Posts Tagged With: Ρουμπελστίλτσχεν

«Ρούμπελ, το πονηρό ξωτικό – Ρουμπελστίλτσχεν» (Ηχητικό παραμύθι)

Το παραμύθι «Ρούμπελ, το πονηρό ξωτικό – Ρουμπελστίλτσχεν» διασκεύασε η Κρήτη Ισαακίδου και αφηγούνται η ίδια, ο Τάσος Καλαφάτης, η Θεοδώρα Βαβαλέσκου και ο Χρήστος Π. Τσίρκας.

Η Κρήτη Ισαακίδου είναι ιδιωτική υπάλληλος σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Ο Τάσος Καλαφάτης είναι μουσικός. Η Θεοδώρα Βαβαλέσκου είναι φιλόλογος και μέλος της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες».
Ο Χρήστος Π. Τσίρκας είναι Οδηγός-πωλητής και μέλος της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες».

Η Κρήτη ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε με τους υπόλοιπους συντελεστές το παραμύθι και τους ευχαριστούμε για την συμμετοχή τους.

Αν θες κι εσύ να ηχογραφήσεις ένα παραμύθι, μάθε περισσότερα διαβάζοντας το σχετικό άρθρο πατώντας εδώ…

Άκουσε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο!

Advertisements
Categories: Παραμύθια για αυτιά | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ρούμπελ, το πονηρό ξωτικό (Ρουμπελστίλτσχεν) – Θεατρική απόδοση

(Για να ακούσεις το παραμύθι, πάνε στο τέλος της σελίδας)

Η φίλη μας Κρήτη Ισαακίδου πήρε το παραμύθι «Ρουμπελστίλτσχεν» και το διασκεύασε θέλοντας να μας δώσει μια ραδιοφωνική θεατρική απόδοση του παραμυθιού η οποία και θα αναρτηθεί σύντομα. Γα την ώρα, απολαύστε το κείμενο…

Αφηγητής:  Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά-πολλά χρόνια, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας φτωχός μυλωνάς  με την όμορφη κόρη του. Ο μυλωνάς ήταν καλός άνθρωπος μα ήταν λιγάκι καυχησιάρης! Όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν, όλο καυχιόταν και φούσκωνε σαν παγώνι γεμάτος περηφάνια!

Mυλωνάς:  Φτιάχνω το καλύτερο αλεύρι στο βασίλειο! Έχω την πιο όμορφη και ικανή κόρη στον κόσμο! Ναι….ναι…σίγουρα σας λέω. Ο μύλος μου αλέθει πιο γρήγορα απ’ όλους τους μύλους της γης!

Αφηγητής:  Μια μέρα έτυχε λοιπόν, να συναντήσει τον βασιλιά. Θέλοντας να τον εντυπωσιάσει και να παινέψει την κόρη του, φώναξε:

Μυλωνάς:  Εεει βασιλιά! Η κόρη μου μπορεί να γνέσει το άχυρο σε χρυσό!

Βασιλιάς:  Αυτό θα μου άρεσε πολύ! Λοιπόν μυλωνά, αν η κόρη σου είναι τόσο ικανή όπως λες, να την φέρεις αύριο στο παλάτι. Θα την βάλω να περάσει μια δοκιμασία κι αν μου λες αλήθεια θα σε ανταμείψω!

Αφηγητής:  Έτσι κι έγινε! Την επόμενη μέρα ο μυλωνάς πήγε την κόρη του στο παλάτι. Ο βασιλιάς οδήγησε την κοπέλα σ’ ένα δωμάτιο που ήταν γεμάτο μ’ άχυρο! Της έδωσε έναν τροχό που γυρνούσε κι έναν κύλινδρο και της είπε:

Βασιλιάς:  Ορίστε. Μια ανέμη και μία σβίγα! Ο πατέρας σου μου είπε ότι μπορείς να γνέθεις από άχυρο, χρυσό! Σε διατάζω λοιπόν να κάνεις το άχυρο, χρυσάφι! Αν δεν τα καταφέρεις μέχρι αύριο το πρωί, τότε θα πρέπει να πεθανείς και θα ήταν κρίμα! Βάλε  τα δυνατά σου!

Αφηγητής:  Αυτά είπε και την κλείδωσε στο δωμάτιο. Η καημένη η κοπέλα άρχισε να κλαίει γιατί φυσικά δεν ήξερε πως να κάνει το άχυρο, χρυσάφι!

Κορίτσι:  Τι θα κάνω τώρα; Πως έμπλεξα έτσι;

Αφηγητής:  Πέρασε αρκετή ώρα κι η κοπέλα έκλαιγε συνεχώς ωσπού ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος. Μαγικός θα έλεγα… και  ΦΑΑΑΑΠ, παρουσιάστηκε μπροστά της ένα ξώτικο! Ένα κοντούλι ξωτικό με τεράστια πράσινα μάτια, κοντή μύτουλα, κόκκινα μαλλιά και ροζ αφτιά! Τα δάχτυλα των χεριών του ήταν κι αυτά κοντά! Μα τι παράξενος μικρούλης; Φορούσε περίεργα πράσινα ρούχα και τα παπούτσια του ήταν χρυσά, μυτερά κι αστεία! Πλήσιασε την κοπέλα και της είπε:

Ξωτικό:  Άκουσα το κλάμα σου κι ήρθα ως εδώ. – Πες μου το πρόβλημά σου, λύση θα βρούμε στο λεπτό!

Κορίτσι:  Ο βασιλιάς με διέταξε να κάνω το άχυρο, χρυσό αλλά εγώ δεν ξέρω πως γίνεται αυτό!  Θα με σκοτώσει όταν καταλάβει πως ο πατέρας μου απλά καυχιόταν. Το άχυρο, χρυσάφι να γνέσω, δε μπορώ! Κανένας δε μπορεί να με βοηθήσει πια!

Ξωτικό:  Εγώ μπορώ! Τι μου δίνεις να στο φτιάξω μ’ έναν τρόπο μαγικό; Μπλε διαμάντια ή ασήμι; Κάτι σε χρυσαφικό;

Κορίτσι:  Σου δίνωω… Το κολιέ μου!

Ξωτικό:  Δέχτηκα δωράκι φίνο και τη συμφωνία κλείνω!

Αφηγητής:  Το ξωτικό πήρε το κολιέ, κάθησε μπροστά στην ανέμη και φρρρρρ….φρρρρρ….φρρρρ…. την τράβηξε 1, 2, 3 φορές ώσπου γέμισε το πρώτο κουβάρι στο λεπτό! Έφτιαξε δεύτερο και τρίτο κουβάρι κι έτσι συνέχισε ως το πρωί! Όταν ξημέρωσε η επόμενη μέρα έλαμπε όλο το δώματιο πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο που φώτιζε έξω γιατί όλο το άχυρο είχε πια γίνει χρυσό! Ξαφνικά άκουσαν τα βιαστικά βήματα του βασιλιά που δεν έβλεπε την ώρα να αποκτήσει κι άλλο χρυσάφι!

Ο βασιλιάς μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο και το ξωτικό αμέσως εξαφανίστηκε!

Βασιλιάς:  Τα κατάφερες βλέπω! Μπράβο…μπράβο! Για να δούμε, τι άλλο μπορείς να κάνεις;

Αφηγητής:  Είπε κι οδήγησε την κοπέλα σε ένα πολύ μεγαλύτερο δωμάτιο που ήταν κι αυτό γεμάτο μ’ άχυρο!

Βασιλιάς:  Αν αγαπάς την ζωή σου, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις! Φεύγω τώρα! Ραντεβού στο ίδιο μέρος το πρωί! Μπουαχαχα… μήπως και να’ θελες που θα μπορούσες να πας;

Αφηγητής:  Έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε κι έφυγε χαρούμενος! Η κοπέλα έμεινε μόνη κι απελπισμένη.

Κορίτσι:  Αυτό το μαρτύριο δεν θα τελειώσει ποτέ! Τι θα κάνω πάλι; Μακάρι να ήταν εδώ το ξωτιιι….!

Αφηγητής:  Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της κι ακούστηκε ο μαγικός ήχος….Φααπ και να το και το ξωτικο! Εμφανίστηκε αμέσως!

Ξωτικό:  Άκουσα να με φωνάζουν! Χαχαχαχαχαχα. –  Άραγε ποιος με καλεί; Λες να κλείσω συμφωνία; Αχ μ’ αρέσει αυτό πολύ!

Κορίτσι:  Εγώ σε καλώ καλό μου ξωτικό! Χρειάζομαι πάλι τα μαγικά σου αλλιώς δεν γλιτώνω σίγουρα! Θα με βοηθήσεις;

Ξωτικό:  Μόνο εγώ μπορώ να κάνω τη δουλειά σου στο λεπτό! Τι δωράκι θα μου δώσεις; Πέρλες; Λίρες; Παγωτό;

Κορίτσι:  Να, αυτό το δαχτυλίδι που φοράω!

Ξωτικό:  Μικρούλι το δωράκι σου,  δουλειά όμως δεν αφήνω! – Το δαχτυλίδι δέχομαι, την συμφωνία κλείνω!

Αφηγητής:  Έγνεθε το ξωτικό μ’ έναν τρόπο μαγικό. Γυρνούσε την ανέμη και φρρρ…φρρρ…φρρρ, γέμισε η αίθουσα χρυσάφι! Η νύχτα έδωσε την θέση της στη μέρα και να σου πάλι ο βασιλιάς με τα βιαστικά του βήματα! Καπ…καπ…καπ…! Τέντωσε τα αφτιά του το ξωτικό κι εξαφανίστηκε στη στιγμή!

Ο βασιλιάς ξεκλείδωσε μπήκε στο δωμάτιο και γούρλωσε τα μάτια του!

Βασιλιάς:  Εντυπωσιακό! Όχι…όχι πρέπει να το παραδεχτώ. Μ’ έκανες πολύ χαρούμενο! Μπράβο!

Αφηγητής:  Η απληστία του όμως όλο και μεγάλωνε και φαινόταν πως δεν έχει ικανοποιηθεί ακόμα! Oδήγησε ξανά την κοπέλα σε ένα άλλο δώματιο τεράστιο με άχυρο που έφτανε ως το ταβάνι και είπε:

Βασιλιάς:  Μη φοβάσαι! Είναι η τελευταία δοκιμασία που περνάς! Αν όμως τα καταφέρεις και πάλι, θα σε παντρευτώ και θα γίνεις βασίλισσα!

Αφηγητής:  Άφησε την κοπέλα μόνη ο βασιλιάς και σκέφτηκε: Δεν πειράζει που είναι  κόρη μυλωνά! Θα την παντρευτώ! Άλλωστε είναι πανέμορφη και πιο πλούσια γυναίκα δεν πρόκειται ποτέ να βρω σ’ ολόκληρο το βασίλειο!

Το κορίτσι αναρωτιόταν, πως θα τα καταφέρει πάλι! Που να είναι άραγε το καλό μου ξωτικό;

Είπε κι αμέσως ήρθε ο πονηρός μικρούλης!

Ξωτικό:  Η τρίτη και φαρμακερή φορά που με φωνάζεις! Θα έχεις λόγο σοβαρό! Πες μου τι διατάζεις;

Κορίτσι:  Το άχυρο αν γνέσεις καλό μου ξωτικό, βασίλισσα θα γίνω και θα σου δώσω ότι ποθεί η καρδιά σου! Αλλά τώρα δεν μου έχει απομείνει τίποτα! Δεν έχω άλλο δαχτυλίδι, ούτε κολιέ!

Ξωτικό:  Θα βρούμε κάτι! Συμφωνία σίγουρα θα γίνει! Βασίλισσα θα γίνεις κι υπόσχεση μου δίνεις! Θα περάσει ένας χρόνος. θα ξανάρθω να μου δώσεις, το πρωτότοκο παιδί σου, τη δουλειά μου να πληρώσεις!

Αφηγητής: Ποιος ξέρει τι θα συμβεί σ’ έναν χρόνο, σκέφτηκε το κορίτσι!

Κορίτσι:  Δέχομαι τη συμφωνία!

Ξωτικό:  Η συμφωνία έκλεισε. Θυμήσου ένα μόνο. – Τα ξαναλέμε σύντομα, περίπου σ’ έναν χρόνο!

Αφηγητής:  Το ξωτικό σήκωσε τα μανίκια του και στρώθηκε στη δουλειά και στα μαγικά του! Ήρθε η ανατολή του ηλίου και να τος πάλι ο βασιλιάς βιαστικός και χαρούμενος. Ξεκλείδωσε την πόρτα κι έμεινε έκπληκτος γιατί τόσο χρυσάφι δεν είχε ξαναδεί σ’ ολόκληρη τη ζωή του! Ήταν ικανοποιημένος αυτήν τη φορά! Κράτησε την υπόσχεση του. Παντρεύτηκε την κόρη του μυλωνά και την έκανε βασίλισσα!

Η ζωή τους κυλούσε όμορφα κι ήταν ευτυχισμένοι! Πέρασε έτσι ένας χρόνος κι είχαν μόλις αποκτήσει το πρώτο τους παιδάκι κι η βασίλισσα ούτε που θυμόταν το ξωτικό και την συμφωνία τους! Ένα σκοτεινό βράδυ χωρίς φεγγάρι, καθώς έβαζε το μωρό στην κούνια του, η βασίλισσα άκουσε τον μαγικό ήχο κι είδε μια λάμψη μαγική! Ήταν το ξωτικό που είχε έρθει για να πληρωθεί για την συμφωνία τους.

Ξωτικό:  Ήρθα για να πληρωθώ. Χρέος έχεις, δεν ξεχνώ!

Βασίλισσα:  Θα σου δώσω ότι θες, ότι ζητάς! Θα σου δώσω όλα μου τα πλούτη. Όλα τα πλούτη του βασιλείου, αλλά σε παρακαλώ μην πάρεις το παιδί μου! Δε μπορούμε να αλλάξουμε τη συμφωνία;

Αφηγητής:  Στην σκέψη ότι θα έχανε το παιδί της η βασιλισσα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ! Η καρδιά του ξωτικού μαλάκωσε κάπως και λυπήθηκε την βασίλισσα!

Ξωτικό:  Η συμφωνία αλλάζει, αυτό η καρδιά προστάζει. – Τρεις μέρες έχεις για να βρεις, το πως με λεν να ψάξεις. –  Αλλιώς θα πάρω το παιδί, για πάντα θα το χάσεις.

Αφηγητής:  Όλη νύχτα η βασίλισσα στριφογύριζε στο κρεβάτι της. Σκεφτόταν κι έγραφε όλα τα περίεργα ονόματα που είχε ακούσει στη ζωή της. Έστειλε αμέσως όλους του ιππότες και τους αγγελιοφόρους του βασιλιά στα πέρατα του βασιλείου να μάθουν τα πιο σπάνια και παράξενα ονόματα που υπήρχαν.

Το πρωί της επόμενης μέρας την περίμενε το ξωτικό!

Ξωτικό:  Πως με λέν άμα θα βρεις, απ΄το χρέος θ’ απαλλαγείς!

Βασίλισσα:   Μήπως σε λένε Χρόντγκερ;

Ξωτικό :  Δεν με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Ούρλιχ; Γιον; Μελχιόρ;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι! (τραγουδιστά) Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή!

Αφηγητής:  Διέταξε τούτη τη φορά η βασίλισσα να μάθουν όλα τα ονόματα των ανθρώπων που βρίσκονταν στη γειτονιά! Έτρεχαν οι ιππότες σαν τρελοί χτυπούσαν όλες τις πόρτες των σπιτιών της γειτονιάς, ρωτούσαν κι έγραφαν. Ώσπου ήρθε η γλυκιά αυγή και μαζί της ήρθε και το πονηρό ξωτικό μας!

Βασίλισσα:  Να δεις… θα το βρω σήμερα! Μήπως σε λένε Χάινζ; Μπάλζερ; Μούτονκαλφ;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι! Δε με λένε έτσι! – Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή. Αν όνομα σωστό δεν δώσεις, τότε θα πρέπει να πληρώσεις!

Αφηγητής:  Σαν ήρθε η νύχτα η σκοτεινή, όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι! Ιππότες, αγγελιοφόροι, υπηρέτες, ρωτούσαν παντού! Στις γειτονιές, σ’ όλα τα χωριά, σε κοντινά και μακρινά βασίλεια! Παντού! Η βασίλισσα ήταν απελπισμένη ωσπού λίγο πριν χαράξει, ένας ιππότης επέστρεψε και της είπε:

Ιππότης:  Βασίλισσα μου, πήγα στο απέναντι βασίλειο μα δε μπόρεσα να βρω άλλα ονόματα. Καθώς επέστρεφα και περιπλανιόμουν στο δάσος είδα μια μικρή φωτιά έξω απο ένα μικρό σπίτακι. Πλησίασα κι είδα κάτι πολύ περίεργο! Ένα ξωτικό χοροπηδούσε γύρω απ’ την φωτιά και τραγουδούσε:

Όλη η γη αναρωτιέται…

Πως το λεν το ξωτικό…

Ρούμπελ…Ρούμπελ…

Πως μ’ αρέσει!

Τ’ όνομα μου μαγικό!

Αφηγητής:  Καινούργια μέρα χάραξε. Το πονηρό ξωτικό μας ήρθε ξανά κι η βασίλισσα τον ρώτησε:

Βασίλισσα:  Σε λένε Γκλέν;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Τότε, σε λένε Κλάους!

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Μήπως σε λένε… Ρούμπελ;

Ξωτικό:  Ο διάβολος ήρθε και στο είπε! Ο διάβολος ήρθε και στο είπε!

Αφηγητής:  Φώναξε ο Ρούμπελ. Έσκασε απ’ το κακό του. Έκανε ΠΑΤ….  κι εξαφανίστηκε! Δεν τον ξανάδε ποτέ κανείς από τότε! Εξαφανίστηκε τόσο περίεργα, όσο περίεργα εμφανίστηκε στην αρχή. ΜΑΓΙΚΑ! 

Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια!

 

Άκουσε το παραμύθι πατώντας αναπαραγωγή στο ακόλουθο αρχείο

Categories: Θεατρικές αποδόσεις παραμυθιών | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ρουμπελστίλτσχεν (ή Ρουμπελστίλτσκιν)

– Παραμύθι των αδερφών Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ

Μετάφραση από τα γερμανικά: Βασιλική Ισαακίδου – Εικονογράφηση: Κρήτη Ισαακίδου

Ήταν κάποτε ένας μυλωνάς που ήτανε φτωχός. Όμως είχε μια όμορφη κόρη. Κάπου συνάντησε τον βασιλιά, πιάσανε κουβέντα και του είπε:

Έγω έχω μια κόρη που ξέρει την τέχνη…να μεταμορφώνει το άχυρο σε χρυσό.

Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως την κόρη του μυλωνά να έρθει κοντά του και την διέταξε:

Ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο με άχυρο μέσα σε μια νύχτα να το μετατρέψεις σε χρυσό κι αν δε μπορείς να το κάνεις… θα πρέπει να πεθάνεις.

Έτσι την έκλεισαν μέσα στο δωμάτιο. Εκεί καθόταν κι έκλαιγε επειδή δεν έβρισκε λύση για να σώσει την ζωή της. Πως θα κατάφερνε το άχυρο να το κάνει χρυσό; Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά ενα μικρό ανθρωπάκι που της είπε:

 

Τι θα μου δώσεις για να κάνω όλο αυτό το άχυρο χρυσό;

Η κοπέλα είχε ένα περιδέραιο που το έδωσε στο ανθρωπάκι και το ανθρωπάκι έκανε αυτό που υποσχέθηκε. Το επόμενο πρωί βρήκε ο βασιλιάς… όλο το δωμάτιο γεμάτο με χρυσό. Όμως η καρδιά του έγινε ακόμα πιο άπληστη κι έτσι άφησε την κόρη του μυλωνά σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο μ’ άχυρο να το μετατρέψει κι αυτό σε χρυσό.

Τότε το ανθρωπάκι ξανάρθε. Η κοπέλα του έδωσε το δαχτυλίδι που φορούσε στο χέρι της κι όλα γίνανε αμέσως και πάλι χρυσάφι. Ο βασιλιάς όμως την κλείδωσε και τρίτη φορά τη νύχτα, σ’ ένα τρίτο δωμάτιο που ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ τα άλλα δύο και πιο γεμάτο μ’ άχυρο και της είπε:

Αν τα καταφέρεις κι αυτήν τη φορά θα γίνεις σύζυγος μου.

Τότε τη νύχτα ήρθε ξανά το ανθρωπάκι και της είπε:

Εντάξει θα το κάνω άλλη μια φορά, αλλα θα πρέπει να μου υποσχεθείς οτι θα μου δώσεις το πρώτο παιδί που θ’αποκτήσεις με τον βασιλιά.

Το υποσχέθηκε η κοπέλα, επειδή βρισκόταν σε ανάγκη κι όταν ο βασιλιάς ήρθε, είδε τόσο πολύ χρυσάφι που έκανε την κόρη του μυλωνά…γυναίκα του.

Πέρασε λίγος καιρός, η βασίλισσα γέννησε κι εμφανίστηκε το ανθρωπάκι μπροστά της, απαιτώντας να κρατήσει την υπόσχεση της. Η βασίλισσα παρακαλούσε το ανθρωπάκι να μην της πάρει το παιδί και του πρόσφερε όλα τα πλούτη του βασιλείου, μάταια όμως. Τελικά μετά από πολλά παρακάλια της είπε:

Σε 3 μέρες θα’ ρθω πάλι για να πάρω το παιδί. Αν όμως βρεις τ’ όνομά μου, μπορείς να κρατήσεις το παιδί σου!

Στη συνέχεια η βασίλισσα προσπαθούσε τις πρώτες δύο μέρες να βρει το όνομα. Δεν μπορούσε όμως να το βρει. Δε μπορούσε πια να σκεφτεί άλλα ονόματα κι ήταν λυπημένη! Την 3η μέρα όμως επέστρεψε ο βασιλιάς απ’ το κυνήγι και της είπε ότι προχθές που πήγε για κυνήγι, βαθιά μέσα στο δάσος είδε ένα μικρό σπιτάκι. Μπροστά απ’ το σπιτάκι είδε ένα γελοίο ανθρωπάκι να πηδάει απ’ το ένα πόδι στο άλλο, γύρω-γύρω απ΄την φωτιά και να τσιρίζει:

Σήμερα φουρνίζω…αύριο βράδυ βράζω…. 

Μεθαύριο θα πάω να πάρω…της βασίλισσας το παιδί!

Αχ τι καλά που κανείς δεν ξέρει

πως με λένε Ρούμπελστιλτσχεν!

Όταν το άκουσε αυτό η βασίλισσα έγινε πολυ χαρούμενη. Ήρθε το επικίνδυνο ανθρωπάκι και την ρώτησε:

Βασίλισσα μου, πως με λένε;

Κι αυτή του απάντησε:

Μήπως σε λένε Κόνρατ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Χάινριχ;

Όχι!

Μήπως σε λένε Ρούμπελστιλσχεν;

Αυτό στο είπε ο διάβολος…

…τσίριξε το ανθρωπάκι θυμωμένα,έφυγε τρέχοντας και δεν γύρισε πίσω ποτέ ξανά.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: