Posts Tagged With: Παπάς

«Ο τσιγκούνης παπάς» – Παρουσίαση του παραμυθιού από την εκδήλωση των Ιχνηλατών!

Οι Παραμυθάδες, συμμετείχαμε στην 3η Συνάντηση Παιδικών-Χορευτικών Τμημάτων που πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου στην Καβάλα από την Ομάδα Έκφρασης Πολιτισμού «Ιχνηλάτες».
Η Αρετή Τσιφλίδου, μέλος της Ομάδας μας, αφηγήθηκε το παραμύθι από την Ανατολική Ρωμυλία, «Ο τσιγκούνης παπάς».

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια και αυτιά | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο τσιγκούνης παπάς!

– (παραμύθι Ανατολικής Ρωμυλίας) –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας παπάς, με την παπαδιά και το γιο τους. Αυτός ο παπάς όμως είχε πολλά ελαττώματα. Ήταν απίστευτα τσιγκούνης, πονηρός και λαίμαργος! Οι συγχωριανοί του τα ήξεραν αυτά και κανείς δεν ήθελε να δώσει την κόρη του για γυναίκα στο γιο του παπά. Κάποια στιγμή όμως ο γιος ερωτεύτηκε μια κοπέλα από ένα άλλο χωριό και αποφάσισε να την παντρευτεί. Ο παπάς σκεφτόταν τα έξοδα του γάμου και μονολογούσε:

Πω! Πω! Τι θα κάνω τώρα που η νύφη πρέπει να μείνει στο σπίτι μας; Πώς θα θρέψω τέσσερα στόματα;

Η παπαδιά τον μάλωνε αλλά ο παπάς το δικό του!

Ο γιος παντρεύτηκε την κοπέλα και η δόλια αναγκάστηκε να μείνει με τα πεθερικά της. Όταν ο άντρας της ήταν σπίτι περνούσε καλά. Ο γιος όμως πήγαινε στα χωράφια και γυρνούσε αργά το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Κάποια μεσημέρια μπορεί να ήταν σπίτι αυτός, όμως σπάνια.

Όπως όλες οι οικογένειες έτσι κι αυτή έτρωγαν όλοι μαζί και φυσικά μαγείρευε η νεοφερμένη της οικογένειας, δηλαδή η νύφη. Εδώ όμως θα σας φανεί περίεργο! Αυτή ποτέ δεν έτρωγε! Μαγείρευε, έστρωνε τραπέζι, αλλά μέχρι να κάτσει, ο παπάς και η παπαδιά είχαν φάει και είχαν μαζέψει κιόλας…

Η νύφη έρεψε αλλά αντίρρηση δε μπορούσε να φέρει. Η κοπέλα είχε τρία αδέλφια, που αποφάσισαν με την σειρά να την επισκεφτούν, να δουν πώς περνάει. Έρχεται ο πρώτος, είδε τη γυναίκα αδύνατη, είδε και την συμπεριφορά των πεθερικών της και το λέει στα αδέλφια του. Πάει και ο δεύτερος αδελφός, τα ίδια. Έφαγε ο παπάς, έφαγε η παπαδιά, δεν έχει άλλο φαϊ. Πάει και ο τρίτος που ήταν περισσότερο ξύπνιος και πονηρός. Μαγείρεψε η νύφη πάλι, έστρωσε τραπέζι, τρώει η νύφη, τρώει και ο αδελφός περιέργως!

Άντε αδελφή καλά φάγαμε και σήμερα μάζεψε τώρα!

Ο παπάς και η παπαδιά δεν πρόλαβαν να κάτσουν και το τραπέζι είχε μαζευτεί. Έτσι γινόταν τις μέρες που ο μικρός αδελφός φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπά. Ένα βράδυ που έπεσαν να κοιμηθούν νηστικοί, ο παπάς λέει στην παπαδιά.

Παπαδιά, το στομάχι μου γουργουρίζει από την πείνα, δε βάζεις λίγο τραχανά να βράσει;

Να βάλω παπά μου.

…λέει η παπαδιά. Ο αδελφός όμως δεν κοιμόταν και παρακολουθούσε. Πάει η παπαδιά να βάλει νερό να βράσει, τη ρωτάει ο αδελφός:

Τι κάνεις εκεί συμπεθέρα τέτοια ώρα;

Βάζω νερό να βράσει για να πλύνω τα ρούχα αύριο.

Ααααα! Έτσι ε; Πάρε και τις δικές μου κάλτσες να τις πλύνεις.

…και ρίχνει τις κάλτσες μέσα στο νερό της κατσαρόλας… πάει ο τραχανάς!

Πάλι ο παπάς πεινούσε και ζητάει από τη γυναίκα του να ζυμώσει λίγο ψωμί. Τη βλέπει ο μικρός αδελφός.

Συμπεθέρα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Έχουμε ένα χωράφι και θέλουμε να το μοιράσουμε τα τρία αδέλφια μεταξύ μας αλλά δεν ξέρουμε πώς. Εσύ πώς λες;

…και αμέσως παίρνει το μαχαίρι ο αδελφός και λέει κόβοντας το ζυμάρι:

Να το μοιράσουμε στα δύο, ή στα τέσσερα λες; Ή καλύτερα στα έξι ή στα εννιά; Μπα! Πάλι περισσεύει!

Έκοβε αυτός μέχρι που διαλύθηκε το ζυμάρι. Πάει και το ψωμί! Μην έχοντας άλλη λύση ο παπάς πάει στο κήπο μπουσουλώντας, μπας και κόψει κανένα λάχανο και σταματήσει λίγο την πείνα του. Ακολουθεί κι ο αδελφός από πίσω.

Παπά! Παπά! Σήκω, ο γάιδαρος σου τρώει τα λάχανα!

…και δώστου με τον κόπανο, ξύλο στον πισινό του παπά.

Ωχ! Ωχ! Δεν είμαι ο γάιδαρος, ο παπάς είμαι! Βγήκα στον κήπο να μαζέψω λάχανα γιατί πεινάω…

Είδες παπά μου τι κακό είναι να μένει ο άνθρωπος νηστικός; Γιατί εσύ λοιπόν άφηνες την αδελφή μου νηστικιά; Σου αρέσει τώρα με αυτά που παθαίνεις;

Τι να πει ο παπάς που του κοπήκαν τα πόδια και του κόπηκε και η τσιγγουνιά.

Από δω και πέρα θα τρώει και η αδελφή μου μαζί σας.

Έτσι κι έγινε! Και ο τσιγκούνης παπάς και η παπαδιά πήραν το μάθημα τους!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η κηδεία της γουρούνας

Αρχής του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Ήταν κάποτε ένας κτηνοτρόφος, όχι πολύ μεγάλος σε ηλικία. Έβγαζε καλά χρήματα από τα ζώα και ήξερε να διασκεδάζει. Ήταν και πολύ χωρατατζής. Του άρεσε να κάνει πλάκες στους άλλους.

Μια φορά, του είχε ψοφήσει η γουρουνομάνα του. Κίνησε λοιπόν για την εκκλησία και συνάντησε τον παπά μόλις τελείωσε η λειτουργία. Με σοβαρό ύφος του ζήτησε να κηδέψει την γουρούνα του. Ο παπάς στην αρχή νόμισε ότι τον κοροϊδεύει μα όταν είδε ότι ο κτηνοτρόφος επέμενε, ο παπάς έβαλε τις φωνές.

Μα τι μου τσαμπουνάς βρε χριστιανέ μου. Πώς είναι δυνατόν να κηδέψω ένα ζώο; Μία γουρούνα; Αν είναι δυνατόν!

Ο παπάς άλλαξε πολλά χρώματα από τα νεύρα του και ήταν έξω φρενών. Ο κτηνοτρόφος πάλι ήταν πολύ ήρεμος και μόλις ο παπάς σταμάτησε να μιλάει του είπε πως θα τους έδινε πέντε χρυσές λίρες ανταμοιβή. Μόλις άκουσε για τις λίρες ο παπάς, άλλαξε τροπάριο αμέσως και γρήγορα δέχτηκε να κάνει την κηδεία της γουρούνας.

Μετά από μέρες το νέο μαθεύτηκε κι έφτασε στα αφτιά του δέσποτα. Εξαγριωμένος πήρε τον δρόμο για το χωριό και ζήτησε να συναντηθεί με τον κτηνοτρόφο και τον παπά. Άρχισε να τους φωνάζει και τους δύο. Να τους μαλώνει και να τους αποκαλεί αμαρτωλούς και ασεβείς. Ο παπάς μαζεύτηκε σε μια γωνιά και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από την ντροπή του. Μα ο κτηνοτρόφος ήρεμος και πάλι γύρισε και είπε στον δέσποτα.

Δέσποτα, συγχώρα με αν μέσα στον πόνο μου σε ξέχασα, μα επιθυμία της γουρούνας ήταν να σου δώσω κι εσένα δέκα χρυσές λίρες.

Ο δεσπότης σαν το άκουσε αυτό, κοίταξε κατάματα τον κτηνοτρόφο και του είπε:

Λες αλήθεια; Βρε την μακαρίτισσα…ώστε με θυμήθηκε κι εμένα στα τελευταία της; Να με ενημερώσετε στα σαράντα για να έρθω να της διαβάσω κι εγώ καμιά ευχή!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: