Posts Tagged With: Πονηριά

Πώς ο φτωχός Τζιουφά πλήρωσε τα χρέη του!

– Λαικό παραμύθι από την Ιταλία –

Απόδοση-Διασκευή: Χρήστος Π. Τσίρκας –

Σε ένα χωριό κάπου στην νότια Ιταλία, που δεν έχει και πολύ σημασία το όνομά του, ζούσε ένας κουρελής και φτωχός άντρας που τον έλεγαν Τζιουφά. Ολημερίς γυρνούσε από εδώ κι από εκεί ζητώντας να κάνει κανένα μεροκάματο για να κατεφέρει να κερδίσει ένα πιάτο φαϊ. Παρόλη την φτώχια του, ο Τζιουφά δεν έχανε το χαμόγελο και το κέφι του. Μια μέρα όμως σκέφτηκε πως θα έπρεπε να αγοράσει καινούργια ρούχα. Θεώρησε πως έτσι ίσως να αλλάξει και η τύχη του. Ίσως ο κόσμος να τον αντιμετώπιζε διαφορετικά μιας και πολλοί πίστευαν ότι «το ρούχο κάνει τον άνθρωπο».

Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε λοιπόν στην αγορά και πήρε καινούργιο παντελόνι και σακάκι, άσπρο λινό πουκάμισο, βαμβακερά εσώρουχα, δερμάτινα παπούτσια, ρολόι με αλυσίδα κι ένα υπέροχο κόκκινο καπέλο. Μα δεν πλήρωσε, παρά μόνο έλεγε στους εμπόρους…

Αύριο θα έρθω να σας πληρώσω. Περιμένω να πάρω κάποια χρήματα που μου χρωστάνε!

Κι οι έμποροι τον πίστεψαν και του έδωσαν τα πράγματα έτσι.

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Πίνακας του Hans Memling (1430-1494)

Ο Τζιουφά γύρισε σπίτι του καμαρωτός και υπερήφανος για τη νέα του εμφάνιση. Συχνά πυκνά κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη και τον θαύμαζε. Σαν νύχτωσε όμως και έπεσε να κοιμηθεί, άρχισε να σκέφτεται και να προβληματίζεται για την επόμενη μέρα. Δεν περίμενε χρήματα από πουθενά. Ψέματα είχε πει στους εμπόρους και τώρα βασανιζότανε να βρει λύση στο πρόβλημά του.

Πώς θα τους πληρώσω αύριο όλους αυτούς; Δεν έχω δεκάρα τσακιστή!

Πριν όμως κλείσει τα μάτια και κοιμηθεί, μια ιδέα του κατέβηκε στο μυαλό και την έβαλε μπρος την άλλη μέρα το πρωί. Η ιδέα που σκέφτηκε ο Τζιουφά ήταν να παραστήσει τον πεθαμένο ώστε όταν θα έρθουν οι έμποροι για να πληρωθούν, να τον δούνε νεκρό και να φύγουν πίσω χαρίζοντάς του τα χρέη.

Ξάπλωσε λοιπόν στο κρεβάτι, έβαλε στο στήθος του έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό, σταύρωσε και τα χέρια του και περίμενε προσποιούμενος τον πεθαμένο.

Κατά το μεσημεράκι εμφανίστηκαν κι οι έμποροι που είχαν δώσει τα ρούχα, τα παπούτσια και τα εσώρουχα στον Τζιουφά με την προϋπόθεση να πληρωθούν την επόμενη μέρα. Όταν τον είδαν πεθαμένο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, αρχικά τον λυπήθηκαν. Έπειτα άρχισαν να βρίζουν την τύχη τους γιατί χάσανε τα χρήματα τους.

Τί ήθελα και στα έδωσα βερεσέ τα ρούχα; Πάνε τα χρήματά μου…

…μονολόγησε ο ράφτης και συμφώνησε μαζί του κι ο παπουτσής κι ο πραματευτής κι ο καπελάς! Μα στο τέλος επειδή δεν θέλανε να πάει στον άλλο κόσμο ο Τζιουφά κουβαλώντας τις κατάρες τους, του χάρισαν το χρέος.

Χαλάλι σου βρε Τζιουφά! Καλό, στερνό ταξίδι να έχεις.

Του ευχήθηκαν και οι τέσσερις και ύστερα τον πήραν σηκωτό και τον πήγαν στην εκκλησία προκειμένου να μείνει τη νύχτα εκεί, όπως συνηθίζεται. Τον εναπόθεσαν στο κέντρο του ναού κι έφυγαν.

Ο Τζιουφά που δεν περίμενε αυτήν την εξέλιξη, άρχισε τώρα να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα γλιτώσει.

Κατά τα μεσάνυχτα εισέβαλλε στην εκκλησία μια συμμορία ληστών. Είχαν ληστέψει αρκετά μαγαζιά και μπήκαν εκεί για να μοιραστούν τη λεία τους. Χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου, μοίρασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν μα στο τέλος, περίσεψε ένα χρυσό νόμισμα. Αυτό ποιος θα το έπαιρνε; Τότε άρχισε η γκρίνια μεταξύ τους. Ο αρχηγός της συμμορίας βλέποντας το φέρετρο με τον Τζιουφά, γύρισε και είπε στους υπόλοιπους…

Λοιπόν, όποιος καταφέρει να πυροβολήσει από απόσταση δέκα ποδιών και να πετύχει την μύτη του πεθαμένου, θα πάρει και το χρυσό νόμισμα που περισσεύει.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και στήθηκαν στη σειρά με τα πιστόλια τους έτοιμα να πυροβολήσουν.

Σαν το άκουσε ο Τζιουφά, ένιωσε εκατοντάδες τσιμπήματα στην καρδιά του. Ένιωσε την γη να χάνεται από κάτω του. Μα γρήγορα συνήλθε και με αλλαγμένη την φωνή του χωρίς όμως να κουνάει το στόμα του, είπε τα εξής λόγια:

Πνεύματα του κάτω κόσμου, καλά και κακά. Ελάτε να βοηθήσετε τον πεθαμένο που κάποιοι θέλουν να βεβηλώσουν!

Οι ληστές τα έχασαν. Άρχισαν να κοιτάζουν γύρω τους για να καταλάβουν από που έρχονταν η φωνή μα δεν μπορούσαν. Τρόμαξαν τόσο πολύ που το έβαλαν στα πόδια ξεχνώντας και αφήνοντας εκεί, ό,τι είχαν κλέψει.

Ο Τζιουφά, σηκώθηκε και έβαλε σε σακιά όλα τα χρήματα αφήνοντας μόνο -επίτηδες- καταγής το χρυσό νόμισμα από το οποίο ξεκίνησε η διαφωνία των ληστών. Γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος και το επόμενο πρωί πήγε από τους εμπόρους και τους ξόφλησε με το παραπάνω όσα τους χρωστούσε!

Πηγή: Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο 3 των εκδόσεων «Gutenberg»

Advertisements
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Η αλεπού κι ο λύκος πάνε για ψάρεμα!

Λαϊκό παραμύθι από την Ρωσία –

Αλεπού στα χιόνιαΈνα ζευγάρι ηλικιωμένων ζούσε σε ένα μακρινό και απόμερο χωριό της Ρωσίας. Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Η λίμνη κοντά στο χωριό είχε παγώσει τόσο πολύ, που τα παιδιά κάνανε πατινάζ πάνω της. Η φύση ολάκερη είχε ντυθεί στα άσπρα με το χιόνι να πέφτει μέρα και νύχτα.

Ένα πρωινό, ο γέρος ζήτησε από την γυναίκα του να του ετοιμάσει λίγα κουλουράκια να πάρει μαζί του στο ψάρεμα. Αυτή δεν του χάλασε το χατίρι. Έπειτα έδεσε το έληθρο στα σκυλιά του και ξεκίνησε για την λίμνη. Άνοιξε μια τρύπα στην παγωμένη πλάτη της λίμνης και ψάρευε για ώρες και συνέχεια έβγαζε ψάρια λογιώ-λογιώ. Τέλος, τα φόρτωσε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το καλύβι του.

Στην επιστροφή, ανάμεσα σε δύο δέντρα, είδε ξαπλωμένη στο χιόνι μια αλεπού.

Δεν άντεξε το κρύο… Δεν θα πάει χαμένη όμως. Θα την δώσω στην γρια μου για να την γδάρει και να πουλήσουμε την γούνα της!

…σκέφτηκε ο γέρος και την φόρτωσε στο έλκηθρο μαζί με τα ψάρια. Ξεκίνησε και πάλι για το καλύβι του. Μα η αλεπού που δεν ήταν ψόφια, αλλά προσποιότανε, άρχισε να πετάει ένα-ένα τα ψάρια στο δρόμο κι όταν τελείωσαν, έπεσε κι η ίδια.

Όταν ο γέρος έφτασε στην καλύβα του φώναξε την γυναίκα του να δει την ψαριά που της έφερε καθώς και την αλεπού. Μα η γυναίκα τα έχασε όταν αντίκρισε ένα άδειο έλκηθρο. Το ίδιο κι ο γέρος που την πάτησε από την αλεπού.

Εν τω μεταξύ, η αλεπού κατάφερε και μάζεψε όλα τα ψάρια. Κάθισε σε ένα δέντρο από κάτω κι άρχισε να απολαμβάνει το γεύμα της όταν εμφανίστηκε ένας πεινασμένος λύκος!

Καλή σου μέρα αγαπημένη μου αλεπού!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου λύκε!

Τί καλό τρως εκεί;

Δεν βλέπεις; Ψάρια!

Δεν μου προσφέρεις κι εμένα ένα ψαράκι που έχω μέρες να φάω;

Και γιατί να σου προσφέρω; Στο χρωστάω; Τι με πέρασες; Να πας να ψαρέψεις αν θες να φας ψάρια.

Μα δεν ξέρω να ψαρεύω!

Δεν είναι και τίποτα δύσκολο βρε αδερφέ. Πάνε στην λίμνη, άνοιξε μια τρύπα και χώσε τουν ουρά σου μέσα. Έτσι ψαρεύουμε εμείς τα ζώα.

Με την συμβουλή αυτή της αλεπούς ο λύκος κίνησε για την λίμνη κι έκανε έτσι ακριβώς. Άνοιξε μια τρύπα κι έχωσε την ουρά του. Κάθισε για ώρες εκεί μέχρι που νύχτωσε. Τότε, προσπάθησε να σηκωθεί, μα η ουρά του είχε παγώσει για τα καλά και δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου.

Πρέπει να έχω πιάσει πάρα πολλά ψάρια για να μην μπορώ να τραβήξω την ουρά μου έξω…

…σκέφτηκε ο λύκος και συνέχισε να ψαρεύει.

Το επόμενο πρωί, ήρθαν στην λίμνη γυναίκες για να γεμίσουν με νερό τα δοχεία και τις στάμνες τους. Μα μόλις είδαν τον λύκο βάλανε τις φωνές. Έπειτα, πήρανε ξύλα από το δάσος κι όρμηξαν καταπάνω του κι άρχισαν να τον χτυπάνε όπως χτυπάνε τα χαλιά για να τα ξεβρωμίσουν. Μάταια προσπαθούσε ο λύκος να τις ξεφύγει. Με την ουρά παγωμένη στην λίμνη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα.

Έφαγε πολλές ξυλιές ώσπου δεν άντεξε άλλο. Έβαλε όλη τη δύναμή του και πετάχτηκε μακριά τους τρέχοντας…

…όσο για την ουρά του, αυτή έμεινε ακόμα εκεί να ψαρεύει. Από τότε, οι λύκοι σταμάτησαν να ψαρεύουν με τις ουρές!

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Αναζητώντας έναν τίμιο άνθρωπο!

– Λαϊκό παραμύθι της Κίνας –

Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Στην φυλακήΗ ιστορία μας, θα μας ταξιδέψει σε ένα βασίλειο βαθιά στην ανατολή. Ένας φτωχός άνθρωπος βρέθηκε στην ανάγκη και η κακιά στιγμή τον οδήγησε σε μια άσχημη απόφαση. Να κλέψει. Μπήκε σε ένα μαγαζί και την ώρα που προσπαθούσε να κρύψει μια ξύλινη πίπα μέσα στα ρούχα του, τον πιάσανε. Τον κλείσανε φυλακή και έμεινε εκεί για αρκετό καιρό χωρίς όμως να γίνει δικαστήριο. Ο φτωχός άνθρωπος άρχισε να φοβάται για την τύχη του βλέποντας να μην γίνεται τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται τρόπους για το πως θα βγει από την φυλακή. Σκέφτηκε να δραπετεύσει, μα η ασφάλεια των φυλακών ήταν πολύ αυστηρή και δεν είχε ελπίδες. Έτσι, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την πονηριά. Ένα πρωί, φώναξε τον φύλακα και ζήτησε να δει τον βασιλιά για τον οποίο είχε ένα πολύτιμο δώρο.

Ο φύλακας τον οδήγησε στον βασιλιά ο οποίος απόρησε με την επιθυμία του φυλακισμένου.

Λοιπόν; Τι είναι αυτό το πολύτιμο δώρο που έχεις να μου προσφέρεις;

Ο φτωχός άνθρωπος στεκόταν ταπεινά μπροστά στον βασιλιά. Δίχως να σηκώσει το κεφάλι του, έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί. Το έδωσε στον βασιλιά κι αυτός το ξετύλιξε γεμάτος περιέργεια. Όταν αντίκρισε ένα κουκούτσι από αχλάδι, δεν ήξερε αν πρέπει να γελάσει ή να διατάξει να του πάρουνε το κεφάλι αμέσως. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τον θυμό του, ρώτησε στον φτωχό άνθρωπο…

Αν δεν κάνω λάθος, αυτό εδώ είναι ένα απλό κουκούτσι από αχλάδι.

Όχι μεγαλειότατε, δεν κάνετε λάθος. Ένα κουκούτσι από αχλάδι είναι. Αλλά είναι πολύ σπάνιο. Αν το φυτέψετε θα γίνει ένα τεράστιο δέντρο, μα τα αχλάδια του δεν θα είναι συνηθισμένα, αλλά χρυσά.

Ο βασιλιάς σάστισε μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, αλλά δεν τον πίστεψε και του απάντησε…

Κι αφού είναι έτσι, γιατί δεν το σπέρνεις εσύ;

Δεν είναι απλό μεγαλειότατε. Για να βγάλει χρυσά αχλάδια, θα πρέπει να φυτευτεί από κάποιον που δεν έχει κλέψει ποτέ του και δεν έχει κοροϊδέψει κανέναν. Αλλιώς τα αχλάδια του θα είναι τα συνηθισμένα που βλέπουμε και στην αγορά. Γι αυτό κι εγώ το προσφέρω σε εσάς. Είμαι σίγουρος πως εσείς δεν έχετε κλέψει ποτέ σας και δεν έχετε εξαπατήσει κανέναν.

Αυτά είναι ανοησίες…

…απάντησε ο βασιλιάς αν και βαθιά μέσα του πίστεψε στα λόγια του φτωχού. Θυμήθηκε όμως ότι όταν ήταν μικρός, είχε κλέψει από την μητέρα του ένα δαχτυλίδι που είχε στην κοσμηματοθήκη της και τότε κατηγορήθηκε μια υπηρέτρια. Έτσι φοβήθηκε ότι αν φύτευε αυτός το κουκούτσι, η αχλαδιά θα έβγαζε συνηθισμένα αχλάδια.

Ο φτωχός άνθρωπος γύρισε τότε προς τον υπουργό του βασιλιά και πρότεινε να το φυτέψει αυτός. Μα κι ο υπουργός αρνήθηκε θεωρώντας τα ανοησίες, αλλά στην αλήθεια φοβότανε για τον εαυτό του που εύκολα ο κόσμος τον δωροδοκούσε.

Στην συνέχεια πρότεινε τον στρατηγό του βασιλικού στρατού μα κι αυτός δεν δέχτηκε μιας και εξαπατούσε τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους. Έπειτα στον ανώτατο δικαστή μα κι αυτός δεν ήταν καλύτερος. Πολλές φορές οι αποφάσεις τους ευνοούσαν τους πιο ισχυρούς κι έτσι αρνήθηκε να το πάρει και να το φυτέψει. Το ίδιο κι ο διευθυντής των φυλακών που ανάλογα με τα δώρα που λάμβανε από τους φυλακισμένους, ήταν λιγότερο ή και καθόλου αυστηρός απέναντί τους.

Αυτό συνεχίστηκε λίγο ακόμα και με άλλους άρχοντες και σύμβουλους του βασιλιά και κανείς δεν δεχότανε να πάρει να φυτέψει το κουκούτσι γιατί πολύ απλά κανείς τους δεν ήταν απολύτως καθαρός. Έτσι ο φτωχός άνθρωπος, γύρισε με νεύρο προς όλους αυτούς και τους είπε με θάρρος.

Είστε όλοι απαράδεκτοι γιατί είστε κλέφτες, ψεύτες και απατεώνες και δεν εξαιρώ κανέναν σας. Κι όμως κανείς σας δεν είναι στην φυλακή. Εγώ το μόνο που έκανα σε μια δύσκολη στιγμή, ήταν να κλέψω μια φτηνή ξύλινη πίπα και γι’ αυτό με έχουν βάλει στην φυλακή.

Σιωπή επικράτησε αρχικά στην αίθουσα, μα σύντομα ο βασιλιάς ξέσπασε σε γέλια. Παραδέχτηκε τον φτωχό άνθρωπο και διέταξε να τον αφήσουν ελεύθερο.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το Κολιμπρί

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά.

Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι;

…σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. 

– Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!

…ακούστηκε μια φωνή.

– Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει.

…απάντησε κάποιο άλλο.

– Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!

– Όχι, είναι πολύ άσχημος.

– Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά!

– Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια.

– Το Παγόνι που είναι όμορφο!

– Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του.

– Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι!

– Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως.

Έφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε:

Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς!

-Ναι, ναι!

…τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά:

– Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς!

«Τσίου-τσίου-τσίου», άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…τραγούδησε το Κολιμπρί.

Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο.

– Έφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.

…φώναξε.

– «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς!

…τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα.

– Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς!

…φώναξε για άλλη μία φορά.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Όλα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε.

– Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι!

…φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Όλη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Όμως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίου-τσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε:

– Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου.

Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.

Το παραμύθι «Κολιμπρί» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: