Posts Tagged With: Φόβος

«Όταν η φύση θυμώνει»…

Της Παραμυθο-ανταποκρίτριάς μας, Ζωής Τσαπανίδου –

Την Κυριακή που μας πέρασε στις 2 του Δεκέμβρη, δεχθήκαμε στο όμορφο ζεστό παραμυθόσπιτό μας και πάλι τους μικρούς αγαπημένους φίλους στο μηνιαίο ραντεβού μας. Η εκδήλωση μας αυτή είχε ως θέμα τον φόβο που νοιώθουμε μικροί και μεγάλοι από τα αστραπόβροντα και από όλα αυτά που συμβαίνουν όταν η φύση θυμώνει! Ποιος δεν έχει τρομάξει και δεν έχει φοβηθεί από μια εκτυφλωτική αστραπή ή από ένα κεραυνό ή από μια δυνατή βροντή;

Η δράση μας ξεκίνησε με την Αδελαϊδα η οποία με τον γλαφυρό λόγο της μας εξήγησε πως δημιουργούνται αυτά τα μετεωρολογικά φαινόμενα και τι πρέπει να κάνουμε για να προφυλαχθούμε από αυτά. Μιλήσαμε περισσότερο θέλωντας να διασκεδάσουμε τους φόβους μας γύρω από αυτά προετοιμάζοντας έτσι τον χώρο για να «υποδεχτούμε τα παραμύθια».

Και ήρθαν… Αρχικά με την Μαρία και τον μύθο του Αισώπου Η θάλασσα και ο ναυαγός. Μια άλλη οπτική της «άσχημης» συμπεριφοράς της φύσης. Κι ύστερα ο Χρήστος με το παραμύθι Οι κεραυνοί των τριών αδελφών. Μάθαμε για τον Άργη τον Στερόπη και τον Βρόντη, τρία από τα παιδιά του Ουρανού και της Γης, τους τρεις μονόφθαλμους Κύκλωπες που όταν μαλώνουν μεταξύ τους,δημιουργούν βροντές,αστραπές και κεραυνούς. Μέσα από το παραμύθι καταλάβαμε πως όταν ο φόβος μοιράζεται με άλλους ανθρώπους, μετριάζεται, λιγοστεύει, ίσως μπορεί και να ξεπεραστεί.

Στο τέλος της εκδήλωσής μας τα παιδιά κάθησαν στα θρανία και με την βοήθεια όλων κατασκευάσαμε κεραυνοπαγίδες! Εδώ τον «λόγο» είχαν τα χαρτιά, τα ψαλίδια, τα νήματα, οι κόλλες και οι μπογιές. Με ενθουσιασμό και με μεράκι, προσπαθούσαν με τα μικρά χεράκια τους να περάσουν το νήμα στην κεραυνοπαγίδα, κι αν δυσκολεύτηκαν λίγο, στο τέλος δικαιώθηκαν αφού κάθε παιδάκι κρατούσε την δική του κεραυνοπαγίδα! Έτσι με την χαρά ζωγραφισμένη στα χαμογελαστά πρόσωπά τους τελείωσε άλλη μια όμορφη δράση μας.

Έλαβαν μέρος οι Παραμυθάδες: Ελισάβετ Κεσεκιάδου, Μαρία Μπουγά, Βικτόρια Πακαταρίδου, Αδελαϊς Ράπτη, Ζωή Τσαπανίδου, Χρήστος Π. Τσίρκας και Μαρία Χαριζάνη.

Ραντεβού «του χρόνου» πλέον…τα λέμε τον Γενάρη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements
Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Οι κεραυνοί των τριών αδερφών!» του Χρήστου Π. Τσίρκα

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από τον Χρήστο Π. Τσίρκα τον Νοέμβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Όταν η φύση θυμώνει» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Θα σας πω κάτι που λίγοι από εσάς ίσως να γνωρίζετε. Ο Ουρανός και η Γη είναι αντρόγυνο. Παντρεύτηκαν πριν εκατομμύρια χρόνια και ζούνε αγαπημένοι μέχρι και σήμερα. Ο Ουρανός φροντίζει την Γη να είναι πάντα καρπερή και γόνιμη και να προσφέρει ζωή σε όλα τα πλάσματα. Με την βροχή που της στέλνει την ξεδιψάει και κάνει τους σπόρους να βλαστήσουν και να καρπήσουν. Κι ύστερα με τους καρπούς αυτούς εμείς και τα υπόλοιπα ζωντανά τρεφόμαστε.

Ο Ουρανός και η Γη έχουν κάνει αμέτρητα παιδιά. Κάποια από αυτά έχουν μείνει στην ιστορία για τις καλές τους πράξεις και κάποια για τις κακές. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ανθρώπους. Άλλοτε είμαστε καλοί και άλλες φορές γινόμαστε κακοί. Εμείς επιλέγουμε την συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους. Για την ιστορία μας όμως, θα σας μιλήσω αρχικά για τρία από τα αμέτρητα παιδιά του Ουρανού και της Γης.

Από τα πρώτα τους παιδιά, ήταν και τρία τεράστια αγόρια που όταν μεγάλωσαν έγιναν κύκλωπες. Είχαν ένα μόνο μάτι στο κεφάλι τους αντί για δύο και βρίσκονταν στο κέντρο του μετώπου τους. Τα ονόματά τους ήταν Βρόντης, Στερόπης και Άργης.

Μα ένα βράδυ, τα τρία αυτά αδέρφια, μάλωσαν με τον πατέρα τους τον Ουρανό και τότε αυτός, γεμάτος θυμό τους έπιασε και τους έδεσε μαζί και τους πέταξε με δύναμη προς την Γη. Μα άθελά του ο Ουρανός, με την πράξη του αυτήν, δημιούργησε κάτι που δεν το περίμενε. Όταν ενώθηκαν τα τρία αδέρφια και τους κυρίευσε ο φόβος την ώρα που έπεφταν από τον Ουρανό, βγήκαν από μέσα τους τα κρυφά χαρίσματα που είχαν. Ο Άργης, που το όνομά του σημαίνει λευκός, άρχισε να λάμπει δυνατά και με τα δυο του χέρια άρχισε να ταρακουνάει τον Στερόπη ο οποίος άστραψε κι άρχισε να σχηματίζει μια λευκή γραμμή στον Ουρανό κατά την πτώση τους. Τελευταίος ακούστηκε κι ο Βρόντης που με την βροντερή φωνή του, άρχισε να μπουμπουνίζει. Έτσι, εκείνο το βράδυ, δημιουργήθηκε ο Κεραυνός.

Τα τρία αδέρφια από τότε δεν χωρίστηκαν ποτέ αφού κατάλαβαν την δύναμη που έκρυβαν μέσα τους. Ζούνε μοναχοί τους σε κάποιο νησί πολύ μακριά από εδώ. Δουλεύουν τη γη και τρώνε τους καρπούς της για να ζούνε. Παίζουν μεταξύ τους παιχνίδια διάφορα και συζητάνε στον ελεύθερο χρόνο τους, μα καμιά φορά, όταν διαφωνούνε κι αρχίζει ο ένας να θυμώνει με τον άλλον, πιάνονται στα χέρια κι ανάβει ο καβγάς. Κι έτσι πιασμένοι όπως είναι και οι τρεις, εκτοξεύονται στον Ουρανό και γίνονται Κεραυνοί που σκίζουν τον πέπλο του άερα και φωτίζουν την πλάση με αυτήν την λαμπερή γραμμή που την ακολουθεί έπειτα το βροντερό και φοβερό μπουμπουνητό της.

Χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε και τα τρία αδέρφια δεν σταμάτησαν να μαλώνουν. Το γεγονός όμως ότι δεν τους βλέπουμε πάντα είναι γιατί κάθε φορά εκτοξεύονται προς άλλη κατεύθυνση του Ουρανού.

Όσο για εμάς τους ανθρώπους, η αλήθεια είναι πως τους φοβόμαστε πολύ γιατί είναι πιο μεγάλοι και πιο δυνατοί από εμάς. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να ακούει ή να βλέπει κεραυνό και να μην φοβάται. Απλά κάποιοι το δείχνουν ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Το σίγουρο είναι ότι όλοι –αν βρίσκονται έξω στους δρόμους-τρέχουν να προφυλαχτούνε σε κάποιο σπίτι ή σε κάποιο κλειστό χώρο.

Και η ιστορία μας ξεκινάει τώρα, στην εποχή που ζούμε. Μπορεί να έγινε πριν δέκα χρόνια μα μπορεί να έγινε και πέρυσι. Δεν έχει και τόση σημασία.

Ήταν χειμώνας κι ο εντεκάχρονος Αλέξανδρος βρισκότανε στην βιβλιοθήκη της πόλης του διαβάζοντας. Αν και απόγευμα, είχε αρχίσει να νυχτώνει έξω. Κάποιες ψιχάλες βροχής πέσανε στο παράθυρο κι όταν τις είδε σκέφτηκε πως πρέπει να γυρίσει στο σπίτι του για να μην τον πιάσει δυνατή βροχή.

Φόρεσε γρήγορα το μπουφάν και το κασκόλ του και κατέβηκε στον δρόμο. Αστέρια δεν φαινόντουσαν στον Ουρανό. Μικρές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν και να δροσίζουν το πρόσωπό του. Ο Αλέξανδρος άρχισε να περπατάει βιαστικά για το σπίτι του που δεν ήταν και πολύ μακριά. Μα τότε μια λάμψη έκανε τη νύχτα μέρα. Μια λαμπερή γραμμή που ξεκινούσε από τον Ουρανό κι έσκιζε τον αέρα κι ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε ένας φοβερός και βροντερός θόρυβος και η Γη ταρακουνήθηκε. Το ένιωσε ο Αλέξανδρος που τώρα είχε χωθεί κάτω από ένα υπόστεγο ενός μαγαζιού και κοίταζε με δέος τον Κεραυνό που είχε δημιουργηθεί μπροστά του. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε Κεραυνό τόσο κοντά του. Ακριβώς απέναντι από εκεί, υπήρχε μια αλάνα και δύο δέντρα ψηλά που τα κλαδιά τους μπλέκονταν μεταξύ τους κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται. Σε αυτά τα δέντρα κατέληξε ο Κεραυνός και τα χτύπησε και σε λίγο η λάμψη έσβησε κι άρχισε να βρέχει δυνατά.

Ο Αλέξανδρος είχε φοβηθεί τόσο πολύ. Φόρεσε την κουκούλα του καλά κι ετοιμάστηκε να βγει από το υπόστεγο για να τρέξει προς το σπίτι του όταν είδε στην αλάνα και στο σημείο που έπεσε ο κεραυνός κάτι να αναβοσβήνει. Σαν μια μικρή λάμπα που ήταν έτοιμη να καεί και να σβήσει οριστικά.

Άρχισε να τον τρώει η περιέργεια. Έτρεξε προς τα εκεί και έφτασε από πάνω του την ώρα που έσβηνε. Τώρα έμοιαζε με κομμάτι από κλαδί μόνο που είχε σκούρο γκρι χρώμα. Έσκυψε να το πιάσει και ήταν ζεστό ακόμα. Έβγαλε το κασκόλ από το λαιμό του και το τύλιξε με αυτό κι έπειτα το έβαλε στην τσάντα του.

Γύρισε γρήγορα στο σπίτι του και η μητέρα του μόλις τον είδε βρεγμένο του ζήτησε να πάει στο δωμάτιό του για να αλλάξει και στην συνέχεια να κατεβεί για να φάει το βραδυνό του.

Ο Αλέξανδρος υπάκουσε σαν καλό παιδί που ήταν. Έβαλε καθαρά και στεγνά ρούχα και κατέβηκε για να φάει την ζεστή σούπα που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του.  Έπειτα γύρισε και ο πατέρας του στο σπίτι και οι τρεις τους παίξανε για λίγη ώρα μαζί πριν πάνε στην συνέχεια στα δωμάτιά τους για ύπνο.

Αφού φόρεσε τις πιτζάμες και καληνύχτισε τους γονείς του, πήρε την τσάντα του και από μέσα έβγαλε το κασκόλ του. Το ξετύλιξε με απαλές κινήσεις και φάνηκε το περιεχόμενό του. Μα τώρα δεν ήταν σκούρο γκρι όπως πριν. Τώρα ήταν διάφανο, σαν ένα μακρόστενο κρύσταλο, σαν ένα μεγάλο διαμάντι. Απόρησε γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που συνέβη. Παρόλα αυτά το τοποθέτησε στην βιβλιοθήκη του, πάνω από τα βιβλία του Ιούλιου Βερν που είχε κι ύστερα ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του κι ένα όνειρο τον επισκέφτηκε. Πήρε τον Αλέξανδρο και τον πήγε σε ένα νησί. Σε ένα νησί που υπήρχε μόνο ένας τεράστιος πύργος κι όταν άνοιξε η πόρτα του, βγήκαν από μέσα τρεις άσχημοι κύκλωπες.

Πάω να οργώσω το χωράφι…

Φώναξε ο πρώτος κύκλωπας κι ο δεύτερος του απάντησε…

Εντάξει Βρόντη. Εγώ θα πάω να ταϊσω τα ζώα.

Μην ξεχάσεις να τα βάλεις και νερό Στερόπη…

Πετάχτηκε κι ο τρίτος κύκλωπας…

Δεν θα ξεχάσω, έννοια σου. Εσύ που θα πας Άργη;

Εγώ θα πάω να ψαρέψω. Σκέφτηκα να μας μαγειρέψω ψάρια σήμερα.

Κι οι τρεις κύκλωπες τράβηξαν ο καθένας το δρόμο για την δουλειά του. Ο Αλέξανδρος έτρεξε προς τον πύργο. Η πόρτα ήταν κλειστή και όσο κι αν την έσπρωχνε δεν μπορούσε να την ανοίξει. Είδε το πόμολο της πόρτας. Είχε σχήμα κεραυνού. Το έπιασε και κρεμάστηκε με όλη του την δύναμη και τότε αυτό άρχισε να περιστρέφεται και να αναβοσβήνει και με ένα ανεξήγητο τρόπο η πόρτα άνοιξε.

Ο Αλέξανδρος πέρασε μέσα και η πόρτα όπως άνοιξε μόνη της, έτσι κι έκλεισε κάνοντας έναν θόρυβο που έμοιαζε με βροντή αλλά δεν ήταν τόσο δυνατή όπως το προηγούμενο βράδυ. Είδε μπροστά του έναν μακρύ και τεράστιο διάδρομο και αριστερά και δεξιά του πάρα πολλές πόρτες. Βρέθηκε μπροστά στην πρώτη πόρτα κι ετοιμάστηκε να την ανοίξει όταν το όνειρο τον ταρακούνησε και του άνοιξε τα μάτια για να βρεθεί και πάλι σκεπασμένος στο κρεβάτι του.

Είχε ξημερώσει πλέον. Η μητέρα του ακουγότανε από κάτω που τον φώναζε να κατεβεί για το πρωινό. Ο Αλέξανδρος δεν έχασε καιρό. Ντύθηκε και κατέβηκε. Έφαγε το πρωινό του κι έφυγε για το σχολείο του.

Τις επόμενες μέρες όλα κύλησαν φυσιολογικά χωρίς κάτι παράξενο να γίνει στην ζωή του Αλέξανδρου. Ένα απόγευμα όμως όπως καθότανε στο δωμάτιό του και μελετούσε τα μαθήματά του, ένα φως φώτισε την βιβλιοθήκη του στο σημείο με τα βιβλία του Ιούλιου Βερν. Ήταν το κρύσταλο που φώτιζε σαν ένα χριστουγεννιάτικο λαμπάκι. Σηκώθηκε και πλησίασε και μέσα στο κρύσταλο ο Αλέξανδρος είδε τους τρεις κύκλωπες από το όνειρό του. Είχαν πιαστεί στα χέρια και μάλωναν κι ύστερα χάθηκαν και γίνανε ένας κεραυνός που αφού αναβόσβησε δυο φορές, έπειτα έσβησε και έμεινε πάλι ένας απλός κρύσταλος.

Μα τι γίνεται; Δεν μπορώ να καταλάβω.

Μονολόγησε ο Αλέξανδρος και κατέβηκε στο κάτω δωμάτιο που βρισκότανε η μητέρα του. Την ρώτησε για τους κεραυνούς κι η μητέρα του άρχισε να του λέει κάτι επιστημονικά πράγματα, ότι είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο που προκαλείται από την ένωση δύο νεφών –σύνεφα δηλαδή- και κάτι τέτοια αλαμπουρνέζικα που ο Αλέξανδρος δεν καταλάβαινε και τόσο ή δεν ήθελε να καταλάβει.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους κι απ’ έξω άρχισε να αστράφτει και να βροντάει. Τρέξαν στο παράθυρο και είδαν τον ουρανό ότι είχε σκοτεινιάσει από γκρίζα σύννεφα. Δύο κεραυνοί έσπασαν την απογευματινή μέχρι τότε γαλήνη, σε διάστημα 3 λεπτών.

Ο Αλέξανδρος και η μητέρα του τρόμαξαν διπλά γιατί τους ήρθε ξαφνικά ο πρώτος κεραυνός αλλά και γιατί εκείνη την ώρα, συζητούσαν ακριβώς για αυτό το φαινόμενο.

Μα τόσο σύμπτωση βρε παιδί μου; Να αρχίσει να αστράφτει την ώρα που μιλάμε για κεραυνούς;

Μουρμούρισε η μητέρα του Αλέξανδρου μα αυτός σκέφτηκε ότι δεν είναι καθόλου σύμπτωση. Ο κρύσταλος τον είχε προειδοποιήσει μία ώρα πριν.

Εκείνο το βράδυ ο Αλέξανδρος είδε και πάλι το ίδιο όνειρο, μόνο που τώρα το όνειρο ξεκινούσε από εκεί που είχε σταματήσει βίαια την προηγούμενη φορά. Βρισκότανε δηλαδή στην πρώτη πόρτα του τεράστιου εκείνου διαδρόμου. Έπιασε το πόμολό της και το γύρισε. Στο άνοιγμα της πόρτας αντίκρισε κάτι απίστευτο. Σαν να βρισκότανε σε ένα αεροπλάνο που πέταγε ψηλά από την γη κι από κάτω σαν σπιρτόκουτα φαίνονταν τα σπίτια, σαν μπαλώματα σε πάπλωμα τα χωράφια και σαν γαλάζιες φλέβες τα ποτάμια. Ένα κύμα ψυχρού αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο κι από την τρομάρα του έκλεισε απότομα την πόρτα.

Πήγε στην διπλανή πόρτα και την άνοιξε. Το ίδιο ακριβώς μόνο που τώρα έβλεπε άλλη περιοχή της γης. Στο άνοιγμα της 12ηςπόρτας αντίκρισε την δική του περιοχή. Την πόλη που έμενε. Είδε καθαρά και την γειτονιά του. Την αναγνώρισε από την αλάνα στην οποία είχε πέσει εκείνη την φορά ο κεραυνός. Κι ενώ παρατηρούσε τις περιοχές που κρυβόντουσαν πίσω από τις πόρτες, άκουσε έξω από τον πύργο βήματα, τεράστια βήματα να πλησιάζουν και την πόρτα να ανοίγει σιγά-σιγά και να προβάλλουν στον διάδρομο οι τρεις κύκλωπες. Μόλις είδαν τον Αλέξανδρο ξαφνιάστηκαν κι άρχισαν να τρέχουν καταπάνω του φωνάζοντας.

Ένας άνθρωπος στο σπίτι μας. Πιάστε τον αδέρφια!

Ο Αλέξανδρος ξύπνησε ιδρωμένος στο κρεβάτι του. Κοίταξε γύρω του και είδε πως ήταν μόνος του. Πουθενά οι κύκλωπες. Κανείς δεν τον κυνηγούσε. Κοίταξε στην βιβλιοθήκη και είδε τον κρύσταλο. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο.

Εκείνο το πρωινό, στο σχολείο, εξαιτίας των κεραυνών που έπεσαν την προηγούμενη μέρα, ο δάσκαλος είχε την ιδέα να μιλήσει στους μαθητές τους για το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση μιας άσχημης καταιγίδας.

Τους εξήγησε ότι το καλύτερο θα ήταν να μείνουν στα σπίτια τους αποφεύγοντας να χρησιμοποιούν ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές. Αν όμως βρίσκονται έξω και δεν υπάρχουν κτίρια εκεί κοντά, να αποφύγουν τις κορφές ή τα ψηλά σημεία της γης, να μην κρατάνε ομπρέλα κι όταν αρχίσουν οι κεραυνοί, να μην στέκονται όρθιοι αλλά να γονατίσουν και να κουλουριαστούν αγκαλιάζοντας τα πόδια τους.

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν ένα βράδυ, την ώρα που ο Αλέξανδρος ετοιμαζότανε να πέσει για ύπνο, είδε τον κρύσταλλο που είχε στην βιβλιοθήκη του να αναβοσβήνει σαν τρελός. Πήγε προς το παράθυρο και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν καθαρός, μα από πολύ μακριά έβλεπε σκούρα σύννεφα να πλησιάζουν. Ξάπλωσε γρήγορα και σκεπάστηκε καλά. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα έξω από το παράθυρο κοιτώντας τον ουρανό. Δεν πέρασε ούτε ώρα και τελικά ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα με απανωτούς κεραυνούς που έκανε τα τζάμια του σπιτιού να τρίζουν.

Ο Αλέξανδρος φοβήθηκε τόσο που σκεπάστηκε ολόκληρος με το πάπλωμα για να μην βλέπει έξω. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά. Για δύο ώρες περίπου που κράτησε δεν έβγαλε στιγμή το κεφάλι του από το πάπλωμα, παρά μόνο όταν σταμάτησαν τελείως. Τότε μόνο ηρέμησε και κατάφερε να κλείσει τα μάτια του για να κοιμηθεί. Κι όταν κοιμήθηκε βρέθηκε πάλι στο όνειρό του βλέποντας την συνέχεια. Ήταν η στιγμή που οι τρεις κύκλωπες επέστρεψαν στον πύργο τους και βρήκαν μέσα τον Αλέξανδρο κι άρχισαν να τον κυνηγάνε.

Ένας άνθρωπος στο σπίτι μας. Πιάστε τον αδέρφια!

Ο Βρόντης, ο Στερόπης κι ο Άργης όρμηξαν πάνω στον Αλέξανδρο ο οποίος πάγωσε από τον φόβο του και δεν μπόρεσε να κάνει ούτε βήμα. Τον άρπαξαν και τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο που είχε μόνο ένα τραπέζι. Τον έβαλαν να κάτσει κι αυτοί έκατσαν στις καρέκλες απέναντί του. Ο Βρόντης πήρε τον λόγο από τους τρεις και τον ρώτησε.

Λοιπόν, για πες μας. Πως βρέθηκες στο νησί μας και τι γυρεύεις στον πύργο μας;

Ο Αλέξανδρος φοβισμένος από την βροντερή φωνή του κύκλωπα, δεν κατάφερε να βγάλει λέξη από το στόμα του, παρά μόνο λυγμούς και ήταν έτοιμος να κλάψει. Ο Άργης το πρόσεξε και πήρε τον λόγο.

Μην φοβάσαι μικρέ, δεν θα σου κάνουμε κακό. Απλά σε ρωτάμε γιατί πρώτη φορά μας επισκέπτεται άνθρωπος. Μην σε τρομάζει η βροντερή φωνή του αδερφού μου. Κατά βάθος είναι καλός κύκλωπας.

Ο Αλέξανδρος ένιωσε περισσότερη ασφάλεια με τον Άργη και τώρα μίλησε…

Με έφερε ο Ύπνος… δεν ήρθα μόνος μου… δεν θα μπορούσα να έρθω μόνος μου. Είμαι παιδί ακόμα και δεν πηγαίνω μακρινά ταξίδια μόνος μου. Εξάλλου τώρα είμαι μέσα σε ένα όνειρο…

Και τι θέλεις που ήρθες εδώ;

Τον ρώτησε ο Στερόπης που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε μιλήσει.

Δεν ξέρω… δεν θέλω κάτι…

Τους απάντησε ο Αλέξανδρος μα όταν το ξανασκέφτηκε πρόσθεσε…

Μάλλον ξέρω τί θέλω. Θέλω να σας πω ότι με την συμπεριφορά σας, ο κόσμος όλος σας φοβάται. Κάθε φορά που μαλώνετε μεταξύ σας, σε εμάς αστράφτει και βροντάει και προκαλούνται ζημιές. Κάποιοι άνθρωποι καταστρέφονται εξαιτίας σας, χάνουν τα πάντα. Δεν τους λυπάστε;

 Η ειλικρίνεια του Αλέξανδρου έφερε σε αμηχανία τους κύκλωπες που για μια στιγμή δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Ο Άργης έσπασε όμως την σιωπή λέγοντας…

Είμαστε αδέρφια και όπως όλα τα αδέρφια έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές. Κάποιες φορές μαλώνουμε. Επόμενο είναι. Δεν το κάνουμε για να βλάψουμε κανέναν. Κανέναν δεν θέλουμε να καταστρέψουμε. Μα κι εσείς οι άνθρωποι, δεν μαλώνετε μεταξύ σας; Η δική σας συμπεριφορά δεν βλάπτει τους γύρω σας; Όταν ακούς την μαμά σου και τον μπαμπά σου να μαλώνουν, δεν φοβάσαι; Όταν μαλώνουν εσένα, δεν τρομάζεις; Δεν πονάει η καρδούλα σου;

 Ο Αλέξανδρος άκουγε με προσοχή τον Άργη και τότε συνειδητοποίησε το πόσο δίκαιο είχε. Κι οι άνθρωποι μαλώνουν και όταν μαλώνουν άσχημα, αστράφτουν και βροντάνε κάνοντας τους γύρω τους να τρομάζουν και να πονάνε.

Ναι, αλλά εμείς…

Ο Αλέξανδρος ψιθύρισε τις τρεις λέξεις χωρίς να θέλει κάτι συγκεκριμένο να πει. Ο Άργης τον κατάλαβε και συνέχισε.

Εμείς είμαστε κύκλωπες και λειτουργούμε μόνο με το συναίσθημα και το ένστικτο. Εσείς είσαστε άνθρωποι και έχετε το μυαλό και την λογική. Έχετε καταφέρει πολλά χάρη σε αυτά τα δύο. Αν καταφέρετε να σταματήσετε να μαλώνετε μεταξύ σας, ίσως τότε να το καταφέρουμε κι εμείς.

 Κι αν δεν το καταφέρουμε ποτέ; Θα πρέπει να συνεχίσουμε να φοβόμαστε;

 Λυπάμαι αλλά σε αυτό δεν μπορώ να σε συμβουλεύσω. Πρέπει να βρεις μόνο σου την απάντηση.

Εκείνη την στιγμή ακριβώς ο Αλέξανδρος ξύπνησε καταϊδρωμένος στο κρεβάτι του. Κοίταξε από το παράθυρο τον ουρανό. Είχε ξημερώσει για τα καλά. Μόνο άσπρα σύννεφα στόλιζαν τον γαλάζιο μανδύα του ουρανού. Πουθενά δεν φαινότανε η κακή διάθεση των τριών κυκλώπων που είχαν χθες.

Πέρασε ο καιρός κι ήρθε η Άνοιξη. Καμιά καταιγίδα δεν είχε ξεσπάσει όλο αυτόν τον καιρό κι ο Αλέξανδρος είχε την εντύπωση ότι οι τρεις νέοι φίλοι του, μάλλον τον άκουσαν και σταμάτησαν να μαλώνουν. Κατά βάθος ένιωθε σαν ήρωας σαν ένας νέος Ηρακλής που μόλις είχε ολοκληρώσει τον πρώτο του άθλο.

Με τα πολλά έφτασε και το Πάσχα, η Μεγάλη Εβδομάδα και το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσως. Φόρεσαν τα καλά τους ρούχα και πήγαν το βράδυ στην εκκλησία. Ο Αλέξανδρος περίμενε πως και πως να ακούσει το Χριστός Ανέστη γιατί αμέσως μετά θα άρχιζαν τα πυροτεχνήματα τα οποία και λάτρευε. Έκαναν τον μαύρο ουρανό να μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής στον οποίο έχεις πετάξει ανάμεικτα διάφορα χρώματα. Ήταν μια μαγεία.

Και ήρθε κι αυτή η στιγμή. Ακούστηκε ο Παπα-Παναγιώτης με την βραχνή φωνή του να ψέλνει με χαρά πλέον το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών…» και η νύχτα έγινε μέρα από τα πυροτεχνήματα που άρχισαν να σκάνε στον ουρανό. Ο Αλέξανδρος έτρεξε και βγήκε από το προαύλιο της εκκλησίας. Θέλησε να βλέπει πιο καθαρά τον ουρανό και την πανδαισία των χρωμάτων που άρχισαν τον στολίζουν. Μαγεμένος όπως κοίταζε άκουσε ξαφνικά έναν ήχο σαν λυγμό, σαν κλάμα. Γύρισε και κοίταξε πίσω του και είδε σε μια γωνιά του δρόμου ένα μικρό σκυλάκι που είχε κουρνιάσει με την ουρά κάτω από τα πόδια του. Είχε τρομοκρατηθεί από τους κρότους των πυροτεχνημάτων και δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Αλέξανδρος πήγε από πάνω του και το κοίταξε. Έπειτα το πήρε στην αγκαλιά του και ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του που χτυπούσαν σαν τρελοί. Κοίταξε τον ουρανό με τα πυροτεχνήματα…κοίταξε τον σκύλο στην αγκαλιά του και τότε σκέφτηκε το απλούστατο…

Ο σκύλος φοβάται τα πυροτεχνήματα όπως εμείς φοβόμαστε τους κεραυνούς.   

Εκείνη την στιγμή τον πλησίασαν και οι γονείς του κρατώντας τις λαμπάδες στα χέρια με το άγιο φως.

Μαμά, έχει τρομάξει πάρα πολύ. Φοβάται. Είναι κρίμα να το αφήσουμε εδώ. Να το πάρουμε μαζί μας;

Η μητέρα του Αλέξανδρου κοίταξε τον άντρα της στα μάτια και δέχτηκε ένα νεύμα του. Έπειτα γύρισε προς τον Αλέξανδρο και του είπε.

Έχεις δίκαιο. Φοβάται πολύ. Αλλά το να τον πάρουμε σπίτι μας, είναι μια απόφαση που πρέπει να την πάρουμε και οι τρεις. Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι θα συμμετέχουμε στις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχει η συμβίωση με ένα σκυλί. Αλλά αυτήν την κουβέντα μπορούμε να την κάνουμε και στο σπίτι μας. Σωστά;

Κι έτσι οι τέσσερις τους κίνησαν για το σπίτι. Κάθισαν στο καθιστικό και κουβέντιασαν για ώρα. Ο καθένας τους ανέλαβε και μια δουλειά για την φροντίδα του σκύλου. Ο μπαμπάς θα το έβγαζε βόλτα το πρωί. Η μητέρα θα φρόντιζε για το φαγητό του σκύλου και ο Αλέξανδρος ανέλαβε την απογευματινή βόλτα, το παιχνίδι και την εκπαίδευσή του.

Ο καιρός περνούσε και ήρθε το καλοκαίρι κι αν εξαιρέσεις κάποιες βροχές από τις συνηθισμένες, καμία καταιγίδα δεν είχε διαταραξει την ηρεμία των ανθρώπων. Το καλοκαίρι πέρασε όμορφα με τον Αλέξανδρο να περνάει πολλές ώρες παιχνιδιού μαζί με τους φίλους του αλλά και με το σκυλάκι του τον Φρίξο όπως τον είχε ονομάσει.  Κι ύστερα ήρθε το φθινόπωρο, άνοιξαν τα σχολεία και ο καιρός άρχισε ξανά να αγριεύει.

Ο Αλέξανδρος έλειπε όλη την ημέρα από το σπίτι και δεν ήταν στο δωμάτιό του όταν ο κρύσταλλος άρχισε να αναβοσβήνει. Κάποια στιγμή το απόγευμα ήρθε στο σπίτι για να πάρει τον Φρίξο και να τον βγάλει για την απογευματινή βόλτα. Περπατούσαν για ώρα όταν ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε κι ένα μπουρίνι ξέσπασε. Ο Αλέξανδρος κι ο Φρίξος έτρεξαν να προφυλαχτούν κάτω από ένα υπόστεγο στο σχολείο του. Και τότε άνοιξαν οι ουρανοί με καταιγίδες και κεραυνούς που τρυπούσαν τον αέρα. Φόβος κυρίευσε τον Αλέξανδρο και προσπάθησε να θυμηθεί τις συμβουλές του δασκάλου του από την προηγούμενη χρονιά. Μα εκείνη την στιγμή ένιωσε στο πόδι του ένα τράβηγμα. Ήταν ο Φρίξος που με την σειρά του είχε τρομοκρατηθεί κι άρχισε να κλαίει ενώ προσπαθούσε να χωθεί ανάμεσα στα πόδια του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος έσκυψε και τον πήρε στην αγκαλιά του. Η καρδούλα του έπαιζε δυνατά σαν ταμπούρλο τώρα. Τον χάιδεψε στο κεφάλι του για να τον καθησυχάσει. Του μίλησε με ήρεμη φωνή που πλυμμήριζε ασφάλεια. Ο Αλέξανδρος είχε ξεχάσει τον φόβο του και τώρα προσπαθούσε να προστατεύσει τον μικρό του φίλο, τον Φρίξο.

Παράξενο πράγμα…ενώ άστραφτε και βροντούσε, ο Αλέξανδρος σαν να μην άκουγε τίποτα. Είχε στο νου του μόνο τον Φρίξο και την διάθεση να τον ηρεμήσει. Και το κατάφερε. Ένιωσε τόση ασφάλεια ο Φρίξος που η καρδιά του επέστρεψε στους φυσιολογικούς ρυθμούς. Τα ματάκια του ζωήρεψαν και άρχισαν να κοιτάνε τον Αλέξανδρο υγρά, λαμπερά και παιχνιδιάρικα.

Χρειάστηκε να σταματήσει η καταιγίδα και αφού γύρισαν κι οι δυο τους σπίτι σώοι, τότε μόνο ο Αλέξανδρος συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί.

Αν και φοβότανε τους κεραυνούς, όταν είδε ότι το σκυλί του είχε περισσότερη ανάγκη για προστασία επειδή φοβήθηκε, τότε ξέχασε τον δικό του φόβο και προσπάθησε να εμψυχώσει τον Φρίξο.

Εκείνο το βράδυ, μόλις κοιμήθηκε ο Αλέξανδρος, το όνειρο μπήκε πάλι σε λειτουργία από εκεί που είχε ακριβώς σταματήσει. Βρισκόταν στο τραπέζει με τους τρεις κύκλωπες. Μόνο που τώρα και οι τρεις τους ήταν όρθιοι με γυρισμένες τις πλάτες τους προς τον Αλέξανδρο και κάτι συζητούσαν ψιθυριστά για να μην τους ακούει. Φαινόντουσαν ανήσυχοι. Ξαφνικά ο Αλέξανδρος ένιωσε να τραβάει κάποιος το πόδι του. Κοίταξε χαμηλά και είδε τον Φρίξο. Του γάβγιζε κουνώντας με χαρά την ουρά του αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Παράξενο πράγμα. Σαν να ήταν μουγγό το σκυλί. Κι ύστερα το είδε να μαζεύεται στην ουρά του όπως κάνει όταν φοβάται.

Ο Αλέξανδρος κατάλαβε αμέσως. Πήρε στην αγκαλιά του τον Φρίξο και σήκωσε το βλέμμα του προς τους κύκλωπες.

Συγνώμη κύριοι… θέλω κάτι να σας πω.

Τα τρία αδέρφια έστρεψαν τα κεφάλια τους προς τον Αλέξανδρο.

Θα ήταν ψέματα αν σας έλεγα ότι θα σταματήσω να σας φοβάμαι. Απλά, την επόμενη φορά θα φροντίσω να μοιραστώ τον φόβο μου μαζί με κάποιον που φοβάται κι αυτός. Όταν έχεις ένα βάρος να κουβαλήσεις, είναι πιο εύκολο αν σε βοηθήσει και κάποιος άλλος. Μια κοτρώνα, δεν θα μπορούσα ποτέ να την σηκώσω μόνος μου. Αν όμως προσπαθήσω να την σηκώσω με έναν φίλο, τότε ίσως το καταφέρουμε. Κι αν αντί για έναν φίλο, βρω δύο φίλους, τότε σίγουρα θα την σηκώσουμε. Έτσι και ο φόβος μου για εσάς. Όταν τον μοιράζομαι με άλλον, τον ξεχνάω.

Οι τρεις κύκλωπες, κοίταξαν ο ένας τον άλλον κι έπειτα χαμογέλασαν. Πιάστηκαν χέρι με χέρι σχηματίζοντας έναν κύκλο και ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν. Η ίδια μαγεία που εξαφάνισε τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον Άργη, άρχισε να εξαφανίζει σιγά-σιγά και τον πύργο τους. Χάνονταν οι καρέκλες, το τραπέζι, οι τοίχοι κι ένα εκτυφλωτικό φως άστραψε στιγμιαία κάνοντας τον Αλέξανδρο να κλείσει τα μάτια του. Όταν τα άνοιξε, βρίσκονταν στο κρεβάτι του και ο ήλιος έστελνε τις ακτίνες του μέσα από το παράθυρο του δωματίου του.

Δίπλα στο πατάκι, ο Φρίξος είχε ξυπνήσει κι αυτός κι έδειχνε την χαρά του στον Αλέξανδρο προκαλώντας τον για παιχνίδι.

Κυριακή σήμερα, ας παίξουμε…

Είπε ο Αλέξανδρος και σηκώθηκε από το κρεβάτι του με ένα πήδημα. Μα πριν βγούνε από το δωμάτιο, είδε στην βιβλιοθήκη του στάχτη ριγμένη στο σημείο που βρισκόταν πρώτα ο κρύσταλος κι ο κρύσταλος δεν υπήρχε πια…

Τα χρόνια πέρασαν κι ο Αλέξανδρος έγινε άνδρας κι ο Φρίξος ένας γέρος-σοφός σκύλος. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν μαθητής πλέον. Είχε δικό του εργοστάσιο στο οποίο κατασκεύαζε αλεξικέραυνα για σχολεία, για νοσοκομεία, για στρατόπεδα, ακόμα και για σπίτια. Κατάφερε να κάνει τον φόβο, φίλο του. Αφού δεν μπορούσε να τον διώξει, αποφάσισε να τον γνωρίσει καλύτερα και να τον συνηθίσει.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» – Δεκέμβριος: «Όταν η φύση θυμώνει»!

(Για παιδιά ηλικιών 5 έως 12 ετών. Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής στην εκδήλωσης. Ώρα προσέλευσης 10:45)

Μετά το όμορφο ξεκίνημά μας την περασμένη Κυριακή με τον «φόβο του σκοταδιού», σας καλούμε και πάλι για άλλο ένα ιδιαίτερο πρωινό στο παραμυθόσπιτό μας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου στις 11 το πρωί, να ξορκίσουμε τα στοιχεία της φύσης. Τους κεραυνούς, τις αστραπές, τις θύελλες, τους σεισμούς, όλα αυτά που δείχνουν το άγριο πρόσωπο της φύσης.

Για να θυμίσουμε όμως περί τίνος πρόκειται:

Η Ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού, «Οι Παραμυθάδες» σας περιμένουμε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα στις 11 π.μ. στο παραμυθόσπιτό μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 43 με Γενναδίου) για να νικήσουμε τις φοβίες μας, μικρές ή μεγάλες.
Ποιο παιδί δεν έχει φοβηθεί το σκοτάδι, το θάνατο, τους γιατρούς, τους κακούς ανθρώπους ή ακόμη και κάποια ζώα; Ποιος δεν έχει φοβηθεί κάποια τιμωρία ή το άγνωστο;

Όλα αυτά φαντάζουν σαν άγρια θεριά ή δράκοι στις παιδικές ψυχές!

Με οδηγό τα παραμύθια και σπαθί την αφήγηση τους, θα βγούμε νικητές και θα αφήσουμε πίσω κάθε παρόμοια αγωνία.

Οι Παραμυθάδες όπως πάντα θα σας ταξιδέψουμε και θα σας θυμίσουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε όλους μας.

Η δράση θα απευθύνεται σε συγκεκριμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 5 έως 10 ετών, γι αυτό θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή από πριν με το συμβολικό ποσό των 3 ευρώ ανά παιδί (5 ευρώ για αδέλφια). Δηλώσεις συμμετοχής έως30/11/18.

Δεύτερη εκδήλωσή μας τον Δεκέμβριο, στις 2 του μήνα με δεύτερη φοβία, τα στοιχεία της φύσης. «Όταν η φύση θυμώνει»

Τηλέφωνα επικοινωνίας : Χρήστος: 6946816535 & Αρετή: 6974333245

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το παραμυθόσπιτο άνοιξε και «φώτισε» τους φόβους μας!

Πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου και επιτέλους το παραμυθόσπιτό μας, όπως το αποκαλούμε, άνοιξε την πόρτα του για τους μικρούς μας φίλους με σκοπό να νικήσουμε τους φόβους μας!
Λίγο πριν τις 11:00 δύο όμορφες, γλυκές φατσούλες μας έκαναν ποδαρικό και σιγά σιγά άρχισαν να καταφθάνουν όλα τα παιδιά για να αρχίσει η εκδήλωση.

Η πρώτη Κυριακή ήταν αφιερωμένη στο σκοτάδι.

Η Αδελαΐδα συζήτησε με τα παιδιά για τον φόβο που έχουν και κάναμε ένα πείραμα. Κλείσαμε όλοι σφιχτά τα μάτια μας, σκεφτήκαμε τι είναι αυτό που φοβόμαστε περισσότερο και τσααααακ ανοίξαμε τα μάτια. Καμία από τις σκοτεινές σκέψεις που κάναμε δεν υπήρχε. Έτσι υποσχεθήκαμε πως κάθε φορά που θα φοβόμαστε θα σκεφτόμαστε ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό. Ακόμη είπαμε πως όταν μας πιάνει ο φόβος μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια και να σκεφτούμε κάτι που μας αρέσει πολύ. Όπως είναι φυσικά το… χωνάκι παγωτό!!!

Μετα την συζήτηση με την Αδελαΐδα σειρά πήραν οι μαρκαδόροι, τα λαστιχάκια και τα ψαλίδια, όπου με την καθοδήγηση της Μέλης και την βοήθεια όλων μας φτιάξαμε μάσκες ύπνου ώστε να τις φοράμε το βράδυ και να κάνουμε μόνο όμορφες σκέψεις στο σκοτάδι καταπολεμώντας έτσι τον φόβο μας.

Κι έπειτα την σκυτάλη πήραν τα παραμύθια!

Η Αρετή με το παραμύθι της «Το φως της ψυχής μας» και ο Χρήστος με το «Η Σοφία κι ο φόβος», μας μίλησαν για τη μεγάλη δύναμη που κρύβουμε μέσα μας και πως ο,τι φοβόμαστε μπορούμε να το νικήσουμε και να το εξαφανίσουμε με το φως που έχουμε στην ψυχή μας.

Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να τελειώσει η μέρα; Μα φυσικά το παιχνίδι!

Ένα – ένα τα παιδιά έβαλαν τις μάσκες τους και παίξαμε το παιχνίδι του προσανατολισμού. Αφού έκαναν μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό τους για να μπερδευτούν έπρεπε να φτάσουν στον «Πέτρο» χωρίς να… παρακλείνουν από τον δρόμο τους. Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά!

Κάπως έτσι κύλησε η μέρα μας στο παραμυθόσπιτο διώχνοντας μακριά το σκοτάδι από τις ψυχές μας, και γεμίζοντας φως και ζεστασιά τις καρδιές μας.

Ραντεβού ξανά στις 2 Δεκεμβρίου. 😉

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Ελισάβετ Κεσικιάδου, Μέλη Μίχα, Μαρία Μπουγά, Αδελαΐδα Ράπτη, Ζωή Τσαπανίδου, Χρήστος Π. Τσίρκας, Αρετή Τσιφλίδου και Μαρία Χαριζάνη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

«Η Σοφία κι ο φόβος!» του Χρήστου Π. Τσίρκα

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από τον Χρήστο Π. Τσίρκα τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Κάποιοι λένε πως όταν έγινε ο κόσμος ήταν σκοτάδι βαθύ και για πολλά χρόνια επικρατούσε η νύχτα. Μέρα δεν υπήρχε, μα ούτε και άνθρωποι ή ζώα. Παντού σκοτάδι και ησυχία. Μα μια στιγμή, ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, μια έκρηξη έφερε τα πάνω – κάτω.

Η φωτογραφία είναι του Bryan Goff

Από αυτήν την έκρηξη, δύο τεράστιες μπάλες πέσανε στην γη. Η πρώτη ήταν πύρινη, από φωτιά που έκαιγε και δεν έλεγε να σβήσει. Έλαμπε τόσο πολύ που δεν μπορούσες να την κοιτάξεις για περισσότερο από τρία δευτερόλεπτα.

Μα η δεύτερη μπάλα ήταν αδύναμη και το φως της, ίσα που φώτιζε την γη μέσα στο σκοτάδι.

Οι δύο μπάλες αυτές έτυχε να σταθούν στις κορυφές δύο αντικριστών βουνών. Μα τα βουνά δεν άντεχαν άλλο αυτό το βάρος και αποφάσισαν να τις εκσφενδονίσουν στο διάστημα.

Έτσι κι έγινε. Με δύο δυνατές εκρήξεις από τα δύο βουνά, οι δύο μπάλες βρέθηκαν από την μία στιγμή στην άλλη να αιωρούνται στο διάστημα κάνοντας γύρους, γύρω από την γη.

Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια από τότε κι οι δύο φωτεινές μπάλες συνέχιζαν το αργό περιστροφικό τους ταξίδι με κέντρο την γη.

Κι όταν οι άνθρωποι έκαναν την εμφάνισή τους στην γη, συμφώνησαν και δώσανε στην πύρινη μπάλα το όνομα Ήλιος ενώ την άλλη την ονόμασαν Σελήνη.

Όταν ο Ήλιος φώτιζε την πλάση, οι άνθρωποι ήταν χαρούμενοι. Μιλούσανε ο ένας με τον άλλον, γελούσανε, παίζανε, δουλεύανε… κάνανε χίλια τρία πράγματα. Μα όταν ο Ήλιος έφευγε και στην θέση του ερχότανε η Σελήνη, τα πάντα σκοτεινιάζανε κι επειδή κανείς δεν έβλεπε τί γίνεται δίπλα του, τους κυρίευε ο φόβος. Γι’ αυτό έτρεχαν και κλείνονταν στα σπίτια τους και επειδή δεν είχαν τί να κάνουν…κοιμόντουσαν.

Εκείνα τα χρόνια, ζούσε στον κόσμο ένας κακός μάγος. Κι ήταν κακός γιατί ποτέ του –όταν ήταν παιδί- δεν είχε δεχτεί να παίξει παρέα με τα άλλα παιδιά. Ποτέ του δεν καταδέχτηκε να γελάσει με τα αστεία που κάνανε οι υπόλοιποι. Ποτέ του δεν έμαθε να δείνει στους άλλους, παρά μονάχα ήθελε να παίρνει.

 

Φέρτε μου αυτό… φέρτε μου εκείνο… φέρτε μου το άλλο!

 

Αυτόν τον μάγο που είχε καρδιά σκληρή σαν πέτρα, οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «Σκληροπετράν» και πάντα τον απέφευγαν. Μα κι αυτός δεν τους ήθελε και δεν τους είχε ανάγκη. Για το λόγο αυτό είχε χτίσει έναν πύργο στο βουνό από το οποίο είχε εκτοξευτεί η δεύτερη φωτεινή μπάλα που μετά οι άνθρωποι την ονόμασαν Σελήνη.

Και δεν διάλεξε τυχαία αυτό το βουνό. Όχι! Το διάλεξε γιατί λάτρευε την Σελήνη, τη νύχτα και το σκοτάδι και γνώριζε καλά την ιστορία που έκρυβε το βουνό. Κι όταν όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι κοιμόντουσαν εκείνες τις ώρες, αυτός σε αντίθεση με αυτούς, ήταν ξύπνιος, δούλευε και κατόστρωνε τα σατανικά του σχέδια. Κι όταν την ημέρα οι άνθρωποι ξυπνούσαν για να ζήσουν την ζωή τους, αυτός κοιμότανε.

Ξέχασα να σας πω ότι ο πύργος του, δεν είχε ούτε ένα παράθυρο γιατί απλά δεν ήθελε να μπαίνει μέσα το φως του ήλιου και της μέρας.

Κάποτε είχε πέσει στα χέρια του ένα αντίτυπο από το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας και σε αυτό διάβασε μεταξύ άλλων ότι υπάρχει τρόπος να σβηστεί τελείως ο Ήλιος από τον Ουρανό. Η συνταγή ήταν μία και για την ακρίβεια χρειαζότανε:

  • 3 αριστερά φτερά κόκκινης νυχτερίδας
  • τα νύχια των ποδιών ενός εξαδάχτυλου μονόκερου
  • 20 τρίχες από γκρινιάρη ελέφαντα και
  • 12 σταγόνες σάλιου από συναχωμένη αλεπού.

Αυτά έπρεπε να τα βράζει για 26 ημέρες σε σιγανή φωτιά με νερό από θολωμένη λίμνη. Και την 26ημέρα, την ώρα που δύει ο Ήλιος, έπρεπε να ρίξει στο καζάνι ακόμα ένα υλικό: Τα δάκρυα από 99 μοναχοπαίδια που κλαίνε από τον φόβο τους.

Για πολλά χρόνια ο Σκληροπετράν έψαχνε να συγκεντρώσει τα υλικά. Και το κατάφερε. Τώρα του έμενε να βρει μόνο τα δάκρυα των παιδιών. Μα και γι’ αυτό δεν άργησε. Άρχισε να πηγαίνει έξω από τα σχολεία, στα πάρκα κι όπου μπορεί κανείς να συναντήσει παιδιά κι όταν τα έβλεπε να είναι μόνα τους, μακριά από τους γονείς τους ή αλλους φίλους, τότε με ψέματα, γλυκά και πονηριές τα έπειθε και τον ακολουθούσαν στον πύργο του.

99 παιδιά βρίσκονταν τώρα κλειδωμένα στον πύργο του ενώ κάτω στα χωριά οι καημένοι γονείς έτρωγαν τον κόσμο για να τα βρούνε, μα αυτά άφαντα.

99 παιδιά κατέβασε στο υπόγειο και θεοσκότεινο μπουντρούμι του πύργου του ο Σκληροπετράν. Εκεί είχε βάλει και το καζάνι στο οποίο έβραζαν σε σιγανή φωτιά τα υλικά για το μαγικό φίλτρο. Τα παιδιά μέσα στο σκοτάδι και βλέποντας μια φωτιά να καίει κι ένα καζάνι πάνω του να βράζει, φοβήθηκαν κι άρχισαν να κλαίνε.

Ο Σκληροπετράν γυρνούσε από παιδί σε παιδί και στράγγιζε τα δάκρυά τους μέσα σε ένα κύπελο που κρατούσε. Έπειτα, έριξε τα δάκρυα των παιδιών στο καζάνι και αμέσως το υγρό που έβραζε, άλλαξε χρώμα. Από διάφανο έγινε μαύρο και μια απαίσια έντονη μυρωδιά άρχισε να αναδύεται σε όλο τον χώρο.

Ο Σκληροπετράν δεν χρειαζότανε πλέον τα παιδιά. Δεν τα είχε άλλο ανάγκη αλλά δεν μπορούσε να τα αφήσει έτσι απλά να φύγουν γιατί θα τον μαρτυρούσαν στους γονείς τους και τότε θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα… εκτός κι αν τους έκλεβε τις μνήμες.

Άνοιξε και πάλι το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας κι εκεί βρήκε την συνταγή για ένα φίλτρο που όποιος το δοκίμαζε, ξεχνούσε ότι είχε συμβεί τις τελευταίες μέρες.

Έφτιαξε αμέσως το φίλτρο και σε αυτό βούτηξε καραμέλες και γλυκά και στην συνέχεια τα πρόσφερε στα παιδιά. Αυτά, νομίζοντας ότι ο Σκληροπετράν είχε μετανιώσει για τις πράξεις του και με το κέρασμα αυτό ήθελε να τα καλοκαρδίσει, δέχτηκαν την προσφορά του και πέσανε με τα μούτρα στο φαγητό.

Ο κακός μάγος στη συνέχεια, άνοιξε την πόρτα του πύργου του και τα ελευθέρωσε κι αυτά μέχρι να κατεβούν στα χωριά τους είχαν ξεχάσει τον Σκληροπετράν, το καζάνι με το μαγικό φίλτρο, το σατανικό σχέδιό του –που τους το είχε πει για να τα φοβίσει ακόμα πιο πολύ- είχαν ξεχάσει τον πύργο, το υπόγειο, τα πάντα.

Ένα κοριτσάκι όμως, η Σοφία, που η μαμά της, της έλεγε πάντα να αποφεύγει τα γλυκά που της προσφέρουν οι ξένοι, δεν έφαγε από τα γλυκά κι έτσι δεν έχασε την μνήμη της. Θυμότανε κάθε στιγμή που περάσανε στον απαίσιο πύργο και κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου του απαισιότατου μάγου.

Μα ας έρθουμε πάλι πίσω στον Σκληροπετράν και στο καζάνι του που έβραζε το μαγικό φίλτρο. Αυτό τώρα ήταν έτοιμο. Έμενε μόνο να καταφέρει τον Ήλιο να πιει έστω και λίγο από τις μαγικές σταγόνες.

Οι ώρες περνούσαν και η Σελήνη ετοιμάζονταν να παραχωρήσει την θέση της στον Ήλιο ο οποίος άρχισε δειλά να ξεπροβάλλει από την ανατολή. Συνέχισε αργά-αργά την ανοδική του πορεία για το τελείωμα του ουρανού κι όταν πλησίαζε πάνω από τον πύργο, ο Σκληροπετράν από την κορυφή του, τον φώναξε με ψεύτικο ενδιαφέρον.

Καλή σου μέρα λαμπερέ και πολύτιμε Ήλιε μου. Πιάνεις δουλειά βλέπω. Δέξου από εμένα τον ταπεινό άνθρωπο ένα αναψυκτικό για να σε δροσίσω και να σε γεμίσω ενέργεια για το υπόλοιπο της μέρας.

Ο Ήλιος που δεν ήξερε μα ούτε και φανταζότανε τα πονηρά σχέδια του Σκληροπετράν, τον ευχαρίστησε και ήπιε μονορούφι το μαγικό πιοτό που του πρόσφερε. Δεν πρόλαβε να κατεβάσει το ποτήρι από το στόμα του και τότε αυτό που ακολούθησε είναι το πιο τρελό και απίθανο γεγονός που συνέβη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Ήλιος έπαψε να λάμπει, έχασε το φως του. Όπως ακριβώς σβήνεις την μοναδική λάμπα που φωτίζει ένα δωμάτιο και γίνεται κατευθείαν σκοτάδι. Αυτό ακριβώς έγινε εκείνη την στιγμή με την διαφορά ότι συνέβη έξω, στην φύση, στον κόσμο όλο. Ξαφνικά σκοτίνιασε σαν να ήταν βράδυ κι ακόμα χειρότερα.

Ο κόσμος που βρισκότανε στα χωριά, στις δουλειές του, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους.

Μα τί έγινε; Έσβησε ο Ήλιος;

Πέθανε;

Μα πεθαίνει ο Ήλιος;

Πότε πρόλαβε και ήρθε η νύχτα; Πριν λίγο δεν ξημέρωσε;

Όλοι από τον φόβο τους δεν ξέρανε τί να κάνουν. Τρέχανε πανικόβλητοι να γυρίσουν στα σπίτια τους κι επειδή δεν βλέπανε μπροστά τους, έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλον, ή έμπαιναν σε λάθος σπίτι. Άλλοι πάλι, έπεφταν μέσα σε πηγάδια ή στο ποτάμι. Ένα χάος άρχισε να επικρατεί. Όλοι φοβόντουσαν και γι’ αυτό μένανε κλεισμένοι στα σπίτια τους. Κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να καταλάβει και να φανταστεί τί είχε συμβεί ακριβώς. Κανείς εκτός από την μικρούλα Σοφία, αυτήν δηλαδή που δεν είχε φάει από τα μαγικά γλυκά του Σκληροπετράν και έτσι θυμότανε πολύ καλά όλα όσα ο κακός μάγος τους είχε αποκαλύψει την ώρα που τα έδιωχνε από τον πύργο του.

Η Σοφία είπε στους γονείς της τα πάντα μα πλέον τί μπορούσαν να κάνουν; Εξάλλου όλοι φοβόντουσαν. Μικροί και μεγάλοι.

Μα όχι, τί να φοβηθώ και γιατί;

Σκέφτηκε η Σοφία…

Είναι απλά σκοτάδι. Αν βγω έξω, το χωριό μου θα είναι το ίδιο χωριό που είναι κι όταν έχει φως. Οι δρόμοι θα βρίσκονται στα ίδια πάντα σημεία, όπως και τα δέντρα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλα είναι ίδια ακριβώς αλλά απλά δεν μπορούμε να τα δούμε…

Τέτοιες σκέψεις έκανε η μικρή Σοφία και ένα ανεξήγητο συναίσθημα την έσπρωξε να βγει από το σπίτι της. Δεν έβλεπε τίποτα αλλά και πάλι δεν χρειαζότανε αφού ήξερε πολύ καλά τα κατατόπια. Κι άρχισε να περπατάει, να περπατάει έχοντας για οδηγό το παράξενο αυτό συναίσθημα. Κι ύστερα άρχισε να ανηφορίζει και κατάλαβε πως κατευθύνεται προς το βουνό, προς τον πύργο του Σκληροπετράν. Μα στην διασταύρωση έστριψε και πήρε τον δρόμο που οδηγούσε στο άλλο βουνό, σ’ εκείνο δηλαδή που είχε καθίσει ο Ήλιος όταν πρωτοεμφανίστηκε στην γη. Έφτασε στην κορυφή του βουνού την ώρα που έπρεπε κανονικά να νυχτώνει, την ώρα δηλαδή που εμφανίζεται η Σελήνη.

Η Σελήνη μόλις αντίκρισε την Σοφία παραξενεύτηκε…

Τί γυρεύεις τέτοια ώρα σε αυτήν την κορυφή και μάλιστα μόνη σου; Δεν φοβάσαι;

Δεν ξέρω… κάτι με οδήγησε εδώ. Νομίζω ότι εδώ θα βρω την λύση στο πρόβλημά μας.

Τί πρόβλημα έχεις εσύ σε αυτήν την ηλικία; Είσαι παιδί ακόμα και τα παιδιά δεν πρέπει να έχουν προβλήματα. Τα παιδιά πρέπει να έχουν όνειρα.

Ο σκληρός, κακός μάγος που ζει στον πύργο που βρίσκεται στην κορυφή εκείνου του βουνού, κατάφερε με μάγια και έσβησε τον Ήλιο και τώρα όλος ο κόσμος φοβάται γιατί δεν βλέπει τίποτα.

Έσβησε τον Ήλιο; Μα τι μου λες; Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, κι αν γίνονται, γίνονται μόνο στα παραμύθια.

Κι η μικρή Σοφία είπε με το νι και με το σίγμα στην Σελήνη ό,τι είχε συμβεί ακριβώς. Μα η Σελήνη δυσκολευότανε να την πιστέψει κι έτσι διέταξε μια από τις χιλιάδες λάμψεις που την υπηρετούσαν, να μπει κρυφά στον πύργο του Σκληροπετράν και να μάθει ακριβώς τι συμβαίνει.

Η Λάμψη με αριθμό 128 ανέλαβε την αποστολή. Εκτοξεύτηκε με μεγάλη ταχύτητα από την Σελήνη προς τον πύργο. Πέρασε χωρίς δυσκολία από την κλειδαρότρυπα της πόρτας κι άρχισε να πετάει πάνω από το δωμάτιο παρατηρώντας τα πάντα.

Για καλή της τύχη, ο Σκληροπετράν έλειπε. Για να ολοκληρωθεί το σχέδιό του και να κυριαρχήσει αυτός στο σκοτάδι, έπρεπε να βρει πρώτα την βασιλική κορώνα του Ήλιου και να την καταστρέψει καίγοντάς την. Η κορώνα όμως βρισκότανε στο βασίλειο του Ήλιου κι ο κακός μάγος είχε κινήσει για εκεί.

Έτσι, η Λάμψη με αριθμό 128 αλώνιζε χωρίς φόβο στον πύργο χωρίς να το ξέρει βέβαια. Αφού είδε καλά στον επάνω όροφο, χύθηκε στο υπόγειο και σκοτεινό μπουντρούμι κι εκεί είδε το καζάνι με το μαγικό φίλτρο που ακόμα ήταν ζεστό κι ας είχε σβήσει η φωτιά.

Ετοιμαζότανε να φύγει όταν ένας παράξενος θόρυβος της τράβηξε την προσοχή. Σαν κάποιος να βογκούσε από πόνο. Κοίταξε γύρω της καλύτερα μα δεν έβλεπε κανέναν. Προσπάθησε να καταλάβει από πού έρχεται ο θόρυβος και τότε ανακάλυψε μια μυστική πόρτα. Στο άγγιγμά της και μόνο, άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο δωμάτιο. Ένα δωμάτιο όχι απλά τεράστιο, αλλά απέραντο σαν την θάλασσα, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο παρά μόνο στον κόσμο της φαντασίας.

Ξαπλωμένος στο πάτωμα και δεμένος με αλυσίδες βρισκότανε ο Ήλιος, αλλά όχι φωτεινός και λαμπερός όπως τον ξέρουμε όλοι. Τώρα ήταν μαύρος, σκοτεινός κι έμοιαζε τελείως αδύναμος. Βογκούσε σαν να πονούσε κι είχε τα μάτια του κλειστά σαν να φοβότανε. Ο Ήλιος φοβάται το σκοτάδι;

Η Λάμψη με αριθμό 128, είδε ότι έπρεπε να δει και τώρα έπρεπε να γυρίσει στην Σελήνη για να της τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι.

Βγήκε από το τεράστιο φανταστικό δωμάτιο και βρέθηκε στον επάνω όροφο και λίγο πριν βγει από την κλειδαρότρυπα της πόρτας, πρόσεξε στην βιβλιοθήκη του μάγου ένα εντυπωσιακό και σπάνιο βιβλίο. Ήταν το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας. Του έριξε μια γρήγορη ματιά γυρνώντας όλες τους τις σελίδες κι έπειτα γύρισε στην Σελήνη που με την Σοφία περίμεναν ακόμα στην κορυφή του βουνού.

Λοιπόν Λάμψη;

Την ρώτησε η Σελήνη.

Αλήθεια… καζάνι… φίλτρο… μαγικό… μαύρο… πόρτα… δωμάτιο… Ήλιος… σκοτεινός… βογγάει… βιβλίο… ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ

Όλα τα είπε η Λάμψη κι Σελήνη πίστεψε τελικά την Σοφία. Μα το πιο σημαντικό από όλα όσα είπε η Λάμψη, ήταν το «ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ». Μέσα σε αυτό το «ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ» κρυβότανε η λύση στο πρόβλημα. Έτσι, η Σελήνη εξήγησε στην Σοφία τί έπρεπε να κάνει.

Άκου Σοφία. Η Λάμψη με αριθμό 128 κατάφερε και διάβασε στο Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας, πως το αντίδοτο, το φάρμακο δηλαδή, βρίσκεται στα δάκρυα. Μα όχι στα δάκρυα του φόβου, αλλά του γέλιου. Τα ίδια παιδιά που έκλαψαν από φόβο, πρέπει τώρα να δακρίσουν από τα γέλια. Αν αυτά τα δάκρυα τα ανακατέψεις με μαύρο τσάι και αυτό το δώσεις στον Ήλιο να το πιεί, όλα θα γίνουν όπως πρώτα.

Καλά τα λες εσύ Σελήνη μου, μα πως θα κατεβώ στα χωριά και πως θα κάνω τον κόσμο και τα παιδιά να με ακούσουν αφού το σκοτάδι δεν μας αφήνει; Όλοι φοβόμαστε. Πως θα καταφέρουμε να γελάσουμε; Κανείς μας δεν έχει όρεξη για γέλια.

Ένα-ένα τα προβλήματα μικρή μου. Μην βιάζεσαι. Για το πως θα κατεβείς στα χωριά και πως θα σε δούνε οι άλλοι, άσε να το φροντίσω εγώ. Για τα υπόλοιπα, θα πρέπει εσύ να βρεις τον τρόπο.

Και τότε η Σελήνη κάλεσε κοντά της τα αγαπημένα της έντομα, τις πυγολαμπίδες. Εκατομμύρια πυγολαμπίδες εμφανίστηκαν ξαφνικά από το πουθενά και σχημάτισαν μια τεράστια άμαξα που φώτιζε δυνατά και όμορφα.

Η Σοφία ανέβηκε στην φωτεινή άμαξα και ξεκίνησε πρώτα για το χωριό της. Η άμαξα πετούσε ψηλά από το χωριό κι άρχισε να το φωτίζει. Ο κόσμος που ήταν κλεισμένος στα σπίτια του, ξαφνικά είδε μια λάμψη φωτός να μπαίνει στα δωμάτιά τους και έτρεξαν στα παράθυρα να δούνε τι συμβαίνει. Αμέσως εντυπωσιάστηκαν από το θέαμα κι άρχισαν να βγαίνουν έξω και να ακολουθούν την άμαξα η οποία σταμάτησε στην πλατεία.

Από μέσα βγήκε η Σοφία κι άρχισε να μιλάει στον κόσμο με ζεστή φωνή γεμάτη σιγουριά. Κατάφερε να τους ηρεμήσει όλους και να τους διώξει τον φόβο. Τους είπε το σχέδιό της που σκέφτηκε όσο ήταν στην άμαξα και ζήτησε να πάνε όλοι τους στους πρόποδες του βουνού που είχε τον πύργο του ο Σκληροπετράν και να την περιμένουνε. Εκείνη έπρεπε να γυρίσει και στα υπόλοιπα γύρω χωριά για να μαζέψει και τα υπόλοιπα παιδιά.

Μα πως θα πάμε στο βουνό αφού δεν βλέπουμε;

Ακούστηκε μια φωνή μέσα από το πλήθος και τότε, ένα από τα φωτεινά άλογα που είχαν σχηματίσει οι πυγολαμπίδες, ξεχώρισε από την άμαξα και κίνησε αργά να προχωράει. Όλοι κατάλαβαν ότι έπρεπε να το ακολουθήσουν.

Αμέσως έφυγε και η Σοφία για τα γύρω χωριά και μέσα σε λίγες ώρες, πολλά παιδιά μαζί με τους γονείς τους είχαν βρεθεί στην αρχή του δρόμου για τον πύργο του Σκληροπετράν.

Τώρα πρέπει να γελάσουμε και να γελάσουμε μέχρι να δακρύσουμε.

Φώναξε η Σοφία πάνω από την φωτεινή άμαξα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να γελάσει. Άρχισαν κάποιοι να λένε αστεία… κάποια γέλια ακούστηκαν αλλά ήταν απλά γέλια κι όχι μετά δακρύων. Κάποιοι άρχισαν να γαργαλάνε τους άλλους μα και πάλι τα γέλια τους ήταν απλά… και τότε έγινε κάτι απίθανο. Ούτε κι εγώ δεν θα το πίστευα αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια.

Η φωτεινή άμαξα από πυγολαμπίδες άρχισε να διαλύεται και τώρα πετούσαν μπερδεμένα στον αέρα. Σαν κάτι να προσπαθούσαν να ζωγραφίζουν… μα ναι…ένα περίγραμμα άρχισε να σχηματίζεται… μοιάζει με άνθρωπο… ναι είναι άνθρωπος… τώρα σχεδιάζουν το κεφάλι του… τελείωσαν… μα αυτός είναι ο Σκληροπετράν. Οι πυγολαμπίδες είχαν σχηματίσει τον κακό μάγο και ξαφνικά ο φόβος στα παιδιά και τους μεγάλους είχε επιστρέψει. Όχι όμως για πολύ, γιατί οι πυγολαμπίδες άρχισαν να αλλάζουν το σχέδιο, και τώρα έδειχναν τον κακό μάγο να είναι γυμνός με τα σώβρακα μόνο και να κάνει αστείες γκριμάτσες στο πρόσωπο.

Αυτό ήταν… ο κόσμος άρχισε να γελάει δυνατά…. Τώρα ο Σκληροπετράν είχε ντυθεί σαν μπαλαρίνα και χόρευε σαν αέρινη χορεύτρια και τα παιδιά άρχισαν να γελάνε ακόμα πιο δυνατά γιατί τους φάνηκε πολύ αστείο. Οι πυγολαμπίδες που σχημάτιζαν το σώμα του ξαφνικά έσβησαν κι έμεινε μόνο ένα κεφάλι να αιωρείται. Κι όταν άναψαν ξανά, το σώμα του ήταν σώμα ελέφαντα που στηρίζεται στο ένα του πόδι και μετά ξανά έσβησαν και άναψαν ξαναέχοντας σχηματίσει σώμα καμηλοπάρδαλης, μετά κότας και τα παιδιά είχαν πεθάνει στο γέλιο… Ναι, τώρα γελούσανε με δάκρυα στα μάτια όλοι τους. Μικροί και μεγάλοι. Πρώτη η Σοφία στράγιξε τα δάκρυά της σε μια κούπα κι άρχισε μετά να γυρίζει από τα παιδιά και να μαζεύει τα δάκρυά τους. Όλα τα παιδιά δώσανε τα δάκρυά τους και στην συνέχεια χύσανε στην κούπα και μαύρο τσάι. Τώρα έπρεπε να το δώσουνε στον Ήλιο να το πιει. Μπήκαν οι γονείς μπροστά και κίνησαν για τον πύργο. Με ξύλα που βρήκαν στο δρόμο έσπασαν την πόρτα του πύργου και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον Σκληροπετράν μα για καλή τους τύχη αυτός δεν είχε γυρίσει ακόμη.

Κατέβηκαν γρήγορα στο υπόγειο μπουντρούμι και έψαχναν να βρούνε την μυστική πόρτα για το φανταστικό δωμάτιο στο οποίο ήταν φυλακισμένος ο Ήλιος μα δεν μπορούσαν να την βρούνε.

Μα να σου και η Λάμψη με αριθμό 128…

Μα τί κάνετε και αργείτε; Σε λίγο η Σελήνη πρέπει να φύγει.

Δεν μπορούμε να βρούμε την μυστική πόρτα.

Και γιατί δεν μιλάτε;

Η Λάμψη άγγιξε απλά στο σημείο που έπρεπε και το μυστικό πέρασμα φάνηκε κι άνοιξε η πόρτα. Τα παιδιά έτρεξαν γρήγορα στο φανταστικό δωμάτιο και σκύψανε πάνω από το πρόσωπο του Ήλιου.

Ήλιε μου, μην φοβάσαι και πιες λίγο από αυτό το τσαγάκι. Θα σου κάνει καλό.

Του είπε η Σοφία προσφέροντάς του την κούπα. Ο Ήλιος στην αρχή δίστασε γιατί θυμήθηκε ότι κι ο Σκληροπετράν στην αρχή με την καλοσύνη του την έφερε και τον κατάφερε να πιει το μαγικό φίλτρο. Μετά όμως σκέφτηκε ότι δεν έχει να χάσει τίποτα αφού ήταν ήδη έτσι όπως ήταν και το ήπιε.

Αχ παιδιά… τί μαγεία ακολούθησε! Μικρές-μικρές φωτίτσες άρχισαν να πετάγονται από το πρόσωπό του, από το σώμα του. Φωτίτσες που σπάσανε τα δεσμά των αλυσίδων κι ο Ήλιος άρχισε να υψώνεται σιγά-σιγά μέχρι που γκρέμισε το ταβάνι και συνέχιζε για τον Ουρανό.

Όλοι τότε έτρεξαν έξω και είδαν την Σελήνη να καλοσορίζει και να αποχαιρετάει τον καλό αδερφό της ‘Ηλιο –γιατί αδέρφια είναι αυτοί οι δύο, αυτό θα το γνωρίζετε κι από άλλο παραμύθι. Και πριν χαθεί τελείως η Σελήνη από τον ουρανό, γύρισε και φώναξε προς την Σοφία.

Μπράβο σου μικρή μου. Είδες που τα καταφέρατε μια χαρά όλοι σας. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι όταν έχεις κάποιον δίπλα σου. Μοιράσου τον φόβο σου με τους άλλους, έτσι ο φόβος χάνει την δύναμή του.

Σε ευχαριστούμε πολύ Σελήνη…

Απάντησε η Σοφία.

Σε ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθειά σου. Θα σε περιμένουμε με χαρά και σήμερα το βράδυ. Καλή σου νύχτα αν πας για ύπνο.

Ακούστηκαν κάποιες φωνές μέσα από το πλήθος κι η Σελήνη τους απάντησε με την σειρά της…

Καλή σας μέρα και σε εσάς που τώρα ξυπνάτε λοιπόν. Θα τα πούμε σήμερα το βράδυ.

Κι ύστερα ακούστηκαν κι άλλες φωνές παιδιών μα και των μεγάλων που αποχαιρετούσαν την Σελήνη και την ευχαριστούσαν και τέλος που καλοσόριζαν τον Ήλιο στην νέα του ανατολή.

Κάπως έτσι τελειώνει το παραμύθι μας… μα σαν να νομίζω ότι ξέχασα κάτι. Ξέχασα;

Μα ναι! Τον Σκληροπετράν. Αυτός είχε φτάσει στο βασίλειο του Ήλιου κι είχε βρει και πάρει την βασιλική κορώνα. Βρισκότανε στην επιστροφή για τον πύργο του όταν συνέβη το ευχάριστο γεγονός με την αναγέννηση του Ήλιου και τρόμαξε τόσο πολύ που πάγωσε για αρκετή ώρα. Ξεπάγωσε όταν μπήκε σε λειτουργία η κορώνα η οποία άρχισε τώρα να του καίει τα χέρια. Την πέταξε καταγής και έτρεξε γρήγορα στον πύργο του για να δει τί είχε συμβεί κι εκεί αντίκρισε όλους τους κατοίκους των γύρω χωριών μαζί με τα παιδιά τους. Τους είδε να κρατάνε ξύλα στα χέρια και τότε αυτός ήταν που ένιωσε το συναίσθημα του φόβου. Μα αυτό που θα σας πως και πάλι δεν θα το πιστέψετε. Τα παιδιά βγήκαν μπροστά από τους γονείς τους, τους κατέβασαν τα ξύλα από τα χέρια κι αμέσως έτρεξαν όλα μαζί και αγκάλιασαν τον Σκληροπετράν. Τον αγκάλιασαν τόσο δυνατά που έκαναν την σκληρή του καρδιά να ραγίσει κι ο Σκληροπετράν σαν κάτι να ένιωσε για τα παιδιά. Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν. Και ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να τα αγκαλιάσει κι αυτός κι ύστερα ένιωσε την ανάγκη να πιαστούν από το χέρι και να αρχίσουν τον χορό, κι ύστερα να παίξουν. Στο παιχνίδι μπήκαν κι οι μεγάλοι και έγινε τρελό γλέντι.

Ο Σκληροπετράν άλλαξε από τότε, μα άλλαξαν κι όλοι οι άλλοι. Πλέον τον φώναζαν σκέτο Πέτρο κι αυτός γκρέμισε τον πέτρινο πύργο του και τον έχτισε ξανά με μοναδικό υλικό το γυαλί για να μπαίνει όλο το φως μέσα στα δωμάτια.

Κι άνοιξε την πόρτα του πύργου του για τον κόσμο που ήθελε να τον επισκεφτεί και μια ώρα το πρωί και μια ώρα το βράδυ, μαζευόντουσαν όλοι στην ταράτσα του πύργου του, το πρωί για να συνομιλήσουν με τον Ήλιο και το βράδυ με την Σελήνη!

Και τώρα, σίγουρα τελείωσα…νομίζω πως πρέπει να κλείσω το φως. Με το φως σβηστό ζωγραφίζω καλύτερα στο μυαλό μου!

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

«Το φως της ψυχής μας» της Αρετής Τσιφλίδου

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από την Αρετή Τσιφλίδου τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Πριν πολλά πολλά χρόνια η ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική. Δε γελούσαν, δεν είχαν όρεξη να δουλέψουν, τα παιδιά τους δεν έπαιζαν άλλα παιχνίδια, παρά μόνο κρυφτό και έκαναν μόνο αταξίες. Μπορείτε να φανταστείτε γιατί;
Η μέρα ήταν μόνο μία ώρα και οι υπόλοιπες 23 ώρες ήταν νύχτα! Τα συναισθήματα των ανθρώπων ήταν η κακία, ο φόβος και η ανησυχία. Υπήρχε συγκεκριμένα μια ομάδα πολύ κακών παιδιών που έκαναν ζημιές κι έκλεβαν τα παιχνίδια των φίλων τους. Κάθε φορά πήγαιναν και σε διαφορετική περιοχή! Το σκοτάδι είχε μπει για τα καλά μέσα στην ψυχή τους.

Όμως η Φωτούλα, η αδελφή ενός απ’ αυτούς διέφερε εντελώς! Ήταν καλή, ευγενική, και δεν έβλαπτε κανέναν, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της και πάντα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές με το χαμόγελο και την ζεστασιά της. Όταν τον μάλωναν οι γονείς τους για τις απαράδεκτες πράξεις του, αυτή τους γλύκαινε το θυμό και τους μαλάκωνε. Οπότε ο άτακτος αδελφός γλίτωνε τις τιμωρίες σε αντίθεση με τους φίλους του. Άλλους τους έκλειναν στο σπίτι για μια εβδομάδα, χωρίς να βλέπουν τους φίλους τους. Άλλους δεν τους έδιναν χαρτζιλίκι και άλλους τους έβαζαν να γράψουν 100 φορές » δε θα το ξανακάνω, θα είμαι καλό παιδί». Αυτός όμως χάρη στην αδελφή του είχε σταθεί τυχερός.

Τώρα θα αναρωτιέστε πώς τα κατάφερνε η Φωτούλα, έτσι; Θα σας το πω αλλά να μείνει μεταξύ μας. Η Φωτούλα ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό που γεννήθηκε εκείνη την ώρα της ημέρας που είχε φως. Όλοι οι υπόλοιποι γεννήθηκαν στα μαύρα σκοτάδια. Γι’ αυτό ήταν γεμάτη αισιοδοξία, χαρά και καλοσύνη. Ο αδελφός της βέβαια που ήθελε να κάνει τον μάγκα κοκορευόταν ότι τα κατάφερνε μόνος του κάθε φορά και τη γλίτωνε και ότι αυτό οφείλονταν στην εξυπνάδα του, την ετοιμότητα του. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν είχε πει ποτέ στην Φωτούλα! Αντιθέτως πολλές φορές την αποκαλούσε αλαφροΐσκιωτη ή ονειροπαρμένη για την υπερβολική της αισιοδοξία και αυτή στενοχωριόταν αλλά δεν έπαυε να τον αγαπάει.

Η φωτογραφία έχει τίτλο «silhouette of person raising hand» και είναι του Andrei Lazarev

Ένα απόγευμα γεμάτο σκοτάδι και υγρασία, τα παιδιά έπαιζαν στην γειτονιά έξω με τις πέτρες πόλεμο και άρχισαν να πετροβολούν το αγαπημένο σκυλάκι της Φωτούλας. Πρώτος και καλύτερος ο αδελφός της που ήθελε να κάνει τον αρχηγό, τον πιο κακό τύραννο για το αθώο ζωάκι. Άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τότε η Φωτούλα να σταματήσουν αλλά μάταια. Όσο και αν προσπαθούσε, το αντίθετο πετύχαινε. Είχανε κυκλώσει το τρομαγμένο ζωάκι και το τυραννούσαν. Αυτή φώναζε, παρακαλούσε τον αδελφό της …ΑΔΙΚΑ! Από την φασαρία έτρεξαν ανήσυχοι οι γονείς τους να δουν τι γινόταν με τους φακούς στα χέρια, αλλά δεν φαινόταν τίποτε. Και τότε ξαφνικά…..Άπλωσε τα χέρια της η Φωτούλα και έλαμψε ο τόπος όλος! Τα παλιόπαιδα αποκαλύφθηκαν από το έντονο φως που έβγαινε από τα χέρια του μικρού κοριτσιού, και το σκυλάκι βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει και να χωθεί στην αγκαλιά της. Οι γονείς τους αμέσως κατάλαβαν τι έγινε! Αυτή την φορά όμως η Φωτούλα δε θα ήταν στο πλευρό του αδελφού της, ούτε θα γλύκαινε τους γονείς τους για να μην τον τιμωρήσουν αυστηρά. Έσφιγγε το σκυλάκι πάνω στην πληγωμένη της καρδούλα κι έκλαιγε για την αχαριστία και την σκληρότητα όλων των άλλων παιδιών, αλλά περισσότερο για τον αδελφό της. Οι γονείς της λοιπόν ανήμποροι να σκεφτούν άλλο τρόπο για να συνετίσουν τον κακομαθημένο γιό τους τον έδιωξαν από το σπίτι.

Ο μικρός τύραννος δεν ήξερε που να πάει, ούτε τι να κάνει. Περπάτησε, περπάτησε, μέσα στα σκοτάδια, σκόνταφτε στις πέτρες και φοβόταν! Ήταν πρώτη φορά μόνος του, χωρίς την αδελφή του να τον φωτίζει με κάθε τρόπο. Κατάκοπος έκατσε στη ρίζα ενός γεροπλάτανου να ξαποστάσει. Αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο περίεργο. Ό,τι ζούσε με τους γονείς του και την αδελφή του σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Μια υπέροχη παραλία, γεμάτη βότσαλα και κοχύλια απλώνονταν μπροστά και στα καταγάλανα νερά μπορούσε να δει κανείς πανέμορφα εξωτικά ψάρια. Όλα ήταν τόσο όμορφα και λουσμένα από ένα υπέροχο φως, από τον ήλιο. Η ζεστασιά έφτανε μέχρι βαθιά στην ψυχή του κι είχε λιώσει τον πάγο και την είχε μαλακώσει. Ένιωθε πολύ παράξενα. Σα να είχε μουδιάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τον βαστούσαν τα πόδια του. Τότε άκουσε μέσα στο μυαλό του μια φωνή να του λέει.

«Έχεις μια πολύ σημαντική αποστολή! Πρέπει να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου να βγουν από το σκοτάδι που τους πνίγει. Εσύ μόνο μπορείς να το κάνεις αυτό.»

Μα, πώς θα το κάνω αυτό;

…αναρωτήθηκε το σαστισμένο αγόρι.

«Πρέπει να πολεμήσεις»

…του είπε η φωνή.

«Πρέπει να πολεμήσεις και να νικήσεις τον αντίπαλο σου. Όμως δε θα είναι ένας αγώνας με πέτρες σαν αυτούς που έκανες μέχρι τώρα. Θα είναι ένας αγώνας διαφορετικός από τους άλλους.»

Και ποιος είναι ο αντίπαλος μου;

Ρώτησε με δυνατή φωνή αυτή την φορά.

«Επέστρεψε στο σπίτι σου και στους γονείς σου αγόρι μου και θα καταλάβεις εκεί.»

…του απάντησε η φωνή. Απορημένος πήρε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτος ερωτηματικά και ανασφάλεια, γιατί δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε όταν θα γύριζε στο σπίτι του. Κι έπειτα ήταν και το άλλο….. πώς θα έμπαινε πάλι στο δρόμο με το σκοτάδι; Όμως επειδή ήταν δυνατός κατά βάθος και πεισματάρης, δεν ήθελε να δείξει ότι φοβόταν και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει και να σκέφτεται παράλληλα όλα αυτά που έγιναν. Ξαφνικά βλέπει στην άκρη του δρόμου ένα σκυλάκι, πληγωμένο και διψασμένο. Αρχικά το προσπέρασε χωρίς να του δώσει καμμιά σημασία. Μετά από λίγα βήματα όμως η καρδιά του, του έλεγε να το βοηθήσει. Κοντοστάθηκε, πήρε μια ανάσα και το πλησίασε. Του έβαλε λίγο νεράκι από μια πηγή που είχε εκεί κοντά και του περιποιήθηκε τις πληγές του. Το σκυλάκι τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη και του έγλειφε τα χέρια. Μετά το αγόρι συνέχισε το δρόμο του. Λίγο πιο κάτω ένα κοριτσάκι έκλαιγε στην άκρη του δρόμου με παράπονο.

Τι έχεις;

…την ρώτησε;

Κάτι παλιόπαιδα μου χάλασαν την αγαπημένη μου κούκλα. Της έβγαλαν το κεφάλι και τα χέρια και δεν μπορώ να την παίξω πια!

Αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, έκατσε κοντά της, πήρε την κούκλα στα χέρια του, παιδεύτηκε, παιδεύτηκε και κατάφερε και την έφτιαξε όπως ήταν πριν και ακόμη καλύτερα, γιατί την καθάρισε και από τις βρωμιές και τις λάσπες που είχε και η κουκλίτσα έγινε πανέμορφη και το κοριτσάκι ήταν μες στην χαρά. Του έκανε μια μεγάλη αγκαλιά και τον ευχαρίστησε φεύγοντας. Πόσο διαφορετικά ένιωθε τώρα το αγόρι! Ξαφνικά ένιωθε πολύ δυνατός. Ένιωθε μια δύναμη, όμως άλλη, διαφορετική! Όχι αυτή την ψευτοπαλληκαριά που είχε πριν!
Μετά από λίγες ώρες περπάτημα, ξαφνικά έγινε πάλι σκοτάδι και μπήκε σ’ ένα δάσος. Δύσκολος δρόμος γεμάτος πέτρες και κλαδιά από τα δέντρα που τον εμπόδιζαν να προχωρήσει. Είδε κάποια στιγμή μια σκιά. Σταμάτησε απότομα. Φοβήθηκε! Είχε όμως μια αποστολή και έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του. Του ήρθαν στο μυαλό τότε το πληγωμένο σκυλάκι και το κοριτσάκι που έκλαιγε! Μόλις τους σκέφτηκε με ένα μαγικό τρόπο, φωτίστηκε ο δρόμος και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτε που να τον τρομάζει! Όλα ήταν στο μυαλό του. Η αγάπη που είχε πάρει από αυτές τις δύο υπάρξεις του έδωσε δύναμη να συνεχίσει. Μετά από αρκετή ώρα έφτασε τελικά στο σπίτι του. Όσο πλησίαζε, ένα παράξενο πράγμα όμως έγινε! Δεν ήταν πια σκοτάδι, όλα ήταν φωτεινά, γεμάτα χρώματα, που γινόταν ακόμη πιο έντονα! Τα παιδιά όλα έπαιζαν και οι χαρούμενες φωνές τους ακούγονταν παντού! Είδε την μητέρα του τότε και έτρεξε κατευθείαν και χώθηκε στην αγκαλιά της! Έκλαιγε, έκλαιγε και δεν έλεγε να σταματήσει, όμως ένιωθε τόσο όμορφα! Κατάλαβε τότε ότι ο αντίπαλος που έπρεπε να νικήσει ήταν ο ίδιος του ο εαυτός! Η αποστολή που είχε ήταν να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό, να φανεί δυνατός και να μην υποκύψει στις κακές σκέψεις που του έμπαιναν στο μυαλό. Και τα κατάφερε! Ξεπέρασε την κακία που είχε πριν και έκανε ό,τι καλό μπορούσε στο δρόμο του. Και όλα φωτίστηκαν από κει και πέρα! Δε θα υπήρχε ποτέ ξανά σκοτάδι πουθενά. Ήταν και ο ίδιος πια φωτεινό παράδειγμα για τους φίλους του και για όποιον είχε αμφιβολία για το ποιος πραγματικά είναι ο δυνατός σε μια παρέα! Δε φοβήθηκε ποτέ ξανά από τότε τη νύχτα και κανένα σκοτάδι, γιατί ήξερε ότι όλοι μας έχουμε μεγάλη δύναμη μέσα μας και πως ό,τι φοβόμαστε, μπορούμε να το νικήσουμε και να το εξαφανίσουμε με το φως που έχουμε στην ψυχή μας.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

«Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια» – Νοέμβριος: «Από το σκοτάδι στο φως»!

«Από το σκοτάδει στο φως»

Η Ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού, «Οι Παραμυθάδες» σας περιμένουμε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα στις 11 π.μ. στο παραμυθόσπιτό μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 43 με Γενναδίου) για να νικήσουμε τις φοβίες μας, μικρές ή μεγάλες.
Ποιο παιδί δεν έχει φοβηθεί το σκοτάδι, το θάνατο, τους γιατρούς, τους κακούς ανθρώπους ή ακόμη και κάποια ζώα; Ποιος δεν έχει φοβηθεί κάποια τιμωρία ή το άγνωστο;

Όλα αυτά φαντάζουν σαν άγρια θεριά ή δράκοι στις παιδικές ψυχές!

Με οδηγό τα παραμύθια και σπαθί την αφήγηση τους, θα βγούμε νικητές και θα αφήσουμε πίσω κάθε παρόμοια αγωνία.

Οι Παραμυθάδες όπως πάντα θα σας ταξιδέψουμε και θα σας θυμίσουμε τη δύναμη που κρύβεται μέσα σε όλους μας.

Η δράση θα απευθύνεται σε συγκεκριμένο αριθμό παιδιών ηλικίας 5 έως 10 ετών, γι αυτό θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή από πριν με το συμβολικό ποσό των 3 ευρώ ανά παιδί (5 ευρώ για αδέλφια). Δηλώσεις συμμετοχής έως 25/10/18.

Ξεκινάμε τον Νοέμβριο, στις 4 του μήνα με πρώτη φοβία, το σκοτάδι. «Από το σκοτάδι στο φώς»

Τηλέφωνα επικοινωνίας : Χρήστος: 6946816535 & Αρετή: 6974333245

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Όταν ήμουν μικρός – μικρή, φοβόμουν…

Μεγαλώνοντας, θυμόμαστε το χθες κι είτε νοσταλγούμε κάποιες στιγμές, είτε αντικρίζουμε τις παιδικές μας φοβίες που πλέον -ενδεχομένως- αποτελούν παρελθόν.

Για κάποιους όμως οι φόβοι παραμένουν οι ίδιοι ενώ για άλλους απλά αλλάξανε προσωπείο.

Οι Παραμυθάδες, σχεδιάζουμε δράσεις με σκοπό να διασκεδάσουμε τους φόβους και τις φοβίες μας και σύντομα θα ανακοινώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες.

Ελάτε όμως να θυμηθούμε λίγο, τί ήταν αυτό που μας φόβιζε περισσότερο όταν είμασταν μικροί…

ΥΓ. Στο πεδίο «Other» αφού το επιλέξετε, μπορείτε να αναφέρετε με την μορφή σχολίου στο άρθρο, την φοβία που είχατε.

Categories: Δημοσκοπήσεις | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: