Author Archives: Τσιφλίδου Αρετή

Βιβλίο: «Το Τεσσεροφύλλι»

Το βιβλίο «Το Τεσσεροφύλλι» εκδόθηκε το 1996 από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ». Περιέχει ελληνικές λαϊκές παραδόσεις διαλεγμένες από τη Ζωή Βαλάση και ζωγραφισμένες από τη Λεμονιά Αμαραντίδου και πιο συγκεκριμένα:

Α. Οι Μοίρες

1. Οι Μοίρες και τα δέντρα
2. Οι Μοίρες και τα παιδιά
3. Οι Μοίρες και το βιβλίο
4. Οι Μοίρες και οι γερανοί
5. Της Μοίρας το γραμμένο
6. Ο βασιλιάς Αλέξαντρος και η γοργόνα

Β. Ιστορίες για διάφορους τόπους

7. Η Χιόνα
8. Η Τήνο
9. Τα δύο βασιλόπουλα
10. Η Κωπαΐδα
11. Ο βράχος στην ‘Ύδρα
12. Η σοφή βασιλοπούλα
13. Η πεντάμορφη Ρήγαινα του Πενταδάκτυλου
14. Οι Σαραντάπηχοι
15. Ο Διγενής κι η Ρήγαινα στην Κύπρο

Γ. Χαρούμενες και λυπητερές ιστορίες αγάπης

16. Ο Ανήλιαγος
17. Η χωρίστρα της γυναίκας
18. Η λαμπάδα της βασιλοπούλας
19. Η πικροδάφνη

Δ. Εκκλησίες και Άγιοι

20. Ο Αι-Βασίλης
21. Ο Αι-Λιας
22. Ο Άγιος Τυχικός
23. Το πορτοκάλι της Παναγιάς
24. Ψωμί από κεραμίδι
25. Ο φύλακας της Πόλης

Ε. Οι Έλληνες και οι εχθροί τους

26. Η θυσία
27. Τα κορίτσια της Κάσου
28. Ο Άγιος Αντροσώστης
29. Ο τσαμπουνιάρης και οι πειρατές

Στ. Αρχαίες μνήμες

30. Οι Έλληνες και τα μνήματα τους
31. Οι Γίγαντες
32. Οι Κόρες του Κάστρου
33. Τα ραΐσματα της εκκλησίας
34. Οι Αέρηδες
35. Οι δύο βασιλοπούλες

Ζ. Μαρμαρώματα

36. Το πετρωμένο καράβι
37. Το Γιουρούσι
38. Το θεριό που πέτρωσε
39. Ο άγιος και ο μάγος
40. Ο άγιος και ο διάβολος
41. Το λιθωμένο φίδι
42. Η μαρμαρωμένη νύφη
43. Το Κοτρόνι της Νύφης
44. Το λιοντάρι του Υμηττού
45. Η μεγάλη αρκούδα της σπηλιάς

Η. Νεράιδες

46. Οι Νεράιδες
47. Το μαντήλι της νεράιδας
48. Η νεράιδα της αμυγδαλιάς
49. Οι νεράιδες και οι λυράρης
50. Πώς χάθηκαν οι ξωθκιές από τον Αι-Στράτη
51. Το κοριτσάκι και οι νεράιδες
52. Οι νεράιδες και το λιοντάρι
53. Οι βασιλιάς Αλέξαντρος και οι νεράιδες

Θ. Μάγισσες και μάγια

54. Οι Μάγισσες
55. Η μάγισσα Κουτσίνα
56. Τα δεμένα φίδια
57. Ο μαγεμένος δράκοντας
58. Το σιδηρόχορτο
59. Η λαμπηδόνα

Ι. Στρίγκλες, Λάμιες και Στοιχειά

60. Οι Στρίγκλες
61. Οι Λάμιες
62. Η λάμια της Αράχοβας
63. Τα Στοιχειά
64. Το στοιχειωμένο γεφύρι
65. Το γεφύρι του διαβόλου
66. Το σπιτόφιδο

ΙΑ. Καλικάντζαροι

67. Οι Καλικάντζαροι
68. Το γνέμα
69. Τα σκαμπίλια του μύλου

ΙΒ. Η φύση

70. Ο Ήλιος και το Φεγγάρι
71. Ο Ήλιος και Σελήνη
72. Τα παλάτια του Ήλιου
73. Το κρουσταλλένιο παλάτι
74. Τα τρία ποτάμια
75. Η Οξιά και η Καρυδιά
76. Τα ιερά δέντρα
77. Το νερό
78. Η γυναίκα του Μάρτη
79. Του κουμπάρου τ΄ άχερα

ΙΓ. Τα πώς και τα γιατί

80. Πώς έγινε η καραγκούνική στολή
81. Πώς έγινε η φορεσιά των γυναικών της Σύμης
82. Πώς σκορπίσανε στον κόσμο οι ασθένειες
83. Γιατί είναι τόσες πολλές οι γιορτές του Αϊ-Γιάννη
84. Οι φωτιές τ’ Αϊ-Γιαννιού
85. Πώς λησμονούν οι πεθαμένοι
86. Τα δάκρυα που έγιναν λουλούδια
87. Η Χαραλαμπούσα
88. Τα αυγά του Πάσχα
89. Πώς έγινε το κρασί
90. Η γίδα
91. Η αράχνη, η χελώνα, ο σκαντζόχοιρος και η μέλισσα
92. Ο βασιλιάς των πουλιών
93. Ο τσοπανάκος
94. Γιατί το αηδόνι κελαηδάει όλη νύχτα
95. Το χελιδόνι
96. Η φώκια
97. Το μυρμήγκι και το σκαθάρι
98. Γιατί τα σκυλιά μυρίζονται το ένα τ΄ άλλο
99. Γιατί ο σκύλος κυνηγάει τη γάτα και το λαγό
100. Πώς σκορπίσανε τα ψέματα

Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Πως ήρθε στον κόσμο το καλαμπόκι

– Μύθος της ινδιάνικης παράδοσης – Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου –

Πριν πολλά πολλά χρόνια, πριν ακόμη ο Κολόμβος ανακαλύψει την Αμερική, ζούσε ένας νεαρός Ινδιάνος, ο Βούντς, στις απέραντες πολιτείες της Δύσης. Ο Βουντς ήθελε να κάνει κάτι καλό για το λαό του, μα ήταν πολύ νέος και δεν ήξερε τι ακριβώς.
Όταν έφτασε ο καιρός που θα γινόταν άντρας και έπρεπε να περάσει από μια δοκιμασία, όπως κάθε αγόρι της φυλής του, ο πατέρας του έφτιαξε μια μικρή καλαμένια καλύβα μέσα στο δάσος, όπου ο Βουντς θα περνούσε ένα μήνα ολομόναχος, νηστεύοντας και μη μιλώντας σε ανθρώπινη ψυχή. Το αγόρι, ήθελε πολύ να το κάνει γιατί πίστευε ότι έτσι θα του φανερωνόταν το Μεγάλο Πνεύμα και θα του έδειχνε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει.
Χαιρέτησε τους δικούς του και αποτραβήχτηκε στην μοναχική καλύβα, αρχίζοντας τη νηστεία και την περισυλλογή. Την πρώτη μέρα την πέρασε περπατώντας ολομόναχος στο δάσος παρατηρώντας τα λουλούδια και τα φυτά που έβρισκε στο δρόμο του. Μελέτησε πώς μεγάλωναν τα φύλλα και τα άγρια μούρα, έμαθε ποια τρώγονται και ποια είναι φαρμακερά, ποια γιατρεύουν τις πληγές και τις αρρώστιες. Έπειτα γύρισε στην καλύβα του για να μελετήσει αυτό το θαύμα της φύσης. Για να είναι πιο καθαρό το μυαλό του και να σκεφτεί καλύτερα δεν έβαλε καμιά τροφή στο στόμα του. Ευχαρίστησε το Μεγάλο Πνεύμα, το Δημιουργό της Ζωής και μελέτησε βαθιά το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και τον αγώνα που κάνουν όλα τα ζωντανά πλάσματα, τα ζώα καθώς και ο άνθρωπος.

Πέρασε έτσι μια ολόκληρη εβδομάδα με περισυλλογή και απόλυτη νηστεία. Ένιωθε αδύναμος και εξαντλημένος και αισθανόταν ότι το μυαλό του δε δούλευε καθαρά. Ένα βράδυ εκεί που ξάπλωνε είδε μπροστά του ένα όμορφο παλικάρι που έμοιαζε σα να κατέβαινε σιγά σιγά από τον ουρανό στην καλύβα του. Ήταν ντυμένο με πλούσια ρούχα που είχαν το τρυφερό πράσινο και κιτρινωπό χρώμα που έχουν την Άνοιξη όλα τα πρωτόβγαλτα βλαστάρια.
Ο ξένος από τον ουρανό του είπε:

Το Μεγάλο Πνεύμα μ’ έστειλε σε σένα γιατί είδε την καλοσύνη σου και την μεγάλη σου επιθυμία να κάνεις κάτι καλό για το λαό σου. Μ’ έστειλε για να σου δείξω πώς θα τον βοηθήσεις.

Ο Βοουντς χάρηκε τόσο πολύ, μα δεν είχε δύναμη να σηκωθεί από το στρώμα του.

Το Μεγάλο Πνεύμα είναι ευχαριστημένο που δεν σπαταλάς τη δύναμη σου στον πόλεμο και δε ζηλεύεις τους πολεμιστές αλλά ψαρεύεις και κυνηγάς για να θρέψεις το λαό σου. Υπάρχει όμως ένας καλύτερος τρόπος για να τον βοηθήσεις αλλά είναι λίγο πιο αργός. Άκουσε προσεκτικά αυτά που θα σου πω και το μυστικό για να θρέψεις τα πεινασμένα αδέλφια σου, θα γίνει δικό σου.

Ο Βουντς με δυσκολία παρακολουθούσε τα λόγια του ξένου. Η καρδιά του όμως πλημμύρισε με ελπίδα και ένιωθε το αίμα του να κυλάει γεμάτο δύναμη στις φλέβες του.

Άκουσε λοιπόν: το κορμί μου αυτό που νομίζεις ότι βλέπεις μπροστά σου είναι μια οπτασία! Η φωνή αυτή που νομίζεις ότι ακούς, δεν είναι παρά ένα όνειρο. Αυτά θα σβήσουν, θα χαθούν και θα ξαναπάνε στον ουρανό. Τα μεταξωτά πράσινα και κίτρινα ρούχα όμως που φοράω είναι αληθινά και χειροπιαστά. Είναι από ρίζες και από σπόρους. Από ζωντανό χυμό και φύλλα που το Μεγάλο Πνεύμα έχει φυσήξει μέσα τους το μυστικό της ζωής. Μόλις χαθώ, πάρε όλα τα πράσινα και τα κίτρινα κομμάτια και θάψε τα ευλαβικά στο χώμα. Προσοχή όμως! Πρώτα να καθαρίσεις τις πέτρες, τα ξερόκλαδα και κάθε σκουπίδι, έτσι ώστε η γη να είναι καθαρή και να τη βλέπει ελεύθερα ο ήλιος και να την ποτίζει η βροχή. Αφού τα σκεπάσεις, να έρχεσαι συχνά σ’ αυτό τον τάφο όπου θα έχεις θάψει τα ρούχα μου. Περίμενε υπομονετικά ώσπου θα δεις να ζωντανεύουν. Μην αφήσεις να φυτρώσουν αγριάδες και τσουκνίδες και με τον καιρό θα ανακαλύψεις αυτό που τόσο γύρευες. Κάτι που θα σε βοηθήσει να σώσεις το λαό σου από την πείνα.

Μ’ αυτά τα λόγια ο ξένος εξαφανίστηκε στον ουρανό. Είχε απομείνει όμως ο σωρός από πράσινες και κίτρινες μεταξωτές κλωστές.

Ο Βουντς σηκώθηκε με καινούρια δύναμη από το στρώμα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άγγιξε τα ρούχα του ξένου και του φάνηκε σα να έκαιγαν. Με σεβασμό άνοιξε ένα λάκκο. Με πίστη και ελπίδα καθάρισε την ανοιξιάτικη γη από κάθε ρίζα, κάθε πετραδάκι και ξερόκλαδο και σπόρο κι ύστερα τρυφερά όπως μια μητέρα βάζει το μωρό της στην κούνια του, άπλωσε μέσα στον λάκκο τις κίτρινες και πράσινες κλωστές και τις σκέπασε με προσοχή. Επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα του και για πολύ καιρό δεν έλεγε τίποτε για την παράξενη οπτασία. Κάθε μέρα πήγαινε στον τάφο και τον περιποιόταν. Χαιρόταν που ο ήλιος και η βροχή κρατούσαν τη γη μαλακή, υγρή και γόνιμη.

Μετά από καιρό, μια καλοκαιρινή μέρα, είδε να ξεπροβάλλουν μέσα από το χώμα καταπράσινα βλασταράκια. Ήταν τόσο τρυφερά που έμοιαζαν με φτερό. Γεμάτος ανυπομονησία περίμενε την επόμενη μέρα να ξαναπάει για να δει πόσο θα μεγάλωναν. Στο τέλος του καλοκαιριού, παρακάλεσε μια μέρα τον πατέρα του να πάει μαζί του. Πήγε το γέρο στο λιβάδι όπου είχε σκάψει τον τάφο κι είχε θάψει τα ρούχα του ουράνιου ξένου. Το λιβάδι ήταν γεμάτο από σειρές ολόκληρες ψηλά, καταπράσινα φυτά, μ’ ολόισιους ψηλούς κορμούς, με χρυσές φούντες που έπεφταν με χάρη. Κάθε φυτό ήταν στολισμένο με μακρουλά πράσινα φύλλα και μέσα από τα φύλλα ξεχώριζαν σφιχτά τσαμπιά από πορτοκαλί καλαμπόκι και κάθε κόκκος τους ήταν γεμάτος με γλυκό και νόστιμο χυμό.

Αυτό είναι το δώρο του φίλου μου! Το Μεγάλο Πνεύμα μου φανέρωσε το μυστικό, πώς να θρέψω το λαό μου δίχως να σκοτώνω! Από δω και πέρα το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να φροντίζουμε το χώμα, που θα μας χαρίζει τους καρπούς του κάθε χρόνο.

Ο πατέρας δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Έπεσε στα γόνατα με το γιο του και ευχαρίστησαν και οι δύο το Μεγάλο Πνεύμα που είχε στείλει αυτήν την ανταμοιβή για την πίστη και την αφοσίωση του νεαρού αγοριού και την ακλόνητη επιθυμία του να βοηθήσει το λαό του. Κι έτσι λέει η παλιά ινδιάνική παράδοση ότι ήρθε στον κόσμο το καλαμπόκι!

Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Βιβλίο: «Παραμύθια του κόσμου 1»

Το βιβλίο «Παραμύθια του κόσμου 1» τυπώθηκε το 1985 στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Σύγχρονη εποχή» σε εικονογράφηση Ζωής Κυτοπούλου.

Περιέχει τα παραμύθια:

  1. Ο Ιβάν Τσαρέβιτς και ο Σταχτής Λύκος (ρούσικο)
  2. Από τα παραμύθια των σαράντα βεζύρηδων (τούρκικο)
  3. Ο πεισματάρης (περσικό)
  4. Ο ανόητος Τίγρης (θιβετιανό)
  5. Ο Μυαλωμένος Μουχαμέτ (αράβικο)
  6. Το μαγεμένο παλικάρι (βιετναμικό)
  7. Πόσο αξίζει το μυαλό των γέρων (γιαπωνέζικο)
  8. Τα εφτά αδέλφια (κορεάτικο)
Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Βιβλίο: Η έξυπνη βασίλισσα

Το βιβλίο «Η έξυπνη βασίλισσα» είναι των εκδόσεων «Ρέκος» και ανήκει στην σειρά ΚΡΟΝΟΣ σε κείμενα του Νίκου Ρούτσου.

Περιέχει 9 παραμύθια και πιο συγκεκριμένα:

  1. Η έξυπνη κοπέλα
  2. Οι τρεις δράκοι
  3. Ο γαλάζιος κύκνος
  4. Βασιλιάς και ξυλοκόπος
  5. Από αφέντης δούλος
  6. Το κάστρο της αθανασίας
  7. Ο τρελογιάννης
  8. Το όνειρο του υπναρά
  9. Ο ψαράς και το ψαράκι
Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας

Παραμύθι του Oscar Wilde –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πριν πολλά χρόνια υπήρχε μια πολιτεία που ήταν ξακουστή για ένα όμορφο μνημείο της. Πάνω στο μνημείο αυτό στεκόταν ένας χρυσός πρίγκιπας με ολόχρυσα ρούχα. Είχε δύο ζαφείρια για μάτια και κρατούσε μια ασπίδα με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι στη μέση.

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και τα αποδημητικά πουλιά άρχιζαν το ταξίδι τους για τις ζεστές χώρες. Ένα χελιδόνι που είχε κουραστεί, κάθισε ανάμεσα στα πόδια του χρυσού πρίγκιπα για να ξεκουραστεί και να συνεχίσει μετά το ταξίδι του για τον τελικό προορισμό του, την Αίγυπτο. Ξαφνικά έπεσαν λίγες σταλαγματιές πάνω στο χελιδόνι και το μούσκεψαν.

«Από πού να ήρθαν αυτές οι σταλαγματιές;» αναρωτήθηκε. «Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και τ’ αστέρια λάμπουν!». Όπως όμως γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω, είδε πως ο χρυσός πρίγκιπας έκλαιγε.

Αγαπητέ μου πρίγκιπα, γιατί κλαις;

…ρώτησε απορημένο το χελιδόνι.

Αν ήξερες τι πόνο νιώθω στην καρδιά μου βλέποντας από δω ψηλά πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο! Γι αυτό κλαίω! Θα ήθελες άραγε να με βοηθήσεις καλό μου χελιδονάκι;

Πολύ θα το ήθελα αγαπημένε μου πρίγκιπα αλλά δυστυχώς πρέπει να φύγω. Ταξιδεύω για την Αίγυπτο και δεν έχω καθόλου χρόνο. Όλα μου τα αδέλφια πήγαν μακριά κι εγώ δε θα τα προλάβω αν δε βιαστώ.

Σε παρακαλώ, μείνε μόνο γι αυτή τη νύχτα και βοήθησε με.

…παρακάλεσε ο χρυσός πρίγκιπας και συνέχισε…

Εγώ δε μπορώ να κινηθώ. Βοήθησε με σε παρακαλώ! Πιο κάτω μέσα σ’ ένα δωματιάκι ζει μια μητέρα με το άρρωστο παιδάκι της και είναι τόσο φτωχιά που δε μπορεί να του αγοράσει ούτε ένα κιλό πορτοκάλια που χρειάζεται για να γίνει καλά. Το παιδάκι έχει πολύ υψηλό πυρετό. Βγάλε το κόκκινο ρουμπίνι από την ασπίδα μου και πήγαινε το στη μητέρα, σε παρακαλώ!

Μα το χελιδόνι τότε απάντησε…

Δε θέλω να πάω στο παιδί. Τα παιδιά δε μας αγαπάνε. Μας πετάνε πέτρες για να μας χτυπήσουν.

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και του είπε να μην κρατάει κακία στην καρδιά του και το έπεισε τελικά να πάει.

Ας είναι. Για μια νύχτα μόνο θα μείνω κοντά σου και θα σε βοηθήσω.

Έβγαλε αμέσως το ρουμπίνι της ασπίδας με το ράμφος του και πέταξε πάνω από τις στέγες των σπιτιών κι έφτασε μέχρι το δωματιάκι του άρρωστου παιδιού. Η μητέρα του ήταν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκε ράβοντας επάνω στο τραπέζι. Το χελιδόνι, άφησε δίπλα της το ρουμπίνι, πλησίασε το άρρωστο παιδί και του έκανε αέρα με τις φτερούγες του. Το παιδί δροσίστηκε και είπε:

Αισθάνομαι καλύτερα. Ο δροσερός αέρας μου κάνει καλό.

Το χελιδονάκι πέταξε γρήγορα κοντά στον χρυσό πρίγκιπα.

Αγαπητέ πρίγκιπα μου, ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω. Φεύγω για την Αίγυπτο.

Αχ! Όχι χελιδονάκι μου καλό! Μείνε κι αυτή ακόμη τη νύχτα για να με βοηθήσεις…

…το παρακάλεσε. Το χελιδονάκι είχε τόσο καλή καρδιά που δέχτηκε να μείνει κι αυτή τη νύχτα μαζί του. Ο πρίγκιπας χάρηκε τότε πολύ και του είπε να πάει σε μια καμαρούλα μικρή που έβλεπε έναν φτωχό άνθρωπο. Αδύνατος από την πείνα, ξυλιασμένος από το κρύο και χωρίς να μπορεί να εργαστεί. Ο χρυσός πρίγκιπας ήθελε να τον βοηθήσει, μα το χελιδονάκι απορημένο τον ρώτησε:

Και τι θα του πάω αγαπητέ μου πρίγκιπα; Μήπως έχεις και άλλο ρουμπίνι κρυμμένο;

Όχι, ρουμπίνι δεν έχω άλλο, μα έχω δύο ακριβά ζαφείρια για μάτια. Βγάλε μου το ένα μάτι και πήγαινε το στον φτωχό.

Αυτό αποκλείεται αγαπητέ πρίγκιπα! Δε μπορώ να σου βγάλω το μάτι!

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και τελικά το χελιδόνι τσίμπησε με το ράμφος του το ζαφείρι του ματιού, το έβγαλε και το πήγε στον φτωχό. Το άλλο βράδυ πέταξε πάλι το χελιδόνι στον χρυσό πρίγκιπα.

Ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω, φεύγω γρήγορα για την Αφρική.

Μα ο χρυσός πρίγκιπας είχε κι άλλες έγνοιες.

Αχ χελιδονάκι μου καλό, αγαπημένο μου χελιδονάκι, μείνε ακόμη αυτή τη νύχτα κοντά μου και βοήθησε με…

Κι επέμενε τόσο πολύ, ώσπου στο τέλος κι εκείνο είπε:

Πάλι με κατάφερες. Θα μείνω κι αυτή τη νύχτα κοντά σου να σε βοηθήσω.

Δεν έχασε λεπτό ο χρυσός πρίγκιπας και του έδωσε τις νέες οδηγίες.

Αγαπημένο μου χελιδονάκι, βλέπω πέρα μακριά ένα φτωχό κοριτσάκι σε μια πλατεία που πουλάει σπίρτα. Αλίμονο όμως, του έπεσαν στο χαντάκι και τα πήρε το ρέμα. Τώρα κλαίει γιατί αν γυρίσει χωρίς λεφτά στο σπίτι της, ο πατέρας της θα τη δείρει. Τρέξε και βοήθησε αυτό το κοριτσάκι σε παρακαλώ!

Τι θα του πάω όμως;

…ρώτησε το χελιδόνι.

Βγάλε μου και το άλλο μάτι. Από το ζαφείρι θα πάρει πολλά λεφτά το κοριτσάκι.

Μα το χελιδόνι δε συμφωνούσε. Δεν ήθελε να αφήσει τον πρίγκιπα εντελώς τυφλό. Δε μπορούσε να του το κάνει αυτό! Ο πρίγκιπας όμως επέμενε ώσπου το χελιδονάκι υποχώρησε πάλι. Έβγαλε το ζαφείρι και του άλλου ματιού και το πήγε στο κοριτσάκι. Όταν επέστρεψε είπε:

Τώρα πια δε μπορώ να πάω στην Αίγυπτο. Θα μείνω για πάντα κοντά σου. Δε μπορώ να σε αφήσω έτσι τυφλό.

Κι έμεινε το χελιδονάκι και διηγιόνταν ιστορίες από την μακρινή Αίγυπτο, του έλεγε για το μεγάλο ποτάμι που λέγεται Νείλος, για τους κροκοδείλους που υπάρχουν εκεί, για τα λουλούδια του λωτού, τις πεταλούδες και τόσα άλλα! Κι ο πρίγκιπας άκουγε και όταν σταματούσαν οι ιστορίες για τα ξένα μέρη, ρωτούσε το χελιδονάκι που καθόταν επάνω στους ώμους του:

Αγαπημένο μου χελιδονάκι πες μου σε παρακαλώ τι βλέπεις κάτω στη μεγάλη πολιτεία;

Και το χελιδονάκι τότε του έλεγε για τους πλούσιους και τους φτωχούς, για την πείνα και τις αρρώστιες, για την φτώχεια και την δυστυχία που έβλεπε στη μεγάλη πόλη. Ο χρυσός πρίγκιπας συγκινούνταν με όλα αυτά και με τη βοήθεια του χελιδονιού έστελνε ένα ένα τα χρυσά φύλλα της στολής του σε όποιον είχε ανάγκη, επειδή δεν είχε άλλα πετράδια. Στο τέλος δεν έμεινε τίποτε από τα χρυσά στολίδια της στολής του. Τώρα ο πρίγκιπας ήταν ένας γκρίζος και άσχημος όγκος στη μέση της πλατείας.
Ήρθε εν τω μεταξύ και ο κρύος χειμώνας. Χιόνι παντού. Το χελιδονάκι πάγωνε όλο και περισσότερο και κατάλαβε ότι θα πέθαινε.

Αγαπημένε μου πρίγκιπα, τώρα πια θα χωριστούμε. Θα φύγω.

Ναι, ναι είναι πολύ κρύα εδώ για σένα. Φύγε, πέταξε γρήγορα για την Αίγυπτο.

Μα το χελιδόνι του απάντησε ότι δε θα πήγαινε στην Αίγυπτο. Θα πήγαινε εκεί που πηγαίνουν οι νεκροί. Κι αμέσως έπεσε παγωμένο μπροστά στα πόδια του πρίγκιπα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα κρακ! Στο στήθος του πρίγκιπα η καρδιά του έσπασε. Οι άνθρωποι επειδή το μνημείο τώρα χωρίς τα χρυσάφια και τα πετράδια ήταν άσχημο, το γκρέμισαν και το έλιωσαν. Μόνο η καρδιά του πρίγκιπα δεν έλιωσε. Γι αυτό την πέταξαν μαζί με κάτι άλλα σκουπίδια. Εκεί δίπλα ήταν και το νεκρό χελιδονάκι.

Την ημέρα εκείνη ο Θεός ψηλά στον ουρανό είπε σ’ έναν άγγελο του.

Πήγαινε στην μεγάλη πολιτεία και φέρε μου τα δύο καλύτερα πράγματα που θα βρεις.

Ο άγγελος έψαξε, έψαξε πολύ. Στο τέλος βρήκε επάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια την σπασμένη καρδιά του χρυσού πρίγκιπα και δίπλα ακριβώς το νεκρό χελιδονάκι. Αυτά τα δύο έφερε στο Θεό. Ο Θεός χάρηκε και είπε ότι πραγματικά αυτά ήταν τα δύο καλύτερα πράγματα που βρίσκονταν στη μεγάλη πολιτεία.

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι του Oscar Wilde «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Αναδεικνύουμε τον Αλτρουισμό και την Βοήθεια μέσα από τα παραμύθια

Της παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας Αρετής Τσιφλίδου
Την Τετάρτη 26 Απριλίου οι «Παραμυθάδες» πιστοί στο ραντεβού μας με τις «Ηθικές Αξίες» βρεθήκαμε στο Παιδικό Τμήμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας όπου αφηγηθήκαμε παραμύθια για τον Αλτρουισμό και τη Βοήθεια. Στην εκδήλωση συμμετείχε εθελοντικά και η ψυχολόγος Χρύσα-Μαρία Ταβανλή, η οποία παρουσίασε το θέμα από την δική της επιστημονική πλευρά.
Στην σημερινή εποχή όπου δοκιμάζονται οι αντοχές όλων μας, προσπαθήσαμε να περάσουμε το μήνυμα στα παιδιά αλλά και στους γονείς που παραβρέθηκαν στην εκδήλωση, ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που παραμερίζουν την καχυποψία και τον εγωισμό και ρίχνουν το βλέμμα τους στους ανήμπορους και αυτούς που έχουν την ανάγκη μας.

Μιλήσαμε για τη γενναιότητα και τον ηρωισμό που πηγάζουν από την ανάγκη για βοήθεια προς τον συνάνθρωπο μας. Μιλήσαμε για ανθρώπους που παραμέρισαν το προσωπικό τους συμφέρον και υπερασπίστηκαν τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων. Με ασπίδα την ανάγκη για το γενικό καλό, νίκησαν τους φόβους και τις ανασφάλειές τους κι έτσι τύποι αδύναμοι και φτωχοί έδειξαν ότι τα καταφέρνουν στα δύσκολα προκειμένου να στηρίξουν άλλους πιο αδύναμους που βρίσκονται σε δυσκολότερες καταστάσεις.

Ο Αλτρουισμός μπορεί να είναι μια λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται στη σημερινή εποχή, όμως έμπρακτα η ανθρωπιά και ο εθελοντισμός συναντούνται σχεδόν καθημερινά στη ζωή μας. Η αλτρουιστική συμπεριφορά βρίσκεται στο DNA μας και τελικά μας προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση. Στενοχωριόμαστε με τον πόνο του άλλου και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τον απαλύνουμε, ακόμη και όταν πρόκειται να χάσουμε κάτι εμείς οι ίδιοι.

Γι’ άλλη μια φορά νιώσαμε πλουσιότεροι φεύγοντας από την εκδήλωση κι ελπίζουμε ότι περάσαμε το μήνυμα που θέλαμε σε όλες αυτές τις παιδικές ψυχές που ρούφηξαν μέχρι και την τελευταία λέξη κάθε αφήγησης μας. Έχοντας στο νου μας τα παραμύθια που παρουσιάσαμε, τον «Γίγαντα Κοκκινογένη», τον «Λιόντο», τον «Φεγγαροσκεπαστή», τον «Χρυσό Πρίγκιπα», την «Μικρή Μιμόζα» και «το δώρο της Παπλωματούς» σε συνδυασμό με τα λόγια του Ιωάννη Στοβαίου: «Ο εγωιστής συγκεντρώνει τον κόσμο στον εαυτό του, ενώ ο αλτρουιστής δίνει τον εαυτό του σε όλο τον κόσμο», ας προσπαθήσουμε να γινόμαστε ολοένα και καλύτεροι άνθρωποι κάθε μέρα.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Καπατζιάς Τάσος, Κεσικιάδου Ελισάβετ, Μίχα Μέλη, Μπουγά Μαρία, Ράπτη Αδελαΐδα, Τσαπανίδου Ζωή, Τσίρκας Χρήστος, Τσιφλίδου Αρετή

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το δώρο της Μαρίας

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από μαθητές του 5ου Δημοτικού Σχολείου Καβάλας χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν: Δώρο, μπάλα, φάντασμα, ψάρι, ήλιος και αστέρι!

Ήτανε Πάσχα και ο αγαπημένος θείος της Μαρίας της έφερε ένα δώρο. Ένα πολύ ζωηρό ξυπνητήρι, που μιλούσε κι έκανε και πολύ θόρυβο. Υπήρχε όμως ένα μυστικό! Αυτό το ξυπνητήρι είχε πάει πρώτα σ’ ένα άλλο παιδάκι που δεν το ήθελε για το λόγο ότι έκανε φασαρία κι έτσι βρέθηκε στα χέρια της Μαρίας.

Η Μαρία ασχολούνταν με τον αθλητισμό. Έπαιζε μπάσκετ και κάθε μέρα πήγαινε για προπόνηση. Ένα πρωί, όπως ήταν αγουροξυπνημένη, μαζί με τα πράγματα της, έχωσε κατά λάθος και το ξυπνητήρι στην τσάντα της. Καθώς έπαιζε μπάσκετ λοιπόν, ξέφυγε η μπάλα, έπεσε πάνω στην τσάντα της και τι ατυχία! Έσπασε το ξυπνητήρι που ήταν μέσα! Κάτι που δεν ανέφερα όμως είναι ότι αυτό το ξυπνητήρι ήταν γρουσούζικο. Στεναχωρήθηκε πολύ που έγινε κομμάτια και μεταμορφώθηκε σε φάντασμα για να τρομάζει τη Μαρία.

Πριν λίγο καιρό, οι γονείς της Μαρίας της είχαν πάρει για δώρο ένα ψάρι κόκκινο, που είχε έρθει από την Αφρική, τον Φέλιξ. Έκανε πολλή ζέστη σ’ εκείνες εκεί τις χώρες και ο καημένος ο Φέλιξ αναζητούσε λίγη δροσιά. Το φάντασμα βρήκε τότε την ευκαιρία και τρύπωσε μέσα σ’ αυτό το ψάρι.

Η Μαρία είχε πολλές φοβίες και στεναχωριόταν. Δεν περνούσε ευχάριστες στιγμές με όλα αυτά που γίνονταν. Ο ήλιος που την έβλεπε, ένα πρωινό τρύπωσε από τις γρίλιες του παραθύρου της και μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο για να την βοηθήσει να ηρεμήσει. Της εκμυστηρεύτηκε ένα πολύτιμο μυστικό. Στις ακτίνες του είχε κρυμμένο ένα αστέρι που μπορούσε να πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες. Έβγαλε αυτό το αστέρι τότε και της το χάρισε για να διώξει τους φόβους της.
Το αστέρι το στήριξε στο ταβάνι του δωματίου της και κάθε φορά που το κοιτούσε, αυτό της έδινε δύναμη και χαρά για να συνεχίζει και να μη φοβάται τίποτε πια!

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το φάντασμα και το άλογο

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από τους μαθητές των 15ου και 22ου Δημοτικού Σχολείου Καβάλας χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν: Φάντασμα, άλογο, δέντρο, πουλί, χέρι και πεταλούδα!

 

Μία φορά ήταν ένα φάντασμα 👻 που δεν είχε φίλους και φοβόταν τους ανθρώπους. Το έλεγαν Ρούλη, ήταν πολύχρωμο και ένιωθε μοναξιά.

Μία μέρα είδε ένα άλογο 🏇 και θέλησε να γίνουν φίλοι. Όμως το άλογο φοβόταν τον Ρούλη το φάντασμα.

Ξέρετε όμως κάτι; Το άλογο το έλεγαν κι αυτό Ρούλη. Και ήταν ο μικρότερος αδερφός του φαντάσματος. Δεν είχαν γνωριστεί όμως γιατί ο Ρούλης το φάντασμα είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια.

Εκεί κοντά είχε μία μηλιά 🌳 με πολύχρωμα μήλα. Ο Ρούλης το άλογο πεινούσε αλλά δεν μπορούσε να φτάσει τα ψηλά κλαδιά. Χώθηκε τότε ο Ρούλης το φάντασμα ανάμεσα στα μήλα, τα κούνησε να πέσουν, έφαγε το άλογο και σταμάτησε πια να φοβάται. Αφού έφαγαν και χόρτασαν ξάπλωσαν κάτω στην σκιά του δέντρου να ξεκουραστούν.

Ξαφνικά άκουσαν ένα πουλάκι 🐦 να κλαίει. Είχε τρομάξει που είδε το φάντασμα. Σηκώθηκε το άλογο και του είπε να μην φοβάται γιατί το φάντασμα είναι πολύ καλό.

Την ώρα όμως που έλεγε αυτά τα λόγια ένα χέρι ✋ άρπαξε το πουλάκι από την ουρά. Ήταν ένας κακός άνθρωπος που ήθελε να κλείσει το πουλάκι σε ένα κλουβί. Όρμησαν τότε το φάντασμα και το άλογο, τρόμαξαν τον κακό άνθρωπο και γλύτωσαν το πουλάκι.

Εκείνος άρχισε να τρέχει ώσπου είδε μία όμορφη πεταλούδα να πετάει ανέμελη και σταμάτησε να την αρπάξει για να την βάλει στο κλουβί. Εκείνη όμως πέταξε γρήγορα ψηλά και του ξέφυγε. Πέταξε κοντά στην υπόλοιπη παρέα και ήταν όλοι χαρούμενοι που νίκησαν το κακό.

Η καλοσύνη και η φιλία νικάνε την κακία!!!

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Παραμύθια με τα ζάρια σε μια γιορτή για το παιδικό βιβλίο

Της παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας Αρετής Τσιφλίδου –

Κάθε χρόνο 2 Απριλίου, ημέρα των γενεθλίων του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Η αγάπη της ομάδας μας για τα παραμύθια, μας οδήγησε στο Δημοτικό Κήπο της Καβάλας όπου συμμετείχαμε στο διήμερο εκδηλώσεων που οργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017, δεύτερη μέρα του διημέρου εκδηλώσεων, πρώτα τριγυρίσαμε στις παράλληλες δράσεις και απολαύσαμε το Δημοτικό Σχολείο του Παληού Καβάλας που δραματοποίησε το Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ και διάφορους μύθους του Αισώπου.

Σε λίγο, τοσοδούλες, πρίγκιπες, μολυβένιοι στρατιώτες, αυτοκράτορες και διάφορα ζώα γέμισαν τον κήπο … Νομίζετε ότι υπερβάλλω; Ότι τα παραλέω γιατί περάσατε από κει και δεν είδατε κάτι τέτοιο; Κι όμως οι φίλοι που μας επισκέφτηκαν, θα είχαν διαφορετική γνώμη. Ταξίδεψαν στο θαυμαστό κόσμο των παραμυθιών, μέσα από τα τεράστια βιβλία που απεικόνιζαν παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και κατέληξαν μετά να φτιάξουν το δικό τους παραμύθι παίζοντας μαζί μας με τα παραμυθοζάρια. Τι είναι αυτό; Τεράστια ζάρια που σε κάθε πλευρά τους αντί για αριθμούς έχουν απλές εικόνες: ένα πουλί, ένα δέντρο, ένα αστέρι, βροχή, ένα παιδάκι κλπ. Τα παιδιά ρίχνουν τα ζάρια και με τις εικόνες που φαίνονται και με πολλή φαντασία δημιουργούν ένα ολοκαίνουριο δικό τους παραμύθι.

Οι αντιδράσεις διέφεραν από σχολείο σε σχολείο και από ηλικία σε ηλικία. Οι μικρότερης ηλικίας μαθητές άφησαν τη φαντασία τους να κάνει πολύ μακρινά ταξίδια και να επιστρέψει με υπέροχες ιδέες για να συναρμολογήσουμε το παραμύθι. Τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά δυσκολεύτηκαν να ελευθερώσουν τη φαντασία τους μέσα από το ζορισμένο μυαλουδάκι τους που είναι γεμάτο από εικόνες υπολογιστών, τάμπλετ κι έντονων σκηνών από περιπέτειες και δράσεις των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Στο τέλος, όλοι καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι καλύτερα να διαβάζουμε ένα βιβλίο, παρά να παίρνουμε έτοιμες εικόνες από μια ταινία που παρακολουθήσαμε.

Ο φόβος της μοναξιάς, του θανάτου και της απόρριψης, ήταν κάποιοι προβληματισμοί που προέκυψαν αλλά και η δύναμη της φιλίας, της αγάπης, της καλοσύνης και της συνεργασίας φώτισαν τα παραμύθια μας. ταξιδέψαμε σε διάφορα μέρη της γης αλλά κι ακόμη παραπέρα! Φτάσαμε μέχρι τον ουρανό, τον ήλιο και τ’ αστέρια. Μιλήσαμε με καλά φαντάσματα, αλλά τιμωρήσαμε και κακούς ανθρώπους. Κι όσο ρίχναμε τα ζάρια κάθε φορά, ένα καινούριο θέμα ξεκινούσε σκαλίζοντας και φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα αλλά και ανατροπές που μας άφηναν άφωνους. Τα παραμύθια που μας χάρισαν τα παιδιά, σύντομα θα αναρτηθούν από την σελίδα μας.

Ευχαριστούμε τους φίλους-μαθητές που μας ταξίδεψαν και μας χάρισαν τόσες ώρες πρωτάκουστων παραμυθιών! Ο Άντερσεν θα ήταν πολύ χαρούμενος και σίγουρα θα ήθελε να είναι και αυτός στην παρέα μας. ‘Η μήπως ήταν κάπου εκεί τριγύρω και μας παρακολουθούσε;

Συμμετείχαν οι παραμύθάδες: Κεσικιάδου Ελισάβετ, Μπουγά Μαρία, Ράπτη Αδελαΐδα, Τσαπανίδου Ζωή, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: