Posts Tagged With: παιδί

Τα παιδιά ζωγραφίζουν το παραμύθι «Το ψυχοπονιάρικο παιδί»

Την περασμένη Δευτέρα, τελευταία Δευτέρα του Νοέμβρη, βρεθήκαμε στην παιδική βιβλιοθήκη του Αγίου Λουκά.

Το ένα από τα δύο παραμύθια που αφηγηθήκαμε ήταν  “το ψυχοπονιάρικο παιδί”, παραμύθι της προφορικής παράδοσης.

Στην συνέχεια τα παιδιά, εμπνευσμένα από το παραμύθι, δημιούργησαν τις δικές τους εικόνες ζωγραφιές και ορίστε τα τρία αποτελέσματα – μιας και τα περισσότερα επέλεξαν να ζωγραφίσουν το άλλο παραμύθι που αφηγηθήκαμε, δηλαδή το «Χάνσελ και Γκρέτελ».…

Advertisements
Categories: Ζωγραφιές παιδιών | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού

παιδιΗ 20η Νοεμβρίου, ορίστηκε από την Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ως παγκόσμια ημέρα για τα δικαιώματα του παιδιού. Ήταν το έτος 1989 όταν οριστικοποιήθηκε η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, κείμενο που θεωρείται κορμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως. Η Ελλάδα επικύρωσε την σύμβαση αυτή με νόμο (2101) στις 2 Δεκεμβρίου του 1992 ενώ δύο μόνο χώρες δεν την είχαν υπογράψει. Οι ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Σομαλία.

Η σύμβαση αποτελείται από 54 άρθρα και διακρίνονται σε 4 τομείς που αφορούν την προστασία των παιδιών, τα δικαιώματα συμμετοχής, την ανάπτυξη και τα δικαιώματα επιβίωσης. Έχουν περάσεις 24 χρόνια και παρόλα αυτά, παρά τις προσπάθειες οργανώσεων, κυβερνήσεων, φορέων, κλπ, εκατομμύρια παιδιά παιθαίνουν από την πείνα, τις αρρώστιες, κακοποιούνται, βιάζονται, πέφτουν θύματα εκμετάλευσης, στερούνται της μάθησης και της γνώσης.

Οι πολιτισμένες χώρες νοιαζόμαστε για τα «δικά» μας παιδιά που μπορεί να μην πεθαίνουν, «πεθαίνουν» όμως την παιδικότητά τους. Όσον αφορά για τα άλλα παιδιά, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου. Είναι παιδιά άλλου ή άλλων Θεών, είναι μακριά από εμάς, δεν μας αγγίζει.

Είχε πει κάποιος, κάποτε -μου διαφεύγει το όνομά του- ότι «δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτισμό την στιγμή που υπάρχει έστω κι ένα παιδί στον κόσμο που πεθαίνει από την πείνα».

Για όσους δυσκολεύονται να κοιμηθούν το βράδυ, ας αρχίσουν να μετράνε παιδιά που στερούνται των δικαιωμάτων τους!!!

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο Δεκατρής ο Κουτσοδεκατρής

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια που είχε δώδεκα παιδιά. Παιδιά, δηλαδή σερνικά, όχι κοπέλες, και η μάνα ήτανε πάλι αγκιστρωμένη. Τα παιδιά περίμεναν πως και πως να γεννήσει κοπέλα, για να έχουνε κι αυτά   μια αδερφούλα να παίζουνε και να την αγαπάνε. Οι μήνες πέρασαν και η μάνα εγέννησε, όμως αυτό που έκαμε δεν ήτανε κοπέλα, αλλά ένα ζαρίφικο μωρό αλλήθωρο και κουτσό όπως αποδείχτηκε αργότερα. Τα παιδιά από την στιγμή που το αντίκρισαν το μίσησαν επειδή ήτανε σερνικό αλλά κι εξαιτίας της άσχημης και ασθενικής του όψης. Ποτέ δεν το έπαιζαν κι ούτε έκαναν μαζί του παρέα. Έμενε λοιπόν στο σπίτι με τη μάνα και τη βοήθαγε στις οικιακές δουλειές, γιατί και στο σχολείο που το έστειλε, στο διπλανό χωριό , ξένο τον φωνάζανε. Η αλήθεια ήταν όμως ότι εκείνη ήθελε να έχει κοντά της το στερνοπαίδι της για να το προσέχει από τη βάρβαρη συμπεριφορά των άλλων, γιατί του είχε αδυναμία, όχι πως δεν αγαπούσε όλα τα παιδιά της αλλά να, αυτό ήταν… διαφορετικό. Πίσω από τα αλλήθωρα μάτια του το παιδί έκρυβε ένα μυαλό ξουράφι, ως αντιστάθμισμα ίσως της σωματικής του αναπηρίας, «δώρο από το θεό» όπως το έλεγε η μάνα. Σε αυτό το κοφτερό μυαλό βρήκε μαγιά η μάνα και ζύμωσε την εξυπνάδα τη μεγαλοσύνη και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Δεκατρή, έναν χαρακτήρα που τον γνώριζε μόνο η ίδια. Κρίμα, σκέφτονταν να του φέρονται έτσι τα αδέρφια του, και κάθε βράδυ έκλαιγε στο κρεβάτι της για το στερνοπούλι της.

Από παρουσιάση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσιάση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Τα χρόνια περάσανε και το στερνοπαίδι – που το είχανε ονομάσει Δεκατρή, από τη σειρά της γέννησής του αλλά κι από το ότι ούτε ο παππάς δεν καταδέχτηκε να το βαφτίσει – έμπαινε στην εφηβεία. Έβγαλε μπιμπίκια και το πάνω χείλος του άρχισε δειλά δειλά να μαλλιάζει. Τα αδέρφια του, βλέποντας ότι το σκαρί του ήταν ασθενικό, μισοριξά τον ανέβαζαν, μισοριξά τον κατέβαζαν κι έτσι μια μέρα σκέφτηκαν τι θα του κάνουν για να τον βάλουν σε δοκιμασίες με τις οποίες θα γελούσαν, κι ο Δεκατρής ίσως να μην έβγαινε και ζωντανός -αλλά αυτό ήταν ασήμαντη λεπτομέρεια. Τον κάλεσαν λοιπόν μια μέρα κοντά τους αφού τους πήγε νερό και κολατσιό εκεί που έσκαβαν τα αμπέλια στο χωράφι για να του ανακοινώσουν ότι έχουν ένα σχέδιο. Ο κακομοίρης Δεκατρής, που δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιες κουβέντες με τα αδέρφια του δέχτηκε να τους ακούσει. Ήτανε πάντα σεμνός και μοναχικός γιατί τα αδέρφια του ολοένα τον κορόιδευαν και τον κακομεταχειρίζονταν. Αυτός τους απέφευγε και δεν είχανε και πολλά πάρε – δώσε. Ακόμη και τη νύχτα, ο Δεκατρής κοιμόνταν στο αχούρι με τα μουλάρια που είχαν για τις αγροτικές δουλειές. Στο χωράφι πήγαινε μόνο για τα θελήματα των αδερφών του και του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε και καμία διαφορετική συμπεριφορά από τους υπόλοιπους. Στο χωράφι λοιπόν τα δώδεκα αδέρφια, του ανακοίνωσαν τη δοκιμασία:

Για να σε κάμουμε σαν κι εμάς και να σε υπολογίζουμε σαν άντρα θα πας ορέ Δεκατρή να κλέψεις το πάπλωμα του δράκοντα με τα εκατό χρυσά κουδούνια;

Γιατί να το κλέψω βρέ παιδιά;

Για να ιδούμε αν εμεγάλωσες κι αν το λέει η καρδιά σου ορε παλιό-ζουλάπι.

Εντάξει θα κάμω ό,τι μου λέτε αλλά θα πρέπει να μου δώσετε ότι σας ζητήσω από χρειαζούμενα! Θέλω ένα σακί μπαμπάκι, ένα άλογο, και ένα σχοινί.

Τα αδέρφια συμφώνησαν κι ο Δεκατρής ξεκίνησε για το παλάτι του δράκοντα. Ο δράκοντας, όπως έλεγαν οι χωρικοί ήτανε ένας «θερίος άνθρωπος», ένας γίγαντας δηλαδή που καταδυνάστευε τα γύρω χωριά ως τσιφλικάς και φοροεισπράκτορας. Είχε τεράστιες εκτάσεις γης και κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι έτρωγε κι ανθρώπους. Οι ποσότητες κρέατος που έτρωγε ήταν τεράστιες. Μπορούσε να φάει δύο κριάρια ή τρεις γίδες και να πιει ένα βαρέλι κρασί. Στη συνέχεια κοιμόταν για δυο μερόνυχτα, μέχρι να ξαναβγεί καβάλα στο σαρκοβόρο άλογό του να επιθεωρήσει τα κτήματα και τους δουλοπάροικούς του. Πήγε λοιπόν ο Δεκατρής στο παλάτι του δράκοντα αφού είχε τυλίξει με το μπαμπάκι τις οπλές του αλόγου του και όταν έφτασε κοντά περίμενε το δράκοντα να αποφάει και να πιει το διαλούπι του. Υπομονετικός καθώς ήταν δεν δυσκολεύτηκε να τον περιμένει δυο ώρες και αφού το θερίο έπεσε να πλαγιάσει και σκεπάστηκε με το πάπλωμα με τα εκατό χρυσά κουδούνια, ο Δεκατρής περίμενε να ακούσει και το ρουχνητό του. Δεν άργησε να το ακούσει, μάλιστα ήταν τόσο δυνατό που το άλογο του ανησύχησε αλλά ο Δεκατρής του βούλωσε τα αυτιά με το μπαμπάκι που είχε κοντά του. Ύστερα, πήγε κοντά στο δράκοντα και ένα – ένα βούλωσε όλα τα κουδούνια με το μπαμπάκι, έδεσε τη μια γωνιά του παπλώματος με το σχοινί και το ξετύλιξε μέχρι έξω που περίμενε το άλογό του. Κατόπιν έδεσε από το σαμάρι την άλλη άκρη, έβγαλε το μπαμπάκι από τα αυτί του αλόγου και το χάιδεψε στη μουσούδα για να ησυχάσει και με ένα τράβηγμα στα γκέμια το άλογο ξεχύθηκε έξω από το παλάτι σαν σίφουνας. Ο δράκοντας τότε ξύπνησε και φώναξε:

Από δραματοποίηση του "Δεκατρή" σε δημοτικό σχολείο

Από δραματοποίηση του «Δεκατρή» σε δημοτικό σχολείο

Ποιος είσαι ορε εσύ που μου κλέβεις το χοντροσκούτι;

Ο Δεκατρής είμαι και να ‘ρτεις να με βρεις.

Φυσικά ο δράκοντας δεν προλάβαινε να τον ακολουθήσει κι ο Δεκατρής πήγαινε περήφανος το πάπλωμα στα αδέρφια του. Στο δρόμο σταμάτησε κι έβγαλε το μπαμπάκι από τα κουδούνια για να ακούει το μελωδικό ήχο του χρυσαφιού. Όταν κοντοζύγωνε στο χωράφι, τα αδέρφια του, που αναγνώρισαν τον ήχο των κουδουνιών, για παν ενδεχόμενο ανέβηκαν σε κάτι αμυγδαλιές να κρυφτούν. Όταν έφτασε ο Δεκατρής και τους είδε να κατεβαίνουν κατάλαβε πόσο δειλοί ήταν αλλά δεν τους είπε τίποτα, αντίθετα αυτοί του είπαν ότι ανέβηκαν να δουν αν έχουν ωριμάσει τα τσίγαλα. Τέλος πάντων τον συγχάρηκαν για το κατόρθωμα του αλλά του είπαν ότι αυτό από μόνο του δεν ήτανε αρκετό.

Τώρα Δεκατρή που πήρες το πάπλωμα του δρακόντου, και είδαμε ότι βαστάει η καρδιά σου, για να σε πιεντήσουμε ολότελα σα δικό μας και ισάξιο μας θέλουμε να πας να πιάσεις και το άλογό του.

Εντάξει, αλλά θέλω ένα  κομμάτι παστό κρέας , κι ένα σχοινί. Θα χρειαστώ και μπαμπάκι αλλά άσε έχω στο σακί από την προηγούμενη ανδραγαθία μου.

Ξεκίνησε λοιπόν και αφού έφτασε στο παλάτι, περίμενε πάλι το δράκοντα να αποκοιμηθεί. Όταν άκουσε το ρουχνητό του, πλησίασε στο σταύλο και σιγά σιγά έδωσε το κρέας στο άλογο που ήταν σαρκοφάγο, και είχε κοφτερά δόντια. Το άλογο ενοστίμισε με το παστό κρέας και συμπάθησε τον Δεκατρή. Αυτός τότε τύλιξε με μπαμπάκι τα πέταλα του αλόγου και βούλωσε και το κουδούνι του. Ύστερα, χαϊδεύοντάς το, ανέβηκε στη ράχη του και ξεκίνησε για το χωράφι. Ήταν ο πρώτος που είχε φερθεί στο ζώο με καλοσύνη. Πριν απομακρυνθεί φώναξε στο Δράκοντα λέγοντας:

Αν σε ρωτήσουν ποιος σου πήρε το άλογο να πεις ο Δεκατρής

και έφυγε με καλπασμό χωρίς να μπορεί ο δράκοντας να τον ακολουθήσει πεζός ο οποίος αρκέστηκε σε πάμπολλες βρισιές και απειλές. Κοντά να φτάσει στο χωράφι τα αδέρφια του, ξανά τρόμαξαν στη θέα του αλόγου αλλά πάλι ο Δεκατρής δεν τους είπε τίποτα που αυτοί ανέβηκαν στις αμυγδαλιές.

Tελικά τι θα γίνει; Θα πείτε ότι είμαστε αδέρφια και ισάξιοι;

Τόση έπαρση και ζήλια είχαν τα αδέρφια του μέσα τους και του ξαναείπαν:

Για να σε πιεντήσουμε ως ισάξιο κι αδερφό μας πρέπει να πας να μας φέρεις και τον ίδιο το δράκοντα.

 Ο Δεκατρής δεν μίλησε κι έφυγε σκεφτικός. Τα αδέρφια του νόμισαν ότι λιγοψύχησε και ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν το ίδιο βράδυ να επιστρέφει και να τους λέει ότι θα αναλάβει κι αυτή την αποστολή.

Θέλω να μου δώσετε μια άμαξα με κάρο, μια φορεσιά ράσα του παπά, ένα θυμιατό , ένα σφυρί, ένα μεγάλο κασόνι, μια αλυσίδα, ένα λουκέτο, και πολλές πρόκες και τα θέλω τα χαράματα να είναι έτοιμα.

Τα αδέρφια κοιταχτήκαν όλο απορία αλλά είχαν συμφωνήσει να του παρέχουν όλα τα χρειαζούμενα. Έτσι κι έγινε. Ο Δεκατρής λοιπόν τα πήρε και έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Ντύθηκε παπάς, πήρε το θυμιατό, ανέβηκε στο κάρο και πήγε κάτω από τα παλάτι του δράκοντα πριν καλά καλά ξημερώσει και θυμιατίζοντας φώναζε:

Ανάαααααααααθεμά σε Δεκατρή και μυριανάθεμά σε.

 Ο Δράκοντας βγήκε στον εξώστη και φώναξε:

Ε ορέ τραγόπαπα που τονε ξέρεις εσύ το Δεκατρή και τονε καταριέσαι.

Που τονε ξέρω αφέντη μου; Μου έκλεψε τα πρόβατα, τις κότες κι ό,τι είχα από χρυσά στο κονάκι μου. Δε μου άφηκε ούτε γρόσι.

Εμένα μου πήρε το πάπλωμα και το άλογο, κι όπου τονε βρω θα τονε φάω με τα σκουτιά του φορεμένα. Μην ξέρεις που θα τονε βρούμε;

Ξέρω. Μου το ‘πε ο μεγαλοδύναμος. Έλα να σε πάω να τον εκδικηθείς και για μένα – ήμαρτον θεέ μου. Αλλά πρέπει να μπεις μέσα στο κασόνι γιατί δεν έχω που αλλού να σε κρύψω για να μη σε ιδεί και λαμπάξει και μας ξεφύγει. Έλα μόνο να σε δέσω και με τούτη την αλυσίδα για να μη χτυπήσεις από τις λακούβες και να κλείσω και το κασόνι με τις πρόκες μην τυχόν και χοροπηδήξει το κάρο και πεταχτείς όξω τη χειρότερη στιγμή.

Από παρουσίαση του "Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Από παρουσίαση του «Δεκατρή σε δημοτικό σχολείο

Έτσι κι έγινε κι ο δράκοντας βρέθηκε αλυσοδεμένος και κλεισμένος σε μια κάσα καρφωμένη με καρφιά και φορτωμένος σε ένα κάρο. Εκεί που πήγαιναν ο δράκοντας ρώταγε τον παπά αν αργούν να φτάσουν στο χωριό του Δεκατρή και μετά από πολλές ερωτήσεις ο Δεκατρής αποφάσισε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Όταν λοιπόν το είπε, ο δράκοντας έγινε έξω φρενών και προσπάθησε να λυθεί, μάταια όμως. Ύστερα άρχισε τα παρακάλια και τα ανταλλάγματα. Ο Δεκατρής όμως τον πήγε στα αδέρφια του τα οποία πάλι βρεθήκαν στις αμυγδαλιές. Αυτή τη φορά ο Δεκατρής με τον αέρα του θριαμβευτή τα ρώτησε:

Είναι έτοιμα τα τσίγαλα παιδιά;

Τα αδέρφια κατάλαβαν την προσβολή και κατέβηκαν για να ανοίξει ο Δεκατρής το καπάκι της κάσας. Ο δράκοντας βρισκόταν μέσα τρομερός και θεόρατος μα εξουθενωμένος και μετανοιωμένος για τα κακά που είχε κάνει τόσες δεκαετίες στους χωρικούς. Ο Δεκατρής ως φυσικός αρχηγός πια, είπε στον Δράκοντα:

Μετανόησε για να σε ελευθερώσω.

Σου δίνω τον λόγο μου ότι από δω και στο εξής θα αλλάξω.

Τα αδέρφια του Δεκατρή από την άλλη μεριά, μετανιωμένα κι αυτά, απάντησαν στον αδερφό τους…

Συγνώμη αδερφέ μας για την συμπεριφορά μας….Πόσο σε αδικήσαμε αδερφέ μας κρίνοντας από αυτό που βλέπαμε, χωρίς να κάνουμε μια προσπάθεια να γνωρίσουμε τον δυνατό χαρακτήρα σου και το έξυπνο μυαλό σου… Από δω και στο εξής αδερφέ μας  σε ορίζουμε αρχηγό μας και γενικό κουμανταδόρο στις δουλειές μας.

Τα πράγματα είχαν μπει επιτέλους στην σωστή τους θέση.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια.

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Δεκατρής"

Ζωγραφιά της μικρής Ηλέκτρας εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Δεκατρής»

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 6 Σχόλια

Από τον Αποστόλη @moloch82 για όλα τα παιδιά με καρκίνο

Σήμερα πέθανε ένα παλικάρι. Αντιμετώπισε θαρραλέα την αρρώστια που λέγεται καρκίνος και ο θάνατός του έγινε αφορμή να γεμίσουν δάκρυα τα μάτια πολλών ανθρώπων και αγάπη οι ψυχές τους. Το παραμύθι που ακολουθεί, το έγραψε πριν από δύο χρόνια στο προσωπικό του ιστολόγιο και «απευθύνεται σε παιδιά που πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν καρκίνο». Αν σας αγγίξει η ιστορία, επισκεφτείτε τη δική του σελίδα με το παραμύθι (κάντε κλικ στον τίτλο του παραμυθιού παρακάτω) και αφήστε του κάποιο σχόλιο.

Στη μνήμη του Αποστόλη.

 

Ο Καβουράκης και το ταξίδι του

Μια μικρή ιστορία για τα παιδιά που με τη φαντασία τους μπορούν να νικήσουν τα πάντα.

Ο Άκης είναι ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Πάει στη γ’ τάξη του Δημοτικού σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, από εκείνες που τα παιδιά μαζεύονται μετά τα μαθήματά τους και παίζουν μπάλα και κρυφτό. Είναι αρκετά καλός μαθητής, χωρίς να διαβάζει πολύ και αυτό τον κάνει διπλά χαρούμενο όταν του λέει μπράβο η δασκάλα. Κι ο Δήμος είναι καλός μαθητής, ίσως καλύτερος από τον Άκη, αλλά δε βγαίνει ποτέ να παίξει τα απογεύματα γιατί η μαμά του τον βάζει να διαβάζει πολύ και μετά τον εξετάζει.
Μια μέρα του φθινοπώρου, ο Άκης γύριζε σπίτι από το σχολείο φορτωμένος με τα μπράβο του και χαρούμενος σκεφτόταν ότι η μητέρα του θα του είχε φτιάξει κεφτεδάκια με πατάτες που του αρέσουν. Ύστερα, θα πήγαινε μια βόλτα με τον παππού και ίσως του έπαιρνε και μια σοκολάτα να μοιραστούν στην παιδική χαρά. Ο παππούς βέβαια θα έπαιρνε ένα μικρό κομματάκι γιατί λέει ότι είναι ήδη γεμάτος ζάχαρη. Τον Άκη δε θα τον πείραζε να είναι γεμάτος ζάχαρη σκέφτηκε καθώς έφτανε σπίτι.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα μικρό, πολύ μικρό πόνο στο πόδι του. Όπως τότε που ο Μιχάλης, εκείνο το παιδί που κάνει τη δασκάλα να τραβάει τα μαλλιά της και είναι πολύ αστεία όταν το κάνει, είχε τσιμπήσει το μπράτσο του για να του πάρει το καινούριο του μολύβι. Τι να έγινε εκείνο το μολύβι, αναρωτήθηκε και ξέχασε τον πόνο.
Οι μέρες περνούσαν άλλες όμορφες σαν εκείνη τη μέρα που πήγε με το μπαμπά και τη μαμά να δουν τα δελφίνια κι άλλες άσχημες όπως τότε που η γειτόνισσα με τις γάτες δεν του έδωσε τη μπάλα που έπεσε στον κήπο της. Αυτό που δεν άλλαζε όμως ήταν εκείνος ο περίεργος πόνος στο πόδι του, λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Ο Άκης νόμιζε ότι το είχε χτυπήσει κάποια στιγμή παίζοντας μπάλα. Βλέπετε όσοι δεν ήξεραν ποδόσφαιρο στη γειτονιά του, φαίνεται προσπαθούσαν να κλωτσήσουν τα πόδια των άλλων αντί για τη μπάλα. Δεν το κατάλαβε ποτέ του ο Άκης το γιατί. Το πιο περίεργο δε, ήταν ότι τις περισσότερες φορές ο πόνος ήταν πιο δυνατός το βράδυ, όταν έπεφτε να κοιμηθεί.
Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε στο κρεβάτι του. Διάβασε μερικές σελίδες από το βιβλίο με το νεαρό μάγο που αφού μεγάλωσε έπιασε δουλειά στο τσίρκο και έσβησε το φως να κοιμηθεί. Έβλεπε πολλά και περίεργα όνειρα αλλά αυτό που θα έβλεπε απόψε δεν χώραγε στη φαντασία του! Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δίπλα στο μαξιλάρι του ήρθε και στάθηκε ένα μικρό γυαλιστερό καβουράκι. Ο Άκης, αν και είχε δει πολλά καβουράκια στη ζωή του στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί, δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είναι. Βλέπετε κάτι το σκοτάδι, κάτι το κοστούμι με τη γραβάτα. Ε; Για στάσου! Από πότε τα καβουράκια φοράνε ρούχα; Και τι δουλειά είχε στο μαξιλάρι του Άκη;
Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να το πιάσει αλλά δεν τα κατάφερε. «Είναι όνειρο», σκέφτηκε ο Άκης και χαμογέλασε έτοιμος να συνεχίσει τον ύπνο του.
-Ψίτ;
-…
-Ψίτ; Ναι εσύ ο περίεργος που δεν έχεις καν δαγκάνες. Μ’ ακούς;
Ο Άκης γύρισε σαστισμένος! Το καβούρι στον ύπνο του μιλούσε!
-Ναι. Ποιος είσαι και τι κάνεις στο κρεβάτι μου κοστουμαρισμένος;
-Αφενός δεν είμαι στο κρεβάτι σου. Επικοινωνώ μαζί σου μέσα από τα όνειρά σου. Κανονικά είμαι γατζωμένος μέσα στο δεξί σου πόδι. Όσο για το κοστούμι, οι πληροφορίες μου λένε ότι εδώ στη Γη παίρνετε περισσότερο στα σοβαρά όσους φοράνε κοστούμι και γραβάτα.
Έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Άκης. Να για παράδειγμα ο διευθυντής στο σχολείο που φοράει πάντα κοστούμι και γραβάτα είναι πάντα σοβαρός. Και όταν μιλάει τον ακούνε όλοι με προσοχή. Ακόμη και η δασκάλα. Μα αυτό σε απασχολεί Άκη; Τι εννοεί γατζωμένος μέσα στο πόδι σου; Και από πού έρχεται αν όχι από τη θάλασσα;
Αυτά τον ρώτησε λοιπόν τον κύριο Καβουράκη κι εκείνος του εξήγησε.
Στην άλλη άκρη του γαλαξία μας, όχι πολύ μακριά από εδώ αν δεν έχει κίνηση και ξέρεις τους σύντομους δρόμους, υπάρχει ένας μικρός πλανήτης με το όνομα (ο άλλος) Ποσειδώνας. Όχι αυτός που είναι εδώ στη γειτονιά μας. Ο άλλος. Γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Πολύ μικρός πλανήτης, ακόμη και σε σχέση με τη Γη που δεν είναι και κανένα θηρίο. Ο πλανήτης αυτός είναι καλυμμένος με νερό θαλασσινό και μέσα κατοικούν λογής λογής θαλασσινά ζωάκια. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάτι σαν βασιλιάς, είναι ένας κάβουρας που αγαπάει πολύ αυτό που κάνει και είναι έτσι όλοι χαρούμενοι. Ο κ. Καβουράκης είναι γιός του. Πρίγκηπας σα να λέμε. Επειδή η ζωή στον (άλλο) Ποσειδώνα είναι κάπως μονότονη για έναν πρίγκηπα, με όλους τους άλλους κάβουρες να τον υπηρετούν και να τον προσέχουν ο κ. Καβουράκης κάνει συχνά ταξίδια με το μίνι διαστημόπλοιό του.
Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που κατέβηκε στη Γη να δει τις παραλίες μας και να χαιρετήσει κάτι ξαδέρφια του που είχαν έρθει χρόνια πριν μετανάστες να γνωρίσουν τον κόσμο. Το διαστημόπλοιό του φαίνεται να μάζεψε βρώμα από μια παραλία που δεν καθάρισε κανένας και δεν κατάφερνε να απογειωθεί μέχρι το διάστημα. Την τελευταία φορά που δοκίμασε, έπεσε και καρφώθηκε μέσα στο πόδι του Άκη.
-Έτσι που λες Άκη μου. Και τώρα έχω μπλέξει εδώ και δεν μπορώ να φύγω.
-Ναι αλλά εγώ πονάω! Σκέφτομαι μάλιστα να πω στη μαμά να με πάει στο γιατρό. Αν και αυτός συνήθως με κυνηγάει με τα εμβόλια.
-Γι’ αυτό κι εγώ επικοινώνησα μαζί σου Άκη. Πρέπει να πας στο γιατρό για να βολευτούμε και οι δυο.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή εσύ θα σταματήσεις να πονάς κι εγώ θα μπορέσω να πάω σπίτι μου. Ίσως δεν ήταν τελικά και τόσο βαρετά…
-Καλά, εμένα θα με κάνει καλά ο γιατρός. Εσύ πως θα πας σπίτι;
-Θυμάμαι από το Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας, όπου σπούδαζα διαστημική της θάλασσας ότι τα ανθρώπινα φάρμακα μπορούν να δουλέψουν ως καύσιμα για το διαστημόπλοιό μου! Οπότε αν πάρεις αρκετά θα μπορέσω να το ξεκινήσω και αν πατήσω αρκετό γκάζι να ξεσφηνώσω από το πόδι σου!
Αφού χαιρετήθηκαν, ο Άκης ξύπνησε και περίμενε μέχρι το πρωί. Σκεφτόταν τι να κάνει. Από τη μια φοβόταν το γιατρό. Όχι τον ίδιο δηλαδή αλλά τις βελόνες του. Δεν είναι ότι πιο ευχάριστο να σε τσιμπάνε με βελόνες! Αν ήταν θα το είχαν και στο λούνα Παρκ! Από την άλλη όμως λυπόταν τον κ. Καβουράκη με το μπλέξιμό του και είχε κουραστεί κι εκείνος να πονάει. Αποφάσισε λοιπόν να πει στη μαμά του να τον πάει στο γιατρό αλλά να μην πει τίποτε για το νέο φίλο του.
Από την άλλη μέρα κιόλας, ο Άκης άρχισε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Είχε πολλές βελόνες και πολλά τσιμπήματα. Από την πρώτη μέρα κιόλας άρχισε να φεύγει ο πολύς πόνος. Ο κ. Καβουράκης ερχόταν κάθε βράδυ, του έλεγε πόσα ακόμη καύσιμα χρειάζεται και για να τον ευχαριστήσει που άντεχε όλες αυτές τις βελόνες και την κούραση από τα φάρμακα του έλεγε ιστορίες από τον πλανήτη του αλλά και από τα ταξίδια του. Για εκείνη τη φορά που ένα περαστικό διαστημόπλοιο έχυσε λάδια στον (άλλο) Ποσειδώνα και τρίβανε με τα σφουγγάρια όλο το βυθό, για τον περίεργο πλανήτη με τα ηφαίστεια όπου συνάντησε κάποτε με ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα και τον ρωτούσε μήπως είδε πουθενά κάποιο Πρίγκηπα. Είπε στο τριαντάφυλλο ότι κι εκείνος είναι πρίγκηπας, αλλά εκείνο έψαχνε έναν άλλο πιο μικρό και πιο ξανθό. Ακούστηκε ενδιαφέρον τύπος…
Όταν τα καύσιμα ήταν πια αρκετά ο κ. Καβουράκης χαιρέτησε τον Άκη και ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Έλα όμως που δεν υπολόγισε κάτι ακόμα!
-Άκη! Έχουμε πρόβλημα!
-Μα τι λες; Όλα πάνε μια χαρά! Εγώ είμαι καλύτερα, το σκάφος σου είναι σχεδόν γεμάτο καύσιμα, η μαμά θα φτιάξει αύριο κέικ με σοκολάτα!
-Τα μαλλιά σου.
-Τα μαλλιά μου είναι μια χαρά. Τα χτενίζω μόνος μου και μερικές φορές βάζω και ζελέ για να στέκονται όπως του μπαμπά.
-Ναι αλλά… προκαλούν παρεμβολές.
-Παρε..τι;
-Παρεμβολές. Να πώς να σου πω, πως είναι στην τηλεόραση που μερικές φορές δεν πιάνει καλά το κανάλι; Έ απ’ αυτό μόνο που τώρα δεν πιάνει καλά το τιμόνι. Αριστερά πατάω εγώ, δεξιά στρίβει το σκάφος μου.
-Κι όλα αυτά από τα μαλλιά μου;
-Ναι! Τα μαλλιά είναι στους ανθρώπους σαν τις κεραίες!
-Ωραία και τι προτείνεις; Να τα κόψω;
-Βασικά όσο κοντά και να τα κόψεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Πρέπει να τα ρίξουμε. Για λίγο! Μέχρι να απογειωθώ και να απομακρυνθώ! Μετά θα ξαναβγούν στ’ ορκίζομαι!
-Μα θα γίνω σαν τον παππού που όταν περνάει κάτω από λάμπα γυαλίζει το κεφάλι του!
-Ναι αλλά εσένα θα είναι για λίγες μέρες μόνο! Άντε ένα δυο μήνες το πολύ. Σε παρακαλώ! Μην με ταλαιπωρείς για τρίχες κατσαρές!
Ο Άκης το σκέφτηκε λίγο και τελικά συμφώνησε. Δεν ήταν δα και τόσο τραγικό! Θα έβαζε τη γιαγιά να του φτιάξει έναν όμορφο σκούφο, ίσως με τα χρώματα της ομάδας του! Δε θα χρειαζόταν και να χτενίζεται, που το βαριόταν λίγο. Ειδικά όταν τον χτένιζε η μαμά ίσως ακόμη και να πονούσε!
Την άλλη μέρα τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν. Οι γονείς του και οι συγγενείς του τον κοιτούσαν σα να στενοχωριόντουσαν αλλά εκείνος ήξερε το λόγο και ήταν σχεδόν χαρούμενος που όλα πήγαιναν μια χαρά.
Όταν τελικά έπεσαν όλα, ο κ. Καβουράκης ξεκίνησε το ταξίδι του! Ο Άκης σταμάτησε να πηγαίνει στα νοσοκομεία και γύρισε στο σχολείο του, τη μπάλα του, τις βόλτες με το ζαχαρένιο του παππού. Πολλές φορές θυμάται πόσο κουράστηκε για να βοηθήσει το φίλο του αλλά δεν έχει σημασία πια. Περιμένει το καλοκαίρι να πάει στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί για να μάθει νέα από τα ξαδέρφια του κ. Καβουράκη!

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το παιδί που έκλεβε και η μητέρα του

Κάποτε ένα μικρό παιδί έκλεψε στο σχολείο την πλάκα ενός άλλου παιδιού και το μεσημέρι όταν γύρισε στο σπίτι του, την έδειξε στη μητέρα του.

– Πού τη βρήκες;

..το ρώτησε εκείνη.

– Στο σχολείο μου.

…αποκρίθηκε το παιδί.

– Σε ποιο μέρος του σχολείου σου;

– Την είχε αφήσει ένα άλλο παιδί και εγώ του την πήρα χωρίς να το καταλάβει.

– Μπράβο! Φαίνεσαι έξυπνος.

…είπε η μητέρα του ενθουσιασμένη, γιατί πίστευε πως ήταν εξυπνάδα που το παιδί της πήρε την ξένη πλάκα χωρίς να το καταλάβει ο συμμαθητής του.

Ύστερα από λίγο καιρό πήγε στο σπίτι του ένα παιδικό πανωφόρι.

– Πού το βρήκες;

…ρώτησε και πάλι η μητέρα.

– Στο σχολείο

…απάντησε το παιδί.

– Σε κατάλαβαν που το πήρες;

– Όχι. Το έκρυψα κάτω από το δικό μου και έκανα κι εγώ πως ψάχνω να το βρω μαζί με τα άλλα παιδιά.

Η μητέρα ευχαριστήθηκε πολύ που το παιδί της σκέφτηκε μια τέτοια πανουργία. Να κλέψει δηλαδή το πανωφόρι, να το φορέσει κάτω από το δικό του και να κάνει τάχα πως το ψάχνει μαζί με τα άλλα τα παιδιά όταν το γύρευαν.

«Το παιδί μου εμένα είναι πολύ έξυπνο και θα προκόψει στη ζωή!», έλεγε μέσα της.

Κι ήταν ενθουσιασμένη που είχε ένα τόσο έξυπνο παιδί και ο ενθουσιασμός της, όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε πιο πολύ, γιατί ο γιος της κουβαλούσε στο σπίτι όλο και περισσότερα κλεμμένα πράγματα.

Το παιδί μεγάλωσε, έγινε άντρας κι έγινε ο πιο επιτήδειος κλέφτης της περιοχής.

Κάποτε όμως τον έπιασαν την ώρα που λήστευε ένα σπίτι. Τον δίκασαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο.

Την ώρα που τον έσερναν δεμένο για να τον πάνε στον τόπο, όπου ο δήμιος θα του έκοβε το κεφάλι, η μητέρα του έτρεχε πίσω από τη συνοδεία κι έκλαιγε, χτυπώντας το στήθος της με απελπισία.

– Γιε μου πού σε πάνε; Γιε μου! Πού σε πάνε;

…φώναζε απελπισμένα.

Τότε ο γιος σταμάτησε και παρακάλεσε τους φρουρούς να τον αφήσουν να πει κάτι κρυφά στη μητέρα του. Εκείνοι το δέχτηκαν και τότε ο γιος έσκυψε να πει κάτι στο αφτί της μητέρας του. Αλλά αντί για λόγια, τη δάγκωσε με δύναμη  και της τραυμάτισε το αφτί.

– Δεν ντρέπεσαι, καταραμένο παιδί!  Δεν σου φτάνουν τόσα εγκλήματα που έκανες, μόνο φέρεσαι έτσι και στη μητέρα που σε γέννησε;

…φώναξε εκείνη, ουρλιάζοντας από τους πόνους. Κι ο γιός, της αποκρίθηκε…

– Εσύ φταις για το κατάντημά μου. Αν με μάλωνες όταν έκλεψα για πρώτη φορά εκείνη την πλάκα και σου την έφερα, σήμερα δεν θα με πήγαιναν να μου κόψουν το κεφάλι.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το παιδί και το ζωγραφισμένο λιοντάρι

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης. Φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο. Είδε πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους τεχνίτες κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι. Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.

Ο ζωγράφος γέμισε τους τοίχους με όλων των ειδών τις ζωγραφιές. Με θάλασσες όπου κολυμπούσαν φάλαινες και δελφίνια, με τον ουρανό όπου πετούσαν πλήθος πουλιά, με άγρια και πυκνά δάση όπου τριγυρνούσαν δεκάδες αγρίμια.

Ο νεαρός γιος του κτηματία βαριόταν κι έπληττε κλεισμένος μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι. Τριγύριζε λοιπόν στα δωμάτια και κοίταζε τις πανέμορφες ζωγραφιές. Μια μέρα μπήκε σ’ ένα δωμάτιο και στάθηκε μπροστά σ’ έναν τοίχο, στον οποίο ο ζωγράφος είχε ζωγραφίσει ένα άγριο δάσος κι ανάμεσα στα δέντρα ένα μεγάλο και περήφανο λιοντάρι.

 

Βρωμοθηρίο, σε μισώ! Επειδή ο πατέρας μου φοβήθηκε όταν σε είδε μια νύχτα στον ύπνο του, βρίσκομαι τώρα εγώ εδώ μέσα, κλειδωμένος και ολομόναχος

είπε το αγόρι θυμωμένο.

Και πάνω στο θυμό του το αγόρι άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να ξύνει με μανία τη ζωγραφιά του λιονταριού στον τοίχο. Όμως μια αγκίδα από την ξύλινη επένδυση χώθηκε στο χέρι του και το πόνεσε πολύ. Το αγόρι πήγε αμέσως στο κρεβάτι του και περίμενε να γυρίσει την επόμενη μέρα ο πατέρας του από την πόλη όπου είχε πάει.

Το παιδί όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι από τους πόνους και την άλλη μέρα το πρωί είδε πως το χέρι του, στο σημείο που είχε χωθεί η αγκίδα, ήταν κατάμαυρο και είχε πρηστεί. Μόλις γύρισε ο κτηματίας, φώναξε αμέσως ένα σπουδαίο γιατρό, αλλά παρά τα φάρμακα και τα βότανα, ο γιατρός δεν κατάφερε τίποτα, γιατί η πληγή είχε ήδη κακοφορμίσει, με αποτέλεσμα το αγόρι να πεθάνει την επόμενη μέρα.

Ο πλούσιος κτηματίας ήταν απαρηγόρητος. Το όνειρο που είχε δει, είχε βγει αληθινό κι ο αγαπημένος του γιος, παρ’ όλα όσα είχε κάνει για να τον προφυλάξει από τα πραγματικά λιοντάρια, είχε πεθάνει εξαιτίας ενός ζωγραφισμένου λιονταριού.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: