Author Archives: Χρήστος Τσίρκας

Τα παιδιά ζωγραφίζουν το παραμύθι «Χάνσελ και Γκρέτελ».

ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ ΓΚΡΕΤΕΛ 4Την περασμένη Δευτέρα, τελευταία Δευτέρα του Νοέμβρη, βρεθήκαμε στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά.

Το ένα από τα δύο παραμύθια που αφηγηθήκαμε ήταν το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των αδερφών Γκριμ.

Στην συνέχεια τα παιδιά, εμπνευσμένα από το παραμύθι, δημιούργησαν τις δικές τους εικόνες ζωγραφιές και ορίστε τα αποτελέσματα…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Ζωγραφιές παιδιών | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Είπαν το ψωμί, ψωμάκι!

psomiΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «είπαν το ψωμί, ψωμάκι». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Νοέμβριος στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγ. Λουκά

20131125-Agios-Loukas-3Την περασμένη Δευτέρα, τελευταία Δευτέρα του μήνα Νοέμβρη, οι Παραμυθάδες επισκεφτήκαμε την παιδική βιβλιοθήκη του Αγ. Λουκά Καβάλας, συνεπείς στο προγραμματισμένο ραντεβού μας με τους μικρούς μας φίλους. Το θέμα μας για το μήνα αυτό ήταν η βία. Τα παραμύθια που αφηγηθήκαμε ήταν «το ψυχοπονιάρικο παιδί» και το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των ασδερφών Γκρίμ.

Στην συνέχεια, ζητήσαμε από τα παιδιά, να ζωγραφίσουν ένα από τα δύο παραμύθια και σύντομα θα αναρτήσουμε και τις δημιουργίες τους.

Στην εκδήλωση συμμετείχαν τα μέλη των Παραμυθάδων: Ιορδάνης Καλαϊτζίδης, Μίνα Καλαμούκη, Ελένη Καμαλίδου, Στέλλα Μεντεσίδου, Τάσος Καπατζιάς, Χρήστος Τσίρκας και Απόστολος Τσομπανόπουλος.

Το επόμενο ραντεβού μας στην παιδική βιβλιοθήκη, έχει προγραμματιστεί για την Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013 στις 17:30, με χριστουγεννιάτικα παραμύθια.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Χτύπα ξύλο

woodΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «χτύπα ξύλο». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Προέλευση (τελευταία ενημέρωση 01 Δεκεμβρίου):

Ο φίλος μας ο Τάσος μας γράφει:

«Για τη φράση ”χτύπα ξύλο” διάβασα ότι…
Στα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν ότι μέσα στα ξύλα και ειδικότερα στους κορμούς των δέντρων ζούσαν πνεύματα, καλά και κακά. Ο λόγος που χτυπούσαν το ξύλο (κορμός δέντρου) ήταν για να τα κάνουν να φύγουν και να μην ακούσουν αυτά που έλεγαν, ιδίως αν ήταν κακό και αυτό για να μη το πραγματοποιήσουν.
Μια άλλη παρόμοια εκδοχή για τη φράση…
Οι άνθρωποι πολύ παλιά, πολλές φορές συναντιόνταν στα δάση για να μιλήσουν τόσο για καλά ή νόμιμα όσο και για κακά ή παράνομα πράγματα. Χτυπούσαν λοιπόν τα ξύλα, τους κορμούς από τα δέντρα για να φύγουνε τα πνεύματα και να μην ακούσουν αυτά που ήθελαν να πουν.»

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού

παιδιΗ 20η Νοεμβρίου, ορίστηκε από την Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ως παγκόσμια ημέρα για τα δικαιώματα του παιδιού. Ήταν το έτος 1989 όταν οριστικοποιήθηκε η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, κείμενο που θεωρείται κορμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως. Η Ελλάδα επικύρωσε την σύμβαση αυτή με νόμο (2101) στις 2 Δεκεμβρίου του 1992 ενώ δύο μόνο χώρες δεν την είχαν υπογράψει. Οι ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Σομαλία.

Η σύμβαση αποτελείται από 54 άρθρα και διακρίνονται σε 4 τομείς που αφορούν την προστασία των παιδιών, τα δικαιώματα συμμετοχής, την ανάπτυξη και τα δικαιώματα επιβίωσης. Έχουν περάσεις 24 χρόνια και παρόλα αυτά, παρά τις προσπάθειες οργανώσεων, κυβερνήσεων, φορέων, κλπ, εκατομμύρια παιδιά παιθαίνουν από την πείνα, τις αρρώστιες, κακοποιούνται, βιάζονται, πέφτουν θύματα εκμετάλευσης, στερούνται της μάθησης και της γνώσης.

Οι πολιτισμένες χώρες νοιαζόμαστε για τα «δικά» μας παιδιά που μπορεί να μην πεθαίνουν, «πεθαίνουν» όμως την παιδικότητά τους. Όσον αφορά για τα άλλα παιδιά, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου. Είναι παιδιά άλλου ή άλλων Θεών, είναι μακριά από εμάς, δεν μας αγγίζει.

Είχε πει κάποιος, κάποτε -μου διαφεύγει το όνομά του- ότι «δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτισμό την στιγμή που υπάρχει έστω κι ένα παιδί στον κόσμο που πεθαίνει από την πείνα».

Για όσους δυσκολεύονται να κοιμηθούν το βράδυ, ας αρχίσουν να μετράνε παιδιά που στερούνται των δικαιωμάτων τους!!!

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το ψυχοπονιάρικο παιδί!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια νέα γυναίκα χήρα, χωρίς περιουσία. Είχε όμως ένα σπουδαίο αγοράκι. Αυτό την έκανε πολύ χαρούμενη και ευτυχισμένη. Το μεγάλωνε με όλα του τα καλά, χωρίς να του λείψει τίποτα. Ήτανε πολύ καλή μοδίστρα και όλες οι κυρίες της πόλης σε αυτήν ράβανε τα φορέματά τους. Ένα πρωί, το αγοράκι ξεκίνησε για το σχολείο όπως κάθε μέρα. Στο δρόμο, συνάντησε δυο μεγάλα αγόρια, που είχανε ένα δεμένο σκυλάκι και το τραβούσαν με τη βία.

Πού το πάτε έτσι τραβώντας το σκυλάκι;

ρώτησε το παιδί.

Να το πετάξουμε στη ρεματιά…

boy dogαποκρίθηκαν τα παιδιά.

Κρίμα είναι, τι σας έκανε;

Τίποτα. Μα δεν μπορούμε να το ταΐζουμε και εχθές έφαγε τις κότες της γειτόνισσας.

Δεν το λυπάστε;

Το λυπόμαστε, μα δεν έχουμε άλλη λύση.

Αν σας δώσω μια δραχμή που έχω, μου το δίνετε;

Σου το δίνουμε.

Τα δύο παιδιά πήρανε τη δραχμή και φύγανε. Το αγοράκι το μεσημέρι επέστρεψε στο σπίτι με το σκυλάκι. Το σκυλάκι τον ακολουθούσε χαρούμενο.

Τι το κουβάλησες εδώ το σκυλί; Καλά, καλά δεν έχουμε εμείς να φάμε, τώρα θέλεις να ταΐζουμε και το σκύλο;

είπε η μάνα του.

Καλή μου μανούλα, ας το κρατήσουμε. Θα το ταΐζω από το δικό μου φαΐ. Αν το διώξουμε θα πεθάνει από την πείνα…

είπε ικετευτετικά το αγόρι.

Τέλος πάντων! Κράτησέ το αλλά κοίταξε μη μου κουβαλήσεις τίποτα άλλο!

Εντάξει, σε ευχαριστώ πολύ…

…είπε το αγοράκι.

boy frogΤην άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο συνάντησε πάλι τα ίδια παιδιά. Τώρα εκείνα κρατούσαν ένα βατραχάκι και πηγαίνανε να το σκοτώσουν. Το αγοράκι που το λυπήθηκε, έδωσε άλλη μια δραχμή και το πήρε και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί το έβαλε σε μια μικρή στερνούλα με νερό. Όταν το βατραχάκι μεγάλωσε είπε στο αγοράκι.

Σε ευχαριστώ για όλα. Τώρα που μεγάλωσα θα σε παρακαλούσα να με πας πέρα στο βάλτο να βρούμε τη μάνα μου.

Γιατί, δε περνάς καλά εδώ που γίναμε και φίλοι;

Μου αρέσει, μα τα βατράχια δε ζούνε με τους ανθρώπους. Ζούνε μέσα στους βάλτους, στα ποτάμια και στις λίμνες. Αλλιώς πεθαίνουν από την στεναχώρια τους.

Όπως θέλεις, μα πώς θα γνωρίσουμε τη μάνα σου;

Πήγαινέ με εσύ και θα δεις.

Το απόγευμα, το αγοράκι πήρε το βατραχάκι και το πήγε στο βάλτο. Εκεί το βατραχάκι ανέβηκε σε μία πέτρα και άρχιζε να φωνάζει. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα καλάμια παρουσιάστηκε μια μεγάλη βατραχίνα.

Εσύ είσαι παιδάκι μου; Πού ήσουνα τόσο καιρό; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι κακό.

Εγώ είμαι μανούλα και τη ζωή μου τη χρωστάω στο φίλο μου που με έφερε εδώ. Είναι πολύ καλό παιδί και για να ξεπληρώσουμε το καλό που μου έκανε, δώσε του την σφυριχτρούλα που ξέρεις.

Η βατραχομάνα έβγαλε από την τσέπη της μια μικρή σφυρίχτρα και την έδωσε στο αγοράκι.

Για το καλό που έκανες στο παιδί μου σου τη χαρίζω. Να ξέρεις είναι μαγική. Όταν θέλεις κάτι, θα σφυράς σιγανά και θα λες από μέσα σου τρεις φορές αυτό που θέλεις και θα γίνεται αμέσως.

Η βατραχομάνα πήρε το παιδί της και εξαφανίστηκε. Το παιδάκι έφυγε για το σπίτι του και σε όλο το δρόμο συλλογιόταν.

Είναι δυνατό να έχει τόση δύναμη; Δεν το πιστεύω αλλά ας δοκιμάσω. Έβγαλε λοιπόν τη σφυρίχτρα, σφύριξε τρεις φορές σιγανά και είπε:

Θέλω ένα σκύλο, μεγάλο και…

Δεν πρόφτασε να τελειώσει και ένας όμορφος σγουρόμαλλος σκύλαρος βρισκότανε μπροστά του.

Τώρα μάλιστα!

Φώναξε ενθουσιασμένο το αγοράκι!

Με σένα και τη μαγική σφυρίχτρα μου δε φοβάμαι τίποτα. Πάμε να γνωρίσουμε τον κόσμο…

…είπε και ξεκίνησαν. Περπατούσαν μέρες ολόκληρες και δεν τους ένοιαζε. Όταν ήθελαν φαΐ ή μέρος να κοιμηθούν, η σφυρίχτρα έκανε το θαύμα της. Τελικά φτάσανε σε μια μεγάλη πολιτεία. Το αγοράκι αφού τα είδε όλα πήρε την απόφαση του. Γύρισε στο σπίτι του, πήρε την μητέρα του, την έφερε στην πολιτεία και εκεί άνοιξαν ένα μαγαζί που είχε από όλα. Βοηθούσε τους φτωχούς και ποτέ δεν τους έπαιρνε χρήματα. Το μαγαζί του με τη βοήθεια της σφυριχτρούλας του, πάντα ήταν γεμάτο. Έτσι ζήσανε όλοι καλά … κι εμείς καλύτερα…!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Έμεινε στο ράφι

Η φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «έμεινε στο ράφι». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Προέλευση (Τελευταία ενημέρωση 24 Νοεμβρίου 2013):

Ο Τάσος από τους Αντιφιλίππους μας γράφει:

Ψάχνοντας να βρω από που προέρχεται η φράση ”έμεινε στο ράφι” διάβασα ότι…
Στη βυζαντινή εποχή είχαν μια συνήθεια, που υπάρχει ακόμα, σε μερικά μέρη της Ελλάδος. Τα παλιά οικογενειακά αντικείμενα τα έβαζαν στα ράφια και τα είχαν για στολίδια.
Από τότε βγήκε η φράση ”έμεινε στο ράφι”… Δηλαδή ότι γέρασε πολύ έτσι ώστε μπορεί να τη βάλουν στο ράφι μαζί με τα παλιά αντικείμενα.

Κι ο Τάσος από την Βραζιλία:

Στην Βυζαντινή εποχή υπήρχε μια συνήθεια, που σώζεται ακόμη σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Τα παλιά οικογενειακά κειμήλια, να τοποθετούνται σε ράφια για στολισμό.
Από τη συνήθεια αυτή προήλθε και η φράση: “αυτή έμεινε στο ράφι”, δηλαδή έχει γεράσει τόσο πολύ, ώστε μπορεί να τοποθετηθεί στο ράφι μαζί με τα παλιά οικογενειακά αντικείμενα.

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,, | 2 Σχόλια

Του γιοφυριού της Άρτας

Άλλη μια παραλογή, από τις πιο διαδεδομένες και γνωστές στον ελλαδικό χώρο, είναι αυτή «Του γιοφυριού της Άρτας». Όπως και σε όλες, έτσι κι εδώ, είναι μια από τις πολλές εκδοχές της και σίγουρα, η όχι και τόσο διαδεδομένη. Το θέμα της είναι γνωστό στην πλειοψηφία μας. Ο Νικόλαος Πολίτης στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού» γράφει για την συγκεκριμένη:

«Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορυττόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον. Όσον δ’ ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του κτίσματος. Εις την δοξασίαν ταύτην αναφέρονται και αρχαίοι ελληνικοί μύθοι και βυζαντιναί παραδόσεις περί θυσίας ανθρώπων κατά την θεμελίωσιν μεγάλων οικοδομημάτων. Η ψυχή του θύματος υπετίθετο ότι δια των υπερφυσικών δυνάμεων, τας οποίας έχουν αι επί γης απολελυμέναι των δεσμών του σώματος ψυχαί, ηδύνατο να προσλαμβάνει κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, και είχε ρώμην υπεράνθρωπον, προωρισμένη δε να φυλάττη και περιέπη το οικοδόμημα, εις το οποίον προσηλώθη, ήτο φοβερά εις τους επιχειρούντας να το παραβλάψωσι και ικανή ν’ αποτρέπη τους απειλούντας αυτό κινδύνους. Το θύμα εγίνετο το στοιχειό του οικοδομήματος, διό στοιχείωσις ελέγετο υπό των βυζαντινών ή δια θυσίας οικοδόμησις.

Εις τοιαύτην παράδοσιν στηρίζεται και το πανελλήνιον τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας, του οποίου παραλλαγαί αναφέρονται και εις άλλας γεφύρας ή άλλα οικοδομήματα (οίον της γεφύρας του Σπερχειού, του Πηνειού, των Αδάνων, της βρύσης της Αράχοβας, του υδραγωγείου των ∆έρκων, κλπ.). Παρέλαβον δε την ελληνικήν ταύτην παράδοσιν, προσαρμόσαντες εις επιχώρια οικοδομήματα, και οι άλλοι λαοί της ελληνικής χερσονήσου (Ρωμούνοι, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι)…»

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η συγκεκριμένη εκδοχή της παραλογής είναι αυτή που θα δουλέψουμε οι Παραμυθάδες σε συνεργασία με το «Θέατρο Κύκλος» για την παράσταση «Καταλόγια ΙΙΙ»

Του γιοφυριού της Άρτας

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γεφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαίν οι μαθητάδες.

Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας

Ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.

Και το στοιχειό ‘ποκρίθηκε απ’ τη δεξά καμάρα:

Α δε στοιχειώσετ’ άνθρωπο γιοφύρι δε στεργιώνει.

Και μη στοιχειώσετ’ ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη

παρά του πρωτομάστορα την ώρια τη γυναίκα

πόρχετ’ αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.

Τ’ ακούει ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:

αργά ντυθεί, αργά ‘λλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γεφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κ’ είπε

Γοργά ντύσου γοργ’ άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.

Και νάτη που ξεφάνηκε από την άσπρη στράτα.

Τη βλέπει  ο πρωτομάστορας, ραγίζετ’ η καρδιά του.

Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέγει:

Καλήν εσπέρα μάστορες κι εσείς οι μαθητάδες

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος;

Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα

και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι νά’ βρει;

Εγώ να μπω, εγώ να βγω το δαχτυλίδι νά’ βρω.

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση εμπήκε.

Τράβα καλέ μ’ την άλυσο, τράβα την αλυσίδα

τι όλο τον κόσμο ανέγυρα και τίποτας δεν ήβρα!

Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη.

Πιάνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

Τρεις αδερφάδες είμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες.

Η μια ‘χτισε το Δούναβη, η άλλη τον Εφράτη

κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.

Ως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γιοφύρι

κι ως  πέφτουν τα μαλλάκια μου να πέφτουν οι διαβάτες.

Κόρη το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε

τι έχ’ς αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.

Ως στέκουν τα ψηλά βουνά να στέκει το γιοφύρι

κι ως φεύγουν τ’ άγρια πουλιά να φεύγουν οι διαβάτες

τι έχω μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει.

Το στοιχειό στο γιοφύρι της Άρτας από τις πρώτες δύο παρουσιάσεις της παράστασης Καταλόγια.

Το στοιχειό στο γιοφύρι της Άρτας από τις πρώτες δύο παρουσιάσεις της παράστασης Καταλόγια.

Categories: Λαογραφία, Παραλογές | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δεν κάνει ούτε για ζήτω!

Η φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «Δεν κάνει ούτε για ζήτω». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Προέλευση:(Τελευταία ενημέρωση 17/11/2013)

Ο φίλος μας ο Τάσος από την Βραζιλία μας γράφει ότι πρόκειται για «δημώδης έκφραση που λέγεται για άτομο οκνηρό και γενικά ανεπρόκοπο. Η ιστορία της ανάγεται στη εποχή του Όθωνα. Τότε οι παρατρεχάμενοι των Βουλευτών αναλάμβαναν την στρατολόγηση οπαδών που θα ζητωκραύγαζαν τους πολιτικούς στις συγκεντρώσεις ή τις κοντινές περιοδείες τους.
Επί τούτου είχε βρεθεί μια αλάνα στη σημερινή πλατεία Ρηγίλλης και εκεί έβαζαν τους υποψήφιους να φωνάζουν δυνατά “Ζήτωωω…”, “Μπράβοοο…” κλπ. Έτσι όποιος κοβότανε λέγανε “αυτός δεν κάνει για ζήτω”!
Η πρώτη φορά που ακούσθηκε από επίσημα χείλη αυτή η έκφραση ήταν από την αδελφή του Χαρίλαου Τρικούπη που χαρακτήρισε έτσι τον πολιτικό αντίπαλο του αδελφού της Θ. Δεληγιάννη.»

Και ο Τάσος από τους Αντιφιλίππους γράφει: «Από ότι διάβασα, στην εποχή του Όθωνα στις πρώτες βουλευτικές εκλογές, τα κόμματα για να δείξουν ότι έχουν κόσμο και δύναμη μάζευαν άνδρες για να φωνάζουν ”ζήτω”, όταν έβλεπαν να περνάει ο αρχηγός ή οι βουλευτές του κόμματος και τους πλήρωναν.
Για να τους δοκιμάσουν αν έχουν δυνατή φωνή, τους μάζευαν σε μια μάντρα (κοντά στη σημερινή πλατεία Ρηγίλλης) και τους έβαζαν να φωνάζουν ”μπράβο” ή ”ζήτω”. Αν είχαν δυνατή φωνή τους κρατούσαν και τους έδιναν μια δραχμή την ημέρα, ενώ τους άλλους τους έδιωχναν. Δεν έκαναν δηλαδή ούτε για…ζήτω!
Ποιο γνωστή έγινε η φράση όταν η αδελφή του Χαρίλαου Τρικούπη την είπε για τον Δεληγιάννη Θεόδωρο που ήταν πολιτικός αντίπαλος του αδελφού της.«

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,, | 2 Σχόλια

Η θεία φτώχεια

Λαϊκό παραμύθι από την Πορτογαλία –

pearΖούσε κάποτε μια γριούλα τόσο φτωχή, που τη φώναζαν θεία Φτώχια. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες και οι αρρώστιες βασάνιζαν το γερασμένο κορμί της. Ζούσε σε μια μικρή καλύβα, χτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με κλαδιά. Μοναδική της περιουσία ήταν μια γέρικη αχλαδιά που είχε φυτρώσει μπροστά στην πόρτα της. Όμως ποτέ δεν την είδε φορτωμένη την αχλάδια, γιατί τα παιδιά του χωριού τα έκοβαν μόλις ωρίμαζαν. Έτσι η θεία Φτώχια, που ποτέ δεν προλάβαινε να δει τα παιδιά και να τα σταματήσει, έμενε νηστική, χωρίς να χαρεί τους καρπούς του δέντρου της. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, που ο άνεμος λυσσομανούσε και το κρύο ήταν τσουχτερό, χτύπησε την πόρτα της γριούλας ένας φτωχός γυρολόγος, απ’ αυτούς που γυρνούσαν τα χωριά και τις πόλεις της Πορτογαλίας. Ήταν πεινασμένος και παγωμένος και ζήτησε από τη θεία Φτώχια να του βρει ένα μέρος να περάσει το βράδυ του μέχρι το άλλο πρωί. Εκείνη τότε τον καλοδέχτηκε, του έδωσε να φάει το μοναδικό ξεροκόμματο που της είχε απομείνει και τον σκέπασε με τη μοναδική μπαλωμένη κουβέρτα της. Ο γυρολόγος κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ και σαν ξύπνησε, χαράματα, ετοιμάστηκε να φύγει. Η γριούλα σηκώθηκε να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος την ευχαρίστησε και φεύγοντας της είπε:

Έχεις τόση καλή καρδιά! Πες μου, τι θα ήθελες πιο πολύ στον κόσμο να’ αποκτήσεις;

Η θεία Φτώχια, χωρίς να πολυσκεφτεί, του είπε:

Θα ή‘θελα να μην μπορεί να κατέβει κανείς από την αχλαδιά μου, αν δεν τον προστάξω.

Από τότε τα παιδιά του χωριού δεν ξαναενόχλησαν τη θεία Φτώχια και η γέρικη αχλαδιά γέμισε με ζουμερά αχλάδια. Έτσι η γριούλα είχε πάντα αχλάδια στο τραπέζι της. Έφτιαχνε με’ αυτά γλυκά, μαρμελάδες και άρχισε να τα πουλά στους περαστικούς. Η ζωή της είχε αρχίσει να’ αλλάζει, μέχρι που ένα πρωί χτύπησε την πόρτα της ένας ξένος. Ήταν κι αυτός γυρολόγος, αλλά πολύ διαφορετικός από κείνον που είχε φιλοξενήσει το χειμωνιάτικο εκείνο βράδυ. Ήταν άσχημος και με άγριο βλέμμα. Η θεία Φτώχια τον ρώτησε σιγά τι ζητούσε. Εκείνος της απάντησε:

Είμαι ο θάνατος και ήρθα να σε πάρω μαζί μου.

Φοβισμένη η γριούλα του ζήτησε να την αφήσει λίγο καιρό ακόμα να ζήσει. Εκείνος όμως της είπε:

Είμαι βιαστικός και δεν μπορώ άλλο να περιμένω.

Απελπισμένη η θεία Φτώχια του ζήτησε μια τελευταία χάρη. Τον ρώτησε αν μπορούσε να κόψει το τελευταίο αχλάδι που είχε μείνει πάνω στο δέντρο της. Εκείνος δέχτηκε, και τότε τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει και να σκαρφαλώσει πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, γιατί αυτή ήταν ηλικιωμένη και αδύναμη και δεν μπορούσε. Ο θάνατος ικανοποίησε την τελευταία επιθυμία της θείας Φτώχιας και ανέβηκε στο ψηλότερο κλαδί της αχλαδιάς. Τότε η θεία Φτώχια φώναξε μ’ όλη της τη δύναμη:

Μείνε εκεί πάνω και να κατέβεις όταν εγώ το προστάξω!

Έτσι και έγινε. Ο θάνατος έμεινε για πολύ καιρό στην αχλαδιά και οι άνθρωποι ησύχασαν γιατί δεν τον έβλεπαν πια να τους χτυπά την πόρτα. Ήταν όμως απογοητευμένος και έψαχνε να βρει τρόπους να κατέβει από το δέντρο. Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει μια συμφωνία με τη θεία Φτώχια:

Εγώ θα σου χαρίσω τη ζωή κι εσύ θα προστάξεις να κατέβω από το δέντρο.

Έτσι κι έγινε. Η θεία Φτώχια ποτέ δεν πέθανε και συνεχίζει να ζει πάντα ανάμεσά μας.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.