Author Archives: Χρήστος Τσίρκας

Ερμής και αγαλματοποιός

HermesΜύθος του Αισώπου – 

Κάποτε, ο Ερμής θέλησε να δει την αξία και την εκτίμηση που του είχαν οι άνθρωποι. Έτσι, μεταμορφώθηκε σε θνητό και κατέβηκε σε μια πόλη. Έτσι όπως γύριζε στην αγορά, μπήκε σε ένα εργαστήριο ενός αγαλματοποιού. Κοιτάζοντας γύρω του, πρόσεξε ένα αγαλματάκι του Δία κι ο Ερμής ρώτησε να μάθει την τιμή του. Ο αγαλματοποιός του απάντησε ότι κοστίζει μια δραχμή κι ο Ερμής χαμογέλασε. Έπειτα αντίκρισε ένα αγαλματάκι που απεικόνιζε την Ήρα. Ρώτησε πάλι τον αγαλματοποιό για την αξία του κι η απάντηση που πήρε του προξένησε έκπληξη, καθώς η Ήρα, κόστιζε πιο ακριβά. Λίγο παραπέρα, αντίκρισε κι ένα αγαλματάκι που απεικόνιζε τον ίδιο, δηλαδή τον Ερμή. Ο Ερμής θεώρησε ότι αυτός θα κοστίζει ακόμα πιο ακριβά μιας και είναι ο αγγελιαφόρος των Θεών που μεταφέρει τα μηνύματα στους ανθρώπους, αλλά και ο επικερδής Θεός για μεγάλη μερίδα των ανθρώπων. Έτσι, με σιγουριά για τον εαυτό του, ρώτησε να μάθει την τιμή του αγαλματιδίου κι ο αγαλματοποιός του απάντησε:

Αν αγοράσεις τα άλλα δύο, τον Ερμή θα σου τον κάνω δώρο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ελάφι και λιοντάρι

Μύθος του Αισώπου –

Ελληνικό γραμματόσημο που απεικονίζει στιγμιότυπο από τον μύθο του Αισώπου "Ελάφι και λιοντάρι"

Ελληνικό γραμματόσημο που απεικονίζει στιγμιότυπο από τον μύθο του Αισώπου «Ελάφι και λιοντάρι»

Ένα ελάφι είχε διψάσει και βρέθηκε κοντά σε μια πηγή. Έσκυψε να πιει νερό και καθώς έπινε, είδε την αντανάκλασή του. Χάρηκε θαυμάζοντας τα υπέροχα κέρατά του. Μεγάλα και επιβλητικά, στόλιζαν το κεφάλι του. Έτσι όπως ήταν σκυμμένο, παρατήρησε και τα πόδια του και δεν του άρεσε που ήταν λεπτά και αδύναμα. Τον θαυμασμό για τα κέρατά του, διαδέχτηκε η στεναχώρια για την εικόνα στα πόδια του.

Ενώ έπινε ακόμη και σκεφτόταν αυτά, εμφανίστηκε ένα λιοντάρι κι άρχισε να κυνηγάει το ελάφι. Το ελάφι έτρεχε στην πεδιάδα πιο γρήγορα και ήταν πιο ευέλικτο από το λιοντάρι. Μετά από λίγο βρέθηκαν σε ένα δάσος και κάποια στιγμή το ελάφι, περνώντας κάτω από ένα χαμηλό δέντρο, σκάλωσαν τα κέρατά του στα κλαδιά του δέντρου. Έτσι, το λιοντάρι κατάφερε να το πιάσει κι άρχισε να το κατασπαράζει. Λίγο πριν ξεψυχήσει το ελάφι, ψιθίρισε…

Τί κακότυχο που είμαι. Θα μπορούσα να σωθώ από αυτά που αντιπαθούσα και τελικά με πρόδωσαν αυτά που εμπιστευόμουνα και περηφανευόμουνα για μένα.

Στους κινδύνους, η σωτηρία μπορεί να έρθει από «φίλους» που δεν το περιμέναμε κι αυτούς που εμπιστευόμασταν, τελικά να μας προδώσουν…

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Στην 17η Έκθεση Βιβλίου Καβάλας

Της Γεσθημανής Κούφτα

Την Τρίτη, 30 Ιουνίου, οι Παραμυθάδες βρεθήκαμε στην 17η έκθεση βιβλίου που διοργανώθηκε από τον δήμο, την Δημοτική Βιβλιοθήκη και τον Σύλλογο Βιβλιοπωλών Καβάλας στην όμορφη παραλία της πόλης μας.

Εκεί διαλέξαμε βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλών που συμμετείχαν στην έκθεση και τα διαβάσαμε στα παιδιά. Η οικοδέσποινα της έκθεσης και υπεύθυνη της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, κ. Κατερίνα Κουμανίδου πρόσφερε μπλουζάκια στους μικρούς φίλους και γίναμε όλοι μια όμορφη παρέα. Τότε ήταν που οι ήρωες των παραμυθιών ζωντάνεψαν στα μάτια των μικρών θεατών. Όμορφες ιστορίες με βοσκούς, βασιλιάδες, βασίλισσες και άλλους αγαπημένους ήρωες και πρόσωπα των παραμυθιών ξετυλίχθηκαν και κράτησαν το ενδιαφέρον των μικρών μας φίλων.

Η δεύτερη εμφάνισή μας στην έκθεση είναι προγραμματισμένη για την ερχόμενη Τρίτη, 7 Ιουλίου στις 20:00.

Συμμετείχαν οι Παραμυθάδες: Τάσος Καπατζιάς, Γεσθημανή Κούφτα, Μέλη Μίχα, Αδελαϊς Ράπτη, Χρήστος Τσίρκας, Αρετή Τσιφλίδου και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο ρήτορας Δημάδης

Μύθος του Αισώπου –

Ο ρήτορας ΔημάδηςΚάποτε, ο ρήτορας Δημάδης μιλούσε στους αθηναίους, αλλά αυτοί δεν τον πρόσεχαν καθόλου. Μιλούσαν μεταξύ τους, άλλοι χάζευαν αλλού, κλπ. Τότε ο Δημάδης τους ζήτησε να του επιτρέψουν να τους πει έναν μύθο του Αισώπου. Αυτοί δέχτηκαν κι ο Δημάδης ξεκίνησε:

Η Θεά Δήμητρα περπατούσε συντροφιά με ένα χελιδόνι κι ένα χέλι. Κάποια στιγμή φτάσανε σε ένα ποτάμι. Τότε το χελιδόνι πέταξε μακριά, ενώ το χέλι βούτηξε στα νερά του ποταμιού και χάθηκε…

Ο Δημάδης τότε σώπασε κι απόλυτη σιωπή επικράτησε στο ακροατήριο για λίγο. Σύντομα όμως άρχισαν να τον ρωτάνε με έκδηλο το ενδιαφέρον…

Κι η Θεά Δήμητρα τι έκανε;

Τότε ο Δημάδης τους απάντησε:

Τότε, η Θεά Δήμητρα εξοργίστηκε μαζί σας που παρατήσατε τα σοβαρά ζητήματα της πόλης μας και ασχολείστε με Αισώπειους μύθους!

Ο λόγος γίνεται για αυτούς που αδιαφορούν για τα απαραίτητα και ασχολούνται με τα ευχάριστα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Προσεχώς: Συμμετέχουμε στην 17η Έκθεση βιβλίου στην Καβάλα

Για άλλη μια χρονιά, θα βρεθούμε με παραμύθια στην έκθεση βιβλίου που διοργανώνεται από τον δήμο, την Δημοτική Βιβλιοθήκη και τον Σύλλογο Βιβλιοπωλών, Καβάλας.

Οι Παραμυθάδες θα είμαστε εκεί, τις Τρίτες 30 Ιουνίου και 7 Ιουλίου και περιμένουμε όλους τους φίλους και τις φίλες μας για να περιπλανηθούμε στις παραμυθένιες σελίδες!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Λοιπά | Σχολιάστε

Προσεχώς: Επισκεπτόμαστε «το μπλε μπαλόνι» με τους «μουζικάντες»

το μπλε μπαλόνιΤην Δευτέρα 22 Ιουνίου, οι Παραμυθάδες θα βρεθούμε στον όμορφο χώρο του βρεφονηπιακού σταθμού «το μπλε μπαλόνι», με το παραμύθι «οι μουζικάντες», την ελληνική εκδοχή του «οι μουσικοί της Βρέμης» των αδερφών Γκριμ. Η πραουσιά μας στο «μπλε μπαλόνι» αφορά τα εφτά παιδικά εργαστήρια δημιουργικής απασχόλησης που πραγματοποιούνται το μήνα Ιούνιο.

Ευχή μας είναι να καταφέρουμε με μέσο το παραμύθι, να παίξουμε με τα παιδιά και να ταξιδέψουμε παρέα με τα ζώα της ιστορίας μας!

Η είσοδος είναι ελεύθερη!

Categories: Λοιπά | Σχολιάστε

Προσεχώς: Συμμετέχουμε στο 7ο Wood Water Wild Festival

20140608-WoodWaterWildFestival-01Για ακόμη μια χρονιά, θα βρεθούμε στον υπέροχο αυτό θεσμό που έχει κλέψει τις καρδιές μικρών και μεγάλων. Αυτό το εναλλακτικό φεστιβάλ που πραγματοποιείται κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, στο περιβαλλοντικό μονοπάτι της παλιάς Καβάλας -και όχι μόνο- με κέντρο δράσεων τον νερόμυλο.

Έναν θεσμό που ξεκίνησε από την αγάπη και το μεράκι των μελών του Συλλόγου της Παλιάς Καβάλας και πολύ σύντομα τον αγκάλιασαν και πάρα πολλοί άλλοι.

Έναν θεσμό που δείχνει ότι η ομαδικότητα, η συλλογικότητα, ο εθελοντισμός, μπορεί να προσφέρει στον τόπο ξεχωριστές εμπειρίες και υπέροχες στιγμές.pasalaki

Οι Παραμυθάδες, θα βρεθούμε στην «σπηλιά του παραμυθιού». Σπηλιά, την αποκαλούμε εμείς…ένας βράχος είναι που πριν χιλιάδες χρόνια σε μια μάχη με έναν δράκο, έχασε την καρδιά του. Εκεί, θα στρώσουμε εμείς τα κιλίμια μας και θα περιμένουμε τους μικρούς μας φίλους για να ταξιδέψουμε στον κόσμο του παραμυθιού.

Αν θέλετε να μας δείτε και να μας ακούσετε, απλά ακολουθείστε τις πινακίδες μας!

Το πρόγραμμα του φεστιβάλ έχει ώς εξής:

prog

Categories: Τα νέα μας | Σχολιάστε

«Ο θαυματοποιός» – του Ανδρέα Δερμάτη

Ο Ανδρέας Δερμάτης

Ο Ανδρέας Δερμάτης

«Ο θαυματοποιός», είναι ένα παραμύθι του καλού μας φίλου και μοναδικού καραγκιοζοπαίχτη, Ανδρέα Δερμάτη από την Αίγινα. Ο δημιουργός του θιάσου σκιών «Ο Θερσίτης», της «ονειρομηχανής» και της «παραμυθιέρας», ξέρει να αποτυπώνει άρτια και ιδιαίτερα τα συναισθήματά του στο χαρτί. Μετά την άδειά του, αναδημοσιεύουμε το παραμύθι του και το φιλοξενούμε στην σελίδα μας στην κατηγορία «παραμύθια στα δίχτυα». Πάντα δημιουργικός και ευαίσθητος φίλε Ανδρέα!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα τόπο άγνωστο και μακρινό, υπήρχε μια πολιτεία πλούσια με καταπράσινα λιβάδια που τα διέσχιζαν νερά από κρυστάλλινες πηγές, που έβοσκαν καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και παχουλά μοσχάρια, με τεράστιες στέρνες ξέχειλες νερό, που μέσα τους μούλιαζε της γης το χώμα, για να γίνει πηλός και από ‘κει στα χέρια των μαστόρων να πάρει μορφή, να ντυθεί με χρώμα κι έπειτα να τραβήξει το δρόμο για την αγορά.

Από τον καρπό της γης και από την τέχνη του πηλού πρόκοβε τούτη η πολιτεία και πρόκοβε καλά, κι οι κάτοικοί της ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Μα και τα δυο από της γης τη σάρκα τα ‘παιρναν, κι η γης τα δώριζε αβαρυγκώμιστα. Το μόνο πού ‘θελε η γη ήταν νερό. Νερό από τον ουρανό, για να θρέψει το κορμί της, να γιομήσει τα πηγάδια της, να ξεχειλίσει της πηγές της και ν’ απλώσει το πράσινο ρούχο της παντού. Τροφή για ανθρώπους και ζώα. Βροχή θρέφει τη γη και η γης καρπίζει.

Ο χρόνος όμως γύρισε, ήρθε δίσεκτη εποχή, οι βροχές πάψανε, χειρότερη κι από φωτιά η ανοβριά. Έπαψε τις πηγές, άδειασε τα πηγάδια, στέγνωσε τις στέρνες κι έκαμε τον πηλό σκληρό σαν πέτρα. Τα λιβάδια ξεράθηκαν και του καυτού ήλιου η κακοπυριά φούντωνε φωτιές που έκαιγαν για μέρες. Τα καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και τα παχουλά μοσχάρια γίναν ισχνά κι άρρωστα, μέχρι που ψόφησαν.

Η πλούσια πολιτεία τώρα ήταν φτωχή απ’ τις φτωχότερες, ξερή πολιτεία γεμάτη σκόνη και ποντίκια. Δυστυχισμένη και μίζερη πια, οι κάτοικοί της ολημερίς κι ολονυχτίς λιτανείες κάμανε στους θεούς τους, να ρίξουν μια στάλα, μια σταγόνα νερό από τον ουρανό, μια βροχή, να καθαρίσει η πόλη από τη σκόνη και τα τρωκτικά.

Να ξαναδείξει η γης το πράσινο γλυκό της χρώμα, να ξανατρέξουν οι πηγές, να ξαναγεμίσουν τα πηγάδια, να ξεχειλίσουν οι στέρνες με τον πηλό.

MiraclesΚείνη τη δίσεκτη εποχή έφτασε στη δύστυχη αυτή πόλη ένας θαυματοποιός, που τραβούσε πίσω του δεμένο μ’ ένα χοντρό σκοινί και περασμένο στον ώμο του, ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, οργώνοντας το ξερό χώμα, αναδεύοντας τη σκόνη του, στηρίζοντας το σώμα του σ’ ένα μακρύ μεταλλικό μπαστούνι.

Σαν έμαθαν οι κάτοικοι ότι ο νεοφερμένος ξένος είναι θαυματοποιός, μαζεύτηκαν όλοι γύρω του και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους δώσει μια βροχή για να τραφεί η γης και να καρπίσει, να θρέψει αυτούς και τα παιδιά τους, να πάψει η πείνα να σπαράζει τα σωθικά τους.

Ο θαυματοποιός, πρόθυμος να βοηθήσει το δύσμοιρο λαό, λέγοντας τους πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Χάραξε με το μεταλλικό του μπαστούνι ένα μεγάλο κύκλο στο χώμα, όπου στο κέντρο του άναψε μια μεγάλη φωτιά, άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο κι έβγαλε από μέσα ένα τουμπερλέκι από μαύρο σκληρό ξύλο, ζωγραφισμένο με πολύχρωμες φιγούρες ανθρώπων και ζώων, σκεπασμένο από τη μια πλευρά μ’ ένα κομμάτι δέρμα τόσο λεπτό, που ήταν σχεδόν αόρατο. Κάθισε καταγής, αντίκρυ από τη φωτιά, έβαλε το τουμπερλέκι ανάμεσα στα πόδια του κι άρχισε να τραγουδάει ένα αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο.

Ένα τραγούδι που κράτησε όλη μέρα κι όλη νύχτα, τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση. Είχε πλημμυρίσει την πολιτεία το αλλόκοτο τραγούδι του θαυματοποιού. Ακουγόταν παντού απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, αλλά εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση, στο τρίτο χάραμα της μέρας μικρές σταλαγματιές βροχής άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κι όλο και γίνονταν περισσότερες, κι όλο και γίνονταν δυνατότερες, μέχρι που η μεγάλη φωτιά στο κέντρο του κύκλου έσβησε, μα ο θαυματοποιός δεν σάλεψε από την θέση του, έμεινε εκεί, να χτυπάει ρυθμικά το τουμπερλέκι του τραγουδώντας το αλλόκοτο τραγούδι. Για τρία ολόκληρα μερόνυχτα ακόμη έμεινε καθισμένος στη μέση του κύκλου κάτω από την βροχή.

Καθώς χάραξε το πρωί της έχτης μέρας, ο θαυματοποιός έπαψε το τραγούδι του, έβαλε το τουμπερλέκι του μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πέρασε το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο, στον ώμο του και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, πήρε το δρόμο που οδηγούσε στην έξοδο της πολιτείας.

Οι κάτοικοι, που με τις πρώτες κιόλας ψιχάλες είχαν βγει στους δρόμους χαρούμενοι, με σκούπες και βούρτσες για να διώξουν τη σκόνη που είχε σκεπάσει την πολιτεία τους, που τώρα την ξέπλενε η βροχή, είδαν τον θαυματοποιό να φεύγει, τρέξανε και μαζεύτηκαν όλοι γύρω του με μπροστάρη τον Δήμαρχο κι άρχισαν να τον παρακαλάνε, να τον θερμοπαρακαλάνε, να τον χιλιοπαρακαλάνε να μείνει λίγο καιρό μαζί τους, μην και πάψουν οι βροχές πριν η γης καρπίσει.

Ο θαυματοποιός τους είπε πως θα μείνει μαζί τους μέχρι η γη να καρπίσει και πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Ο Δήμαρχος πρόσφερε στον θαυματοποιό το σπίτι του, για όσο καιρό μείνει στην πολιτεία τους, εκείνος τον ευχαρίστησε, μα δε το δέχτηκε, ζήτησε όμως να του δείξουν αν υπάρχει κάποια σπηλιά στη γύρω από την πόλη περιοχή. Πρόθυμα κάποιοι κάτοικοι οδήγησαν τον θαυματοποιό σε μια μικρή σπηλιά που υπήρχε λίγο πιο έξω από την πόλη, στους πρόποδες ενός βουνού. Πριν οι κάτοικοι φύγουν για να αφήσουν τον θαυματοποιό να βολευτεί στην σπηλιά του, ο Δήμαρχος τον ρώτησε αν χρειάζεται νερό ή τροφή από την ελάχιστη που κι εκείνοι είχαν. Ο θαυματοποιός ευχαρίστησε τον Δήμαρχο λέγοντάς του πως δεν χρειάζεται ούτε τροφή, ούτε νερό και πως του αρκεί η ησυχία της σπηλιάς.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι κάτοικοι χαρούμενοι με τις συχνές πια βροχές, είχαν ξεχυθεί στα χωράφια κι όργωναν, έσπερναν, φύτευαν, κάνοντας κι όλες τις άλλες αγροτικές εργασίες που προετοίμαζαν τη γη για να καρπίσει.

Αλλά κι οι μάστορες του πηλού είχαν ξεχειλίσει τις στέρνες τους, δουλεύοντας αδιάκοπα, να μαλακώσουν τον πηλό που είχε στεγνώσει μέσα τους. Μα ο πηλός, είχε γίνει σκληρός σα βράχος, δεν μαλάκωνε με τίποτα, ούτε να δουλευτεί μπορούσε αλλά ούτε και να βγει από τις στέρνες για να φιαχτεί καινούργιος, κάνοντας τις στέρνες άχρηστες.

Η γη ήθελε χρόνο να καρπίσει κι υπομονή. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν είχαν πια. Η πείνα σπάραζε τα σωθικά τους.

Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει και τρόπο να τους δώσει τον πηλό να μαλακώσουν, για να τον δουλέψουν και να τον στείλουν στην αγορά, να πάρουν ψωμί να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους, μέχρι να καρπίσει η γης.

Ο θαυματοποιός πρόθυμα δέχτηκε να τους βοηθήσει, λέγοντάς τους πως δεν χρειάζεται να παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν. Και πως τρόπο να μαλακώσει τον ξερό πηλό δεν είχε, μα τέχνη άλλη πιο θαυμαστή από την τέχνη του πηλού, θα τους διδάξει.

Την υπόσχεσή του, πράξη έκανε και πριν ακόμη χαράξει η νέα μέρα, σάκους γέμιζε με άμμο απ’ τα πιο βαθιά και μεγάλα ρυάκια που κυλούσαν στις πλαγιές των βουνών, γύρω από την χώρα. Τα κουβάλησε ως το μεγάλο καμίνι της πολιτείας, εκεί που πριν οι μάστορες του πηλού ψήναν τα πήλινα κανάτια τους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι ολομόναχος να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του, που αντηχούσε σε ολάκερη την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί. Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να μάχεται να δαμάσει τη φωτιά και την άμμο. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση καμιά.

Απ’ έξω, ζωσμένο να ‘χει το καμίνι ο λαός, λουσμένος αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα. Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του.

Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός να σμίγει την άμμο με τη φωτιά κι απ’ τη σμίξη τους να ξεχύνεται καυτό λευκό ρετσίνι, που μ’ ένα καλάμι από το στόμα του, αέρα να φυσά μες το καυτό λευκό ρετσίνι κι εκείνο να φουσκώνει, να κρυώνει και τη μορφή να παίρνει κανατιού. Κανάτι αλλιώτικο, διάφανο, τόσο που η ματιά μέσα του κοίταγε αλλά και πίσω από αυτό.

Σάστισε ο λαός με τούτο δω το θαύμα. Ο θαυματοποιός σήκωσε στα χέρια του το διάφανο κανάτι και λέει στο λαό: «Γυαλί το λένε τούτο δω κι η τέχνη του είναι θαυμαστή». Μετά πήρε δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρεις μέρες και τρεις νύχτες τους δίδαξε τη θαυμαστή τέχνη του γυαλιού. Που κι αυτοί με την σειρά τους θα την διδάξουν σε άλλους για να γίνουν πολλοί οι μάστορές του.

Με ενθουσιασμό μεγάλο οι κάτοικοι ξεκίνησαν το έργο του γυαλιού, δίνοντάς του μορφές διάφορες, κούπες, γαβάθες, λαγίνια, κανάτια κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού ακούραστοι εργάτες του, το μάθαιναν και το δούλευαν γιομάτοι λαχτάρα.

Ο θαυματοποιός άφηνε τ’ απόβραδα τη σπηλιά του και κατέβαινε στη μεγάλη πλατεία της πολιτείας, όπου τα παιδιά μαζεύονταν γύρω του για να τους πει ιστορίες από άγνωστους και μακρινούς τόπους. Εκείνος το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση κι όταν τέλειωνε τις αφηγήσεις του, για να τα καληνυχτίσει έβγαζε μικρούς ήλιους από τα μανίκια του, που σαν ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό, έσκαγαν κι έπεφταν σαν χρυσή βροχή στα μαλλιά των παιδιών, που πλημμύριζαν την πολιτεία με τα χάχανα τους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού, ακούραστοι εργάτες του, το δούλευαν με λαχτάρα, γεμίζοντας μεγάλα κοφίνια με γυαλικά και ξερό άχυρο ανάμεσά τους για ασφάλεια, έτοιμα να φορτωθούν στα κάρα και να τραβήξουν το δρόμο της αγοράς. Να πάνε σε γειτονικές πολιτείες να πουληθούν, για να αγοραστεί ψωμί, να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους μέχρι η γης να καρπίσει.

Σαν ήρθε η μέρα να φορτωθούν τα κάρα, οι αμαξηλάτες γύρισαν ένα προς ένα τα σπίτια της πολιτείας για να βρουν βόδια και άλογα να σύρουν τα κάρα. Μα ούτε βόδια, ούτε άλογα είχε η πολιτεία. Τα περισσότερα τα είχε σκάσει η ανοβριά, και όσα είχαν απομείνει, τροφή είχαν γίνει από τους κατοίκους για ν’ αντέξουν την πείνα.

Στεναχώρια έπεσε μεγάλη. Δούλευαν πολύ να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια για να τα πουλήσουν και να φέρουν ψωμί στην πολιτεία, μα τώρα φορτωμένα στα κάρα, άχρηστα ήταν αφού δεν είχαν βόδια κι άλογα να τα σύρουν. Κάποιοι δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι ζεύτηκαν τα κάρα αυτοί, να τα τραβήξουν στο δρόμο της αγοράς, μα το φορτίο βαρύ κι αυτοί ασθενικοί από την πείνα, μακριά δεν πήγαν. Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει για μια ακόμη φορά. Εκείνος πρόθυμος να βοηθήσει, τους είπε πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Πριν χαράξει το φως της μέρας, ο θαυματοποιός μ’ ένα ξύλινο καρότσι γύρναγε τους δρόμους και τα σοκάκια της πολιτείας μαζεύοντας άχρηστα σιδερικά, κουβαλώντας τα ως το μεγάλο καμίνι, εκεί που οι μάστορες του γυαλιού σμίγανε τη φωτιά με την άμμο για να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια τους.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι ολομόναχος, να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που αντηχούσε σε ολάκαιρη την πολιτεία, απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να λιώνει το σίδερο στη δυνατή φωτιά, φτιάχνοντας ένα μεγάλο καζάνι με χοντρά τοιχώματα. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση. Απ΄ έξω ζωσμένο να ‘χει το καμίνι τον λαό, λουσμένος ν’ αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα.

Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του. Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος, σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός με τα δυο του χέρια μες στο μεγάλο σιδερένιο καζάνι με τα χοντρά τοιχώματα, να δένει το νερό με τη φωτιά. Κι από το δέσιμο αυτό, μια τεράστια στήλη ατμού ξεπήδησε με τέτοια ορμή και δύναμη, που σείστηκε ολάκερη η πολιτεία, μα ο θαυματοποιός όριζε τούτη τη τεράστια στήλη ατμού, τη δάμαζε και την κατεύθυνε σαν να ‘ταν παιδικό παιχνίδι «θαυμαστή η δύναμη του ατμού» τους λέει, «σαν δαμαστεί το πιο μεγάλο κάρο με το πιο βαρύ φορτίο, μπορεί να κινήσει».

Αμέσως παίρνει από το πλήθος δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρία μερόνυχτα τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν μικρά καζάνια για να δέσουν μέσα τους τη φωτιά και το νερό, και πώς να δαμάσουν την ορμή του ατμού για να κινήσουν τα βαριά τους κάρα.

Μ’ ενθουσιασμό το πλήθος έπιασε δουλειά φτιάχνοντας μικρά καζάνια, που μέσα τους έδενε η φωτιά με το νερό δαμάζοντας την ορμή του, στήριξαν τα μικρά καζάνια πάνω στα φορτωμένα κάρα και τα κάρα κινήθηκαν… Τι θαύμα τούτο(!), τα κάρα τρέχαν γρηγορότερα και σήκωναν περισσότερο φορτίο απ’ ό,τι όταν τα έσερναν τα ζώα.

Φορτωμένα με γυαλί, τράβηξαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα για να πάνε στις γειτονικές πολιτείες και φορτωμένα γύρισαν απ’ αυτές, φορτωμένα με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο αγαθό η μάνα γης καρπίζει.

Μεγάλη χαρά πλημμύρισε την πολιτεία, μεγάλο γλέντι στήθηκε γιομίζοντας η πόλη ευωδιές από τα φαγητά που ψήνανε οι κυράδες. Μα η χαρά δεν κράτησε πολύ, γιατί ο φόβος της πείνας στην ψυχή τους είχε καρφωθεί.

Την άλλη μέρα το πρωί, στη μεγάλη πλατεία συγκεντρώθηκαν και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, αποφάσεις με μπούσουλα το φόβο της πείνας πήρανε.

Να φιάξουν μεγάλες αποθήκες είπαν, και γεμάτες να τις έχουν ακόμη κι αν δεν χορταίνουν το ψωμί, οικονομία αυστηρή να κάνουν και Νόμους σύνταξαν, που τη σπατάλη να τιμωρούν. Είπαν ακόμη πως όσα έχει ο καθένας θα τρώει, και χόρτασε-δεν χόρτασε, παραπάνω δεν θα ζητάει. Και πως ούτε σε ξένους ζητιάνους ή οδοιπόρους, που από την πολιτεία τους περνούν, ψωμί δεν θα δίνουν. Όποιος ζητάει, δεν θα παίρνει, είπαν, κι αυτό θα είναι Νόμος.

Με τα μούτρα πέσαν στην δουλειά οι κάτοικοι, μεγάλες φιάξαν αποθήκες,, μεγάλες και πολλές, κι άρχισαν να τις γεμίζουν. Φορτωμένα με γυαλί τράβαγαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα, φορτωμένα γύριζαν με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο ο νους βάζει και γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες.

Η γη της πολιτείας κάρπισε κι αυτή κι έβγαλε πλούσια σοδειά, που με την σειρά της στις μεγάλες αποθήκες στοιβάχτηκε, γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες κι όλο κι έφιαχναν καινούργιες που τις γέμιζαν κι αυτές, μα όσο γέμιζαν οι αποθήκες, τόσο άδειαζαν οι ψυχές των κατοίκων της πολιτείας.

Είχαν γίνει λιγομίλητοι και σκυθρωποί, ολημερίς μετρούσαν τι θα φάνε και τι θα φυλάξουν και τα μετρούσαν δυο και τρεις φορές για να ‘ναι σίγουροι πως δεν κάνουν σπατάλη.

Είχαν γίνει σκυθρωποί και καχύποπτοι, στραβοκοίταγαν ο ένας τον άλλον, μην κι έφαγε κανείς περισσότερο απ’ ό,τι ορίζει ο Νόμος, αλλά και τα παιδιά τους τα είχαν κάνει λιγομίλητα, σκυθρωπά και καχύποπτα, δεν πήγαιναν πια στην πλατεία για ν’ ακούσουν τις ιστορίες του θαυματοποιού, ούτε έπαιζαν πια στις αλάνες όπως πριν.

Ο θαυματοποιός βλέποντας την παράλογη συμπεριφορά των κατοίκων, σταμάτησε να κατεβαίνει στην πολιτεία, αλλά την παρατηρούσε σκεφτικός από ένα ψηλό σημείο κοντά στη σπηλιά.

Αλλά κι οι κάτοικοι τον είχαν πια ξεχάσει, γιατί το μυαλό τους δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το να γεμίσουν τις αποθήκες τους. Μοναχά ο Δήμαρχος έστελνε κάθε μέρα δυο από τους κατοίκους να δουν αν ο θαυματοποιός ήταν ακόμη στη σπηλιά, κι αυτό γιατί φοβόταν πως αν φύγει, μαζί τους θα φύγουν κι οι βροχές και θα χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού.

Κείνη την αλλόκοτη εποχή που οι κάτοικοι της πλούσιας πια πολιτείας είχαν χάσει πια τη λογική τους, ένας φτωχός, πεινασμένος και ταλαιπωρημένος οδοιπόρος έφτασε στην πολιτεία.

Σαν είδε τους πρώτους κατοίκους, τους παρακάλεσε, τους θερμοπαρακάλεσε, τους χιλιοπαρακάλεσε να του δώσουν λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί για να στυλωθεί στα πόδια του, γιατί είχε μέρες άνυδρος και νηστικός κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά. Μα εκείνοι, του είπαν να φύγει και πως ψωμί δεν περισσεύει, ούτε νερό, γυρίζοντάς του την πλάτη, τρέχοντας να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους.

Ο άμοιρος οδοιπόρος χτύπησε πόρτες, παρακάλεσε, έκλαιγε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό, μα κανείς δεν του αποκρίθηκε, λες κι η πολιτεία ήταν έρημη, λες πως δεν ήταν πολιτεία ανθρώπων, μα σκληρός βράχος στη μέση της ερήμου, παρακαλούσε, θερμοπαρακαλούσε, χιλιοπαρακαλούσε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό ο άτυχος άνθρωπος, μ’ απόκριση καμιά κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά και του θόλωνε το νου.

Λίγο πιο κάτω δυο κάτοικοι ξεφόρτωναν σε μια μεγάλη αποθήκη ένα κάρο γεμάτο κοφίνια με ψωμιά. Σαν το είδε αυτό ο πεινασμένος άνθρωπος, ο νους του ξεστράτισε, σάλεψε η λογική κι όρμηξε σα πληγωμένο αγρίμι πάνω τους, ρίχνοντάς τους στο χώμα. Σαστισμένοι εκείνοι, μείναν ακίνητοι, προσπαθώντας να καταλάβουν τι γίνηκε.

Ο δύστυχος άνθρωπος αρπάζει ένα ψωμί κι αρχίζει να τρέχει. «Κλέφτης, κλέφτης!» άρχισαν να φωνάζουν οι δυο πεσμένοι στο χώμα κάτοικοι. Σε λίγες στιγμές η πολιτεία πλημμύρισε οργισμένους ανθρώπους, που σαν τεράστιο χέρι, είχε αρπάξει σφιχτά τον κλέφτη του ψωμιού, φωνές, αντάρες, κακό σειόταν όλη η πολιτεία.

Το πλήθος των οργισμένων ανθρώπων μαζεύτηκε γρήγορα στη μεγάλη πλατεία και με μπροστάρη τον Δήμαρχο τιμώρησαν τον κλέφτη του ψωμιού κι η τιμωρία ήταν βαριά. Εκεί, στη μέση της πλατείας, το οργισμένο πλήθος των κατοίκων της πλούσιας πολιτείας, με μπροστάρη τον Δήμαρχο, κρέμασε τον άτυχο οδοιπόρο.

Ο θαυματοποιός που είδε τι έγινε από το ψηλό σημείο κοντά στην σπηλιά του, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μα το κακό δεν το πρόλαβε.

«Τι κάνατε;» ρωτάει τους κατοίκους γεμάτος απόγνωση.

«Τιμωρήσαμε τον εγκληματία» απαντά με όψη επίσημη ο Δήμαρχος.

«Λίγο ψωμί ζήτησε μονάχα» του λέει ο θαυματοποιός.

«Κλέφτης ήταν, τιμωρία του άξιζε» φώναξε ο Δήμαρχος.

«Η πείνα δεν είναι έγκλημα να θέλει τιμωρία. Η πείνα είναι αρρώστια και θέλει γιατρειά» απάντησε σχεδόν άγρια ο θαυματοποιός.

«Τι είναι αυτά που λες;» φώναξε ο Δήμαρχος. «Εμείς είμαστε ορκισμένοι να τηρούμε τους Νόμους και τα ψηφίσματα της πολιτείας. Μόνο έτσι θα φυλάξουμε το βιος μας και δεν θα πεινάσουμε ξανά, κι αυτό είναι το δίκιο μας».

«Το δίκιο σας είναι τυφλό και τ’ άδικο δεν βλέπει» απαντάει απογοητευμένος ο θαυματοποιός. «Σε πολιτεία ανθρώπων που είδαν καλό, μα καλό δεν δείξανε, θέση δεν έχω κι ώρα μου να φύγω είναι».

Σαν τ’ άκουσε αυτά ο Δήμαρχος τραντάχτηκε ολάκερος από την ταραχή του κι άρχισε να φωνάζει προς τους κατοίκους: «Αν φύγει, μπορεί να φύγουν μαζί του κι οι βροχές και να χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού!»

Στο άκουσμα των λόγων του Δημάρχου το πλήθος κύκλο έκαμε γύρω από τον θαυματοποιό κι οι πιο δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι τον άρπαξαν από τα χέρια και τα πόδια, ενώ ακουγόταν ο Δήμαρχος να φωνάζει: «Στη φυλακή! Κλείστε τον στη φυλακή!»

Ο θαυματοποιός δεν αντιστάθηκε καθόλου, μα λίγο πριν τον κλείσουν στο κελί είπε στο πλήθος και στον Δήμαρχο: «Σαν έρθει καταμεσήμερο, νύχτα και μεσονύχτι, όλα θα γένουν όπως τους πρέπει».

Οι μέρες περνούσαν κι οι κάτοικοι συνέχισαν να γεμίζουν τις μεγάλες αποθήκες τους, λιγομίλητοι, σκυθρωποί και καχύποπτοι. Τώρα μάλιστα είχαν βάλει και φύλακες με δόρατα και σπαθιά στους δρόμους που οδηγούσαν στην πολιτεία για να διώχνουν τους περαστικούς οδοιπόρους. Είχανε βάλει επίσης και χωροφύλακες που ολημερίς μετρούσαν το φαΐ που έτρωγαν οι κάτοικοι, για σιγουριά πως δεν τρώει κανείς περισσότερο από ό,τι ορίζει ο Νόμος.

Τα ατμοκίνητα κάρα φορτωμένα με γυαλί φεύγαν για άλλες πολιτείες, φορτωμένα με τ’ αγαθά που κάρπιζε η γης γύριζαν, τα λιβάδια τους καταπράσινα κι αυτά και πλούσια κάρπιζαν και ξανακάρπιζαν ασταμάτητα και μεγάλες αποθήκες γέμιζαν ίσαμε πάνω.

Μα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, εκεί που ο ήλιος στο πιο ψηλό σημείο είχε φτάσει, άρχισε το φως του να χάνεται, να τον σκεπάζει το φεγγάρι, λες και μες στο καταμεσήμερο ήρθε νύχτα και μεσονύχτι.

Σούσουρο έγινε στην πολιτεία κι ο κόσμος στους δρόμους βγήκε, γιατί τα λόγια του θαυματοποιού θυμήθηκαν, μα τα θυμήθηκαν αργά.

Ο θαυματοποιός μες στο κελί του, σαν το φεγγάρι σκέπασε τον ήλιο, το μεταλλικό του μπαστούνι σήκωσε και τα κάγκελα της φυλακής παραμέρισαν για να περάσει. Πέρασε το χοντρό σκοινί που είχε δεμένο το μεγάλο ξύλινο μπαούλο στον ώμο του και στηρίζοντας το κορμί του στο μεταλλικό μπαστούνι του, ξεκίνησε για την έξοδο της πολιτείας.

Σαν τον είδαν οι κάτοικοι να φεύγει, τρέξανε να τον εμποδίσουν, μα εκείνος το χέρι του σήκωσε κι άνεμος δυνατός τους κράταγε μακριά, ενώ πίσω του μια πυκνή απλωνόταν ομίχλη, τόσο πυκνή που μια πιθαμή μπρος δεν έβλεπες.

Ολάκερη η πολιτεία ανάστατη κι οι κάτοικοι τυφλοί απ’ την πυκνή ομίχλη. Κάποιοι φοβήθηκαν πολύ κι έκαναν να φύγουν απ’ την πολιτεία, μα η ομίχλη λες και τους μπέρδευε το δρόμο βάζοντάς τους να κάνουν κύκλους από κει που ‘χαν ξεκινήσει. Έμοιαζε να τους έχει φυλακισμένους στην ίδια τους την πολιτεία.

Μονάχα ο θαυματοποιός ανεμπόδιστος έφτασε ως το τέλος της πολιτείας κι έξω απ’ αυτό, με το μεταλλικό μπαστούνι χάραξε έναν μεγάλο κύκλο στο χώμα που στο κέντρο του άναψε μια πολύ μεγάλη φωτιά. Άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πήρε το τουμπερλέκι του και καθισμένος καταγής άρχισε τ’ αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του που πλημμύριζε την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα χίλιοι τραγουδιστάδες μαζί.

Για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έλεγε το παράξενο τραγούδι που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο. Για σαράντα μερόνυχτα η πολιτεία σκεπασμένη από την πυκνή ομίχλη που μπέρδευε τα μυαλά των κατοίκων. Για σαράντα μερόνυχτα αντηχούσε το τραγούδι του, λες κι ολάκερη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη από μια τεράστια καμπάνα που χτυπούσε συνέχεια.

Σαν πέρασαν σαράντα μερόνυχτα, το τραγούδι έπαψε, χάθηκε και η ομίχλη, μα η πολιτεία πουθενά. Λες και κάποιο τεράστιο χέρι την είχε πάρει. Στη θέση της μια τεράστια έκταση ξερής άμμου.

Ο θαυματοποιός σηκώθηκε, περπάτησε ως την άκρη του μεγάλου κύκλου, έσκυψε και μάζεψε μια γυάλινη σφαίρα, όχι πιο μεγάλη από μια πιατέλα φαγητού, όπου μέσα της βρίσκονταν ολάκερη η πολιτεία, με τους ανθρώπους, τα λιβάδια, τα ζώα, τ’ ατμοκίνητα κάρα και τις μεγάλες αποθήκες. «Τα παιδιά δεν θα γεράσουν κι οι γέροι δεν θα πεθαίνουν. Αθάνατοι θα μείνετε δίχως το δώρο της λαλιάς, δίχως μιλιά ο ένας στον άλλον, ολομόναχοι και ξεχασμένοι στα όρια της πολιτείας κλεισμένοι» είπε, κι έβαλε την γυάλινη σφαίρα μ’ ολάκερη την πολιτεία μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο του και πέρασε στον ώμο του το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, τράβηξε το δρόμο του λέγοντας… «όταν ζητάς, όταν χρειάζεσαι, πρέπει να δίνεις όταν χρειάζεται και σου ζητήσουν. Ειδάλλως, μένεις μονάχος και χάνεσαι».

Categories: Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το σκλαβί

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης. Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Από την παρουσίαση του παραμυθιού "το σκλαβί" στις 28 Μαϊου 2015

Από την παρουσίαση του παραμυθιού «το σκλαβί» στις 28 Μαϊου 2015

Στα παλιά τα χρόνια, τα χρόνια των βασιλιάδων, ένας βασιλιάς προσπαθούσε με την γυναίκα του να κάνει παιδί μα δεν τα κατάφερναν. Από τον φόβο του μήπως και δεν δει απόγονο, ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει παιδί με μια σκλάβα που είχαν στο παλάτι. Έτσι κι έγινε. Παρόλα αυτά, έμεινε έγκυος κι η γυναίκα του. Έτσι, μετά από μήνες εννέα, δύο αγόρια γεννήθηκαν κι άρχισαν να μεγαλώνουν μαζί. Παίζανε, διαβάζανε, πήγανε και τελειώσανε το σχολείο, πάντα μαζί. Το παιδί που είχε αποκτήσει με την σκλάβα, το σκλαβί, ήταν έξυπνο και φρόνιμο. Όχι όμως και το βασιλόπουλο που ήταν χοντροκέφαλο και κακομαθημένο. Συνέχεια γυρνούσε από ταβέρνες σε καταγώγια και μάταια από πίσω του έτρεχε και το σκλαβί για να τον συμβουλεύει. Μα το βασιλόπουλο, δεν έπαιρνε από λόγια κι όλο τριγύριζε με τους χαμένους και τους χαραμοφάηδες.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο είδε σε έναν πίνακα την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και την ερωτεύτηκε. Από τον έρωτα, αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι. Διάφοροι γιατροί περάσανε από το παλάτι, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τότε, το βασιλόπουλο πήρε μιαν απόφαση. Να πάει και να ψάξει να βρει την όμορφη του κόσμου, αφού αυτή ήταν η αιτία της αρρώστιας του. Είπε την ιδέα του στο σκλαβί. Το σκλαβί από την μεριά του, αγαπούσε πολύ το βασιλόπουλο κι έτσι αποφάσισε να πάει μαζί του για να το προσέχει.

Οι δύο νέοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά και πατέρα τους και του είπαν:

Πατέρα μου και βασιλιά, σοφέ και σεβαστέ μας.

Δώσε μας την ευχή σου εσύ και την καλή ορμήνια.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρουμε, να ζήσουμε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγουμε να πάμε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, αν δώσεις την ευχή σου!

Αυτά είπανε στον βασιλιά, μα για την όμορφη του κόσμου, δεν βγάλανε μιλιά. Ο βασιλιάς σούφρωσε το πρόσωπό του. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Έπειτα, ανασηκώθηκε, στάθηκε ανάμεσά τους, τους έπιασε από τον ώμο και με συμβουλευτική φωνή τους είπε:

Με την ευχή μου γιόκα μου κι εσύ σκλαβόπουλό μου,

με την ευχή μου και οι δυο να πάτε και να ‘ρθείτε.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρετε, να ζήσετε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγετε να πάτε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, την δίνω την ευχή μου!

Μα ο βασιλιάς, δεν έδωσε μονάχα την ευχή του. Έδωσε και κατάρα συνάμα, αν παρακούσουν τις συμβουλές του. Τις τρεις συμβουλές του. Συμβουλή πρώτη:

 Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το παλάτι,

και πριν να συναντήσετε το δάσος με τις λεύκες,

ένα καλύβι ξύλινο θα βρείτε εκεί πέρα.

Καλύβι δίχως κλειδαριά και δίχως νοικοκύρη.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή δεύτερη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το καλύβι

κι αφού επερπατήσετε το δάσος με τις λεύκες,

τεράστιο δέντρο, γέρικο θα υψωθεί μπροστά σας.

Δέντρο με δίχως φύλλωμα, δίχως σκιά στη ρίζα.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Καθίστε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή τρίτη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε αλάργ’ από το δάσος

κι αφού σε κάμπο πράσινο και ανθισμένο μπείτε,

καταμεσής του βρίσκεται πύργος καλοχτισμένος.

Η πύλη του ορθάνοιχτη κι οι σύρτες σκουριασμένοι.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Αυτές τις τρεις συμβουλές τους έδωσε μαζί με την ευχή του και δίχως να χάσουν χρόνο, οι δύο νέοι ξεκίνησαν την άλλη μέρα κιόλας το μακρινό τους ταξίδι.

Περπάτησαν πολύ. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες … παρά μία μέρα, είκοσι, όταν έφτασαν μπροστά σε ένα καλύβι. Ήταν ακριβώς όπως τους το είχε περιγράψει ο βασιλιάς. Μπήκανε μέσα. Γεμάτο μαξιλάρες και παχιά χαλιά. Κάθισαν να ξαποστάσουν και τότες άρχισαν να έρχονται μόνα τους, λογιώ-λογιώ φαγητά και γλυκά, πιοτά και καφέδες, ναργιλέδες και τσιμπούκια. Αφού φάγανε και ήπιανε κι αφού χορτάσανε, το βασιλόπουλο νύσταξε κι έστρωσε να κοιμηθεί. Μα το σκλαβί, θυμήθηκε τη συμβουλή του βασιλιά και είπε στο βασιλόπουλο:

– Μα τι κάνεις; Ξέχασες ότι ο αφέντης μας, μας έδωσε ευχή και κατάρα αν πέσουμε να κοιμηθούμε μέσα στο καλύβι;

– Τι λες βρε; Εδώ βρήκαμε τέτοιες μαξιλάρες και τέτοια στρώματα κι εσύ θες να τα αφήσουμε και να πάμε έξω να κοιμηθούμε;

– Ήταν συμβουλή του βασιλιά μας. Θες να την παρακούσουμε;

– Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά εγώ θα ξαπλώσω εδώ. Δεν βγαίνω έξω στο κρύο ή στον φόβο να με φάνε τα άγρια ζώα.

Το βασιλόπουλο ξάπλωσε κι όπως ήταν κουρασμένο, το πήρε αμέσως ο ύπνος. Το σκλαβί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Να δεις, που κάτι κακό θα γίνει εδώ, σκέφτηκε. Πήγε κι έκατσε στην πόρτα απέναντι. Έβγαλε το τόξο του και το ακούμπησε δεξιά του. Έβγαλε και το σπαθί του και το ακούμπησε αριστερά του. Πήρε και τον ναργιλέ κι άρχισε να καπνίζει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και σεισμός μεγάλος τάραξε το καλύβι κι εμφανίστηκε μπροστά του ένας δράκος, ένα θεριό μεγάλο με τρία κεφάλια. Βλέπει ο δράκος το σκλαβί να καπνίζει και το βασιλόπουλο να κοιμάται:

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε σε τούτο το καλύβι

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά χαλιά μου!

Ο δράκος θυμωμένος πολύ απευθύνθηκε προς το σκλαβί, το οποίο χωρίς να δείχνει και ιδιαίτερα ανήσυχο του απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θύμωσε ακόμα πιο πολύ και είπε στο σκλαβί:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Μα το σκλαβί δεν έδειξε καθόλου φόβο κι ανασηκωμένο πια, ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει και τα τρία κεφάλια του δράκου ο οποίος έπεσε με δύναμη κάτω. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στην στιγμή μέχρι τα γόνατά σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί κόβει με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Κόβει τις γλώσσες του και τις βάζει στο ταγάρι του. Κάνει κομμάτια το σώμα του και το θάβει μακριά από το καλύβι. Γυρνάει, ξεπλένει και καθαρίζει το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια πέφτει να κοιμηθεί. Μα ήδη είχε χαράξει, και μετά από λίγο ξύπνησε και το βασιλόπουλο από τον βαθύ του ύπνο. «Εϊ, ξύπνα…μου αρέσει που ήθελες να φυλάξεις και βάρδια…ξύπνα, ξημέρωσε!» Φώναξε το βασιλόπουλο στο σκλαβί κι εκείνο υποκρίθηκε πως ξύπνησε εκείνη τη στιγμή. «Συγχώρα με αδερφέ μου, αλλά φαίνεται πως με πήρε κι εμένα αμέσως ο ύπνος!»

Κάθισαν για λίγο περιμένοντας να αρχίσουν να έρχονται φαγητά για πρωινό, μα μάταια. «Δεν το έχουν έθιμο εδώ να φέρνουν πρωινό φαίνεται», ακούστηκε το βασιλόπουλο να μονολογεί, μα το σκλαβί κατάλαβε πως με τον θάνατο του δράκου σταμάτησε και το ανεξήγητο αυτό περιστατικό. Έτσι, σηκώθηκαν και πήραν πάλι το δρόμο για το ταξίδι τους. Περπάτησαν μέρες πολλές. Πέντε μέρες, δέκα και φτάσανε στο δάσος με τις λεύκες. Δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι και βρέθηκαν μπροστά σε ένα γέρικο δέντρο, χωρίς φύλλωμα και σκιά στην ρίζα του, όπως ακριβώς τους το είχε περιγράψει κι ο βασιλιάς αφέντης τους. Από κάτω του, μαξιλάρια και κιλίμια στρωμένα υπήρχαν. Κουρασμένοι και οι δυο τους, κάθισαν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μονάχα τους, φαγητά διάφορα και ποτά. Κι αφού φάγανε, συνέχισαν να έρχονται γλυκά, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Όταν τελειώσανε όλα, το βασιλόπουλο έγειρε και πάλι στα κιλίμια και τα μαξιλάρια για να κοιμηθεί μα το σκλαβί του θύμισε τα λόγια του βασιλιά τους. Του ζήτησε να σηκωθεί και να πάνε παραπέρα από το δέντρο να κοιμηθούν. Άδικα μιλούσε όμως. Το βασιλόπουλο είχε ήδη κοιμηθεί. Έτσι, το σκλαβί, κάθισε και πάλι ξύπνιο να φυλάει σκοπιά, φοβούμενο ότι κάτι κακό θα συμβεί ξανά. Τέντωσε το τόξο του και το έβαλε στο πλάι του. Έβγαλε το σπαθί του από την θήκη και το ακούμπησε κι αυτό κατάχαμα και περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα, η γης σείστηκε και εμφανίστηκε ένας δράκος με έξι κεφάλια. Ένα θεριό άγριο και τρομερό. Κοίταξε το σκλαβί που ήταν καθισμένο και το βασιλόπουλο που κοιμότανε του καλού καιρού.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στο γέρικό μου δέντρο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Δίχως φόβο το σκλαβί ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα τέσσερα κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και με δυο κινήσεις γρήγορες, του κόβει και τα άλλα δυο κεφάλια. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο δράκος, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό από κάτω ως την μέση.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Έκοψε και τις γλώσσες του και τις έβαλε στο ταγάρι του. Έκανε κομμάτια το σώμα του και το έθαψε μακριά από το δέντρο. Γύρισε, καθάρισε το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια έπεσε να κοιμηθεί. Μετά από ώρες, πρώτο ξύπνησε το βασιλόπουλο που άρχισε να φωνάζει και να κοροϊδεύει το σκλαβί… «Ξύπνα βρε υπναρά, μεσημέριασε!» Και το σκλαβί σηκώθηκε παριστάνοντας τον νυσταγμένο και πάλι. Κι αφού πήραν δυνάμεις, ξεκίνησαν πάλι το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησαν. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι, ώσπου φτάσανε σε πράσινο και ανθισμένο κάμπο. Καταμεσής του ορθώνονταν καλοχτισμένος πύργος. Οι πύλες του ήταν ορθάνοιχτες κι οι σύρτες σκουριασμένοι από καιρό. Ήταν ακριβώς όπως τους τον είχε περιγράψει κι ο αφέντης τους. Μπήκανε μέσα και μαγεύτηκαν από την ομορφιά. Ολομέταξα χαλιά και μάλλινα κιλίμια. Τεράστιες μαξιλάρες πάνω τους, να ξαπλώνεις και να χάνεσαι μέσα τους. Χρυσοί πολυέλαιοι να φωτίζουν την σάλα με δεκάδες κεριά ο καθένας. Σπάνιοι πίνακες ζωγραφικής μοναδικής αξίας και ομορφιάς στους τοίχους και παντού χρυσάφι και ελαφαντόδοντο.

Δεν πρόλαβαν να κάτσουν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μοναχά τους, λογής-λογής φαγητά και ποτά. Κι ύστερα, αφού φάγανε και ήπιανε, άρχισαν να έρχονται γλυκά και φρούτα, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Σαν τελειώσαν για τα καλά, το βασιλόπουλο έπεσε να κοιμηθεί έτσι που ήταν κουρασμένο.

Το σκλαβί δεν άντεξε βλέποντας πάλι το βασιλόπουλο να παρακούει τη συμβουλή του αφέντη τους και του είπε θυμωμένος.

– Πάλι τα ίδια; Εδώ θα πέσεις να κοιμηθείς;

– Και τι θες να κάμω;

– Να πάμε έξω από τον πύργο να κοιμηθούμε.

– Είσαι τρελός; Έχουμε βρει τέτοιες ανέσεις, τόσο μαλακά μαξιλάρια, τέτοια ζέστη κι εσύ θες να πάμε να κοιμηθούμε έξω στο κρύο με τα άγρια ζώα;

– Έτσι δεν πρόσταξε ο αφέντης μας;

– Ο αφέντης μας δεν είναι εδώ για να μας βλέπει τι κάνουμε και τι όχι.

– Ναι, αλλά σου πάει η καρδιά να παρακούσεις τις εντολές του;

– Δεν βλέπεις κι εσύ ότι ο βασιλιάς μας έχει γεράσει κι έχει ξεκουτιάνει; Πιστεύεις στα λόγια του; Εξάλλου και στα δύο προηγούμενα, τί το κακό μας βρήκε; Τίποτα. Οπότε άσε τις γκρίνιες και ξάπλωσε κι εσύ να κοιμηθείς.

…είπε το βασιλόπουλο κι έκλεισε τα μάτια του πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Όχι όμως και το σκλαβί, που για άλλη μια φορά ετοίμασε το τόξο και το σπαθί του και περίμενε το κακό. Κι όντως, κατά τα μεσάνυχτα, ο πύργος σείστηκε συθέμελα. Οι πολυέλαιοι κουνιόντουσαν πέρα-δώθε. Ένα άγριο μουγκρητό ακούστηκε κι ύστερα εμφανίστηκε από την πόρτα ένας τεράστιος δράκος με εννέα κεφάλια. Από τον θυμό του, έβγαζε καπνούς από την μύτη και το στόμα. Αντίκρισε το βασιλόπουλο που κοιμότανε βαριά και το σκλαβί που ήταν καθισμένο απέναντί του.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στον πέτρινό μου πύργο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Το σκλαβί ούτε και τώρα φοβήθηκε και ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα έξι κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και δίνοντας μάχη άγρια σώμα με σώμα, του κόβει και τα άλλα τρία κεφάλια. Σπαρταρούσε ο δράκος σαν το ψάρι έξω από το νερό και λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό ίσαμε το λαιμό σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε κι αυτόν τον δράκο κομματάκια και τον πέταξε έξω από τον πύργο, αφού πρώτα κράτησε τις γλώσσες του μέσα στο ταγάρι του. Έπλυνε και καθάρισε όλο το χώρο από τα αίματα κι ετοιμάστηκε να πέσει να κοιμηθεί. Μα η ματιά του έπεσε σε μια αρμαθιά κλειδιά που ήταν κρεμασμένη δίπλα στην πόρτα. Την ξεκρέμασε και τα μέτρησε. Σαράντα κλειδιά! Τι να ανοίγανε αυτά; Αναρωτήθηκε το σκλαβί κι άρχισε να ψάχνει τον πύργο. Έψαξε από εδώ…τίποτα. Έψαξε από εκεί…τίποτα. Σε μια στιγμή, σα να πάτησε πάνω σε κάτι κούφιο. Τράβηξε το χαλί που ήταν στρωμένο από πάνω και είδε μια καταπακτή. Την άνοιξε κι αντίκρισε πολλά σκαλοπάτια. Σαν κατέβηκε αρκετά σκαλιά κάτω από τη γη, βγήκε σε έναν μακρύ διάδρομο με πάρα πολλές πόρτες αριστερά και δεξιά. Τις μέτρησε και τις βρήκε σαράντα. Σαράντα κλειδιά για σαράντα πόρτες. Αυτό ήταν. Το σκλαβί, άνοιξε την πρώτη πόρτα και τα μάτια του γούρλωσαν. Ένα δωμάτιο γεμάτο ρουμπίνια. Ανοίγει την δεύτερη πόρτα και κοκάλωσε. Γεμάτο το δωμάτιο με βενέτικα φλουριά. Σμαράγδια στο τρίτο δωμάτιο, χρυσές λίρες στο τέταρτο…κάθε δωμάτιο έκρυβε κι έναν θησαυρό από νομίσματα ή πολύτιμους λίθους. Ανοίγει την τελευταία πόρτα κι είναι γεμάτο το δωμάτιο με διαμαντόπετρες μεγάλες ίσαμε ένα φιρίκι.

Τα έχασε το σκλαβί. Παρόλα αυτά, βάζει λίγα φλουριά στο ταγάρι του και λίγες διαμαντόπετρες και αρκετές λίρες στις τσέπες του. Ασφάλισε στη συνέχεια καλά όλες τις πόρτες και έκρυψε καλά την αρμαθιά τα κλειδιά. Σαν ανέβηκε επάνω, ξάπλωσε κι αυτός καθώς ήταν ξεθεωμένος κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.

Λίγες ώρες πέρασαν και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα. Πρώτο σηκώθηκε το βασιλόπουλο που άρχισε να σπρώχνει και να φωνάζει στο σκλαβί, «ξύπνα βρε υπναρά». Αφού ξύπνησαν καλά κι οι δύο κι αφού είδαν κι απόειδαν ότι ούτε εδώ έρχονται φαγιά και ποτά για πρωινό, σηκώθηκαν να φύγουν. Το σκλαβί μόνο, με το που βγήκαν από την πύλη, την τράβηξε, την κλείδωσε καλά κι έκρυψε τα κλειδιά στο περβάζι του παραθύρου.

Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου το βράδυ της ίδιας μέρας, έφτασαν σε μια πολιτεία! Ψάξαν να βρούνε σπίτι να κοιμηθούν. Χτύπησαν την πόρτα σε κάποιο και τους άνοιξε μια γριά. Καλοσυνάτο το σκλαβί της λέει:

– Καλησπέρα γιαγιάκα. Ερχόμαστε από μακριά και θέλουμε να βρούμε να ξαποστάσουμε κάπου. Σου είναι κόπος να μας αφήσεις να κοιμηθούμε σε σένα;

– Καλώς τα παλικάρια μου. Καθόλου κόπος δεν μου είναι, αλλά δεν έχω που να σας κοιμίσω. Μήτε σεντόνια, μήτε κουβέρτες, μήτε στρώματα και μαξιλάρια έχω.

– Δεν πουλάνε εδώ κοντά στρώματα, σεντόνια και μαξιλάρια;

– Πώς δεν πουλάνε γιόκα μου; Ό,τι λαχταρά η ψυχή σου. Σεντόνια λινά, σεντόνια μεταξωτά, σεντόνια βαμβακερά. Μαξιλάρια πουπουλένια, μαξιλάρια από άχερο. Κουβέρτες λογιώ-λογιώ, το ίδιο και τα στρώματα. Τα εργαστήρια είναι γεμάτα από δαύτα.

Βγάζει το σκλαβί από την τσέπη του κάμποσες λίρες, τις δίνει στη γιαγιά και της λέει να πάει να τους αγοράσει μερικά για να μπορέσουν να κοιμηθούν. Η γιαγιά, με το που έπιασε στα χέρια της τις λίρες, κόντεψε να τρελαθεί. Είχε χρόνια να δει στο χέρι της έστω και μια λίρα, πόσο μάλλον πολλές. Έτρεξε λοιπόν κι αγόρασε από όλα τα καλά, φτηνά και ακριβά. Πήρε για τους δύο νέους, μα πήρε και καινούργια για να έχει του λόγου της. Σα γύρισε στο σπίτι, το σκλαβί της έδωσε κι άλλες λίρες για να πάει να αγοράσει φαγητά, κρασί και καπνό για να φουμάρουν. Η γιαγιά έτρεξε και πάλι μέσα στην καλή χαρά και γύρισε γεμάτη καλούδια…μέχρι και του πουλιού το γάλα είχε φέρει. Στρώσανε γιορτινό τραπέζι και φάγανε όλοι μαζί. Αργά το βράδυ πέσανε να κοιμηθούν κι έτσι χαιρετήσανε άλλη μια μέρα στο ταξίδι τους.

Πρωί-πρωί σηκώθηκε το σκλαβί κι άρχισε να κάνει βόλτες και να ρωτάει για την πολιτεία που βρέθηκαν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε και το βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό τους δρόμους χαζεύοντας μπας και δει την όμορφη του κόσμου, μα τίποτα… γύρισε άπραγο. Το σκλαβί όμως, που ρώτησε πολύ κόσμο, έμαθε τα πάντα για την πολιτεία και το κυριότερο, έμαθε ότι εδώ ζει κι η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού, κόρη του βασιλιά που διαφεντεύει. Έμαθε επίσης και για τον καφενέ που συχνάζει ο βασιλιάς κι έτσι το σκλαβί και το βασιλόπουλο πηγαίνανε κι αυτοί εκεί και σύντομα πιάσανε φιλίες μαζί του κι όποτε θέλανε, πηγαίνανε τον βρίσκανε εκεί και κουβεντιάζανε.

Μια μέρα το σκλαβί έπιασε την γιαγιά και τη ρώτησε…

– Δε μου λες γιαγιά. Πώς μπορεί να δει κανείς την όμορφη του κόσμου; Είναι κρίμα να γυρίσω στην πατρίδα μου, να πω ότι πέρασα από εδώ και δεν την είδα.

– Την όμορφη του κόσμου; Δεν μπορείς να την δεις παλικάρι μου. Την έχουνε κλειδαμπαρωμένη στο παλάτι.

– Και δεν βγαίνει καθόλου έξω;

– Βγαίνει, αλλά αργά τη νύχτα, όταν σταματάει η κίνηση του δρόμου. Τότε μόνο, αλλά και πάλι τη συνοδεύουνε ογδόντα στρατιώτες. Σαράντα πάνε μπροστά και σαράντα πίσω και στη μέση η όμορφη του κόσμου κουκουλωμένη για να μη φαίνεται.

– Και πού πάνε γιαγιά;

– Πάνε στο σπίτι της δασκάλας. Εκεί μπαίνει μέσα μόνο η όμορφη κι οι στρατιώτες περιμένουν από έξω.

– Και τι κάνει στης δασκάλας;

– Μαθαίνει γράμματα παιδάκι μου. Μαθαίνει να γράφει, να πλέκει. Όσα δεν μπορεί να μάθει το πρωί όπως τα άλλα παιδιά, αυτή τα μαθαίνει το βράδυ εκεί.

– Και πόσο κάθεται εκεί;

– Κανά δυο ώρες. Έπειτα την βάζουν και πάλι στη μέση οι στρατιώτες και την γυρίζουν πίσω στο παλάτι.

– Και πού είναι το σπίτι της δασκάλας;

– Τι το θες το σπίτι της δασκάλας; Ακόμα και να πας, δεν μπορείς να μπεις μέσα. Κανένας δεν μπαίνει στο σπίτι της ούτε τη μέρα, πόσο μάλλον τη νύχτα.

Μα το σκλαβί, από εδώ το είχε, από εκεί το είχε, κατάφερε τη γριά και του είπε που είναι το σπίτι της δασκάλας. Σηκώθηκε το λοιπόν και κίνησε για εκεί. Το βρήκε και κοίταξε καλά τα κατατόπια. Έπειτα γύρισε σπίτι αλλά δεν είπε κουβέντα στο βασιλόπουλο.

Το ίδιο βράδυ, το σκλαβί πήρε μια χούφτα διαμάντια από το ταγάρι και τα έβαλε στην τσέπη του. Πήγε στο σπίτι της δασκάλας, σκαρφάλωσε τον φράχτη και τα έριξε στην αυλή της. Μετά από λίγο ήρθε κι η όμορφη του κόσμου με τη συνοδεία της. Χτύπησαν την πόρτα. Η δασκάλα βγήκε να τους ανοίξει μα η ματιά της έπεσε στο σημείο της αυλής που κάτι γυάλιζε. Πλησίασε και τι να δει… διαμάντια! Θάμπωσε! Τα πήρε, τα έκρυψε κι ύστερα υποδέχτηκε την όμορφη του κόσμου κι όταν μετά από δύο ώρες τελείωσε το μάθημα, την πήραν οι στρατιώτες κι έφυγαν για το παλάτι. Το επόμενο βράδυ την ίδια ώρα, το σκλαβί έκανε πάλι το ίδιο. Έριξε άλλη μια χούφτα διαμάντια στην αυλή της. Κι η δασκάλα πονηρεύτηκε. Πρέπει να ανακαλύψω ποιος είναι αυτός που ρίχνει τα διαμάντια στην αυλή μου. Το τρίτο βράδυ, την ώρα που το σκλαβί σκαρφάλωνε στον φράχτη, βγήκε η δασκάλα και τον έπιασε -άλλο που δεν ήθελε κι αυτός.

– Ποιος είσαι του λόγου σου και μου σκορπάς διαμάντια στην αυλή μου και τι θες από μένα;

– Από αυτά έχω πολλά, όσα κι αν μου ζητήσεις. Μονάχα για αντάλλαγμα θέλω να με βάλεις στο σπίτι για να δω την βασιλοπούλα.

– Τρελάθηκες μου φαίνεται. Αυτό δεν γίνεται. Αν το μάθει ο βασιλιάς, το αντάλλαγμα θα είναι τα κεφάλια μας.

Μα το σκλαβί με τον καλό του λόγο και την πονηριά, την κατάφερε και τον έμπασε. Τον έντυσε γυναίκα και του έδωσε ένα πανί, βελόνα και κλωστή για να προσποιείται πως τώρα μαθαίνει να ράβει.

Κατά τα μεσάνυχτα, έφτασε κι η βασιλοπούλα. Της ανοίγει η δασκάλα και την μπάζει στο σπίτι. Σαν είδε το σκλαβί, η βασιλοπούλα ταράχτηκε. Δεν το περίμενε. Πρώτη φορά έβλεπε άλλη γυναίκα στο σπίτι της δασκάλας.

– Γιατί είναι εδώ αυτή κυρά δασκάλα; Αν το μάθει ο πατέρας μου, θα θυμώσει πολύ.

– Μην χολοσκάς καλή μου. Μια ξαδέρφη μου τσοπάνισσα είναι που ήρθε για λίγες μέρες κοντά μου μπας και μάθει να ράβει για να μπαλώνει τα ρούχα στο σπιτικό της.

Με τούτα και με ‘κείνα, η δασκάλα καθησύχασε τη βασιλοπούλα και δέχτηκε το σκλαβί. Καθίσανε κι αρχίσανε το μάθημά τους. Που και που, η δασκάλα κοιτούσε και το σκλαβί και έκανε πως το μάλωνε -δήθεν- επειδή δεν έκανε σωστά τις βελονιές.

Να μην τα πολυλογούμε, η βασιλοπούλα και το σκλαβί -ως γυναίκα όμως- περνούσαν τα βράδια παρέα στο σπίτι της δασκάλας. Γίνανε φίλες, μιλούσαν και παίζανε. Ένα βράδυ όμως, πάνω στο παιχνίδι, η βασιλοπούλα κατάλαβε πως είχε απέναντί της έναν άντρα ντυμένο γυναίκα. Στην αρχή ταράχτηκε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μα η δασκάλα την καθησύχασε και αυτή τη φορά…

Μη χολοσκάς καλή μου κι ο νέος από εδώ, βασιλόπουλο είναι και μάλιστα πολύ καλό. Πλούσιο στο βιος μα και στην καρδιά του.

Η βασιλοπούλα δεν ήθελε και πολύ όπως φάνηκε και δεν άργησε να αγαπήσει το σκλαβί. Ένα βράδυ το σκλαβί, τη ρώτησε:

-Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα φύγουμε από αυτή τη πολιτεία;

– Εμένα με παντρεύουνε σε λίγες μέρες. Εδώ, ο γάμος κρατάει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κι έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας. Με το που θα περάσουν οι σαράντα μέρες κι οι σαράντα νύχτες, η νύφη μαζί με άλλες γυναίκες, πηγαίνουν έξω από την πόλη, στα νεκροταφεία και θυμιάζουν τα μνήματα των πεθαμένων τους. Αυτό που σκέφτομαι, είναι τότε να με κλέψεις. Θα κοιτάξω κι εγώ να ξεστρατίσω κάποια στιγμή από τις άλλες κι εσύ να είσαι έτοιμος με το άλογό σου, να με πάρεις να φύγουμε.

Το σκλαβί συμφώνησε κι αφού χαιρετηθήκανε, τράβηξε αυτός για το σπίτι της γριάς κι η βασιλοπούλα για το παλάτι.

Όλο το διάστημα που γινότανε αυτό, το βασιλόπουλο δεν έβλεπε το σκλαβί και είχε ανησυχήσει. Έτσι, εκείνο το βράδυ που έτυχε να συναντηθούν το ρώτησε για το λόγο της εξαφάνισής του.

– Βρε ‘συ…πού χάθηκες τόσο καιρό; Μήπως ξέχασες τον λόγο που φύγαμε από τα μέρη μας; Ήρθες μαζί μου για να με βοηθήσεις κι όχι για να σταθείς εμπόδιο στο ταξίδι μου.

– Άστα αδερφέ μου κι έμπλεξα άσχημα σε μια ταβέρνα όλο αυτόν τον καιρό. Είδα κι έπαθα για να ξεμπλέξω από εκεί. Μα τώρα είναι όλα καλά.

Δεν πέρασαν δυο-τρεις μέρες και ντελάληδες βγήκαν στους δρόμους της πολιτείας που μηνούσαν για το γάμο της βασιλοπούλας με τον γιο του βεζίρη, καλώντας όλον τον κόσμο να παραστεί. Ακούει τα μαντάτα το βασιλόπουλο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Έτσι, έμαθε πως η βασιλοπούλα είναι η όμορφη του κόσμου κι έτρεξε αμέσως στο σκλαβί.

– Αδερφέ μου, είμαστε τυχεροί. Εδώ μένει η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού. Μα είμαστε κι άτυχοι επειδή μόλις άκουσα από τους ντελάληδες πως την παντρεύουνε με τον γιο του βεζίρη.

– Τι μου λες;

Απάντησε το σκλαβί κάνοντας τον ανήξερο, μα το βασιλόπουλο δεν μπορούσε να το χωνέψει. Πήγε να τρελαθεί.

– Τι θα κάνω τώρα; Την χάνω πριν ακόμα την δω και την γνωρίσω. Δεν αντέχω, θα πνιγώ, θα πεθάνω.

– Μην σκας αδερφέ μου και θα την κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Αυτό θα κάνουμε κι έχε υπομονή.

Με τα λόγια αυτά και την υπόσχεση από το σκλαβί ότι θα την κλέψουν, ηρέμησε κάπως το βασιλόπουλο. Γύρισαν στο σπίτι και πιάσανε κουβέντα με την γριά. Την ρωτάει το σκλαβί…

– Δε μου λες γιαγιά, τι έθιμα έχετε εδώ στον τόπο σας για το γάμο;

– Α, παιδάκια μου. Σα γίνει ο γάμος, η νύφη βγαίνει με χρυσό δίσκο για να κεράσει τον κόσμο κι όλοι της προσφέρουν και κάτι. Φλουριά, κοσμήματα, ό,τι να ‘ναι, φτάνει μόνο να είναι κάποιας αξίας. Έτσι, δείχνει ο καθένας τη δύναμή του.

Να μην τα πολυλογούμε, έφτασε η μέρα του γάμου. Ήταν Κυριακή. Καλεσμένοι στο γάμο ήταν και το βασιλόπουλο και το σκλαβί, μιας και ήταν βασιλόπουλα κι οι δυο τους. Πριν φύγουν από το σπίτι, το σκλαβί έδωσε μια χούφτα διαμάντια στο βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό μερικά. Σαν φτάσανε στον γάμο κι αντίκρισε την βασιλοπούλα, το βασιλόπουλο κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Το σκλαβί από δίπλα όλο και το σκουντούσε λέγοντάς του να ηρεμήσει. Κι ύστερα, βγήκε η βασιλοπούλα με τον χρυσό δίσκο για να κεράσει. Βγάζει ο βασιλιάς και της δίνει μια χούφτα φλουριά. Ύστερα ο βεζίρης, της δίνει κι αυτός λίγα φλουριά. Όταν η βασιλοπούλα έφτασε στο βασιλόπουλο και στο σκλαβί, αυτοί της έδωσαν από μια χούφτα διαμάντια. Ήρθε κι άστραψε ο δίσκος και θαμπώθηκε ο βασιλιάς. Αυτά είναι βασιλόπουλα άξια. Μωρέ χάθηκε να ερχότανε κάποιος τέτοιος για γαμπρός μου; Μόνο που μου έτυχε αυτός ο γιος του βεζίρη!

Κι άρχισαν οι χοροί, τα γλέντια, τα παιχνίδια, τα φαγοπότια κι έτσι περνούσαν οι μέρες. Το πρωί της σαρακοστής μέρας, το σκλαβί ζήτησε από το βασιλόπουλο να ετοιμαστεί.

Ήρθε η ώρα αδερφέ μου. Σήμερα θα κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Ετοιμάσου.

Αφού πλήρωσαν τη γριά για τη φιλοξενία της, μόλις έπεσε ο ήλιος ανέβηκαν στα άλογα και βγήκαν από την πολιτεία. Φτάσανε στα νεκροταφεία και στήσανε καρτέρι παρακεί, πίσω από κάτι δέντρα. Σαν σκοτείνιασε καλά, εμφανίστηκε κι η βασιλοπούλα με την κουνιάδα της κι άλλες γυναίκες. Πριν περάσουν την πόρτα των νεκροταφείων, η βασιλοπούλα τους πήρε χαμπάρι και αθόρυβα μαζί με την κουνιάδα της ξεστράτισαν από τις άλλες και κίνησαν προς τα δέντρα. Αμέσως το σκλαβί αρπάζει τη βασιλοπούλα και την ανεβάζει στο άλογο. Γυρνάει και λέει του βασιλόπουλου.

Τι κοιτάς αδερφέ μου. Άρπαξε την άλλη και πάμε να φύγουμε.

Αρπάζει και το βασιλόπουλο την κουνιάδα της κι έγιναν καπνός. Οι άλλες οι γυναίκες έψαχναν να τις βρούνε μα τίποτα. Πουθενά. Γύρισαν γρήγορα στο παλάτι και είπανε τα κακά μαντάτα στον βασιλιά. Ο βασιλιάς πρόσεξε ότι λείπανε το δύο βασιλόπουλα που είχανε προσφέρει τα διαμάντια και υποψιάστηκε ότι αυτοί τις κλέψανε και δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Όχι όμως και ο γιος του βεζίρη, ο γαμπρός, που κόντεψε να σκάσει από το κακό του σαν τα άκουσε. Έστειλε αμέσως τους καλύτερους άντρες του να τις ψάξουν…κι ακόμα τις ψάχνουν θαρρώ.

Σκλαβί, βασιλόπουλο, βασιλοπούλα και κουνιάδα, ταξιδεύανε μαζί για την επιστροφή και μόνο μία στάση κάνανε στον πύργο για ξεκουραστούνε, αλλά και για να γεμίσει το σκλαβί τις αποσκευές τους με διαμάντια και φλουριά. Όταν φτάσανε στο παλάτι, ο βασιλιάς και πατέρας τους, τους δέχτηκε όλους με χαρά. Σαν μείνανε μόνοι, είπε το σκλαβί στη βασιλοπούλα:

– Το βασιλόπουλο θα παντρευτείς εσύ.

– Εγώ εσένα θέλω. Αν ήταν γι’ αυτόν δεν θα έφευγα από την πατρίδα μου.

– Το ίδιο είμαστε αυτός κι εγώ. Είναι αδερφός μου. Αυτός σε είδε πρώτος κι αυτός είναι η αιτία που ξεκινήσαμε το ταξίδι για να σε βρούμε. Έτσι είναι λοιπόν το σωστό. Να παντρευτείς αυτόν. Εγώ θα παντρευτώ την κουνιάδα σου.

Είχε δεν είχε, την κατάφερε τελικά το σκλαβί και η βασιλοπούλα παντρεύτηκε το βασιλόπουλο και το σκλαβί την κουνιάδα της. Οι γάμοι γίνανε με κάθε τιμή και κόσμος πολύς μαζεύτηκε για να τους τιμήσει. Το βράδυ του γάμου, πήγανε για να κοιμηθούνε, μα το σκλαβί είχε μια διαίσθηση ότι κάτι κακό θα συμβεί και ζήτησε από το βασιλόπουλο να τον αφήσει να κοιμηθεί παράμερα στην κάμαρά τους. Το βασιλόπουλο αντέδρασε στην παράξενη αυτή επιθυμία, μα στο τέλος τον λυπήθηκε και τον δέχτηκε. Πέσανε για να κοιμηθούνε και κοιμήθηκαν βαριά. Όχι όμως και το σκλαβί που έκατσε να φυλάει βάρδια. Ετοίμασε το τόξο του και το σπαθί του και περίμενε. Κατά τα μεσάνυχτα βρόντηξε ο τόπος κι εμφανίστηκε ένας τεράστιος δράκος, θεριό ανήμερο κι όρμηξε να φάει το βασιλόπουλο και την βασιλοπούλα. Το σκλαβί αμέσως τέντωσε το τόξο του και με δύο βέλη σημάδεψε την καρδιά του δράκου. Ο δράκος έπεσε ξερός από τα βέλη και ξεψυχώντας είπε του σκλαβιού:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στη στιγμή και κόκαλο να γίνεις.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις,

ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Έπειτα, κόβει τον δράκο κομμάτια και πάει και τον θάβει έξω από την πόρτα. Γυρνάει στο δωμάτιο και καθαρίζει τα αίματα από το πάτωμα. Μα κάτι μέσα του, του έλεγε πως το κακό δεν είχε περάσει ακόμα. Έτσι, με το σπαθί στο χέρι περιμένει πάνω από το κρεββάτι του ζευγαριού, μην τυχόν κι εμφανιστεί κι άλλος δράκος. Εκείνη τη στιγμή, νάσου και ξυπνάει το βασιλόπουλο. Βλέπει το σκλαβί από πάνω του με το σπαθί στο χέρι και τρόμαξε. Νόμιζε ότι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσει γιατί ήθελε την γυναίκα του. Έβαλε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο.

– Βρε συ, εμένα πας να σκοτώσεις; Τον αδερφό σου;

– Τι λόγια είναι αυτά που μου λες;

– Σαν ήθελες εσύ την όμορφη, τι την προξένευες σε εμένα; Ας την παντρευόσουνα εσύ από την αρχή, όχι να θες τώρα να με σκοτώσεις!

– Μα δεν θέλω να σε σκοτώσω, απλά σε προστατεύω από…

Το σκλαβί σώπασε αμέσως. Θυμήθηκε τα λόγια των δράκων. Δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να καυχηθεί.

– Να με προστατεύσεις από τι; Σε ποιον τα πουλάς αυτά βρε;

Από τις φωνές ξύπνησαν όλοι στο παλάτι και τα μαντάτα έφτασαν γρήγορα στα αφτιά του βασιλιά. Ο βασιλιάς το σκέφτηκε από την μια, το σκέφτηκε από την άλλη και τελικά διέταξε να σκοτώσουν το σκλαβί. Πρωί-πρωί, ήρθε ο δήμιος και το πήρε από το δωμάτιο για να το οδηγήσει στην πλατεία που θα γινότανε το κακό. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί να δει που θα κρεμούσαν το σκλαβί. Ο βασιλιάς, το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλα, μέχρι κι η Δωδεκάδα, οι πιστοί σύμβουλοι του βασιλιά ήταν εκεί. Το σκλαβί τότε, ζήτησε να φέρουν έναν παπά για να εξομολογηθεί. Σε αυτήν του την επιθυμία, δεν μπορούσαν να πουν όχι και η Δωδεκάδα συμφώνησε. Όταν ήρθε ο παπάς, το σκλαβί άρχισε να εξομολογείται δυνατά. «Δεν χρειάζεται να εξομολογείσαι και να σε ακούμε όλοι», του είπανε, μα το σκλαβί δεν έδωσε σημασία και συνέχισε στην ίδια ένταση.

– Εγώ θέλω να τα λέω δυνατά για να με ακούει όλος ο κόσμος. Αφέντη και βασιλιά μου…

– Μην με λες αφέντη βρε μπάσταρδε!

– Μπάσταρδος είμαι και το ξέρουν όλοι αυτό. Όταν φύγαμε για το ταξίδι, θυμάσαι τι μας είπες αφέντη;

– Μην με λες αφέντη σου είπα.

– Όταν ξεκινήσαμε το ταξίδι μας είπες ότι θα συναντήσουμε ένα καλύβι ξύλινο που θα έρχονται τα φαγητά μόνα τους, χωρίς ανθρώπου χέρι. Έπειτα ότι θα φτάσουμε σε ένα γέρικο δέντρο όπου κι εκεί τα φαγητά θα έρχονται μονάχα τους, όπως και στον πύργο που θα βρίσκαμε μέσα στο καταπράσινο κάμπο. Η προσταγή σου αφέντη μου…

– Μην λες αφέντη σου είπα… δεν είμαι αφέντης για σένα πια!

– Καλά το λοιπόν! Η προσταγή σου ήταν να φάμε και να πιούμε, μα σε καμιά περίπτωση να μην πέσουμε εκεί να κοιμηθούμε. Σωστά δεν τα λέω; Εγώ δεν κοιμήθηκα, αλλά ο αδερφός μου από εδώ…

– Μην με λες αδερφό. Δεν είμαι αδερφός σου πλέον… όχι από την ώρα που πήγες να με σκοτώσεις.

– … αλλά ο αδερφός μου από εδώ, παράκουσε τα λόγια σου και κοιμήθηκε πρώτα μέσα στο καλύβι. Εγώ όμως έμεινα ξύπνιος να φυλάω βάρδια και κατά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε δράκος που θυμωμένα μιλούσε, γιατί εκτός του ότι του φάγαμε τα φαγητά, του ήπιαμε τα κρασιά και καπνίσαμε από τους ναργιλέδες του, ξαπλώσαμε και να κοιμηθούμε στο δωμάτιό του. Κι ευθύς όρμηξε καταπάνω μας, μα εγώ κατάφερα να τον νικήσω με το τόξο μου. Πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε λέγοντας πως αν ποτέ μου καυχηθώ ότι τον σκότωσα, να γίνω μάρμαρο ίσαμε τα γόνατα. Αν δεν πιστεύετε, ορίστε και η απόδειξη. Αυτές είναι οι γλώσσες από τα τρία κεφάλια του.

Κι έβγαλε το σκλαβί τις τρεις γλώσσες από το ταγάρι του και τους τις έδειξε. Στη στιγμή όμως έγινε μάρμαρο από τις πατούσες μέχρι τα γόνατα. Ο κόσμος όλος πάγωσε μόλις το είδε κι άλλαξαν αμέσως στάση. Κρίμα στο παιδί, τί κακό το βρήκε. Κι άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν τον βασιλιά που τον ανάγκασε σε κάτι τέτοιο. Μα κι ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο μετάνιωσαν με ό,τι έγινε κι άλλαξαν κι αυτοί στάση απέναντί του. Αμάν βρε αδερφέ μου…. Αμάν βρε παιδί μου!

– Ώστε τώρα είμαι παιδί σου κι εσένα αδερφός σου; Το σκότωσα εκείνο το θεριό και αφού το έκοψα κομματάκια, το έθαψα για να μην το δεις κι ύστερα καθάρισα το μέρος. Κι έπειτα φύγαμε και προχωρήσαμε μέχρι που φτάσαμε στο γέρικο δέντρο…

– Σταμάτα βρε παιδί μου, μην συνεχίζεις και σε πιστεύουμε…

– Όχι, θα τα πω κατά πώς έγιναν και δεν φοβάμαι τίποτα!

– Μην μιλάς αδερφέ μου και δεν πειράζει όπως έγινες. Εμείς θα σε φροντίζουμε από εδώ και στο εξής.

– Όχι, εγώ θα τα πω. Όταν φτάσαμε λοιπόν στο γέρικο δέντρο, πάλι κοιμήθηκες αφού πρώτα φάγαμε του σκασμού. Και το ίδιο βράδυ, πάλι ήρθε δράκος, με έξι κεφάλια αυτή τη φορά κι εγώ με το τόξο και το σπαθί μου τον νίκησα. Μα πριν ξεψυχήσει κι αυτός, με καταράστηκε πως αν καυχηθώ για τη νίκη μου, να μαρμαρώσω μέχρι τη μέση. Ορίστε κι οι γλώσσες του.

Και δείχνοντας τις έξι γλώσσες ευθύς μαρμάρωσε το σκλαβί μέχρι τη μέση του.

Σταμάτα βρε παιδί μου και σε πιστεύουμε. Μην λες άλλα. Εμείς θα σε ζήσουμε από εδώ και στο εξής.

Ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο παρακαλούσαν πλέον για να σωπάσει κι ο κόσμος από κάτω φώναζε και διαμαρτυρόταν, μα το σκλαβί δεν έλεγε να σταματήσει.

Κι ύστερα φτάσαμε στον πύργο όπου κι εκεί πάλι κοιμήθηκες μέσα παρακούγοντας την προσταγή του βασιλιά μας. Εγώ πάλι δεν κοιμήθηκα, παρά μόνο περίμενα κι όταν φάνηκε μεγαλύτερος δράκος ετούτη τη φορά με εννιά κεφάλια, εγώ πάλι τον νίκησα κι αυτός με καταράστηκε πως αν ποτέ μου καυχηθώ να μαρμαρώσω μέχρι το λαιμό.

Και το σκλαβί μαρμάρωσε μέχρι το λαιμό. Τότε όλοι άρχισαν τα κλάματα και παρακάλια προς το σκλαβί να σταματήσει ακόμα και τώρα. Μα ο λόγος του είχε γίνει πλέον χείμαρρος ακράτητος.

Κι όταν φτάσαμε στην πολιτεία, εγώ βρήκα πρώτος την όμορφη του κόσμου. Εγώ έμαθα το πού πηγαίνει, ποιες είναι οι συνήθειες του τόπου κι εγώ ήμουν αυτός που σε παρακίνησε να την κλέψουμε. Αν την ήθελα για του λόγου μου, μπορούσα και τότε να σε σκότωνα και να έφευγα μαζί της για άλλες πολιτείες. Δεν το έκανα όμως. Ήρθαμε εδώ κι εγώ ήμουν αυτός που την κατάφερε να παντρευτεί εσένα. Μα το βράδυ του γάμου σας ένιωσα πως κάτι κακό θα γίνει κι αντί για να πάω να κοιμηθώ κι εγώ με την γυναίκα μου, σου ζήτησα να μου στρώσετε δίπλα σας να κοιμηθώ. Κι όταν σας πήρε βαρύς ύπνος, άλλος δράκος πιο τρομερός εμφανίστηκε κι όρμηξε να σας σκοτώσει, μα τον κατάφερα κι αυτόν με το τόξο και το σπαθί μου. Έξω από την πόρτα έθαψα τα κομμάτια του, μα πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε κι αυτός, πως αν καυχηθώ ποτέ μου, να μαρμαρώσω ολάκερος.

Τι τα θες; Τι να σας πω για την συνέχεια; Το σκλαβί μαρμάρωσε από κάτω, από τις πατούσες του, ίσαμε την τελευταία τρίχα της κεφαλής του. Έσκαψαν έξω από την πόρτα και βρήκαν τα κομμάτια του δράκου. Πείστηκαν όλοι τότε με τα λόγια του μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, εκτός από το να θρηνούνε. Το βασιλόπουλο σήκωσε το μαρμαρωμένο σκλαβί και το πήγε στο δωμάτιό του. Εκεί το είχε συνέχεια και το θυμιάτιζε κάθε πρωί και βράδυ.

Πέρασε ένας χρόνος περίπου κι η βασιλοπούλα γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Ήταν μέρες του Πάσχα κι ένα βράδυ στον ύπνο της η βασιλοπούλα είδε μια λευκοντυμένη γυναίκα. Ήταν η Παναγία και της είπε:

Αν θέλεις να ζωντανέψει ξανά ο κουνιάδος σου, τότε πρέπει να σφάξεις το παιδί σου και με το αίμα του να αλείψεις όλο το μάρμαρο. Έπειτα να βάλεις το παιδί σου στον φούρνο να γίνει στάχτη και με την στάχτη αυτή να πασπαλίσεις όλο το μάρμαρο. Τότε μόνο θα ξαναζωντανέψει.

Η βασιλοπούλα ξύπνησε καταϊδρωμένη. Ήξερε πως κι αυτή ευθύνεται κατά πολύ για ό,τι έπαθε το σκλαβί και λυπότανε πάρα πολύ. Σαν ξημέρωσε η Κυριακή του Πάσχα κι αφού το βασιλόπουλο έφυγε για την εκκλησία, η βασιλοπούλα πήγε στο δωμάτιο του παιδιού της. Το πήρε από την κούνια του και με ένα κοφτερό μαχαίρι το έσφαξε με δάκρυα στα μάτια. Κράτησε το αίμα του κι έπειτα το έβαλε στον φούρνο και το άφησε να καεί να γίνει στάχτη. Έπειτα, άλειψε καθώς της είπε η Παναγία, όλο το μάρμαρο με το αίμα κι από πάνω το πασπάλισε με τη στάχτη του παιδιού της. Τίποτα όμως δεν άλλαζε. Το σκλαβί παρέμενε μαρμαρωμένο κι η βασιλοπούλα φοβήθηκε ότι διαόλου τέχνασμα ήταν όλο αυτό κι όχι της Παναγίας. Μα τότε κατάλαβε πως κάτι δεν είχε κάνει καλά. Δεν είχε αλείψει τις πατούσες του. Ευθύς αμέσως, το έγειρε και τις άλειψε με όσο αίμα είχε απομείνει και τις πασπάλισε και με στάχτη.

Απανωτοί ήχοι έσπασαν τη σιωπή στο δωμάτιο. Ήταν το μάρμαρο που άρχισε να πέφτει κατάχαμα, όπως ο παλιός σοβάς από τους τοίχους όταν τους ξύνεις. Κι από κάτω φάνηκε να ζωντανεύει το σκλαβί, πολύ πιο όμορφο απ’ ότι ήταν παλιά. Χαρήκανε κι οι δυο τους κι αγκαλιάστηκαν. Τότε το σκλαβί, ζήτησε από την βασιλοπούλα να φορέσουν τα καλά τους -μέρα που είναι- και να πάνε στην εκκλησιά. Έτσι κι έγινε.

Όταν το βασιλόπουλο είδε την γυναίκα του να ζυγώνει στην εκκλησιά με ξένο άντρα, τα έχασε και θύμωσε πολύ. Βλέπετε, δεν αναγνώρισε το σκλαβί, επειδή είχε αλλάξει.

Κοίτα την άτιμη, έχει φίλο και δεν ντρέπεται καθόλου. Αντίθετα τον φέρνει στην εκκλησία και κάθονται και δίπλα-δίπλα.

Με το που σχόλασε η εκκλησιά, ούτε αντίδωρο δεν πήρε το βασιλόπουλο. Κίνησε γρήγορα να πάει στο παλάτι για να την τιμωρήσει. Μετά από λίγο, φάνηκαν κι η βασιλοπούλα με το σκλαβί, χαρούμενοι να μπαίνουν στο παλάτι. Αμέσως την άρπαξε το βασιλόπουλο κι άρχισε να της φωνάζει.

– Δεν ντρέπεσαι μωρή να έχεις φίλο και να τον φέρνεις στην εκκλησιά;

– Τι λόγια είναι αυτά; Για ποιον φίλο μιλάς. Δεν αναγνώρισες τον αδερφό σου;

Το βασιλόπουλο σάστισε. Γύρισε να δει το άγαλμα, μα αυτό πουθενά, παρά μόνο κομμάτια στο πάτωμα. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι ύστερα ζήτησε να μάθει πώς έγινε το θαύμα. Η βασιλοπούλα του εξήγησε τα πάντα. Για το όνειρο που είδε με την Παναγία και τι της είπε. Ύστερα, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παιδικό δωμάτιο για να του δείξει την άδεια κούνια… τι τα θες; Τα έχασαν όλοι τους επειδή αντίκρισαν το παιδί να κοιμάται γλυκά κι αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: ,,,, | 4 Σχόλια

«Το σκλαβί» – Ένα παραμύθι, οχτώ αφηγητές και πέντε μουσικοί!

ΤΟ ΣΚΛΑΒΙ 2Ένα παραμύθι, «το σκλαβί», έφερε κοντά 14 ανθρώπους τους τελευταίους 5 μήνες περίπου. Αφηγητές και μουσικοί σε μια ξεχωριστή αφηγηματική παρουσίαση στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Μια ζωή παραμύθι» που συνδιοργάνωσαν η Ομάδα Μελέτης, Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού «Οι Παραμυθάδες» και ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Καβάλας. Το θεατράκι του Συνδέσμου Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών που φιλοξένησε την παράσταση γέμισε με φίλους και στις δύο παραστάσεις που ήρθαν και μας τίμησαν με την παρουσία τους.

Και το παραμύθι ξεκινάει….«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…»

Δυο αδέρφια, ένα βασιλόπουλο κι ένα σκλαβί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι για να βρούνε την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου. Στο δρόμο τους, τα εμπόδια δεν θα είναι λίγα. Θα «φλερτάρουν» με το θάνατο μέχρι να συναντήσουν την πιο όμορφη του κόσμου.

Ποιος από τους δύο θα την πάρει για γυναίκα του; Τι κακό θα πάθει ο άλλος;

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Οι άνθρωποι

Η μικρή διασκευή και η απόδοση από την καθαρεύουσα έγινε από το μέλος μας Χρήστο Τσίρκα.

Την εκμάθηση των κρουστών οργάνων στους παραμυθάδες όλους αυτούς τους μήνες, την μουσική σύνθεση και επιμέλεια, καθώς και τον συντονισμό και ενορχήστρωση, έχει το μέλος μας και αξιόλογος μουσικός, Μανώλης Παργιεντάκης.

Στην αφήγηση ήταν ο Χρήστος Τσίρκας ενώ τους χαρακτήρες του παραμυθιού απέδωσαν οι:

Κούφτα Γεσθημανή, Μίχα Μέλη, Παπακωνσταντίνου Μαρία, Ράπτη Αδελαϊδα, Σπαθάρη Φωτεινή, Τσιφλίδου Αρετή, Χαριζάνη Μαρία

Πρόκληση και ενδιαφέρον στην όλη παρουσίαση αποτέλεσαν όμως και οι μουσικοί μας. Μια μοναδική συνύπαρξη που μας ταξίδεψε πρωτόγνωρα σε άγνωστα μονοπάτια. Πιο συγκεκριμένα:

Αρσονιάδης Δημήτρης: Λάφτα και χερατί ντοτάρ.

Θεοφιλίδης Χριστόδουλος: Ταμπουρά.

Κάρουστα Σταυρούλα: Μπεντίρ, τόμπακ.

Κουφού Γιάννης: Καβάλι και κλαρίνο.

Παργεντάκης Μανώλης: Ούτι, κοτσχάρτζα, αφγανικό ραμπάπ, σετάρ.

Μπεντίρ και νταφ παίξαν κι οι παραμυθάδες: Ράπτη Αδελαϊδα, Σπαθάρη Φωτεινή, Τσίρκας Χρήστος και Τσιφλίδου Αρετή.

Η παράσταση θα παρουσιαστεί και πάλι την Κυριακή 31 Μαϊου στις 21:00 στο θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου» στο πλαίσιο «Μέρες ερασιτεχνικού θεάτρου» που διοργανώνει το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καβάλας. Στην συγκεκριμένη παράσταση θα συμμετέχουν επιπλέον και οι παραμυθάδες : Βαβαλέσκου Θεοδώρα και Μπουγά Μαρία!

Ευχαριστούμε τον Μάκη Μακρή για τις εξαιρετικές του φωτογραφίες!

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.