Παραμύθια φίλων

Παραμύθια ή συλλογές που έχουν γράψει φίλοι ή βρίσκουμε σε άλλους δικτυακούς τόπους

«Ο θαυματοποιός» – του Ανδρέα Δερμάτη

Ο Ανδρέας Δερμάτης

Ο Ανδρέας Δερμάτης

«Ο θαυματοποιός», είναι ένα παραμύθι του καλού μας φίλου και μοναδικού καραγκιοζοπαίχτη, Ανδρέα Δερμάτη από την Αίγινα. Ο δημιουργός του θιάσου σκιών «Ο Θερσίτης», της «ονειρομηχανής» και της «παραμυθιέρας», ξέρει να αποτυπώνει άρτια και ιδιαίτερα τα συναισθήματά του στο χαρτί. Μετά την άδειά του, αναδημοσιεύουμε το παραμύθι του και το φιλοξενούμε στην σελίδα μας στην κατηγορία «παραμύθια στα δίχτυα». Πάντα δημιουργικός και ευαίσθητος φίλε Ανδρέα!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα τόπο άγνωστο και μακρινό, υπήρχε μια πολιτεία πλούσια με καταπράσινα λιβάδια που τα διέσχιζαν νερά από κρυστάλλινες πηγές, που έβοσκαν καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και παχουλά μοσχάρια, με τεράστιες στέρνες ξέχειλες νερό, που μέσα τους μούλιαζε της γης το χώμα, για να γίνει πηλός και από ‘κει στα χέρια των μαστόρων να πάρει μορφή, να ντυθεί με χρώμα κι έπειτα να τραβήξει το δρόμο για την αγορά.

Από τον καρπό της γης και από την τέχνη του πηλού πρόκοβε τούτη η πολιτεία και πρόκοβε καλά, κι οι κάτοικοί της ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Μα και τα δυο από της γης τη σάρκα τα ‘παιρναν, κι η γης τα δώριζε αβαρυγκώμιστα. Το μόνο πού ‘θελε η γη ήταν νερό. Νερό από τον ουρανό, για να θρέψει το κορμί της, να γιομήσει τα πηγάδια της, να ξεχειλίσει της πηγές της και ν’ απλώσει το πράσινο ρούχο της παντού. Τροφή για ανθρώπους και ζώα. Βροχή θρέφει τη γη και η γης καρπίζει.

Ο χρόνος όμως γύρισε, ήρθε δίσεκτη εποχή, οι βροχές πάψανε, χειρότερη κι από φωτιά η ανοβριά. Έπαψε τις πηγές, άδειασε τα πηγάδια, στέγνωσε τις στέρνες κι έκαμε τον πηλό σκληρό σαν πέτρα. Τα λιβάδια ξεράθηκαν και του καυτού ήλιου η κακοπυριά φούντωνε φωτιές που έκαιγαν για μέρες. Τα καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και τα παχουλά μοσχάρια γίναν ισχνά κι άρρωστα, μέχρι που ψόφησαν.

Η πλούσια πολιτεία τώρα ήταν φτωχή απ’ τις φτωχότερες, ξερή πολιτεία γεμάτη σκόνη και ποντίκια. Δυστυχισμένη και μίζερη πια, οι κάτοικοί της ολημερίς κι ολονυχτίς λιτανείες κάμανε στους θεούς τους, να ρίξουν μια στάλα, μια σταγόνα νερό από τον ουρανό, μια βροχή, να καθαρίσει η πόλη από τη σκόνη και τα τρωκτικά.

Να ξαναδείξει η γης το πράσινο γλυκό της χρώμα, να ξανατρέξουν οι πηγές, να ξαναγεμίσουν τα πηγάδια, να ξεχειλίσουν οι στέρνες με τον πηλό.

MiraclesΚείνη τη δίσεκτη εποχή έφτασε στη δύστυχη αυτή πόλη ένας θαυματοποιός, που τραβούσε πίσω του δεμένο μ’ ένα χοντρό σκοινί και περασμένο στον ώμο του, ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, οργώνοντας το ξερό χώμα, αναδεύοντας τη σκόνη του, στηρίζοντας το σώμα του σ’ ένα μακρύ μεταλλικό μπαστούνι.

Σαν έμαθαν οι κάτοικοι ότι ο νεοφερμένος ξένος είναι θαυματοποιός, μαζεύτηκαν όλοι γύρω του και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους δώσει μια βροχή για να τραφεί η γης και να καρπίσει, να θρέψει αυτούς και τα παιδιά τους, να πάψει η πείνα να σπαράζει τα σωθικά τους.

Ο θαυματοποιός, πρόθυμος να βοηθήσει το δύσμοιρο λαό, λέγοντας τους πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Χάραξε με το μεταλλικό του μπαστούνι ένα μεγάλο κύκλο στο χώμα, όπου στο κέντρο του άναψε μια μεγάλη φωτιά, άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο κι έβγαλε από μέσα ένα τουμπερλέκι από μαύρο σκληρό ξύλο, ζωγραφισμένο με πολύχρωμες φιγούρες ανθρώπων και ζώων, σκεπασμένο από τη μια πλευρά μ’ ένα κομμάτι δέρμα τόσο λεπτό, που ήταν σχεδόν αόρατο. Κάθισε καταγής, αντίκρυ από τη φωτιά, έβαλε το τουμπερλέκι ανάμεσα στα πόδια του κι άρχισε να τραγουδάει ένα αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο.

Ένα τραγούδι που κράτησε όλη μέρα κι όλη νύχτα, τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση. Είχε πλημμυρίσει την πολιτεία το αλλόκοτο τραγούδι του θαυματοποιού. Ακουγόταν παντού απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, αλλά εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση, στο τρίτο χάραμα της μέρας μικρές σταλαγματιές βροχής άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κι όλο και γίνονταν περισσότερες, κι όλο και γίνονταν δυνατότερες, μέχρι που η μεγάλη φωτιά στο κέντρο του κύκλου έσβησε, μα ο θαυματοποιός δεν σάλεψε από την θέση του, έμεινε εκεί, να χτυπάει ρυθμικά το τουμπερλέκι του τραγουδώντας το αλλόκοτο τραγούδι. Για τρία ολόκληρα μερόνυχτα ακόμη έμεινε καθισμένος στη μέση του κύκλου κάτω από την βροχή.

Καθώς χάραξε το πρωί της έχτης μέρας, ο θαυματοποιός έπαψε το τραγούδι του, έβαλε το τουμπερλέκι του μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πέρασε το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο, στον ώμο του και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, πήρε το δρόμο που οδηγούσε στην έξοδο της πολιτείας.

Οι κάτοικοι, που με τις πρώτες κιόλας ψιχάλες είχαν βγει στους δρόμους χαρούμενοι, με σκούπες και βούρτσες για να διώξουν τη σκόνη που είχε σκεπάσει την πολιτεία τους, που τώρα την ξέπλενε η βροχή, είδαν τον θαυματοποιό να φεύγει, τρέξανε και μαζεύτηκαν όλοι γύρω του με μπροστάρη τον Δήμαρχο κι άρχισαν να τον παρακαλάνε, να τον θερμοπαρακαλάνε, να τον χιλιοπαρακαλάνε να μείνει λίγο καιρό μαζί τους, μην και πάψουν οι βροχές πριν η γης καρπίσει.

Ο θαυματοποιός τους είπε πως θα μείνει μαζί τους μέχρι η γη να καρπίσει και πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Ο Δήμαρχος πρόσφερε στον θαυματοποιό το σπίτι του, για όσο καιρό μείνει στην πολιτεία τους, εκείνος τον ευχαρίστησε, μα δε το δέχτηκε, ζήτησε όμως να του δείξουν αν υπάρχει κάποια σπηλιά στη γύρω από την πόλη περιοχή. Πρόθυμα κάποιοι κάτοικοι οδήγησαν τον θαυματοποιό σε μια μικρή σπηλιά που υπήρχε λίγο πιο έξω από την πόλη, στους πρόποδες ενός βουνού. Πριν οι κάτοικοι φύγουν για να αφήσουν τον θαυματοποιό να βολευτεί στην σπηλιά του, ο Δήμαρχος τον ρώτησε αν χρειάζεται νερό ή τροφή από την ελάχιστη που κι εκείνοι είχαν. Ο θαυματοποιός ευχαρίστησε τον Δήμαρχο λέγοντάς του πως δεν χρειάζεται ούτε τροφή, ούτε νερό και πως του αρκεί η ησυχία της σπηλιάς.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι κάτοικοι χαρούμενοι με τις συχνές πια βροχές, είχαν ξεχυθεί στα χωράφια κι όργωναν, έσπερναν, φύτευαν, κάνοντας κι όλες τις άλλες αγροτικές εργασίες που προετοίμαζαν τη γη για να καρπίσει.

Αλλά κι οι μάστορες του πηλού είχαν ξεχειλίσει τις στέρνες τους, δουλεύοντας αδιάκοπα, να μαλακώσουν τον πηλό που είχε στεγνώσει μέσα τους. Μα ο πηλός, είχε γίνει σκληρός σα βράχος, δεν μαλάκωνε με τίποτα, ούτε να δουλευτεί μπορούσε αλλά ούτε και να βγει από τις στέρνες για να φιαχτεί καινούργιος, κάνοντας τις στέρνες άχρηστες.

Η γη ήθελε χρόνο να καρπίσει κι υπομονή. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν είχαν πια. Η πείνα σπάραζε τα σωθικά τους.

Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει και τρόπο να τους δώσει τον πηλό να μαλακώσουν, για να τον δουλέψουν και να τον στείλουν στην αγορά, να πάρουν ψωμί να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους, μέχρι να καρπίσει η γης.

Ο θαυματοποιός πρόθυμα δέχτηκε να τους βοηθήσει, λέγοντάς τους πως δεν χρειάζεται να παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν. Και πως τρόπο να μαλακώσει τον ξερό πηλό δεν είχε, μα τέχνη άλλη πιο θαυμαστή από την τέχνη του πηλού, θα τους διδάξει.

Την υπόσχεσή του, πράξη έκανε και πριν ακόμη χαράξει η νέα μέρα, σάκους γέμιζε με άμμο απ’ τα πιο βαθιά και μεγάλα ρυάκια που κυλούσαν στις πλαγιές των βουνών, γύρω από την χώρα. Τα κουβάλησε ως το μεγάλο καμίνι της πολιτείας, εκεί που πριν οι μάστορες του πηλού ψήναν τα πήλινα κανάτια τους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι ολομόναχος να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του, που αντηχούσε σε ολάκερη την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί. Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να μάχεται να δαμάσει τη φωτιά και την άμμο. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση καμιά.

Απ’ έξω, ζωσμένο να ‘χει το καμίνι ο λαός, λουσμένος αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα. Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του.

Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός να σμίγει την άμμο με τη φωτιά κι απ’ τη σμίξη τους να ξεχύνεται καυτό λευκό ρετσίνι, που μ’ ένα καλάμι από το στόμα του, αέρα να φυσά μες το καυτό λευκό ρετσίνι κι εκείνο να φουσκώνει, να κρυώνει και τη μορφή να παίρνει κανατιού. Κανάτι αλλιώτικο, διάφανο, τόσο που η ματιά μέσα του κοίταγε αλλά και πίσω από αυτό.

Σάστισε ο λαός με τούτο δω το θαύμα. Ο θαυματοποιός σήκωσε στα χέρια του το διάφανο κανάτι και λέει στο λαό: «Γυαλί το λένε τούτο δω κι η τέχνη του είναι θαυμαστή». Μετά πήρε δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρεις μέρες και τρεις νύχτες τους δίδαξε τη θαυμαστή τέχνη του γυαλιού. Που κι αυτοί με την σειρά τους θα την διδάξουν σε άλλους για να γίνουν πολλοί οι μάστορές του.

Με ενθουσιασμό μεγάλο οι κάτοικοι ξεκίνησαν το έργο του γυαλιού, δίνοντάς του μορφές διάφορες, κούπες, γαβάθες, λαγίνια, κανάτια κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού ακούραστοι εργάτες του, το μάθαιναν και το δούλευαν γιομάτοι λαχτάρα.

Ο θαυματοποιός άφηνε τ’ απόβραδα τη σπηλιά του και κατέβαινε στη μεγάλη πλατεία της πολιτείας, όπου τα παιδιά μαζεύονταν γύρω του για να τους πει ιστορίες από άγνωστους και μακρινούς τόπους. Εκείνος το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση κι όταν τέλειωνε τις αφηγήσεις του, για να τα καληνυχτίσει έβγαζε μικρούς ήλιους από τα μανίκια του, που σαν ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό, έσκαγαν κι έπεφταν σαν χρυσή βροχή στα μαλλιά των παιδιών, που πλημμύριζαν την πολιτεία με τα χάχανα τους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού, ακούραστοι εργάτες του, το δούλευαν με λαχτάρα, γεμίζοντας μεγάλα κοφίνια με γυαλικά και ξερό άχυρο ανάμεσά τους για ασφάλεια, έτοιμα να φορτωθούν στα κάρα και να τραβήξουν το δρόμο της αγοράς. Να πάνε σε γειτονικές πολιτείες να πουληθούν, για να αγοραστεί ψωμί, να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους μέχρι η γης να καρπίσει.

Σαν ήρθε η μέρα να φορτωθούν τα κάρα, οι αμαξηλάτες γύρισαν ένα προς ένα τα σπίτια της πολιτείας για να βρουν βόδια και άλογα να σύρουν τα κάρα. Μα ούτε βόδια, ούτε άλογα είχε η πολιτεία. Τα περισσότερα τα είχε σκάσει η ανοβριά, και όσα είχαν απομείνει, τροφή είχαν γίνει από τους κατοίκους για ν’ αντέξουν την πείνα.

Στεναχώρια έπεσε μεγάλη. Δούλευαν πολύ να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια για να τα πουλήσουν και να φέρουν ψωμί στην πολιτεία, μα τώρα φορτωμένα στα κάρα, άχρηστα ήταν αφού δεν είχαν βόδια κι άλογα να τα σύρουν. Κάποιοι δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι ζεύτηκαν τα κάρα αυτοί, να τα τραβήξουν στο δρόμο της αγοράς, μα το φορτίο βαρύ κι αυτοί ασθενικοί από την πείνα, μακριά δεν πήγαν. Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει για μια ακόμη φορά. Εκείνος πρόθυμος να βοηθήσει, τους είπε πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Πριν χαράξει το φως της μέρας, ο θαυματοποιός μ’ ένα ξύλινο καρότσι γύρναγε τους δρόμους και τα σοκάκια της πολιτείας μαζεύοντας άχρηστα σιδερικά, κουβαλώντας τα ως το μεγάλο καμίνι, εκεί που οι μάστορες του γυαλιού σμίγανε τη φωτιά με την άμμο για να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια τους.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι ολομόναχος, να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που αντηχούσε σε ολάκαιρη την πολιτεία, απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να λιώνει το σίδερο στη δυνατή φωτιά, φτιάχνοντας ένα μεγάλο καζάνι με χοντρά τοιχώματα. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση. Απ΄ έξω ζωσμένο να ‘χει το καμίνι τον λαό, λουσμένος ν’ αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα.

Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του. Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος, σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός με τα δυο του χέρια μες στο μεγάλο σιδερένιο καζάνι με τα χοντρά τοιχώματα, να δένει το νερό με τη φωτιά. Κι από το δέσιμο αυτό, μια τεράστια στήλη ατμού ξεπήδησε με τέτοια ορμή και δύναμη, που σείστηκε ολάκερη η πολιτεία, μα ο θαυματοποιός όριζε τούτη τη τεράστια στήλη ατμού, τη δάμαζε και την κατεύθυνε σαν να ‘ταν παιδικό παιχνίδι «θαυμαστή η δύναμη του ατμού» τους λέει, «σαν δαμαστεί το πιο μεγάλο κάρο με το πιο βαρύ φορτίο, μπορεί να κινήσει».

Αμέσως παίρνει από το πλήθος δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρία μερόνυχτα τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν μικρά καζάνια για να δέσουν μέσα τους τη φωτιά και το νερό, και πώς να δαμάσουν την ορμή του ατμού για να κινήσουν τα βαριά τους κάρα.

Μ’ ενθουσιασμό το πλήθος έπιασε δουλειά φτιάχνοντας μικρά καζάνια, που μέσα τους έδενε η φωτιά με το νερό δαμάζοντας την ορμή του, στήριξαν τα μικρά καζάνια πάνω στα φορτωμένα κάρα και τα κάρα κινήθηκαν… Τι θαύμα τούτο(!), τα κάρα τρέχαν γρηγορότερα και σήκωναν περισσότερο φορτίο απ’ ό,τι όταν τα έσερναν τα ζώα.

Φορτωμένα με γυαλί, τράβηξαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα για να πάνε στις γειτονικές πολιτείες και φορτωμένα γύρισαν απ’ αυτές, φορτωμένα με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο αγαθό η μάνα γης καρπίζει.

Μεγάλη χαρά πλημμύρισε την πολιτεία, μεγάλο γλέντι στήθηκε γιομίζοντας η πόλη ευωδιές από τα φαγητά που ψήνανε οι κυράδες. Μα η χαρά δεν κράτησε πολύ, γιατί ο φόβος της πείνας στην ψυχή τους είχε καρφωθεί.

Την άλλη μέρα το πρωί, στη μεγάλη πλατεία συγκεντρώθηκαν και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, αποφάσεις με μπούσουλα το φόβο της πείνας πήρανε.

Να φιάξουν μεγάλες αποθήκες είπαν, και γεμάτες να τις έχουν ακόμη κι αν δεν χορταίνουν το ψωμί, οικονομία αυστηρή να κάνουν και Νόμους σύνταξαν, που τη σπατάλη να τιμωρούν. Είπαν ακόμη πως όσα έχει ο καθένας θα τρώει, και χόρτασε-δεν χόρτασε, παραπάνω δεν θα ζητάει. Και πως ούτε σε ξένους ζητιάνους ή οδοιπόρους, που από την πολιτεία τους περνούν, ψωμί δεν θα δίνουν. Όποιος ζητάει, δεν θα παίρνει, είπαν, κι αυτό θα είναι Νόμος.

Με τα μούτρα πέσαν στην δουλειά οι κάτοικοι, μεγάλες φιάξαν αποθήκες,, μεγάλες και πολλές, κι άρχισαν να τις γεμίζουν. Φορτωμένα με γυαλί τράβαγαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα, φορτωμένα γύριζαν με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο ο νους βάζει και γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες.

Η γη της πολιτείας κάρπισε κι αυτή κι έβγαλε πλούσια σοδειά, που με την σειρά της στις μεγάλες αποθήκες στοιβάχτηκε, γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες κι όλο κι έφιαχναν καινούργιες που τις γέμιζαν κι αυτές, μα όσο γέμιζαν οι αποθήκες, τόσο άδειαζαν οι ψυχές των κατοίκων της πολιτείας.

Είχαν γίνει λιγομίλητοι και σκυθρωποί, ολημερίς μετρούσαν τι θα φάνε και τι θα φυλάξουν και τα μετρούσαν δυο και τρεις φορές για να ‘ναι σίγουροι πως δεν κάνουν σπατάλη.

Είχαν γίνει σκυθρωποί και καχύποπτοι, στραβοκοίταγαν ο ένας τον άλλον, μην κι έφαγε κανείς περισσότερο απ’ ό,τι ορίζει ο Νόμος, αλλά και τα παιδιά τους τα είχαν κάνει λιγομίλητα, σκυθρωπά και καχύποπτα, δεν πήγαιναν πια στην πλατεία για ν’ ακούσουν τις ιστορίες του θαυματοποιού, ούτε έπαιζαν πια στις αλάνες όπως πριν.

Ο θαυματοποιός βλέποντας την παράλογη συμπεριφορά των κατοίκων, σταμάτησε να κατεβαίνει στην πολιτεία, αλλά την παρατηρούσε σκεφτικός από ένα ψηλό σημείο κοντά στη σπηλιά.

Αλλά κι οι κάτοικοι τον είχαν πια ξεχάσει, γιατί το μυαλό τους δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το να γεμίσουν τις αποθήκες τους. Μοναχά ο Δήμαρχος έστελνε κάθε μέρα δυο από τους κατοίκους να δουν αν ο θαυματοποιός ήταν ακόμη στη σπηλιά, κι αυτό γιατί φοβόταν πως αν φύγει, μαζί τους θα φύγουν κι οι βροχές και θα χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού.

Κείνη την αλλόκοτη εποχή που οι κάτοικοι της πλούσιας πια πολιτείας είχαν χάσει πια τη λογική τους, ένας φτωχός, πεινασμένος και ταλαιπωρημένος οδοιπόρος έφτασε στην πολιτεία.

Σαν είδε τους πρώτους κατοίκους, τους παρακάλεσε, τους θερμοπαρακάλεσε, τους χιλιοπαρακάλεσε να του δώσουν λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί για να στυλωθεί στα πόδια του, γιατί είχε μέρες άνυδρος και νηστικός κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά. Μα εκείνοι, του είπαν να φύγει και πως ψωμί δεν περισσεύει, ούτε νερό, γυρίζοντάς του την πλάτη, τρέχοντας να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους.

Ο άμοιρος οδοιπόρος χτύπησε πόρτες, παρακάλεσε, έκλαιγε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό, μα κανείς δεν του αποκρίθηκε, λες κι η πολιτεία ήταν έρημη, λες πως δεν ήταν πολιτεία ανθρώπων, μα σκληρός βράχος στη μέση της ερήμου, παρακαλούσε, θερμοπαρακαλούσε, χιλιοπαρακαλούσε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό ο άτυχος άνθρωπος, μ’ απόκριση καμιά κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά και του θόλωνε το νου.

Λίγο πιο κάτω δυο κάτοικοι ξεφόρτωναν σε μια μεγάλη αποθήκη ένα κάρο γεμάτο κοφίνια με ψωμιά. Σαν το είδε αυτό ο πεινασμένος άνθρωπος, ο νους του ξεστράτισε, σάλεψε η λογική κι όρμηξε σα πληγωμένο αγρίμι πάνω τους, ρίχνοντάς τους στο χώμα. Σαστισμένοι εκείνοι, μείναν ακίνητοι, προσπαθώντας να καταλάβουν τι γίνηκε.

Ο δύστυχος άνθρωπος αρπάζει ένα ψωμί κι αρχίζει να τρέχει. «Κλέφτης, κλέφτης!» άρχισαν να φωνάζουν οι δυο πεσμένοι στο χώμα κάτοικοι. Σε λίγες στιγμές η πολιτεία πλημμύρισε οργισμένους ανθρώπους, που σαν τεράστιο χέρι, είχε αρπάξει σφιχτά τον κλέφτη του ψωμιού, φωνές, αντάρες, κακό σειόταν όλη η πολιτεία.

Το πλήθος των οργισμένων ανθρώπων μαζεύτηκε γρήγορα στη μεγάλη πλατεία και με μπροστάρη τον Δήμαρχο τιμώρησαν τον κλέφτη του ψωμιού κι η τιμωρία ήταν βαριά. Εκεί, στη μέση της πλατείας, το οργισμένο πλήθος των κατοίκων της πλούσιας πολιτείας, με μπροστάρη τον Δήμαρχο, κρέμασε τον άτυχο οδοιπόρο.

Ο θαυματοποιός που είδε τι έγινε από το ψηλό σημείο κοντά στην σπηλιά του, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μα το κακό δεν το πρόλαβε.

«Τι κάνατε;» ρωτάει τους κατοίκους γεμάτος απόγνωση.

«Τιμωρήσαμε τον εγκληματία» απαντά με όψη επίσημη ο Δήμαρχος.

«Λίγο ψωμί ζήτησε μονάχα» του λέει ο θαυματοποιός.

«Κλέφτης ήταν, τιμωρία του άξιζε» φώναξε ο Δήμαρχος.

«Η πείνα δεν είναι έγκλημα να θέλει τιμωρία. Η πείνα είναι αρρώστια και θέλει γιατρειά» απάντησε σχεδόν άγρια ο θαυματοποιός.

«Τι είναι αυτά που λες;» φώναξε ο Δήμαρχος. «Εμείς είμαστε ορκισμένοι να τηρούμε τους Νόμους και τα ψηφίσματα της πολιτείας. Μόνο έτσι θα φυλάξουμε το βιος μας και δεν θα πεινάσουμε ξανά, κι αυτό είναι το δίκιο μας».

«Το δίκιο σας είναι τυφλό και τ’ άδικο δεν βλέπει» απαντάει απογοητευμένος ο θαυματοποιός. «Σε πολιτεία ανθρώπων που είδαν καλό, μα καλό δεν δείξανε, θέση δεν έχω κι ώρα μου να φύγω είναι».

Σαν τ’ άκουσε αυτά ο Δήμαρχος τραντάχτηκε ολάκερος από την ταραχή του κι άρχισε να φωνάζει προς τους κατοίκους: «Αν φύγει, μπορεί να φύγουν μαζί του κι οι βροχές και να χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού!»

Στο άκουσμα των λόγων του Δημάρχου το πλήθος κύκλο έκαμε γύρω από τον θαυματοποιό κι οι πιο δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι τον άρπαξαν από τα χέρια και τα πόδια, ενώ ακουγόταν ο Δήμαρχος να φωνάζει: «Στη φυλακή! Κλείστε τον στη φυλακή!»

Ο θαυματοποιός δεν αντιστάθηκε καθόλου, μα λίγο πριν τον κλείσουν στο κελί είπε στο πλήθος και στον Δήμαρχο: «Σαν έρθει καταμεσήμερο, νύχτα και μεσονύχτι, όλα θα γένουν όπως τους πρέπει».

Οι μέρες περνούσαν κι οι κάτοικοι συνέχισαν να γεμίζουν τις μεγάλες αποθήκες τους, λιγομίλητοι, σκυθρωποί και καχύποπτοι. Τώρα μάλιστα είχαν βάλει και φύλακες με δόρατα και σπαθιά στους δρόμους που οδηγούσαν στην πολιτεία για να διώχνουν τους περαστικούς οδοιπόρους. Είχανε βάλει επίσης και χωροφύλακες που ολημερίς μετρούσαν το φαΐ που έτρωγαν οι κάτοικοι, για σιγουριά πως δεν τρώει κανείς περισσότερο από ό,τι ορίζει ο Νόμος.

Τα ατμοκίνητα κάρα φορτωμένα με γυαλί φεύγαν για άλλες πολιτείες, φορτωμένα με τ’ αγαθά που κάρπιζε η γης γύριζαν, τα λιβάδια τους καταπράσινα κι αυτά και πλούσια κάρπιζαν και ξανακάρπιζαν ασταμάτητα και μεγάλες αποθήκες γέμιζαν ίσαμε πάνω.

Μα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, εκεί που ο ήλιος στο πιο ψηλό σημείο είχε φτάσει, άρχισε το φως του να χάνεται, να τον σκεπάζει το φεγγάρι, λες και μες στο καταμεσήμερο ήρθε νύχτα και μεσονύχτι.

Σούσουρο έγινε στην πολιτεία κι ο κόσμος στους δρόμους βγήκε, γιατί τα λόγια του θαυματοποιού θυμήθηκαν, μα τα θυμήθηκαν αργά.

Ο θαυματοποιός μες στο κελί του, σαν το φεγγάρι σκέπασε τον ήλιο, το μεταλλικό του μπαστούνι σήκωσε και τα κάγκελα της φυλακής παραμέρισαν για να περάσει. Πέρασε το χοντρό σκοινί που είχε δεμένο το μεγάλο ξύλινο μπαούλο στον ώμο του και στηρίζοντας το κορμί του στο μεταλλικό μπαστούνι του, ξεκίνησε για την έξοδο της πολιτείας.

Σαν τον είδαν οι κάτοικοι να φεύγει, τρέξανε να τον εμποδίσουν, μα εκείνος το χέρι του σήκωσε κι άνεμος δυνατός τους κράταγε μακριά, ενώ πίσω του μια πυκνή απλωνόταν ομίχλη, τόσο πυκνή που μια πιθαμή μπρος δεν έβλεπες.

Ολάκερη η πολιτεία ανάστατη κι οι κάτοικοι τυφλοί απ’ την πυκνή ομίχλη. Κάποιοι φοβήθηκαν πολύ κι έκαναν να φύγουν απ’ την πολιτεία, μα η ομίχλη λες και τους μπέρδευε το δρόμο βάζοντάς τους να κάνουν κύκλους από κει που ‘χαν ξεκινήσει. Έμοιαζε να τους έχει φυλακισμένους στην ίδια τους την πολιτεία.

Μονάχα ο θαυματοποιός ανεμπόδιστος έφτασε ως το τέλος της πολιτείας κι έξω απ’ αυτό, με το μεταλλικό μπαστούνι χάραξε έναν μεγάλο κύκλο στο χώμα που στο κέντρο του άναψε μια πολύ μεγάλη φωτιά. Άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πήρε το τουμπερλέκι του και καθισμένος καταγής άρχισε τ’ αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του που πλημμύριζε την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα χίλιοι τραγουδιστάδες μαζί.

Για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έλεγε το παράξενο τραγούδι που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο. Για σαράντα μερόνυχτα η πολιτεία σκεπασμένη από την πυκνή ομίχλη που μπέρδευε τα μυαλά των κατοίκων. Για σαράντα μερόνυχτα αντηχούσε το τραγούδι του, λες κι ολάκερη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη από μια τεράστια καμπάνα που χτυπούσε συνέχεια.

Σαν πέρασαν σαράντα μερόνυχτα, το τραγούδι έπαψε, χάθηκε και η ομίχλη, μα η πολιτεία πουθενά. Λες και κάποιο τεράστιο χέρι την είχε πάρει. Στη θέση της μια τεράστια έκταση ξερής άμμου.

Ο θαυματοποιός σηκώθηκε, περπάτησε ως την άκρη του μεγάλου κύκλου, έσκυψε και μάζεψε μια γυάλινη σφαίρα, όχι πιο μεγάλη από μια πιατέλα φαγητού, όπου μέσα της βρίσκονταν ολάκερη η πολιτεία, με τους ανθρώπους, τα λιβάδια, τα ζώα, τ’ ατμοκίνητα κάρα και τις μεγάλες αποθήκες. «Τα παιδιά δεν θα γεράσουν κι οι γέροι δεν θα πεθαίνουν. Αθάνατοι θα μείνετε δίχως το δώρο της λαλιάς, δίχως μιλιά ο ένας στον άλλον, ολομόναχοι και ξεχασμένοι στα όρια της πολιτείας κλεισμένοι» είπε, κι έβαλε την γυάλινη σφαίρα μ’ ολάκερη την πολιτεία μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο του και πέρασε στον ώμο του το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, τράβηξε το δρόμο του λέγοντας… «όταν ζητάς, όταν χρειάζεσαι, πρέπει να δίνεις όταν χρειάζεται και σου ζητήσουν. Ειδάλλως, μένεις μονάχος και χάνεσαι».

Categories: Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Πελοπίδας και Ντάλια

pelopidas kai daliaΗ παρακάτω ιστορία γράφτηκε από το μέλος των Παραμυθάδων Χρήστο Τσίρκα για τις ανάγκες του Φεστιβάλ Παιχνιδιού της ΔΗΜΟΦΕΛΕΙΑΣ του δήμου Καβάλας «Φτου και παίζει» του ευρωπαϊκού προγράμματος «Europe is our playground». Πρόκειται για μια γνωριμία με τους δύο ήρωες-μασκότ του φεστιβάλ. Τον Πελοπίδα τον Πυγολαμπίδα και την Ντάλια την Βεντάλια.

«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια ιστορία θα σας πω για ένα κοριτσάκι που δεν της άρεσαν καθόλου τα παιχνίδια. Τα μισούσε. Κι όποτε έβλεπε τα άλλα παιδιά να παίζουν, πάντα γινότανε η αιτία για να τους χαλάσει το παιχνίδι.

Για παράδειγμα, όποτε παίζανε κρυφτό, καθότανε σε ένα ψηλό σημείο και φώναζε δυνατά, μαρτυρώντας πού έχει κρυφτεί ο καθένας. Τέτοιες σκανταλιές έκανε συνέχεια για να χαλάσει το παιχνίδι των άλλων.

Το κορίτσι αυτό το λέγανε Ντάλια η Βεντάλια.

Εγώ, γνωρίζω πολύ καλά τον πατέρα της, τον Πελοπίδα τον Πυγολαμπίδα και το παράξενο της ιστορίας αυτής είναι, ότι ο ίδιος, σαν παιδί ήταν ακριβώς το αντίθετο από την Ντάλια. Έπαιζε συνέχεια με τα υπόλοιπα παιδιά και μάλιστα πολλά και διαφορετικά παιχνίδια.

Ο Πελοπίδας μεγάλωσε την εποχή που οι γειτονιές πλημμύριζαν τα καλοκαίρια από παιδιά. Φωνές, παιχνίδια, τσακωμοί, χαρές και στεναχώριες. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία. Κάθε μέρα η ίδια όμορφη ιστορία. Από νωρίς το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ, το ένα παιχνίδι διαδέχονταν το άλλο. Μήλα, αγαλματάκια, κουτσό, κικιρίκια κι αργά το βράδυ, με το που σκοτείνιαζε, κρυφτό.

Μα όταν πήγε στο γυμνάσιο, ο μπαμπάς του Πελοπίδα θεώρησε ότι ο γιος του μεγάλωσε και πως έπρεπε να αρχίσει να τον βοηθάει στην δουλειά του. Έτσι, ο Πελοπίδας άρχισε να παίζει λιγότερο και να περνάει περισσότερο χρόνο στο φούρνο του πατέρα του, μέχρι που έπαψε να παίζει τελείως.

Έμαθε καλά τη δουλειά και σύντομα έγινε αυτός φούρναρης και μάλιστα πολύ καλός. Έβγαζε το πιο νόστιμο και καλοψημένο ψωμί της περιοχής. Κι όσο για τα κουλούρια του, ποτέ δεν μπορούσες να φας μόνο ένα.

Σαν έγινε άντρας ο Πελοπίδας, μια γυναίκα γνώρισε κι αγάπησε και σύντομα την παντρεύτηκε. Πάνω στον χρόνο, φέρανε στον κόσμο και την Ντάλια, μα στη γέννα η γυναίκα του πέθανε.

Ο Πελοπίδας μεγάλωσε την Ντάλια μόνος του χωρίς καμιά βοήθεια από κανέναν. Άθελά του όμως έκανε ένα μεγάλο λάθος. Από το φόβο του που έχασε τη γυναίκα του και προκειμένου να μην χάσει και τη Ντάλια, την ανάγκαζε να έρχεται καθημερινά στον φούρνο αμέσως μετά το σχολείο. Όσο για τα καλοκαίρια, η Ντάλια περνούσε όλη την μέρα της στο φούρνο βοηθώντας τον πατέρα της ή διαβάζοντας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αντικοινωνική. Να απεχθάνεται τις συναναστροφές με άλλους, οπότε και τις παρέες και τα παιχνίδια με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς.

Ο Πελοπίδας δεν είχε καταλάβει τη ζημιά που είχε προκαλέσει στη Ντάλια. Ένα μεσημέρι, ο Πελοπίδας είχε βγει έξω από τον φούρνο του κι έριχνε στα πουλιά ότι ψίχουλα είχε μαζέψει στα ράφια του. Εκείνη την ώρα Κάτι παιδιά περνούσαν κι άρχισαν να τον σχολιάζουν

Να…αυτός είναι ο μπαμπάς της ακατάδεχτης που μας αποφεύγει και μας κοροϊδεύει συνέχεια…

Άκουσα ότι την κλειδώνει στην αποθήκη…

Αρχικά ο Πελοπίδας δεν κατάλαβε ότι εννοούσαν αυτόν, αλλά όταν διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει άλλος εκεί κοντά, τα έχασε…αναστατώθηκε. Γύρισε στο σπίτι του στεναχωρημένος και πολύ προβληματισμένος. Όλο το βράδυ δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι η Ντάλια περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο μαζί του χωρίς να παίζει με τα παιδιά της ηλικίας της.

Το επόμενο πρωί, έπιασε την μονάκριβη κόρη του να της μιλήσει. Όσο κι αν της εξηγούσε ότι ήταν λάθος του που την κρατούσε στον φούρνο αντί να την αφήνει να παίζει με τα υπόλοιπα παιδιά στην γειτονιά, τόσο η Ντάλια αδιαφορούσε και λειτουργούσε σαν μαγεμένη. Σαν ένα ξωτικό, ένα σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι, να της έκλεψε κρυφά την παιδικότητά της.

Αύριο μην έρθεις στον φούρνο. Πήγαινε να παίξεις με τα παιδιά…

…της είπε στο τέλος της συζήτησής του ο Πελοπίδας, μα η Ντάλια του απάντησε αδιάφορα:

Μπα, δεν θέλω…προτιμώ να έρθω μαζί σου.

Εκείνο το βράδυ ο Πελοπίδας είδε στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο. Ήταν μια γυναικεία φιγούρα –που ο ίδιος θεώρησε ότι ήταν η γυναίκα του που είχε πεθάνει-, ντυμένη στα άσπρα με καλυμμένο το πρόσωπό της. Εμφανίστηκε μπροστά του μέσα από μια λάμψη φωτός και του είπε με φωνή που νόμιζες ότι έβγαινε από πηγάδι.

Πελοπίδααααααα….Πελοπίδααααααα! Το ξέρω πως πονάς για την κόρη σου. Το ξέρω πως η έννοια σου είναι στην Ντάλια, μα αυτή είναι μαγεμένη. Μαγεμένη από την λάθος αγάπη σου. Έχει χάσει την διάθεση για παιχνίδι και παρέες. Δεν θέλει φίλους ούτε και παιχνίδια. Αλλά μην ανησυχείς. Υπάρχει ελπίδα. Δύσκολα μεν, αλλά υπάρχει. Τα μάγια της Ντάλιας θα λυθούν μόνο όταν άνθρωποι από πέντε χώρες βρεθούν στον ίδιο χώρο κι αρχίσουν να παίζουν και τα παιχνίδια τους κρατήσουν για πέντε μέρες. Εκεί μόνο η Ντάλια θα βρει την γιατρειά, αρκεί να καταφέρει να βρει και τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που θα τις θέσουν άνθρωποι των χωρών αυτών. Μην χάνεις την ελπίδα σου Πελοπίδα. Βοήθα την Ντάλια να ζήσει την ζωή που χάνει μέρα με την μέρα.

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από την γυναίκα στο όνειρό του ο Πελοπίδας και ξύπνησε καταϊδρωμένος. Από εκείνη την μέρα ψάχνει να βρει το μέρος που θα συναντηθούν άνθρωποι από πέντε χώρες και θα αρχίσουν τα παιχνίδια, μα τίποτα δεν έχει καταφέρει…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια…

…κι αν νομίζεται ότι το παραμύθι μας τελειώνει εδώ κι έτσι απότομα, γελιέστε. Γελιέστε γιατί αυτή τη στιγμή, βλέπω στο βάθος να πλησιάζει ο Πελοπίδας κι η Ντάλια.

(Η ιστορία αυτή ακουγότανε κάθε μέρα στην έναρξη του φεστιβάλ και σε αυτό το σημείο κάνανε την εμφάνισή τους οι δύο ήρωες. Ακολουθούσε ένας μικρός διάλογος μεταξύ των δύο ηρώων και του αφηγητή:)

Πελοπίδα και Ντάλια καλώς ορίσατε. Χαιρόμαστε πολύ που σας έχουμε μαζί μας.

Νιώθω πολύ συγκινημένος γιατί το όνειρο που είχα δει κάποτε, τώρα βγαίνει αληθινό. Έχουν μαζευτεί εδώ άνθρωποι από πέντε χώρες και θα αρχίσουν να παίζουν παιχνίδια;

Κάπως έτσι…

Πάμε να φύγουμε μπαμπά…δεν μου αρέσει εδώ.

Περίμενε Ντάλια και νομίζω ότι τώρα ξεκινάει το δικό μας παραμύθι.

(Εκείνη την στιγμή, ο αφηγητής έθετε στον Πελοπίδα και την Ντάλια μια ερώτηση ή τους έβαζε μια δοκιμασία κι αυτοί με την σειρά τους έπρεπε να απαντήσουν σωστά ή να την φέρουν σε πέρας. Μπορούσαν βέβαια να έχουν βοήθεια από τον κόσμο. Μία ερώτηση-δοκιμασία για κάθε μέρα του φεστιβάλ κι αν όλα πήγαιναν καλά, τότε θα λύνονταν τα μάγια της Ντάλιας και θα γινότανε και πάλι ένα παιδί με διάθεση για παιχνίδι και παρέες.)

Το παραμύθι μας, δεν τελειώνει εδώ, ούτε και σήμερα. Πέντε μέρες θα κρατήσει. Μέχρι ο Πελοπίδας κι η Ντάλια να μπορέσουν να βρούνε τις απαντήσεις τους. Κι εσείς αγαπητοί μας φίλοι, μπορείτε να τους βοηθήσετε αν γνωρίζετε κάτι. Κι αν όλα πάνε καλά, τότε η Ντάλια θα γίνει και πάλι παιδί. Θα αρχίσει και πάλι να χαμογελάει και να έχει διάθεση για παιχνίδι, διάθεση για ζωή….

Ας αρχίσουν τα παιχνίδια λοιπόν…αρχή των παιχνιδιών, καλησπέρα της αφεντιάς σαααααααααααααααςςςςςςςςςςς!

(Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στο φρούριο της Καβάλας, η ερώτηση ήταν «πότε χτίστηκε». Μετά από ώρα και με την βοήθεια του κόσμου, δόθηκε η απάντηση «15ος αιώνας». Την δεύτερη μέρα που η γιορτή μεταφέρθηκε στο παρκάκι της πλατείας Κάνιγγος στην περιοχή Σούγελο, η ερώτηση ήταν «τι σημαίνει Σούγελο» κι η σωστή απάντηση που δώσανε ήταν «δρόμος του νερού». Την τρίτη μέρα στο παρκάκι του Αγίου Λουκά, υπήρξε δοκιμασία και πιο συγκεκριμένα, να βρούνε μια παλιά φωτογραφία που να απεικονίζει παιδιά να παίζουν ή κάποιο παλιό παραδοσιακό παιχνίδι-αντικείμενο. Μετά από ώρα τελικά, εμφανίστηκε μια παλιά φωτογραφία από την κυρία Έμυ και τον κύριο Γιώργο. Την προτελευταία μέρα που η γιορτή μεταφέρθηκε στον προαύλιο χώρο του γυμναστηρίου της Καλαμίτσας, η ερώτηση ήταν «από τι φτιάχνονταν το αρχαίο παιχνίδι, κότσια» και η απάντηση ήρθε μετά από ώρα «από τα πίσω πόδια του κατσικιού». Την τελευταία μέρα με την λήξη του φεστιβάλ, υπήρξε μια ακόμα δοκιμασία. Η Ντάλια έπρεπε να δεχτεί μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τουλάχιστον εκατό αγκαλιές από παιδιά….

Η Ντάλια, έγινε πλέον ένα παιδί που αγαπάει τα παιχνίδια και αγαπάει και τα υπόλοιπα παιδιά…ίσως να βοήθησαν οι 116 αγκαλιές που δέχτηκε και που θα ήταν ακόμα περισσότερες αν δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός)

 

Categories: Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Παραμύθια Δανικά»

«Παραμύθια Δανικά»

Ο Δημήτριος Βικέλας έκανε τη μετάφραση κάποιων παραμυθιών του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Categories: Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Από τον Αποστόλη @moloch82 για όλα τα παιδιά με καρκίνο

Σήμερα πέθανε ένα παλικάρι. Αντιμετώπισε θαρραλέα την αρρώστια που λέγεται καρκίνος και ο θάνατός του έγινε αφορμή να γεμίσουν δάκρυα τα μάτια πολλών ανθρώπων και αγάπη οι ψυχές τους. Το παραμύθι που ακολουθεί, το έγραψε πριν από δύο χρόνια στο προσωπικό του ιστολόγιο και «απευθύνεται σε παιδιά που πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν καρκίνο». Αν σας αγγίξει η ιστορία, επισκεφτείτε τη δική του σελίδα με το παραμύθι (κάντε κλικ στον τίτλο του παραμυθιού παρακάτω) και αφήστε του κάποιο σχόλιο.

Στη μνήμη του Αποστόλη.

 

Ο Καβουράκης και το ταξίδι του

Μια μικρή ιστορία για τα παιδιά που με τη φαντασία τους μπορούν να νικήσουν τα πάντα.

Ο Άκης είναι ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Πάει στη γ’ τάξη του Δημοτικού σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, από εκείνες που τα παιδιά μαζεύονται μετά τα μαθήματά τους και παίζουν μπάλα και κρυφτό. Είναι αρκετά καλός μαθητής, χωρίς να διαβάζει πολύ και αυτό τον κάνει διπλά χαρούμενο όταν του λέει μπράβο η δασκάλα. Κι ο Δήμος είναι καλός μαθητής, ίσως καλύτερος από τον Άκη, αλλά δε βγαίνει ποτέ να παίξει τα απογεύματα γιατί η μαμά του τον βάζει να διαβάζει πολύ και μετά τον εξετάζει.
Μια μέρα του φθινοπώρου, ο Άκης γύριζε σπίτι από το σχολείο φορτωμένος με τα μπράβο του και χαρούμενος σκεφτόταν ότι η μητέρα του θα του είχε φτιάξει κεφτεδάκια με πατάτες που του αρέσουν. Ύστερα, θα πήγαινε μια βόλτα με τον παππού και ίσως του έπαιρνε και μια σοκολάτα να μοιραστούν στην παιδική χαρά. Ο παππούς βέβαια θα έπαιρνε ένα μικρό κομματάκι γιατί λέει ότι είναι ήδη γεμάτος ζάχαρη. Τον Άκη δε θα τον πείραζε να είναι γεμάτος ζάχαρη σκέφτηκε καθώς έφτανε σπίτι.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα μικρό, πολύ μικρό πόνο στο πόδι του. Όπως τότε που ο Μιχάλης, εκείνο το παιδί που κάνει τη δασκάλα να τραβάει τα μαλλιά της και είναι πολύ αστεία όταν το κάνει, είχε τσιμπήσει το μπράτσο του για να του πάρει το καινούριο του μολύβι. Τι να έγινε εκείνο το μολύβι, αναρωτήθηκε και ξέχασε τον πόνο.
Οι μέρες περνούσαν άλλες όμορφες σαν εκείνη τη μέρα που πήγε με το μπαμπά και τη μαμά να δουν τα δελφίνια κι άλλες άσχημες όπως τότε που η γειτόνισσα με τις γάτες δεν του έδωσε τη μπάλα που έπεσε στον κήπο της. Αυτό που δεν άλλαζε όμως ήταν εκείνος ο περίεργος πόνος στο πόδι του, λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Ο Άκης νόμιζε ότι το είχε χτυπήσει κάποια στιγμή παίζοντας μπάλα. Βλέπετε όσοι δεν ήξεραν ποδόσφαιρο στη γειτονιά του, φαίνεται προσπαθούσαν να κλωτσήσουν τα πόδια των άλλων αντί για τη μπάλα. Δεν το κατάλαβε ποτέ του ο Άκης το γιατί. Το πιο περίεργο δε, ήταν ότι τις περισσότερες φορές ο πόνος ήταν πιο δυνατός το βράδυ, όταν έπεφτε να κοιμηθεί.
Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε στο κρεβάτι του. Διάβασε μερικές σελίδες από το βιβλίο με το νεαρό μάγο που αφού μεγάλωσε έπιασε δουλειά στο τσίρκο και έσβησε το φως να κοιμηθεί. Έβλεπε πολλά και περίεργα όνειρα αλλά αυτό που θα έβλεπε απόψε δεν χώραγε στη φαντασία του! Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δίπλα στο μαξιλάρι του ήρθε και στάθηκε ένα μικρό γυαλιστερό καβουράκι. Ο Άκης, αν και είχε δει πολλά καβουράκια στη ζωή του στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί, δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είναι. Βλέπετε κάτι το σκοτάδι, κάτι το κοστούμι με τη γραβάτα. Ε; Για στάσου! Από πότε τα καβουράκια φοράνε ρούχα; Και τι δουλειά είχε στο μαξιλάρι του Άκη;
Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να το πιάσει αλλά δεν τα κατάφερε. «Είναι όνειρο», σκέφτηκε ο Άκης και χαμογέλασε έτοιμος να συνεχίσει τον ύπνο του.
-Ψίτ;
-…
-Ψίτ; Ναι εσύ ο περίεργος που δεν έχεις καν δαγκάνες. Μ’ ακούς;
Ο Άκης γύρισε σαστισμένος! Το καβούρι στον ύπνο του μιλούσε!
-Ναι. Ποιος είσαι και τι κάνεις στο κρεβάτι μου κοστουμαρισμένος;
-Αφενός δεν είμαι στο κρεβάτι σου. Επικοινωνώ μαζί σου μέσα από τα όνειρά σου. Κανονικά είμαι γατζωμένος μέσα στο δεξί σου πόδι. Όσο για το κοστούμι, οι πληροφορίες μου λένε ότι εδώ στη Γη παίρνετε περισσότερο στα σοβαρά όσους φοράνε κοστούμι και γραβάτα.
Έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Άκης. Να για παράδειγμα ο διευθυντής στο σχολείο που φοράει πάντα κοστούμι και γραβάτα είναι πάντα σοβαρός. Και όταν μιλάει τον ακούνε όλοι με προσοχή. Ακόμη και η δασκάλα. Μα αυτό σε απασχολεί Άκη; Τι εννοεί γατζωμένος μέσα στο πόδι σου; Και από πού έρχεται αν όχι από τη θάλασσα;
Αυτά τον ρώτησε λοιπόν τον κύριο Καβουράκη κι εκείνος του εξήγησε.
Στην άλλη άκρη του γαλαξία μας, όχι πολύ μακριά από εδώ αν δεν έχει κίνηση και ξέρεις τους σύντομους δρόμους, υπάρχει ένας μικρός πλανήτης με το όνομα (ο άλλος) Ποσειδώνας. Όχι αυτός που είναι εδώ στη γειτονιά μας. Ο άλλος. Γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Πολύ μικρός πλανήτης, ακόμη και σε σχέση με τη Γη που δεν είναι και κανένα θηρίο. Ο πλανήτης αυτός είναι καλυμμένος με νερό θαλασσινό και μέσα κατοικούν λογής λογής θαλασσινά ζωάκια. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάτι σαν βασιλιάς, είναι ένας κάβουρας που αγαπάει πολύ αυτό που κάνει και είναι έτσι όλοι χαρούμενοι. Ο κ. Καβουράκης είναι γιός του. Πρίγκηπας σα να λέμε. Επειδή η ζωή στον (άλλο) Ποσειδώνα είναι κάπως μονότονη για έναν πρίγκηπα, με όλους τους άλλους κάβουρες να τον υπηρετούν και να τον προσέχουν ο κ. Καβουράκης κάνει συχνά ταξίδια με το μίνι διαστημόπλοιό του.
Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που κατέβηκε στη Γη να δει τις παραλίες μας και να χαιρετήσει κάτι ξαδέρφια του που είχαν έρθει χρόνια πριν μετανάστες να γνωρίσουν τον κόσμο. Το διαστημόπλοιό του φαίνεται να μάζεψε βρώμα από μια παραλία που δεν καθάρισε κανένας και δεν κατάφερνε να απογειωθεί μέχρι το διάστημα. Την τελευταία φορά που δοκίμασε, έπεσε και καρφώθηκε μέσα στο πόδι του Άκη.
-Έτσι που λες Άκη μου. Και τώρα έχω μπλέξει εδώ και δεν μπορώ να φύγω.
-Ναι αλλά εγώ πονάω! Σκέφτομαι μάλιστα να πω στη μαμά να με πάει στο γιατρό. Αν και αυτός συνήθως με κυνηγάει με τα εμβόλια.
-Γι’ αυτό κι εγώ επικοινώνησα μαζί σου Άκη. Πρέπει να πας στο γιατρό για να βολευτούμε και οι δυο.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή εσύ θα σταματήσεις να πονάς κι εγώ θα μπορέσω να πάω σπίτι μου. Ίσως δεν ήταν τελικά και τόσο βαρετά…
-Καλά, εμένα θα με κάνει καλά ο γιατρός. Εσύ πως θα πας σπίτι;
-Θυμάμαι από το Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας, όπου σπούδαζα διαστημική της θάλασσας ότι τα ανθρώπινα φάρμακα μπορούν να δουλέψουν ως καύσιμα για το διαστημόπλοιό μου! Οπότε αν πάρεις αρκετά θα μπορέσω να το ξεκινήσω και αν πατήσω αρκετό γκάζι να ξεσφηνώσω από το πόδι σου!
Αφού χαιρετήθηκαν, ο Άκης ξύπνησε και περίμενε μέχρι το πρωί. Σκεφτόταν τι να κάνει. Από τη μια φοβόταν το γιατρό. Όχι τον ίδιο δηλαδή αλλά τις βελόνες του. Δεν είναι ότι πιο ευχάριστο να σε τσιμπάνε με βελόνες! Αν ήταν θα το είχαν και στο λούνα Παρκ! Από την άλλη όμως λυπόταν τον κ. Καβουράκη με το μπλέξιμό του και είχε κουραστεί κι εκείνος να πονάει. Αποφάσισε λοιπόν να πει στη μαμά του να τον πάει στο γιατρό αλλά να μην πει τίποτε για το νέο φίλο του.
Από την άλλη μέρα κιόλας, ο Άκης άρχισε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Είχε πολλές βελόνες και πολλά τσιμπήματα. Από την πρώτη μέρα κιόλας άρχισε να φεύγει ο πολύς πόνος. Ο κ. Καβουράκης ερχόταν κάθε βράδυ, του έλεγε πόσα ακόμη καύσιμα χρειάζεται και για να τον ευχαριστήσει που άντεχε όλες αυτές τις βελόνες και την κούραση από τα φάρμακα του έλεγε ιστορίες από τον πλανήτη του αλλά και από τα ταξίδια του. Για εκείνη τη φορά που ένα περαστικό διαστημόπλοιο έχυσε λάδια στον (άλλο) Ποσειδώνα και τρίβανε με τα σφουγγάρια όλο το βυθό, για τον περίεργο πλανήτη με τα ηφαίστεια όπου συνάντησε κάποτε με ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα και τον ρωτούσε μήπως είδε πουθενά κάποιο Πρίγκηπα. Είπε στο τριαντάφυλλο ότι κι εκείνος είναι πρίγκηπας, αλλά εκείνο έψαχνε έναν άλλο πιο μικρό και πιο ξανθό. Ακούστηκε ενδιαφέρον τύπος…
Όταν τα καύσιμα ήταν πια αρκετά ο κ. Καβουράκης χαιρέτησε τον Άκη και ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Έλα όμως που δεν υπολόγισε κάτι ακόμα!
-Άκη! Έχουμε πρόβλημα!
-Μα τι λες; Όλα πάνε μια χαρά! Εγώ είμαι καλύτερα, το σκάφος σου είναι σχεδόν γεμάτο καύσιμα, η μαμά θα φτιάξει αύριο κέικ με σοκολάτα!
-Τα μαλλιά σου.
-Τα μαλλιά μου είναι μια χαρά. Τα χτενίζω μόνος μου και μερικές φορές βάζω και ζελέ για να στέκονται όπως του μπαμπά.
-Ναι αλλά… προκαλούν παρεμβολές.
-Παρε..τι;
-Παρεμβολές. Να πώς να σου πω, πως είναι στην τηλεόραση που μερικές φορές δεν πιάνει καλά το κανάλι; Έ απ’ αυτό μόνο που τώρα δεν πιάνει καλά το τιμόνι. Αριστερά πατάω εγώ, δεξιά στρίβει το σκάφος μου.
-Κι όλα αυτά από τα μαλλιά μου;
-Ναι! Τα μαλλιά είναι στους ανθρώπους σαν τις κεραίες!
-Ωραία και τι προτείνεις; Να τα κόψω;
-Βασικά όσο κοντά και να τα κόψεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Πρέπει να τα ρίξουμε. Για λίγο! Μέχρι να απογειωθώ και να απομακρυνθώ! Μετά θα ξαναβγούν στ’ ορκίζομαι!
-Μα θα γίνω σαν τον παππού που όταν περνάει κάτω από λάμπα γυαλίζει το κεφάλι του!
-Ναι αλλά εσένα θα είναι για λίγες μέρες μόνο! Άντε ένα δυο μήνες το πολύ. Σε παρακαλώ! Μην με ταλαιπωρείς για τρίχες κατσαρές!
Ο Άκης το σκέφτηκε λίγο και τελικά συμφώνησε. Δεν ήταν δα και τόσο τραγικό! Θα έβαζε τη γιαγιά να του φτιάξει έναν όμορφο σκούφο, ίσως με τα χρώματα της ομάδας του! Δε θα χρειαζόταν και να χτενίζεται, που το βαριόταν λίγο. Ειδικά όταν τον χτένιζε η μαμά ίσως ακόμη και να πονούσε!
Την άλλη μέρα τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν. Οι γονείς του και οι συγγενείς του τον κοιτούσαν σα να στενοχωριόντουσαν αλλά εκείνος ήξερε το λόγο και ήταν σχεδόν χαρούμενος που όλα πήγαιναν μια χαρά.
Όταν τελικά έπεσαν όλα, ο κ. Καβουράκης ξεκίνησε το ταξίδι του! Ο Άκης σταμάτησε να πηγαίνει στα νοσοκομεία και γύρισε στο σχολείο του, τη μπάλα του, τις βόλτες με το ζαχαρένιο του παππού. Πολλές φορές θυμάται πόσο κουράστηκε για να βοηθήσει το φίλο του αλλά δεν έχει σημασία πια. Περιμένει το καλοκαίρι να πάει στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί για να μάθει νέα από τα ξαδέρφια του κ. Καβουράκη!

Categories: Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.