαρακτήρα που τον γνώριζε μόνο η ίδια. Κρίμα, σκέφτονταν να του φέρονται έτσι τα αδέρφια του, και κάθε βράδυ έκλαιγε στο κρεβάτι της για το στερνοπούλι της.

Από παρουσιάση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσιάση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Τα χρόνια περάσανε και το στερνοπαίδι – που το είχανε ονομάσει Δεκατρή, από τη σειρά της γέννησής του αλλά κι από το ότι ούτε ο παππάς δεν καταδέχτηκε να το βαφτίσει – έμπαινε στην εφηβεία. Έβγαλε μπιμπίκια και το πάνω χείλος του άρχισε δειλά δειλά να μαλλιάζει. Τα αδέρφια του, βλέποντας ότι το σκαρί του ήταν ασθενικό, μισοριξά τον ανέβαζαν, μισοριξά τον κατέβαζαν κι έτσι μια μέρα σκέφτηκαν τι θα του κάνουν για να τον βάλουν σε δοκιμασίες με τις οποίες θα γελούσαν, κι ο Δεκατρής ίσως να μην έβγαινε και ζωντανός -αλλά αυτό ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια. Τον κάλεσαν λοιπόν μια μέρα κοντά τους αφού τους πήγε νερό και κολατσιό εκεί που έσκαβαν τα αμπέλια στο χωράφι για να του ανακοινώσουν ότι έχουν ένα σχέδιο. Ο κακομοίρης Δεκατρής, που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιες κουβέντες με τα αδέρφια του δέχτηκε να τους ακούσει. Ήτανε πάντα σεμνός και μοναχικός γιατί τα αδέρφια του ολοένα τον κορόιδευαν και τον κακομεταχειρίζονταν. Αυτός τους απέφευγε και δεν είχανε και πολλά πάρε – δώσε. Ακόμη και τη νύχτα, ο Δεκατρής κοιμόνταν στο αχούρι με τα μουλάρια που είχαν για τις αγροτικές δουλειές. Στο χωράφι πήγαινε μόνο για τα θελήματα των αδερφών του και του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε και καμία διαφορετική συμπεριφορά από τους υπόλοιπους. Στο χωράφι λοιπόν τα δώδεκα αδέρφια, του ανακοίνωσαν τη δοκιμασία:

Για να σε κάμουμε σαν κι εμάς και να σε υπολογίζουμε σαν άντρα θα πας ορέ Δεκατρή να κλέψεις το πάπλωμα του δράκοντα με τα εκατό χρυσά κουδούνια;

Γιατί να το κλέψω βρέ παιδιά;

Για να ιδούμε αν εμεγάλωσες κι αν το λέει η καρδιά σου ορε παλιό-ζουλάπι.

Εντάξει θα κάμω ό,τι μου λέτε αλλά θα πρέπει να μου δώσετε ότι σας ζητήσω από χρειαζούμενα! Θέλω ένα σακί μπαμπάκι, ένα άλογο, και ένα σχοινί.

Τα αδέρφια συμφώνησαν κι ο Δεκατρής ξεκίνησε για το παλάτι του δράκοντα. Ο δράκοντας, όπως έλεγαν οι χωρικοί ήτανε ένας «θερίος άνθρωπος», ένας γίγαντας δηλαδή που καταδυνάστευε τα γύρω χωριά ως τσιφλικάς και φοροεισπράκτορας. Είχε τεράστιες εκτάσεις γης και κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι έτρωγε κι ανθρώπους. Οι ποσότητες κρέατος που έτρωγε ήταν τεράστιες. Μπορούσε να φάει δύο κριάρια ή τρεις γίδες και να πιει ένα βαρέλι κρασί. Στη συνέχεια κοιμόταν για δυο μερόνυχτα, μέχρι να ξαναβγεί καβάλα στο σαρκοβόρο άλογό του να επιθεωρήσει τα κτήματα και τους δουλοπάροικούς του. Πήγε λοιπόν ο Δεκατρής στο παλάτι του δράκοντα αφού είχε τυλίξει με το μπαμπάκι τις οπλές του αλόγου του και όταν έφτασε κοντά περίμενε το δράκοντα να αποφάει και να πιει το διαλούπι του. Υπομονετικός καθώς ήταν δεν δυσκολεύτηκε να τον περιμένει δυο ώρες και αφού το θερίο έπεσε να πλαγιάσει και σκεπάστηκε με το πάπλωμα με τα εκατό χρυσά κουδούνια, ο Δεκατρής περίμενε να ακούσει και το ρουχνητό του. Δεν άργησε να το ακούσει, μάλιστα ήταν τόσο δυνατό που το άλογο του ανησύχησε αλλά ο Δεκατρής του βούλωσε τα αυτιά με το μπαμπάκι που είχε κοντά του. Ύστερα, πήγε κοντά στο δράκοντα και ένα – ένα βούλωσε όλα τα κουδούνια με το μπαμπάκι, έδεσε τη μια γωνιά του παπλώματος με το σχοινί και το ξετύλιξε μέχρι έξω που περίμενε το άλογό του. Κατόπιν έδεσε από το σαμάρι την άλλη άκρη, έβγαλε το μπαμπάκι από τα αυτί του αλόγου και το χάιδεψε στη μουσούδα για να ησυχάσει και με ένα τράβηγμα στα γκέμια το άλογο ξεχύθηκε έξω από το παλάτι σαν σίφουνας. Ο δράκοντας τότε ξύπνησε και φώναξε:

Από δραματοποίηση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από δραματοποίηση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Ποιος είσαι ορε εσύ που μου κλέβεις το χοντροσκούτι;

Ο Δεκατρής είμαι και να ‘ρτεις να με βρεις.

Φυσικά ο δράκοντας δεν προλάβαινε να τον ακολουθήσει κι ο Δεκατρής πήγαινε περήφανος το πάπλωμα στα αδέρφια του. Στο δρόμο σταμάτησε κι έβγαλε το μπαμπάκι από τα κουδούνια για να ακούει το μελωδικό ήχο του χρυσαφιού. Όταν κοντοζύγωνε στο χωράφι, τα αδέρφια του, που αναγνώρισαν τον ήχο των κουδουνιών, για παν ενδεχόμενο ανέβηκαν σε κάτι αμυγδαλιές να κρυφτούν. Όταν έφτασε ο Δεκατρής και τους είδε να κατεβαίνουν κατάλαβε πόσο δειλοί ήταν αλλά δεν τους είπε τίποτα, αντίθετα αυτοί του είπαν ότι ανέβηκαν να δουν αν έχουν ωριμάσει τα τσίγαλα. Τέλος πάντων τον συγχάρηκαν για το κατόρθωμα του αλλά του είπαν ότι αυτό από μόνο του δεν ήτανε αρκετό.

Τώρα Δεκατρή που πήρες το πάπλωμα του δρακόντου, και είδαμε ότι βαστάει η καρδιά σου, για να σε πιεντήσουμε ολότελα σα δικό μας και ισάξιο μας θέλουμε να πας να πιάσεις και το άλογό του.

Εντάξει, αλλά θέλω ένα  κομμάτι παστό κρέας , κι ένα σχοινί. Θα χρειαστώ και μπαμπάκι αλλά άσε έχω στο σακί από την προηγούμενη ανδραγαθία μου.

Ξεκίνησε λοιπόν και αφού έφτασε στο παλάτι, περίμενε πάλι το δράκοντα να αποκοιμηθεί. Όταν άκουσε το ρουχνητό του, πλησίασε στο σταύλο και σιγά σιγά έδωσε το κρέας στο άλογο που ήταν σαρκοφάγο, και είχε κοφτερά δόντια. Το άλογο ενοστίμισε με το παστό κρέας και συμπάθησε τον Δεκατρή. Αυτός τότε τύλιξε με μπαμπάκι τα πέταλα του αλόγου και βούλωσε και το κουδούνι του. Ύστερα, χαϊδεύοντάς το, ανέβηκε στη ράχη του και ξεκίνησε για το χωράφι. Ήταν ο πρώτος που είχε φερθεί στο ζώο με καλοσύνη. Πριν απομακρυνθεί φώναξε στο Δράκοντα λέγοντας:

Αν σε ρωτήσουν ποιος σου πήρε το άλογο να πεις ο Δεκατρής

και έφυγε με καλπασμό χωρίς να μπορεί ο δράκοντας να τον ακολουθήσει πεζός ο οποίος αρκέστηκε σε πάμπολλες βρισιές και απειλές. Κοντά να φτάσει στο χωράφι τα αδέρφια του, ξανά τρόμαξαν στη θέα του αλόγου αλλά πάλι ο Δεκατρής δεν τους είπε τίποτα που αυτοί ανέβηκαν στις αμυγδαλιές.

Tελικά τι θα γίνει; Θα πείτε ότι είμαστε αδέρφια και ισάξιοι;

Τόση έπαρση και ζήλια είχαν τα αδέρφια του μέσα τους και του ξαναείπαν:

Για να σε πιεντήσουμε ως ισάξιο κι αδερφό μας πρέπει να πας να μας φέρεις και τον ίδιο το δράκοντα.

 Ο Δεκατρής δεν μίλησε κι έφυγε σκεφτικός. Τα αδέρφια του νόμισαν ότι λιγοψύχησε και ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν το ίδιο βράδυ να επιστρέφει και να τους λέει ότι θα αναλάβει κι αυτή την αποστολή.

Θέλω να μου δώσετε μια άμαξα με κάρο, μια φορεσιά ράσα του παπά, ένα θυμιατό , ένα σφυρί, ένα μεγάλο κασόνι, μια αλυσίδα, ένα λουκέτο, και πολλές πρόκες και τα θέλω τα χαράματα να είναι έτοιμα.

Τα αδέρφια κοιταχτήκαν όλο απορία αλλά είχαν συμφωνήσει να του παρέχουν όλα τα χρειαζούμενα. Έτσι κι έγινε. Ο Δεκατρής λοιπόν τα πήρε και έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Ντύθηκε παπάς, πήρε το θυμιατό, ανέβηκε στο κάρο και πήγε κάτω από τα παλάτι του δράκοντα πριν καλά καλά ξημερώσει και θυμιατίζοντας φώναζε:

Ανάαααααααααθεμά σε Δεκατρή και μυριανάθεμά σε.

 Ο Δράκοντας βγήκε στον εξώστη και φώναξε:

Ε ορέ τραγόπαπα που τονε ξέρεις εσύ το Δεκατρή και τονε καταριέσαι.

Που τονε ξέρω αφέντη μου; Μου έκλεψε τα πρόβατα, τις κότες κι ό,τι είχα από χρυσά στο κονάκι μου. Δε μου άφηκε ούτε γρόσι.

Εμένα μου πήρε το πάπλωμα και το άλογο, κι όπου τονε βρω θα τονε φάω με τα σκουτιά του φορεμένα. Μην ξέρεις που θα τονε βρούμε;

Ξέρω. Μου το ‘πε ο μεγαλοδύναμος. Έλα να σε πάω να τον εκδικηθείς και για μένα – ήμαρτον θεέ μου. Αλλά πρέπει να μπεις μέσα στο κασόνι γιατί δεν έχω που αλλού να σε κρύψω για να μη σε ιδεί και λαμπάξει και μας ξεφύγει. Έλα μόνο να σε δέσω και με τούτη την αλυσίδα για να μη χτυπήσεις από τις λακούβες και να κλείσω και το κασόνι με τις πρόκες μην τυχόν και χοροπηδήξει το κάρο και πεταχτείς όξω τη χειρότερη στιγμή.

Από παρουσίαση του "Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσίαση του «Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Έτσι κι έγινε κι ο δράκοντας βρέθηκε αλυσοδεμένος και κλεισμένος σε μια κάσα καρφωμένη με καρφιά και φορτωμένος σε ένα κάρο. Εκεί που πήγαιναν ο δράκοντας ρώταγε τον παπά αν αργούν να φτάσουν στο χωριό του Δεκατρή και μετά από πολλές ερωτήσεις ο Δεκατρής αποφάσισε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Όταν λοιπόν το είπε, ο δράκοντας έγινε έξω φρενών και προσπάθησε να λυθεί, μάταια όμως. Ύστερα άρχισε τα παρακάλια και τα ανταλλάγματα. Ο Δεκατρής όμως τον πήγε στα αδέρφια του τα οποία πάλι βρεθήκαν στις αμυγδαλιές. Αυτή τη φορά ο Δεκατρής με τον αέρα του θριαμβευτή τα ρώτησε:

Είναι έτοιμα τα τσίγαλα παιδιά;

Τα αδέρφια κατάλαβαν την προσβολή και κατέβηκαν για να ανοίξει ο Δεκατρής το καπάκι της κάσας. Ο δράκοντας βρισκόταν μέσα τρομερός και θεόρατος μα εξουθενωμένος και μετανοιωμένος για τα κακά που είχε κάνει τόσες δεκαετίες στους χωρικούς. Ο Δεκατρής ως φυσικός αρχηγός πια, είπε στον Δράκοντα:

Μετανόησε για να σε ελευθερώσω.

Σου δίνω τον λόγο μου ότι από δω και στο εξής θα αλλάξω.

Τα αδέρφια του Δεκατρή από την άλλη μεριά, μετανιωμένα κι αυτά, απάντησαν στον αδερφό τους…

Συγνώμη αδερφέ μας για την συμπεριφορά μας….Πόσο σε αδικήσαμε αδερφέ μας κρίνοντας από αυτό που βλέπαμε, χωρίς να κάνουμε μια προσπάθεια να γνωρίσουμε τον δυνατό χαρακτήρα σου και το έξυπνο μυαλό σου… Από δω και στο εξής αδερφέ μας  σε ορίζουμε αρχηγό μας και γενικό κουμανταδόρο στις δουλειές μας.

Τα πράγματα είχαν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια.

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Δεκατρής"

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Δεκατρής»

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 13 Σχόλια

Οι καλικάντζαροι

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.

Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.

Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.

…είπε η μάνα!

– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.

– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.

– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.

– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.

Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.

Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.

Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:

Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.

– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.

– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.

Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.

– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.

– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.

– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!

Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:

Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!

Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:

Θέε μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.

Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.

Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.

Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!

– Τι έπαθες κόρη μου;

– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.

Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:

Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.

– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!

– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;

…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:

Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;

– Όχι δεν τα πήρε.

– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.

– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;

…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.

– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!

…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.

– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!

…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:

– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.

– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.

…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.

Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;

Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το καλάθι με τα χρυσά φλουριά

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας γέρος, ο μπαρμπα-Σπύρος. Ήταν άνθρωπος θεοσεβούμενος και καλόκαρδος. Πάντα ήταν χαμογελαστός κι ευγενικός και τον αγαπούσαν όλοι στο χωριό.

Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στη βρύση με τα πλατάνια. Λίγο πιο πέρα ήταν το δάσος, όπου ο μπαρμπα-Σπύρος πήγαινε να κόψει ξύλα.

Ζούσε πολύ καιρό μόνος του. Παιδιά δεν είχε και η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Περνούσε την ώρα του σκαλίζοντας το ξύλο κι έφτιαχνε όμορφα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό έφτιαχνε ένα ξυλόγλυπτο εικονοστάσι για την εκκλησία.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγε στο βουνό για να βρει ξύλο από αγριαχλαδιά. Άργησε όμως να βρει το κομμάτι που ήθελε και έτσι νύχτωσε. Ξαφνικά μια φοβερή ομίχλη σκέπασε όλο το βουνό και ξέσπασε δυνατή μπόρα. Άρχισε να πηγαίνει προς το σπίτι του, φοβισμένος πως δε θα τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή είδε μέσα στο δάσος ένα μικρό φως. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και σε λίγο έφτασε έξω από ένα μικρό σπιτάκι. Πλησίασε το παράθυρο και είδε μέσα μια γριά να κάθεται κοντά στο τζάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και η γριά του άνοιξε. Ήταν μια ψηλή και λεπτή γυναίκα, ίσαμε ογδόντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι λυτά και έπεφταν πίσω στην πλάτη της.

Ο μπαρμπα-Σπύρος την καλησπέρισε και εκείνη τον έβαλε να καθίσει κοντά στο αναμμένο τζάκι και του πρόσφερε και λίγο τσάι για να ζεσταθεί.

Αφού συνήλθε από το κρύο ο μπαρμπα-Σπύρος τη ρώτησε από που είναι και γιατί μένει μόνη της μέσα στο δάσος κι εκείνη άρχισε να του λέει την ιστορία της:

– Με λένε κυρά-Καλή. Μένω εδώ μόνη μου γύρω στα πενήντα χρόνια. Δε με ξέρει κανένας και δε ξέρω κανέναν. Δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα μου σε περαστικό. Απόψε έκανα όμως μια εξαίρεση, γιατί χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου την χαμένη μου αδερφή, που μου είπε να δεχτώ τον ξένο που θα μου χτυπούσε την πόρτα απόψε.

– Είναι πολλά χρόνια που έχεις χάσει την αδερφή σου κυρά-Καλή;

ρώτησε ο μπαρμπα-Σπύρος κι εκείνη του απάντησε:

– Την χάσαμε πριν τριάντα χρόνια, τα Χριστούγεννα. Ο παππούς μου είχε βρει πριν λίγες μέρες μέσα σε μια σπηλιά στο απέναντι βουνό, την Τρύπα του Αράπη όπως την λένε, ένα παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.

Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχουν δυο μεγάλοι βράχοι, κολλητά ο ένας στον άλλον. Κάθε Χριστούγεννα οι δυο αυτοί βράχοι ανοίγουν για ένα λεπτό. Μέσα από το άνοιγμα τους ξεπροβάλλει ένα χέρι, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο, πότε με φαρμακερά φίδια και πότε με χρυσά φλουριά.

Αν βρεθεί κάποιος εκεί, μπορεί να πάρει το καλάθι, κι αν είναι τυχερός θα είναι γεμάτο με φλουριά, αλλιώς θα είναι αυτό με τα φίδια.

Αν δε βρεθεί κανείς εκεί, για να πάρει το καλάθι, το χέρι αποτραβιέται και οι βράχοι κλείνουν, για να ανοίξουν πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η αδερφή μου έφυγε κρυφά και πήγε στη σπηλιά, ήταν όμως δυστυχώς άτυχη. 

Ο μπαρμπα-Σπύρος σαν άκουσε αυτή την παράξενη ιστορία. το σκέφτηκε για λίγο και είπε στην κυρά-Καλή:

– Θέλεις να δοκιμάσουμε μαζί της τύχη μας;

– Φοβάμαι!Κι αν είμαστε άτυχοι;

του απάντησε εκείνη.

– Μη φοβάσαι. Να δεις που θα πάνε όλα καλά!Έχε λίγη πίστη. Την παραμονή των Χριστουγέννων θα με οδηγήσεις στην τρύπα του Αράπη.

Η γριά δέχτηκε. Έστρωσε στον μπαρμπα-Σπύρο να κοιμηθεί και όταν ξημέρωσε ο μπαρμπα-Σπύρος πήγε σπίτι του. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και έφτιαξε έναν μικρό σταυρό και τον έδεσε στο λαιμό του να τον φυλάει.

Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει ξεκίνησε για το σπίτι της κυρά-Καλής, ώστε να προλάβουν να φτάσουν στη σπηλιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνο το βράδυ στο βουνό. Ο αέρας δε φυσούσε πια με ορμή. Μόνο λίγο χιόνι έπεφτε απαλά και στόλιζε γύρω τα δέντρα.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφτασαν στη σπηλιά. Μπήκαν μέσα και πλησίασαν προσεκτικά τους δυο βράχους. Σταμάτησαν και τους κοίταζαν με ανησυχία. Η καρδιά τους από την αγωνία χτυπούσε πολύ γρήγορα κι όσο περνούσε η ώρα η αγωνία τους μεγάλωνε.

Ο μπαρμπα-Σπύρος στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα των βράχων και η κυρά-Καλή φώτιζε μπροστά του με το λαδοφάναρο.

Στις δώδεκα ακριβώς, οι δυο βράχοι άνοιξαν απότομα κι ένα χέρι φάνηκε να βγαίνει από το άνοιγμα, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι.

Ο μπαρμπα-Σπύρος σταυροκοπήθηκε βιαστικά και σήκωσε τα χέρια του να πιάσει το καλάθι. Όταν το πλησίασε κοντά του, μια λάμψη θάμπωσε τα μάτια του. Το καλάθι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!

Η κυρά-Καλή αγκάλιασε τον μπαρμπα-Σπύρο και οι δυο τους άρχισαν να κλαιν από συγκίνηση.

Το χέρι τραβήχτηκε προς τα μέσα και οι βράχοι έκλεισαν.

Οι δυο γέροι πήραν το καλάθι και γεμάτοι χαρά ξεκίνησαν για το σπίτι της κυρά-Καλής.

Από εκείνη την μέρα συνέχισαν να μένουν μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, βοηθώντας και όποιον είχε ανάγκη.

Πηγή: Τα ωραιότερα παραμύθια για τα Χριστούγεννα  και την  Πρωτοχρονιά

Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο σκύλος και ο λύκος

Μύθος του Αισώπου –

Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.

Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

Γεια σου ξάδερφε!

…του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.

– Γεια σου!

…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

– Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;

…τον ρώτησε ο λύκος.

– Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω.

…αποκρίθηκε ο σκύλος. Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

– Ώστε τρως πολύ, ε;

…τον ρώτησε.

Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.

…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

Και τι τρως, αν επιτρέπεται;

– Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..

– Και κάθε πότε τρως;

– Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;

– Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου.

…απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι;

…ρώτησε ο λύκος.

Είναι ένα πέτσινο λουρί.

– Και γιατί το φοράς;

– Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.

– Την αλυσίδα;

…ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.

 

…είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.