Posts Tagged With: πρίγκηπας

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας

Παραμύθι του Oscar Wilde –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πριν πολλά χρόνια υπήρχε μια πολιτεία που ήταν ξακουστή για ένα όμορφο μνημείο της. Πάνω στο μνημείο αυτό στεκόταν ένας χρυσός πρίγκιπας με ολόχρυσα ρούχα. Είχε δύο ζαφείρια για μάτια και κρατούσε μια ασπίδα με ένα κατακόκκινο ρουμπίνι στη μέση.

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και τα αποδημητικά πουλιά άρχιζαν το ταξίδι τους για τις ζεστές χώρες. Ένα χελιδόνι που είχε κουραστεί, κάθισε ανάμεσα στα πόδια του χρυσού πρίγκιπα για να ξεκουραστεί και να συνεχίσει μετά το ταξίδι του για τον τελικό προορισμό του, την Αίγυπτο. Ξαφνικά έπεσαν λίγες σταλαγματιές πάνω στο χελιδόνι και το μούσκεψαν.

«Από πού να ήρθαν αυτές οι σταλαγματιές;» αναρωτήθηκε. «Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και τ’ αστέρια λάμπουν!». Όπως όμως γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω, είδε πως ο χρυσός πρίγκιπας έκλαιγε.

Αγαπητέ μου πρίγκιπα, γιατί κλαις;

…ρώτησε απορημένο το χελιδόνι.

Αν ήξερες τι πόνο νιώθω στην καρδιά μου βλέποντας από δω ψηλά πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο! Γι αυτό κλαίω! Θα ήθελες άραγε να με βοηθήσεις καλό μου χελιδονάκι;

Πολύ θα το ήθελα αγαπημένε μου πρίγκιπα αλλά δυστυχώς πρέπει να φύγω. Ταξιδεύω για την Αίγυπτο και δεν έχω καθόλου χρόνο. Όλα μου τα αδέλφια πήγαν μακριά κι εγώ δε θα τα προλάβω αν δε βιαστώ.

Σε παρακαλώ, μείνε μόνο γι αυτή τη νύχτα και βοήθησε με.

…παρακάλεσε ο χρυσός πρίγκιπας και συνέχισε…

Εγώ δε μπορώ να κινηθώ. Βοήθησε με σε παρακαλώ! Πιο κάτω μέσα σ’ ένα δωματιάκι ζει μια μητέρα με το άρρωστο παιδάκι της και είναι τόσο φτωχιά που δε μπορεί να του αγοράσει ούτε ένα κιλό πορτοκάλια που χρειάζεται για να γίνει καλά. Το παιδάκι έχει πολύ υψηλό πυρετό. Βγάλε το κόκκινο ρουμπίνι από την ασπίδα μου και πήγαινε το στη μητέρα, σε παρακαλώ!

Μα το χελιδόνι τότε απάντησε…

Δε θέλω να πάω στο παιδί. Τα παιδιά δε μας αγαπάνε. Μας πετάνε πέτρες για να μας χτυπήσουν.

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και του είπε να μην κρατάει κακία στην καρδιά του και το έπεισε τελικά να πάει.

Ας είναι. Για μια νύχτα μόνο θα μείνω κοντά σου και θα σε βοηθήσω.

Έβγαλε αμέσως το ρουμπίνι της ασπίδας με το ράμφος του και πέταξε πάνω από τις στέγες των σπιτιών κι έφτασε μέχρι το δωματιάκι του άρρωστου παιδιού. Η μητέρα του ήταν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκε ράβοντας επάνω στο τραπέζι. Το χελιδόνι, άφησε δίπλα της το ρουμπίνι, πλησίασε το άρρωστο παιδί και του έκανε αέρα με τις φτερούγες του. Το παιδί δροσίστηκε και είπε:

Αισθάνομαι καλύτερα. Ο δροσερός αέρας μου κάνει καλό.

Το χελιδονάκι πέταξε γρήγορα κοντά στον χρυσό πρίγκιπα.

Αγαπητέ πρίγκιπα μου, ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω. Φεύγω για την Αίγυπτο.

Αχ! Όχι χελιδονάκι μου καλό! Μείνε κι αυτή ακόμη τη νύχτα για να με βοηθήσεις…

…το παρακάλεσε. Το χελιδονάκι είχε τόσο καλή καρδιά που δέχτηκε να μείνει κι αυτή τη νύχτα μαζί του. Ο πρίγκιπας χάρηκε τότε πολύ και του είπε να πάει σε μια καμαρούλα μικρή που έβλεπε έναν φτωχό άνθρωπο. Αδύνατος από την πείνα, ξυλιασμένος από το κρύο και χωρίς να μπορεί να εργαστεί. Ο χρυσός πρίγκιπας ήθελε να τον βοηθήσει, μα το χελιδονάκι απορημένο τον ρώτησε:

Και τι θα του πάω αγαπητέ μου πρίγκιπα; Μήπως έχεις και άλλο ρουμπίνι κρυμμένο;

Όχι, ρουμπίνι δεν έχω άλλο, μα έχω δύο ακριβά ζαφείρια για μάτια. Βγάλε μου το ένα μάτι και πήγαινε το στον φτωχό.

Αυτό αποκλείεται αγαπητέ πρίγκιπα! Δε μπορώ να σου βγάλω το μάτι!

Ο πρίγκιπας όμως επέμενε και τελικά το χελιδόνι τσίμπησε με το ράμφος του το ζαφείρι του ματιού, το έβγαλε και το πήγε στον φτωχό. Το άλλο βράδυ πέταξε πάλι το χελιδόνι στον χρυσό πρίγκιπα.

Ήρθα να σ’ αποχαιρετήσω, φεύγω γρήγορα για την Αφρική.

Μα ο χρυσός πρίγκιπας είχε κι άλλες έγνοιες.

Αχ χελιδονάκι μου καλό, αγαπημένο μου χελιδονάκι, μείνε ακόμη αυτή τη νύχτα κοντά μου και βοήθησε με…

Κι επέμενε τόσο πολύ, ώσπου στο τέλος κι εκείνο είπε:

Πάλι με κατάφερες. Θα μείνω κι αυτή τη νύχτα κοντά σου να σε βοηθήσω.

Δεν έχασε λεπτό ο χρυσός πρίγκιπας και του έδωσε τις νέες οδηγίες.

Αγαπημένο μου χελιδονάκι, βλέπω πέρα μακριά ένα φτωχό κοριτσάκι σε μια πλατεία που πουλάει σπίρτα. Αλίμονο όμως, του έπεσαν στο χαντάκι και τα πήρε το ρέμα. Τώρα κλαίει γιατί αν γυρίσει χωρίς λεφτά στο σπίτι της, ο πατέρας της θα τη δείρει. Τρέξε και βοήθησε αυτό το κοριτσάκι σε παρακαλώ!

Τι θα του πάω όμως;

…ρώτησε το χελιδόνι.

Βγάλε μου και το άλλο μάτι. Από το ζαφείρι θα πάρει πολλά λεφτά το κοριτσάκι.

Μα το χελιδόνι δε συμφωνούσε. Δεν ήθελε να αφήσει τον πρίγκιπα εντελώς τυφλό. Δε μπορούσε να του το κάνει αυτό! Ο πρίγκιπας όμως επέμενε ώσπου το χελιδονάκι υποχώρησε πάλι. Έβγαλε το ζαφείρι και του άλλου ματιού και το πήγε στο κοριτσάκι. Όταν επέστρεψε είπε:

Τώρα πια δε μπορώ να πάω στην Αίγυπτο. Θα μείνω για πάντα κοντά σου. Δε μπορώ να σε αφήσω έτσι τυφλό.

Κι έμεινε το χελιδονάκι και διηγιόνταν ιστορίες από την μακρινή Αίγυπτο, του έλεγε για το μεγάλο ποτάμι που λέγεται Νείλος, για τους κροκοδείλους που υπάρχουν εκεί, για τα λουλούδια του λωτού, τις πεταλούδες και τόσα άλλα! Κι ο πρίγκιπας άκουγε και όταν σταματούσαν οι ιστορίες για τα ξένα μέρη, ρωτούσε το χελιδονάκι που καθόταν επάνω στους ώμους του:

Αγαπημένο μου χελιδονάκι πες μου σε παρακαλώ τι βλέπεις κάτω στη μεγάλη πολιτεία;

Και το χελιδονάκι τότε του έλεγε για τους πλούσιους και τους φτωχούς, για την πείνα και τις αρρώστιες, για την φτώχεια και την δυστυχία που έβλεπε στη μεγάλη πόλη. Ο χρυσός πρίγκιπας συγκινούνταν με όλα αυτά και με τη βοήθεια του χελιδονιού έστελνε ένα ένα τα χρυσά φύλλα της στολής του σε όποιον είχε ανάγκη, επειδή δεν είχε άλλα πετράδια. Στο τέλος δεν έμεινε τίποτε από τα χρυσά στολίδια της στολής του. Τώρα ο πρίγκιπας ήταν ένας γκρίζος και άσχημος όγκος στη μέση της πλατείας.
Ήρθε εν τω μεταξύ και ο κρύος χειμώνας. Χιόνι παντού. Το χελιδονάκι πάγωνε όλο και περισσότερο και κατάλαβε ότι θα πέθαινε.

Αγαπημένε μου πρίγκιπα, τώρα πια θα χωριστούμε. Θα φύγω.

Ναι, ναι είναι πολύ κρύα εδώ για σένα. Φύγε, πέταξε γρήγορα για την Αίγυπτο.

Μα το χελιδόνι του απάντησε ότι δε θα πήγαινε στην Αίγυπτο. Θα πήγαινε εκεί που πηγαίνουν οι νεκροί. Κι αμέσως έπεσε παγωμένο μπροστά στα πόδια του πρίγκιπα. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα κρακ! Στο στήθος του πρίγκιπα η καρδιά του έσπασε. Οι άνθρωποι επειδή το μνημείο τώρα χωρίς τα χρυσάφια και τα πετράδια ήταν άσχημο, το γκρέμισαν και το έλιωσαν. Μόνο η καρδιά του πρίγκιπα δεν έλιωσε. Γι αυτό την πέταξαν μαζί με κάτι άλλα σκουπίδια. Εκεί δίπλα ήταν και το νεκρό χελιδονάκι.

Την ημέρα εκείνη ο Θεός ψηλά στον ουρανό είπε σ’ έναν άγγελο του.

Πήγαινε στην μεγάλη πολιτεία και φέρε μου τα δύο καλύτερα πράγματα που θα βρεις.

Ο άγγελος έψαξε, έψαξε πολύ. Στο τέλος βρήκε επάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια την σπασμένη καρδιά του χρυσού πρίγκιπα και δίπλα ακριβώς το νεκρό χελιδονάκι. Αυτά τα δύο έφερε στο Θεό. Ο Θεός χάρηκε και είπε ότι πραγματικά αυτά ήταν τα δύο καλύτερα πράγματα που βρίσκονταν στη μεγάλη πολιτεία.

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι του Oscar Wilde «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας

Μύθος από τη Γαλλία –

Η Αντέλ ήταν μια νέα βοσκοπούλα, όμορφη και ντροπαλή. Κοκκίνιζε κάθε φορά που συναντούσε ένα ωραίο αγόρι, που της έκανε τα γλυκά μάτια. Πολλές φορές είχε ακούσει να λένε ιστορίες για βοσκοπούλες που τις ζήτησαν σε γάμο πρίγκιπες ή βασιλιάδες. Βέβαια έκανε πως δεν το πίστευε, όμως κάθε φορά που περνούσε κάποιος άγνωστος καλοντυμένος καβαλάρης, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Αλλά κανένας δεν την πρόσεξε ποτέ, παρά μόνο της φώναζαν:

– Γρήγορα, κάνε στην άκρη το κοπάδι σου να περάσω! Βιάζομαι!

Η Αντέλ έβαζε τα ζώα στη σειρά, κατά μήκος του δρόμου και ο καβαλάρης περνούσε καλπάζοντας σε ένα σύννεφο σκόνης που πετούσε στον αέρα, όπως πετάνε τα όνειρα που κάνουν όλες οι βοσκοπούλες.

Και η ζωή της κοπέλας κυλούσε μονότονα, φροντίζοντας τις χήνες, τα γουρούνια, τις κατσίκες και τα πρόβατα της.

Ένα πρωί όμως, εκεί που φυλούσε το κοπάδι της στο λιβάδι, που είναι ακριβώς μετά την γωνία του δάσους, άκουσε βογκητά. Έρχονταν από τους πυκνούς βάτους που περιτριγύριζαν το δάσος.

Η Αντέλ, που είχε καλή καρδιά, έτρεξε, επειδή κατάλαβε πως κάποιος είχε πληγωθεί. Πράγματι, μόλις έκανε μερικά βήματα, παραμερίζοντας με το μπαστούνι της τους θάμνους, βρήκε έναν λύκο ξαπλωμένο, που έγλυφε μια πληγή στο πόδι του.

Τι έπαθες φτωχέ μου λύκε;

– Είναι περίεργο. Αν και έχω συνηθίσει να τρέχω μέσα στο δάσος, πάτησα ένα μαύρο αγκάθι, που μπήκε στο πόδι μου και με πονάει φριχτά. Αν μπορούσες να το βγάλεις, χωρίς να με πονέσεις, θα σου ήμουν ευγνώμων.

– Δεν είσαι και πολύ θαρραλέος για λύκος. Για ένα μαύρο αγκάθι στο πόδι παραπονιέσαι και βογκάς, σαν να σε πλήγωσε βαριά κάποιος κυνηγός.

– Είναι επειδή δεν είμαι ένας λύκος σαν…

Σταμάτησε ξαφνικά και η Αντέλ τον ρώτησε:

– Τι πήγες να πεις; Ότι δεν είσαι λύκος σαν όλους τους άλλους;

Ο λύκος έμοιαζε σκεφτικός κι ενώ η βοσκοπούλα έσκυψε για να τραβήξει το αγκάθι, αυτός πρόσθεσε:

– Ας πούμε ότι δεν είμαι ακριβώς σαν τους άλλους λύκους. Αλλά μη πιστέψεις πως ήρθα μέχρι την άκρη του δάσους με κακό σκοπό. Ξέρεις, είμαι ένας λύκος που του αρέσουν μόνο τα άγρια ζώα. Δε με ενδιαφέρουν τα πρόβατα. Το μαλλί, μου ερεθίζει το λαιμό. Α! Με πονάς!

– Μη φωνάζεις γκρινιάρη, τελείωσε!

…του είπε η κοπέλα, ενώ τραβούσε το μαύρο αγκάθι που ήταν μεγάλο σαν το δάχτυλο της.

Τώρα είμαι καλύτερα. Είσαι γενναία κοπέλα. Θα πω σε όλους τους φίλους μου, πως τα πρόβατα δεν είναι τροφή για λύκους. Και να δεις που θα με ακούσουν. Δε θα ξαναπειράξουν τα ζώα σου.

Ο λύκος της έγλυψε τα χέρια για να την ευχαριστήσει και έπειτα, κουτσαίνοντας λίγο, χάθηκε ανάμεσα στις μεγάλες βελανιδιές. Όταν ξαναγύρισε στο λιβάδι, η βοσκοπούλα είδε με τρόμο, ότι είχε εξαφανιστεί ολόκληρο το κοπάδι της. Έψαξε, φώναξε, γύρισε όλη την πεδιάδα, αλλά κανένα ίχνος από τα ζώα της.

Η καημένη η κοπέλα πήγε να ρίξει μια ματιά στη στάνη μα τίποτα. Επειδή όμως δε τολμούσε να γυρίσει στο αφεντικό της, έφυγε και πήγε να κρυφτεί μέσα στο δάσος. Αναρωτιόταν μήπως αυτός ο τόσο συμπαθητικός λύκος, την απασχόλησε επίτηδες, για να μπορέσουν οι συνεργάτες του να πάρουν τα πρόβατα της.

Αν και ήξερε πολύ καλά όλα τα μυστικά του δάσους και του βουνού, όταν έπεσε η νύχτα, η Αντέλ άρχισε να τρέμει.

Είχε στηριχθεί σε μια βελανιδιά, με την πλάτη κολλημένη στον χοντρό φλοιό και τα πόδια στηριγμένα σε μια τεράστια ρίζα. Κρατούσε την ανάσα της, άκουγε κάθε φύσημα του ανέμου, κάθε τρίξιμο, κάθε θόρυβο με αγωνία που συνεχώς μεγάλωνε. Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι ακούγεται μέτρα μακριά.

– Δεν είναι δυνατόν ο λύκος που βοήθησα να με πρόδωσε! Αν τουλάχιστον ερχόταν, θα φοβόμουν λιγότερο. Η φωνή του ήταν τόσο ζεστή και τα μαύρα μάτια του, τόσο όμορφα..Μακάρι να έρθει!

…σκεφτόταν η κοπέλα.

Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο από κλαδιά, πολύ κοντά της. Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια, όταν μια φωνή της είπε:

Μη φοβάσαι όμορφη βοσκοπούλα, είμαι ο Φρεντερίκ, ο πρίγκηπας του βουνού.

– Μα έχεις την ίδια φωνή με έναν λύκο που βοήθησα το πρωί!

Ο νέος χαμογέλασε και είπε:

– Άσε με να σου πω την ιστορία μου όμορφη βοσκοπούλα και θα καταλάβεις.

Κάθισε δίπλα στην Αντέλ και άρχισε:

Μια μέρα ελευθέρωσα ένα ελάφι που είχε πιαστεί σε μια παγίδα. Την παγίδα όμως την είχε στήσει ο Σιπριέν-Ρουζ, ο κακός γίγαντας που μένει στη μεγάλη σπηλιά ψηλά στο βουνό.

– Ναι, έχω ακούσει να μιλάνε για αυτόν. Πρέπει να είναι πολύ κακός.

…απάντησε η βοσκοπούλα και ο πρίγκηπας συνέχισε:

– Για να με τιμωρήσει λοιπόν, με καταράστηκε. Με μεταμόρφωσε σε λύκο και γίνομαι πρίγκηπας πια μόνο τη νύχτα. Εμένα βοήθησες το πρωί. Θα είμαι για πάντα έτσι, εκτός κι αν καταφέρω να δώσω στον γίγαντα ένα φουστάνι φτιαγμένο από μαλλιά πριγκίπισσας.

Η Αντέλ σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Αν με παντρευόσουν θα ήμουν πριγκίπισσα;

– Κατάλαβα, θα μου έδινες τα μαλλιά σου και θα τελείωνε η υπόθεση. Μόνο που δε θα βρούμε κανέναν να μας παντρέψει μες στη νύχτα. Και το πρωί θα ξαναγίνω λύκος. Σίγουρα θέλεις να παντρευτείς έναν λύκο;

– Δε θα με πείραζε. Είσαι πολύ καλός λύκος. Και πίστεψε με αυτό θα παραξένευε πολύ κόσμο.

Ο Φρεντερίκ κουράστηκε πολύ, για να δώσει στην Αντέλ να καταλάβει ότι δεν είναι σωστό, κι ότι κανείς δε πρέπει να παντρεύεται για να εντυπωσιάσει τους άλλους. Και την ρώτησε:

Δε θα προτιμούσες να παντρευτείς έναν πρίγκηπα;

– Ξέρεις, δεν πιστεύω ότι οι πρίγκιπες παντρεύονται τις βοσκοπούλες. Μου το έλεγαν από μικρή, αλλά ποτέ δε το πίστεψα.

– Να λοιπόν, που έχεις άδικο. Γιατί αν μπορέσεις να μου βρεις μαλλιά πριγκίπισσας, θα σε παντρευτώ ευχαρίστως.

Η Αντέλ δέχτηκε και πήγε να δουλέψει ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας άλλης πριγκίπισσας που της είχε πει ο Φρεντερίκ. Η πριγκίπισσα είχε μακριά ξανθά μαλλιά και κάθε πρωί, όταν την χτένιζε η Αντέλ, έβαζε στην άκρη λίγα μαλλιά, που τα ύφαινε το βράδυ στο δωμάτιο της.

Της πήρε πάνω από έναν χρόνο μέχρι να καταφέρει να φτιάξει το φουστάνι για τη γυναίκα του γίγαντα. Αλλά τι είναι ένας χρόνος υπομονής, μπροστά σε μια ζωή γεμάτη ευτυχία;

Ο Φρεντερίκ περίμενε κι όταν ο γίγαντας πήρε το φουστάνι, ο λύκος έγινα πάλι πρίγκηπας και παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα.

Και από εκείνη την ημέρα όλες οι φτωχές κοπέλες ελπίζουν και περιμένουν να φτάσει ο όμορφος πρίγκηπας.

Μόνο που ξεχνάνε ότι όλοι οι λύκοι δεν είναι πρίγκιπες.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: