«Το φως της ψυχής μας» της Αρετής Τσιφλίδου

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από την Αρετή Τσιφλίδου τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Πριν πολλά πολλά χρόνια η ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική. Δε γελούσαν, δεν είχαν όρεξη να δουλέψουν, τα παιδιά τους δεν έπαιζαν άλλα παιχνίδια, παρά μόνο κρυφτό και έκαναν μόνο αταξίες. Μπορείτε να φανταστείτε γιατί;
Η μέρα ήταν μόνο μία ώρα και οι υπόλοιπες 23 ώρες ήταν νύχτα! Τα συναισθήματα των ανθρώπων ήταν η κακία, ο φόβος και η ανησυχία. Υπήρχε συγκεκριμένα μια ομάδα πολύ κακών παιδιών που έκαναν ζημιές κι έκλεβαν τα παιχνίδια των φίλων τους. Κάθε φορά πήγαιναν και σε διαφορετική περιοχή! Το σκοτάδι είχε μπει για τα καλά μέσα στην ψυχή τους.

Όμως η Φωτούλα, η αδελφή ενός απ’ αυτούς διέφερε εντελώς! Ήταν καλή, ευγενική, και δεν έβλαπτε κανέναν, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της και πάντα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές με το χαμόγελο και την ζεστασιά της. Όταν τον μάλωναν οι γονείς τους για τις απαράδεκτες πράξεις του, αυτή τους γλύκαινε το θυμό και τους μαλάκωνε. Οπότε ο άτακτος αδελφός γλίτωνε τις τιμωρίες σε αντίθεση με τους φίλους του. Άλλους τους έκλειναν στο σπίτι για μια εβδομάδα, χωρίς να βλέπουν τους φίλους τους. Άλλους δεν τους έδιναν χαρτζιλίκι και άλλους τους έβαζαν να γράψουν 100 φορές » δε θα το ξανακάνω, θα είμαι καλό παιδί». Αυτός όμως χάρη στην αδελφή του είχε σταθεί τυχερός.

Τώρα θα αναρωτιέστε πώς τα κατάφερνε η Φωτούλα, έτσι; Θα σας το πω αλλά να μείνει μεταξύ μας. Η Φωτούλα ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό που γεννήθηκε εκείνη την ώρα της ημέρας που είχε φως. Όλοι οι υπόλοιποι γεννήθηκαν στα μαύρα σκοτάδια. Γι’ αυτό ήταν γεμάτη αισιοδοξία, χαρά και καλοσύνη. Ο αδελφός της βέβαια που ήθελε να κάνει τον μάγκα κοκορευόταν ότι τα κατάφερνε μόνος του κάθε φορά και τη γλίτωνε και ότι αυτό οφείλονταν στην εξυπνάδα του, την ετοιμότητα του. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν είχε πει ποτέ στην Φωτούλα! Αντιθέτως πολλές φορές την αποκαλούσε αλαφροΐσκιωτη ή ονειροπαρμένη για την υπερβολική της αισιοδοξία και αυτή στενοχωριόταν αλλά δεν έπαυε να τον αγαπάει.

Η φωτογραφία έχει τίτλο «silhouette of person raising hand» και είναι του Andrei Lazarev

Ένα απόγευμα γεμάτο σκοτάδι και υγρασία, τα παιδιά έπαιζαν στην γειτονιά έξω με τις πέτρες πόλεμο και άρχισαν να πετροβολούν το αγαπημένο σκυλάκι της Φωτούλας. Πρώτος και καλύτερος ο αδελφός της που ήθελε να κάνει τον αρχηγό, τον πιο κακό τύραννο για το αθώο ζωάκι. Άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τότε η Φωτούλα να σταματήσουν αλλά μάταια. Όσο και αν προσπαθούσε, το αντίθετο πετύχαινε. Είχανε κυκλώσει το τρομαγμένο ζωάκι και το τυραννούσαν. Αυτή φώναζε, παρακαλούσε τον αδελφό της …ΑΔΙΚΑ! Από την φασαρία έτρεξαν ανήσυχοι οι γονείς τους να δουν τι γινόταν με τους φακούς στα χέρια, αλλά δεν φαινόταν τίποτε. Και τότε ξαφνικά…..Άπλωσε τα χέρια της η Φωτούλα και έλαμψε ο τόπος όλος! Τα παλιόπαιδα αποκαλύφθηκαν από το έντονο φως που έβγαινε από τα χέρια του μικρού κοριτσιού, και το σκυλάκι βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει και να χωθεί στην αγκαλιά της. Οι γονείς τους αμέσως κατάλαβαν τι έγινε! Αυτή την φορά όμως η Φωτούλα δε θα ήταν στο πλευρό του αδελφού της, ούτε θα γλύκαινε τους γονείς τους για να μην τον τιμωρήσουν αυστηρά. Έσφιγγε το σκυλάκι πάνω στην πληγωμένη της καρδούλα κι έκλαιγε για την αχαριστία και την σκληρότητα όλων των άλλων παιδιών, αλλά περισσότερο για τον αδελφό της. Οι γονείς της λοιπόν ανήμποροι να σκεφτούν άλλο τρόπο για να συνετίσουν τον κακομαθημένο γιό τους τον έδιωξαν από το σπίτι.

Ο μικρός τύραννος δεν ήξερε που να πάει, ούτε τι να κάνει. Περπάτησε, περπάτησε, μέσα στα σκοτάδια, σκόνταφτε στις πέτρες και φοβόταν! Ήταν πρώτη φορά μόνος του, χωρίς την αδελφή του να τον φωτίζει με κάθε τρόπο. Κατάκοπος έκατσε στη ρίζα ενός γεροπλάτανου να ξαποστάσει. Αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο περίεργο. Ό,τι ζούσε με τους γονείς του και την αδελφή του σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Μια υπέροχη παραλία, γεμάτη βότσαλα και κοχύλια απλώνονταν μπροστά και στα καταγάλανα νερά μπορούσε να δει κανείς πανέμορφα εξωτικά ψάρια. Όλα ήταν τόσο όμορφα και λουσμένα από ένα υπέροχο φως, από τον ήλιο. Η ζεστασιά έφτανε μέχρι βαθιά στην ψυχή του κι είχε λιώσει τον πάγο και την είχε μαλακώσει. Ένιωθε πολύ παράξενα. Σα να είχε μουδιάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τον βαστούσαν τα πόδια του. Τότε άκουσε μέσα στο μυαλό του μια φωνή να του λέει.

«Έχεις μια πολύ σημαντική αποστολή! Πρέπει να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου να βγουν από το σκοτάδι που τους πνίγει. Εσύ μόνο μπορείς να το κάνεις αυτό.»

Μα, πώς θα το κάνω αυτό;

…αναρωτήθηκε το σαστισμένο αγόρι.

«Πρέπει να πολεμήσεις»

…του είπε η φωνή.

«Πρέπει να πολεμήσεις και να νικήσεις τον αντίπαλο σου. Όμως δε θα είναι ένας αγώνας με πέτρες σαν αυτούς που έκανες μέχρι τώρα. Θα είναι ένας αγώνας διαφορετικός από τους άλλους.»

Και ποιος είναι ο αντίπαλος μου;

Ρώτησε με δυνατή φωνή αυτή την φορά.

«Επέστρεψε στο σπίτι σου και στους γονείς σου αγόρι μου και θα καταλάβεις εκεί.»

…του απάντησε η φωνή. Απορημένος πήρε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτος ερωτηματικά και ανασφάλεια, γιατί δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε όταν θα γύριζε στο σπίτι του. Κι έπειτα ήταν και το άλλο….. πώς θα έμπαινε πάλι στο δρόμο με το σκοτάδι; Όμως επειδή ήταν δυνατός κατά βάθος και πεισματάρης, δεν ήθελε να δείξει ότι φοβόταν και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει και να σκέφτεται παράλληλα όλα αυτά που έγιναν. Ξαφνικά βλέπει στην άκρη του δρόμου ένα σκυλάκι, πληγωμένο και διψασμένο. Αρχικά το προσπέρασε χωρίς να του δώσει καμμιά σημασία. Μετά από λίγα βήματα όμως η καρδιά του, του έλεγε να το βοηθήσει. Κοντοστάθηκε, πήρε μια ανάσα και το πλησίασε. Του έβαλε λίγο νεράκι από μια πηγή που είχε εκεί κοντά και του περιποιήθηκε τις πληγές του. Το σκυλάκι τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη και του έγλειφε τα χέρια. Μετά το αγόρι συνέχισε το δρόμο του. Λίγο πιο κάτω ένα κοριτσάκι έκλαιγε στην άκρη του δρόμου με παράπονο.

Τι έχεις;

…την ρώτησε;

Κάτι παλιόπαιδα μου χάλασαν την αγαπημένη μου κούκλα. Της έβγαλαν το κεφάλι και τα χέρια και δεν μπορώ να την παίξω πια!

Αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, έκατσε κοντά της, πήρε την κούκλα στα χέρια του, παιδεύτηκε, παιδεύτηκε και κατάφερε και την έφτιαξε όπως ήταν πριν και ακόμη καλύτερα, γιατί την καθάρισε και από τις βρωμιές και τις λάσπες που είχε και η κουκλίτσα έγινε πανέμορφη και το κοριτσάκι ήταν μες στην χαρά. Του έκανε μια μεγάλη αγκαλιά και τον ευχαρίστησε φεύγοντας. Πόσο διαφορετικά ένιωθε τώρα το αγόρι! Ξαφνικά ένιωθε πολύ δυνατός. Ένιωθε μια δύναμη, όμως άλλη, διαφορετική! Όχι αυτή την ψευτοπαλληκαριά που είχε πριν!
Μετά από λίγες ώρες περπάτημα, ξαφνικά έγινε πάλι σκοτάδι και μπήκε σ’ ένα δάσος. Δύσκολος δρόμος γεμάτος πέτρες και κλαδιά από τα δέντρα που τον εμπόδιζαν να προχωρήσει. Είδε κάποια στιγμή μια σκιά. Σταμάτησε απότομα. Φοβήθηκε! Είχε όμως μια αποστολή και έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του. Του ήρθαν στο μυαλό τότε το πληγωμένο σκυλάκι και το κοριτσάκι που έκλαιγε! Μόλις τους σκέφτηκε με ένα μαγικό τρόπο, φωτίστηκε ο δρόμος και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτε που να τον τρομάζει! Όλα ήταν στο μυαλό του. Η αγάπη που είχε πάρει από αυτές τις δύο υπάρξεις του έδωσε δύναμη να συνεχίσει. Μετά από αρκετή ώρα έφτασε τελικά στο σπίτι του. Όσο πλησίαζε, ένα παράξενο πράγμα όμως έγινε! Δεν ήταν πια σκοτάδι, όλα ήταν φωτεινά, γεμάτα χρώματα, που γινόταν ακόμη πιο έντονα! Τα παιδιά όλα έπαιζαν και οι χαρούμενες φωνές τους ακούγονταν παντού! Είδε την μητέρα του τότε και έτρεξε κατευθείαν και χώθηκε στην αγκαλιά της! Έκλαιγε, έκλαιγε και δεν έλεγε να σταματήσει, όμως ένιωθε τόσο όμορφα! Κατάλαβε τότε ότι ο αντίπαλος που έπρεπε να νικήσει ήταν ο ίδιος του ο εαυτός! Η αποστολή που είχε ήταν να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό, να φανεί δυνατός και να μην υποκύψει στις κακές σκέψεις που του έμπαιναν στο μυαλό. Και τα κατάφερε! Ξεπέρασε την κακία που είχε πριν και έκανε ό,τι καλό μπορούσε στο δρόμο του. Και όλα φωτίστηκαν από κει και πέρα! Δε θα υπήρχε ποτέ ξανά σκοτάδι πουθενά. Ήταν και ο ίδιος πια φωτεινό παράδειγμα για τους φίλους του και για όποιον είχε αμφιβολία για το ποιος πραγματικά είναι ο δυνατός σε μια παρέα! Δε φοβήθηκε ποτέ ξανά από τότε τη νύχτα και κανένα σκοτάδι, γιατί ήξερε ότι όλοι μας έχουμε μεγάλη δύναμη μέσα μας και πως ό,τι φοβόμαστε, μπορούμε να το νικήσουμε και να το εξαφανίσουμε με το φως που έχουμε στην ψυχή μας.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια.

Advertisements
Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: